.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Κάστρο Ανω Βούταινας



 Τον Απρίλιο του 2006, καθ’ υπόδειξη του Ν. Παναγιωτόπουλου, πραγματοποιήθηκε αυτοψία στο ερειπωμένο Κάστρο της Βούταινας. Πρόκειται για ένα μικρό οχυρό, στην κορυφή υψώματος δυτικά του οικισμού της Ανω Βούταινας.

Άνω Βούταινα Μεσσηνία

 Από το κάστρο διατηρούνται μόνο λείψανα ενός πύργου και μία κτιστή καμαροσκέπαστη δεξαμενή ορθογώνιας κάτοψης (Εικ.28). Τα τείχη που προστάτευαν το μικρό οχυρό έχουν σχεδόν στο σύνολό τους καταρρεύσει, δεν είναι δύσκολο όμως να παρακολουθήσει κανείς την πορεία τους. Το κάστρο φαίνεται ότι ακολουθούσε τη διαμόρφωση του εδάφους, οχυρώνοντας την κορυφή του υψώματος.

 Το μικρό οχυρό της Βούταινας δεν είναι άγνωστο στην επιστημονική κοινότητα1. Μνημονεύεται στις γραπτές πηγές με διάφορα παρεμφερή τοπωνύμια, που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ταύτισή του. 
 Το 1422 στο «Χρονικό των Τόκκων» αναφέρεται ότι ο Ercole Tocco (νόθος γιος του Carlo A' Tocco) προσέτρεξε σε βοήθεια του τελευταίου πρίγκιπα της Αχαΐας Centurione B' Zaccaria, στην κυριότητα του οποίου είχε στο μεταξύ απομείνει μόνον το Κάστρο της Αρκαδιάς/Κυπαρισσίας. Από εκεί ο Ercole «εξόρμησεν και εκούρσευσε εις των Ρωμαίων του τόπον/ την Γιάννιναν, την Γούταιναν, τα Χιλιοχώρια όλα»2.
Λίγες δεκαετίες αργότερα το οχυρό της Βούταινας αναφέρεται σε δύο καταλόγους κάστρων του 1450 (Vurinax)3 και του 1463 (Vutina)4.

1. Α.Α. Παναγιωτόπουλος, Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά, Ιστορικογεωγραφικά 10 (2004), σ.9-105, κυρίως σ.34-36.
2. G. Schirӧ (επιμ.), Cronaca dei Tocco di Cefalonia di Anonimo (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 10), Roma 1975, στ. 3891-3897.
3. E. Fenster, Nochmals zu den venezianischen Listen der Kastelle auf der Peloponnes, BZ 72 (1979), σ.332.
4. Bon, La Morée franque, ό.π. (υποσημ.5), τ.I, σ.693.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ 61 (2006) Σελ. 404


Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Η Κρήνη της αρχαίας Φιγαλείας



 Κατ’ Ιούνιον του 1927 οι κάτοικοι του επί της θέσεως της αρχαίας Φιγαλείας κειμένου χωρίου Παύλιτσα σκάπτοντες προς τα ΝΑ. του χωρίου αύλακα προς διοχέτευσιν των υδάτων πηγής τίνος αναβρυούσης εν θέσει Ντουνα απεκάλυψαν απροσδοκήτως τμήμα αρχαίου κτιρίου ανήκοντος εις την κάτωθι περιγραφομένην κρήνην. Εμποδισθείσης της περαιτέρω εργασίας των χωρικών ειδοποιήθη σχετικώς το Υπουργείον της Παιδείας, όπερ ανέθεσε την περαιτέρω αποκάλυψιν και μελέτην της κρήνης εις τον γράφοντα και τον έφορον των αρχαιοτήτων κ. Θ. Καραχάλιον. Τα πορίσματα της κατ’ Οκτώβριον του αυτού έτους ενεργηθείσης τελειωτικής σκαψής της κρήνης εκτίθενται εν τη παρούση μελέτη.


Η κρήνη είναι κατεσκευασμένη έξω του περιβάλλοντος την πόλιν τείχουςκατά την βάσιν πετρώδους κλιτύος βλεπούσης προς ΝΑ. και καταληγούσης εις αβαθές τι ρεύμα, όπερ δύναται ίσως να ταυτισθή προς παραπόταμον της υπό του Παυσανίου (Δ,24) μνημονευόμενης Νέδας. Δεδομένου δ' ότι συχνάκις κρήναι κατεσκευάζοντο παρά τας εισόδους των πόλεων2 δεν είναι απίθανον να υπήρχε εις το γειτνιάζον τη ημετέρα κρήνη και κατεστραμμένον νυν τμήμα του τείχους της Φιγαλείας πύλη τις ανάλογος προς την κατά την Β. πλευράν του περιβόλου της πόλεως σωζομένην3.
 Ως παρατηρεί τις εκ της παρατιθέμενης κατόψεως (εικ.2) ο όπισθεν του οικοδομήματος της κρήνης ημίβραχος διατέμνεται δι’ αυλακών, δι’ ών τελείται η μάστευσις του ύδατος. Αι αύλακες αυταί διατεταγμέναι εν σχήματι τραπεζίου έχουσι πλάτος και ύψος τοιούτον, ώστε να είναι οπωσδήποτε εφικτή η εντός αυτών κυκλοφορία ενός ατόμου. Όπου όμως το ύψος του βράχου ήτο μικρόν και δεν επέτρεπε την εντός του ίδιου πετρώματος λάξευσιν της οροφής των εκαλύπτοντο αι αύλακες διά προσθέτων πλακών οριζοντίως επί των τοιχωμάτων τεθειμένων (εικ.3).
 Το ύδωρ συλλεγόμενον διά των μαστευτηρίων αυλάκων εφέρετο δι’ αυτών προς ορθογώνιον
συλλεκτήριον δεξαμενήν, εισρέον εις αυτήν διά δύο απλών ορθογωνίων οπών παρά τας εσωτερικός γωνίας του ορθογωνίου ευρισκομένων (εικ.1). H δεξαμενή, διαστάσεων 3.60X 1.33μ., έχει τον πυθμένα αυτής πλακόστρωτον και εις βάθος από μεν του επιπέδου εισροής του ύδατος 1.00μ. από δε του εδάφους της προ της κρήνης πλατείας 0.68μ. (εικ.3). 

