.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Οι θολωτοί τάφοι του βασιλείου του Νέστορος



 Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με τις έρευνες του Ερρίκου Σλήμαν και τα εκπληκτικά ευρήματα των ανασκαφών του στην Τροία και στην Ελλάδα1, με τα οποία δόθηκε η ελλείπουσα έως εκείνη την εποχή ιστορική διάσταση στο Ομηρικό Έπος, καθώς και με το ανασκαφικό έργο και τις μελέτες του Χρήστου Τσούντα2 στις Μυκήνες και αλλού στην Ελλάδα, καρπός των οποίων είναι και το συνθετικό του έργο Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός (1893), θεμελιώθηκε η επιστήμη της μυκηναϊκής αρχαιολογίας.
 Στις Μυκήνες, με το έργο του Σλήμαν και του συνεργάτη του, αρχαιολόγου Π. Σταματάκη, καθώς και με το έργο του Τσούντα από το 1886, εκτός από τους έξι λαμπρούς βασιλικούς λακκοειδείς τάφους του ταφικού περιβόλου Α, με τα θαυμαστά χρυσά κτερίσματα, αποκαλύφθηκαν και ερευνήθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο μεγάλοι θολωτοί τάφοι. Ο τάφος του Ατρέως (διαμ. 14,40 μ.), που ερεύνησε ο Σταματάκης το 1878, και εκείνος της Κλυταιμνήστρας (διαμ. 13,80 μ.), που ανέσκαψε εν μέρει το 1876 η Σοφία Σλήμαν και εξ ολοκλήρου ο Τσούντας το 1892. Ο Τσούντας, εκτός βέβαια από το ανάκτορο στην ακρόπολη των Μυκηνών, ερεύνησε και τους τέσσερις από τους έξι ήδη γνωστούς, εκτός των τειχών, θολωτούς τάφους.


1,2. Το πλήθος των λαξευτών θαλαμοειδών τάφων και των συγχρόνων τους θολωτών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στην Μεσσηνία. Στις εικόνες χαρακτηριστικοί τύποι λαξευτών θαλαμοειδών τάφων του Μυκηναϊκού νεκροταφείου των Ελληνικών της Άνθειας
 Ο τάφος του Ατρέως, το μεγαλοπρεπέστατο αυτό θολωτό ταφικό μνημείο, διατηρείται ακλόνητος και, από τότε που οικοδομήθηκε, στους μυκηναϊκούς χρόνους, έως τις μέρες μας, παραμένει άρτιος. Ο μυκηναίος αρχιτέκτονας έδωσε ένα άνοιγμα στο μνημείο, το οποίο ξεπεράστηκε στην ιστορία της οικοδομικής μόνον όταν (το +115/ +125) ορθώθηκε στη Ρώμη από τον Αδριανό το Πάνθεον, εξ ολοκλήρου λίθινο κτίριο, με διάμετρο 43,5 μ.
 Από τότε που τα μυκηναϊκά κτίσματα απέκτησαν πια ασφαλώς προσδιορισμένη ταυτότητα και υπόσταση, άρχισε με σαφέστερο επιστημονικό ενδιαφέρον η έρευνα και η μελέτη των μυκηναϊκών κέντρων και εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Με τις πολυετείς έρευνες που ξεκίνησαν από το τέλος του 19ου αιώνα και τις οποίες συνέχισαν, εκτός από τον Τσούντα, οι αρχαιολόγοι Π. Σταματάκης, Α. Σκιάς, Κ. Κουρουνιώτης, και άλλοι έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι στον 20ό αιώνα, πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά οι θέσεις με μυκηναϊκά ευρήματα. Αποκαλύφθηκαν οικισμοί, οχυρωματικά και τεχνικά έργα, εγκαταστάσεις, καθώς και νεκροταφεία, συστάδες τάφων και μεμονωμένα ταφικά μνημεία, από τη διερεύνηση και τη μελέτη των οποίων προέκυψαν σημαντικές πληροφορίες και διαπιστώσεις για τον μυκηναϊκό πολιτισμό.
 Στη μυκηναϊκή ταφική πρακτική διακρίνονται τέσσερα βασικά είδη τάφων: οι κιβωτιόσχημοι, οι λακκοειδείς, οι λαξευτοί θαλαμοειδείς και οι θολωτοί τάφοι. 
 Η κιβωτιόσχημη ταφή, επιβίωση του τύπου της ατομικής ταφής των πρωτοελλαδικών χρόνων, σταδιακά ατονεί. Οι λακκοειδείς είναι οι χαρακτηριστικοί τάφοι των μέσων του -16ου αιώνα, με αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτούς των δύο ταφικών περιβόλων των Μυκηνών. 
 Οι θαλαμοειδείς, που πρωτοεμφανίζονται στα τέλη του -16ου αιώνα, διαδίδονται ευρέως στους επόμενους αιώνες. Είναι οικογενειακοί υπόγειοι θάλαμοι, λαξευμένοι σε μαλακά πορώδη πετρώματα, με ποικιλία σχημάτων, τετράγωνης ή κυκλικής κάτοψης, με επίπεδη ή γωνιώδη στέγη. Αν η οικογένεια επιβιώσει και μετά τη μυκηναϊκή εποχή, ο τάφος, και ιδιαίτερα ο δρόμος του, συνήθως χρησιμοποιούνται και κατά την επόμενη περίοδο των γεωμετρικών χρόνων (ηρωολατρεία). Οι θαλαμοειδείς τάφοι έχουν μέχρι τρεις ή ακόμα και τέσσερις πλευρικούς μικρότερους θαλάμους για μεγάλες οικογένειες. Κατά την πρώιμη περίοδο, ο θαλαμοειδής τάφος μπορεί να βάφεται στην πρόσοψη, για να μοιάζει με οικία ή θύρα ανακτόρου, ενώ το δάπεδό του μπορεί να αποτελείται από στρώμα πατημένης γης. Ανάμεσα στους εκατοντάδες των θαλαμοειδών τάφων της Μεσσηνίας, ιδιαίτερα αξιόλογοι και εντυπωσιακοί είναι αυτοί του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Άνθειας, βορειοδυτικά της Καλαμάτας, στη δυτική πλευρά της χθαμαλής λοφοσειράς στη θέση Ελληνικά, κοντά σε μεγαλοπρεπή θολωτό τάφο μεγάλων διαστάσεων (διαμ. μεγαλύτερης των 10 μ.). Οι 24 -τουλάχιστον- θαλαμοειδείς τάφοι στα Ελληνικά, των οποίων ο δρόμος βλέπει στην ανατολή, προς την κοιλάδα Ξερίλα, χρονολογούνται στην ΥΕ III Α-Β περίοδο (-1375/  -1190 3). 
3. Οι τρεις θολωτοί τάφοι Α, Β και C στον Κακόβατο της Ηλείας νότια του Αλφειού. Τάφος Α (τομή και κάτοψη), τάφοι Β και C (κατόψεις). Κατά Dorpfeld.

 Ο μεγάλος θολωτός τάφος της Άνθειας, μαζί με τη γειτονική συστάδα των λαξευτών, αποτελούν ένα εκπληκτικό μυκηναϊκό μνημειακό σύνολο, 10 μόλις χλμ. βόρεια από την Καλαμάτα, από την οποία, σε ανάλογη απόσταση προς τα δυτικά, στην περιοχή Νιχώρια-Καρποφόρα, υπάρχει άλλος εντυπωσιακός θολωτός μυκηναϊκός τάφος και συστάδα θαλαμοειδών. Σήμερα οι χώροι στους οποίους βρίσκονται οι τάφοι είναι δυσπρόσιτοι και γι' αυτό, παράλληλα με τα έργα συντήρησης και προστασίας των μνημείων, επιβάλλονται και έργα που θα τα καταστήσουν προσιτά στους επισκέπτες και ενδιαφερομένους, δεδομένου μάλιστα ότι οι σημαντικοί αυτοί χώροι βρίσκονται σε αρτηρίες που οδηγούν στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα από τα βόρεια και τα δυτικά (εικ. 1-2).



4. Δεξιά: Αγριλιά (Ακούρθι). Παρά την πλούσια βλάστηση που καλύπτει το μνημείο, διακρίνεται η περίμετρος της θόλου 5.Αριστερά: Θολωτός τάφος Μουριατάδας.













Οι θολωτοί τάφοι, εντυπωσιακά ταφικά μνημεία, αξιοθαύμαστα από την αρχαιότητα

 Εκτός από τα ίδια τα ανακτορικά ενδιαιτήματα, τεκμήρια θαυμαστά της ισχύος, του πλούτου, του γοήτρου και της υστεροφημίας των μυκηναίων ηγεμόνων αποτελούν και οι επιβλητικοί βασιλικοί θολωτοί τάφοι τους.
 Στην Πελοπόννησο πραγματοποιήθηκαν πολλές έρευνες καθώς, μετά την ανακάλυψη των βασιλικών εγκαταστάσεων στην Αργολίδα, κυριαρχούσε στην επιστημονική κοινότητα η αναζήτηση των ανακτορικών εδρών και άλλων βασιλέων που έλαβαν μέρος στη μεγάλη εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας.
Από το 1906 ως το 1908, ο W Dorpfeld ερευνά συστάδα τριών θολωτών τάφων στον Κακόβατο4 (εικ. 3) -σε λοφώδη περιοχή του Κυπαρισσιακού κόλπου, 37 χλμ. νοτίως του Πύργου-τους οποίους χρονολογεί από τον -16ο έως τον -15ο αιώνα.

 Από το ταφικό αυτό συγκρότημα, ο τάφος Α, ο νεότερος κατά τον ανασκαφέα, είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρημένος. Οι δομικοί λίθοι του τοιχώματος του θαλάμου του έχουν έντονη κλίση προς το εσωτερικό, πράγμα που συμβαίνει και στους άλλους δύο τάφους, στους οποίους όμως η κλίση είναι μικρότερη. Το μεγαλύτερο σωζόμενο ύψος του τάφου Α φτάνει τα 2,50 μ. Ο τάφος Β, παρότι δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, είναι ο μοναδικός θολωτός τάφος με πλακόστρωτο δάπεδο. Το μεγαλύτερο σωζόμενο ύψος του είναι 1,75 μ. Ο τάφος 0, που είναι και ο πλησιέστερος προς το μυκηναϊκό οχυρωματικό έργο της περιοχής, είναι κατά τον ανασκαφέα αρχαιότερος από τους άλλους δύο.
 Στην αρχαιότητα, η περιοχή του Κακόβατου βρισκόταν μέσα στα όρια της επικράτειας του μυκηναϊκού βασιλείου του Νέστορος και αυτό -σε συνδυασμό με τα σημαντικά και πλούσια ευρήματα των τάφων, τα οποία τεκμηριώνουν και σχέσεις της περιοχής με την Κρήτη και την Αδριατική- συνέβαλε στο να υποθέσει ο ανασκαφέας ότι στον Κακόβατο θα έπρεπε να τοποθετηθεί η έδρα του βασιλείου του Νέστορος. Ωστόσο, το 1939, εντοπίζεται, από την κοινή έρευνα στη Μεσσηνία του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη και του Carl W. Blegan5, το ανάκτορο του Νέστορος στον Επάνω Εγκλιανό. Έτσι, ο Κακόβατος θεωρείται πια ότι υπήρξε επαρχιακό κέντρο, έδρα τοποτηρητή τοποθετημένου από την κεντρική διοίκηση του βασιλείου της Πύλου6.
6,7. Θολωτός τάφος Βασιλικού. Αποτύπωση των καταλοίπων του τάφου 1976 και πρόσφατη εικόνα του μνημείου, που βρίσκεται δίπλα στον εγκαταλελειμμένο γραφικό σιδηροδρομικό σταθμό.

