.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Παλαιοχριστιανική Επιγραφή Κυπαρισσίας



Ι. Η Επιγραφή 

 Η επιγραφή είναι εντοιχισμένη στην πρόσοψη της κτιστής κρήνης Πηγαδούλι1 στην συνοικία Πούρκος (Πούρκο, στον) του παλαιού οικισμού της Κυπαρισσίας2 (Βρύση Πηγαδούλι στο(ν) Πούρκο). Η κρήνη ευρίσκεται σε απόσταση λίγων μέτρων απέναντι από την βόρεια είσοδο του κήπου της οικίας Σωτηρίου Καζακοπούλου, κοντά και νοτιοδυτικά της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμ.) καλουμένης Μητρόπολη και Παλ(α)ιά Μητρόπολη. Ανατολικά της κρήνης -και αμέσως νότια της εκκλησίας πέρα από τον κοινοτικό δρόμο- , σε υψηλότερο εδαφικό επίπεδο (περίπου 5.00μ.) ευρίσκεται ο περίφρακτος, με κτιστό τοίχο, κήπος της «Μητρόπολης» που περικλείει αρκετά παλαιά αποτμήματα αρχιτεκτονικών μελών και το πηγάδι, το οποίο διοχετεύει με νερό συνεχούς ροής την κρήνη «Πηγαδούλι». Κατά παράδοση, σε παλαιότερους χρόνους μη καθοριζομένους, η κρήνη αυτή ήταν στην βορειοδυτική εξωτερική καμπυλούμενη γωνία της υψηλής κτιστής περιφράξεως του κήπου, όπου σήμερα σε απόσταση περ. 1.00μ. από την στάθμη του εδάφους διακρίνεται ευκρινώς μέσα στην τοιχοποιία το απότμημα μαρμάρινης υδρορρόης.

Η κρήνη Πηγαδούλι στην Άνω πόλη Κυπαρισσίας

 Τμήμα πλάκας (ή πιθανώς αρχιτεκτονικού μέλους) από λευκό λεπτόκοκκο μάρμαρο με εγχάρακτη επιτύμβια επιγραφή, της οποίας λείπει το αριστερό μέρος (Εικ. 1) πλάτος 0.23μ., ύψος 0.17μ. (δεξιά) και 0.12μ. (αριστερά), πάχος ορατό στην κάτω δεξιά γωνία 0.05μ., ύψος γραμμάτων 0.015μ. (- 0,02μ. Πρβλ. B, Ξ, C του στίχ. 5), διάστιχο 0.01μ. Γραφή κεφαλαιογράμματη. Τα γράμματα είναι έντονα χαραγμένα, σχεδόν ομοιομεγέθη και οι αποστάσεις κανονικές. Οι στίχοι δεν έχουν χαραχθή σε ευθεία γραμμή, αλλά κλίνουν ελαφρώς προς τα δεξιά. Τα γράμματα του στίχ.6 είναι χαραγμένα μάλλον αμελώς (πρβλ. την επιμελή χάραξη του άλφα στον στίχ.2 και τις αντίστοιχες δύο πρώτες χαράξεις του ιδίου γράμματος στον στίχ.6, όπου είναι εμφανής η διαφορά, ενώ η τρίτη χάραξή του στον ίδιο στίχον ομοιάζει με εκείνη του στίχ.2). Η μορφή των γραμμάτων στην επιγραφή είναι η αυτή (πρβλ. τους τύπους του άλφα -παρά την προαναφερθείσα κακή χάραξή του στον στίχ.6-, σίγμα, όμικρον και ύψιλον). Στο αριστερό τμήμα του μαρμάρου από τον στίχ.2 μέχρι και τον στίχ.5 υπάρχει χαρακτή ευθεία γραμμή από πιθανή μεταγενέστερη δεύτερη χρήση του. Το περιθώριο είναι ικανού πλάτους στο δεξιό (0.04μ.) και κάτω (0.03μ.) τμήμα του επιγραφικού κειμένου.


Στίχ.1. Επάνω από το γράμμα άλφα του στίχ.2 διακρίνεται καμπυλούμενη χάραξη, ενώ δεξιότερα κοντά στην θραυσμένη άνω πλευρά υπάρχουν ασαφείς χαράξεις, οι οποίες όμως είναι πολύ πιθανόν να οφείλωνται και στην διάβρωση του μαρμάρου.
Στίχ.2. Τα ίχνη των χαράξεων πριν από το γράμμα ταύ είναι ασαφή. Διακρίνεται δεξιά τμήμα κάθετης γραμμής. Πρόκειται άραγε για τμήμα της κεραίας του γράμματος νί;
Στίχ.3. Στο δεξιό διάστιχο των στίχ.2 και 3 υπάρχει κοιλότητα στο μάρμαρο, η οποία προχωρεί οριζοντίως μέχρι την απόληξή του. Η κοιλότητα αυτή αλλά και η διάβρωση της επιφανείας του μαρμάρου καθιστούν δύσκολο τον έλεγχο για τον εντοπισμό χαρακτού γράμματος. Αριστερά από το γράμμα όμικρον διακρίνεται ευκρινώς η αλλοιωμένη χάραξη του άλφα, ομοίου τύπου με εκείνο του στίχ 2.
Στίχ.5. Στη μέση του μηνοειδούς γράμματος σίγμα διακρίνεται η αρχή κεραίας με οριζόντια φορά. Πιθανώς ο χαράκτης αντελήφθη εγκαίρως το αβλέπτημα και δεν ολοκλήρωσε την χάραξή της με σκοπό να γράψει το έψιλον. Προφανώς παρεσύρθη στην πράξη αυτή από το πρώτο γράμμα (έψιλον) της λέξεως ΕΝΘΑ του αμέσως επομένου στίχ.6. 
Στίχ.6. Αμελής η χάραξη των γραμμάτων και ιδίως της καταλήξεως TE.
Κατά μεταγραφήν η επιγραφή έχει ως ακολούθως:


Χρονολόγηση: +6ος αι.

II. Σχόλια

Στίχ.4 Ευδόξιος. 
Ο μάρτυρας Ευδόξιος, του οποίου την ονομασία είχε ο πρεσβύτερος της Κυπαρισσίας, κατείχε το αξίωμα του κόμιτος και εμαρτύρησεν επί Διοκλητιανού στην Μελιτηνή της Μ. Ασίας μαζί με τους μάρτυρες Ζήνωνα και Μακάριο3, η δε μνήμη των εορτάζεται από την εκκλησία την 6η Σεπτεμβρίου4. Το όνομα Ευδόξιος δεν είναι συνηθισμένο σε παλαιοχριστιανικές επιγραφές από τον πελοποννησιακό χώρο τουλάχιστον δεν γνωρίζω άλλο παράδειγμα5.
Στίχ.5 πρεσβύτερος
Ο Ευδόξιος κατείχε στην εκκλησιαστική οργάνωση της τοπικής παλαιοχριστιανικής επισκοπής τον βαθμό του πρεσβυτέρου. Πρόκειται για έναν από τους τρείς βαθμούς ιερωσύνης και μάλιστα για τον ενδιάμεσο μεταξύ του επισκόπου και του διακόνου. Κατά την εκκλησιαστική τάξη ο πρεσβύτερος διοικεί την ενοριακή του περιφέρεια εξ ονόματος του επισκόπου6.
 Από την περιοχή της πλησιόχωρης (Αρχαίας) Μεσσήνης, η οποία απετέλεσε επισκοπή στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, είναι γνωστές δύο επιγραφές με τον βαθμό του πρεσβυτέρου
α) από την Σίμιζα (Ιθώμη) Παύλος πρεσβ[ύτερο]ς7 και
β) από την πόλη της Μεσσήνης, βορείως της Αρχαίας Αγοράς, όπου σε χαρακτή επιγραφή του +4ου ή +5ου αι., επί αρχαίου αρχιτεκτονικού μέλους αναφέρεται «... Ανανίου πρεσβυτέρου», με την ιδιομορφία ότι η λέξη «πρεσβύτερος» δηλώνεται με το γνωστό συμπίλημα των γραμμάτων Φ και P 8.
Από την επισκοπή της παλαιοχριστιανικής Ήλιδος προέρχεται επιτύμβια επιγραφή με δύο ονόματα πρεσβυτέρων  Θεοκτίστου πρεσβ(υτέρου)/ Σωτήρου των μακαρι/ ωτάτων πρεσβυτέρων9.
Από ανασκαφή στην παλαιοχριστιανική Τεγέα, έδρα και αυτή επισκοπής, προέρχεται πολύστιχη επιτύμβια επιγραφή του +5ου ή +6ου αι., η οποία αναγράφει Σαμουήλ πρεσβ(ύτερος)10.
Στις ανασκαφές της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του μάρτυρα Λεωνίδη στο Λέχαιο (περιοχή μητροπόλεως Κορίνθου) ευρέθησαν δύο επιγραφές, οι οποίες παραδίδουν ονόματα πρεσβυτέρων. Η μία είναι γραπτή αναθηματική επί τμημάτων εντοιχίου κονιάματος (επιχρίσματος) υπερθύρου και από τα σπαράγματα συμπληρώνονται οι λέξεις δουλος, πρεσβύτερος και Παύλος11. Η άλλη είναι χαρακτή επί λαιμού προχοΐδας που ευρέθη σε τάφο και αναφέρει  Θωμά π(ρεσβυτέρου)12.
Στίχ.6 ένθα κατάκιτε. 
Η έκφραση είναι γνωστή στις παλαιοχριστιανικές επιτύμβιες επιγραφές. Συχνότατα απαντά στα επιγραφικά κείμενα της (Αρχαίας) Κορίνθου και μάλιστα με την ίδια ορθογραφία του ρήματος «κείμαι» (κατάκιτε)13, η οποία είναι δυνατόν να οφείλεται σε ελλιπείς γραμματικές γνώσεις του χαράκτη ή και σε προβλήματα προφοράς. Παρόμοια έκφραση και ορθογραφία του ρήματος υπάρχει και σε παλαιοχριστιανική επιγραφή της Ήλιδος (ενθάδε κατά/ κιτε) 14.



