.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Τα Υλικά Γραφής των Αρχαίων

Αρχαίες επιφάνειες γραφής (το αρχαίο χαρτί) 
Γενική εισαγωγή
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν ένα πλήθος υλικών γραφής, τόσο οργανικών, όσο και ανόργανων. Αντίθετα με μας σήμερα που γράφουμε επάνω στο χαρτί σχεδόν αποκλειστικά, οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν ένα πλήθος επιφανειών για να γράψουν, όπως το λίθο, τον πηλό, τα μεταλλικά ελάσματα, τις ξύλινες πινακίδες και τον πάπυρο.
Ανόργανα υλικά γραφής
Πάρα πολύ απλό υλικό γραφής αποτελούσαν τα θραύσματα από πήλινα αγγεία, τα λεγόμενα όστρακα, υλικό πρακτικό και αδάπανο. Η γραφή επάνω στα όστρακα ήταν άλλοτε εγχάρακτη και άλλοτε με σινική μελάνη. Όπως προκύπτει από τα σχετικά ευρήματα, τα όστρακα χρησιμοποιούνταν για φορολογικές αποδείξεις, σημειώσεις, βεβαιώσεις, επιστολές και κυρίως μαθητικές ασκήσεις.
Ένα ακόμη πιο πρωτόγονο μέσον γραφής αυτής της κατηγορίας ήταν οι λείες πέτρες.
Μια σπουδαία κατηγορία υλικών γραφής ήταν τα μέταλλα. Ο ορείχαλκος αν και συχνά χρησιμοποιούμενος αλλού, στον ελλαδικό χώρο δεν χρησιμοποιούνταν ιδιαίτερα, καθώς εδώ προτιμούνταν μαλακότερα μέταλλα, όπως για παράδειγμα ο μόλυβδος.
Συχνά στην αρχαιότητα συναντάται η χρήση των καταδέσμων, το να γράφουν δηλαδή επάνω σε φύλλα μολύβδου μαζί με τύπους αναθεματισμού το όνομα ενός προσώπου για το οποίο εύχονταν κάτι κακό και έπειτα να θάβουν ή να πετούν μέσα σε τάφους τις κατάρες αυτές.
Κατάλληλο επίσης μεταλλικό υλικό γραφής ήταν ο μαλακός κασσίτερος. Και σε αυτό το υλικό βρέθηκαν γραμμένες κατάρες όπως αυτές που προαναφέρθηκαν. Ο Παυσανίας (4, 26, 8) αναφέρει τέτοιους γραμμένους ρόλους από κασσίτερο.
Από τα μέταλλα σπανιότατα υλικά γραφής ήταν ο χρυσός και ο άργυρος. Παρ' όλα αυτά σώθηκαν ορισμένα ασημένια πλακίδια με αναθέματα. Ο Πλούταρχος αναφέρεται στο χρυσό βιβλίο που αφιέρωσε η ποιήτρια Αριστομάχη από τις Ερυθρές στο Μαντείο των Δελφών. Οι γραφές επάνω σε αυτά τα πολύτιμα υλικά προφανώς δεν προορίζονταν για καθημερινή χρήση και έτσι τέτοια παραδείγματα πρέπει να ήταν πολύ σπάνια.

Οργανικά υλικά γραφής
Μεταξύ των οργανικών υλικών γραφής, φυτικής προέλευσης, ένα χαρακτηριστικό υλικό ήταν το ξύλο το οποίο χρησιμοποιούνταν για ορισμένα σύντομα κείμενα. Στην πιο απλή περίπτωση επρόκειτο για σανίδες ή σανιδάκια επάνω στα οποία έγραφαν απευθείας με μελάνη. Λευκώματα ονομάζονταν οι ξύλινες επιφάνειες που ασπρίζονταν πρώτα με ασβέστη ή γύψο. Τα πιο συχνά υλικά κατάλοιπα επιγραφών επάνω σε ξύλο προέρχονται από την Αίγυπτο, λόγω των ευνοϊκών συνθηκών διατήρησής τους. Από τα υλικά αυτά κατάλοιπα διαπιστώνουμε ότι καμιά φορά περισσότερες ξύλινες πινακίδες συνδέονταν μεταξύ τους με τρύπες στη μία πλευρά τους, από τις οποίες περνούσε ένα κορδόνι για τη σύνδεση. Ανάλογα με τον αριθμό των συνδεόμενων ξύλινων πινακίδων, το σύνολο ονομάζονταν πυξία ή πτυχίαδίπτυχατρίπτυχα ήπολύπτυχα. Οι ξύλινες πλάκες ήταν λείες και διέθεταν επίστρωση από κερί στην εσωτερική επιφάνεια, ενώ στην άλλη πλευρά διέθεταν υπερυψωμένο χείλος. Ονομάζονταν γραμματεία και χρησιμοποιούνται κυρίως από τους μαθητές. Μία ή πολλές πλάκες μαζί χρησιμοποιούνταν επίσης για το γράψιμο επιστολών, ως σημειωματάρια, για λογοτεχνικά σχεδιάσματα, περιλήψεις ή και ως σχολικοί πίνακες.
Το πιο σημαντικό υλικό γραφής της αρχαιότητας, το οποίο απέκτησε και τη μεγαλύτερη σημασία μέσα στα χρόνια, ήταν ο πάπυρος. Ο πάπυρος προέρχονταν από το φυτό πάπυρος ή χάρτης, όπως ονομάζονταν από τους Έλληνες, ένα χαμόδεντρο που ανήκει στα ξυνόχορτα και αγαπά την υγρασία και τη ζέστη, με περιοχή διάδοσής του το Νείλο της Αιγύπτου. Η εν λόγω γραφική ύλη προέρχονταν από την καρδιά του κατώτερου τμήματος του στελέχους του φυτού, ενώ ο Πλίνος παραθέτει αναλυτική σχετική αναφορά (Hist Nat 13, 74 κε).
Η διαδικασία σε σχέση με την παραγωγή του παπύρου, ήταν η εξής: το στέλεχος κόβονταν φρέσκο σε τμήματα, αποφλοιώνονταν και έπειτα ελευθερωνόταν η καρδιά του. Στη συνέχεια η καρδιά κόβονταν σε λεπτές, πλατιές λωρίδες, τις οποίες έβαζαν τη μία πλάι στην άλλη ώστε να επικαλύπτονται οι άκρες επάνω σε μία σανίδα βρεγμένη στο νερό. Επάνω σ' αυτό το στρώμα τοποθετούσαν ένα δεύτερο στρώμα από λωρίδες της καρδιάς του φυτού. Κατόπιν μ' ένα λείο, πλατύ λιθάρι χτυπούσαν καλά την άνω επιφάνεια των λωρίδων, ώστε τα μεμονωμένα στοιχεία με την κολλώδη συνοχή της δυνατής ψίχας να συνδεθούν σταθερά μεταξύ τους. Το φύλλο που αποκτούσαν μ' αυτό τον τρόπο, το κόλλημα, ξηραίνονταν στον ήλιο και μετά στιλβώνονταν. Για τη στίλβωση χρησιμοποιούσαν κισσήρι, κοχύλι ή ραβδί από ελεφαντόδοντο. Ενίοτε με τη βοήθεια ξυδιού ή αλεύρου συγκολλούνταν περισσότερα φύλλα, 20 ή και 50 ακόμη σε ένα ρολό όπου οι ίνες του φυτού στη μία πλευρά πήγαιναν πάντα προς στην ίδια κατεύθυνση, εξωτερικά κάθετα και εσωτερικά οριζόντια.
Ο πάπυρος έφτανε στο εμπόριο πάντα με τη μορφή τέτοιων ρολών τα οποία κόβονταν έπειτα στο επιθυμητό μέγεθος. Το πρώτο φύλλο, το πρωτόκκολλον, έμενε συνήθως άγραφο ως προστατευτικό του κυλίνδρου. Το κείμενο γράφονταν σε στήλες, σελίδες, συνήθως μόνο στη λεία εσωτερική επιφάνεια αρχίζοντας από το αριστερό άκρο. Ο τίτλος του κειμένου και το όνομα του συγγραφέα αναγράφονταν σε πρόσθετη δερμάτινη ταινία, το λεγόμενο σίλλυβο.
Ο πάπυρος γενικά είχε ανοιχτό τόνο, ήταν εύκαμπτο υλικό γραφής, και διέθετε την πρέπουσα ελαστικότητα, ενώ χρησιμοποιούνταν κυρίως για μακροσκελή κείμενα. Από τις επιγραφές του Ερεχθείου μαθαίνουμε ότι η διοίκηση της Αθήνας του 5ου αι. χρησιμοποιούσε τον πάπυρο για τους λογαριασμούς του χτισίματος του κτιρίου.
Ένα μοναδικό παράδειγμα του είδους αποτελεί ο πάπυρος που βρέθηκε στον κιβωτιόσχημο τάφο Α στο Δερβένι Θεσσαλονίκης το 1963.
Δέρμα και περγαμηνή
Τα δέρματα των ζώων ήταν μία άλλη ύλη ανταγωνιστική προς τον πάπυρο. Η διαφορά μεταξύ δέρματος και περγαμηνής είναι ότι το δέρμα προέκυπτε από άργασμα αποτριχωμένου δέρματος ζώου με φυτικά υλικά που περιείχαν βυρσοδεψικό οξύ. Η περγαμηνή αντίθετα δεν γινόταν με το άργασμα του ζώου, αλλά μετά από κατεργασία του με ασβέστη, αφού το ξήραιναν τεντωμένο και έπειτα το έξυναν και το λείαιναν. Στην αρχαία γραμματεία το δέρμα ζώου αναφέρεται συχνά ως μέσο γραφής, ενώ οι όροι που χρησιμοποιούνται αδιακρίτως και για τα δύο είναι οι όροι διφθέρα και μεμβράνα. ο Ηρόδοτος συγκεκριμένα (5, 58) αναφέρει πως οι Έλληνες της Ιωνίας έγραφαν πριν από τον πάπυρο σε δέρματα αιγοπροβάτων.
 Βιβλιογραφία
 Blanck H.,Το βιβλίο στην αρχαιότητα, Αθήνα 1994.
Κονδύλια γραφής (τα αρχαία μολύβια)
Περιγραφή
Για τα σκληρά υλικά, όπως τα όστρακα, θα αρκούσε κάθε αιχμηρή μεταλλική πρόκα και σίγουρα δεν θα χρησιμοποιούνταν πάντα ένα ειδικό κονδύλι γραφής. Ειδικό κονδύλι γραφής θα χρησιμοποιούσαν σίγουρα όταν έγραφαν επάνω στις ξύλινες πλάκες που ήταν αλειμμένες με στρώμα κεριού, αν χάραζαν δηλαδή τη γραφή επάνω στη λεπτή κέρινη επίστρωση. Ένα τέτοιο κονδύλι, η λεγόμενηγραφίς, είχε κάτω μυτερό άκρο για το γράψιμο και επάνω ένα άκρο διαπλατυσμένο σε σχήμα σπάτουλας για να μπορούν σε περίπτωση λάθους να ισιάζουν εύκολα την επιφάνεια με το κερί. Τέτοια κονδύλια απεικονίζονται σε πολλές αρχαίες παραστάσεις με μορφές που γράφουν επάνω σε ξύλινες πλάκες ή σε δίπτυχα, όπως για παράδειγμα στο γνωστό αγγείο του Δούρι όπου απεικονίζεται σκηνή σχολείου. Από τις γραφίδες της αρχαιότητας σώθηκαν αρκετά δείγματα (εικ. 37), τα πιο πολλά οστέινα, ορειχάλκινα, από ελεφαντόδοντο ή από κάποια ευγενή μέταλλα.
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι κατασκεύαζαν τις γραφίδες τους από ορείχαλκο ή καλάμι, το οποίο έκοβαν με κονδυλομάχαιρο, στη μία του άκρη πλαγίως, σχίζοντας τη μύτη έτσι ώστε να λαμβάνει σχήμα παρόμοιο με της ατσάλινης γραφίδας. Πάντως επειδή οι γραφίδες από καλάμι φθείρονταν γρήγορα, έπρεπε να ξύνονται συχνά με κονδυλομάχαιρο ή κισσήρι. Για το λόγο αυτό σ' ένα κουτί με γραφικά υλικά φύλασσαν περισσότερες από μία γραφίδες έτοιμες.
Η μελάνημέλαν, κατασκευάζονταν αφού διέβρεχαν στο νερό καπνιά και προσέθεταν αράβικη γόμμα. Η μελάνη έπρεπε να καταναλωθεί αυθημερόν και διατηρούνταν μέσα σε μελανοδοχείο το οποίο συχνά διαφυλάσσονταν μαζί με τις γραφίδες σε μία κοινή θήκη. Για το γράψιμο σε μαλακό υλικό, όπως ο πάπυρος χρησιμοποιούνταν από κάτω μία στερεή βάση γραφής.
Οι αρχαίοι κανονικά έγραφαν καθισμένοι στηρίζοντας τις ξύλινες πλάκες στους μηρούς τους. Καθώς οι πλάκες αυτές ήταν αλύγιστες, μπορούσαν επίσης να γράφουν σ' αυτές και όρθιοι. Επάνω στον πάπυρο και την περγαμηνή, αλλά και στο ασπρισμένο ξύλο έγραφαν με μελάνη ή φτερό γραφής.
 Βιβλιογραφία
 Blanck H.,Το βιβλίο στην αρχαιότητα, Αθήνα 1994.
Αττική ερυθρόμορφη κύλικα
Χρονολόγηση485-480 π.Χ.
ΔιαστάσειςΔιάμετρος: 28,4εκ.
Ζωγράφος - αγγειογράφος.Δούρης Επιγραφή: Δούρις έγραφσενΤόπος προέλευσηςΑπό το Cerveteri της Ετρουρίας, Βερολίνο, Antikenmuseum, Staatliche Museen Preussischer Kultrubesits