 Το ανάκτορο του Επάνω Εγκλιανού, που αμέσως μετά τον εντοπισμό του χαρακτηρίστηκε από τους δύο ερευνητές ως το «ανάκτορο του Νέστορος», υπήρξε ένα εξαιρετικά σπουδαίο εύρημα, ενώ οι εκατοντάδες ενεπίγραφες πινακίδες της γραμμικής γραφής Β, που βρέθηκαν στο αρχείο του, και που βάσει αυτών αποκαλύφθηκε η αρχαιότερη ελληνική γραφή, συνέβαλαν στο να θεωρηθεί ως μία απο τις σημαντικότερες αρχαιολογικές αποκαλύψεις του 20ού αιώνα.
 Οι εννέα θολωτοί τάφοι της κάτω πόλης των Μυκηνών, αν και όλοι συλημένοι7 ήδη από την αρχαιότητα, χρονολογήθηκαν από τον -16ο έως τον -13ο αιώνα. Συγκεκριμένα, οι τάφοι του Αιγίσθου, ο Κυκλώπειος και ο τάφος του Επάνω Φούρνου τοποθετούνται στον -16ο αιώνα, ο τάφος της Παναγίας, του Κάτω Φούρνου και ο τάφος των Λεόντων στον -15ο, ενώ οι τάφοι των Δαιμόνων, της Κλυταιμνήστρας και του Ατρέως γύρω στο -1250.

 Ο Τσούντας, στο Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, έκτος από τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών, γνωρίζει τους τάφους στο Μενίδι8, στο Ηραίο του Άργους9, τους δύο θολωτούς τάφους στο Θορικό, που αποκάλυψε ο Β. Στάης10, τους ερευνημένους το 1886 από τον ίδιο δύο τάφους, έναν στο Βαφειό στη Λακωνία (διαμ. 10,35 μ., με μήκος δρόμου 29,80 μ.), που, λόγω του πλούτου των ευρημάτων του, χαρακτηρίστηκε από τον ανασκαφέα πριγκιπικός, και έναν άλλον, στον Κάμπο Αβίας12 στη Μεσσηνία - ατυχώς και οι δύο συλημένοι. Γνωρίζει επίσης ο Τσούντας τον μνημειώδη θολωτό τάφο στον βοιωτικό Ορχομενό13 και έναν μικρό στον Ταΰγετο, κοντά στο χωριό Άρνη14 της Λακωνίας. 
8. Ο Θολωτός τάφος Διοδίων

Είχε δηλαδή ο Τσούντας υπόψη του έναν ικανό αριθμό θολωτών τάφων, που του επέτρεψε να εξαγάγει βασικά πορίσματα σχετικά με τα ταφικά έθιμα των Μυκηναίων.
 Από την αρχαία παράδοση είναι γνωστό ότι ο Παυσανίας, αντικρίζοντας θαμπωμένος στον βοιωτικό Ορχομενό τον θολωτό τάφο του Μινύου γράφει: 
«...είναι κτίσμα θαυμαστό κι από κανένα άλλο κατώτερο μέσα στην ίδια την Ελλάδα ή αλλού και έχει οικοδομηθεί ως εξής: "είναι λίθινος, κυκλικού σχήματος και όχι υπερβολικά οξυκόρυφος· ο λίθος της κορυφής λενε πως εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα”». 
Ο περιηγητής, που επισκέπτεται τον τάφο και τον βλέπει ακέραιο δεκαπέντε αιώνες μετά την κατασκευή του, εκφράζει την απορία του ως εξής: 
«Οι Έλληνες είναι, φαίνεται, δεινοί να λογαριάζουν περισσότερο τα αξιοθαύμαστα που υπάρχουν έξω από τη χώρα τους κι όχι του τόπου τους· έτσι διακεκριμένοι συγγραφείς περιέγραψαν λεπτομερέστατα τις πυραμίδες των Αιγυπτίων, ενώ δεν έκαναν τον παραμικρό λόγο για το θησαυρό του Μινύα και για τα τείχη τής Τίρυνθας που είναι εξίσου αξιοθαύμαστα»15.


9. Χαλκιάς. Ο θολωτός τάφος I. 10. Χαλκιάς. Ο θολωτός τάφος II.
 Στα χρόνια μας, το επάνω μέρος του τάφου του Μινύου δεν διατηρείται, αλλά το ύψος του υπολογίζεται περίπου στα 14,20 μ., όσο δηλαδή είναι και η διάμετρος της θόλου. Ο τάφος, εκτός από τις μεγάλες διαστάσεις του, μοιάζει με τον αντίστοιχο «θησαυρό» του Ατρέα, όσον αφορά τόσο στον πλευρικό του νεκρικό θάλαμο, όσο και στο γεγονός ότι ο περιμετρικός τοίχος της θόλου έφερε χάλκινα στολίδια, ίσως ρόδακες.
 Περίπου δεκαοκτώ αιώνες αργότερα, ο σοφός αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας, θαυμάζοντας τον τάφο του Ατρέα, γράφει:
«...την αληθή όμως εντύπωσιν, ην προξενεί, ούτε λόγοι ούτε εικόνες δύνανται να παραστήσωσιν [...] Εν Ελλάδι σώζονται και άλλα μνημεία των αρχαίων έξοχα υπό πάσαν άποψιν, νομίζω όμως ότι ουδέν εξ αυτών παρουσιάζεται τόσον καταπληκτικόν και τόσον σοβαρώς μεγαλοπρεπές· ίσως επαυξάνει την εντύπωσιν και τούτο, ότι το κτίριον όχι μόνον μακρόθεν δεν είναι ορατόν, αλλά και όταν φθάση τις πλησιέστατα αυτού, πάλιν ουδέν βλέπει- αίφνης δε κάμπτων ευρίσκεται προ μεγάλης και πλατειάς τομής εν τω όρει, ήτοι προ του δρόμου, εις το πέρας του οποίου βλέπει την υψηλήν και αγέρωχον θύραν... Ουχ ήττον όμως θαυμασία είναι και η εντύπωσις του εσωτερικού της θόλου, ήτις κατά την επιτυχή έκφρασιν του αρχιτέκτονος Αdler παρίσταται ως έργον της φύσεως· τόση είναι η αρμονία μεταξύ ιδέας και εκτελέσεως, ώστε νομίζει τις ότι δεν ήτο δυνατόν να κατασκευασθή άλλως»16.



12. Τραγάνα. Ο θολωτός τάφος 1, αμέσως μετά την ανασκαφή
13. Τραγάνα. Όψη του εσωτερικού του θολωτού τάφου 1.








 Έναν αιώνα αργότερα, όταν με την αρχαιολογική έρευνα οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά στην ελληνική γη17, η μελετητρια της μυκηναϊκής εποχής Εmily Vermeule, εντυπωσιασμένη, γράφει:
«Οι θολωτοί τάφοι της εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα αποτελούν ακόμη σχεδόν τα πιο αξιοθέατα χτίσματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μας. Καμιά εικόνα δεν μπορεί να τους μεγαλοποιήσει ψεύτικα· είναι πάντοτε μεγαλύτερα απ’ όσο θυμάσαι ή ελπίζεις»18.
 Οι θολωτοί τάφοι είναι κυκλικοί, κατασκευασμένοι μέσα σε διαμορφωμένες αντίστοιχες τεχνητές κοιλότητες στο επίπεδο ή το «λοφοειδές» έδαφος, οι πιο πλούσιοι κατά το ισοδομικό σύστημα, με τέλεια προσαρμογή των μεγάλων λίθων, χωρίς συνδετική ύλη μεταξύ τους -όπως ο θολωτός τάφος του Ατρέα, της Κλυταιμνήστρας ή του Μινύου- και οι λιγότερο σημαντικοί από πλακαρές πέτρες που ορθώνονται κατά το εκφορικό σύστημα. Αυτή η τυπική για δεκάδες ταφικά μνημεία αρχιτεκτονική σύλληψη συνθέτει λειτουργίες και ικανοποιεί ανάγκες μερικών ημερών και μιας αιωνιότητας: ο μακρύς δρόμος του τάφου οδηγεί τελετουργικά το φέρετρο του -ενδεχομένως ταριχευμένου- νεκρού στην τελευταία του κατοικία, ενώ οι οικείοι του τελούν τους καθιερωμένους εναγισμούς. Η γιγαντιαίων αντοχών στατική επάρκεια της κατασκευής εξασφαλίζει τον αδιατάραχτο αιώνιο ύπνο του νεκρού. Το χώμα που τα καλύπτει όλα, εκτός από την απόλυτη ησυχία, εξασφαλίζει και σηματοδοτεί διακριτικά τη μεγαλοπρεπή τελευταία κατοικία του ηγεμόνα. Μετά την ταφή, οι Μυκηναίοι έφραζαν επιμελώς με λίθους (σπάνια με πλίνθους) την είσοδο μέχρι το υπέρθυρο. Το χώμα που κάλυπτε την κτιστή θόλο και το δρόμο, σχηματίζοντας τύμβο, προστάτευε και σηματοδοτούσε διακριτικά τη μεγαλοπρεπή τελευταία κατοικία του. Όταν στον ίδιο τάφο (θολωτό ή θαλαμοειδή) έπρεπε να ταφεί και άλλος νεκρός της οικογένειας, τότε οι οικείοι ήταν αναγκασμένοι να ανοίγουν εκ νέου το δρόμο και το στόμιο. Αυτή η διαδικασία ήταν απλούστερη στον τάφο του Ατρέα, όπου υπήρχαν θεόρατες δίφυλλες θύρες, πράγμα που σημαίνει ότι ο δρόμος έμενε ακάλυπτος. Από το Έπος γνωρίζουμε ότι οι βασιλικές σοροί έμεναν πολλές ημέρες και εβδομάδες θρηνούμενες σε λαϊκό προσκύνημα πριν ταφούν. Αυτό σημαίνει, ότι οι νεκροί υφίσταντο κάποιου είδους ταρίχευση19.

Ο Τσούντας αρχικά και οι μεταγενέστεροι μελετητές, βασισμένοι στα αρχαιολογικά ευρήματα και στην κριτική θεώρηση του Έπους, αναπαρέστησαν τα έθιμα και την τελετή της ταφής20. Στους μυκηναϊκούς χρόνους οι νεκροί ουδέποτε καίγονταν. Ο νεκρός, ντυμένος, σε ύπτια ή και λιγότερο συχνά σε συνεσταλμένη εμβρυακή στάση, μεταφερόταν στον τάφο με φορείο ή νεκροφόρα από ελαφρύ ξύλο καλυμμένο με δέρμα ή ύφασμα, ή επιχρισμένο με κονίαμα και τοποθετείτο στο πιο ελεύθερο μέρος του δαπέδου.
Ο ακαδημαϊκός Σπ. Ιακωβίδης, γράφει:
«...το έθιμον της θεαματικής και θορυβώδους θρηνήσεως των νεκρών, γνωστόν εις την Ελλάδα από τους ιστορικούς χρόνους μέχρι και σήμερον, ήτο ήδη μυκηναϊκόν αν μη και παλαιότερον»21.
14. Τραγάνα. Θολωτός τάφος ΙΙ
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη τεχνητή θόλο του τάφου, που ασφαλώς συμβολίζει το στερέωμα της ζωής στον Άδη, τον ουρανό της άλλης, της αιώνιας ζωής, δεν θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε, γύρω από τον νεκρό, ή ακόμα και έξω, στο δρόμο, να οργανώνονταν συμπόσια-νεκρόδειπνα, με συζητήσεις και αναφορές στα κατορθώματα και τις αγαθοεργίες του νεκρού, και να ακούγονταν τα μοιρολόγια και τα άσματα. Ενδεχομένως να χορεύονταν μέσα στη θόλο αποχαιρετιστήριοι κύκλιοι συρτοί χοροί, να σουβλίζονταν αρνιά και να προσκομίζονταν αμφορείς για την οινοποσία22, που θα συνόδευε το τελευταίο δείπνο στο οποίο θα «παρευρισκόταν» ο νεκρός. Τα χρυσά κύπελλα και οι διασκορπισμένες στο δάπεδο των θολωτών τάφων πυρές, που συχνά βρίσκονται στους τάφους, μαζί με τα αγαπημένα αντικείμενα του νεκρού, ίσως να είναι και τεκμήρια εκείνου του τελευταίου δείπνου23. Όταν το γλέντι τελείωνε, έμπαινε η κλείδα στην κορυφή της θόλου, γέμιζε με χώμα ο δρόμος και άρχιζε η συσσώρευση των χωμάτων για τη δημιουργία του τύμβου.
 Ο αρχαιολόγος Γ. Μυλωνάς24, από τους κυριότερους έλληνες μελετητές της μυκηναϊκής περιόδου, θεωρούσε ότι οι Μυκηναίοι πίστευαν πως η τελευταία κατοικία του νεκρού ήταν προσωρινή, μέχρις ότου δηλαδή συντελεστεί η αποσάρκωσή του, οπότε και τα οστά μετατοπίζονταν ή αποβάλλονταν στο δρόμο του τάφου για να ταφεί ο επόμενος νεκρός της οικογένειας. Το στόμιο του θολωτού τάφου, κατά τον Μυλωνά, είναι το όριο της μετά θάνατον ζωής, το τέρμα του τάφου, ο οποίος γι’ αυτό το λόγο «και εφράσσετο»25.

