.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Κουκουνάρα: Οι ανασκαφές του Γ. Κορρέ



 Κατά το έτος 1973 (Αύγουστος-Σεπτέμβριος) επανελήφθησαν αι Ανασκαφαί Πύλου της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας εις Κουκουνάραν Πυλίας, κατόπιν άδειας του παλαιού ανασκαφέως καθηγητού Σπυρ. Μαρινάτου και δια κονδυλίων του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών. Η σχετική ανασκαφική έρευνα διεξήχθη εις τέσσαρας κυρίως τομείς, απεσκοπείτο δέ η συμπλήρωσις των παλαιοτέρων ανασκαφών. Οι τρεις των τομέων τούτων ήσαν εις την θέσιν Γουβαλάρη, βορειοανατολικούς του χωρίου Κουκουνάρα, και ο τέταρτος εις την θέσιν Φυτιές, νοτιοανατολικώς του αυτού χωρίου, ήτοι απασαι αι θέσεις ήσαν σημεία, όπου είχεν ανασκάψει και ο Μαρινάτος.



Γουβαλάρη-Τύμβοι

 Εις θέσιν Γουβαλάρη η όλη έκτασις ανήκει από τινών ετών εις τον εν Πύλω έμπορον κ. Νικ. Κουκήν, χάρις εις την προφρόνως παρασχεθείσαν συγκατάθεσιν του όποιου ήρξατο η ανασκαφική ερευνά, η όποια και πρέπει να συνεχισθή επ’ αρκετός εισέτι περιόδους. Ευχής έργον, επίσης, θά ήτο να απαλλοτρίωσή η έκτασις αυτή, ήτις προσφέρεται και δι’ αξιοποίησιν, έχουσα ήδη μέγαν αριθμόν ελαιοδένδρων. Η έκτασις αυτή των 27, ως έγγιστα, στρεμμάτων περιλαμβάνει εις πλείστα σημεία μυκηναϊκός αρχαιότητας, εν αις και τούς δύο υπό του Μαρινάτου ανασκαφέντας τάφους Γουβαλάρη 1 και 2 ( Κουκουνάρας 4 και 5).
Ευθύς άμα τη ενάρξει της ανασκαφής του έτους 1973, ηρευνήθη το δάπεδον του στομίου του ετέρου των τάφων τούτων, μετ’ αφαίρεσιν της ξερολιθιάς, και διεπιστώθη στρώσις εκ πλακοειδών λίθων και άλλων εκ του εσωτερικού προς το εξωτερικόν τοποθετημένων. Εκτός τούτου ηρευνήθη το πρώτον και ό προ της εισόδου δρόμος, όστις διεπιστώθη ότι ήτο λιθόστρωτος με κατεύθυνσιν προς ΒΔ. Και με μικροτάτην κλίσιν του εδάφους, σχηματιζομένης ανεπαισθήτου κατωφερείας προς ΒΔ.
 Κύριον στόχον της ανασκαφής απετέλουν τα έπτά τον αριθμόν τεχνητά τυμβοειδή έξαρματα, άτινα εύρηνται διεσπαρμένα εις μέσην απόστασιν 50- 100μ. ανατολικώς των δύο θολωτών τάφων Γουβαλάρη. Κατά την διάρκειαν των παλαιοτέρων ανασκαφών (1958-1963) Η περιοχή του Γουβαλάρη ήτο ακαλλιέργητος και με πυκνήν αργίαν βλάστησιν (λόγγος). Ο Μαρινάτος είχεν ερευνήσει τούς τύμβους, ως απεκάλεσε τα τυμβοειδή ταύτα έξαρματα, και ήδη οι καθηγηταί W. McDonald και R. Hope Simpson (οίτινες επεσκέφθησαν την ανασκαφήν ημών) είχον επισκεφθή συγχρόνως περίπου προς τον Μαρινάτον την περιοχήν, είχον επισημάνει τα τυμβοειδή έξαρματα, -άτινα ανήγαγον εις ΜΕ τύμβους προωρισμένους να δέχωνται πλείστας ταφάς-, και υπεστήριξαν ότι φαίνεται, ότι υπήρξεν εις αρκούντως σημαντικός οικισμός ειδικώς κατά την ΜΕ-ΥΕII περίοδον.
 Το νοτιώτερον υπολειφθέν (και τούτο διότι, ως φαίνεται, άλλο εις τον παρακείμενον ελαιώνα του εκ Χόνδρινου έμπορου Γ. Τζαννή ισοπεδώθη τελείως προ τινων δεκαετηρίδων ) ηρευνήθη υπό του Μαρινάτου, αποκαλύψαντος τρεις μικρούς θολωτούς τάφους, οίτινες δέον όπως ερευνηθούν εκ νέου, ίνα διαπιστωθή κατά πόσον απετέλουν τύμβον η ταφικόν κύκλον μετά κρηπίδος η ταφικού περιβόλου αντιστοίχως. Σημειωτέον, επίσης, ότι δια της επαναλήψεως των ανασκαφών εις το νεκροταφείον της θέσεως Γουβαλάρη εσώθη το εκτεταμένον τούτο νεκροταφείον εξ ολοκληρωτικής καταστροφής, διότι ό νέος ιδιοκτήτης της εκτάσεως είχεν αρχίσει ήδη δι’ εκσκαφέων εργασίας προς αξιοποίησιν της περιοχής και προϋτίθετο να συνέχιση αυτάς. Οι ύφ’ ήμών ανασκαπτόμενοι τάφοι και «τύμβοι» ευρίσκονται ανατολικώτερον εις άμεσον γειτονίαν προς τούς υπό του Μαρινάτου ανασκαφέντας.
 Ούτως έσώθη εξ ολοκληρωτικής καταστροφής το μεγαλύτερον νεκροταφείον θολωτών τάφων του μυκηναϊκού κόσμου και τούτο διότι είναι σαφές, ότι τα τυμβοειδή έξαρματα του Γουβαλάρη υποκρύπτουν μέγαν αριθμόν ταφικών μνημείων καθ’ όλην την ως άνω έκτασιν.
 Κατά ταύτα, πέραν των τριών έξαρμάτων των ερευνηθέντων υπό του Μαρινάτου (του πρώτου μετά των δύο μεγαλυτέρων θολωτών τάφων, του δευτέρου μετά των τριών μικρών κυκλικών θολωτών τάφων και του τρίτου, του στερουμένου τάφων), ήρξατο η έρευνα άλλων δύο έξαρμάτων κειμένων ανατολικώτερον των λοιπών. Τα έξαρματα αυτά έλαβον τας ενδείξεις α και β.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Ο τάφος α 10 εκ ΒΔ. 1975
Γουβαλάρη-Λάκκα