Γενική εισαγωγή
Πρόκειται για ένα γνωστό αγγείο της αρχαιότητας, με σκηνές από ένα σχολείο της Αθήνας του 5ου αιώνα, μια παράσταση σπάνια για την αρχαία αγγειογραφία. Αποδίδεται με βάση την επιγραφή στον αγγειογράφο Δούρη με μακρά σχετική σταδιοδρομία στην αττική αγγειογραφία του 5ου αιώνα.
Περιγραφή
Στο μέσον της μίας από τις δύο όψεις της κύλικας απεικονίζεται δάσκαλος, καθισμένος σε κλισμό να ξετυλίγει ένα κύλινδρο μπροστά από ένα μαθητή του. Στο τμήμα αυτό του παπύρου που έχει ξετυλιχτεί, διαβάζουμε «ΜΟΙΣΑΜΟΙ ΑΦΙΣΚΑΜΑΝΔΡΟΝ ΕΥΡΩΝΑΡΧΟΜΑΙ ΑΕΙΝΔΕΝ» δηλαδή το τμήμα πιθανότατα ενός διθυράμβου σε εξάμετρο με τα κατορθώματα του Αχιλλέα στην Τροία. Πίσω από το νεαρό μαθητή κάθεται σε δίφρο ο παιδαγωγός του, κρατώντας βακτηρία σε μία στάση που υποδηλώνει το ταπεινό της καταγωγής του.
 Στ' αριστερά ένας άλλος γενειοφόρος δάσκαλος σε δίφρο διδάσκει σε μαθητή που κάθεται επίσης σε δίφρο, να παίζει λύρα. Ο εξοπλισμός του σχολείου, όπως φαίνεται από τα πράγματα στους τοίχους είναι κύλικες, λύρες, μία αυλοθήκη, η αρχαία συβήνη, καθώς και ένα κιβώτιο ίσως με κυλίνδρους.
Στην άλλη πλευρά του αγγείου στο μέσον, εικονίζεται νεαρός γραμματοδιδάσκαλος, γραμματιστής, που διδάσκει γραφή ή διορθώνει αυτά που έχει γράψει ο μαθητής του επάνω σε πτυκτό τρίπτυχο, τογραμματείον ή πυξίον. Στα δεξιά της παράστασης κάθεται πάλι ο παιδαγωγός του μαθητή. Στ' αριστερά της παράστασης απεικονίζεται αυλοδιδάσκαλος σε δίφρο και από μπροστά μαθητής που παρακολουθεί. Επάνω στους τοίχους είναι αναρτημένα ένα πυξίον, ένα είδος κανόνα και μία λύρα.
Καθώς φαίνεται από την παράσταση που απεικονίζει εσωτερικό σχολείου, οι μαθητές ήταν ντυμένοι με ευπρέπεια με το ιμάτιο να καλύπτει όλο τους το σώμα. Κυρίαρχη μορφή της όλης παράστασης είναι ο δάσκαλος με το ερεισίνωτο στο κάθισμα, ο οποίος απεικονίζεται και στο κέντρο της σύνθεσης.
 Βιβλιογραφία 
Τιβέριος Μ., Αρχαία Αγγεία, Ελληνική Τέχνη, 1996.
Πάπυρος Δερβενίου
Τόπος προέλευσηςΔερβένι Θεσσαλονίκης, Τάφος Α
Γενική εισαγωγή
Ο πάπυρος του Δερβενίου βρέθηκε στον λεγόμενο τάφο Α ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1962. Πρόκειται για έναν κιβωτιόσχημο τάφο με εσωτερικές διαστάσεις 2,07x0,90 και 1,08 βάθος. Ο τάφος ήταν κατασκευασμένος από αδρά κατεργασμένους πλίνθους πωρόλιθου κατά το ισόδομο σύστημα και έφερε κάλυψη από τέσσερις παρόμοιες λιθόπλινθους. Εσωτερικά ήταν επιχρισμένος με λευκό κονίαμα.
Περιγραφή
Μέσα στον τάφο αποκαλύφθηκε πλήθος κτερισμάτων, ενώ δίπλα στα κατάλοιπα της πυράς του νεκρού, βρέθηκαν τα υπολείμματα ενός κυλίνδρου απανθρακωμένου παπύρου επάνω στον οποίο σώζεται απόσπασμα από ένα ορφικό κείμενο. Η εύρεση του παπύρου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον από την αρχή στους αρχαιολόγους και τους φιλολόγους, ως το μοναδικό μέχρι στιγμής δείγμα του είδους που ανακαλύπτεται στο έδαφος της ελληνικής μητρόπολης και το οποίο χρωστά τη διατήρησή του στην απανθράκωση από τη φωτιά. Η σημασία του είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς αποτελεί πιθανόν το παλιότερο δείγμα ελληνικής γραφής επάνω σε πάπυρο. Καταλαμβάνει έτσι εξέχουσα θέση ανάμεσα στις χιλιάδες των ελληνικών χειρογράφων σε πάπυρο που μας έχει χαρίσει το έδαφος της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης.
Ο πάπυρος ανήκει στην ορφική γραμματεία. Ο συγγραφέας υπομνηματίζει λεξιλογικά και ερμηνεύει αλληγορικά ένα αρκετά παλιότερο από την εποχή του ορφικό ποίημα με κοσμογονικό και θεογονικό περιεχόμενο, παραδίδοντας ένα κείμενο που προτείνει μία θεογονία διαφορετική από την επίσημη του Ησιόδου.
Χρήση                                     
Πιθανόν ο πάπυρος να συνόδευσε το νεκρό στον τάφο του είτε λόγω του εσχατολογικού περιεχομένου του είτε γιατί ο νεκρός ήταν αναγνώστης ή υπομνηματιστής τέτοιων κειμένων.
Βιβλιογραφία 
Θέμελης Γ. Π., Τουράτσογλου Γ., Οι Τάφοι του Δερβενίου, 1997.
Επιστημονική Επιμέλεια : Δρ Κώστας Νικολαντωνάκης, Βάλεια Αμοιρίδου