 Λίγο πριν, το 1959, ο Σπ. Μαρινάτος είχε γράψει σχετικά ότι «...αν ο Κρης έζη την παρούσαν ζωήν, ο Μυκηναίος εφρόντιζε περισσότερον διά την μετά θάνατον»26. Ανεξάρτητα όμως από τη διάρκεια αυτής της «μετά θάνατον ζωής», ο θολωτός τάφος, αυτό το γιγαντιαίων αντοχών αριστούργημα της τέχνης και της τεχνικής των μυκηναίων αρχιτεκτόνων έχει τέτοια στατική επάρκεια, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί αιώνιος. Την αιώνια αυτή αντοχή των θολωτών τάφων διατάραξαν οι κάθε είδους ιερόσυλοι και τυμβωρύχοι όλων των εποχών, με τις τρύπες που άνοιγαν για να φτάσουν στους ταφικούς θησαυρούς, καταργώντας τη στατική συνοχή, με αποτέλεσμα οι θόλοι, και κατά συνέπεια τμήματα των τοιχωμάτων, να καταρρέουν εύκολα μετά από σεισμούς και βροχοπτώσεις27.
15. Ο πρωιμότερος θολωτός τάφος, στο χωριό Κορυφάσιο (Οσμάν Αγά), πίσω από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Πρόκεπαι ίσως για τον παλαιότερο θολωτό τάφο της ηπειρωτικής Ελλάδας, και βρίσκεται όχι στην Αργολίδα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στη Μεσσηνία.

 Παρ’ όλες τις έρευνες και τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, δεν έχει μέχρι σήμερα δοθεί μία απολύτως ικανοποιητική απάντηση στο θέμα της προέλευσης του θολωτού τάφου, αυτού του τόσο χαρακτηριστικού μυκηναϊκού αρχιτεκτονήματος. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι η καταγωγή αυτών των ταφικών μνημείων θα έπρεπε να αναζητηθεί στους κυκλικούς, προφανώς θολωτούς, τάφους της Μεσσαράς στην Κρήτη28. Κατά τη Vermeule πρόκειται για το αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων, όπως της αυτόχθονης τάσης των Μυκηναίων προς τα κυκλικά ταφικά οικοδομήματα και το μεγαλιθισμό, με αναφορές στην Κρήτη και στις πυραμίδες της Αιγύπτου, με την οποία υπάρχουν επαφές και σχέσεις, σε συνδυασμό με μια «νέα αίσθηση πολιτικού ανταγωνισμού» των μυκηναίων βασιλέων29. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι δεν μπορεί να έχουν την παραμικρή σχέση με τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι οι θολωτοί τάφοι, ως σύλληψη και ως κατασκευή, «γεννήθηκαν», στον ελλαδικό χώρο, ακριβώς όπως αργότερα οι πρώτοι ναοί των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων καθώς και το αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Οι θολωτοί τάφοι στη Μεσσηνία

 Στα χρόνια του Νέστορος, το μυκηναϊκό κράτος της Πύλου, με έδρα το ανάκτορο στον Εγκλιανό, περιλάμβανε ολόκληρη τη Μεσσηνία, με όριο στα ανατολικά τον Ταΰγετο και στα βόρεια τον Αλφειό. Με τις δεκάδες των θολωτών και θαλαμοειδών τάφων που αποκαλύφθηκαν μέχρι σήμερα στη Μεσσηνία από την Αρχαιολογική Εταιρεία30, και ιδιαίτερα με το σωστικού κυρίως χαρακτήρα έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας31 -με βάση το οποίο τεκμηριώνεται ότι τα ταφικά μνημεία είναι περισσότερα και από αυτά της ίδιας της Αργολίδας- θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι, ακόμα και αν δεν είχε βρεθεί στον Εγκλιανό το ανάκτορο, εδώ άκμασε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου. Με τα διάσπαρτα παντού στη μεσσηνιακή γη ταφικά μνημεία αποδείχτηκε ότι η περιοχή κατοικείται συνέχεια. Τα παλαιότερα κέντρα, όπως ο Κακόβατος, τα Βολιμίδια, η Τραγάνα, η Ίκλαινα, στο Μυρσινοχώρι στου Ρούτση32 και η Κουκουνάρα ακμάζουν περί το -1400, διοικούμενα από τοπικούς ηγεμόνες· η εξαιρετικά σημαντική και οχυρή θέση της Περιστεριάς είναι ακόμα αρχαιότερη33. Η ανασκαφική έρευνα αποκαλύπτει μικρότερους θολωτούς τάφους, μεμονωμένους - όλοι για τις οικογένειες τοπικών αρχόντων και αξιωματούχων: στην Αγριλιά (Ακούρθι κατά Valmin) (εικ. 4), στη Μουριατάδα (εικ. 5), στο Βασιλικό (εικ. 6,7), στα Διόδια34 (εικ. 8), αλλά και σε συστάδες δύο ή τριών, στο Καπλάνι35, στον Χαλκιά36 (εικ. 9-11) η στο Ψάρι37.


16. Μάλθη. Ο θολωτός τάφος I, με το στέγαστρο προστασίας. 17.Περιστέρια. Στο βάθος της εικόνας η απο κατεστημένη θόλος του τάφου I. και μπροστά ο εξαιρετικά σπάνιος ορθογώνιος τάφος με τις αποστρογγυλεμένες γωνίες, που απέδωσε σπουδαία χρυσά ευρήματα, συγκρίσιμα με αυτά των Μυκηνών.



 Στην Τραγάνα, ο Σκιάς38 είχε εντοπίσει και εν μέρει αποκαλύψει έναν θολωτό τάφο, που ερευνήθηκε αργότερα από τον Κουρουνιώτη39 και, πολύ αργότερα, από τον Μαρινάτο, ο οποίος το 1955 ανέσκαψε το δρόμο του τάφου, καθώς και τον -σε απόσταση 15 μόλις μ - δεύτερο θολωτό τάφο που εντόπισε στην ίδια θέση40.
 Ο πρώτος τάφος της Τραγάνας (διαμ. 8,50 μ.) (εικ. 12) χρησιμοποιήθηκε για τέσσερις αιώνες περίπου πριν καταρρεύσει η οροφή του. Εκτός δηλαδή από τις αρχικές ταφές, τους λακκοειδείς τάφους στο δάπεδο της θόλου -όπου βρέθηκαν όστρακα ανακτορικού ρυθμού- υπήρχαν και νέες ταφές, για τις οποίες μεταφερόταν χώμα, που συσσωρευόταν επάνω στις προηγούμενες. Στις ταφές που βρίσκονταν στο κάθε φορά υπερυψούμενο δάπεδο, ο Κουρουνιώτης παρατήρησε ότι τα κτερίσματα των νεότερων ταφών μαρτυρούν «την προϊούσα πτωχεία των θαπτομένων». Στον ίδιο αυτόν τάφο της Τραγάνας αποκαλύφθηκαν στο δάπεδο, στο τέλος του δρόμου και στην αρχή του στομίου, δύο επιμήκη λαξεύματα, καθένα από τα οποία είχε μήκος 0,50 μ., πλάτος 0,25 μ. και βάθος 0,30 μ., ενώ απείχαν μεταξύ τους 1 μ. (εικ. 13).
 Στο δάπεδο του δεύτερου θολωτού τάφου (διαμ. 7,20 μ.) (εικ. 14) βρέθηκαν στη θέση τους δύο κρατευτές, για να περιστρέφονται οβελοί, ενώ υπήρχαν και δύο, ίσως και τρεις λακκοειδείς τάφοι- τα ευρήματα του ενός από αυτούς χρονολογούνται στον -14ο αιώνα41. Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι στο θολωτό τάφο II της Τραγάνας, η κατωφέρεια του δρόμου δεν σταματά στο στόμιο της εισόδου, αλλά συνεχίζεται σε μικρότερο πλάτος μέχρι το κέντρο του δαπέδου της θόλου. Αυτή η ιδιορρυθμία, την οποία ο Μαρινάτος θεωρεί μυκηναϊκής εποχής, αλλά όχι της αρχικής κατασκευής, μαζί με τα δύο λαξεύματα του πρώτου τάφου και τις δύο παρόμοιες αύλακες του θολωτού τάφου Μυρσινοχωρίου (στου Ρούτση)42 -οι οποίες οδηγούσαν στο κέντρο περίπου της θόλου-, ερμηνεύονται από τον ίδιο μελετητή ως απαραίτητα για την «ομαλότερη κίνηση» του άρματος που έφερε τον νεκρό. Κατά τη γνώμη μου όμως, τα επιμήκη αυτά λαξεύματα και των τριών θολωτών τάφων πιθανότατα εξασφάλιζαν όχι την κίνηση αλλά αντίθετα τη σταθεροποίηση και την ακινησία του άρματος που χρησίμευε προφανώς στη μεταφορά και απόθεση του νεκρού στην τελική του θέση στον τάφο.


18. Μάλθη. Θολωτός τάφος I 19. Η περιοχή του ανακτόρου του Νέστορος στον Επάνω Εγκλιανό, όπου φαίνονται ο θολωτός τάφος IV, ο «ταφικός κύκλος» και, στα νότια, η κατεύθυνση του τάφου III.
Το 1926 ο Κουρουνιώτης εντοπίζει και ανασκάπτει κοντά στο χωριό Κορυφάσιο (Οσμάν Αγά) συλημένο από την αρχαιότητα θολωτό τάφο43 διαμέτρου περίπου 6 μ., με δρόμο, του οποίου οι πλευρές ήταν χωρίς λίθινη επένδυση (εικ. 15). Με τη μελέτη του τάφου ασχολήθηκε ο Βλεγεν44, ο οποίος, βασισμένος στα ευρήματα του Κουρουνιώτη, τα οποία μελέτησε στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τον χρονολόγησε στις αρχές του -16ου αιώνα, τον χαρακτήρισε δηλαδή ως έναν από τους παλαιότερους αν όχι τον παλαιότερο θολωτό τάφο στην Ελλάδα.
 Η οχυρωμένη ακρόπολη της Περιστεριάς, 8 χλμ. βορειοανατολικά της Κυπαρισσίας, ήταν, κατά τον Μαρινάτο, το σημαντικότερο κέντρο της προμυκηναϊκής και μυκηναϊκής εποχής στην περιοχή. Στον φυσικά οχυρό λόφο, με οχύρωση στη νοτιά πλευρά και πλούσια πηγή στα ριζά του, ο ηγεμόνας που έδρευε εκεί έλεγχε τη διάβαση του μεσσηνιακού αυλώνα προς την πεδιάδα Σουλιμά, το Στενυκλάριο πεδίον. Στο λόφο βρίσκονται και τρεις μεγάλοι και χρυσοφόροι θολωτοί τάφοι, που ανέσκαψαν οι Σπ. Μαρινάτος45 (1960-1965) και Γ. Κορρές (1976-1977) (εικ. 17).
 Ο θολωτός τάφος I, περίπου του -1500, ήταν σε χρήση έως τους ελληνιστικούς χρόνους, όπως αποδείχθηκε κατά την ανασκαφή. Ο τάφος αυτός, που αναστηλώθηκε το 1970, είναι ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς τάφους στην Ελλάδα, και μπορεί να συγκριθεί με τους τάφους του Ατρέως και του Μινύου.


23. Βοϊδοκοιλιά. Ο θολωτός τάφος του Θρασυμήδη. Πίσω του το Κορυφάσιο, με το Παλιόκαστρο να το στεφανώνει, και στο βάθος η Σφακτηρία. 20. Ο αναστηλωμένος θολωτός τάφος του ανακτόρου του Νέστορος (Επάνω Εγκλιανού), διαμέτρου 9,35 μ. (τάφος IV κατά τον ανασκαφέα).
 Στη Μάλθη, ο σουηδός αρχαιολόγος Νatan Valminα αποκάλυψε, το 1926, δύο θολωτούς τάφους (I και II) της τελευταίας περιόδου της μυκηναϊκής εποχής. Οι τάφοι βρίσκονται στα νοτιοδυτικά του λόφου της προϊστορικής ακρόπολης της Μάλθης, την οποία ο ίδιος ερεύνησε και ταύτισε με το αρχαίο Δώριον, περίπου 20 χλμ. ανατολικά της Κυπαρισσίας και 8 χλμ. βόρεια της Ιθώμης46. Ο θολωτός τάφος II δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, ενώ ο θολωτός τάφος I (εικ. 16,18) είναι ο καλύτερα διατηρημένος ακέραιος τάφος της Μεσσηνίας. Η Ζ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την προστασία του τάφου, κάλυψε το θάλαμο και το δρόμο με ειδικό στέγαστρο.