III. Παρατηρήσεις

 Ως αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία υπάρξεως παλαιοχριστιανικής επισκοπής στην Κυπαρισσία μπορεί να θεωρηθή η υπογραφή του επισκόπου της Αλεξάνδρου στην Σύνοδο της Σαρδικής το έτος +343/344, Alexander Gyparensis Achajac, που ορθώς διορθώνεται σε Alexander Cyparissensis15.
 Ας σημειωθεί ότι μετά την υπογραφή του Αλεξάνδρου ακολουθεί εκείνη του επισκόπου Μεθώνης Ευτυχίου (Eutychiτις de Methona)16. Στην πολιτική Γεωγραφία του γραμματικού Ιεροκλέους, τον Συνέκδημο, που συνετάγη στους χρόνους του Ιουστινιανού (μεταξύ των ετών +528/535), αναγράφεται η πόλη της Κυπαρισσίας17, αλλά έκτοτε σιγή επικρατεί για την τύχη της μέχρι των αρχών της τετάρτης εικοσιπενταετίας του 10ου αι., όπου κατά την εποχή εκείνη την επισκέπτεται γιά ιεραποστολικό σκοπόν ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, αλλ' όμως η πόλη έχει ήδη μετονομασθεί σε Αρκαδία18.
 Ως επισκοπή αναγράφεται η Κυπαρισσία στο Τακτικό του παρισινού κώδικα 1555A 19. Στον κατάλογο αυτό της εκκλησιαστικής τάξεως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που χρονολογείται στις αρχές του 8ου αι. ή στον 9ο κατά J. Darrouzες, η πόλη μνημονεύεται ως η κη΄ επισκοπή της επαρχίας Πελοποννήσου υπό τον μητροπολίτη Κορίνθου. Η μαρτυρία όμως αμφισβητείται, γιατί αναγράφεται στο ίδιο Τακτικό και ως αρχιεπισκοπή υπό τον τίτλο Επαρχία Πελοποννήσου, ο Αρκαδίας. Ο Γερ. Ι. Κονιδάρης εξοβέλισε από το Τακτικό την επισκοπή Κυπαρισσίας20 και εδέχθη την (αυτοκέφαλη) αρχιεπισκοπή21. Αντιθέτως ο J. Darrouzes θεωρεί την αναγραφή της στην σειρά των επισκοπών της «επαρχίας Πελοποννήσου» ως ορθή22 και επικεντρώνει το πρόβλημα στην καταχώρηση της αρχιεπισκοπής, χωρίς όμως να διευκρινίζει επακριβώς το ζήτημα της διπλής αναγραφής. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσωμε την ύπαρξη επισκοπικής έδρας στην Κυπαρισσία23, μάλιστα δε μετά την ανεύρεση στην πόλη επιγραφικής μαρτυρίας η οποία μνημονεύει εκκλησιαστικό αξίωμα. Έτσι η διατυπωθείσα γνώμη, ότι μία αναφορά πόλεως στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους «δεν συνεπάγεται και την ύπαρξιν επισκοπής»25, τουλάχιστον δεν ευσταθεί για την περίπτωση της Κυπαρισσίας και συνεπώς δεν είναι θεμιτό να διαγραφή από το παρισινό Τακτικό. Η διπλή αναγραφή της πόλεως, ως επισκοπής Κυπαρισσίας και ως αρχιεπισκοπής Αρκαδίας, πρέπει να αναζητηθεί σε άλλον εξωγενή παράγοντα, όπως στην αξιοπιστία του πρώτου συντάκτη του Τακτικού (και του παρισινού κώδικα) ή, το πλέον πιθανότερο, στην σύγχυση που επεκράτησε με την βίαιη συγχώνευση των επαρχιών υπό το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως μετά την ζοφερή περίοδο της Εικονομαχίας (+732- +746)26.
 Καθ' όσον γνωρίζω παρέμεινε ανεκμετάλλευτη μέχρι τώρα και μία άλλη άμεση, κατά την άποψή μου, μνεία επισκόπου Κυπαρισσίας -και συνακολούθως της ομώνυμης επισκοπής. Πρόκειται για ελλιπή επιγραφή επί αποτμημάτων στέψεως παλαιοχριστιανικού θωρακίου, το οποίο ευρέθη στις ανασκαφές βασιλικής στην θέση αγία Κυριακή, νοτιοδυτικά των Φιλιατρών, εδαφικής περιοχής που όπωσδήποτε ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της επισκοπής Κυπαρισσίας27:
ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟ[ΠΟΥ  ...καλανδών;] ΙΑΝ[ουαρίων;]

 Δεν εσώθη το όνομα του επισκόπου, ο όποιος πιθανώς αφιέρωσε το γλυπτό φραγμα του πρεσβυτερίου ή εγκαινίασε την βασιλική, άλλ΄ όμως η σημασία του επιγραφικού αυτού κειμένου είναι προφανής εφ’ όσον, συνδυαζόμενο με εκείνο του πρεσβυτέρου Ευδοξίου, καθιστά περιττή κάθε αμφιβολία και προβληματισμό γιά την ύπαρξη ή μη παλαιοχριστιανικού επισκοπικού θρόνου στην πόλη. Κατά τον ανασκαφέα η βασιλική χρονολογείται περί τα μέσα του +6ου αι. (+540/550)28.
Συμπερασματικώς, μπορούμε με βεβαιότητα να ανάγωμε χρονικώς την ίδρυση της επισκοπής Κυπαρισσίας τουλάχιστον στις αρχές του +4ου αι. (+300) για την πρωϊμότητα στην χρονολόγηση δεν πρέπει να είμεθα επιφυλακτικοί, εφ' όσον γνωρίζομε ότι οι παράλιες πόλεις εδέχθησαν ενωρίτερα και ευκολότερα τα διδάγματα του χριστιανισμού λόγω και της ευρύτερης πνευματικής αντιλήψεως των κατοίκων -σε αντιδιαστολή με τα ενδότερα ορεινά πολίσματα. Τα παλαιοχριστιανικά αρχαιολογικά τεκμήρια στην Κυπαρισσία, άγνωστα και ανεκμετάλλευτα επιστημονικώς29 προδίδουν την ύπαρξη ακμαίας οικιστικής εγκαταστάσεως, αλλά ταυτοχρόνως και την έδρα ομώνυμης επισκοπής, η οποία πρέπει να υφίστατο μέχρι και την περίοδο του Φωκά (+602/ +610) σύμφωνα με νομισματικό εύρημα30. Υποθέτω ότι η επισκοπή δεν εσχόλασε στους αμέσως επομένους χρόνους, όπως συνέβη στις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις- επισκοπές και μάλιστα σε εκείνες της ενδοχώρας γιά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, αφού η οχυρή τοποθεσία της παράλιας πόλεως υπήρξε καταφύγιο πληθυσμών προερχομένων από τα ενδότερα μέρη και κατ' αυτό τον τρόπο ισχυροποιήθη η περιοχή δημογραφικώς, με όλα τα θετικά επακόλουθα. Στο γεγονός αυτό οφείλεται η διαχρονικότητα στην οίκηση της πόλεως και της ευρύτερης περιοχής, ένα από τα μάλλον ελάχιστα πελοποννησιακά παραδείγματα αποδεδειγμένης ιστορικής οικιστικής συνεχείας.

Παναγιώτης Βελισσαρίου, Αρχαιολόγος
Παλαιοχριστιανική Επιγραφή Κυπαρισσίας
Πρακτικά Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών

1. Στην επιτόπια έρευνα και στον εντοπισμό της επιγραφής συνέβαλε η φιλόλογος κ. Χαριτίνη-Δήμητρα Βελισσαρίου. Απαρίθμηση τν κρηνών (βρυσών) του παλαιού οικισμού της Κυπαρισσίας χωρίς όμως διευκρινιστικές σημειώσεις στον Βασ. Στυλ. Σταυρόπουλον, Απ’ το οδοιπορικό του Εβλιγιά στην Πελοπόννησο 1686. Στο κάστρο της Αρκαδιάς, «Τριφυλιακή Εστία», τόμ.9, τχ.49-50 (1983), σσ.46-47.
2. Για την παλαιοχριστιανική Κυπαρισσία δεν υπάρχει ιδιαίτερη μελέτη βλ. Picske, Kyparissia, (Pauly-Wissowa) Real Encycl. der Class. Altert., τομ. XII/23 (1924), σ. 47 (S 1), όπου συγκεντρωμένες οι πηγές και η σπουδαιότερη βιβλιογραφία. - Α. Βοn, Lε Péloponnèse byzantine jusqu'en 1204, Paris 1951,σ.112, σημ.1. Ενημερωτικό άρθρο του Ν. Κ. Μουτσόπουλου, Η ακρόπολις της αρχαίας Κυπαρισσίας. Το κάστρο της «Αρκαδιάς», «Τριφυλιακή Εστία», τόμ.8, τχ.48 (1982), σσ. 517-526.
3. (Ανών.), Ευδόξιος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ.5 (1964), σ. 1024.
4. Μηναίον του Σεπτεμβρίου, εν Αθήναις 1959 (έκδ. της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), σσ. 43-44.
5. Βλ. επιγραφή από την Εδεσσα της Μακεδονίας με το όνομα στον Ν. Α. Βέη, Πεντήκοντα Χριστιανικών και Βυζαντιακών επιγραφών νέαι αναγνώσεις, Αρχαιολ. Εφημ. 1911, σ.106, αρ. 47: " Μημόριον αιώνιον) (Ευδοξίου πρεσβυτέρου) και του αμαρτολο(ύ). πρβλ.D. Feissel, Recueil des inscriptions chrétiennes de Macédoine du IIIe au VIe siècle, Paris 1983 (=Bull. Corr. Hell., Suppl. VIII), σ.38, αριθ.16. -Το θηλ. Ευδοξία, D. Feissel, σ.47, αριθ.31, στιχ.2.
6. Δ. Ν. Μωραΐτου, Πρεσβύτερος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία τόμ. 10 (1967), στ. 581-582. Πρβλ. Βασιλ. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία απ’ αρχής μέχρι σήμερον, εν Αθήναις 1959, σσ. 44, 46 κεξ. H. Leclε τcα, Presbyter, Dictionnaire d'archéologie chrétienne et de liturgie, tópu. XIV, 2 (1948), ot. !717 k&5.
7. Ν. Α. Βέης, Χριστιανικαί επιγραφα Μεσσηνίας μετά σχετικών άρχαιολογημάτων, Δελτ. Ιστορ. Εθνολ. Εταιρ. 6(1901), σ. 389, άρ. ΧΙ.
8. Αν Κ . Ορλάνδου, Εκ τής χριστιανικής Μεσσήνης, Αρχ. Βυζ. Μνημ. 'EAA. Il(1969), σ.101.
9. Rob. Fleischer, Epigraphisches aus Elis, Jahr. des Östr. Arch. Inst. in Wien 46 (1961-63). Beiblatt, or. 89, öp. 5 kai eik. 56.
10, N. Bees, Note sur quelques inscriptions chrétiennes de Tégée, Bull. Corr. Hell.31(1907), σ.380, άρ.2, στίχ 1-2.
11. Δ. Ι. Πάλλα, Ανασκαφή βασιλικής εν Λεχαίω, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1956, σ.171.
12. Α. Ι, Πάλλα, ένθ’ αν., σ. 173.
13. N. A. Bees, Die Griechish-Christlichen Inscriften des Peloponnes. Ι., IsthmosKorinthos, Athen 1941 (–Corpus der griechisch-christlichen Inschriften von Hellas), o. 61, άρ. 31, στίχ. 8: ένθα κατάκιτε (4ου-5ου μ.Χ. αι.) σ. 75, άρ. 34, στίχ. 3-4 ένθα Γκαλτάκιτε (6ου-7ου μ.Χ. αι.), σ. 97, άρ. 45, στίχ. 2: ένθα κατάκιτίαι) σ. 119, άρ. 60, στίχ. 2-3: ένθα κατά, κιτε (6ου μ.Χ. αι.). - Δ. Ι. Πάλλα - Στ. Ν. Ντάντη, Επιγραφές από την Κόρινθο, Αρχαιολ. Εφημ. 1977, σ. 67, άρ. 6, στίχ 1-2, 1... ένθα, κατάκειτε (6ου μ.Χ. αι.). Από τον υπόλοιπα ελλαδικό χώρο βλ. ένδεικτικώς, Γ. Α. Σωτηρίου, Αι χριστιανικαι Θήβαι της Θεσσαλίας, Αρχαιολ. Εφημ. 1929, σ. 150, αρ. 1, στίχ. 1-2 έΤνθα κή ατάκ<ει >- τίαι), σ. 152, άρ. 6, στίχ 1-2. Ενθα κατά κ<ζει δεται) και σ. 155, άρ. 14, στίχ 1-2 ή Ενθα κατάκει) τε στις δύο αυτές επιγραφες ή έκφραση ευρίσκεται στην αρχή του κειμένου ενώ, αντιθέτως, στην επιγραφή τής Κυπαρισσίας στο τέλος - Ευθ. Τσιγαρίδα - Κά τ. Λοβέρδου-Τσιγαρίδα, Κατάλογος χριστιανικών επιγραφών στα μουσεία τής Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1979 (=Μακεδονική Βιβλιοθ. 52), σ. 33, άρ. 1, στίχ. 4-5: ένθα κατάκι τε, σ. 39, άρ. 6, στίχ, 5 και 12-13, σ. 43, άρ. 10, στίχ. 3-4 - Από τις παλαιοχριστιανικές ελληνικές επιγραφες του ευρύτερου μεσογειακού χώρου, Κιλικίας (Ο Dagron - D. Feissel, Inscriptions de Cilicie, Paris 1987 (=Travaux et Mémoires, Monogr. 4), o. 103, čp. 57, 58, 59) koi Appočtotáčog M. Aosídg (Ch. Roue ché, Aphrodisias in Late Antiquity, London) 1989, o, 213, p. 169, Otiy. 1-2. (otuupös) Evila karakite" o. 214, à p. 170, 171 o. 215, dip. 172. –Xixe?iag, Ant. Ferrua, Note e Giunte alle iscrizioni christiane antiche della Sicilia, Città del Vaticano 1989 (=Sussidi allo studio delle Antichità Christiane, 9), o. 1 13, dip. 427, CstíX. 2: švé9a Katikákat ta.
14. J. Keil– A. v. Prem er stein, Vorläufiger Bericht über eine Probegrabung in Elis, Jahr. des Östr. Arch. Inst. in Wien i4(1911). Beiblatt, oT. 108, eik. 59, orix. 1-2. = LRobert, Hellenica I, Limoges 1940, o. 36. TipsB. Rob. Fleischer, Éw8 div, ot. 82, Otix.-2.
15. J. D., Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, Fiorentiae 1761 (ανατ. Graz, 1960), τόμ. 6, στ. 1220. Ο Βασ. Γ. Ατέσης, Επισκοπικοι κατάλογοι της Εκκλησίας της Ελλάδος απ άρχής μέχρι σήμερον, εν Αθήναις 1975 (άνατ. εκ. του Εκκλ. Φάρου Νς (1974) και ΝΖ ́ (1975)), σ. 164, ακολουθώντας τον Δ. Δουκάκη, Κατάλογος επισκόπων Μεσσήνης και Ανδρούσης, Εκκλ. Φάρος Β' (1908), σσ. 340-341, συγκαταλέγει λανθασμένως τον Αλέξανδρο στόν κατάλογο τών επισκόπων Μεσσήνης o Impễópuɛvog otmv šKðoor toð M. Le Q u i en, Orient Christianus, in quattuor Patriarchatus..., tópu. II, Parisiis 1740, cyt, 195-196 Kai ở cvề čKɛívm to J. D. Mansi, šv6’ ởv. Tò άβλέπτημα δεν έπανορθώνειό Σπ. Δ. Κοντογιάννης , Επισκοπικοι κατάλογοι. Προσθήκαι και διορθώσεις εις τους επισκοπικούς καταλόγους τής Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1986, σ. 188. Επιφυλακτικός είναι ό Εμμ. Ι. Κωνσταντινίδης, Συμβολαί εις την έρευναντής ιστορίας τών εν Ελλάδι επισκοπών, Ι, Αθήναι 1983 (φωτ. επανέκδ.), σ. 30, χωρίς όμως να γνωρίζη την προτεινόμενη όρθή διόρθωση του J. D. Mansi. Πρβλ. Αν. Κ. . Ο ρλάνδο ν, ένθ' αν., σ. 88. ---Θεωρείται ότι ό επίσκοπος Κυπαρισσίας Αλέξανδρος αναφέρεται στην επιστολή του Μ. Αθανασίου πρός τις Εκκλησίες της Μαρεώciog (J. D. Mansi, 8v8 (iv., O. 1219. - J. - P. Migne, PG 25, 337). B. M88o Siou Γ., Φα ύ για, Ιστορία τής αποστολικής εκκλησίας Κορίνθου απ' αρχής μέχρι σήμερον,
Αθήναι 1968, σ. 134, άρ. 1.
16. J. D. Man Si, ένθ' αν. Πρβλ. Μεθόδιον Γ. Φού για ν, ένθ' αν., σ. 35, άρ.
17. E. Honigmann, Le Synekdèmos d'Hiéroklès et l'opuscule géographique de Georges de Chypre, Bruxelles 1939 (=Corpus Bruxellense Historiae Byzantinae), c. 18, $ 648, i.
- 18. Ο δ. Λαμψίδου, Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο Μετανοείτε (Κείμενα Σχόλια), Αθήναι 1982 (=περ. «Αρχ. Πόντου». Παράρτ. 13), σ., 62, στίχ.21: εις Αρκλάδας αφίκετο (κατά τον Βαρβεριανό κώδ. 583) και σ. 187, στίχ.25: εις Αρκάδας αφίκετο (κατά τόν Κουτλουμουσιανό κώδ. 210) βλ. και τα σχόλια στην σ.424. Αντιθέτως ό Σπ. Π. Λάμπρος, Ελληνικά έγγραφα εν τώ αρχείω τής Βενετίας εν οίς και έγγραφα Τούρκων αρχόντων ελληνιστί, Δελτ. Ιστορ. Εθνολ. Εταιρ. 4(1892), σ., 645, ταυτίζει την αναφορά της Αρκαδίας στον Βίο Νίκωνος με την ομώνυμη χώρα, άν και γνωρίζει την αντιστοιχία της τοπωνυμίας Αρκαδία- Αρκαδιά με τον οικισμό της Κυπαρισσίας (Σπ. Π. Λάμπρου, ένθ' αν., σ.639). Περισσότερα για την διαχρονική ονοματολογία του τόπου στον Δ. Β. Βαγιακάκον, Κυπαρισσίας όνοματολογικά Α'. Κυπαρισσία- Αρκαδία- Αρκαδιά, Πρακτικά του Β' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδ. (Κυπαρισσία 27-29 Νοεμ. 1982), Αθήναι 1984 (Πελοποννησιακά. Παράρτ. 10), σ.269 κεξ.
19. Γερ. Ι. Κονιδάρη , Αι μητροπόλεις και αρχιεπισκοπαί του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι "τάξις" αυτών, Αθήνα 1934 (=Texte u. Forschungen zur Byz.-Neugr. Philol., 13), oo.77-78, 102. J. Darrouz ès, Notitiae episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, Paris 1981, σ.245, στίχ.759. Ο συγγραφέας, σ.32, χρονολογεί το Τακτικό μετά την Ζ' Οικ. Σύνοδο και δεν το σχετίζει με την Εικονομαχία, όπως ο Γερ, Κονιδάρης.
20. Γερ, Ι. Κονιδάρη, ένθ' αν., σ.102. Το ύ αυτού, Παρατηρήσεις εις τα περί επισκοπών της Λακωνικής κατά τους ένδεκα πρώτους αιώνας της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, «Λακων. Σπουδ.» 5Β' (1980), σσ. 414-415. Πρβλ. Αγνή ν Βασιλικοπούλου, Η εκκλησιαστική οργάνωση της Πελοποννήσου στη βυζαντινή εποχή, Πρακτικά Γ' Διεθν. Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδ., τόμ. Β', Αθήναι 19871988 (=Πελοποννησιακά. Παράρτ. 13), σ. 196 κεξ.
21. Γερ. Ι. Κονιδάρη, Αι μητροπόλεις και άρχιεπισκοπαί, ένθ' αν., σ.90. Του αυτού, Συμβολή εις την Εισαγωγήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος, εν
Αθήναις 1938, σσ. 40,76.
22. J. Darrouzès, ένθ' αν., σ.245, στίχ759. 
23, J. Darrouzès, ένθ' αν., σ.232, στίχ.56 και σ.23, 
24. Την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής επισκοπής δέχεται ο Γερ. Ι. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τόμ.Α', εν Αθήναις 1954-1960, σσ.516, 518, παρά τόν εξοβελισμό της από τό παρισινό Τακτικό.
25. Γερ. Ι. Κονιδάρη, Παρατηρήσεις εις τα περί επισκοπών τής Λακωνικής, σσ. 407-408.
26. Ger. Konidaris. Die neue in parallelen Tabellenausgabe der Not. Episcopatuum und die Echtheit der Not. d. Cod. Paris. 1555A, «χαριστήριο εις Α. Ορλάντο», τόμ. Δ., Αθήναι 1967-1968, 
27. Δ. Ι. Πάλλα, Ανασκαφή εις Φιλιατρά της Τριφυλίας, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1960, σ. 186, σημ. 1 και πίν. 148α. Του αυτού, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. Ανασκαφή παρά τα Φιλιατρά (Τριφυλίας), Αρχ. Δελτ. 16 (1960) Χρον., σ.122 και D. Pallas, Les monuments paléochrétiens de Grèce découverts de 1959 à 1973, Città del Vaticano 1973 (=Sussidi allo studio della Antichità Christiane, 5), σσ.187-190.
28. Δ.Ι. Πάλλα,Ανασκαφή εις Φιλιατρά τής Τριφυλίας, ένθ' αν.,σσ. (187-188 kai D, Pallas, 3. 189.
29. Η μεταξύ του κάστρου της Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς) και της παραλίας επίπεδη έκταση παρέχει πλήθος αρχαιολογικών παλαιοχριστιανικών (και βυζαντινών) ενδείξεων στις συνεχόμενες ευρύτατες εδαφικές εκτάσεις Φόρος (τοπωνυμία προερχομένη τουλάχιστον από τους μεσοβυζαντινούς χρόνους) και Μούσγα προσδιορίζονται κτηριακά συγκροτήματα και ιδίως νεκροταφείο των υστέρων ρωμαϊκών χρόνων για τις ανασκαφικές εκθέσεις βλ. Ν. Κυπαρίσση, Εκθεσις περί τών εν Κυπαρισσία δοκιμαστικών ανασκαφών, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1911, σ. 250 κεξ. - Γ. Π. Παπαθανασόπουλου, Αρχαιότητες και μνημεία Μεσσηνίας, Αρχ. Δελτ. 17(1961-1962) Β ́ Χρον., σ.98 κεξ.
30. Ν. Κυπαρίσσης ενθ' αν., σ. 251. Αντιθέτως ο Γ. Π. Παπαθανασόπου λος, ένθ’ αν., σ.98 αναφέρει την εύρεση νομισμάτων χωρίς όμως να εξειδικεύη.






Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Η αρχαία ναυσιπλοΐα στην Δ. Πελοπόννησο



 Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο Όμηρος τις περισσότερες περιπέτειες του Οδυσσέως τοποθετεί σε θάλασσες δυτικώς της Ελλάδος, γεμάτες οδυνηρές εκπλήξεις, με καταιγίδες, θύελλες, ναυάγια και καταποντισμούς1. Αυτές οι αναφορές απηχούν σαφώς εμπειρίες Ελλήνων ναυτικών που είχαν αρχίσει από την προϊστορική εποχή να ξανοίγωνται στη δύση και να περνούν το στενό της Μεσσήνης. Είναι οι πρώτοι θαρραλέοι θαλασσοπόροι που με αντίξοες συνθήκες και μυρίους κινδύνους δημιούργησαν τις πρώτες θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ της ελληνικής και της ιταλικής χερσονήσου για να ακολουθήση ο μεγάλος αποικισμός στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία.
 Αυτός λοιπόν ο αποικισμός, σε κύρια και βασική του φάση, έλαβε χώραν στο δεύτερο ήμισυ του Η' αιώνος, οπότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες αποικίες που φαίνονται στο χάρτη της Εικ.1. Έχουμε δε να κάνουμε τις εξής δύο παρατηρήσεις για τις αποικίες αυτές. Πρώτον ότι όλες, με εξαίρεση τις απομακρυσμένες κατά τις Τυρρινικές ακτές Πιθηκούσες και Κύμη, που άλλωστε δεν βρίσκονται στη Σικελία και αποτελούν ξεχωριστή περίπτωση, αφού ιδρύθηκαν στο πρώτο ήμισυ του αυτού αιώνος, όλες λοιπόν οι υπόλοιπες βρίσκονται στην ανατολική ακτή της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Αυτό βεβαίως φυσικό είναι, αφού εξ ανατολών, εξ Ελλάδος, κατέφθαναν οι άποικοι. Η δεύτερη παρατήρηση είναι πιο σημαντική και σχετίζεται με τη θέση και τη σειρά ιδρύσεως των αποικιών αυτών.