Καρδαμύλη, Μεσσηνιακή Μάνη

  
 Η Καρδαμύλη, έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης, είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο απέχει 38χλμ. ΝΑ της Καλαμάτας. 
 Έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους γιατί αποτελεί ένα αξιόλογο φυσικό τοπίο με πλούσια βλάστηση μέσα στο οποίο εντάσσονται χαρακτηριστικά δείγματα της εξέλιξης της μανιάτικης κατοικίας και ως ιστορικό τοπίο, λόγω της σημασίας που έχει για την ιστορία της αρχιτεκτονικής και γενικότερα για την ελληνική ιστορία, επειδή η γη της, κατοικούμενη από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα, είναι πλούσια σε μνημεία όλων των εποχών και η ιστορία της πλούσια σε γεγονότα. Λίγα μόλις μέτρα χωρίζουν την παλιά πόλη από τη νεότερη.


  
 Η Καρδαμύλη, διατηρήθηκε ως μικρή ή μεγάλη πόλη, με το πανάρχαιο όνομά της εδώ και χιλιετίες. Είναι η Καρδαμύλη η Αρχαϊκή, η Μεσσηνιακή, των Ελευθερολακώνων, των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, η Καρδαμύλη η Μανιάτικη, των Τρουπάκηδων ή Μούρτζινων.

Ως γνωστόν ο Αγαμέμνων προσέφερε την Καρδαμύλη στον Αχιλλέα σαν προίκα για την κόρη του, αν ο βασιλιάς των Μυρμιδόνων ξανάπαιρνε μέρος στον πόλεμο της Τροίας.
"Επτά, δε ού δώσω ευναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην, Ενύπην τε και Ιρήν πιήσεον, Φηράς τε λαθέας ήδι Ανθειον βαθύλεμον καλήν τι Αίππειαν και Πήδασον Αμπελόεσσειν"
Ομήρου Ιλιάδα Ι στίχ. 149 - 151
Μτφ: " Μ' εφτά καλοκατοίκητες θα τον προικίσω χώρες με την πολύχλοη Ιρή, Ενύπην, Καρδαμύλην, με τις θεοφοβούμενες Φαρές, την Ανθείαν με πλούσια λειβάδια και την καλή την Αίπεια, την ΙΙήδασο με τα πολλά αμπέλια."

Αγγείο -2ου αιώνα, Καρδαμύλη,

Μόνον η Καρδαμύλη και η Κυπαρισσία από τις πόλεις του Μυκηναϊκού Βασιλείου του Νέστωρος έχουν κρατήσει το ίδιο όνομα στο πέρασμα των χιλιετιών!

 Ο Παυσανίας  γράφει για την Καρδαμύλη ότι στα χρόνια του ήταν το επίνειο της Αρχαίας Σπάρτης, με τα Ιερά του Νηρέα, της Αθηνάς και του Απόλλωνος. 
Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις Λακωνικά Κεφ. 26 Εδάφ. 7:
  "Η Καρδαμύλη, που την αναφέρει ο Ομηρος εκεί που ο Αγαμέμνονας τάζει δώρα στον Αχιλλέα, είναι υπήκοος των Λακεδαιμονίων. Την έχει αποσπάσει από τους Μεσσηνίους ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αύγουστος. Απέχει από τη θάλασσα, οκτώ στάδια και εξηνταοκτώ από το Λεύκτρο. Εκεί κοντά στην ακρογιαλιά υπάρχει τέμενος των θυγατέρων του Νηρέα γιατί, καθώς λένε, σ' αυτό το μέρος βγήκαν για να καμαρώσουν τον ΙΙύρρο, γιο του Αχιλλέα, όταν εκείνος πέρασε από εκεί, πηγαίνοντας στη Σπάρτη, για να παντρευτεί την Ερμιόνη. Στην πολίχνη αυτή, υπάρχει ακόμη ιερό της Αθηνάς και άγαλμα, του Καρνείου Απόλλωνα, όπως τον φαντάζονταν οι Δωριείς...."



 Ακολουθώντας το μονοπάτι πάνω από το μουσείο περνάμε ανάμεσα από τους δύο λαξευμένους στον βράχο τάφους, που η παράδοση ταυτίζει με τους τάφους των Διόσκουρων μυθικά παιδιά της βασίλισσας της Σπάρτης Λήδας, όταν ενώθηκε με τον Δία που είχε μεταμορφωθεί σε λευκό κύκνο. O Kάστορας κι ο Πολυδεύκης κυβέρνησαν από κοινού τη Σπάρτη στο αρχαϊκό της παρελθόν και ο θεσμός της διπλής βασιλείας που ίσχυε στο κράτος των Λακεδαιμονίων τα κλασικά χρόνια, ανάγεται σε αυτούς.

Κάστωρ και Πολυδεύκης
Ο λόφος πάνω από την σύγχρονη και μεσαιωνική Καρδαμύλη, δημιουργεί στην κορυφή του ένα μεγάλο πλάτωμα όπου υπάρχουν κατάλοιπα προϊστορικών εγκαταστάσεων και τειχών. Στον λόφο αυτό οι ερευνητές τοποθετούν την Ομηρική Καρδαμύλη.
 Εδώ, κατά την μυθολογία μας, ο Δίας έζησε τον έρωτά του με την Ταϋγέτη.



Οι δύο λαξευμένοι στον βράχο τάφοι που η παράδοση ταυτίζει με τους
τάφους των Διοσκούρων, Κάστορα και Πολυδεύκη
  Η μεσαιωνική Καρδαμύλη είναι κτισμένη στην πλαγιά του βουνού, πάνω από το νεότερο οικισμό. Πρόκειται για ένα οχυρωμένο σύμπλεγμα από Μανιάτικους πύργους, χτισμένα γύρω από την όμορφη εκκλησία του Aγίου Σπυρίδωνα, του 18ου αιώνα που στέκει σ΄ ένα γεμάτο κυπαρίσσια βράχο.


Άποψη της μεσαιωνικής πόλης
Άποψη της παλιάς Καρδαμύλης με τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος ενώ στο βάθος διακρίνεται η προϊστορική ακρόπολη.

 Το φαράγγι του Βυρού και αρχαία βασιλική οδός:
Συνεχίζοντας το σύντομο οδοιπορικό στην Ιστορία, βρίσκουμε την Καρδαμύλη να 'χει ξεχωριστή θέση και ισχύ τόσο στα ρωμαϊκά χρόνια με το «κοινόν των ελευθερολακώνων», όσο και στα βυζαντινά χρόνια ως επίνειο του Μυστρά. 
  Το  φαράγγι βρίσκεται στην καρδιά της Μεσσηνιακής Μάνης και χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως δρόμος προς τη Λακωνία. Τη φυσική οδό του ρέματος πιστεύεται ότι ακολουθούσε η αποκαλούμενη Βασιλική οδός που συνέδεε τη Σπάρτη με την Καρδαμύλη. Το δρόμο αυτό χρησιμοποιούσαν ευρύτατα οι Σπαρτιάτες όταν όλα τα κοντινά λιμάνια είχαν αποσπαστεί από την κυριαρχία τους και ως κύριο λιμάνι είχαν μόνο την Καρδαμύλη, όταν οι ελευθερολάκωνες είχαν κυριαρχήσει στη νότια Λακωνία.


Το φαράγγι του Βυρού
   Η Βασιλική οδός, χτισμένη σε πολλά σημεία της ξεκινούσε από το Ξεροκάμπι Λακωνίας, στην αρχαία πολυγωνική γέφυρα, και κατέληγε στην Καρδαμύλη. Από τον δρόμο αυτό διέσχισε τον Ταύγετο ο γιος του Αχιλλέα Πύρρος, ανεβαίνοντας στην Σπάρτη για να παντρευτεί την αντάξια του σε ομορφιά Ερμιόνη, κόρη της 'Ωραίας Ελένης' και του Μενελάου. Την ίδια οδό χρησιμοποίησε και ο Αριστομένης για να εισβάλει στην πεδιάδα του Ευρώτα κατά τους Μεσσηνιακούς πολέμους.

Ευρήματα Καρδαμύλης, μουσείο Καλαμάτας: Αριστερά μικροσκοπικά αγγείο, αφιερώματα σε άγνωστο Ιερό, -2ος/ -1ος αι. Μέσον πάνω: Αφιερωματικό ειδώλιο ταύρου από άγνωστο Ιερό, -7ος αι. Μέσον κάτω: Αφιερωματικό ειδώλιο γυμνής γυναίκας. Βρέθηκε στα "Τσέρια", -6ος αι. Δεξιά: Ασκός και Αμφορέας, οικιακά σκεύη, -1ος/ +3ος αι.