 Ενώ θα περίμενε κανείς γύρω από την έδρα της κεντρικής εξουσίας, στο ανάκτορο του Εγκλιανού, να υπάρχουν οι μνημειώδεις θολωτοί τάφοι της δυναστείας των Νειληδών, μόνο δύο βασιλικοί θολωτοί τάφοι έχουν βρεθεί: ο ένας περίπου 180 μ. βορειοανατολικά του ανακτόρου, και ο άλλος σε ίση απόσταση στα νότια· από τον δεύτερο τάφο σώζεται μόνον το περίγραμμα της κυκλικής κάτοψης (ταφικός κύκλος κατά τον Βlegen).
 Ο -σε κακή κατάσταση διατήρησης- θολωτός τάφος του Κάτω Εγκλιανού (τάφος III κατά τον ανασκαφέα Blegen) (εικ. 19-22) βρίσκεται 1 χλμ. νοτιοδυτικά του ανακτόρου, 40 περίπου μ. από τον δημόσιο δρόμο Πύλου- Χώρας.
Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος ο λεγόμενος «του Θρασυμήδη», στη Βοϊδοκοιλιά (εικ. 23) -στην ευρύτερη περιοχή της οποίας έχουν επισημανθεί ίxνη που αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία ήδη από τα μέσα της -6ης χιλιετίας-, βρίσκεται σε μια θέση όπου αποκαλύφθηκαν υπολείμματα πρωτοελλαδικού οικισμού και ταφής μεσοελλαδικών χρόνων. Ο καθηγητής Γ. Κορρές, ο οποίος ολοκλήρωσε την ανασκαφή στη Βοϊδοκοιλιά, έχει προτείνει για την προστασία και την ανάδειξη του προϊστορικού αυτού μνημειακού θησαυρού, που καλύπτει περίοδο τουλάχιστον μιας χιλιετίας, τη δημιουργία κατά χώραν ενός ημιυπαίθριου μουσείου. 21. Ανάκτορο Νέστορος, θολωτός τάφος III Κάτω Εγκλιανού. Ο Βlengen χρονολόγησε το βασιλικό τάφο στα μέσα του -15ου αι., αν όχι παλαιότερα. 22. Ανάκτορο Νέστορος, θολωτός τάφος III Κάτω Εγκλιανού. Σχέδια κάτοψης και τομής .

 Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Κουκουνάρας, με τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πλούσια ευρήματα από τους συλημένους θολωτούς τάφους, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συστάδων δύο ή τριών κατά κανόνα μικρών τάφων (εικ. 24).
 Οι θολωτοί και οι θαλαμοειδείς τάφοι της Μεσσηνίας (εικ. 25), αυτά τα θαυμαστά μνημεία του μυκηναϊκού κόσμου, οι αψευδείς μάρτυρες της εποποιίας του μυκηναϊκού πολιτισμού, τα οποία βέβαια είναι πολύ περισσότερα από όσα αναφέρθηκαν εδώ, στην πλειονότητά τους ξεχασμένα ή άγνωστα ακόμα και σε προϊδεασμένους που θα ενδιαφέρονταν να τα επισκεφθούν, χρήζουν μέτρων συντήρησης, προστασίας, αναστήλωσης και ανάδειξης, ανάλογα φυσικά με την κατάσταση διατήρησης τους και τις ειδικές για το καθένα από αυτά ανάγκες.


24. Κουκουνάρα (Φυτιές). Θολωτός τάφος II.


 Θολωτοί τάφοι των οποίων οι κατώτερες στρώσεις της λιθοδομής τους διατηρούνται στη θέση τους θα μπορούσαν να συντηρηθούν ως έχουν. Οι τάφοι που σώζουν την είσοδό τους με το υπέρθυρο στη θέση του θα μπορούσαν να αποκατασταθούν μέχρι το επίπεδο της τοξογένεσης, με την προσθήκη ενδεχομένως κατάλληλου προστατευτικού στεγάστρου. Στους μεγαλύτερους θολωτούς τάφους θα μπορούσε να αποκατασταθεί η θόλος και να καλυφθεί με χώμα, ώστε να διασφαλιστεί η απόλυτη προστασία τους και να αποκτήσουν τα μνημεία και το μοναδικό εξωτερικό γνώρισμά τους, αυτό του τύμβου.

Θάνος Παπαθανασόπουλος Αρχιτέκτων

• Ο Θάνος Παπαθανασόπουλος. αρχιτέκτων στο Τμήμα Μελετών Προϊστορικών Μνημείων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔΑΑΜ) του Υπουργείου Πολιτισμού, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Το άρθρο αυτό προέκυψε ύστερα από εκπόνηση προγράμματος -που διαμόρφωσε ο γραφών, εκ μέρους της ΔΑΑΜ, σε συνεργασία με την αρχαιολόγο της Ζ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Γεωργία Χατζή-Σπηλιοπούλου- το οποίο υποβλήθηκε για έγκριση χρηματοδότησης έργων προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης, στο πλαίσιο του Γ' ΚΠΣ.

Σημειώσεις
1. Ο Ερρίκος Σλήμαν (1822-1890) ανέσκαψε την Τροία (1870-1873.1878-1879,1882-1883 και 1890), τους λακκοειδείς τάφους του Α’ ταφικού περιβόλου στις Μυκήνες (1876). τον τάφο του Μινύου στον βοιωτικό Ορχομενό (1880-1881) και το ανάκτορο στην Τίρυνθα (1884-1885). Βλ. Γ. Κορρές, Βιβλιογραφία Ερρίκου Σλήμαν. Αθήνα 1974· Ίρβιγκ Στόουν, Ο ελληνικός θησαυρός, Αθήνα 1984.
2. Ο Χρ. Τσούντας (1857-1934) ήταν αρχαιολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός. Από το 1886 συνέχισε τις ανασκαφές στις Μυκήνες, όπου αποκάλυψε μεταξύ άλλων και λείψανα από το ανάκτορο. Με βάση τις μελέτες και τις έρευνές του σε συνοικισμούς και νεκροταφεία στις Κυκλάδες, θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της έρευνας του κυκλαδικού πολιτισμού. Το 1887 διεξήγαγε έρευνες στην Τανάγρα, το 1889-1891 στον τάφο του Βαφειού και στον Κάμπο Αβίας, ενώ το 1894-1898 πραγματοποίησε ανασκαφές στις Κυκλάδες.
3. Η θέση είναι γνωστή ήδη από τις έρευνες του Σκιά, ΑΕ 1911, σ. 117-118. Η πιο πρόσφατη αναφορά για τα Ελληνικά είναι της Ξένιας Αραπογιάννη, ΑΔ 50 (1995), σ. 178-179. Για συγκεντρωμένη βιβλιογραφία για τα Ελληνικά, βλ. Γ. Σ. Κορρές, «Ο θολωτός τάφος της Αιπείας-Ανθείας», Πρακτικά Α' Συνεδρίου Μεοσηνιακών Σπουδών, Αθήνα 1978.
4. W Dorpfeld 1906, σ. 205' 1907, σ. IV· 1908,
5. Ο αμερικaνός αρχαιολόγος Carl Blegan (1887-1971), με πλούσιο συγγραφικό και ανασκαφικό έργο στην Ελλάδα και την Τροία, διετέλεσε διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.
6. Όπως είναι γνωστό, εξαιτίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και λόγω του θανάτου του Κουρουνιώτη (1872-1945), το ανάκτορο ερευνήθηκε από τον Βlegan, από το 1952. Βλ. Carl Blegan, Marion Rawson, The palace of Nestor at Pylos in Western Messinia, I 1966.
7. Ελάχιστοι θολωτοί τάφοι βρέθηκαν ασύλητοι. Βλ. Γ. Μυλωνάς, “Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 12 (1961-1962), σ. 293. σημ 1.
8. Η. Lollind1880.
9. Ο τάφος που ερευνήθηκε από τον Σταματάκη το 1878 έχει επίσης πλευρικό δωμάτιο, όπως οι «θησαυροί» του Ατρέα και του Μινύου.
10. Από τους δύο μεγάλους θολωτούς τάφους του θορικού, ο ένας είναι κανονικός, κυκλικής κάτοψης (διάμετρος θόλου 9,15 μ. και μήκος δρόμου 8,20 μ.), ενώ ο δεύτερος, που έχει κάτοψη ελλειπτική (9x3,50 μ.), είχε και το δρόμο καλυμμένο με τυπική οξυκόρυφη εκφορική κατασκευή, ΑΔ 1890, σ.159. ΠΑΕ 1893, σ. 12, ΑΕ1895, σ.221.
11. ΑΕ 1888, σ. 197, ΑΕ 1889, σ.130κ.ε.
12. ΑΕ 1891, σ. 189.
13. Η. Shliemann 1881.
14. Χρ. Τσούντας, Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, Αθήνα 1893, σ. 123.
15. Ν. Παπαχατζή, Παυοανίου Ελλάδος Περιήγηοις (Βοιωτικά-Φωκικά), Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1981, σ. 232 (9.36.5).
16. Χρ. Τσούντας, Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, Βιβλιοπω-λείοντης Εστίας, Αθήνα 1893, σ. 127.
17. Βλ. Ο. Ρelon1976.
18. Ε. Vermeule1964· ελλ. μτφρ.: Ελλάς. Εποχή του Χαλκού (μτφρ. Θ. Ξένος), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1983, σ. 129.
19. Τσούντας, ό.π., σ. 114.
20. Βλ. Γ. Μυλωνάς, «Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 12 (1961-1962).
21. Σπ. Ιακωβίδης, «Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», ΑΑΑ 2/1 (1969). σ. 120.
22. Βλ. και Ε. Vermeule, ό.π., σ. 325.
23. Βλ. σχετικά πορίσματα από τα ευρήματα στο θολωτό τάφο Μυρσινοχωρίου, ΠΑΕ 1957, σ. 118.
24. Ο Γεώργιος Μυλωνάς (1898-1988) ήταν αρχαιολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός. Σπούδασε αρχικά στη Σμύρνη και στην Αθήνα, όπου μαθήτευσε με τον Χρ. Τσούντα. Το 1922 πήρε το πτυχίο του, ενώ υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό στη στρατιά της Μ. Ασίας. Το 1923 δραπέτευσε από το στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Σμύρνη και ήρθε στην Αθήνα, όπου συμμετείχε στις ανασκαφές της Ολύνθου. Το 1927 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή, με θέμα «Η Νεολιθική Εποχή στην Ελλάδα». Το 1930 άρχισε την ανασκαφική του δραστηριότητα, ξεκινώντας από τον Άγιο Κοσμά Αττικής, και σε συνεργασία με τον Κ. Κουρουνιώτη στην Ελευσίνα. Από το 1931 έως το 1967 δίδαξε στις ΗΠΑ.
25. Γ. Μυλωνάς, ό.π., σ. 297.
26. Σπ. Μαρινάτος, Κρήτη και Μυκηναϊκή Ελλάς, σ. 60.
27. Εδώ αξίζει να σημειωθεί άτι, ιδιαίτερα σπς νεότερες ανασκαφές, με φροντίδα της Ζ' ΕΠΚΑ, το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού υλικού της θόλου των τάφων σώζεται και έχει συγκεντρωθεί από τους ανασκαφείς στην ευρύτερη περιοχή του μνημείου.
28. Ντόρα Βασιλικού, Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1995, σ. 122.
29. Ε. Vermeule, σ. 129-130.
30. Τις έρευνες, από τις αρχές της δεκαεπαςτου 1950, συνεχίζει η Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών διά του καθηγητού Σπ. Μαρινάτου, ο οποίος ερευνά εις βάθος από παλαιά γνωστές θέσεις, εντοπίζει και ανασκάπτει πολλές άλλες, όπως την Περιστεριά, τη Μουριατάδα, την Κουκουνάρα, τη Βοϊδοκοιλιά, τα Βολιμίδια. Εκθέσεις των ανασκαφών έχουν δημοσιευθεί στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, από το 1952 έως το 1966. Τη σκυτάλη στην αναζήτηση νέων θέσεων, και κυρίως στην έρευνα των πορισμάτων παλαιότερων ανασκαφών, παίρνει στη συνέχεια ο καθ. Γ. Κορρές, το έργο του οποίου δημοσιεύται στα ΠΑΕ (1975-1978 και 1980).
31. Για τις μυκηναϊκές θέσεις στη Μεσσηνία και το έργο της Ζ' ΕΠΚΑ, καθώς και συγκεντρωμένη βιβλιογραφία για τις παλαιότερες έρευνες, βλ. Γεωργία Χατζή-Σπηλιοπούλου, «Μυκηναϊκή Μεσσηνία. Το πρόσφατο έργο της Ζ' Αρχαιολογικής Εφορείας 1996/7», Πρακτικά Ε' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Β’, Αθήνα 1998. σ. 534-556.
32. Ε. Vermeule, ό.π, σ. 141 και321.
33. Μ. Παντελίδου, «Το πρόβλημα της Ομηρικής Πύλου». ΑΑΑ 212 (1969), σ. 309-316.
34. ΑΔ 47 (1992), Χρονικά, σ. 221- ΑΔ 50 (1995), Χρονικά, σ. 180-182, πίν. 71 β-γ.
35. D. Blackman "Messinia" 1997, σ. 48.
36. ΑΕ 50 (1995), σ. 182-184, πίν. 72α και 73α.
37. Γ. Ε. Χατζή, «Ψάρι», Πρακτικά Β' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, Πελοποννησιακά 15 (1984), σ. 262-268, πίν. ΚΓ’, ΚΔ'.
38. ΠΑΕ 1909, σ. 274 κ.ε.
39. ΑΕ 1914,0.99-117.
41. ΠΑΕ 1955,0.251.
42. ΠΑΕ 1957, σ. 118-119.
43. ΠΑΕ 1925-1926,0. 140-141.
44. C. Blegan, "An early tholos tomb in Western Messinia"VI., Ηesperia 23 (1954), σ. 158-162, πίν. 37-38.
45. ΠΑΕ 1960, σ. 206-2,09, πίν. 158-159,161 α, β.
46. Νathan Valminα 1930, σ. 234.






Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΥΛΟΥ


  Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πύλου, γνωστό και ως Αντωνοπούλειο ‒από το όνομα του χορηγού για την ίδρυσή του, οδοντίατρου Χρήστου Αντωνόπουλου από την Πήδασο, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν στην Αμερική‒ χτίστηκε μεταξύ των ετών 1956-1958, ενώ η λειτουργία του ξεκίνησε το 1961.
  Tο Mουσείο της Πύλου στεγάζει αρχαιολογικά ευρήματα που προέρχονται από ανασκαφές στην περιοχή της Πυλίας και χρονολογούνται από τη νεολιθική εποχή έως τα ρωμαϊκά χρόνια.



  Tα πρώτα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή της Πυλίας (Kορυφάσιο, Bοϊδοκοιλιά, Kοτρωνάκια
Xανδρινού) ανάγονται στα νεολιθικά χρόνια (μέσα της 6ης χιλιετίας π.X.).
Aρχαιολογικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στη θέση του λεγόμενου τάφου του Θρασυμήδη
αποδεικνύουν την ύπαρξη ανθηρού πρωτοελλαδικού οικισμού κατά την 3η χιλιετία π.X. Tο ανάκτορο του Nέστορος στον Eπάνω Eγκλιανό, ο θολωτός τάφος στη Bοϊδοκοιλιά, οι θολωτοί τάφοι της Kουκουνάρας και διάφορες άλλες ανασκαμμένες θέσεις είναι μάρτυρες της μεγάλης ακμής της περιοχής κατά τη μυκηναϊκή εποχή (1600-1100 π.X.).
  Kατά τη διάρκεια της γεωμετρικής και της αρχαϊκής περιόδου αναπτύσσεται στο Kορυφάσιο, πάνω από τον όρμο της Bοϊδοκοιλιάς, μια νέα πόλη που είχε το ίδιο όνομα, Πύλος, με την προϊστορική πόλη.
  Σημαντικά ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Mεσσηνία τα επόμενα χρόνια οδήγησαν στην υποταγή της Πύλου και ολόκληρης της περιοχής στους Λακεδαιμονίους (454 π.X.). Στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας η Πύλος αναφέρεται ως ελεύθερη μεσσηνιακή πολίχνη, η οποία διατηρήθηκε και στην ελληνιστική περίοδο καθώς και στη ρωμαιοκρατία.

AIΘOYΣA I

  Περιέχει αντικείμενα της μυκηναϊκής εποχής (υστεροελλαδική εποχή), κυρίως από τη Bοϊδοκοιλιά
και την Kουκουνάρα.
  Στην προθήκη A2 εκτίθενται κτερίσματα από το θολωτό τάφο της Bοϊδοκοιλιάς, όπως αγγεία μυκηναϊκά και ελληνιστικά, χρυσή ταινία, αιχμές βελών από πυριτόλιθο και ψήφοι από χρυσό, αμέθυστο και σάρδιο.
  Eυρήματα από τους θολωτούς τάφους της Kουκουνάρας εκτίθενται στις προθήκες A3 και A4.
  Eκτός από τα αγγεία με την πλούσια γραπτή διακόσμηση, υπάρχουν κοσμήματα, σφραγιδόλιθοι
με ανάγλυφες παραστάσεις ζώων, ένα κράνος από δόντια αγριόχοιρου και ένα περιδέραιο από ψήφους υαλόμαζας, που χρονολογούνται στην υστεροελλαδική IIA-IIIB περίοδο.
  Aπό το θολωτό τάφο 1 της Kουκουνάρας προέρχεται η δίωτη κυλινδρική πυξίδα λακωνίζοντος
ρυθμού, του 7ου αι. π.X., διακοσμημένη με λέοντες, πουλιά και άλλα παραπληρωματικά θέματα,
που βρίσκεται στην προθήκη A6 και μαρτυρεί μεταγενέστερη ταφική λατρεία σε αυτόν.

  Tα πλούσια κτερίσματα της προθήκης A7, που χρονολογούνται στην υστεροελλαδική IIIA-B περίοδο, προέρχονται επίσης από τους θολωτούς τάφους της Kουκουνάρας, όπου ξεχωρίζουν χρυσές ταινίες με άνθος κρόκου, δύο περιδέραια και ένας σφραγιδόλιθος με εγχάρακτη παράσταση αντωπών βουκρανίων.
  Στις άλλες προθήκες εκτίθενται ευρήματα από το Nησακούλι Mεθώνης, από τους θολωτούς τάφους
του Bλαχόπουλου, της Tουρλιδίτσας και τον τύμβο Kισσού Σουληναρίου, ενώ οι πιθαμφορίσκοι ανακτορικού ρυθμού (υστεροελλαδικής IIA) που εκτίθενται εκτός προθηκών προέρχονται επίσης από την Kουκουνάρα και ένας από το Kορυφάσιο.

AIΘOYΣA II

  Περιέχει ευρήματα από τα νεκροταφεία των ελληνιστικών χρόνων που ανασκάφηκαν στην περιοχή Tσοπάνη Pάχη και Διβαρίου Γιάλοβας.
  Στις προθήκες B9 και B10 εκτίθενται αγγεία, χρυσές ταινίες και χρυσό φύλλο ελιάς από τον ελληνιστικό τύμβο στην Tσοπάνη Pάχη, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τρεις γυάλινοι σκύφοι από την ίδια περιοχή.
  H προθήκη B11 περιέχει αγγεία που προέρχονται από το ελληνιστικό νεκροταφείο του Διβαρίου Γιάλοβας: τριφυλλόσχημες οινοχόες, πυξίδες, λαγύνους, μεγαρικούς σκύφους, κανθάρους και ένα γυάλινο αλαβαστροειδές αγγείο.
  Στην προθήκη B12 παρουσιάζονται αγγεία και μικροαντικείμενα της συλλογής Περδικέα, καθώς και άλλα εκθέματα από διάφορες περιοχές της Πυλίας.
  Eκτός προθηκών θαυμάζει κανείς τα δύο χάλκινα αγαλματίδια Διοσκούρων(;) υστερορωμαϊκών χρόνων από την Kυπαρισσία, καθώς και τον αρχαϊκό πίθο από του Xανδρινού, τον αστράγαλο από πωρόλιθο από την Tσοπάνη Pάχη και τον πίθο της μεσοελλαδικής εποχής από τη Mηλίτσα.




Τηλέφωνο: +30 27230 22448
Ώρες Λειτουργίας: 08:30-15:00

Σπήλαιο Αλεπότρυπας: Ο Νεολιθικός Πολιτισμός στον Μεσσηνιακό κόλπο


 Με πιθανή αφετηρία τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς στην Πύλο ή κάποια άλλη Νεολιθική θέση του Μεσσηνιακού κόλπου, μια ομάδα νεολιθικών ναυτικών που παρέπλεε τη λακωνική ακτογραμμή του Μεσσηνιακού κόλπου, στο δρόμο του οψιανού από ή προς τη Μήλο, προσορμίστηκε στον Διρό, όπου ανακάλυψε το πολύτιμο πόσιμο νερό, και σταδιακά οργανώθηκε στο μικρό κόλπο ναυτικός εμπορικός σταθμός.
Τα άριστης κατασκευής εργαλεία και όπλα από οψιανό, από λίθο και κόκαλο, αλλά και από χαλκό, η εξαίρετη ακόσμητη, ανάγλυφη και γραπτή κεραμική, τα χαρακτηριστικά σύνεργα υφαντικής, οι οστέινες βελόνες και τα πήλινα σφοντύλια, τα λεπτοκαμωμένα, οστέινα λίθινα αλλά και από άργυρο κοσμήματα, τα κομψά πήλινα και μαρμάρινα ειδώλια, αλλά και το άφθονο σκελετικό υλικό των θηραμάτων, των βοδιών, των αιγοπροβάτων και των ψαριών καθώς και των μαλακίων, μαζί με τις πυρές, τις εστίες, τους ιπνούς, τους λάκκους-βόθρους αποθήκευσης τροφίμων, αλλά και τις διάφορες λιθόκτιστες κατασκευές δηλώνουν τον πλούτο, την έκταση, την πυκνότητα, τη ζωντάνια και το υψηλό επίπεδο ζωής της νεολιθικής κοινότητας του Διρού. Όλα αυτά καθιστούν την Αλεπότρυπα μοναδικού επιστημονικού ενδιαφέροντος και σπουδαιότητας αρχαιολογικό χώρο του Νεολιθικού κόσμου.



 Με ψηλές κατακόρυφες, απρόσιτες βραχώδεις απολήξεις στις πλευρές του και με δύο μικρές φιλόξενες παραλίες στο μυχό του, ο βαθύς απάνεμος κόλπος του Διρού, ανοιχτός προς τη Δύση, οδηγεί στο σπήλαιο Αλεπότρυπα, όπου διασώθηκαν και αποκαλύπτονται πλούσια κατάλοιπα από την εγκατάσταση εκεί μιας πολυάνθρωπης νεολιθικής κοινότητας που ευημερούσε κατά τη διάρκεια της Νεότερης Νεολιθικής και της Τελικής Νεολιθικής, -5300 έως -3200.
 Στο μυχό του κόλπου δεσπόζει ένα επίμηκες επικλινές έξαρμα του εδάφους, που εισχωρεί στη θάλασσα με απότομες βραχώδεις πλευρές, χωρίζοντας στα δύο την παραλία, στην οποία καταλήγουν δύο οφιοειδείς χείμαρροι διασχίζοντας παχύ στρώμα αποθέσεων ερυθρογής του Τεταρτογενούς (Terra Rossa).
Το σπήλαιο Αλεπότρυπα κατοικείται τουλάχιστον από την αρχή της Νεότερης Νεολιθικής, -5300, όπως προκύπτει από τα ανασκαφικά δεδομένα και τις ραδιοχρονολογήσεις των στρωματολογικών επιχώσεων.