 Λόγω της επελθούσης κατά την 30ήν Αυγούστου νεροποντής επεχειρήθη δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα, με την πρόθεσιν να διασωθή εν περαιτέρω μυκηναϊκόν κτίσμα εις την νοτίως των δύο θολωτών τάφων Γουβαλάρη ήδη αροθεσίαν έκτασιν (απόστασις 36-45.20μ.). Επειδή ό ιδιοκτήτης της εκτάσεως επεθύμει να προβή μετά την νεροποντήν εις νέαν άροσιν, κατά την όποιαν βεβαίως θά κατεστρέφετο πλέον ότι είχεν απομείνει, επεχειρήθη η σύντομος αυτή, τρόπον τινά, σωστική έρευνα, της όποιας τα ευρήματα υπήρξαν Ικανοποιητικά και επέτρεψαν όπως αναλάβη η αρμοδία Εφορεία Αρχαιοτήτων Ολυμπίας την πρωτοβουλίαν να διαφυλάξη από οιασδήποτε περαιτέρω καταστροφής εξ αρόσεως την υστερομυκηναϊκήν οικίαν της περιοχής.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Αριστερά: Τυμβοειδές έξαρμα α. Ο θολωτός πεταλοειδής τάφος 2. 1974. Δεξιά: Ο τάφος α 4 άνωθεν. 1975
Φυτιές

 Ό τέταρτος τομεύς της ανασκαφής ήτο προς Ν. του χωρίου και ειδικώτερον πλησίον της αγροικίας του κ. Τρύφωνος Πανταζοπούλου. Μια δοκιμαστική σκαφή εγένετο -άνευ επιτυχίας- εις τι σημείον, βορειοανατολικώς της αγροικίας ταύτης, επεσημάνθη δέ και πιθανός τάφος θολωτός, όστις όμως θά έχη καταστροφή εκ της δια μηχανικού εκσκαφέως διανοίξεως δρόμου προς την πλουσιωτάτην της περιοχής ταύτης πηγήν, ήτις καλείται Χανδρινόβρυσον. Συγκεκριμένως ωρισμένοι λίθοι, δυνάμενοι να ανήκουν εις την θόλον τάφου, φαίνονται εν μέσω της άγριας βλαστήσεως κατά την αριστεράν πλευράν της εκ της αγροικίας Πανταζοπούλου εις Χανδρινόβρυσον βαινούσης αγροτικής οδού. Έναντι ακριβώς της αυτής αγροικίας ύφιστατο έρμαξ, όστις και αυτός διελύθη κατά τούς προπολεμικούς χρόνους, θά αποτελέση όμως προσεχώς και το σημείον τούτο αντικείμενον ανασκαφικής ερεύνης.

Κουκουνάρα, Φυτιές. Ο θολωτός τάφος 2 εκ Ν.

 Εις απόστασιν 20μ. Προς Α. του υπό του καθηγτου Μαρινάτου κατά τα έτη 1958-59 ανασκαφέντος πρώτου θολωτού τάφου (γνωστού ως Κουκουνάρας η Φυτιών 1, εικ. δεξιά), ύφιστατο παρά την ρίζαν ξηρανθείσης απιδέας μέγας αμυγδαλίτης λίθος, πιθανώς μεταφερθείς εκ Γουβαλάρη (διαστάσεων: μήκ. 1.84, πλ. κατά το εν άκρον 1.26 και πάχ. 0.94μ.), όστις άπετέλει το in situ περίπου διατηρηθέν οπίσθιον τμήμα του ανωφλιού του στομίου του τάφου. Βεβαίως παραμένει άγνωστόν κατά πόσον το ανώφλιον τούτο ευρίσκετο εις την αρχικήν του θέσιν πάντοτε η κατά πόσον μετεκινήθη εις μεταγενεστέραν περίοδον, καταλαβόν το έσω τμήμα του στομίου του τάφου. 
 Ό λίθος ούτος μεθ’ ετέρου τμήματος του ανωφλίου, μήκ. 1.12 και πλ. 0.62μ., επετέλουν τα μοναδικά φαινόμενα σημεία τα υποδηλούντα την ύπαρξιν πάλαι ποτέ τάφου, ούτινος η θόλος είχε καταπέσει παλαιόθεν. 
Ο θολωτός ούτος τάφος είναι γνωστός ως θολωτός τάφος Κουκουνάρας 3 η Φυτιών 2, είχε δέ σκαφή μερικώς κατά το 1958 υπό του Μαρινάτου, εμποδισθέντος όμως υπό του ιδιοκτήτου του αγροτεμαχίου να συνέχιση και ολοκληρώση την σκαφήν.

Δεξιά: Κουκουνάρα, Φυτιές, θολωτός τάφος 2. Μικρός ανακτορικός πίθος.