 Τα τοιχώματα αυτής μέχρι μεν του επιπέδου εισροής του ύδατος είναι πάντα διά μεγάλων λιθοπλίνθων (Quader) κατεσκευασμένα άνωθεν όμως του ειρημενού επιπέδου αι μεν δύο στεναί πλευραί του ορθογωνίου και η μακρά οπισθία συνεχίζονται δι’ ωραίας ψευδισοδόμου τοιχοποιίας (εικ.1 και 4) δι’ ης μορφούται το κτίριον της κρήνης και άμα συγκρατούνται τα χώματα της όπισθεν κλιτύος, η δε εμπρόσθια μακρά πλευρά αντί τοίχου έφερεν ανοικτήν στοάν, ης διετηρήθη κατά χώραν o 0.31 στενός και 0.185 υψηλός στυλοβάτης φέρων εκ του αυτού λίθου λαξευμένους ταπεινότατους (0.01) σφονδύλους4 διαμέτρου 0.31, σαφώς παρέχοντας τας θέσεις των δύο κιόνων της στοάς (μεταξόνιον 1.33) (εικ.5).


  Τας προς τους κίονας τούτους αντιστοιχούσας παραστάδας εσχημάτιζον τα άκρα των τοίχων των στενών πλευρών του ορθογωνίου. Και εκ μεν των τοίχων του κτιρίου, ων το πάχος είναι 0.40, διετηρήθησαν κατά μεν το δυτικόν ήμισυ της κρήνης τέσσαρες στρώσεις εναλλάξ χαμηλαί (0.225) και υψηλαί (0.80) κατά δε το ανατολικόν τρείς (εικ.4). Εκ δε των κιόνων της στοάς, οίτινες ήσαν ασφαλώς αρράβδωτοι5, ουδέν δυστυχώς ανευρέθη τεμάχιον. Επί της άνω επιφάνειας του στυλοβάτου, ήτις ευρίσκεται εις το αυτό οριζόντιον επίπεδον έφ’ ου και ο πυθμήν των οπών εισροής, υπάρχουσι λαξευμέναι εγκαρσίως τρεις μικραί ημικυκλικαί αύλακες, μια εν τω μέσω και δύο παρά τας γωνίας διαμέτρου 0.10 και βάθους 0.09.


  Αι αύλακες αυταί εχρησίμευον προς εκροήν των εκχειλίζοντων υδάτων της δεξαμενής. Η περιγραφείσα διάταξις εμφανίζει την ημετέραν κρήνην υπό τον σύνθετον τύπον αρυκρήνης (Schöpfbrunnen) άμα και ροοκρήνης (Laufbrunnen)· διότι αφ' ενός μεν ηδύνατό τις πλησιάζων εις τον στυλοβάτην να ρίψη εντός της δεξαμενής την υδρίαν προς πλήρωσιν, αφ' ετέρου δ' όμως και δια των αυλακών, αίτινες κείνται κατά 0.32 υψηλότερον του εξωτερικού δαπέδου ηδύνατο κλίνων κατά τι το αγγείον να επιτύχη την πλήρωσιν αυτού.
 Προς προστασίαν του τε ύδατος και των πελατών της κρήνης από του ήλιου και των ατμοσφαιρικών μεταβολών κατεσκευάσθη εις απόστασιν 1.30μ. προ της στοάς δεύτερα ανοικτή στοά εκ τεσσάρων κιόνων απαρτιζόμενη, ων οι μεν δύο μέσοι ανταποκρίνονται προς τους δύο εσωτερικούς κίονας οι δε δύο άκροι προς τας παραστάδας (εικ.2). Ως δε της εσωτερικής ούτω και της εξωτερικής στοάς διετηρήθη κατά χώραν ο στυλοβάτης κείμενος κατά 0.475 χαμηλότερον του εσωτερικού και υψούμενος κατά 0.01 υπεράνω της μεταξύ των δύο κιονοστοιχιών πλακοστρώσεως6. Επί του στυλοβάτου δε τούτου διετηρήθησαν, εκ του αυτού μετά των λίθων τεμαχίου ειργασμένοι, όμοιοι το ύψος προς τους της εσωτερικής κιονοστοιχίας σφονδυλίσκοι διαμέτρου όμως κατά τι μεγαλυτέρας (0.34) ως απαιτεί το λόγω της χαμηλοτέρας θέσεως του εξωτερικού στυλοβάτου μεγαλύτερον ύψος των εξωτερικών κιόνων.


Ευτυχώς της εξωτερικής κιονοστοιχίας, ήτις εσχημάτιζε και την πρόσοψιν της κρήνης, διετηρήθη τεμάχιον δωρικού μαρμάρινου κιονοκράνου (εικ. 6) μετ’  άβακος πλευράς 0.41 και ύψους 0.067 και εχίνου σχήματος τετάρτου κύκλου φέροντος κάτωθεν αντί ιμάντων απλήν απόθεσιν, δι’ ης ενούται προς το αρράβδωτον αυτού υποτραχήλιον. Επί της κάτω επιφάνειας του υποτραχηλίου τούτου διετηρήθη ο γόμφος, όστις παρέχει εις ημάς το μήκος 0.32 της άνω διαμέτρου του κίονος ανταποκρινόμενον δι’ ελαφράς μειώσεως προς την επί του στυλοβάτου μετρουμένην κάτω διάμετρον 0.34. Πλην δε του κιονοκράνου ευρέθησαν κατά την ανασκαφήν και δύο σφηνοειδή τεμάχια (εικ.7), άτινα, ως εκ του σχήματος αυτών ασφαλώς συμπεραίνομεν, ανήκον εις το τύμπανον του αετώματος, δι’ ου εστέφετο η πρόσοψις της κρήνης.