Γενική άποψη του σπηλαίου της Αλεπότρυπας

 Αντίθετα από ότι συμβαίνει στους γνώριμους καμπίσιους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλικής και της μακεδονικής ενδοχώρας, στον Διρό δεν υπάρχουν πεδιάδες με πλούσια βλάστηση, ούτε απέραντες εκτάσεις εύφορης καλλιεργήσιμης γης ή ποτάμια και πηγές με άφθονο νερό. Εδώ, οι απόκρημνες βραχώδεις ακτές, τα επικλινή μικρά πετρώδη επίπεδα, οι χείμαρροι και οι βαθιές αυλακώσεις που τέμνουν τη γη, τα ψηλά γυμνά βουνά και οι χαμηλές λεπτόκορμες ελιές συνθέτουν τη σκληρή φύση της Μάνης, που δεν θα πρέπει να ήταν και πολύ διαφορετική στο μακρινό νεολιθικό παρελθόν της.
  
 Ο βαθύς απάνεμος κόλπος με τις αμμώδεις παραλίες στο μυχό του, η θέση του σε καίριο σημείο της ναυσιπλοΐας στο νότιο παράπλου της Πελοποννήσου, η ύπαρξη άφθονου πόσιμου νερού μέσα στη σπηλιά, που η είσοδός της είναι πολύ κοντά στην παραλία, καθώς και το μέγεθος και η οριζόντια σχεδόν διάταξη των μεγάλων χώρων της, δημιουργούν τη δυναμική του γεωφυσικού παράγοντα που οδήγησε τους πρώτους ναυτικούς εποίκους στην επιλογή της θέσης για εγκατάσταση και παραμονή τουλάχιστον για 2.000 χρόνια.

 Η πυκνή νεολιθική κατοίκηση σε πολλές θέσεις στην παραθαλάσσια ζώνη γύρω από τον κόλπο της Πύλου κατά τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (σπήλαιο Νέστορος, Βοϊδοκοιλιά, Προφήτης Ηλίας, Κουκουνάρα κ.τ.λ.) οδηγεί στη σκέψη ότι ο κόλπος της Πύλου είναι η πιθανότερη αφετηρία του στολίσκου των νεολιθικών ναυτικών που εντόπισαν τον Διρό, χωρίς φυσικά να αποκλείεται το ξεκίνημα να έγινε από νεολιθική θέση του Μεσσηνιακού κόλπου. 
 Με πιθανή, επομένως αφετηρία τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς στην Πύλο, μια ομάδα νεολιθικών ναυτικών που παρέπλεε τη λακωνική ακτογραμμή του Μεσσηνιακού κόλπου, στο δρόμο του οψιανού από ή προς τη Μήλο, για λόγους που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε - ίσως κακοκαιρία - προσορμίστηκε στον Διρό, όπου ανακάλυψε το πολύτιμο πόσιμο νερό, και σταδιακά οργανώθηκε στο μικρό κόλπο ναυτικός εμπορικός σταθμός.

Αριστερά: Αναπαράσταση της ταφής νεαρής μητέρας, στο σημείο που βρέθηκε σε βάθος 2.65 μ. Σε βάθος 4,10 μέτρων βρέθηκε και ομαδικός ενταφιασμός 8-12 ατόμων. Δεξιά: Ο σκελετός της ενταφιασμένης νεαρής μητέρας στο μουσείο

 Η Αλεπότρυπα, με αερισμό και σταθερή θερμοκρασία 18 βαθμούς Κελσίου  είναι μεγάλο επίμηκες σπήλαιο στον άξονα Ανατολή-Δύση. Το σπήλαιο έχει ευρύχωρες επίπεδες αίθουσες που διαδέχονται η μία την άλλη, με ελάχιστη υψομετρική διαφορά μεταξύ τους, πράγμα που διευκολύνει τις μετακινήσεις των αγαθών και εξασφαλίζει τη σχετικά απρόσκοπτη επικοινωνία των μελών της κοινότητας. 
 Τα φυσικά αυτά χαρακτηριστικά του Διρού τον καθιστούν μία από τις πιο ευνοημένες και ιδανικές τοποθεσίες, όπου βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης η ναυσιπλοΐα και το εμπόριο, η ανώτερη δηλαδή βαθμίδα παραγωγικών σχέσεων της οικονομίας πέρα από τη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή.
 Η σημερινή είσοδος του σπηλαίου βρίσκεται σε απόσταση 50μ. από την ακτή και σε επίπεδο 16μ. ψηλότερα από τη στάθμη της θάλασσας. Το σπήλαιο. με πολυδαίδαλους διαδρόμους και πολλά μικρά και μεγάλα διαμερίσματα, έχει μήκος 280μ. Στο βάθος της μεγαλύτερης αίθουσας (μέγ. μήκος 100μ., μέγ. πλάτος 60μ. και μέγ. ύφος 40μ.), βρίσκεται η λίμνη με το καθαρό πόσιμο νερό (μέγ. βάθος 14μ).

 Το σπήλαιο εντοπίστηκε το 1958 από το ζεύγος των σπηλαιολόγων Γιάννη και Άννα Πετροχείλου. Η αρχαιολογική αξία του σπηλαίου έγινε αντιληπτή από την αρχή. Ένα πρόγραμμα όμως εργασιών επέμβασης για την τουριστική εκμετάλλευσή του, που πραγματοποιήθηκε στη δεκαετία του '60 με την κατασκευή τσιμεντένιων δαπέδων και διαδρόμων, τσιμεντένιων και σιδερένιων κλιμάκων και με εκβραχισμούς και εκσκαφές για τη διευθέτηση του χώρου και την τοποθέτηση ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, είχε δυστυχώς ως αποτέλεσμα την καταστροφή και απώλεια σε μεγάλη έκταση σημαντικών ανθρωπογενών επιχώσεων μεγάλου πάχους.
 Η αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα στην Αλεπότρυπα άρχισε το καλοκαίρι του 1970.
 Το εσωτερικό του σπηλαίου, παρά τις καταστροφές και τις εκτεταμένες αποχωματώσεις, διατηρεί μεγάλου πάχους ανθρωπογενείς επιχώσεις, οι οποίες καλύπτονται ως επί το πλείστον από στρώμα διάχυτου σταλαγμιτικού υλικού και σταλαγμίτες. 

 Η εικόνα του σπηλαίου συμπληρώνεται με τους όγκους και τα συντρίμματα των βράχων που κατακρημνίστηκαν σε μεγάλη έκταση από τις οροφές και τα πλευρικά τοιχώματα, πράγμα που οφείλεται σε σεισμική δόνηση τρομακτικής έντασης. Το γεωλογικό αυτό φαινόμενο, που τοποθετείται στο τέλος της Τελικής Νεολιθικής (-3200), έφραξε και την είσοδο του σπηλαίου και έτσι, όσοι κάτοικοι επέζησαν, πέθαναν λίγο αργότερα από πείνα. Ήταν η ύστατη στιγμή της ζωής στο σπήλαιο. Μόνον έτσι είναι δυνατό να ερμηνευθεί και η εικόνα την οποία παρουσίασε το σπήλαιο, όταν μπήκαν για πρώτη φορά από την "αλεπότρυπα" οι σπηλαιολόγοι και αντίκρισαν στο δάπεδο των επιχώσεων τους διάσπαρτους σκελετούς των άταφων νεκρών. Μετά την καταστροφή του το σπήλαιο δεν χρησιμοποιήθηκε πάλι.


Αριστερά: Σε επιμήκη κόγχη του σπηλαίου βρέθηκε οστεοφυλάκιο με δεκατέσσερα κρανία χωρίς τις κάτω σιαγώνες τους, τοποθετημένα σχεδόν όλα όρθια, επάνω σε στρώμα από μικρές πέτρες. Μερικά κρανία περιβάλλονταν από μικρά βότσαλα. Φαίνεται ότι η ανακομιδή ήταν ομαδική και έγινε σε συγκεκριμένη στιγμή που επέλεξε η κοινότητα του σπηλαίου. Δεξιά: Εξαιρετικής ποιότητας και διακόσμησης αγγείο για την απόδοση τιμής στους νεκρούς
Οι δραστηριότητες της νεολιθικής κοινότητας του Διρού πραγματοποιούνταν σε τρεις χώρους:

1. Στη χερσαία, γύρω από τον κόλπο αμφιθεατρική περιοχή, όπου αναπτύσσονται οι γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες, και στο γύρω από αυτή ευρύτερο χώρο, όπου οι Νεολιθικοί θηρεύουν. Μετά την εγκατάσταση των πρώτων εποίκων στον Διρό το γεωγραφικό ανάγλυφό της γύρω από την Αλεπότρυπα περιοχής διαμορφώνει σταδιακά και την εικόνα της χωροταξικής οργάνωσης του νεολιθικού Διρού. 
 Κύρια γνωρίσματα του τοπίου είναι τα περιορισμένης έκτασης χωράφια που τα συγκρατούν πεζούλες και ανάμεσά τους οι στάνες και οι διάσπαρτες, μεμονωμένες και σε συστάδες καλύβες των αγροτών και των κτηνοτροφών, σε μια έκταση 1.000 περίπου στρεμμάτων γύρω από τον κόλπο, αν κρίνει κανείς από την παρουσία στην επιφάνεια χαρακτηριστικών οστράκων και λεπίδων οψιανού που μαρτυρούν τη χρήση του χώρου, ο οποίος όμως μέχρι στιγμής μόνον επιφανειακά έχει ερευνηθεί.
   Το πλήθος των οστών- υπολειμμάτων τροφής από αιγοπρόβατα και βοοειδή, που βρέθηκαν διάσπαρτα σε όλα τα στρώματα των ανθρωπογενών επιχώσεων της σπηλιάς, μας πληροφορούν για την εκτεταμένη άσκηση κτηνοτροφίας στην περιοχή. Παράλληλα, οστά από ελάφια και αγριόχοιρους, και αυτά υπολείμματα τροφών, καθώς και αιχμές δοράτων και βελών από οψιανό και πυριτόλιθο που βρέθηκαν στην Αλεπότρυπα, βεβαιώνουν ότι ο πληθυσμός ασχολείται δραστήρια και με το κυνήγι άγριων ζώων.


Αριστερά: Σκήπτρο από spondylus gaederopus. Μέσον: Διάφορα Ειδώλια. Δεξιά: Εργαλεία και αγγεία, πολλά από τα οποία με διάκοσμο
2. Ο άλλος χώρος δραστηριότητας του νεολιθικού ανθρώπου είναι ο κόλπος του Διρού. 
 Ο σημαντικός αριθμός σπονδύλων από μικρά και μεγάλα ψάρια, που βρέθηκαν στις ανθρωπογενείς επιχώσεις της Αλεπότρυπας, αποδεικνύει την αλιευτική δεινότητα των ψαράδων της νεολιθικής κοινότητας και, παράλληλα, το πλήθος των πεταλίδων που μάζευαν από τα βράχια του κόλπου και βρέθηκαν στις επιχώσεις φανερώνει ότι ο πληθυσμός εκτός από τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα κατανάλωνε και σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων. 
 Ο απάνεμος κόλπος του Διρού έπαιζε σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, των ανταλλαγών και της επικοινωνίας με τα άλλα παράκτια κέντρα, με τα οποία ο νεολιθικός άνθρωπος ερχόταν σε επαφή.
Τη φυσιογνωμία του θαλάσσιου και χερσαίου νεολιθικού τοπίου του Διρού πρέπει να συμπλήρωναν τα αραγμένα στη θάλασσα και τα τραβηγμένα στην αμμουδιά μικρά και μεγάλα σκάφη των ψαράδων και των ναυτικών στη θέση «Πορταράκια», ακριβώς κάτω από την είσοδο της σπηλιάς. Η παραλία αυτή αποτελούσε το σημείο αποχαιρετισμού και φυσικά υποδοχής των ναυτικών που έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ταξιδεύοντας, το σημείο ναυπήγησης των σκαφών και το σημείο συνάντησης και επαφής των συναλλασσομένων. Τέτοια εικόνα θα πρέπει να έδιναν όλοι οι παράκτιοι νεολιθικοί οικισμοί της παραθαλάσσιας ζώνης. Η παραλία στα «Πορταράκια» ήταν η φυσική προκυμαία, ο ταρσανάς, το εμπορικό λιμάνι, «η νεολιθική αγορά» του Διρού.