 Μετά σύντομον έρευναν διεπιστώθη, ότι επρόκειτο περί κανονικής θόλου, της όποιας η εσωτερική διαμετρος εις το ανώτατον τούτο φαινόμενον σημείον ήτο 5.55μ., ενώ η συνολική εξωτερική διάμετρος ανήρχετο εις 6.80μ., μετά τοιχωμάτων πάχ. 0.65μ. περίπου. Η τελική, κατωτέρα, διάμετρος του τάφου ανέρχεται εις 5.90μ. ούτω συνεπληρώθη και αυτού του τάφου της YE IIA φάσεως η ανασκαφή, ήτις είχεν αρχίσει παλαιότερον (1958).

Κουκουνάρα, Φυτιές: Πάνω: θολωτός τάφος 2. Αργυρούν κοχλιάριον εκ της ταφής της νεκράς. Μέσον: Σφραγιδόλιθος μετά χρυσής επενδύσεως εκ του θολωτού τάφου 2. Ανάπτυγμα του σφραγιδόλιθου. Κάτω: θολωτός τάφος 2. Χαλκά μετ΄ελεφαντίνης λαβής μαχαιρίδια της νεκράς.

Κουκουνάρα, Φυτιές, θολωτός τάφος 2: Αριστερά: Κάτοπτρον νεκράς. Δεξιά: Χρυσή ψήφος.
 Το 1975 επανελήφθησαν διά τρίτην φοράν αι ανασκαφαί Πύλου εις Πυλίαν και δη και εις τρία σημεία: εις την θέσιν Κοκκινιά μεταξύ των χωρίων Μπαλοδημέικα και Πύλα, εις την θέσιν Γουβαλάρη Κουκουνάρας και εις την θέσιν Καμίνια παρά τα χωρία Κρεμμύδια και Βελανιδιά (Φουρτζή).

Κουκουνάρα Γουβαλάρη, έξαρμα α. Ο θολωτός τάφος α 1 κάτω (προς ΒΔ), ο α 3 και δεξιά (προς Δ) ο α 2. 
Κουκουνάρα- Γουβαλάρη

 Κατά τα τέλη Ιουλίου 1975 εγένοντο και εξ ύψους φωτογραφήσεις των τάφων του εξάρματος α διά δίποδου της MinnesotiiMessenia Expedition υπό του όρ. Stanley Aschen- brenner (30-31 Ιουλίου). Γενικώς, συνεχίσθη η ανασκαφή των θολωτών τάφων του εξάρματος.
 Ο περίβολος του, ούτως αποκληθέντος, ταφικού κύκλου (ή τύμβου) Α του εξάρματος α ανεκαλύφθη κατά το τέλος ακριβώς της ανασκαφικής περιόδου του έτους 1975 και δια τον λόγον τούτον δεν παρηκολουθήθη εις όλην αυτού την έκτασιν, ειμή μόνον αρχικώς εις τόξον, μήκ. 6,10μ. μετά το βόρειον τμήμα των τάφων της πρώτης ομάδος. Η περαιτέρω παρακολούθησίς του αφέθη διά προσεχή ανασκαφικήν περίοδον. Το πάχος του ταφικού τούτου περιβόλου ανέρχεται εις 0,55μ. (κατά τμήματα 0,20μ.), αποτελείται δε εκ δύο σειρών λίθων. Το ύψος του υπερβαίνει εις το δυτικώτερον ανακαλυφθέν σημείον το ήμισυ μέτρον, αλλά κατά τα λοιπά σώζεται ολιγώτερον εις όλα τα άλλα σημεία.
 Βασικώς, δέον όπως σημειωθή ότι ο ούτω δυνάμενος να αποκληθή ταφικός κύκλος Α του Γουβαλάρη Κουκουνάρας περιλαμβάνει τάφους, οίτινες εχρησιμοποιήθησαν εν τω συνόλω των επι μακρότατον χρονικόν διάστημα. Ούτως ο εξ αυτών υπ’ αριθ.1 φαίνεται να κατεσκευάσθη κατά τα τέλη ακριβώς της ΜΕ (ή τας αρχάς της ΥΕ) εποχής, ενώ ο υπ’ αριθ.4 (Σχέδ.1- Πίν.48β) εχρησιμοποιήθη μέχρι και της YE ΙΙΒ φάσεως, ως υποδηλούται διά της πρόχου και της υψίποδος κύλικος μετά του σπανίου διά την Μεσσηνίαν εζωγραφημένου σχεδίου «άνθους» (flower), παραλλαγή των παρά Furumark υπαρχόντων (FM18). Τα αγγεία ταύτα ευρέθησαν εις τα κάτω άκρα της τελευταίας του τάφου ταφής κατά το κέντρον περίπου του τάφου. Ούτως, οι τάφοι του κύκλου τούτου εχρησιμοποιήθησαν συνολικώς περί τα τριακόσια- τετρακόσια έτη, ήτοι παραλλήλως προς τους λοιπούς τάφους (υπ’ αριθ.7, 8, 9, 10) του αυτού εξάρματος.