Η κλίσις των τεμαχίων είναι 1:5.27, η εμπρόσθια επιφάνειά των είναι λεία, το δε μικρόν (0.30) πάχος των ανταποκρίνεται πλήρως προς το ελαφρόν αέτωμα του μικρού της κρήνης κτιρίου. Δυστυχώς δεν ανευρέθη τεμάχιον τι του επιστυλίου και του γείσου, άτινα μετά του επικράνου των παραστάδων συνεπληρώθησαν φανταστικώς εν τη παρατιθεμένη προοπτική αναπαραστάσει του μνημείου (εικ.8), εν τη οποία, στηριζόμενος εις παρόμοιας φύσεως και εποχής έργα, κατήργησα την εκ τριγλύφων ζωφόρον, στηρίξας το γείσον απ’ ευθείας επί του επιστυλίου.
 Δεξιά και αριστερά του κεντρικού κτιρίου της κρήνης απεκαλύφθησαν συνεχόμενα προς τας παραστάδας αναλήμματα, ων το προς δυσμάς κάμπτεται εις απόστασιν 1.52 προς ορθήν γωνίαν συνεχιζόμενον προς νότον και σχηματίζον το δυτικόν όριον της προ της κρήνης πλακόστρωτου πλατείας, ήτις προς ανατολάς έμενεν ανοικτή χάριν της άνετου προσπελάσεως. Αναφέρομεν εν τέλει ότι δεξά και αριστερά της εξωτερικής στοάς της κρήνης απεκαλύφθησαν και πύελοι λαξευμέναι εντός μεγάλων πωρολίθων προφανώς χρησιμεύουσαι ως πίστρα δια ζώα.



 Εν συγκρίσει προς τας μέχρι τούδε γνωστάς αρκαδικάς κρήνας -Λυκαίου7, Λυκοσούρας8, Λουσών9, Στυμφάλου10- η κρήνη της Φιγαλείας παρουσιάζεται κατά πολύ μνημειωδεστέρα λόγω της διπλής κιονοστοιχίας, ήτις σχηματίζει την πρόσοψίν της υπολείπεται όμως εις μεγαλοπρέπειαν και εις κλίμακα ετέρων κρηνών της αρχαϊκής και κλασσικής περιόδου -Αθηνών11, Κορίνθου12, Ρόδου13 και άλλων.
 Ως προς τον τύπον της κατόψεως αυτής η κρήνη της Φιγαλείας πλησιάζει τον υπό στοιχείον Ζ του υπ' εμού δημοσιευθέντος14 καταλόγου των επί αγγείων παριστωμένων κρηνών, με ταύτην την διαφοράν, ότι ενταύθα η εξωτερική κιονοστοιχία είναι ελευθέρα και ουχί εν παραστάσι.
Τον χρόνον της κατασκευής της εξεταζομένη κρήνης συνάγομεν:
α) Εκ του ψευδισοδόμου συστήματος τοιχοδομίας της όπερ, ως γνωστόν, είναι εν μεγάλη χρήσει κατά τους ελληνιστικούς χρόνους15. 
β) Εκ του σχήματος Π (πει) των συνδεόντων τους λίθους συνδέσμων, χρησιμοποιουμένου εν Αρκαδία από του τέλους του -4ου αιώνος16 και τέλος
γ) Εκ της μορφής του ευρεθέντος κιονοκράνου, ιδιαζούσης εις ελληνιστικών χρόνων δευτερεύοντα έργα. Κατά ταύτα η κρήνη της Φιγαλείας είναι πιθανώτατα έργον του τέλους του -4ου ή του -3ου αιώνος.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ K. ΟΡΛΑΝΔΟΣ
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ 1927 -28

1 Όρα διάγραμμα των τειχών της Φιγαλείας παρά Blouet: Expédition Scientifique de Morée Τόμ.2 πιν.1.

2. Π.χ. εν Α θήναις κατά το Δίπυλον, ένθα όμως η κρήνη εύρηται εσωτερικώς της πύλης. Όρα κάτοψιν παρά von Alten: Athenische Mitteilungen 1878 πιν.IV, c.
3. Εικών της πύλης ταυτής παρά Blouet E xpédition τόμ.2 πιν.2.
4 Όμοιους μικρότατου ύψους σφονδύλους φέρουσι επί του στυλοβάτου των και αι εκατέρωθεν της εν τω εν Τ ήνω ίερω του Ποσειδώνος και της Αμφιτρίτης εξέδρας κρήναι. Όρα εικόνα παρά Demoulin εν Bulletin de Correspondance Hellénique 1902, 408 και εν Musée Belge 1902, 440 1903, 37. 
5 Τούτο συνάγεται ου μόνον εκ των σωζομένων επί του στυλοβάτου σφονδυλίσκων αλλά και εξ άλλων συγχρόνων παραδειγμάτων κρηνών εν αίς σώζονται οι αρράβδωτοι λίθινοι σφόνδυλοι ως π. χ. του της εν Δήλω Μινόης F. Courby Exploration arch, de Délos Paris 1912, 105 και του της Τήνου.
6 Εν τη τομή της εικόνος 3 η μεταξύ των δύο κιονοστοιχιών πλακοστρωσία εσχεδιάσθη εκ παραδρομής κατά 0.10 χαμηλότερα του εξωτερικού στυλοβάτου αντί 0.01
7 Κουρουνιώτης: Πρακτικά της Άρχ. Εταιρείας 1909, 198.
8 Ορλάνδος: Άρχαιολ. Έφημ. 1911, 200-206.
9 Reichel- Wilhelm: Österreichische Jahreshefte 1901, 16.
10 Ορλάνδος: Πρακτ. Άρχ. Έταιρ. 1923, 52.
11 Gräber: Ath. Mitt. 1905, πιν.2, Antike Denkmäler II πιν. 37, 38.
12 Elderkin: Amer. Journ. of Arch. 1910,21-50 (Γλαύκη), Richardson:εα. 1902, 321-326 (Πειρήνη).
13 Maiuri-Jacopich: Clara Rhodos I 1928, 79 (Κρήνη Φιλερήμου).
14 Άρχαιολ. Έφημ. 1916, 100.
15 Παραδείγματα κτιρίων μετά ψευδισοδόμου τοιχοποιίας Ορλάνδος: Άρχ. Έφημ. 1917, 215. 115 Dickins: Annual of the Brit. School X II, 117. Π6λ. Dörpfeld: A th. M itt, 18, 221.





Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Λουτρά Ηραίας: Μυκηναϊκό νεκροταφείο



 Ήταν καλοκαίρι του 1958 όταν ο τότε επιμελητής αρχαιοτήτων Γορτυνίας και σημερινός Πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, επισκέφθηκε την περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ηραίας και συνέταξε υπόμνημα με τίτλο «Έκθεσις περί της καταστάσεως του νοτιοδυτικού τμήματος της επαρχίας Γορτυνίας, από αρχαιολογικής απόψεως». Μεταξύ άλλων, ο μεθοδικός ερευνητής επισημαίνει «Αρχαία εγκατεσπαρμένα ευρίσκονται ανά πάσαν την περιφέρειαν και καλόν θα ήτο να περισυλλέγουν. Επειδή όμως όσα εξ αυτών αποκομίζουν οι χωρικοί συχνάκις διαρρέουν δι’ αρχαιοκαπήλων, νομίζομεν ότι ενδείκνυται η χορήγησις μικρών αμοιβών προς τους προσφέροντας αρχαία, τούτο μεν ίνα φιλοτιμούνται όσοι κατέχουν μυστικώς τοιαύτα, τούτο δε ίνα κατά την καλλιέργειαν των κτημάτων των περισυλλέγουν και παραδίδουν τα αφθόνως ανευρισκόμενα αντικείμενα πάσης φύσεως...»1.
 Η Ηραία αποτέλεσε κατά την αρχαιότητα τη σημαντικότερη και μεγαλύτερη αρκαδική πόλη κοντά στα ηλειακά σύνορα2. Η επικράτειά της ξεπερνούσε κατά πολύ τα σημερινά διοικητικά όρια του Δήμου Ηραίας στη δυτική- νοτιοδυτική Γορτυνία (βλ. χάρτη). Υπήρξε από τις λίγες περιοχές της κατά τ’ άλλα ορεινής Αρκαδίας, η όποια δεν στάθηκε αδικημένη από εύφορα εδάφη, αφού ποτάμια δημιουργούσαν τα φυσικά όριά της. Δυτικά ο Ερύμανθος τη χώριζε από την ηλειακή πεδιάδα της Φολόης, βόρεια το λαγκαδιανό ποτάμι της Τουθόας όριζε το σύνορο Θελπουσίων και Ηραιέων, ενώ νότια ο Αλφειός ποταμός τη συνέδεε με την Ολυμπία.


 Στους χαμηλούς λόφους, ανάμεσα σε καταπράσινες κοιλάδες που γονιμοποιούν τα ποτάμια, εκεί που σήμερα συναντούμε γραφικά χωριουδάκια και οικισμούς, ήκμασε η άρχαία Ηραία, η οποία αποτέλεσε, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, σταυροδρόμι ανθρώπων και ιδεών ανάμεσα στη δυτική, κεντρική και ανατολική Πελοπόννησο. Σκόρπιες έως σήμερα οι γνώσεις μας για την ιστορική διαδρομή της περιοχής αυτής. Στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε γραπτές μαρτυρίες και περιηγήσεις και πολύ λιγότερο στά άποτελέσματα άνασκαφών.
 Στά μονοπάτια τής Ήραίας περπάτησε, ακολουθώντας το οδοιπορικό του Παυσανία (8.26.1-4) στις αρχές του 19ου αιώνα ο Martin Leake3. Έναν αιώνα περίπου αργότερα, στα 1930, ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς πραγματοποιεί τις μοναδικές έως σήμερα ανασκαφικές έρευνες στην πόλη της αρχαίας Ηραίας, η οποία εντοπίζεται κοντά στην κοινότητα Άγιος Ιωάννης (βλ. χάρτη), και δημοσιεύει τα αποτελέσματα της σύντομης έρευνάς του στο Αρχαιολογικό Δελτίο4. Ο Ελληνας αρχαιολόγος αποκάλυψε κτίρια με ψηφιδωτά δάπεδα και μία αίθουσα με υπόκαυστο ρωμαϊκών χρόνων καθώς και τα ίχνη μιας τετράγωνης κατασκευής, την οποία ο ίδιος ταύτισε με έναν από τούς τέσσερεις ναούς που μνημονεύει ο Παυσανίας στην περιοχή. Την ίδια εποχή οι αρχαιολογικές αναζητήσεις του Ernst Meyer στη βόρεια Αρκαδία και στην Αχαΐα, τον φέρνουν στην άνω, ορεινή Ηραιίτιδα, στην Παλούμπα, τη σημερινή έδρα του Δήμου, το χωριό που έχει συνδεθή με τους Πλαπουταίους, την ένδοξη οικογένεια καπεταναίων της Επαναστάσεως. Αγροτικός, κακοτράχαλος δρόμος οδηγεί από την Παλούμπα στην κορυφή του λόφου Ελληνικό, όπου σώζονται ορατά λίγα απομεινάρια από αρχαία ακρόπολη5. Σε μικρή απόσταση από το νεώτερο ναΰδριο του Αη Γιώργη, στην κορυφή του λόφου, ο Meyer διέκρινε τα κατάλοιπα ενός κτιρίου το όποιο απέδωσε σε ναό των υστέρων αρχαϊκών- κλασικών χρόνων6 (βλ. χάρτη).
 Στα σύνορα της αρχαίας Ηραιίτιδος με τη Μεγαλοπολίτιδα, είναι κτισμένο το χωριό Παλαιόκαστρο, που σήμερα ανήκει διοικητικά στο Δήμο Γόρτυνος (βλ. χάρτη). Το όνομά του το οφείλει στην καλοδιατηρημένη αρχαία ακρόπολη των ύστερων κλασικών χρόνων που δεσπόζει πάνω από το χωριό, η όποια μελετήθηκε από τούς Ρ. Charneux και R. Ginouves στα 1956 7
 Η θέση έχει ταυτιστή στην έρευνα με το αναφερόμενο από τον Παυσανία (8.26.8) Βουφάγιον, όπου είχε τις πηγές του ο ποταμός Βουφάγος, παραπόταμος του Αλφειού8. Οι γάλλοι ερευνητές επισημαίνουν, επιπλέον, την ύπαρξη ενός εκτεταμένου μυκηναϊκού νεκροταφείου ΥΕ ΙΙΙΑ-Γ στη θέση Παλαιόπυργος, δυτικά του Παλαιοκάστρου9. Οι πρώτες έρευνες στο μοναδικό μέχρι πρότινος ανεσκαμμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο της δυτικής Αρκαδίας διενεργήθηκαν από τον Χρ. Χρήστου το 1957 κι δημοσιεύθηκαν αναλυτικά πρόσφατα από τους Δημακοπούλου και Crouwell10. Στη δεκαετία του 1980 ο Θεόδωρος Σπυρόπουλος, τέως Προϊστάμενος της Ε' ΕΠΚΑ, ανέσκαψε περί τους 100 μυκηναϊκούς τάφους στην ίδια θέση. Το υλικό των ερευνών αυτών παραμένει αδημοσίευτο άλλά μπορεί κανείς νά δή μία πλούσια έκθεση στό Αρχαιολογικό Μουσείο Τριπόλεως"11.