Καρδαμύλη: Ενεπίγραφη στήλη ερυθρού μαρμάρου η οποία είχε τοποθετειθεί στο επιφανέστερο σημείο του Γυμνασίου της πόλης. Περιέχει ψήθισμα προς τιμή του Ποσείδιππου, γιού του Αττάλου, για τις υπηρεσίες και ευεργεσίες του προς την πόλη. +1ος αι.
 Η ανάγκη για έγκαιρη ειδοποίηση και προστασία των κατοίκων της ενδοχώρας κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους από τις επιδρομές των πειρατών, ανάγκασε τους πρώτους να κατασκευάσουν σε σπηλιές στα απόκρημνα κάθετα πράνη του φαραγγιού, επανδρωμένες λίθινες κατασκευές (βίγλες - παρατηρητήρια) σε θέσεις ώστε να εξασφαλίζεται η οπτική μετάδοση του σήματος από σκοπό σε σκοπό φτάνοντας έτσι μέχρι τα βάθη της ενδοχώρας. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας όπως και επί Γερμανικής κατοχής τα ίδια αυτά παρατηρητήρια χρησίμευαν σαν καταφύγια σε κυνηγημένους.Παλιότερα στην κοίτη του ποταμού λειτουργούσαν πολλοί νερόμυλοι στην τοποθεσία μυλομαχαλάς, λίγο πιο κάτω από τις πηγές Εξωχωρίου. Σήμερα υπάρχουν μόνο τα ξεχασμένα ερείπια δείγματα τεχνολογίας άλλων εποχών.
   Ο Βυρός ξενικά από τον Άγιο Παντελεήμονα που βρίσκεται σε υψόμετρο 1400m στον Ταΰγετο και περνώντας από το Δάσος Βασιλικής κατεβαίνει προς τη θάλασσα διασχίζοντας την καρδιά της Μεσσηνιακής Μάνης.

 Στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της Πόλης εγκαταστάθηκαν εδώ επιφανείς αρχοντικές οικογένειες, όπως οι Παλαιολόγοι. 

 Στην παλιά πόλη δεσπόζει ο Πύργος του Τρουπάκη Μούρτζινου, (ο τελευταίος καπετάνιος Μανιάτης) κτίσμα του 1807. 

 Είναι ένα οχυρό συγκρότημα που αποτελείται από διάφορα κτίσματα. Ανάμεσα στα αξιοθέατα του συγκροτήματος είναι η μισογκρεμισμένη τοξωτή Πύλη, το Πυργόσπιτο που διαδραμάτιζε αμυντικό ρόλο, ο Πύργος, η πρόσβαση στον οποίον γινόταν μέσω μιας ξύλινης ανασυρόμενης γέφυρας, το Σιδηρουργείο, η υπόγεια Στέρνα, το Ελαιοτριβείο και ο Λαχανόκηπος που κάλυπτε τις ανάγκες της οικογένειας. Στην είσοδο του κάστρου δεσπόζει ο Ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, οικογενειακή εκκλησία των Μουρτζίνων, έργο που φανερώνει την οικονομική ισχύ και ευρωστία της οικογένειας.











Ο Ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, οικογενειακός ναός των Τρουπάκηδων-Μούρτζινων, βρίσκεται στο ΒΑ άκρο της Πάνω Καρδαμύλης. Η βόρεια πλευρά του ταυτίζεται με το τείχος της Πάνω Καρδαμύλης και εξωτερικό περίβολο του συγκροτήματος των Μούρτζινων. Ανήκει στον τύπο της μονόκλιτης βασιλικής με τρούλο. Στο ναό έχει ενσωματωθεί μεγάλο μέρος οικοδομικού υλικού σε δεύτερη χρήση, όπως τμήματα μαρμάρινων ανάγλυφων μελών βυζαντινών χρόνων και τμήμα επιγραφής στη στέψη της βάσης του πυργοειδούς καμπαναριού. Το υλικό σε δεύτερη χρήση συνδυάζεται με επιμελημένα λιθανάγλυφα λαξευμένα ειδικά για το μνημείο. Λαξευτοί ογκόλιθοι με ποικιλία υλικών και χρωμάτων διαμορφώνουν την κύρια, νότια όψη του μνημείου. Σύμφωνα με τα μορφολογικά και τυπολογικά του στοιχεία, ο ναός χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Ενετοκρατίας (1685 - 1715)

  Σε απόσταση 800 μέτρων από την αποβάθρα της Καρδαμύλης, βρίσκεται το γραφικό νησάκι Μερόπη. Κοντά στη παραλία του βρίσκεται ο ναός της Παναγίας που χρονολογείται γύρω στο 1779, με λίγα μόνο σημεία του να σώζονται.

Η νήσος Μερόπη και ο μεσαιωνικός ναός 



Η είσοδος του μουσείου
 Στις μέρες του 1821 το λιμάνι της Σκαρδαμούλας γίνεται κέντρο διακινούμενων Φιλικών και πολεμικού υλικού - εδώ πηγαινοέρχονται Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Περραιβός, Αναγνωσταράς με Νικηταρά (που φτάνουν για να παραλάβουν όπλα και πολεμοφόδια από τη Σμύρνη) κ.α.
Στην παλιά Καρδαμύλη στον πύργο του Μούρτζινου - Παναγιώτη Τρουπάκη, λίγες μέρες μετά την κήρυξη πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας - την 17η Μαρτίου 1821, στην Τσίμοβα (Αρεόπολη), βρίσκεται σε πολεμικό συναγερμό ο Π. Μαυρομιχάλης, ο Κολοκοτρώνης κ.α. οπλαρχηγοί, για να οδεύσουν κατόπιν με τα σώματα Μανιατών προς Καλαμάτα, μπαίνοντας τροπαιούχοι στην τουρκοκρατούμενη πόλη, στις 23 Μαρτίου. Ο Αγώνας του Γένους έχει αρχίσει...

Το περίφημο μουσείο των Μούρτζινων, στην Παλιά Καρδαμύλη:
 Στεγάζεται στο οχυρό συγκρότημα των Μούρτζινων - Τρουπάκηδων σε ένα διώροφο πυργόσπιτο. Θα δείτε μεγάλες φωτογραφίες από την καθημερινή ζωή και την αρχιτεκτονική όλης της Μάνης (ελαιοτριβεία, μελισσοκομεία, αλυκές, μύλους, πύργους, καλντερίμια κ.λπ.).
 Στον δεύτερο όροφο εκτίθενται τα ζωγραφισμένα κεραμίδια που χρησιμοποιούσαν μόνο στη Μέσα Μάνη. Η έκθεση αξίζει οπωσδήποτε τον κόπο! Περισσότερα:  ΕΔΩ.


Προάστειο:

Προάστιο (Πραστείο): 
Βρίσκεται σε υψόμετρο 230μ., μετά τη Καρδαμύλη, ανατολικά και αριστερά του δρόμου, ενώ απέχει 43 χλμ. από τη Καλαμάτα. Μαζί με τους οικισμούς Λάκκο και το παραθαλάσσιο Νέο Προάστιο (ή Πόρτο Καλαμίτσι).
 Στη συγκρότηση και δόμηση του σημερινού χωριού διακρίνουμε προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά τοξωτά σπίτια, των οποίων η επιμελημένη κατασκευή οφείλεται και στα λατομεία της περιοχής, που έχουν επιφανειακά στρώματα πωρόλιθου.
 Στη περιοχή των λατομείων διακρίνουμε τα σημεία εξόρυξης, ενώ έχει βρεθεί, πίσω από το Σχολείο, ένας Μυκηναϊκός τάφος.






VIDEO: Ένα μικρό οδοιπορικό στην παλιά πόλη της Καρδαμύλης:








Παλαιά ελαιοτριβεία της Μεσσηνίας


 Η καλλιέργεια της ελιάς έλαβε μεγάλη διάδοση στη Μεσσηνία, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη ενετική κατοχή της Πελοποννήσου (1685-1715). Ωστόσο, μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες τα ελαιόδενδρα δεν είχαν τη σημερινή διάδοση, διότι οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την παραγωγή των σύκων, την καλλιέργεια της αμπέλου και άλλων οπωροφόρων δένδρων, την εκτροφή του μεταξοσκώληκα και δευτερευόντως με την καλλιέργεια της ελιάς. Η ποικιλία που κυριαρχεί είναι η κορωνέικη.
 Στα σύνολα της προβιομηχανικής εποχής, όπου η πέτρα, το ξύλο και η ανθρώπινη ή η ζωική δύναμη παίζουν κύριο ρόλο, η τεχνολογία δεν απέχει και πολύ από τις προηγούμενες περιόδους μέχρι την πιο μακρινή αρχαιότητα. Με την εισαγωγή όμως της μηχανικής κίνησης και την είσοδο στη βιομηχανική εποχή το πετρέλαιο και η ηλεκτρική κίνηση άλλαξαν τους συσχετισμούς και διαμόρφωσαν νέους τρόπους επεξεργασίας και συνακόλουθα νέα μοντέλα. Τα τελευταία χρόνια έχει εντατικοποιηθεί η χρήση των νέων μηχανών φυγοκεντρικής τεχνολογίας, οι οποίες επεξεργάζονται πλέον σημαντικές ποσότητες ελαιοκάρπου, ενώ τείνουν να εξαφανιστούν και τα τελευταία υπολείμματα της παλαιάς τεχνολογίας με τα λιθάρια.
 Στην έρευνά μας στην περιοχή της Άνω Μεσσηνίας συναντήσαμε όλους τους τύπους των τριβείων και πιεστηρίων. Η μελέτη κάλυψε μερικώς την περιοχή των Δήμων Οιχαλίας, Μελιγαλά, Αρφαρά, Θουρίας και Καλαμάτας.