Κουκουνάρα,Γουβαλάρη: Ο λάκκος ανακομιδών ένδον του στομίου του τάφου α 10.
 Εις τον ταφικόν τούτον κύκλον Α εμφανίζεται και η αρχέγονος μορφή του κυκλικού τάφου, περαιτέρω παραδείγματα του οποίου είναι ήδη γνωστά ανά την Πυλίαν και δη και εις την περιοχήν της Καρποφόρας, εις τον Οσμάναγα (Κορυφάσιον), περαιτέρω δε εις την περιοχήν του Εγκλιανού (θολωτός τάφος Βαγενά). Ο τάφος, ειδικώς, α1 στερείται, πιθανώς, δρόμου, προστάσεως και διακεκριμένης εισόδου, διά τον λόγον δε τούτον δημιουργεί προβλήματα όσον αφορά εις την προέλευσιν του τύπου του θολωτού τάφου εκ Κρήτης. Πράγματι, οι κρητικοί θολωτοί τάφοι της ΠΜ και της ΜΜ εμφανίζονται πλέον εξειλιγμένοι και, κατά συνέπειαν, θα ήτο παράδοξον να κατασκευάζονται κατά μίμησιν ΜΜ προτύπων ταπεινά ταφικά μνημεία ανά την εύφορον -και τότε- Μεσσηνίαν,ανά την οποίαν κατεσκευάζοντο ήδη μεγαλοπρεπείς - κατά το παράδειγμα του Αγ. Ιωάννου Παπουλίων - ΜΕ τύμβοι.
Εις το σημείον τούτο δέον όπως επιμείνη η αρχαιολογική ανά την Μεσσηνίαν έρευνα. Τούτο τονίζεται και δι’ ετέρας μελέτης, δι’ ης αποσκοπείται όπως καταδειχθή ο ρόλος ον διεδραμάτισε κατά την δευτέραν και την τρίτην περίοδον του Χαλκού η μείζων Μεσσηνία και περαιτέρω η Δυτική Πελοπόννησος εις την διαμόρφωσιν και εξέλιξιν των ταφικών μνημείων της ηπειρωτικής Ελλάδος.
 Η σημασία του υφισταμένου περιβόλου και γενικώτερον του ούτω σχηματισθέντος ταφικού κύκλου δέον όπως εξαρθή και τούτο, διότι άαοτελεί πάρισον και σύγχρονον παράδειγμα των ταφικών κύκλων των Μυκηνών. Τα ενδιαφέροντα μάλιστα ημάς σημεία είναι κατά βάσιν δύο: α) ότι, ενώ κατεσκευάζοντο οι λακκοειδείς εις την Αργολίδα, εις την Μεσσηνίαν επεκράτει ο θολωτός τάφος, ο νέος τύπος των μυκηναϊκών ταφικών μνημείων και β) αυτός ούτος ο περίβολος αποτελεί το όριον του συνόλου των εξ τάφων (υπ’ αριθ. α1-6) των αποτελούντων των ταφικόν κύκλον A Γουβαλάρη έναντι της ομάδος των τάφων υπ’ αριθ. α7-10, οίτινες εύρηνται επί του αυτού εξάρματος. Όντως, ο περίβολος του ταφικού κύκλου Α Γουβαλάρη δεν αποτελεί τον αναλημματικόν τοίχον του συνόλου των εξ πρώτων θολωτών τάφων, διότι εν πολλοίς οι τάφοι ούτοι εύρηνται εις το αυτό επίπεδον προς το μέγιστον τμήμα του εξάρματος, και μάλιστα εάν λάβη τις υπ’ όψιν ότι ο ανακαλυφθείς περίβολος παρηκολουθήθη μέχρι τούδε Β.-Δ. των τάφων του κύκλου, πέραν δε του ούτω δημιουργουμένου τόξου το έδαφος διατηρείται εις το αυτό πάντοτε επίπεδον (ύψος). Ο περίβολος, ως φαίνεται, απουσιάζει και εκ του εξάρματος Καμινίων, το οποίον μάλιστα εξέχει περισσότερον του πέριξ εδάφους εν συγκρίσει προς το έξαρμα α Γουβαλάρη. Ότι, εξ άλλου, ο περίβολος απετέλει ουχί το ανάλημμα αλλά το όριον του ταφικού κύκλου, γνωρίζομεν και εκ των δύο κλασσικών παραδειγμάτων των Μυκηνών, ένθα ο αρχικός περίβολος και ο μεταγενέστερος περίβολος του ταφικού κύκλου Α ως και ο μοναδικός περίβολος του ταφικού κύκλου Β είναι σαφές ότι απετέλουν ομοίως το όριον εκατέρου των ταφικών εκείνων κύκλων, τμημάτων του εκτεταμένου ύστατου ΜΕ-πρωίμου ΥΕ νεκροταφείου των πολυχρύσων προατρειδικών Μυκηνών. Βεβαίως, αγνοούμεν κατά πόσον υψούτο έτι πλέον ο περίβολος ούτος πλην όμως θεωρώ ότι, ως εκ του οριακού του χαρακτήρος, το αρχικόν του ύψος δεν θα ήτο υπέρτερον του σωζομένου. Ενδιαφέρον θα έχη να πληροφορηθώμεν το ύψος του περιβόλου εις τα σημεία κατωφερείας του εξάρματος, ειδικώς δε νοτίως του τάφου α4 και ανατολικώς του α6.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Α: Χαλκούν μονόστομον μαχαιρίδιον τάφου α 8. Β: . Τυμβοειδές έξαρμα β, πεταλοειδής μετά θόλου τάφος 2. Ακόναι εκ κεντρικού σημείου ανακομιδής. Γ: Τάφος α 6. Χαλκούν μονόστομον μαχαιρίδιον.
 Τέλος, σημειωτέον ότι, αν και σύγχρονος ο ταφικός κύκλος Α Γουβαλάρη προς το έξαρμα Καμινίων, προς τον λεγόμενον τύμβον Κισσού (Χανδρινός Πυλίας) και προς άλλα ταφικά μνημεία της αυτής μείζονος περιοχής της Νοτιοδυτικής-Δυτικής Πελοποννήσου, εν τούτοις απουσιάζει εξ αυτού ο διά πίθου ενταφιασμός, ως, ωσαύτως, απουσιάζει και η εις πίθον ανακομιδή.
 Τα συμπεράσματα τα οποία προέκυψαν από την ανασκαφήν (ΠΑΕ 1975, σ.431-77) είναι τα ακόλουθα: Ο ταφικός κύκλος Α του εξάρματος α Γουβαλάρη εδημιουργήθη κατά την πρώτην μυκηναϊκήν περίοδον και παλαιότερος των εν αυτώ τάφων ήτο ο α1, όστις ανάγεται εις τους πρωίμους YE I ή υστάτους ΜΕ χρόνους. Την αναγωγήν κατά την υστάτην προμυκηναϊκήν φάσιν υποδηλούν και αι μικραί αιχμαί βελών του τάφου τούτου, ενώ την περαιτέρω μακράν χρήσιν των τάφων του κύκλου αντιπροσωπεύουν άλλαι ποικιλόμορφοι αιχμαί. Άλλαι αιχμαί ευρέθησαν εις τους τάφους α6, 9 και 10. Από του τέλους της YE I περιόδου εχρησιμοποιειτο εκ παραλλήλου (μεχρι της ΥΕ ΙΙΙΑ και Β φάσεως) προς την δυτικήν ομάδα των θολωτών τάφων του αυτού εξάρματος, οίτινες κατεσκευάζοντο αλληλοδιαδόχως, ως αλληλοδιαδόχως κατεσκευάσθησαν και οι εξ θολωτοί τάφοι του κύκλου Α. Το αλληλοδιάδοχον, εν τούτοις, της κατασκευής των τάφων της δυτικής ομάδος του εξάρματος δεν γίνεται αντιληπτόν επί τη θέα αυτών τούτων των μνημείων, ως συμβαίνει, αναμφισβητήτως με τους εξ θολωτούς τάφους του κύκλου Α. Όντως, η πανομοιότης των τάφων α7-10 έρχεται εις ριζικήν αντίθεσιν προς την ποικιλίαν ην εμφανίζουν οι τάφοι α1-6 του κύκλου, διά τους οποίους και καθίσταται σαφής η διαφορά κατά τον τόπον και την μορφήν εκ της μεταξύ των χρονικής αποστάσεως. Και βεβαίως υφίσταται και χρονική απόστασις μεταξύ των τάφων α7-10 όσον αφορά εις την περίοδον κατασκευής των, πλήν όμως ως φαίνεται, οι εξ αυτών α7, 9, 10 κατεσκευάσθησαν κατά μικρόν απέχον μεταξύ των χρονικόν διάστημα, ενώ ο υπ’ αριθ. α 8 πολύ αργότερον. Όλοι είναι δε του κανονικού θολωτού τύπου. Σημειωτέον ότι ο α8 είναι υπέργειος άνευ περιβάλλοντος τύμβου και υπέρκειται του α10, κατασκευασθείς μετά την καταστροφήν, προφανώς, αύτού.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Ο τάφος α 10 άνωθεν. Αριστερά τάφος α 8.