 Οι πρόσφατες αρχαιολογικές αναζητήσεις μας στην Ηραιίτιδα επικεντρώθηκαν στον οικισμό Ιαματικές Πηγές της κοινότητας Λουτρά, στην Κάτω, πεδινή Ηραία, που είναι γνωστός γιά την ύπαρξη ιαματικών λουτρών, τρία (3) χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τον Άγιο Ιωάννη12. Στην βορειοδυτική άκρη του οικισμού, πάνω σε χαμηλό κατάφυτο λόφο, δεσπόζει ο βυζαντινός, κατά πολύ ανακαινισμένος ναός της Παναγιάς, του 12ου ή 13ου αιώνα, ο όποιος μελετήθηκε από τον Ν. Μουτσόπουλο το 1956 13. Στις όψεις της εκκλησίας είναι εντοιχισμένο πλήθος αρχαίου δομικού υλικού, και ειδικότερα, λιθόπλινθοι από ασβεστόλιθο και μαλακό πωρόλιθο. Αρχαίο υλικό έχει επαναχρησιμοποιηθή και στην αγία Τράπεζα του ιερού. Τον Ιούνιο του 2005 επανεντοπίστηκε, καθαρίστηκε, φωτογραφήθηκε και σχεδιάστηκε εκ νέου το γνωστό από τη δεκαετία του 1950 πώρινο δωρικό τρίγλυφο, που βρίσκεται εντοιχισμένο στη θεμελίωση της ΝΑ γωνίας του βυζαντινού ναού14 (βλ. χάρτη).
 Οι έρευνες συνεχίστηκαν στο χαμηλό λόφο, πού υψώνεται ανατολικά της εκκλησίας της Παναγίας. Στις υπώρειες του λόφου βρίσκεται η μονόκλιτος βασιλική του Αγίου Γεωργίου, που χρονολογείται στην παλαιολόγεια περίοδο15 (βλ. χάρτη και εικ.1).
 Κατά την επίσκεψη και επιφανειακή έρευνά μας στο λόφο του Άη Γιώργη, τον Ιούνιο του 2005, εντοπίσαμε στη νότια κλιτύ του λόφου έναν μισοκατεστραμένο θαλαμοειδή τάφο καθώς και ενδείξεις γιά την ύπαρξη έξι τουλάχιστον ακόμα μυκηναϊκών τάφων του ίδιου τύπου, στοιχείο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, με αρκετή πιθανότητα, γιά τον εντοπισμό ενός μυκηναϊκού νεκροταφείου16. Η νέα αυτή αρχαιολογική θέση βρίσκεται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων περίπου βορειοδυτικά της Παλούμπας, έδρας του Δήμου, σε μία στρατηγική γεωγραφικά θέση, στα σύνορα Ηλείας και Αρκαδίας, πλησίον του Αλφειού και του Λάδωνα, όχι μακριά από το ήδη γνωστό μυκηναϊκό νεκροταφείο του Παλαιοκάστρου, από το οποίο απέχει περί τα 15 χιλιόμετρα17.


 Από τον λαξευτό θαλαμοειδή τάφο που ερευνήθηκε συστηματικά σώζεται μόνο ο θάλαμος, δεδομένου ότι η οροφή είχε καταρρεύσει από φυσικές συνθήκες και όχι από ανθρώπινο παράγοντα. Ο θάλαμος, λαξευμένος στο μαλακό βράχο του λόφου (πώρος κοιν. πουρί), είναι σχεδόν κυκλικός, διαμέτρου 2.80μ. κατά τον άξονα Α/Δ και 2.15 μέτρων κατά τον άξονα Β/Ν. Η έρευνα στο χώρο υπήρξε δυσχερής, η διάκριση των παρειών του θαλάμου σχεδόν αδύνατη, ενώ ο δρόμος δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπιστή. Το δάπεδο του θαλάμου είχε καλυφθή από επιχώσεις, που σχηματίστηκαν από τα χώματα που κατάρρευσαν από την οροφή. Το νοτιότερο τμήμα του θαλάμου έχει υποχωρήσει. Ο τάφος περιείχε τόσο τις παλαιότερες παραμερισμένες ταφές, όσο και τις κανονικές τελευταίες ταφές επί του δαπέδου. Πλησίον της δυτικής πλευράς του θαλάμου βρέθηκαν οστά ανακομιδής που ανήκουν σε οκτώ τουλάχιστον νεκρούς. Ανάμεσα στα συσσωρευμένα οστά βρέθηκαν και τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς, που είχαν και αυτά παραμεριστή. Στο νοτιότερο διατηρούμενο τμήμα του θαλάμου εντοπίστηκαν τα υπολείμματα δύο σκελετών τοποθετημένων σε ύπτια στάση (βλ. εικ.2).