Τυπολογία μηχανημάτων

Tο μηχανικό τμήμα του ελαιοτριβείου απαρτίζεται από δύο μέρη: το τριβείο και το πιεστήριο. Συμπληρωματικά τμήματά του απαραίτητα ή μη είναι οι ρωγοί, δηλ. οι χώροι όπου αποθήκευαν οι παραγωγοί το προϊόν τους, το πηγάδι για το νερό, απαραίτητο για κάποιες φάσεις της επεξεργασίας, και τα σκεύη με τα οποία μετέφεραν τη ζύμη από το τριβείο στο πιεστήριο και από εκεί το λάδι στην οικία του παραγωγού. Η τυπολογία των εξεταζόμενων ελαιοτριβείων διαιρείται σε τρεις κατηγορίες που αντιπροσωπεύουν τρεις εποχές αλλά και τρεις εξελικτικούς τρόπους επεξεργασίας του ελαιολάδου.

Ο πρώτος τύπος, εντάσσεται χρονολογικά στα μέσα του 19ου αιώνα και εντεύθεν και αποτελείται από το λίθινο κατωλίθι και πανωλίθι του τριβείου, τη λίθινη βάση του πιεστηρίου και την ξύλινη ανωδομή του, που συνήθως λείπει.
Ο δεύτερος τύπος συνίσταται από λίθινο τριβείο και μεταλικό -βιδωτό- πιεστήριο και χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και εντεύθεν.
Ο τρίτος αποτελείται από λίθινο υπερυψωμένο τριβείο με λαμαρίνα στην περιφέρεια και υδραυλικό πιεστήριο, κινούμενα και τα δύο με πετρελαιοκίνητες ή ηλεκτροκίνητες μηχανές.
Η κυριότερη διαφοροποίηση και στους τρεις τύπους έγκειται στην αλλαγή της μορφής και της λειτουργίας του πιεστηρίου, το οποίο κινούνταν στις δύο πρώτες κατηγορίες από ανθρώπους ή στη δεύτερη κατηγορία με την παρεμβολή βιντσιού. Αντίθετα, το τριβείο στις δύο πρώτες κατηγορίες γύριζε, όπου ο χώρος επέτρεπε, με ζωική ή διαφορετικά με ανθρώπινη δύναμη.



Λίθινα σύνολα

Σε αυτή την κατηγορία το τριβείο αποτελείται από ένα κατωλίθι και ένα πανωλίθι, αμφότερα κυλινδρικά, το δε πιεστήριο συνίσταται από τη λίθινη βάση του, η οποία περιλαμβάνει την κυκλική χαραγή στο μέσον, την κοιλότητα της εκροής και τις δύο οπές στήριξης των κάθετων δοκαριών (αδράχτια) της ανωδομής. Πρόκειται για εξέλιξη των αρχαίων πιεστηρίων που αποτελούνταν από δύο λιθάρια. Σπανιότατα διαφοροποιείται η μορφή της βάσης του πιεστηρίου1.

Στις ορεινές περιοχές, η επεξεργασία την παλαιά εποχή γινόταν επί τόπου, επειδή ήταν δύσκολη η μεταφορά του Καρπού στο χώρο επεξεργασίας του στο χωριό ή στην πόλη. Έτσι, τα πρώτα σύνολα προβιομηχανικής εποχής απαντούν στις ορεινές περιοχές πάνω από το χωριό Κατσαρού και ανατολικά του όπου το χωριό Πεύκο.
Η πρώτη εγκατάσταση βρίσκεται στη θέση Τράιζα του χωριού Πεύκου. Το κατωλίθι και η βάση του πιεστηρίου βρίσκονταν μέχρι το έτος 2000 στην κατωφέρεια των χωραφιών σε δυσπρόσιτο σημείο. Το ανωλίθι έχει μεταφερθεί σε απόσταση περ. 300μ 2.
Η δεύτερη εγκατάσταση απαντά στη θέση Σχινόλακκα στα σύνορα Κατσαρού- Πεύκου3. To ελαιοτριβείο εμβαδού 69τμ περίπου, περιλαμβάνει το κατωλίθι και το ανωλίθι τοποθετημένο οριζόντια πάνω σε αυτό, καθώς και τη βάση του πιεστηρίου. Η στενότητα του χώρου αλλά και οι μικρές διαστάσεις των λιθαριών υποδηλώνουν ότι η όλη εργασία γινόταν χειρωνακτικά από ανθρώπους και όχι από ζώα.
Η τρίτη εγκατάσταση είναι στη θέση Κατσουλιέρα, πλησίον της Κοίτης του ρέματος Ξεριά. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου Κατσαρού- Πεύκου, είναι τοποθετημένο όρθιο ένα κυλινδρικό κατωλίθι τριβείου με μικρή κοιλότητα στο κέντρο. Η βάση του λιθαριού του πιεστηρίου είναι τοποθετημένη ανάποδα στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Η τέταρτη εγκατάσταση βρίσκεται στις ΝΑ. υπώρειες του όρους, στη θέση Γεωργανταίικα της τέως Κοινότητας Βρωμόβρυσης. Ο ενιαίος χώρος, εμβαδού 39 τ.μ., έχει στη Ν. πλευρά ένα κατωλίθι σε οριζόντια θέση και ένα κυλινδρικό -το οποίο μάλλον τείνει προς κολουροκωνικό- ανωλίθι τοποθετημένο πλαγιαστά. Το τελευταίο φέρει δύο ομόκεντρες κυκλικές χαραγές ελαφρού βάθους. Στη Β. πλευρά του χώρου βρίσκεται η βάση του πιεστηρίου με σκαπτό υπολήνιο, που απαντά για πρώτη φορά σε αυτού του είδους τα μελετώμενα πιεστήρια.
Λιθάρια σε ερειπωμένα κτίσματα χωρίς ίχνη πιεστηρίων βρέθηκαν και στις θέσεις Παλιόμπαλα του Πεύκου και Παλιολείτρουβιο του Κατσαρού.
Οι μυλόπετρες των υπό μελέτη τριβείων έχουν μικρές διαφοροποιήσεις στις διαστάσεις τους4, η επιφάνειά τους είναι λεία5 και πάντα το κατωλίθι είναι μεγαλύτερο (στη θέση Τράιζα το πανωλίθι είναι ελαφρώς μεγαλύτερο)6. Τα κατωλίθια των παραπάνω τριβείων είναι ανεξάρτητα λιθάρια, ενώ μόνο αυτό στη θέση Γεωργανταίικα είναι ενσωματωμένο στη γη και περιβάλλεται από κτιστό τοιχάριο αποτελούμενο από μια σειρά λίθων, όπως αυτά στη θέση Αγριλιές της επόμενης κατηγορίας, για διεύρυνση της επιφάνειας.



Σύνολα με βιδωτά μεταλλικά πιεστήρια

Τα βιδωτά πιεστήρια ακολουθούν τον προηγούμενο τύπο με τη διαφορά ότι στο μέσον του ύψους τοποθετείται ένας κοχλίας βίδα, ξύλινος στην αρχή, σιδερένιος στη συνέχεια, ο οποίος περιστρεφόμενος πιέζει την πλάντρα. Στηρίζεται στα άκρα από δύο αδράχτια.
Τα πιο συνηθισμένα πιεστήρια ήταν με καστάνια και μανέλλα7. Σε αυτά η μεγάλη πίεση γίνεται με βαρούλκο (βίντσι), είτε χειροκίνητο είτε ιμαντοκίνητο.
 Ο τύπος του ελαιοτριβείου με βιδωτό πιειστήριο έκανε την εμφάνισή του κατά τη διάρκεια του δευτέρου μισού του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου. Τα μέρη του πιεστηρίου ήταν η βίδα ή κοχλίας, η Καστάνια, η φωλιά της Καστάνιας και η πλάντρα8. Τα πιεστήρια που μας απασχολούν εδώ ανήκουν σε αυτόν τον τύπο και είναι εξ ολοκλήρου σιδερένια.
 Το ελαιοτριβείο στη θέση Μαρίστρα του Πεύκου, ιδιοκτησίας Π.Λ. Τζώρτζη, άρχισε να λειτουργεί γύρω στο 1935- 37. Από τα δύο λιθάρια που βρίσκονται στον εξωτερικό χώρο του ελαιοτριβείου, το πρώτο είναι κυλινδρικό και το δεύτερο Κολουροκωνικό9. Τα δύο κυλινδρικά λιθάρια στο εσωτερικό του κτίσματος, στη θέση του τριβείου της τελευταίας περιόδου, χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1945 μέχρι το 1958, είναι από γκρίζα πέτρα και προέρχονται από νησί, ίσως από την Αίγινα10. Από τα πιεστήρια σώζονται μόνο οι Κτιστές βάσεις τους καθώς και το βίντσι.
Δύο άλλα ελαιοτριβεία, με τα μέλη τους διατηρούμενα σε καλή κατάσταση, βρίσκονται στη θέση Αγριλιές της τέως κοινότητας Πεύκου. Το πρώτο, ιδιοκτησίας Κουρκουλή, διατηρεί το κατωλίθι κτιστό μέσα στη γη με πρόσθετο τοιχάριο στην εξωτερική περιφέρεια και το πανωλίθι, και τα δύο από γκρίζα ντόπια πέτρα. Το πιεστήριο φέρει στην άνω πλευρά του την επιγραφή: "Fcois HUGON & Cie/ CONSTRUCTEURS MÉCANICIENS/ Boulevard National, 112/ MARSEILLE".