 Αντιθέτως, λοιπόν, εις τον κύκλον Α υφίσταται η μνημονευθείσα κατά τον τύπον πολυμορφία των εξ τάφων. Ούτως ο υπ’ αριθ. α1 εμφανίζεται ως κυκλικός θολωτός άνευ προστάσεως. (Τούτου υπολείπεται η έρευνα του εξωτερικού σημείου της εισόδου του.). Ο υπ’ αριθ. α2 εξωτερικώς εμφανίζεται πεταλωτός μετά προστάσεων, έφερεν όμως κανονικήν την θόλον, ως εδείχθη δια των ομοιομόρφως συμπεσόντων λίθων αυτής. Ο υπ’ αριθ. α3 είναι ο μικρότατος πάντων των γνωστών θολωτών τάφων, φέρει δε μικρόν πρόστασιν. Διάμετρος 1,55μ. Ο υπ’ αριθ. α4 είναι θολωτός, κυψελοειδής την κατασκευήν του ταφικού θαλάμου, μετά κοίλης όμως προσόψεως, ως αύτη διαμορφούται εκατέρωθεν της εισόδου, ήτοι ανήκει εις την κατηγορίαν εκείνην ήτις δεν έχει άλλο γνωστόν πάρισον παράδειγμα. Πέραν των γνωρισμάτων τούτων είναι και ο μόνος σαφώς υπόγειος θολωτός τάφος του εξάρματος και τούτο λόγω της σαφούς διαφοράς ήτις υπάρχει μεταξύ αυτού και των λοιπών όσον αφορά εις το βάθος θεμελιώσεως. Ο υπ’ αριθ. α5 αποτελεί εισέτι πρόβλημα κατασκευής και μορφής και τούτο λόγω της επισυμβάσης παραμορφώσεώς του και της μη εισέτι συμπληρωθείσης ανασκαφής του. Τέλος, ο υπ’ αριθ. α6 εμφανίζεται κανονικώτατος και κανονικώτερος πάντων των λοιπών, αν και η είσοδός του, ως φαίνεται, κατεστράφη. Ούτος ομοιάζει προς τους λοιπούς της δυτικής ομάδος του εξάρματος.
  Όσον αφορά εις τους λοιπούς γνωστούς των άλλων εξαρμάτων τάφους, ο υπ’ αριθ. α2 (πεταλόσχημος θολωτός) ομοιάζει προς τον μοναδικόν (με κατακόρυφα εξωτερικώς τοιχώματα θόλου) του εξάρματος β (ανασκαφή 1973) και ο υπ’ αριθ. α1, κατά το γε νυν έχον και ανεξαρτήτως της υφισταμένης χρονικής διαφοράς, προς τους τρεις μικρούς θολωτούς τάφους, ίσως στερουμένους διακεκριμένης εισόδου, του τρίτου εξάρματος όπερ ανεσκάφη υπό του Μαρινάτου (1959). Πρώτον έξαρμα ήτο το των δύο μεγάλων θολωτών τάφων Γουβαλάρη 1 και 2 (=Κουκουνάρας 4 και 5) και δεύτερον εκείνο εις το όποιον ουδείς τάφος ευρέθη. Εις το τρίτον, κατά σειράν, έξαρμα ·ευρέθησαν οι τρεις μικροί θολωτοί τάφοι.
 Απάντων των τάφων τούτων η είσοδος είναι εστραμμένη προς τον περικλείοντα αυτούς περίβολον, ανεξαρτήτως δε και της υπάρξεως άμεσου προσβάσεως προς αυτόν (περίπτωσις του υπ’ αριθ. α1) ή κατωφέρειας. Ουσιαστικώς οι υπ’ αριθ. α2 και α3 δεν είναι δυνατόν να νοηθή ότι είναι εστραμμένοι προς την πλευράν της (οιασδήποτε) κατωφερείας του εξάρματος και τούτο διότι το σημείον του εξάρματος, ειδικώς πέραν των εισόδων τούτων των τάφων, έτι δε αυτού τούτου του γειτονικού προς αυτάς σημείου του περιβόλου, είναι επίπεδον.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Ο θολωτός τάφος α 3.
 Ενίοτε ρόλον τινά εις την διαμόρφωσιν του χώρου, ον καταλαμβάνουν οι τάφοι ούτοι, έπαιξαν και αι προβλεπόμεναι διαστάσεις των. Ούτως ο υπ’ αριθ. α3, ο μικρότατος πάντων, είναι ουσιαστικώς αβαθής, ήτοι το επίπεδόν του εύρηται εις την επιφάνειαν του εξάρματος, υψηλότερον δε πάντων των λοιπών τάφων. Των μεγαλυτέρων τάφων το δάπεδον εύρηται εις κατώτερον σημείον, αν και τούτο δεν είναι απόλυτον. Εν πάση περιπτώσει, του υπ’ αριθ. α6 το δάπεδον εύρηται εις σχετικώς χαμηλόν επίπεδόν, χαμηλότερον όμως εύρηται το δάπεδον του υπ’ αριθ. α4, ο οποίος βαίνει εις βάθος πλέον ή πάντες οι λοιποί.
 Ασύμμετροι, τρόπον τινά, εμφανίζονται ωρισμένοι εκ των τάφων του κύκλου, ως ο υπ’ αριθ. α2, περαιτέρω δε οι α1 και α5, οίτινες, όμως, έχουν εν τινι μέτρω παραμορφωθή λόγω των ωθήσεων ας εδέχθησαν είτε εκ του υπερκειμένου βάρους της θόλου των είτε εκ των ωθήσεων ας εδέχθησαν εκ των παρακειμένων τάφων. Ο υπ’ αριθ. α1 παρουσίασε μεγάλην ενδόκλισιν εις το ΝΑ. τόξον της θόλου κατά την περίοδον της ανασκαφής του.
 Ως οικοδομικόν υλικόν εχρησιμοποιήθησαν πρωτίστως «ασπροπουλιές» διά τα κατώτερα μέρη, πλακωτοί δε λίθοι (ως «ακονόπετρα») διά τα υπέρτερά των. Επί του σημείου τούτου δεν υφίσταται συγκεκριμένος κανών, γενικώς δε διαφέρει η κατασκευή των έναντι της κατασκευής των μικρών, ομοίων το μέγεθος περίπου, θολωτών τάφων του εξάρματος Καμινίων. Οι χρησιμοποιηθέντες δια την οικοδόμησιν των τάφων λίθοι δεν είχον επιλεγή άπαντες κανονικοί και μεγάλων πως διαστάσεων, ως οι λίθοι οι χρησιμοποιηθέντες εις τους θολωτούς τάφους των Καμινίων, οι οποίοι, κατά το πλείστον, είχον μήκος ικανόν δια την κάλυψιν εγκαρσίως του πλάτους της θόλου.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Τάφος α 7. Η νεκρά του ανατ. τμήματος.
 Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαπίστωσις ότι εις την Κρήτην, κατά το πλείστον, οι θολωτοί τάφοι συναντώνται μεμονωμένοι κατά την υστέραν εποχήν του Χαλκού (ΥΜ). Ακόμη και εις αυτό το νεκροταφείον του λόφου Φουρνί Αρχανών απέχουν σχετικώς πολύ μεταξύ των οι πέντε γνωστοί θολωτοί τάφοι. Ούτως, εις την Κρήτην, το πρώτον κατά τους υπομινωικούς-πρωτογεωμετρικούς χρόνους οργανούνται κατά περιπτώσεις πλείονες ομού θολωτοί εις συστάδας. Εν αντιθέσει λοιπόν προς την Κρήτην, όπου οι μικροί θολωτοί τάφοι εμφανίζονται συστηματικώς καθ’ ομάδας κατά την μεταγενεστέραν, μνημονευθείσαν ήδη, περίοδον, εις Γουβαλάρη και εις Καμίνια εμφανίζονται ως συστάδες, και δη και άπαντες οι τάφοι πλησίον αλλήλων, εφαπτόμενοι αλλήλων πολλάκις, υπερκείμενος εις ετέρου άπαξ, ήδη από της πρωτομυκηναϊκής εποχής και εξής.
 Κατατασσόμενοι οι τάφοι ούτοι εις κατηγορίας αναλόγως προς τας διαστάσεις των, φέρονται ανήκοντες άπαντες εις την κατηγορίαν των μικρών διαστάσεων θολωτών τάφων και τούτο διότι ο μεγαλύτερος τούτων, ο α10 (εικ. δεξιά), έχει διάμετρον 4,70μ. 
 Συνήθως οι μέσων διαστάσεων θολωτοί τάφοι έχουν διάμετρον από 5 μέχρι 10μ. και, αν και ο τάφος ούτος ελάχιστα υπολείπεται κατά την διάμετρον των 5μ., εν τούτοις λόγιο της εν γένει εμφανίσεώς του, δυνατόν να καταταγή εις την μέσων διαστάσεων κατηγορίαν των θολωτών τάφων. Εκ του τάφου α 10 προέρχεται1 και το ευμέγεθες YE IIΑ κύπελλον κεφτί με την ζωφόρον των ρακεττών (ταινίστρων), το οποίον εδημοσιεύθη εν τω μεταξύ (Μ. Πύλου 1550).