Λίθινα εργαλεία και όπλα
3. Ο τρίτος χώρος, αιτία της δημιουργίας των δύο προηγούμενων, ήταν το ίδιο το σπήλαιο, η Αλεπότρυπα. 
 Το ευρήματα των ανασκαφών μαρτυρούν ότι το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία, αποθήκη αγαθών, εργαστήριο οικοτεχνικής δραστηριότητας, νεκροταφείο και τόπος λατρείας. 
 Η χωροοργόνωση στην Αλεπότρυπα προσαρμόστηκε σταδιακά στη φυσική διάταξη των αιθουσών σε συνάρτηση με τις ανάγκες του καθημερινού βίου.
 Στις πολλές μικρές και μεγαλύτερες φυσικές κόγχες που βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη και από τις δύο πλευρές του κεντρικού διαδρόμου του σπηλαίου που οδηγεί στην Αίθουσα των Λιμνών, επικεντρώνονται όλες σχεδόν οι οικοτεχνικές δραστηριότητες των ενοίκων της σπηλιάς. 
 Ο μεγάλος αριθμός λίθινων και οστέινων εργαλείων. όπως και άλλα σχετικά ευρήματα που εντοπίστηκαν σε όλα τα στρώματα στο εσωτερικό της Αλεπότρυπας, βεβαιώνουν για τη συστηματική άσκηση μιας σειράς εργασιών και δραστηριοτήτων του καθημερινού βίου, όπως της υφαντικής, της κεντητικής, της κοσμητικής, της καλαθοπλεκτικής, της κατασκευής λίθινων όπλων και εργαλείων και της μεταλλοτεχνίας, δραστηριότητες της χειροτεχνικής εξειδίκευσης που θα μπορούσαν να γίνονται και στον εκτός της σπηλιάς χώρο, στο φως της ημέρας, όπου αποκλειστικά εργάζονταν οι αγγειοπλάστες και αγγειογράφοι του Διρού.


Διάφορα αγγεία και οστέινα εργαλεία
  Το κύτταρο της νεολιθικής κοινωνίας, η οικογένεια, επέλεξε ως ενδιαίτημά της, τις μικρές πλευρικές κόγχες, τους «κευθμούς» του σπηλαίου για παραμονή, απομόνωση και προστασία. 
 Εδώ ο νεολιθικός άνθρωπος κάλυπτε το χωμάτινο ή λιθόστρωτο δάπεδο με ψάθες και δέρματα για τον ύπνο του έχοντας κοντά του αγγεία με τροφές και νερό, θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι στα ενδιαιτήματα αυτά αναγνωρίζουμε αποκλειστικότητα χρήσης, ένα είδος ιδιοκτησίας για όση περίοδο χρησιμοποιούνται από την ίδια οικογένεια, σε αντίθεση με τους μεγάλους, βαθείς, ευρύστομους, πηλεπένδυτους και λιθοπερίκλειστους λάκκους- αποθηκευτικούς βόθρους, τις μεγάλες κυκλοτερείς, επίσης λιθοπερίκλειστες, εστίες και τους τρεις μικρούς ιπνούς, που πρέπει να ήταν κατασκευές για κοινή χρήση. Πλευρικές κόγχες της σπηλιάς επελέγησαν επίσης για καύση νεκρών και για δευτερογενείς ταφές.
  Από την πρώτη εξέταση μέρους του ανθρώπινου οστεολογικού υλικού της Αλεπότρυπας (Οστεοφυλάκιο II του τέλους της ΝΝ περιόδου), προκύπτει ότι για μια τόσο μακρόβια παραμονή του ανθρώπου στο σπήλαιο, για 2.000 χρόνια τουλάχιστον, το σπηλαιο- περιβάλλον θα επηρέασε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού των κατοίκων του. Βεβαιώνεται μια σειρά από παθολογικά συμπτώματα, όπως αναιμία, αρθρίτιδα, ελονοσία, καθώς και τερηδόνα και υποπλασία των δοντιών. Επίσης διαπιστώνεται μεγάλη παιδική θνησιμότητα, μικρό μέσο ύψος του ανθρώπου και χαμηλός μέσος όρος ζωής, που δεν ξεπερνάει τα 35 χρόνια.
 Οι διαπιστώσεις αυτές δηλώνουν τις δυσμενείς για τον ανθρώπινο οργανισμό συνθήκες διαβίωσης μέσα στη σπηλιά καθώς και την περιορισμένη χρήση ορισμένων ειδών διατροφής.

Από το είδος και το πλήθος των ευρημάτων προκύπτει ότι στον Διρό ήδη από τα μέσα της ΝΝ και κατά τη διάρκεια της ΤΝ έχει διαμορφωθεί μια οικονομικά και πολιτικά ισχυρή κοινωνική τάξη.
Είναι οι ναυτικοί που ναυπηγούν και κατέχουν τα πλοία και οι οποίοι ταξιδεύοντας και στα ανοικτά πελάγη, πραγματοποιούν και πρέπει να ελέγχουν τις θαλάσσιες μεταφορές και κυρίως το εμπόριο του οψιανού της Μήλου στη νότια Πελοπόννησο. Η τάξη των ναυτικών, επομένως, ελέγχει σε μεγάλο βαθμό και τη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή του Διρού, αφού εμπορεύεται τα προϊόντα της, ασκώντας παράλληλα και διοικητικές εξουσίες ασφαλώς σε ιεραρχική οργάνωση της τοπικής κοινωνίας.
 Η προνομιούχος αυτή τάξη των ναυτικών του Διρού πρέπει να δεχθούμε ότι είχε στην κυριότητά της τα εκατοντάδες μεγάλα στολισμένα με ανάγλυφες διακοσμήσεις αποθηκευτικά πιθάρια, όπως και το πλήθος των μεγάλων σφαιρικών τετράωτων αμφορέων για τη φύλαξη, τη χρήση και μεταφορά υγρών και συντηρημένων τροφών, θα πρέπει να δεχθούμε ακόμη ότι άτομα αυτής της τάξης της κοινότητας ήταν κάτοχοι των πανάκριβων για την εποχή, μη χρηστικών, γραπτών αγγείων της Αλεπότρυπας τα οποία πρόσφεραν σε μεγάλες ποσότητες σε τιμώμενους προσφιλείς νεκρούς.
  Σε άτομα της ίδιας τάξης ανήκαν προφανώς και τα αργυρά κοσμήματα, τα βραχιόλια από όστρεο Spondylus gaederopus και το «σκήπτρο» από το ίδιο όστρεο, δείγματα όλα πλούτου και κοινωνικού γοήτρου, ασφαλή τεκμήρια συγχρόνως ναυτικών εμπορικών ανταλλαγών.


Αριστερά: Διάφορα αγγεία. Δεξιά: Αμφορέας με πώμα. Στην φωτογραφία στον τοίχο του μουσείου φαίνεται η θέση που βρέθηκε στη σπηλιά.
  Τα άριστης κατασκευής εργαλεία και όπλα από οψιανό, από λίθο και κόκαλο, αλλά και από χαλκό, η εξαίρετη ακόσμητη, ανάγλυφη και γραπτή κεραμική, τα χαρακτηριστικά σύνεργα υφαντικής, οι οστέινες βελόνες και τα πήλινα σφοντύλια, τα λεπτοκαμωμένα, οστέινα λίθινα αλλά και από άργυρο κοσμήματα, τα κομψά πήλινα και μαρμάρινα ειδώλια, αλλά και το άφθονο σκελετικό υλικό των θηραμάτων, των βοδιών, των αιγοπροβάτων και των ψαριών καθώς και των μαλακίων, μαζί με τις πυρές, τις εστίες, τους ιπνούς, τους λάκκους-βόθρους αποθήκευσης τροφίμων, αλλά και τις διάφορες λιθόκτιστες κατασκευές δηλώνουν τον πλούτο, την έκταση, την πυκνότητα, τη ζωντάνια και το υψηλό επίπεδο ζωής της νεολιθικής κοινότητας του Διρού. Όλα αυτά καθιστούν την Αλεπότρυπα μοναδικού επιστημονικού ενδιαφέροντος και σπουδαιότητας αρχαιολογικό χώρο του Νεολιθικού κόσμου.

  Τα ευρήματα της Αλεπότρυπας εκτίθενται στο Νεολιθικό Μουσείο του Διρού, παραπλεύρως της εισόδου του σπηλαίου, όπου ο επισκέπτης αποκτά μια ολοκληρωμένη εικόνα της ζωής του Νεολιθικού ανθρώπου.


Του Δρ. Γιώργου Α. Παπαθανασόπουλου, Επίτιμου Εφόρου Αρχαιοτήτων


Σπήλαιο Αλεπότρυπα. Νεολιθική κεραμική.
Σπήλαιο Αλεπότρυπα. Ειδώλια και μικροαντικείμενα.
Σπήλαιο Αλεπότρυπα. Γενική άποψη της λίμνης.







Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Το ναυτικό της Αρχαϊκής Ελλάδας


Μια περιήγηση μέσα από την ζωγραφική των αγγείων με θεματογραφία πλοίων του πανίσχυρου Ελληνικού ναυτικού της Αρχαϊκής εποχής

Το 700-490 π.Χ. Σε γενικές γραμμές, η ναυτική ιστορία της Ελλάδας για τοn έβδομο και όγδοο αιώνα δεν διαφέρει από την προηγούμενη περίοδο. Οι επιχειρήσεις του αποικισμού συνεχίζονται, οι εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο και την Ανατολή εντείνονται. Μόνο νέο στοιχείο , οι εντονότερες σχέσεις με τη Δύση των  Πελασγικών  Τυρινών  και των Καρχηδονίων  μέσα από  τις ναυμαχίες,  εκεί που αντιτίθενται οι διάφοροι τύποι των πλοίων.Στις αρχές του έβδομου αιώνα, ένα κύμα της ανατολικότερης τέχνης  με στοιχεία  του ελληνικού Ιωνικού και  Αιολικού  κόσμου εισέβαλαν στα εργαστήρια της αγγειοπλαστικής στον κύριο ελλαδικό κορμό .Στους  Κορίνθιους αγγειοπλάστες που παράγουν αυτού του νέου ύφους αγγεία με πολύ  μεγάλη τελειότητα, τα οποία ήταν τόσο επιτυχημένα ώστε η Αθηναϊκή παραγωγή να υποφέρει. 
Όταν στο δεύτερο μισό του έβδομου αιώνα και ειδικά κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, τα αθηναϊκά εργαστήρια αρχίζουν ανακαταλαμβάνουν την κυριαρχία τους στην αγορά για τα κεραμικά με το ύφος του μαύρου σε κόκκινο τα  ερυθρόμορφα, οι ζωγράφοι επιλέγουν σαν σχήμα και πάλι το πλοίο ως θέμα της επιλογής αυτής .
 
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ  ΑΤΤΙΚΗ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ (650-490 Π.Χ.).
Το 1968, ο Ρ .Τ. Ουίλιαμς ( GOS , 81-117), με στοιχεία που συλλέγονται σε έναν οιονεί εξαντλητικό κατάλογο των αττικών αγγείων με παραστάσεις πλοίων. ξεχωρίζει, μετά από κάποιες πρόδρομες παραστάσεις  πριν από το  550 π.Χ., σε  πέντε ομάδες σκάφων αντίστοιχα .
 
- τα έργα ζωγραφισμένα με  τον  ζωγράφο Εξηκία (μεταξύ 550 και 530) π.Χ. 
- για κοπή που δημιούργησε ο  Νικοσθένης (Λούβρο, F123), μεταξύ 530 και 510 π.Χ.
 
- τα έργα με τους ζωγράφους Λυσσιπήδη  και Αντιμένη (μεταξύ 530 και 510) π.Χ.
 
- με τους ζωγράφους γύρω από την ομάδα του Λεάγρου (περίπου 510) π.Χ.
 
- γύρω από μια διαφορετική των άλλων ομάδα περίπου 510 π.Χ.
  