 Τα κινητά ευρήματα του τάφου είναι πολλά και πλούσια. Περιλαμβάνουν, πέρα από τα 25 αγγεία, συμπληρώματα ενδυμασίας όπως περόνες χάλκινες και οστέινες, είδη καλλωπισμού όπως ξυρούς, χάντρες και σφονδύλια, μαχαίρια και έναν σφραγιδόλιθο. Από την προκαταρκτική μελέτη του υλικού αναφέρονται αναλυτικά τα έξης:
1. Το πιό δημοφιλές σχήμα των αγγείων του τάφου είναι το αλάβαστρο. Ακέραια σώζονται οκτώ (8) αλάβαστρα, τα οποία διακρίνονται σε α. έξι αρτόσχημα και β. δύο κυλινδρικά (βλ. εικ.3). Το βασικό διακοσμητικό θέμα στα αρτόσχημα είναι το βραχώδες τοπίο18. Σε ένα από τα δύο κυλινδρικά αλάβαστρα εμφανίστηκε κατά την συντήρηση στον ώμο φυλλοειδής ταινία από κάθετα γραμμίδια19. Η βάση της πλειονότητας των αγγείων κοσμείται με ομόκεντρους κύκλους20. Τα αλάβαστρα του Άη Γιώργη μοιάζουν με την τυπική κεραμεική παραγωγή των γειτονικών, ηλειακών και αχαϊκών εργαστηρίων ως προς το σχήμα και τη διακόσμηση.


2. Άλλος κοινός τύπος αγγείου που βρέθηκε στον τάφο είναι οι πιθαμφορίσκοι (βλ. είκ.4). Αναγνωρίστηκαν τέσσερεις απιόσχημοι, Ιδιαίτερα αγαπητό σχήμα της ΥΕΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ περιόδου21. Ο ένας φέρει στον ώμο διακόσμηση από φυλλοειδή ταινία και είναι κοντά στον πιθαμφορέα του Μουσείου Πάτρας αρ. εύρετ.190 από την Χαλανδρίτσα Αχαΐας22.
3. Ιδιαίτερη σημασία γιά τη χρονολόγηση αποκτούν τα τέσσερα άωτα σφαιρικά πιθάρια, αφού αποτελούν χαρακτηριστικό αγγείο της ΥΕ ΙΙΙΑ1 περιόδου, πού συναντάμε συχνά στην Αχαΐα23 (βλ. εικ.5).
4. Ένας και μοναδικός ψευδόστομος αμφορίσκος προήλθε από τον ανασκαφικό καθαρισμό του τάφου (βλ. εικ.6). Το σχήμα του αγγείου δεν θα επέτρεπε χρονολόγησή του σε εποχή νεώτερη της ΥΕΙΙΙΒ. Τελείως διαφορετικής αντιλήψεως είναι ο δημοσιευμένος, εντυπωσιακός ψευδόστομος αμφορέας του Παλαιοκάστρου, που χρονολογείται στο 12ο αιώνα, δηλαδή στην ΥΕ ΙΙΙΓ περίοδο24. Στενή σχέση φαίνεται να έχει το αγγείο του Άη Γιώργη με ψευδόστομο αμφορίσκο της ΥΕ ΙΙΙΑ2 από την περιοχή του Αιγίου25.


 Πέρα από την κεραμεική η άνασκαφή του τάφου απέδωσε και μικροευρήματα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν:
1. χάλκινοι ξυροί δύο διαφορετικών τύπων, δύο με κυρτή λεπίδα και ένας φυλλοειδής (βλ. εικ.7). Πρόκειται για κτερίσματα ιδιαίτερα δημοφιλή σε μυκηναϊκούς τάφους ήδη από την ΥΕ ΙΙΙΑ, που συναντώνται και σε νεκροταφεία των γειτονικών Ηλείας και Αχαΐας26.
2. δύο χάλκινα μαχαίρια, πού φέρουν στη λαβή διαμπερείς δικέφαλους ήλους οι οποίοι προφανώς συγκροτούσαν τι υλικό με το οποίο είχε επενδυθή η λαβή (βλ. εικ.8). Παρουσιάζουν στενές σχέσεις με παραδείγματα από το γειτονικό Παλαιόκαστρο27 και το Βρυσάριο Αχαΐας28.
Τέλος, ενδιαφέροντα είναι και τα υπόλοιπα μικροευρήματα όπως χάντρες, σφονδύλια και ένας σφραγιδόλιθος.

 Ολοκληρώνοντας τη σύντομη παρουσίαση της τάφου του Άη Γιώργη, θα προχωρήσουμε σε κάποιες επισημάνσεις, όσο μας επιτρέπει το υλικό. Είναι λοιπόν φανερό ότι στα Λουτρά Ηραίας εντοπίζεται μία νέα θέση της μυκηναϊκής Αρκαδίας, άγνωστη έως σήμερα. Τα αγγεία της ανασκαφής αφενός μεν χρονολογούν τον τάφο στην YE ΙΙΙΑ-ΙΙΙΒ περίοδο, αφετέρου δε παρουσιάζουν στενές σχέσεις με τις γειτονικές Ηλεία και Αχαΐα και στα σχήματα και στα διακοσμητικά μοτίβα. Έως σήμερα, το δημοσιευμένο υλικό από το εκτεταμένο μυκηναϊκό νεκροταφείο στο νότιο άκρο της Ηραιίτιδος, το Παλαιόκαστρο, μας έχει δώσει μία θολή, ακόμα, εικόνα γιά την Αρκαδία, και ειδικότερα, τη δυτική Αρκαδία, κατά την ύστατη περίοδο των μυκηναϊκών χρόνων, δηλαδή τον 12ο αίώνα. Τα ευρήματα από τον τάφο του Άη Γιώργη, παρά την περιορισμένη έκτασή του, μπορεί να συμβάλλουν στη μελέτη της περιοχής της Ηραίας κατά τους προϊστορικούς χρόνους και γενικότερα στην ανίχνευση της μορφής της μυκηναϊκής Αρκαδίας.