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Θήκη εκ πλακών αμυγδαλίτου εις το δάπεδον του τάφου α 6.
 Το ευμέγεθες τούτο κύπελλον είχε περιγραφή υπ’ εμού προ της εκ δευτέρου υπό του έμπειρου συγκολλητού κ. Αργ. Μαρίνη συγκολλήσεώς του και της υπό της κ. Ασπ. Δριγκοπούλου σχεδιάσεώς του. 
 Ούτω κατά την υπό του πτυχιούχου Αρχαιολογίας κ. Μιχ. Παλικισιάνου εκ δευτέρου σχεδίασίν του (Σχέδ.2) διεπιστώθησαν τα ακόλουθα νέα στοιχεία:
1) Αί ταινίαι χείλους, κέντρου και βάσεως έχουν ζωγραφηθή υπεράνω των καθολικών του αγγείου σχεδίων. 2) Το χρώμα των είναι σκούρο γκρίζο και, ίσως, αποτελεί απομίμησιν αργύρου. 3) Αι λοξαί διακοσμητικαί παχείαι γραμμαί (ταινίαι) της λαβής είναι ελαφρώς κυματοειδείς. 4) Η σειρά των στιγμών (κοκκίδων) που παρουσιάσθησαν, επιτρέπουν, πλέον, την εις πρώιμον YE IIΑ φάσιν χρονολόγησίν του.
 Εξ άλλου, είναι σαφές ότι το παλαιόν σχέδιον διαφέρει: α) εις την απόδοσιν της πλαστικής αποφύσεως (ομοιώματος ήλου, της λαβής, β) εις την κλιμακωτήν όψιν της πλευράς, γ) εις την πλαστικήν ταινίαν του κέντρου, έτι δε δ) εις την απόδοσιν των κοκκίδων (στιγμών) πλησίον των ταινίστρων.
 Λεκτέον, προσέτι, ότι μόνον μία, πιθανώς, περίπτωσις μεταγενεστέρας ταφικής λατρείας επεσημάνθη εις τους τάφους του τυμβοειδούς τούτου εξάρματος και, γενικώς, εις τους τάφους του πληθυσμού του μείζονος νεκροταφείου Γουβαλάρη. Αύτη εσημειώθη εις το ανώτερον σωζόμενον σημείον, αλλά και περαιτέρω εις κατώτερον στρώμα του κεντρικού και παλαιοτέρου τάφου του τυμβοειδούς εξάρματος, του υπ' αριθ. α1 τάφου. Δύο τμήματα, υπομυκηναϊκού, προφανώς, αν μη ελληνιστικού ευμεγέθους διώτου αγγείου (αμφορέως) υποδηλούν την εκδήλωσιν σεβασμού των μεταγενεστέρων έναντι των γεναρχών της περιοχής και τούτο είναι έτι πλέον ενδεικτικόν, διότι η γενομένη προσφορά εγένετο εις τους νεκρούς αυτού του παλαιοτέρου εις το κέντρον του κύκλου (τύμβου) ευρισκομένου τάφου. Ανεξαρτήτως της μεμονωμένης ταύτης περιπτώσεως δέον όπως τονισθή ότι εντατική μεταγενεστέρα ταφική λατρεία εθεωρήθη υπό του Μαρινάτου ότι επετελείτο εις τον μεγαλύτερον θολωτόν τάφον της περιοχής, τον γνωστόν ως Γουβαλάρη 1 (= Κουκουνάρας 4), όστις, ως και ο Γουβαλάρη 2 (= Κουκουνάρας 5), ανήκεν εις τον μεγαλοκτηματίαν της περιοχής, τον τότε τοπάρχην, υπό εξάρτησιν (δικαιοδοσίαν) του οποίου η της επί μακρόν ευδοκιμησάσης εις την περιοχήν οικογενείας του ήσαν οι κάτοικοι της περιοχής. Ο τάφος εκείνος, λοιπόν, συνεκέντρωνε (Μαρινάτος) κατ’ εξοχήν -και κατά τους ελληνικούς ιστορικούς χρόνους- το ενδιαφέρον των επιγενομένων εξ επόψεως τελέσεως της δι' αυτούς απαραιτήτου ταφικής λατρείας, είναι δε σαφής και η απόστασις όλων των τυμβοειδών έεαρμάτων του νεκροταφείου του πληθυσμού της περιοχής εκ των δύο μεγάλων θολωτών τάφων Γουβαλάρη 1 και 2 (= Κουκουνάρας 4 και 5), οίτινες ομού ανήκον, ως εσημειώθη, εις την άρχουσαν οικογένειαν της περιοχής.