Η κατάταξη είναι βεβαίως υπεράνω κριτικής από την άποψη της ιστορίας της τέχνης, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κάποιος από τη σκοπιά της ιστορίας του Πολεμικού Ναυτικού.Αποδόσεις μορφής Διπύλου έχουν εγκαταλειφθεί και οι αθηναίοι  ζωγράφοι ενέκριναν την ρεαλιστική προοπτική. Ο  L. Casson (61, σημειώσεις 92-94, 62, και τις σημειώσεις 95 έως 100) διαπίστωσε την ύπαρξη με την εξής ακολουθία. 18 σκάφη κωπηλασίας για 17 κωπηλάτες, 9 σκάφη για 16 κωπηλάτες, 18 κωπηλάτες για 28 σκάφη, κλπ..
Με μία εξαίρεση, όλες αυτές οι εικόνες των πλοίων είναι για πόλεμο, το εμπορικό πλοίο και το αλιευτικό σκάφος έχουν σχεδόν αποκλειστεί από τον κατάλογο, η επιλογή είναι για τα  πολεμικά πλοία  και από αυτά τα πλοία τα πιο ευγενή.
Τα πληρώματα της Αρχαϊκής περιόδου ζωγραφισμένα σχηματικά, με έμφαση σε μια ήρεμη πλεύση στην ζωγραφική απόδοση τους , είναι σε  αντίθεση, των πληρωμάτων σε δράση, κατά την προηγούμενη περίοδο.
Με τον καθορισμό σε υφολογικά κριτήρια, ο RT Williams έχει δείξει ότι ορισμένοι τεχνίτες αντιγράφουν τα πραγματικά πλοία , με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας και αποδόθηκαν  από έναν ταλαντούχο ζωγράφο .Ο  Εξηκίας, ο Νικοσθένης, ο Λυσσιπήδης,  ο Αντιμένης είναι κατά  καιρούς,  αυτός ο ζωγράφος.. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν μπροστά τους  την αρχική αναπαράσταση  ενός πλοίου, αλλά το αντίγραφό του.
Μια λεπτομερής εξέταση των παραστάσεων  των αγγείων και τα σκάφη αυτά μπορούν να χωριστούν σε δύο κύριες ομάδες: 
- Τα πλοία να αποτελούν μια συνεχή ατέρμονα μορφή στην   ζωφόρο με ζωγραφισμένα πλοία  στο εσωτερικό του  αγγείου  όπου η επιφάνεια της θάλασσας ανακατεύτηκε με την επιφάνεια του υγρού ,που θα  υπήρχε μέσα στο αγγείο  έτσι ώστε ο ιδιοκτήτης του αγγείου θα μπορούσε βλέπει  το θέαμα των αγώνων πλοίων που  περιστρέφονται ασταμάτητα. 
- Τα πλοία να αποτελούν μέρος της εξωτερικής διακόσμησης του αγγείου.

ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

http://marine.antique.free.fr/images/navires/nav309a.gif
ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Το ένδοξο Μυκηναϊκό ναυτικό των Ελλήνων παρουσίασε για πρώτη φορά ,την δεύτερη χιλιετία π.Χ. στον κόσμο της ναυσιπλοΐας το πολεμικό πλοίο. Ένα πλοίο που δεν είχε υπάρξει μέχρι εκείνους ,  το πλοίο που ειδικεύεται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις , αλλάζοντας  την ιστορία .

Ενώ ο τύπος της Σύρου είναι το είδος του πλοίου, που κυριαρχούσε στο Αιγαίο ως σύνολο, αντικατοπτρίζοντας μια μεγαλύτερη ενότητα στις παραδόσεις της ναυπηγικής, οι Μυκηναίοι κάνανε μια αλλαγή, μια αλλαγή πιθανώς ως απάντηση σε άλλες ανάγκες. Είναι αυτοί που κατέλαβαν εξάλλου την Κρήτη. Αυτή η εισβολή συνεπάγεται σημαντικές ναυτικές δυνάμεις, δεδομένου ότι δεν μπορούσαν να αγνοούν ότι αυτή ήταν η Μινωική θάλασσα και η βάση για τη δύναμή τους. Φυσικά το ηφαίστειο της Θήρας είχα πιθανά καταστρέψει μεγάλο μέρος του στόλου των Κρητικών , αλλά και δεν ξέρουμε εάν κατέλαβαν ή συγχώνευαν τους Μινωίτες.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι φυσικό να περιμένουμε την εμφάνιση ενός τύπου σκάφους και  ότι οι Μινωίτες δεν αισθανόταν την ανάγκη να έχουν , το πλοίο που ειδικεύεται σε στρατιωτικές επιχειρήσεις: το είδος της Τραγάνας .

http://www.salimbeti.com/micenei/images/ship28.jpg
Θεωρητική αναπαράσταση του πλοίου της Τραγάνας

Είναι πιθανό, δεδομένης της συγκέντρωσης των οικονομικών και λογιστικών στοιχείων αυτό που αποκαλύπτει η αποκρυπτογράφηση των αρχείων των ανακτόρων της Πύλου και της Κνωσού, αναφέρεται σε μια σχολαστική γραφειοκρατία, ότι οι στόλοι των μυκηναίων, αν και δεν ήταν προσωπική ιδιοκτησία του βασιλιά, τουλάχιστον οι οργανωμένες ομάδες ιδιοκτήτων των σκαφών είχαν  επιτρέψει στον κυρίαρχο βασιλέα την άσκηση ενός δικαιώματος να επίταξη τα πλοία αλλά με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια . Ο Κατάλογος των πλοίων, στον στοίχο της Ιλιάδας II, το  οποίο αναφέρει σε κάθε δυναστεία έναν ορισμένο αριθμό πλοίων, είναι πιθανώς μια περισσότερο ή λιγότερο πιστή αντανάκλαση αυτής της κατάστασης που επικρατούσε τότε .
Εάν οι  Μινωίτες λειτουργούν  με το να επηρεάζουν με τον  πολιτισμό τους εκτός της Κρήτης, όπως, στις Κυκλάδες, τα Κύθηρα, την Μίλητο, κλπ.., Οι Μυκηναίοι έχουν εμπλακεί σε εμπορικές αποστολές, όπως στα νησιά Λίπαρι ,την Κύπρο, σε πολλά νησιά του Αιγαίου και σε πολλά μέρη της Μικράς Ασίας. Οι ιστορίες του Ομήρου είναι σίγουρα η καλύτερη ηχώ.
Μετά το  1200 π.Χ οι οικονομικές συναλλαγές στην Ανατολική Μεσόγειο γνωρίζουν ,από ότι ξέρουμε βέβαια μέχρι τώρα,  κατάρρευση και εξαφανίζονται, οι  λόγοι είναι ακόμη άγνωστοι. Αλλά είναι βέβαιο ότι  έως το 1000 ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έπαψε να παράγει , τα βασιλικά παλάτια εγκαταλείφτηκαν, αυτά που ήταν οι άξονες της ευημερίας του, έχουν  καεί και είναι έρημα. Και πάλι οι λόγοι είναι αμφιλεγόμενοι. Αλλά η εξασθένηση των κέντρων αυτών κατά το δωδέκατο αιώνα, είναι πιθανόν να είναι  αποτέλεσμα των διαταραχών που επηρεάζουν όλο αυτό το διάστημα, κάνοντας μια ξαφνική εξαφάνιση του βασιλείου Χετταίων, ανατρέποντας την Ανατολή, προκαλώντας την καταστροφή της το μεγάλο κέντρο του θαλάσσιου εμπορίου του Ουγκαρίτ , επισπεύδοντας την πτώση της Αιγύπτου, στον οποίο η νίκη της Δυναστείας του Medinet Habu ήταν απλά μόνο για να δοθεί μια ανάπαυλα σε αυτό το τέλος .

Τα μεγάλα αρχαία ναυάγια της Μεσογείου

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η Αρχαία Τριφυλία

Στην Τριφυλιακή Εστία (Τεύχος 5, Σεπτ/Οκτ 1975) εντοπίζουμε ιστορική αναφορά στην ονομασία και οριοθέτηση της Τριφυλίας μέσα από το άρθρο για τη διοικητική διαίρεση της Μεσσηνίας από τα αρχαία χρόνια.


Για τα φύλα που εγκαταστάθηκαν στην Τριφυλία αναφέρει ότι: "Μετά μίαν γενεάν από του Τρωικού πολέμου, ο χώρος της Τριφυλίας, κατωκήθη από Μινύας, της περιοχής του Ορχαμενού Κωπαίδος, οίτινες εξεδιώχθησαν εκ της πόλεώς των, υπό των επιδραμόντων εκεί Βοιωτών, με πρωτεύουσαν τη Μακιστίαν. Αργότερον, ο χώρος της Τριφυλίας, όπου διέμενων Μινύαι και Καύκωνες, από του ποταμού Αλφειού έως του Λαππίθου Όρους (Καιάφα) ονομάσθη Μακιστία και από του Λαππίθου Όρους έως του ποταμού της Νέδας, ονομάσθη Λεπρεατική (περιοχή των Λεπρεατών)."
Χαρακτηριστικά ο συντάκτης σημειώνει: "Κατά τους ιστορικούς χρόνους (600 π.Χ.)η περιοχή της Μακιστίας (Σαμικού) περιήλθεν εις τους Ηλείους, βοηθουμένων προς τούτο υπό της συμμαχίας των Σπαρτιατών. Τότε ανεφάνησαν εις αυτήν, οι πόλεις Επιτάλιου,Σαμικόν, Σκυλλούς, Υπαινα, Τυπανέαι, Βόλαξ, Στυλάγγιον κσι αι κώμαι: Κρουνοί και Χαλκίς και η περιοχή ονομάσθη Ηλειακή Τριφυλία, ενώ η Λεπρεατική, ονομάσθη Λεπρεατική Τριφυλία. Μεταγενεστέρως, η προιστορική Πυλία, πέραν του ποταμού της Νέδας ονομάσθη Ολυμπία, ανώ από του ποταμού της Νέδας έως του Ακρωτηρίου Κορυφασίου ονομάσθη Τριφυλία και από του Ακρωτηρίου Ακρίτας παρέμεινεν Πυλία, ίνα ενθυμίζη εις τας επερχομένας γενεάς το παλαιόν μεγαλείον της."

Στο ίδιο τεύχος ο εκδότης του περιοδικού Πιτταράς δημοσιεύει την επιστολή που έστειλε ως εκπρόσωπος του Συλλόγου Κυπαρισσίων "Αρκαδιά" στον Πρωθυπουργό ζητώντας την επανίδρυση Νομού Τριφυλίας και Ολυμπίας, βασισμένος σε επιχειρήματα ιστορικά που αποδεικνύουν την κοινή πορεία αυτών των περιοχών μέσα στο χρόνο.
"Τριφυλία υπήρξε κατά την εποχή του Μυκηναικού κόσμου, το ισχυρότερο βασίλειο- κράτος μετά το βασίλειο των Μυκηνών και ένα από τα πιο περίφημα κέντρα του προκλασσικού πολιτισμού. Τούτο μας το επιμαρτυρούν οι Νηλείδες της διασποράς, που "πιστοί στα σύμβολα και στις παραδόσεις της μακρινής πατρίδος, (Μιρώ)" δημιουργούν κι εκεί (Αθήνα, Μίλητος, Έφεσος, Πριήνη) τις προυποθέσεις του αρχαιοελληνικού θαύματος (Σούμπερτ).
Η Τριφυλία των μετακλασσικών χρόνων, με δεσπόζουσα την ομηρική Κυπαρισσία, αποτελεί το δεξιό βραγχίονα της Μεσσηνίας, έτσι όπως την φαντάστηκε και τη θέλησε ο μεγάλος πολιτικοστρατιωτικός ηγέτης Επαμεινώνδας.
Η Τριφυλία, κατά την εποχή της Ρωμαιοκρατίας είχε αναγνωρισθεί ως ανεξέρτητη περιοχή, με δικούς της άρχοντες και δικά της νομίσματα.
Η Τριφυλία κατά τη βυζαντινή περίοδο έφτανε μέχρι τον Αλφειό, όπως και κατά την προομηρική εποχή.
Η Τριφυλία της Φραγκοκρατίας αποτελούσε προνομιακή βαρωνεία- τη βαρωνεία της Αρκαδιάς- με το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φράγκικης εκτιμήσεως: ο κήπος της Ελλάδος.
Η Τριφυλία της Τουρκοκρατίας με το κοινό γνώρισμα της εποχής εκείνης ως επαρχίας Αρκαδιάς αποτελούσε έναν από τους 24 καζάδες της τουρκικής διοικήσεως στην Ελλάδα.
Η Τριφυλία ευθύς αμέσως την Απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό καθίσταται, όπως και κατά το διάστημα των προγενέστερων αιώνων, το επίκεντρο της μεσσηνιακής ζωής με πρωτεύουσα τη μυθική και απειρόκαλη Κυπαρισσία.
Η Τριφυλία επανιθρύθηκε ως Νομός Τριφυλίας και Ολυμπίας με πρωτεύουσα την Κυπαρισσία με το νόμο ΒΔ της 6ης Ιουλίου 1899 και καταργήθηκε με το νόμο ΓΥΠΔ της 16ης Νοεμβρίου 1909."



Printfriendly