 Είναι εκ των κάτω προς τα άνω, από νότου προς βορράν, με πρώτη την ίδρυση των Συρακουσών και τελευταία του Τάραντος. Όλες δηλαδή οι αποικίες της Σικελίας προηγήθηκαν αυτών της Κάτω Ιταλίας. Μιά πρώτη εξήγηση του φαινομένου θα ήταν, ότι οι Έλληνες άποικοι παρέκαμπταν τη χερσόνησο της Κάτω Ιταλίας, επειδή γειτνίαζε αμέσως με την ηπειρωτική ιταλική ενδοχώρα και τους εχθρικούς της λαούς και κατέληγαν για μεγαλύτερα ασφάλεια στη νήσο της Σικελίας. Όμως πέρα από το γεγονός, ότι η εξήγηση αυτή δεν επαρκεί, αφού ντόπια εχθρικά προς τους αποίκους φύλα υπήρχαν και στη σικελική ενδοχώρα2, γεγονός είναι ότι ακόμη και για τις αποικίες της Κάτω Ιταλίας, που σχεδόν όλες τότε ήσαν στον κόλπο του Τάραντος, παρατηρείται αυτή η σταδιακή τους δημιουργία εκ των κάτω προς τα άνω, από νότου προς βορράν. Πρώτα δηλαδή ιδρύθηκε το Ρήγιο, στη συνέχεια ο Κρότων, αμέσως μετά η Σύβαρις και αργότερα ο Τάρας. Το δεδομένο αυτό, σε συνδυασμό προς το γεγονός ότι η θέση του Τάραντος επιλέχθηκε στο ασφαλέστερο και καλύτερο σημείο του ομωνύμου κόλπου, προκαλεί αμέσως τον γενικώτερο προβληματισμό. Το πως δηλαδή έφθαναν οι άποικοι στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία και μέσω ποίων θαλασσίων οδών, οι όποιες φυσικά στη συνέχεια, με την ανάπτυξη των αποικιών και τη συχνή τους επικοινωνία με τις μητροπόλεις της κυρίως Ελλάδος, καθιερώθηκαν ως βασικές γραμμές ναυσιπλοΐας. Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το θέμα παρουσιάζοντας εδώ δύο τέτοιες βασικές γραμμές ναυσιπλοΐας κατά την αρχαιότητα που εκκινούν ή διέρχονται από την Πελοπόννησο και καταλήγουν στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία.
 Η πρώτη ρητά αναφέρεται σε ιστορικές πηγές, ενώ η άλλη προκύπτει εμμέσως, αλλά σαφώς, με βάση επί μέρους στοιχεία από φιλολογικές πηγές της αρχαιότητος, αλλά και από τα αρχαιολογικά δεδομένα. Στο χάρτη της Εικ.1 η πρώτη φαίνεται με διακεκομμένη τεθλασμένη γραμμή. Τρεις φορές αναφέρεται σ' αυτή ο Θουκυδίδης3 κατά τις διάφορες αθηναϊκές εκστρατείες στη Σικελία κατά το -426, το -415 και το -413. Ξεκινούσε από τη βορειοδυτική Πελοπόννησο, παρέπλεε την Αιτωλοακαρνανία, διερχόταν μεταξύ Ιθάκης και Λευκάδας (διότι η Λευκάδα άλλοτε μεν ήταν ενωμένη με στενό ισθμό με την ηπειρωτική ακτή, όπως συνέβαινε στην αρχαϊκή εποχή, άλλοτε δε χωριζόταν από αυτή με λίαν αβαθή πορθμό, όπως στην εποχή του Στράβωνος)4, συνέχιζε διερχομένη το στενό Κερκύρας- Ηπείρου και ανερχομένη πάντα κατά μήκος των Ηπειρωτικών ακτών έφθανε στο ύψος της Αυλώνος, από όπου έκαμπτε προς δυσμάς διαπλέουσα τον πορθμό του Ότραντο και έφθανε έτσι στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία. Όπως βλέπουμε η γραμμή αυτή διήκε κατά το μάλλον και ήττον κατά μήκος των ακτών της Δυτικής Ελλάδος και της Ιταλίας. Ήταν κυρίως ακτοπλοϊκή. 

Τα κατεξοχήν εμπορικά πλοία, οι στρογγύλαι νήες, είχαν την πλώρη και την πρύμνη ψηλές και στρογγυλεμένες και το αμπάρι ευρύχωρο. Τον -7ο αιώνα, απέκτησαν μεγάλα ιστία και βοηθητικά κουπιά -αυξάνοντας έτσι την ταχύτητά τους- και εφοδιάστηκαν με άγκυρα. Το σκαρί τους παρέμεινε το ίδιο και στις επόμενες εποχές. Τα κατεξοχήν εμπορικά ονομάζονταν ολκάδες και ο Αριστοτέλης αργότερα τα παρομοίασε με μεγάλα έντομα που είχαν μικροσκοπικά φτερά.

Φαίνεται όμως ότι υπήρχε και ετέρα γραμμή ναυσιπλοΐας, η οποία ιδιαίτερα θα μας απασχολήση, που ξεκινώντας κι αυτή από την Πελοπόννησο έφθανε πρώτα στη Σικελία και εν συνεχεία στην Κάτω Ιταλία. Kαι μάλιστα με κατ' ευθείαν πλούν, από τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο στη νοτιοανατολική Σικελία, όπως φαίνεται στην Εικ.1. Ήταν δε καθ' ολοκληρίαν ποντοπόρος γραμμή ναυσιπλοΐας, κατά την ανοικτή δηλαδή θάλασσα. Και τίθεται αμέσως το ερώτημα: υπήρχαν όντως τέτοια ποντοπόρα ταξίδια κατά την αρχαιότητα, Διότι διάχυτη είναι σήμερα η γνώμη, ότι τα πλοία της αρχαιότητος ταξίδευαν πάντοτε παραπλέοντας τις ακτές. Η αντίληψη όμως αυτή αφορά στα πολεμικά σκάφη, πεντηκοντόρους και τριήρεις, τα οποία ως ελαφρά στην κατασκευή και μικρά στο μέγεθος, κατάφoρτα από κωπηλάτες και οπλίτες και στερούμενα αναγκαίων αποθηκευτικών χώρων, είχαν ανάγκη καθημερινή προσορμίσεως και ελιμενισμού για φαγητό των πληρωμάτων και ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και άλλα χρειώδη, και δεν αφορούσε στα μεγάλα εμπορικά σκάφη, «ολκάδας και κοίλας νήας», που έπλεαν κυρίως διά των ιστίων κατά την ελαχίστη διαδρομή και την οικονομικωτέρα πορεία. Σε ποντοπόρα ταξίδια ή ποντοπόρα πλοία ή και σε ναυτικούς και εμπόρους που διαπερούν τα πελάγη, αναφέρονται συχνά οι αρχαίοι συγγραφείς. Έτσι, «ποντοπόρους νήας» αναφέρει ο Όμηρος5, «ναύς εκ πόντου πλεούσας» ο Φιλόστρατος6, «εμπόρους τηλικαύτα πελάγη διαπερώντας» ο Ισοκράτης7, ενώ ο Όμηρος πάλι, στη 12η ραψωδία της Οδύσσειας, λέγει χαρακτηριστικά8: «ότε δή την νήσον ελείπομεν, ουδέ τις άλλη φαίνετο γαιάων, αλλ' ουρανός ηδέ θάλασσα» (Όταν αφήναμε το νησί δεν φαινόταν πλέον πουθενά ξηρά, παρά μόνον ουρανός και θάλασσα). Ειδικώς δε διά τον διάπλουν του Ιονίου και του Σικελικού πελάγους χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές του Ξενοφώντος στον Οικονομικό «Εκείσε πλέουσιν (οι έμποροι) Σικελικόν Πόντον περώντες»9, του Ευριπίδου στην Ηλέκτρα «επί πόντον Σικελόν σπουδή σώσαντε νεών πρώρας»10 (αναφέρεται στους Διοσκούρους που έσπευδαν στο Σικελικό πέλαγος να σώσουν από την τρικυμία τα πλοία), του Πινδάρου, επίσης, στον ΙΙΙ Πυθιονίκη, «εν ναυσίν μόλον Ιονίαν τάμνων θάλασσαν»11, του Ευριπίδου στις Φοίνισσες «Ιόνιον κατά πόντον πλεύσασα»12, και πλείστες όσες παρόμοιες αναφορές από τα βάθη της αρχαιότητος.
 Ήσαν λοιπόν από αρχαιοτάτων χρόνων γνωστοί οι ποντοπόροι πλόες και ιδίως κατά το ανοικτό νότιο Ιόνιο και το Σικελικό πέλαγος, όπως δείχνει στην εικόνα η αντίστοιχη γραμμή ναυσιπλοΐας, η οποία έβαινε πράγματι κατά την ελαχίστη διαδρομή και την οικονομικωτέρα πορεία από την νοτιοδυτική Πελοπόννησο στη νοτιοανατολική Σικελία και στην οποία οφείλεται ο σταδιακός, όπως είδαμε, και δη εκ των κάτω προς τα άνω, από τις Συρακούσες προς τον Τάραντα, αποικισμός της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Ας δούμε τώρα ποιά περαιτέρω στοιχεία προσδιορίζουν και πιστοποιούν την ύπαρξή της και την καθορίζουν ειδικώτερα κατά θέση, προσανατολισμό και κατεύθυνση. Εν πρώτοις γιά τη γραμμή αυτή (βλ. Εικ.1) υπάρχει η εξής γεωγραφική συγκυρία συμπίπτει με την ευθυγραμμία την παράλληλη προς τον Ισημερινό σε πλάτος 37ο,15΄, η οποία διέρχετα από τις Συρακούσες καθώς και από την περιοχή της Κυπαρισσίας, μιας από τις κυριώτερες παραλιακές πόλεις της δυτικής Πελοποννήσου κατά την αρχαιότητα. Διέρχεται επίσης η ευθυγραμμία αυτή και από τις δύο νησίδες των Στροφάδων που βρίσκονται στο ανοικτό νότιο Ιόνιο πέλαγος 400 στάδια δυτικά της Κυπαρισσίας όπως αναφέρει ο Στράβων13 (40 δηλαδή μίλια). Έχει επομένως η ευθυγραμμία αυτή ευχερή προσανατολισμό για τους ναυτιλλομένους (κατ' ευθείαν εξ ανατολών προς δυσμάς και τανάπαλιν), το γεγονός δε ότι οι αρχαίοι κατά τον Στράβωνα14, τον Τίμαιο, τον Πολύβιο15 και άλλους συγγραφείς, καθώριζαν την απόσταση Σικελίας- Πελοποννήσου σε 4.000 στάδια (400 περίπου μίλια) αποδεικνύει ότι σε αυτήν ακριβώς την ευθυγραμμία αναφέρονται, που αντιστοιχεί όντως σε τέτοια απόσταση (αν και κατά τι μεγαλυτέρα στην πραγματικότητα) και συμπίπτει με τη συγκεκριμένη γραμμή ναυσιπλοΐας. Γι' αυτό και οι Στροφάδες, σύμφωνα με αρχαίο επίγραμμα, ήταν συχνά κέντρο και ευρύ πεδίο δράσεως της ελλοχευούσης πειρατίας16, καίτοι κείνται στο ανοικτό πέλαγος μακράν των παρακτίων γραμμών ναυσιπλοϊας17.