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Τυμβοειδές έξαρμα α, θολωτός τάφος 7.
 Αι διαφοραί μεταξύ των μεγάλων θολωτών τάφων του Γουβαλάρη και των μικρών θολωτών τάφων των τυμβοειδών εξαρμάτων της περιοχής είναι ευνόητοι. Περιορίζονται εις την αξίαν, την ποιότητα και το μέγεθος των κατατιθεμένων εις εκατέραν περιοχήν κτερισμάτων. Ειδικώς δυνατόν να λεχθή τούτο περί των αγγείων, άτινα εις τους μεγάλους τάφους ήσαν ευμεγέθη, αξιόλογα και ποικιλόμορφα, εν μέρει δε εισηγμένα, έτι δε περί των εκ χρυσού κοσμημάτων, ων ουδέν ευρέθη εις τους μικρούς τάφους, και περί των οδοντοφράκτων κρανών, κατατεθέντων μόνον εις τους δύο μεγαλυτέρους θολωτούς τάφους.
 Άλλη διαφορά επισημαίνεται εις το χρησιμοποιηθέν οικοδομικόν υλικόν και αρκεί εις το σημείον τούτο να σημειωθή ότι μόνον εις τον μεγαλύτερον -και μεταγενέστερον- θολωτόν τάφον Γουβαλάρη 1 έχρησιμοποιήθησαν εξ ολοκλήρου «μελίστραι», εξασφαλίσασαι καλήν την διατήρησιν του τάφου. Αντιθέτως, αι ομοιότητες είναι πολλαί και βασικαί και, ως εικός, καθολικής ως εσημειώθησαν, εφαρμογής. Αύται είναι ο οικογενειακός χαρακτήρ ενός εκάστου των τάφων, η ταυτότης των ταφικών εθίμων κατά την μυκηναϊκήν εποχήν, αναλόγως, βεβαίως, και της οικονομικής καταστάσεως των νεκρών, η παράλληλος χρήσις των τάφων του νεκροταφείου του πληθυσμού και των μεγάλων θολωτών, οίτινες εχρησιμοποιούντο, προφανώς εναλλάξ, η εφαρμογή συγγενών στοιχείων ταφικής αρχιτεκτονικής κ.ά.
 Οι κάτοικοι της περιοχής ήσαν, βεβαίως, «πένητες», όσον δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ των ολίγων και πτωχοτάτων κτερισμάτων των τάφων των, πλήν όμως είχον την δυνατότητα, άτε μη καταπιεζόμενοι, να ανιδρύουν και τους ιδικούς των μικρούς θολωτούς τάφους κατά την συνήθειαν της εποχής. Και τούτο έχει, όντως, σημασίαν: δεν δυνάμεθα να ομιλήσωμεν περί απολύτου φεουδαρχικού συστήματος, αλλά περί φιλελευθεριότητος εις αυτά τα πλαίσια της εξαρτήσεως εκ μέρους της αρχούσης οικογενείας της περιοχής.
 Το νεκροταφείον Γουβαλάρη, όταν θα συμπληρωθή, μετά τινα έτη, η ανασκαφή του, θα περιλαμβάνη δεκάδας θολωτών τάφων μυκηναϊκής κατά βάσιν έποχής αλλά και υστάτων ΜΕ χρόνων. Ήδη έχουν ανασκαφή δέκα επτά θολωτοί τάφοι όλων των μορφών, πλούσιοι και πτωχικοί. Η σημασία του δια την ομαλήν μετάβασιν από της ΜΕ εποχής εις τους πρωίμους μυκηναϊκούς χρόνους, η σημασία του εξ επόψεως ταφικής αρχιτεκτονικής, η σημασία του δια τα εις τους τάφους του σημειωθέντα ποικιλόμορφα έθιμα ταφής, αντίστοιχα προς τα της υπολοίπου μυκηναϊκής Ελλάδος, η σημασία του, τέλος, δια την γνώσιν της εξελίξεως της τοπικής κεραμεικής και των σημειωθεισών επιδράσεων, ως εκ της εισαγωγής πολλών και ποικίλων κεραμεικών προϊόντων αλλά και ρυθμών, θα αποδειχθή, έτι πλέον, δια της τελικής του δημοσιεύσεως.