Δρ ΑΝΝΑ-ΒΑΣΙΑΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΛΘ' ΕΦΟΡΕΙΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
"ΛΟΥΤΡΑ ΗΡΑΙΑΣ: ΝΕΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗ ΑΡΚΑΔΙΑ"
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΟΥ Ζ' ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (Πύργος - Γαστούνη- Αμαλιάδα 11-17 Σεπτεμβρίου 2005) ΤΟΜΟΣ Β'

Τό παραπάνω κείμενο αποτελεί τή δημοσίευση τής άνακοινώσεώς μου στό Συνέδριο μέ τήν προσθήκη τών αναγκαίων παραπομπών. Θά άκολουθήση ή άναλυτική δημοσίευση τοϋ μυκηναϊκού τάφου πού άνεσκάφη άπό τήν Ε' ΕΠΚΑ τό καλοκαίρι τού 2005. Μία σύντομη αναφορά στό εύρημα εχει κυκλοφορήσει στό Διαδίκτυο, στό πλαίσιο τοϋ A' Παγκόσμιου Αρκαδικού Διαδικτυακού Συνεδρίου (βλ. τήν ιστοσελίδα www.arcadians.gr). Εύχαριστώ θερμά τόν άρχαιολόγο Βασίλη Παπαδόπουλο, τούς έργατοτεχνίτες τής Ε' ΕΠΚΑ Ήλία Καραλιά, Δημήτρη Τερζή καί Γιώργο Τζέμη, τόν άναπληρωτή άρχιφύλακα Μουσείου Τριπόλεως Θανάση Δρακόπουλο καί τόν έποχιακό φύλακα Μουσείου καί Χώρων Λυκόσουρας Θανάση Χρηστέα γιά τήν πολύτιμη συμβολή τους σέ όλα τά στάδια τής άνασκαφής. Ιδιαίτερες εύχαριστίες έκφράζονται στήν πρώην Διευθύντρια τής Ε' ΕΠΚΑ Αναστασία Παναγιωτοπούλου, χωρίς τήν ένθάρρυνση καί ύποστήριξη τής όποιας δέν θά ήταν δυνατόν νά πραγματοποιηθή ή άνασκαφή άλλά καί ή παρουσίασή της στό παρόν συνέδριο.
1. Ή άναφορά τοϋ Επιμελητή άπεστάλη συνημμένα μέ τό άρ. πρωτ. 1194/9.8.1958 έγγραφο τής Δημόσιας Βιβλιοθήκης καί Μουσείου τής Ελληνικής Σχολής Δημητσάνας στήν Εφορεία Αρχαιοτήτων τής Ε' Περιφερείας στήν Σπάρτη καί έλαβε άριθμό εισερχομένου 122/23.8.1958.
2. Γιά τήν άρχαία Ηραία, βλ. Bolte- Jost70-77 Nielsen 513-514 άρ.274.
3. Leake 91-93.
4. Φιλαδελφεύς.
5. Ό Λόφος Ελληνικό ή Αενικό, όπως είναι γνωστός στους ντόπιους, βρίσκεται σέ μικρή άπόσταση άπό τόν οικισμό Σαρλαίικα τής Παλούμπας.
6. Meyer 1939, 101-103.
7. Charneux-Ginouves 523-538.
8. Συνολικά τελευταία Nielsen 513-514. Διαφορετικά Jost 76-77.
9. Charneux-Ginouves 535-538.
10. Demakopoulou - Crouwell
11. Σύντομη άναφορά: Blackman.
12. Τό παλαιό τοπωνύμιο τοϋ Δημοτικού Διαμερίσματος Λουτρών είναι Καλύβια, βλ. Πίκουλας άρ. λήμματος 2221.
13. Μουτσόπουλος 33-37.
14. Τό αρχιτεκτονικό μέλος έντοπίστηκε άπό τόν Meyer, ό όποιος υπέθεσε, μέ βάση τό εύρημα, τήν ύπαρξη δωρικού ναού στήν περιοχή, βλ. Meyer 1957, 20-21. Χρονολογείται άπό τόν F. Eckstein, πού τό σχεδίασε, στό β' μισό τού 6ου, α' μισό -5° αί. Οι δοκιμαστικές τομές πού διενεργήθηκαν άπό τήν όμάδα μας κάθετα στήν νότια δψη τής έκκλησίας δέν άπέφεραν καμία ένδειξη γιά τήν ύπαρξη άρχαίου ναού στά θεμέλια τού βυζαντινού οικοδομήματος.
15. Μουτσόπουλος 120-121.
16. Αφορμή γιά τήν συστηματική έρευνα τού λόφου στάθηκαν τά λείψανα άπό τάφους, πιθανόν καλυβίτες, οί όποιοι καταστράφηκαν άπό μηχανικό έκσκαφέα, πού χρησιμοποιήθηκε γιά τή διάνοιξη προσβάσεως άπό τίς δυτικές υπώρειες πρός τήν κορυφή τού λόφου όπου καί ή έκκλησία. Ή νότια κλιτύς τού λόφου είναι άπότομη καί δύσβατη λόγω τής πυκνής βλαστήσεως άπό πεύκα. Ενα παρατημένο στυλιάρι σκαπτικού έργαλείου, σέ μικρή άπόσταση άπό τόν Άη Γιώργη μάς κίνησε τήν περιέργεια γιά νά έρευνήσουμε τήν νότια πλαγιά, όπου έντοπίστηκαν οί προϊστορικοί τάφοι.
17. Τά Λουτρά Ήραίας δέν άναφέρονται στόν κατάλογο τών μέχρι σήμερα γνωστών μυκηναϊκών θέσεων τής Αρκαδίας: παλαιότερα Hope Simpson-Dickinson 75-83 καί πρόσφατα Σαλαβούρα 44-45 μέ χάρτη στή σελ.48. Ή περιοχή τής Ήραίας θεωρείται ό τόπος προελεύσεως μίας χρυσής πρωτοελλαδικής ραμφόστομης φιάλης (sauce-boat), πού φυλάσσεται στό Λούβρο, βλ. Childe.