To δεύτερο ελαιοτριβείο, ιδιοκτησίας Νιάρχου, διατηρεί από το τριβείο το κατωλίθι, το οποίο είναι επίσης στην εξωτερική περιφέρειά του κτιστό στη γη. Σώζεται ακόμη το πανωλίθι το δεύτερο κολουροκωνικό πανωλίθι, το βίντσι11 και το πιεστήριο, το οποίο στο μέτωπο του άνω και κάτω επιπέδου φέρει το κεφαλαίο γράμμα A. Η πλάντρα του πιεστηρίου είναι σπασμένη και εκτός θέσεως.
Λιθάρια τριβείου, κατωλίθι και ανωλίθι επισημάνθηκαν στα χωριά Δρέμι, Σταματινού, στα Παλαιά Τσουκαλέικα, στη Σκάλα και στην Οιχαλία. Στη Μερόπη, σε παλαιά εγκατάσταση του ελαιοτριβείου Λιώτση, σώζονται στην αυλή οι βάσεις των ρωγών από τσιμεντόλιθους.
Στο χωριό Καλύβια σώζεται ερειπωμένη εγκατάσταση ελαιοτριβείου ιδιοκτησίας Ηλία Δημοηλιόπουλου, με βιδωτό πιεστήριο.
Στο χωριό Σκάλα, σε ερειπωμένη εγκατάσταση ελαιοτριβείου ιδιοκτησίας Δημ. Νικολακόπουλου, το οποίο λειτουργούσε έως το 1960, σώζεται το κτιστό τριβείο με δύο λιθάρια12 από φαιή πέτρα και δύο βιδωτά πιεστήρια με οπή μανιβέλας, κασπάνια και τετράγωνη βάση με κοιλότητες στις εξωτερικές πλευρές. Το ένα φέρει την επιγραφή  "ΜΗΧΑΝΟΡ/ΓΕΙΟΝ  Σ.Ν./ ΠΕΡΑΚΗ/ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ", και το δεύτερο "TΖΩΝ/ ΜΑΚΔΟΥΑΛ/ & BAPBOYP/ EN ΠEIPAΙEΙ". Η μηχανή είναι "CAMPBELL ENGLAND".
Στον Άγιο Φλώρο και δίπλα στην κοίτη των πηγών του ποταμού Παμίσου είναι αποθηκευμένα μηχανήματα ελαιοτριβείου, μεταξύ των άλλων πιεστήριο με την επιγραφή «ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΕΙΟΝ/ Ν. ΑΡΓΥΡΙΟΥ/ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕ»13 και δύο διαχωριστήρες Papanelli Fioravante, Foligno (Italia), του γραφείου αντιπροσωπιών "ΓENIKOI ANTIΠΡΟΣΩΠΟΙ Αφοι Π. ΜΑΝΕΣΗ, Καποδιστρίου 17, ΚΕΡΚΥΡΑ, ΕΡΓ. ΜΗXANIKON TEXNON & XYTHPIA».

Σύνολα με υδραυλικά πιεστήρια

 Τα πιεστήρια αυτού του τύπου έχουν τέσσερα στηρίγματα και το έμβολο, τοποθετημένο υπόγεια, βρίσκεται σε ύψος ανάλογα με τη θέση που είχε την τελευταία στιγμή της λειτουργίας του14. Στην περιοχή που εξετάζουμε το υδραυλικό πιεστήριο εμφανίστηκε γύρω στο 1915 15.
 Το κτίριο του ελαιοτριβείου Τράγου στου Κατσαρού χρονολογείται από το 1920. Το πιεστήριο φέρει την επιγραφή στην άνω πλευρά «ΕΛΛΗNIKON/ MHXANOΠOIEION/ "BAΣΙΛΕΙΑΔΗΣ» και η αντλία επίσης την επιγραφή «ΒΑΣΙΛΕΙAΔΗΣ». Η μηχανή φέρει στην μιά πλευρά την επιγραφή «CAMPBELL LETCHWORTH» και στην άλλη "CH.A. PAPATHANASY PATRAS (GREECE). AGENTS...". To μοτέρ είναι βελγικής προέλευσης «CONSTRUCTIONS ELECTRIQUES DE BELGIQUE. LEGE...». Στην οικία Γ. Νικολάου φυλάσσεται διαχωριστήρας «DE LAVAL», με την πρόσθετη ένδειξη «STOCK- HOLM(SWEDEN), ΓENIKOI ANTIΠΡΟΣΩΠΟΙ EΣΚΑΕΦ, ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ- ΑΘΗΝΑ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ», και αδιάγνωστα τα λοιπά στοιχεία. Χρησιμοποιήθηκε στο ελαιοτριβείο Τράγου από το 1951/2 έως το 1967/70. Τα λιθάρια του τριβείου προέρχονται από τη Μήλο16.
 Το ελαιοτριβείο διαθέτει 17 πέτρινους ρωγούς διατεταγμένους κατά μήκος του έναντι του εργοστασίου τοίχου του κήπου17. Από τα μηχανήματα σώζονται το τριβείο με την κυκλική λαμαρίνα και τα δύο λιθάρια, η διπλή σκάφη του πιεστηρίου, το πιεστήριο, η αντλία, η μηχανή. Οι τροχαλίες και άλλα μικροεξαρτήματα, και στον κήπο η σκάφη και το πηγάδι. Στην κορυφή του ενδιάμεσου τοίχου, στην ενδεδειγμένη θέση, μεταξύ πρώτου και δεύτερου δωματίου βρίσκεται το ντεπόζιτο του νερού18.
 Το κτίριο του ελαιοτριβείου Νικολάου στου Κατσαρού χρονολογείται από το 1920. Το προτελευταίο βιδωτό πιεστήριο που χρησιμοποιήθηκε προ του 1930 ήταν του εργοστασίου Πετεινάρη από την Καλαμάτα. Υδραυλικό χρησιμοποιήθηκε μετά το 1930. Τα υπάρχοντα μηχανήματα ανάγονται στην περίοδο των ετών 1935-50. Σώζονται το τριβείο με τη λαμαρίνα και τα δύο λιθάρια και το πιεστήριο καθώς και το κυκλικό καζάνι του νερού. Το πιεστήριο φέρει στο άνω μέρος την επιγραφή "VICTOR COQ AIX BDR"



Στο χωριό Πεύκο υπάρχει ελαιοτριβείο εκτός χρήσεως ιδιοκτησίας Δημ. Τζώρτζη. Ο κύριος χώpoς έχει εμβαδόν 38,50 τ.μ. και ο πρόσθετος επιστρωμένος με τσιμέντο 31,60 τ.μ. Η στέγη έχει καταπέσει εξ ολοκλήρου. Με τα υπάρχοντα μηχανήματα λειτούργησε από το 1960 μέχρι το 1972/73. Το σωζόμενο λιθάρι από λευκό ασβεστόλιθο χρησιμοποιήθηκε σε προγενέστερη εποχή. Διατηρούνται η μηχανή, ο μεταλλικός κυκλικός σπαστήρας, η αντλία κινήσεως, το υδραυλικό πιεστήριο με το έμβολο καταχωνιασμένο και χωρίς κτιστή βάση, η σκάφη του πιεστηρίου και ο διαχωριστήρας19, που φέρει την ένδειξη «ΓENIKH ANTIΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΑΜΕΡΕΛ ΑΕ». Είναι ιταλικός της Veronesi Bologna. Η μηχανή κινήσεως φέρει επιγραφή  "FRITZ MUELLER ESSLINGEN" και η μηχανή πετρελαίου «KLOCKNER- HUMBOLDT- DEUTZ AG. KÖLN/ MAH...".
Στο χωριό Δεσύλλα, στα σύνορα με του Φίλια, ο υδροκίνητος μύλος ιδιοκτησίας Ι. Παναγιωτόπουλου χρησιμοποιήθηκε και ως ελαιοτριβείο. Έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο (ΦEK 1096/Β/9-6-99). Σώζεται και η μεγάλη φτερωτή του μύλου.
 Υδραυλικό πιεστήριο χρησιμοποιούσε και το ελαιοτριβείο Γεωργούντζου στον Άγ. Φλώρο, το οποίο φέρει την επιγραφή «ΝΙΚ Α ΛΙΠΟΒΑΤΖ/ ПЕРАΙΕΥΣ/  ЕРГОΣΤΑΣΙΟΝ/ BIOMНXANIKON/ ΚАΤΑΣΚΕΥΩΝ». Διατηρούσε και τη μηχανή. Η εγκατάσταση βρισκόταν μέχρι το 2001 στο ισόγειο διώροφου κτηρίου. Ήδη το ελαιοτριβείο διαλύθηκε λόγω ιδιοκτησιακών κληρονομικών διευθετήσεων και τα μηχανήματα διεσπάρησαν ή καταστράφηκαν.
 Στη Θουρία λειτούργησε προ του 1900 ελαιοτριβείο ιδιοκτησίας Αλέξ. Αποστολάκη. Το 1900 προστέθηκε στον όροφο οικία. Στην αυλή βρίσκεται λιθάρι της πρώτης εποχής λειτουργίας του. Από τα μηχανήματα σώζονται στο εσωτερικό το κτιστό τριβείο με δύο ανωλίθια άνισου πάχους και λαμαρίνα, το πιεστήριο του οίκου "VICTOR COQ AIX BDR", η λίμπα για το διαχωρισμό του λαδιού από τα λιοζούμια20, τρία πιθάρια για το «δικαίωμα» του λιοτριβιάρη στο πατάρι, η μπότσα, τσαντήλια τύπου φακέλου και δύο γουρουνόσακοι για τη μεταφορά του λαδιού στην οικία του παραγωγού. Στο εσωτερικό επίσης όπως και στην αυλή σώζονται ίχνη από συνολικά 10 ρωγούς. Το ελαιοτριβείο σταμάτησε να λειτουργεί γύρω στο 1970. Είναι αξιοπρόσεκτη η φροντίδα με την οποία ο τρίτος στη σειρά ιδιοκτήτης Βασ. Αποστολάκης διατήρησε όλα τα υπάρχοντα μηχανήματα και επιμελήθηκε το χώρο, ο οποίος είναι επισκέψιμος και αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση φροντίδας και αναδείξεως βιομηχανικού Kτιρίου.