Εικ. 2
Αφ' ετέρου, ως προς το τοπωνυμικό των δύο νησίδων, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η μεγαλυτέρα των Στροφάδων, μικρή κι αυτή σε έκταση και χαμηλή18, μόλις διακρινομένη στην Εικ.2, φέρει το όνομα Σταμφάνη. Η ονομασία δεν είναι τουρκική, όπως περιέργως αναφέρουν μερικές ελληνικές εγκυκλοπαίδειες19, αλλά καθαρώτατα ελληνική. Και είναι σύνθετη εκ του ομηρικού σταμίν-ίνος εκ του ίστημι, που σημαίνει ορθοστάτης20, και του φανή ή φανός21 που στην αρχική τους έννοια σημαίνουν λαμπάς, δάςδαΐς), δαλός (μσν, δαυλός), πυρσός και φρυκτός22. Ήταν δηλαδή το όνομα Σταμφάνη ταυτόσημο με το «φανοστάτης» και σαφώς σχετίζεται με την ύπαρξη αρχαίου φάρου επί της νησίδος, αρχαίου φρυκτωρίου, για τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας, όπως ο σημερινός φάρος του 1829 που οι Άγγλοι κατασκεύασαν στο νησί. Δίπλα στο φάρο αυτό του 1829, που τον βλέπουμε στην Εικ.3 σε φωτογραφία του 1910, υπάρχει το τοπωνύμιο «Παλαιόπυργος», κατά το κέντρο της εικόνας και πίσω από τη συστάδα των δένδρων, όπου ακριβώς και η μέχρι τότε θέση του αρχαίου φάρου, στο υψηλότερο σημείο τής νησίδος24. Από το σημείο αυτό, λέγει ο επίσημος φαροδείκτης του 1863, βλέπει κανείς με καθαρό ουρανό, κατ΄ ευθείαν προς ανατολάς, την κορυφή της νήσου Προδανός. Πρόκειται προφανώς για το βενετσιάνικο όνομα Prodano της νήσου Πρώτης, η οποία ειδικώτερα στη συνέχεια θα μας απασχολήσει σχετικά με το θέμα μας.


 Τελειώνοντας με τις Στροφάδες έχουμε να παρατηρήσουμε, ότι οι δύο αυτές νησίδες ενδιέφεραν τους αρχαίους καραβοκύρηδες όχι μόνο ως κείμενες πάνω στη ρότα αυτή των καραβιών τους και επομένως κυριολεκτικώς ως φάρος φωτεινός της πορείας τους, αλλά και ως σταθμός ανεφοδιασμού, αφού η μεγαλύτερη, η Σταμφάνη, καίτοι μικρή και χαμηλή ήταν όπως φαίνεται και στις Εικ.4 και 5 κατάφυτη από πρίνους, δενδρώδη σχίνα και κέδρους σε πυκνή διάταξη (σχετικό και το σημερινό εκεί τοπωνύμιο «Πουρναρόλογγος»), ενώ στο ανατολικό της τμήμα διέθετε άφθονα πηγαία ύδατα ανάμεσα σε πυκνές συστάδες από αυτοφυείς καλαμιές και οπωροφόρα δένδρα (Εικ.6). Ο Βιργίλιος25 την αναφέρει ως κατοικουμένη και με μικρή κτηνοτροφία και αυτό φυσικό ήταν, αφού η νησίδα και βλάστηση είχε και γόνιμο έδαφος και πηγαία ύδατα, αλλά και μόνιμη φρυκτωρία για τους ναυτιλομένους.

 
 Ερχόμαστε τώρα στη νησίδα της Πρώτης, που όπως είδαμε βρισκόταν παρά το ανατολικό άκρο της ευθυγραμμίας, για την οποία μιλάμε. Το όνομά της έρχεται αναλλoίωτο από τα βάθη της αρχαιότητος26 και οφείλεται στο γεγονός, ότι είναι η πρώτη νήσος που συναντά κανείς πλησιάζοντας στην Πελοπόννησο από τα δυτικά. Εάν λοιπόν δεν ήταν γνωστή και συχνής χρήσεως η ποντοπόρος αυτή γραμμή ναυσιπλοΐας και έφθανε κανείς στην Πελοπόννησο από τα δυτικά παραπλέοντας τις ηπειρωτικές ακτές της Ιταλίας και της Δυτικής Ελλάδας, κάθε άλλο παρά πρώτη θα συναντούσε την νήσο αυτή. Πάνω όμως στο νησί αυτό βρίσκονται και τα αρχαιολογικά δεδομένα που πιστοποιούν την ύπαρξη της ποντοπόρου αυτής γραμμής.

Εικ. 7

 Στην Εικ.7 έχουμε την ανατολική πλευρά της Πρώτης και σε πρώτο πλάνο, κάτω, τον αχανή ελαιώνα Κυπαρισσίας- Φιλιατρών και Γαργαλιάνων. Στο βάθος, στην παραλία, η Μαραθόπολη και ακριβώς απέναντί της το νησί. Όπως βλέπουμε, το σχήμα του νησιού μοιάζει με σαύρα27 (δεξιά το κεφάλι, αριστερά η ουρά). Στο σημείο που ξεχωρίζει το κεφάλι από το υπόλοιπο σώμα, κατά το βόρειο τμήμα, προς τα δεξιά, όπως φαίνεται καλύτερα από πιό κοντά στην επόμενη Εικ.8, υπάρχει μία σχισμή σαν να κόβεται το νησί στα δύο.

Εικ. 8
Στην πραγματικότητα δεν κόβεται, αλλά πρόκειται για έναν όρμο κατά τη βορειοανατολική του πλευρά (Εικ.9). Το άνοιγμα του στομίου του είναι 40μ., το βάθος προς τον μυχό του 60μ., ενώ κατά την αρχαιότητα ήταν πολύ μεγαλύτερο και έφτανε τα 90μ., αλλά έχει καλυφθή σήμερα από τις κατολισθήσεις που βλέπουμε στο μυχό. Ο όρμος περιβάλλεται από εντελώς κατακόρυφα βράχια, όπως δείχνει η Εικ.10 κατά το αριστερό άκρο του στομίου του. (Στο βάθος της εικόνας μόλις διακρίνεται το βόρειο τμήμα της Μαραθόπολης).


 Από αμνημονεύτων χρόνων οι κάτοικοι της περιοχής έχουν προσδώσει στον όρμο την ονομασία «Γραμμένο», επειδή τα βράχια του είναι κατάγραφα με αρχαίες εγχάρακτες επιγραφές. Με τις περισσότερες, όσες δεν καταστράφηκαν από κατολισθήσεις, διαβρώσεις των βράχων και τη φθορά του χρόνου, έχουν ασχοληθή πλείστοι Έλληνες και ξένοι ερευνητές και αρχαιολόγοι, μεταξύ των οποίων ο Ολλανδός Στρίντ, ο Γερμανός Κόλμπε, κυρίως όμως ο Σουηδός Βαλμίν. Σε όλες τις επιγραφές κυριαρχεί η λέξη «εύπλοια» (δηλ. ο καλός πλούς, το αίσιο, το καλό ταξίδι). Πρόκειται για επικλήσεις στους Διοσκούρους, προστάτες της ναυτιλίας, εκ μέρους δε τών αρχαίων καραβοκύρηδων, για τον εύπλουν, όπως αναφέρουν οι περισσότερες28: «Διόσκοροι εύπλοιαν». Συχνά στις επιγραφές αυτές η λέξη εύπλοια συνοδεύεται από μία δοτική χαριστική αναφερομένη στο πλοίο ή στον κυβερνήτη υπερ ού η αιτουμένη εύπλοια, όπως «ευπλοια τώ E[...] τώ Εφεσίω» (Εικ.11), επίσης "εύπλοια, Θεοκτί[σ]τω τω Μι[λ]ησίω", "εύπλοια τω Υψι[κλ]εί τω Αθηναί[ω]", "εύπλοια [Θ]εογ[έ]νει", "[εύ]πλοια τω [Α]πελ[ά] Εφ[ε]σί[ω]", αλλά και σε άλλες «εύπλεα τώ Ασκληπιώ», «εύπλοια τη Δήμητρι», «ευπλεα τοις Διοσκόροις» (Εικ.13). Ως προς τα τρία τελευταία, δεν πρόκειται βέβαια για εύπλοια χάριν των θεών, αλλ' απλώς Ασκληπιός, Δημήτηρ και Διόσκοροι ήσαν τα ονόματα των πλοίων. Σε μερικές μισοκατεστραμμένες επιγραφές διακρίνεται μόνο το όνομα και ή καταγωγή του καραβοκύρη, όπως (Εικ.12) «Γανπότας Καλός Μεγαρεύς», σε άλλη «Ευθύφιλος Σεράπιδος Σελεκεύς» προφανώς από την παραλιακή Σελεύκεια, την επιλεγομένη Επιθαλαττία, λιμάνι σημαντικό της Αντιοχείας στη Συρία. Και τέλος σε άλλες πολύ δυσανάγνωστες, λόγω διαβρώσεως ή επικαλύψεώς τους από μεταγενέστερες, διακρίνονται μόνο ονόματα κυβερνητών, όπως ΑΝΤΠΑΤΡΟΣ ΕΥΚΡΑΤΗΣ, ΘΕΟΔΟΤΟΣ κ.ά. Συνολικά, επάνω στις σωζόμενες από αυτές, αναφέρονται τέσσερις κυβερνήτες από τη Σμύρνη, δύο από την Έφεσο, δύο από τη Μίλητο, άλλοι από την Αθήνα, τα Μέγαρα, τη Σελεύκεια, την Άσσο του Β. Αιγαίου, τη Λέβεδο, τη Μυτιλήνη, δύο από τη Σικελία και άλλοι από διάφορα άλλα μέρη.  Όλοι τους στον όρμο αυτό της Πρώτης χάραζαν στους βράχους τις επικλήσεις για τον εύπλουν.