18. Πρβλ. ένδεικτικά άπό Ηλεία Παρλαμά πίν.29γ-δ (YE ΙΙΙΒ) άπό Άχαΐα Papadopoulos 1979 II είκ. 129 d-f (YE ΙΙΙΑ).
19. Όπως π.χ. Papadopoulos 1979 II είκ.140a-c (ΥΕ ΙΙΙΒ).
20. Αύτή ή διακόσμηση τής βάσεως έμφανίζεται στην ΥΕ ΙΙΙΑ 1 περίοδο: Mountjoy 63.
21. Mountjoy 210.
22. Papadopoulos 1979 II είκ.121b (ΥΕ ΙΙΙΑ).
23. Papadopoulos 1979 II είκ.125 (ΥΕ ΙΙΙΑ). Τό άωτο σφαρικό πιΟάριο δέν έμφανίζεται μετά άπό τήν ΥΕ ΙΙΙΑ 1 περίοδο: Mountjoy 61-62.
24. Μουσείο Σπάρτης 5539: Demakοpoulοu - Crouwell 276-277 άρ.κατ.Ρ1πίν.53α-d(ΜέσηΥΕ ΙΙΙΓ).
25. Papadopoulos 1979 II είκ. 118 e-f.
26. Όπως γιά παράδειγμα Βικάτου 247 είκ. 18· Papadopoulos 1979 II είκ. 294.
27. Demakopoulou- Crouwell 275-276 άρ. Β4 πίν.52c (ΥΕI- ΙΙΙΓ).
28. Papadopoulos 1978, 174 πίν.21 είκ.4 (ΥΕ ΙΙΙΑ).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βικάτου, Ο. 1999, «Τό Μυκηναϊκό νεκροταφείο τής Αγίας Τριάδας Ν. Ηλείας» στό:ΥΠ.ΠΟ - ΙΔ' Εφορεία Προϊστορικών καί Κλασικών Αρχαιοτήτων (έπιμ.), Ή περιφέρεια τοϋ μυκηναϊκού κόσμου. A Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο, Λαμία 25-29 Σεπτεμβρίου 1994 (Λαμία) 237-255. Blackman, D. J. 1996-1997, Archaeology in Greece 1996-1997” AR43:33-34 είκ.42-45.
Bolte, F. 1913, “Heraia” RE VIII:407-416.
Charneux, P. - Ginouves, R. 1956, «Reconnaissances en Arcadie. Fortifications de Paliocastro, Saint Nicolas et Hellenico» BCH 80: 522-546.
Childe, V. Gordon 1924, “A Gold Vase of early Helladic Type” JHS 44: 163-165. Demakopoulou, K.- Crouwell J. H.,1998, «Some Mycenaean Tombs at Palaiokastro, Arcadia” BSA93:269-283πίν.51-57.
Hope Simpson, R.-Dickinson, O.T.P.K. 1979, A Gazetteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age, I:The Mainland and Islands. SIMA 52 (Goteborg).
Jost, M. 1985, Sanctuaires et cultes d’ Arcadie, Etudes Peloponnesiennes 9 (Paris).
Leake, W.M. 1830, Travels in the Morea, with a map and plans II (London έπανεκτύπωση Amsterdam 1968).
Meyer, E. 1939, Peloponnesische Wanderungen. Reisen und Forschungen zur antiken und mittelalterlichen Topographie von Arkadien und Achaia (Zurich und Leipzig, έπανεκτύπωση Amsterdam 1991).
Meyer, Ε. 1957, Neue Peloponnesische Wanderungen (Bern).
Mount joy, P.A.1994, Μυκηναϊκή Γραπτή Κεραμική. 'Οδηγός Ταύτισης. (Αθήνα, μετάφραση Δ. Γ. Γόντικα).
Μουτσόπουλος, Ν.1956, Ή Αρχιτεκτονική των Εκκλησιών καί των μοναστηριών τής Γορτννίας (Αθήνα).
Nielsen, Τ.Η. 2004, «Arkadia» στό: Μ.Η. Hansen - Τ.Η. Nielsen (έπιμ.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis. An Investigation Conducted by The Copenhagen Polis Centre for the Danish National Research Foundation (Oxford) 505-539.
Papadopoulos, Th. J. 1978, «Some unpublished Mycenaean Objects from Vrysarion (Kato Goumenitsa) in Achaea” DSA 73:173-178 pi. 21. Papadopoulos, Th. 1979, Mycenaean Achaea vols. I-II. SIMA55 (Goteborg). ΙΙαρλαμά, A. 1974, «Μυκηναϊκά ’Ηλείας» ΑΔ29 Μελ.:25-58 πίν. 25-38. ΓΙίκουλας, Γ.Α. 2001, Αεξικό τών οικισμών τής Πελοπόννησου. Παλαιό καί νέα τοπωνύμια (Αθήνα).
Σαλαβούρα, Ε. 2005, «Μυκηναϊκή Αρκαδία. Αποτίμηση τών γνώσεων μας» στό: Ε. Ostby (έπιμ.), Ancient Arcadia. Papers from the third international seminar on Ancient Arcadia, held at the Norwegian Institute at Athens, 7-10 May 2002 (Athens) 35-48.
Φιλαδελφεύς, Αλ. 1931-32. «Άνασκαφαί Ήραίας» ΑΔ 14: 57-70.





Printfriendly