Στον Αλμυρό του δήμου Καλαμάτας, δίπλα στην ακτή και επί της δημοσίας οδού, στο ισόγειο αναπαλαιωμένου κτιρίου του ελαιοτριβείου Μασουρίδη, λειτουργεί το νυχτερινό κέντρο "AΛEΚΤΩΡ". Στον εξωτερικό χώρο βρίσκονται διάφορα μηχανήματα μεταξύ των οποίων μηχανή με την επιγραφή "ΜΗΧΑΝΟΠΟΙΕΙΟΝ/ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟ/ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ" και άλλη "WHEATLEY, LTD OIL AND GAS ENGINE MANUFACTURERS LEEDS AND LONDON NEW MODEL 1911", στο εσωτερικό τριβείο, αντλία του οίκου «VICTOR COQ & FILS & Co/ MÉCANICIENS CONSTRUCTEURS/ AIX EN PROVENCE» και πιεστήριο επίσης του "VICTOR COQ AIX BDR" και στο τύμπανο τα γράμματα «ΡC».
 Το τριβείο με ζωήλατη κίνηση στο πρώτο εργοστάσιο Δρούλια στου Κατσαρού λειτούργησε έως το 1920. Από τότε και στη συνέχεια χρησιμοποιούσαν πιεστήριο με αδράχτι βιδωτό και κίνηση με ιμάντα από την τροχαλία και μανιβέλα για την περιστροφή του αδραχτιού χειρωνακτικά. Διατηρούνται τα δύο πιεστήρια του οίκου Θεοχάρη με ανοιχτά τσαντήλια και διπλή αντλία πιέσεως και ένα του Πετεινάρη με τσαντήλια σε σχήμα φακέλου. Το εργοστάσιο Θεοχάρη συνεχίζει τη δραστηριότητά του με έδρα τη Μάνδρα Αττικής.
Το ελαιοτριβείο Χαρίτση στο Διαβολίτσι διαθέτει πιεστήριο του Θεοχάρη. Επίσης στα κτήματα Αθ. Διαγούπη, το πρώτο στην Καλλιρρόη και το δεύτερο προς το Βασιλικό, υπάρχουν πιειστήρια των οίκων Πετεινάρη και Θεοχάρη.
Στην Άνθεια και στη δεξιά πλευρά της εθνικής οδού προς Καλαμάτα, στο εγκαταλειμμένο ελαιοτριβείο Φλέσσα υπήρχε μέχρι πριν από λίγα χρόνια η λαμαρίνα του τριβείου και στο εσωτερικό διατηρούνται δύο πιεστήρια της εταιρείας Primolia παρόμοια με του Θεοχάρη.
Τριβείο με λιθάρια χρησιμοποιούσε μέχρι το έτος 2000 το ελαιοτριβείο Γιάννη Σταθά στον Άγιο Φλώρο. Στην αυλή βρίσκονται δύο υδραυλικά πιεστήρια ιταλικής κατασκευής της εταιρείας «CAMPLONE» από την Πεσκάρα.
Τα πιεστήρια Θεοχάρη, Primolia και Camplone είναι νεότερης γενιάς με ενιαία δομή.



Τυπολογία κτιρίων

Από τα μελετώμενα ελαιοτριβεία, τα της πρώτης κατηγορίας, με τα λίθινα σύνολα, και όσα από αυτά είναι αναγνωρίσιμα, είναι επιμήκη ορθογώνια κτίρια, μονόχωρα, μικρού εμβαδού (40-70 τ.μ.), κτισμένα με λιθοδομή, δίρριχτη προφανώς κεραμοσκεπή στέγη και μία είσοδο.
Εκείνα της δεύτερης κατηγορίας, με βιδωτά μεταλλικά πιεστήρια, είναι επίσης επιμήκη συνήθως κτίρια ελαφρώς μεγαλύτερου εμβαδού, με δίρριχτη ή τετράρριχτη κεραμοσκεπή στέγη και μία έως τρεις εισόδους.
Τα της τρίτης Κατηγορίας, με τα υδραυλικά πιεστήρια, είναι ποικίλων διαστάσεων, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα.
Στου Κατσαρού και τα τρία κτίρια κτίστηκαν για βιομηχανικούς σκοπούς. Το ελαιοτριβείο Τράγου διαθέτει το διμερές επίμηκες κτίριο με τα μηχανήματα, τους ρωγούς και τον κήπο συνολικού εμβαδού περ. 900 τ.μ. Το εργοστάσιο Νικολάου είναι μονόχωρο, καταλαμβάνει έκταση περ. 110 τ.μ. και έχει τετράρριχτη στέγη. Το νεότερο κτίριο του ελαιοτριβείου Δρούλια κτίστηκε το 1950 και έχει εμβαδόν περ. 400 τ.μ. Η μεγάλη έκτασή του και η πολύ καλή διατήρησή του το καθιστούν ιδανικό χώρο προσφερόμενο για μουσειακούς σκοπούς.
Το ελαιοτριβείο του συνεταιρισμού στου Φίλια, κτίσμα του 1949, διαθέτει πολλούς και ευρείς χώρους. Του Σταθά στον Άγιο Φλώρο είναι νεότερο βιομηχανικό ευρύτατο κτίριο με ενιαίο χώρο. Το ελαιοτριβείο Χαρίτση στο Διαβολίτσι κτισμένο γύρω στο 1950 είναι πολυμερές, ακανόνιστου σχήματος εφοδιασμένο με πρόσθετους χώρους.
Στο Πεύκο, το ελαιοτριβείο Τζώρτση είναι κτίσμα σε ενιαίο χώρο με εμβαδόν περ. 70 τμ. Η στέγη έχει καταπέσει. Στην Άνθεια, το ελαιοτριβείο Φλέσσα είναι εργοστάσιο σε μορφή μονόχωρης τετράγωνης, τετράρριχτης, κεραμοσκεπούς κατοικίας.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία ελαιοτριβείων παρουσιάζει διώροφο οίκημα. Ο άνω όροφος χρησίμευε για οικία και στο ισόγειο σε ενιαίο χώρο ήταν εγκατεστημένο το ελαιοτριβείο. Αυτά είναι στου Δεσύλλα το διατηρητέο υδροκίνητο ελαιοτριβείο μύλος, στη Θουρία του Αποστολάκη και στον Άγιο Φλώρο του Γεωργούντζου. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και του Αλμυρού όπου προστίθεται και η χρήση του κήπου.
Όλα τα ελαιοτριβεία ήταν ιδιωτικά εκτός από αυτό του συνεταιρισμού στου Φίλια.
Στο χωριό Αίπεια σώζεται ένα κτίσμα της εποχής της Τουρκοκρατίας, το οποίο στέγαζε ελαιοτριβείο, ιδιοκτησίας Μ. Μπουλμέτη- Ο. Γκίζα. Апоτελείται από δύο χώρους που επικοινωνούν μεταξύ τους και δύο περιβόλους. Έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 153/Β/13-3-96).