 
 Τέτοιου είδους όμως επικλήσεις, ειδικά απευθυνόμενες στους Διόσκουρους, τους προστάτες της ναυτιλίας, που απολάμβαναν τιμές ως θεοι29 με τα επίθετα Σωτήρες30 και Επήκοοι31 και που έσωζαν τα καράβια πάντοτε στο τρικυμιώδες πέλαγος32, γίνονται φυσικά προκειμένης αναχωρήσεως για σοβαρόν πλούν υπερποντίου πορείας και σαφώς αναφέρονται στη συγκεκριμένη γραμμή ναυσιπλοΐας, αφού παρόμοιες επιγραφές δεν απαντούν στους όρμους των άλλων νησίδων ή των ηπειρωτικών ακτών της δυτικής Πελοποννήσου. Για τον ίδιο λόγο αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν πιθανή ύπαρξη κατά την αρχαιότητα επί της νήσου Πρώτης, άνωθεν του όρμου Γραμμένο, ιερού των Διοσκούρων ή άλλης αναλόγου θεότητος33. Θα μπορούσε όμως αυτό να αναζητηθή και στην έναντι ηπειρωτική ευρύτερη παραλιακή περιοχή, δοθέντας ότι ο όρμος Γραμμένο αναφέρεται ώς ό ουσιαστικός λιμήν της Κυπαρισσίας στους χρόνους της ιστιοφόρου ναυσιπλοίας34. Δεν είναι δε τυχαίο το γεγονός ότι εγγύτατα της Κυπαρισσσίας κατά τον χειμώνα 1961- 1962 ανευρέθησαν σε ανασκαφή35 δύο μικρά αγάλματα (ύψους έκαστο 71 εκ.) που αποδίδονται στους Διοσκούρους και απόκεινται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Πύλου36. Εν τούτοις, παρά τις επικλήσεις στους Διοσκούρους, η εύπλοια δεν εξασφαλιζόταν πάντοτε και τα πλοία συχνά ανοιγόμενα στο Ιόνιο και στο Σικελικό πέλαγος καταποντίζονταν από τη θαλασσοταραχή και τα αγριεμένα κύματα όπως είδαμε (βλ. σημ.1) ή παρασυρόμενα από τη μανία των βορείων ανέμων προς το Λιβυκό πέλαγος εξώκειλαν στην παραλία της βορείου Αφρικής ή και τσακίζονταν στις βραχώδεις ακτές της37.

Νήσος Πρώτη: Ο όρμος με την ονομασία «Γραμμένο», τα βράχια του οποίου είναι κατάγραφα με αρχαίες εγχάρακτες επιγραφές.

 Ερχόμαστε τώρα σε ένα τελευταίο στοιχείο που προσεπιβεβαιώνει την ύπαρξη της ποντοπόρου αυτής γραμμής ναυσιπλοΐας Ν.Δ. Πελοποννήσου- Σικελίας και αναφέρεται στην ίδρυση της πρώτης σημαντικής αποικίας στη Σικελία, αυτής των Συρακουσών. Πρόκειται για τον χρησμό του μαντείου των Δελφών που δόθηκε στον Κορίνθιο Αρχία, τον ιδρυτή της πόλεως. Αρχίζει ως γνωστόν ο χρησμός ως εξής38: «Ορτυγίη τις κείται εν ηεροειδέι πόντω Θρινακίης καθύπερθεν...». Συμβουλεύει δηλαδή το μαντείο τον Αρχία να ιδρύση την αποικία του σ' ένα νησάκι ονόματι Ορτυγία που κείται, κι αυτό έχει σημασία, στον ομιχλώδη πόντο άνωθεν (καθύπερθεν) της Σικελίας. Η φράση αυτή στο χρησμό, η οποία συγκεκριμενοποιεί τη θέση της Ορτυγίας, φαίνεται εκ πρώτης όψεως εντελώς άτοπη. Κατ' αρχήν η Ορτυγία δεν βρίσκεται στον ομιχλώδη πόντο, αλλά εγγύτατα της Σικελίας, με την οποία μάλιστα οι Κορίνθιοι άποικοι την ένωσαν με γέφυρα39. Όσο για το «καθύπερθεν», είτε αυτό εκληφθή με τη γεωγραφική έννοια, οπότε σημαίνει βορείως40, είτε με την υψομερική σημασία, δηλ. υψηλότερα41, η Ορτυγία στην πραγματικότητα βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Σικελίας και υψομετρικώς χαμηλότερα. Η φράση λοιπόν αυτή στο χρησμό εξηγείται μόνο αν λάβουμε υπ' όψη την ως άνω γραμμή ναυσιπλοΐας, την οποία φαίνεται ότι είχε υπ' όψη και το μαντείο, όπως αμέσως θα διαπιστώσουμε.
 Πράγματι η γραμμή αυτή διέρχεται τον ομιχλώδη πόντο του νοτίου Ιονίου και του Σικελικού πελάγους, ο οποίος ως σχεδόν πάντοτε νεφελώδης περιορίζει συχνά την ορατότητα42 στα έξι περίπου μίλια. Πλέοντας λοιπόν ο αρχαίος καραβοκύρης κατά τη γραμμή αυτή με σταθερό προσανατολισμό εξ ανατολών προς δυσμάς, διασχίζοντας τον ομιχλώδη πόντο και πλησιάζοντας στα έξι μίλια την Ορτυγία, έβλεπε την κορυφογραμμή της χωρίς να βλέπη στο βάθος την κορυφογραμμή της Σικελίας. Και όταν άρχιζε να βλέπη την τελευταία, είχε πλησιάσει τόσο πολύ την Ορτυγία, ώστε λόγω του γνωστού φαινομένου της οφθαλμαπάτης έβλεπε την κορυφογραμμή της Ορτυγίας να υπέρκειται αυτής της Σικελίας, όπως φαίνεται παραστατικά στη σχεδίαση43 της Εικ.15.


 Αυτή λοιπόν η γραμμή ναυσιπλοΐας υποδηλώνεται στο χρησμό. Και επειδή φυσικά προϋφίσταται της ιδρύσεως των Συρακουσών, εξηγείται η προϊστορική της ύπαρξη και το γεγονός της σταδιακής από νότου προς βορράν αποικίσεως της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Αργότερα, κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, απετέλεσε η γραμμή αυτή και τμήμα της ναυτικής οδού Αλεξανδρείας- Ρώμης44 και δατηρήθηκε σε όλους τους αιώνες της ιστιοφόρου ναυσιπλοΐας, αφού αναφέρεται στα οδοιπορικά45 των περιηγητών και στους ναυτικούς χάρτες και πορτολάνους46.
 Τελειώνοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι η πανάρχαια αυτή γραμμή ναυσιπλοΐας υπήρξε και το έναυσμα, από τους προϊστορικούς ήδη χρόνους και μάλιστα πολύ πριν την ίδρυση των Συρακουσών, για τη δημιουργία του πασίγνωστου στην αρχαιότητα μύθου Αλφειού και Αρέθουσας, κατά τον όποιο ο ποταμός αυτός μετά υπόγεια διαδρομή από Πελοπόννησο προς Σικελία, καταλήγει στην Ορτυγία όπου αναβλύζει στο στόμιο της αγαπημένης του πηγής Αρέθουσας, με την οποία σμίγει τα νερά του. Προϋφίσταται δε ο Μύθος αυτός της ιδρύσεως των Συρακουσών, αφού σαφή μνεία του κάνει ο χρησμός που δόθηκε, όπως, είδαμε, στον ιδρυτή της πόλεως Κορίνθιο Αρχία και μάλιστα για να καθορίση την ακριβή θέση της Ορτυγίας: ...κείται έν ήεροειδέι πόντω Θρινακίης καθύπερθεν, ίν Αλφειού στόμα βλύζει μισγόμενον πηγαίσιν ευρρείτης Αρεθούσης (= κείται, η Ορτυγία, στον ομιχλώδη πόντο άνωθεν της Σικελίας, όπου αναβλύζει ο Αλφειός σμίγοντας τα νερά του με αυτά της καλλιρόης Αρέθουσας).
 Είναι προφανές λοιπόν, ότι ο μύθος αυτός βασίζεται στις εμπειρίες των πρώτων Ελλήνων ναυτικών που ακολούθησαν αυτή τη ποντοπόρο, γραμμή και δη στα πηγαία και άφθονα και δυσεξήγητα γι' αυτούς ύδατα που αντίκρυσαν στις μικρές νησίδες των Στροφάδων και της Ορτυγίας, σε συνδυασμό με τις υδρογεωλογικές γνώσεις και αντιλήψεις των αρχαίων, στις όποιες πρόσθεσαν την εδραία πεποίθηση, αλλά και την καθαρή φαντασία, για να πλεχθή ο ωραιότερος μύθος της αρχαιότητας. Ειδικές αναφορές σε όλα αυτά έχουμε διατυπώσει σε σχετικές πραγματείες και ανακοινώσεις τόσο για τις γνώσεις, εμπειρίες, αλλά και δοξασίες, των αρχαίων Ελλήνων πάνω στην υδρογεωλογία και το καρστικό υπέδαφος της Πελοποννήσου κατ' Αριστοτέλη και άλλους αρχαίους συγγραφείς47, όσο και για την, με βάση αυτά, δημιουργία του μύθου από τους πρώτους Έλληνες θαλασσοπόρους που ξανοίχθηκαν από τις ακτές της Ν.Δ. Πελοποννήσου για ποντοπόρα ταξίδια και αναζητήσεις με κατ' ευθείαν πλούν προς δυσμάς, στην ευθυγραμμία Κυπαρισσίας, Στροφάδων και της Σικελικής Ορτυγίας48.

ΝΙΚ. Δ. ΠΙΕΡΡΟΣ
Πολιτικός Μηχανικός
Περί δύο γραμμών ναυσιπλοΐας Δ. Πελοποννήσου- Σικελίας στην αρχαιότητα.
Πρακτικά Δ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών

1. Οδ. Η 249-253 επεί μοι νήα θοήν αργήτι κεραυνώ Ζεύς έλσας εκέασσε μέσω ενί οίνοπι πόντω. ένθ’ άλλοι μεν πάντες απέφθιθεν εσθλοί έταιροι, αυτάρ εγώ τρόπιν αγκάς ελών νεός αμφιελίσσης εννήμαρ φερόμην αυτ. E 401-405 και δή δούπον άκουσε ποτί σπιλάδεσσι θαλάσσης, ρόχθει γάρ μέγα κύμα ποτι ξερόν ηπείροιο δεινόν ερευγόμενον, είλυτο δε πάνθ' αλός άχνη οι γαρ έσαν λιμένες νηών οχοί, ουδ’ επιωγαί, αλλ' ακταί προβλήτες έσαν σπιλάδες τε πάγοι τε, αυτ. Μ 405-410 τότε κυανέην νεφέλην έστησε Κρονίων νηός ύπερ γλαφυρής, ήχλυσε δε πόντος υπ' αυτής η δ' έθει ου μάλα πολλόν επί χρόνον αίψα γάρ ήλθε κεκληγώς Ζέφυρας μεγάλη συν λαίλαπι θόων. Ιστού δε προτόνους έρρηξ' ανέμοιο θύελλα αμφοτέροις, ιστός δ οπίσω πέσεν..., αυτ. Η 273-273 Ποσειδάων ενοσίχθων, ός μοι εφορμήσας ανέμους κατέδησε κελεύθου, ώρινεν δε θάλασσαν αθέσφατον..., αυτ. Μ 415-419 Ζεύς δ' άμυδις βρόντησε και έμβαλε νηί κεραυνόν η δ' εξελίχθη πάσα Διός πληγείσα κεραυνώ, εν δε θεείου πλήτο. πέσον δ' εκ νηός εταίροι, οι δε κορώνησιν ίκελοι περί νήα μέλαιναν κύμασιν εμφορέοντο, θεός δ΄ αποαίνυτο νόστον, αυτ, E 408-435, CAL. M 420-446.
2. Τα φύλα αυτά κατοικούσαν μονίμως τη σικελική ενδοχώρα, ακόμη και αρκετούς αιώνες μετά τον ελληνικό εποικισμό της Σικελίας, όπως κατά τόν Πελοποννησιακό Πόλεμο: Θουκ. ΣΤ' 1 άπειροι οι πολλοί όντες (οι Αθηναίοι) του μεγέθους της νήσου και τών ενοικούντων του πλήθους Ελλήνων και βαρβάρων.
3. Θουκ. ΣΤ 42, 44 Μετά δε ταύτα τοσήδε ήδη τη παρασκευή Αθηναίοι εκ της Κερκύρας εις την Σικελίαν επεραιούντο, τριήρεσι μεν ταις πάσαις τέσσαρσι και τριάκοντα και εκατόν και δυοίν Ροδίων πεντηκοντόροιν... α τότε πάντα εκ της Κερκύρας ξυνδιέβαλλε τόν Ιόνιον κόλπον και πρσβαλούσα η πάσα παρασκευή πρός τε άκραν Ιαπυγίαν και πρός τον Τάραντα.
4. Στράβ. Χ.2, 8, C45 1 Αύτη (η Λευκάς) δ’ ήν το παλαιόν μεν χερρόνησος της Ακαρνάνων γης, καλεί δ’ ο ποιητής αυτήν ακτήν ηπείροια.
5. Οδ. N 95 ποντοπόρος νηύς, αυτ. Π 367-368 άλλ' εν πόντω νηί θοή πλείαντες.
6. Φιλόστρ. Εικ. ιβ, 5,10-11 πυρσόν, ός ήρτηται ές φρυκτωρίαν τών νεών, αί πλέουσιν εκ του πόντου.
7. Ισοκρ. 1, 19 τους εμπόρους τηλικαύτα πελάγη διαπεράν. Πρβλ. Διόδ. ΙΣΤ 62 εκπλεύσαντος δ ́ αυτού (του Φαλαίκου) και πελαγίου γενομένου... ούθ' ό πλούς ήν ολίγας, αλλά πολύς υπέκειτο και χαλεπός.
8. Οδ. M 403-404. Πρβλ. αυτ, Ω 118 μηνί δ΄εν ούλω πάντα περήσαμεν ευρέα πόντον, Πλουτ. Σερτ, 7 και διαπεράσας τό πέλαγος, Λιβύη κατά την Μαθρουσίαν προσέσχεν, Ιλ. T 375 ώς δ αν έκ πόντοιο σέλας ναύτησι φανήη καιομένοιο πυρός, Λουκ. π. ΑΠ VI, 164, 2-4 βυθίω Κρανίδη... σωθείς εκ πελάγους Λουκιλίας.
9. Ξενοφών. οικ. 20, 27.
10. Ευρ. Ηλ. 1347. Πρβλ. αυτ, 1241 δεινόν δέ νηός άρτίως πόντου σάλων παύσαντες.
11. Πίνδαρος Πυθ. ΙΙΙ, 68-69,
12. Εύρ. Φοίν 208-22. πρβλ. Πίνδ. Πυθ. ΙΙΙ, 134, εξικόμαν κεν βαθύν (lóνιον) πόντον περάσαις, Γαιτ. π. ΑΠ, V, 17, 3 αύριον Ιονίου γάρ επί πλατύ κύμα περήσω.
13. Στράβ. VIII, 4, 2, C359 Kατά δε την παραλίαν ταύτην τών Κυπαρισσίων πελάγια πρόκεινται δύο νήσοι προσαγορευόμεναι Στροφάδες, τετρακοσίους απέχουσαι μάλιστά πως της ηπείρου σταδίους.
14. Στράβ. VI, 2, 1, C266 Δίαρμα δ’ εστίν από του Παχύνου (τών Συρακουσών) πρός τό στόμα του Αλφειού στάδιοι τετρακισχίλιοι.
15. Ο Πολύβιος συγκεκριμένα, αποκρούοντας τον ισχυρισμό του Tιμαίου, περί υπογείας πορείας του Αλφειού πρός την πηγή Αρέθουσα τών Συρακουσών, προβάλλει πρός τούτο τό επιχείρημα ότι είναι αδύνατον εκείνον (τον Αλφειόν) δύντα κατά γής και τετρακισχιλίους σταδίους υπό τό Σικελικόν ενεχθέντα πέλαγος αναδύειν εν ταις Συρακούσαις.
16. Το επίγραμμα (IG, IX 873), του -3ου αιώνα, από αρχαίο ταφικό μνημείο στην Κέρκυρα, αναφέρεται στό νεκρό εικοσιεπταετή Αλέξανδρο, επιφανή δε επί παιδεία και ανδρεία, τον οποίο και αποκαλεί ίστορα, παιδείας, τόξω κλυτόν, ώ ποκα ληστάς ανδροφόνους αλίας κτείνεν επί Στροφάσιν.
17. Τόσο στην αρχαιότητα, όσο και στους μετέπειτα αιώνες της ιστιοφόρου ναυσιπλοΐας, η περιοχή τών δύο νησίδων υπήρξε μόνιμο πεδίο δράσεως τών πειρατών της Μεσογείου, με αποκορύφωμα την απόβαση το 1537 του περιβόητου αρχιπειρατή Χαιρεδίν Μπαρμπαρόσα στις νησίδες, τη λεηλασία και καταστροφή της ιστορικής μονής τών Στροφάδων και τη σφαγή ή αιχμαλωσία τών μοναχών της. Στην περιοχή αυτή, στη νοτιοδυτική άκρη του ελληνικού χώρου, ήταν τό σημείο συγκέντρωσης και ενέδρας όλων τών πειρατών της δύσεως και της Μπαρμπαριάς. Βλ. Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, Ιστορία της Πειρατείας, τ. Α ́ (1390-1538), CSC, 387.
18. Η μεγαλυτέρα τών δύο νησίδων, η Σταμφάνη, έχει έκταση μόλις 1,5 τετραγ.χλμ., ενώ η ετέρα, η Άρπυια, είναι δέκα φορές μικρότερη. Απέχουν μεταξύ τους περί τό 1 χλμ. συνδεόμενες με στενο ύφαλισθμό και είναι οριζόντιες και χαμηλές με σταθερό υψόμετρο 11μ., ενώ κατά τό ΒΑ. άκρο της Σταμφάνης υπάρχει εδαφική έξαρση φθάνουσα τα 21μ. όπου και ό φάρος των δύο νησίδων. Επειδή είναι μικρές και χαμηλές, δεν είναι από μεγάλη απόσταση ορατές, ενώ όταν πλησιάζη κανείς έχει την εντύπωση ότι επιπλέουν, γεγονός για το οποίο ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τις αποκαλεί πλωτές (Απολλ. Ρόδ. Αργον, B 285).
19. Βλ. λήμ. Στροφάδες του Ακαδημαϊκού Στ. Λυκούδη εις Μεγ. Ελλ. Εγκυκλοπαίδεια, τ.ΚΒ, σ.458.
20. Το ουσ. σταμίν εκ του στάμεν, απαρέμφ, αορ. β. (δωρ. τ. του στήναι) του ρήμ. ίστημι (=τοποθετώ τι όρθιον, ορθώ, στήνω). Πρβλ. Πίνδαρος Πυθ. ΙV,2 χρή σε παρ’ άνδρί φίλω στάμεν. Στην Οδύσσεια διά του όρου σταμίνες χαρακτηρίζονται τα παΐδια του πλοίου, κύριο μέρος του σκελετού μετά την τρόπιδα, στην οποία πακτώνονται. Αποτελούν τα ορθά ξύλα (στραβόξυλα) επί τών οποίων καρφώνεται τό πλευρικό σανίδωμα: Οδ. Ε 252 αραρών θαμέσι σταμίνεσσι (= συναρμόσας με πυκνούς ορθοστάτες). Πρβλ. Πολυδ. Α 92 τα δε ξύλα εφ ών αι σανίδες επίκεινται, κανόνια και σταμίνες, Αρίσταρχ. π. Μέγ. Ετυμ, 24 (εν λ., σταμίνες) ορθά ξύλα οίον στήμοσιν εοικότα. Ησυχ. 1633 «σταμίνες», παραστάται και τα επί σχεδίας ορθά ξύλα, πρός α αί σανίδες προσηλούνται, ή πάσσαλοι.
21. Ετυμ. εκ του φαίνω. Πρβλ. Αθήν. ΙΕ57, 699e... το πρίνινο ή δρύινον ξύλον, ο περιεθλασμένον και κατεσχισμένον εξάπτεσθαι και φαίνειν τοις οδοιπορούσιν, Φιλλιπίδ. π. Αθην. ΙΕ 59,700c ο φανός ημίν ουκ έφαινεν ουδέ έν, Ξεν. λακ. 5,7 υπό φανών πορεύεσθαι, Ησίοδ. π. Ηρωδιαν. Γρ. Μον. Λεξ. 18,22 οι πρόσθεν φανήν έντοσθεν εκευθον, πρβλ. Ευρ. Ρήσ. 953, Αριστφ. Αυσ. 308 τόν φανόν εγκαθέντες.
22. Αθην. ΙΕ 57.699d Αθηναίους λέγειν τάς λαμπάδας φανούς, αυτ, 59, 700b άλλοι δε έφασκoν φανόν λέγεσθαι την λαμπάδα, οι δε την έκτινων ξυλίων τετμημέντων δέσμην, Σοφ. Τραχ. 1198 πευκίνης λαβόντα λαμπάδας σέλας πρήσαι, Αλεξανδίδ. π. Αθην. ΙΕ59, 700a ούκουν λαβών τον φανόν άψεις μοι λύχνον, Αριστ. θεσμ. 655 τάς λαμπάδας άψαμένας. Αθην. IE, 700b Φιλύλλιος δέ τάς λαμπάδας δάδας καλεί, αυτ. φλογεί δ’ οι παλαιοί της τε δαδός και τών άλλων ξύλων εχρώντο, Αριστφ. Νεφ. 1494 σόν έργανώ δάς έναι παλλήν φλόγα, Οδ. Ε 488-490 ώς δ ότε τις δαλόν σποδιή ενέκρυψε μελαίνη... σπέρμα πυρός σώζειν, Ιλ. O 420- 421 πυρ ες νήα φέροντα, δαλός δε οι έκπεσε χειρός, ΑΠΙΧ, 675 πάσιν άλωαμένοις τηλαυγέα δαλόν ανάπτω, Ηρ. 7, 183. Ταύτα οι Ελληνες οι επ’ Αρτεμισίω στρατοπεδευόμενοι πυνθάνονται παρά πυρσών εκ Σκιάθου, αυτ. 9, 3 άμα δέ πυρσοίσι διά νήσων εδόκεε βασιλέι δηλώσειν, Ευστ. Πον. 183, 43 στύλος πυρσού τηλεφανής, Ιλ Σ 210-211 άμα δ’ ηελίω καταδύντι πυρσοί τε φλεγέθουσιν επήτριμοι, Ευρ. Φοίν. 1376 έπει δ' άφείθη... πυρσός σήμα φοινίου μάχης, Ησύχ. 933 φρυκτός πυρσός, Αισχ, Αγ. 30 ώς ό φρυκτός αγγέλλων πέμπει, αυτ. 282 φρυκτός δε φρυκτόν δεύρ΄ απ ́ αγγάρου πυρός έπεμπεν, αυτ. 293 φρυκτού φώς... σημαίνει μολόν, Θουκ. B 94 φρυκτοί πολέμιοι (=πυρσοί αγγέλλοντες ότι πλησιάζει ό εχθρός).