Γ. ΣΤ. ΚΟΡΡΕΣ

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΟΜΟΣ 29 (1973-1974) ΜΕΡΟΣ Β' 2 - ΧΡΟΝΙΚΑ Σελ.31
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΟΜΟ Σ 30 (1975) ΜΕΡΟΣ Β Ί - ΧΡΟΝΙΚΑ Σελ. 89
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΟΜΟΣ 31 (1976) ΜΕΡΟΣ ΒΊ - ΧΡΟΝΙΚΑ Σελ.85

Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Τάφος α 8. Εις το βάθος τα θεμέλια της Ν θόλου του τάφου α 10. Αριστερά άνω ο τάφος α 7.
Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Τυμβοειδές έξαρμα α. Ο τάφος 1. Ταφαί δαπέδου. Ανατολικώς ο παρακείμενος τάφος 5.
Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Αριστερά: Τυμβοειδές έξαρμα β. Κύπελλον Κεφτί εκ του πεταλοειδούς τάφου. Δεξιά: , θ. τ. 1. Τρίωτος πιθαμφορεύς
Κουκουνάρα Γουβαλάρη, έξαρμα α. Οστά υπό τους συσσωρευθέντας λίθους του ΒΑ τμήματος. Δεξιά η πέμπτη ταφή.

Κουκουνάρα,Γουβαλάρη: Ο τάφος α 8 μετά την διακοπήν της ανασκαφής (1974).
Κουκουνάρα,Γουβαλάρη: Πάνω: Αιχμαί βελών εκ πυριτολίθου εκ του τάφου α 6. Κάτω: Το ζεύγος των ανευρεθέντων μαχαιριδίων του ΒΔ τμήματος του τάφου α 10.
Κουκουνάρα,Γουβαλάρη: Ο τάφος α 9 άνωθεν, δεξιά ο τάφος α 7 (η διπλή ανακομιδή έχει αναληφθεί εκ του ΒΑ λάκκου).
Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Πάνω: Κεραμεική ΥΕ ΙΙΙΒ1 εκ του τάφου 4 του τυμβοειδούς εξάρματος α. Μέσον: Τα τρία κύπελλα Κεφτιού του τάφου α 10 (ΥΕ Ι - ΙΙ). Κάτω: Μικκύλα αγγεία ανωτέρου στρώματος επιχώσεως (καταπεσόντων λίθων).
Κουκουνάρα, Γουβαλάρη: Τάφος α 7. Το κύριον στρώμα ταφών άνωθεν (δεξιά το στόμιον).
Κουκουνάρα,Γουβαλάρη: Ο τάφος του εξάρματος β, άνωθεν.





Printfriendly