Νικόλαος Γ. Λάσκαρης, Δρ. Αρχαιολογίας, Πανεπ. Paris I- Pantheon- Sorbonne
"Παλαιά Ελαιοτριβεία της Μεσσηνίας"

Σημειώσεις
1. Λιθάρι από γρανίτη με δυο οπές (δίστυλο) και τετράγωνο δίκτυο αντί για κυκλικό και τέσσερις αύλακες απορροής στο κέντρο στο αγιορείτικο κελί του Ραβδούχου (Ελιά και Λάδι, σ.178, εικ.6, και σ. 197, Καθημερινή - Eπτά Ημέρες 16.1.1994, σ. 10, Ι. Παπάγγελος). Στη Λέσβο οι οπές στηρίξεως των κάθε των δοκαριών είχαν χαραχθεί στην εξωτερική πλευρά των λιθαριών της βάσεως (Αξιώτης 1994, σχ. Δ-E).
2. Τα λιθάρια είναι από ντόπια πέτρα. Το κτήμα ανήκει στον Κωνστ Λυμπερόπουλου, ιερέα από του Φίλια. Στην τελευταία επίσκεψή μας στις 30/4/2000 τα λιθάρια είχαν εξαφανιστεί και ο χώρος διατεταγμένος σε πεζούλες είχε οργωθεί σε βάθος. Το λιθάρι στην ιδιοκτησία Η. Μαλεύρη είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος σφαγής του αμνοεριφίου της Λαμπρής. 
3. Το κατωλίθι είχε μεταφερθεί από το γειτονικό χωριό Βρωμόβρυση μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Η μεταφορά των λιθαριών στη Λευκάδα γινόταν ή με ζεμένους ανθρώπους που τραβούσαν την κυλιόμενη όρθια πέτρα -στην κατηφόρα οι ζεμένοι έμπαιναν πίσω- ή για κοντινές αποστάσεις με κυλινδρους πάνω στους οποίους τοποθετούσαν οριζόντια το λιθάρι (Κοντομίχης 1982, σ.89-90),
4. Οι μυλόπετρες στα νεότερα τριβεία πρέπει να έχουν διάμετρο 1-1,20μ. και πλάτος 0,28-035μ., να είναι από γρανίτη και ψιλόκοκκες. Προέρχονται κυρίως από λατομεία του Πόρου, της Αίγινας και του Δερβενίου (Μαρίτσας 1937, σ.33). Κατά μαρτυρία του 1910, του εργοστασίου Ισηγόνη της Σμύρνης, η διάμετρος των λιθαριών ήταν 1,52μ. το πάχος 0,30μ., ενώ η διάμετρος του κατωλιθιού 1,65μ. (Νομαρχία, σ.72).
5 H επιφάνεια λόγω της τριβής γίνεται λεία. Για το άλεσμα όμως πρέπει να είναι λίγο ανώμαλη, "γρέντζα" στη Λευκάδα. Το λιθάρι του μύλου τριβόταν από καιρού εις καιρόν για να έχει την μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα στο κοπάνισμα Το χάραγμα των λιθαριών, «τσακόνισμα» γινόταν με τον πίγκο. Τα λιθάρια ήταν από γρανίτη (Κοντομίχης 1982, σ. 86-88),
6. Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το πανωλίθι είναι μεγαλύτερο από το κατωλίθι. Στη Ζάκυνθο, το κατωλίθι 1,26 και 1,30μ. διάμ, το ανωλίθι 1,64 και 2,15μ., ενώ το πάχος τους 0,40- 0,50μ. (Ελιά και λάδι, σ.352, εικ. 6:8, 356, Δ. Ζήβας).
7. Στο Άγιον Όρος η χρήση των μεταλλικών ελαιοπιεστηρίων γενικεύεται από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε αντικαθιστούν και τα τελευταία ξύλινα του είδους (Ελιά και λάδι, σ. 281, Π. Ανδρούδης). Σχέδιο του βιδωτού σιδερένιου πιεστηρίου με καστάνια και μανέλλα (οπή), (ελιά και λάδι σ.207, σχ.6, από τη Χαλκιδική). Στο ελαιοτριβείο της μονής Μεγίστης Λαύρας βιδωτό με πλάντρα και καστάνια. Τη μανέλλα που ήταν από ξύλο άριου και είχε μείνει ένα χρόνο στο νερό για να σκληρύνει, γύριζαν 3 ή 4 άνδρες. Στα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του χρησιμοποιούσαν το βίντσι για την πίεση της πλάντρας (Ελιά και λάδι, σ.264, εικ.17. Στ. Μαμαλούκος).
8. Sordinas (1971), σ.1420. Σχέδιο λειτουργίας αυτού του τύπου πιεστηρίου δημοσιεύει ο Κοντομίχης (1982, σ.92, εικ.4). Στη θέση του μεταγενέστερου βιντσιού βρίσκεται ο ξύλινος αργάτης.
9. Κολουροκωνική πέτρα χρησιμοποιούσαν στη Λέσβο -η μικρή διάμετρος προς τα μέσα (Νομαρχία Λέσβου, σ.46). Η αντικατάστασή της από την κυλινδρική έγινε γύρω στο 1844 σύμφωνα με μαρτυρία (στο ίδιο, σ.50).
10. Συχνά τα πανωλίθια είναι ανισομεγέθη. Η χρησιμοποίηση δύο ανισομεγέθων πανωλιθαριών υπήρξε μια τεχνολογική καινοτομία με περιορισμένη εφαρμογή που τοποθετείται στη δεκαετία του 1940-50. Παράδειγμα ανισομεγέθων κυλινδρικών μυλόπετρων στη Λακωνία (Ελιά και λάδι, σ.370, εικ.9, σ.375, Ανδρ. Οικονόμου).
11. Τα βίντσια έχουν δύο ή τέσσερα γρανάζια. Αυτά με τα δύο είναι ταχύτερα. Τα βίντσια χρησιμεύουν για να κάνουν τη μεγάλη πίεση του στόματος στο πιεστήριο που αδυνατούν να κάνουν οι άνθρωποι με τα χέρια τους (Μαρίτσας 1937, σ.35-36).
12. Στην Κέρκυρα, ο τύπος με τα πολλά πανωλίθια (23) λέγεται αλεστική. Η χρήση της σταμάτησε γύρω στο 1970 (Sordinas 1971, σ.8-12). Στη Λευκάδα μετά το 1900 το πιειστήριο έγινε σιδερένιο (από χυτοσίδηρο) και στο αλώνι μπήκαν δύο λιθάρια. Τις μηχανές αυτές τις προμηθεύονταν στην αρχή από την Τεργέστη και κατόπιν από τον Πειραιά. (Κοντομίχης 1982, σ.92, όπου και σχέδιο πιεστηρίου παρόμοιο με αυτά στη θέση Αγριλιές). Τριβείο με δύο και τρία πανωλίθια στη Μάνη (Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα, σ. 458, εικ. 7-8, Ανδρ. Οικονόμου). Τριβείο με τρία λιθάρια και δύο επίπεδα στην Κάντανο Χανίων (Η ελιά και το λάδι στον χώρο, σ.490-1, εικ.68, Γ. Παπαηλιάκης).
13. Παρόμοιο πιεστήριο του ίδιου οίκου υπάρχει στην έκθεση του Διον. Ζήβα, δίπλα στη στάση του Ολυμπιακού σταδίου επί της Λεωφ. Κηφισίας στα σύνορα Αμαρουσίου- Χαλανδρίου,
14. Υδραυλικό πιεστήριο με κάποιες διαφορές όπως τα μελετώμενα εδώ παρουσιάζεται σε διαφημιστική καταχώριση στην Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια του "Ηλίου" 1937 (Ελία και λάδι, σ. 217, εικ.20 Α. Βαλαβανίδου). Υδραυλικά πιεστήρια με 4 στύλους, έμβολο και επιγραφή του εργοστασίου Ισηγός νη της Σμύρνης και τριβείο με 2λιθάρια και λαμαρίνα στο κοινοτικό ελαιοτριβείο Αγ. Παρασκευής Λέσβου (Δακανάλης κ.ά. 1989, σ.47).
15. Τα υδραυλικά πιεστήρια τα λειτουργούντα χειρωνακτικά εισήχθησαν στην Κέρκυρα, η οποία δέχθηκε πρώτη την επίδραση της τεχνολογίας των Ιταλών, μεταξύ 1891- 1895. Πενήντα τέτοια κατασκευάστηκαν από τοπικά εργαστήρια ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Ο Β' Παγκόσμιος έβαλε τέλος σ΄αυτήν την τεχνική (Sordinas 1971, σ.20-21).
16. Λιθάρια για ανεμόμυλους προερχόμενα από τη Μήλο  σε διάφορα μεγέθη στη Λευκάδα (Κοντομίχης 1982, σ.33).
17. Οι ρωγοί λέγονται στη Λέσβο μπατές (Νομαρχία Λέσβου, σ.51, εικ.56). Το ελαιοτριβείο της Αγ. Παρασκευής Λέσβου, έχει 6 κτίρια αποθηκών (μπατές) (Δακανάλης κ.ά. 1989, σ.47).
18. Η πετρελαιομηχανή ήταν φτηνότερη στη λειτουργία της κατά τέσσερις φορές από τη βενζινομηχανή. Με τη λειτουργία του ηλεκτρικού επιτυγχανόταν η απόλυτη αοσμία, ώστε δεν μολυνόταν το παραγόμενο λάδι από τους καπνούς και τις εξατμίσεις, καθ' ότι έχει την ιδιότητα να απορροφά τις οσμές (Μαρίτσας 1937, σ.43-46).
19. Ο διαχωριστήρας διαχωρίζει με τη φυγόκεντρη δύναμη το λάδι από τα άλλα στοιχεία. Κατά μαρτυρία χωρικών το συνεταιριστικό ελαιοτριβείο στο χωριό Φιλιά του δήμου Οιχαλίας ήταν το πρώτο στη Μεσσηνία που χρησιμοποίησε διαχωριστήρα το 1949. Στην περιοχή Πετρίνας της Λακωνίας προστέθηκε το 1955 (Ελιά και λάδι σ.373 Ανδρ. Οικονόμου).
20. Η λίμπα έχει στο μέσον διαχωριστική λαμαρίνα σε χαμηλότερο ύψος για να εισρέει το λάδι, ως πιο ελαφρό έχει ειδικό βάρος 0,917-, στη μία της πλευρά. Στην Ελάτεια, η δεξαμενή διαχωρισμού του λαδιού είχε στο μέσον του άνω μέρους του χωρίσματός της μια οπή απ' όπου διοχετευόταν το λάδι στο διαμέρισμα της λαδοκασέλας (Ελιά και λάδι, σ.382 εικ.5, Λ. Γουργιώτη).

Βιβλιογραφία
























Printfriendly