23. Η λ. εκ τού φρυκτός (=αναμμένος δαυλός, πυρσός) και του ωρείν (=φροντίζειν, επιμελείσθαι.) Ηρωδιαν. Ιστ. 4, 2, 8 απεικάσαι τι άν το σχήμα του κατασκευάσματος φρικταρίοις, ά τοις λιμέσιν ετικείμενα νύκτωρ διά του πυρός ές ασφαλείς καταγωγάς τάς ναύς χειραγαγγεί. Κατά ταύτα το φρυκτώριον ήταν ή ονομασία του ξυλίνου στην αρχή και αργότερα λιθοκτίστου οικοδομήματος, επί του οπoίoυ ο πυρσός για την εξυπηρέτηση της ναυσιπλοΐας, τη λειτουργία του οποίου εφρόντιζε ο φρυκτωρός. Λόγω δε του σχετικού ύψους του, έφερε παράλληλα και την κοινή ονομασία πύργος. Η ονομασία φάρος είναι μεταγενέστερη καθιερωθείσα από τους Ρωμαίους από την Φάρον, την νησίδα πρό του λιμένος της Αλεξανδρείας, επί τής οποίας τό μέγα φρυκτώριον του Πτολεμαίου Β ́, Πρβλ. Λουκ. Ιστ. Συγγρ. 62 οικοδομήσας γάρ (ό αρχιτέκτων Σώστρατος) τόν επί τη Φάρω πύργον, μέγιστον και κάλλιστον έργων απάντων, ώς πυρσεύοιτο απ' αυτού τοις ναυτιλλομένοις επί πολύ της θαλάσσης. Η δε ονομασία της νησίδας, θηλ. φυσικά γένους (ή Φάρος), είναι γνωστή από τους προϊστορικούς ήδη χρόνους Πρβλ. Ευρ. Ελ.5 Φάρον μεν οικών νήσον, Αιγύπτου δε Αναξ (ό Πρωτεύς), Οδ. Α. 355 νήσος έπειτά τις έστι πολυκλύστω ενί πάντω Αιγύπτου προπάροίθε, Φάρον δέ έ κικλήσκουσι.
24. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο παλαιός φάρος στη Σταμφάνη τών Στροφάδων δεν όνομαζόταν φάρος, αλλά πύργος πράγμα που συνεχίσθηκε και μετά την εγκατάλειψη και κατεδάφισή του, ώς τοπωνύμιο «Παλαιόπυργος», πρός διάκριση από τον νέο φάρο του 1829. Το γεγονός επαληθεύει τη γνώμη, ότι ή όνομασία «φάρος» επικράτησε πολύ αργότερα στην ελληνική ορολογία (βλ. και προηγ. σημ. αρ.23). Ακόμη και ο φάρος της Αλεξανδρείας διατηρούσε παράλληλα και την αρχική του ονομασία, πύργος, όταν κατά τό +500 επισκευάσθηκε κατ' εντολή του αυτοκράτορος Αναστασίου από τον αρχιτέκτονα Αμμώνιο. Σχετ. τό ΙΧ 874 επίγραμμα της Παλ. Ανθολογίας: Πύργος εγώ ναύτησιν αλωομένοισιν αρηγών είμι Ποσειδάω νος απενθέα πυρσόν ανάπτων.
25. Βιργ. Αιν. III, 219-20, 258.
26. Θουκι.  Δ13, Στράβ. VIIΙ, 4, 2, C 359,
27. Για τον λόγο ακριβώς αυτό, στην περιοχή τών Γαργαλιάνων, από τον αναβαθμό τών οποίων λήφθηκαν οι παρατιθέμενες φωτογραφίες της Πρώτης, η τελευταία απαντά και με την κοινή ονομασία Κροκόδειλος ή Σαύρα.
28. Σε δύο μόνο εκ τών επιγραφών έκφράζεται η ευχή-παράκληση όπως εξασφαλίση την «εύπλοιαν» η Αθηνά, ώς επίσης προστάτις των ναυτικών και τών πλοίων. Εύπλοιαν οπάζη Αθηνά. (=Nα στέλλη η Αθηνά συνοδό την εύπλοια.) και Αθηνά... σαι δοίη εύπλοιαν ευτυχή... (=Να έχης την καλή τύχη να σου δώση η Αθηνά εύπλοιαν.), όπου η δοτ. «σοι» αναφέρεται στον κυβερνήτη ή στο πλοίο του,
29. Οδ. Λ 304 τιμήν δε λελόγχασιν (οι Διόσκοροι) ίσα θεοίσιν.
30. Επιγρ. Λυκίας Διασκόροις Σωτήρσι, Επιγρ. Θήρας, Επιγρ. Σπάρτης Διοσκούροις Σωτήρσι (IG, V, 233). Πρβλ. Θεόκρ, XXII, (Διοσκούρους) ανθρώπων σωτήρας, Ομ. Υμν. ΧΧΧΙΙ, 6-7 σωτήρας (Διασκούρους) επιχθονίων ανθρώπων ωκυπόρων τε νεών.
31. Βλ. W.M. Leake, Travels in Morea τ.1, σ.70 Πρβλ. R. Baladie, Le Peloponnese de Strabon, σ.5, σημ. 21.
32. Εύρ. 1346 έπι πόντον Σικελόν σπουδή σώσαντε (οι Διόσκοροι) νεών πρώμας ενάλους, αυτ. 900 οι (Διόσκοροι) φλογεράν αιθέρ εν άστροις ναίοισι, βροτών εν αλός ροθίοις τιμάς σωτήρας έχοντες. Λουκ. Θεών 25 (26), 2 αλλά προστέκταται αυτοίν υπηρετείν τω Ποσειδώνι και καθιπεύειν δει τό πέλαγος και εάν που ναύτας χειμαζομένους ίδωσιν, επικαθίσαντες επί το πλοίον σώζειν τους εμπλέοντας, Ομ. Υμνοι ΧΧΧΙΙΙ (είς Διοσκούρους) σωτήρας. ωκυπόρων τε νεών, ότε τε σπέρχωσιν άελλαι χειμέριαι κατά πόντον αμείλιχον. οι δ' από νηών ευχόμενοι καλέουσι Διός κούρους μεγάλοιο άρνεσσιν λευκοίσιν επ’ άκρωτήρια βάντες πρύμνης. την δ’ άνεμος τε μέγας και κύμα θαλάσσης θήκαν υποβρυχίην, οι δ' εξ απίνης εφάνησαν ξουθήσι πτερύγεσαι δι' αιθέρος αΐξαντες, αυτίκα δ’ αργαλέων ανέμων κατέπαυσαν αέλλας, κύματα δ' εστόρεσαν λευκής αλός εν πελάγεσσι, ναύταις σήματα καλά πόνον σφίσιν, Λουκ. Μισθ. Συν. 1 τάς τρικυμίας και ζάλας και ακρωτήρια και εκβολάς και ιστού κλάσεις και πηδαλίων απικαυλίσεις δεξιόντες, επί πάσι δε τους Διοσκούροις επιφαινομένους... και τρός τίνα ηόνα μαλακήν επεθύνοντας την ναύν, Εύρ. Ηλ. 1241 αρτίως πόντου σάλον παύσαντες (οι Διόσκουροι), αυτ. Ορ, 1636, 
34. B. W. M. Leake, Travels in the Morca, t. I, c. 70. Πρβλ... R. Baladie, Le Péloponnèse de Strabon.
35. Βλ. Γ. Παπαθανασίου, Αρχ. Δελ. 1961- 2, Χρον. σ. 96-98
36. Παρόμοια μικρά αγάλματα τών Διοσκούρων (ύψοις μόλις 31 εκ.) συνάντησε ο Παυσανίας ο περιηγητής στις παραλίες των Κυνουριακών Βρασιών (δηλ. Πρασιές, σημ. Πλάκα Λεωνιδίου) και της Λακ. Πέφνου (ανάμεσα και πλησίον Θαλαμών και Λεύκτρων), Παυσ. III, 24, 5 και Παυσ. III, 26, 3 αντιστοίχως. Και οι τρεις πόλεις Βρασιές. Πέφνος και Κυπαρισσία ήσαν σημεία διελεύσεως γνωστών γραμμών ναυσιπλοΐας στην αρχαιότητα.
37. Ευρ. Ελ. 1211 Λιβύης αλιμένοις εκπεσόντα πρός πέτρας. Θουκ. ΣΤ 2 προαξυνώκησαν δε αυτοίς και Φωκέων τινές τών από Τροίας τότε χειμώνι ες Λιβύην πρώτον, έπειτα ες Σικελίαν απ' αυτής κατενεχθέντες. Ηρ. 4, 179 υπολαβείν άνεμον βορέην και αποφέρειν προς την Λιβύην Οδ. Ω 306-307 αλλά με δαίμων πλάγξ. από Σικανίης δεύρ ελθέμεν ουκ εθέλοντα.
38. Παυσ. V,7,3.
39. Στράβ. V 1, 2, C269 ή δ’ Ορτυγία συνάπτει γεφύρα πρός την ήπειρον πλησίον ούσα.
40. Οδ. Γ 170 καθύπερθε Χίοιο (προς βορράν της Χίου) Ηρ. Δ8 η χώρη κατύπερθε.
41. Ιλ Γ 337 δεινόν δε λόφος καθύπερθεν ένευεν, Ηρ. 7, 36 κατύπερθε τών όπλων του τόνου.
42. Πρβλ. Πολύβ. 34, 11, 15 εάν νότος μέλλη πνείν αχλύν ομιχλώδη καταχείσθαι... ώστε μηδέ την Σικελίαν άπωθεν φαίνεσθαι.
43. Η σχεδίαση είναι ελεύθερα σχηματοποιημένη, χωρίς σχετική κλίμακα και με αρκετή έξαρση ώς πρός τα υψόμετρα και τη μορφή τών κορυφογραμμών, για να αποδοθή πιό παραστατικά το φαινόμενο
44. Μιλτ, Χατζοπούλου. Ο Ελληνισμός της Σικελίας κατά την Ρωμαιοκρατία. (περίοδος -266/44) σσ. 98. Πρβλ. R. Baladié. Le Péloponnèse de Strabo. σ. 264.
45. οδοιπορικά των San. Hieronymus, S. Wilibald, J. Mondaque, F. C. Pouqueville, κ.ά.
46. Πρβλ. Ελλ. Πορτολ. Ι (16ου αι.) στιχ.13-15 δημ. υπό Arm. Delatte, Les portulas grecs, Paris 1947, σσ. 52: αν λάχη και θέλης να πάς εις τα Στρουφάδια διά νερόν, άμε εις το ακρωτήριν του λεβάντε τό λιγνόν εκεί έναι το ράξιμον, αυτ, σσ. 315 από την Μάλτα εις τόν γρέγο εις τόν λεβάντη, βιστηράς τα Στροφάδια, έναι μίλια 500, ήγουν μιλία πεντακόσια (βιστηρας=κτυπάς, φθάνεις κατ' ευθείαν).
47. Νικ. Δ. Πιέρρου, «Aέναα πηγαία ύδατα συνθέτου λεκάνης Αλφειού κατά τους αρχαίους συγγγραφείς και τα νεώτερα δεδομένα», Πρακτικά Α' Τοπικού Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών της Εταιρείας Πελ. Σπουδών, Αθήναι 1980, σσ. 326 -334. Τού αυτού, «Γεωυδρολογικά οροπεδίων Φενεού και Στυμφαλίας κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τα νεώτερα δεδομένα», Πελοπ/σιακά, τ. ΚΕ , σσ. 241-282. Τού αυτού, «Υποθαλάσσιες πηγές της Κυνουρίας κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τα νεώτερα δεδομένα», Πρακτικά Αρκαδικού Πνευματικοί Σιμποσίου της Εταιρ. Πελ. Σπουδών, Αθήναι 1994, σσ. 359-384.
48. Νικ . Δ. Πιέρρου, "Ο μύθος Αλφειού και Αρεθούσης από υδρογεωλογικής σκοπιάς". Πρακτικά Β΄τοπικού Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών, 1989 σ.379. Του αυτού, "Ο χρησμός της Πυθίας στον Κορίνθιο Αρχία και ο πανάρχαιος μύθος Αλφειού και Αρεθούσας", Δελτίον Ιδρύματος Κορινθιακών Μελετών, τχ. 25, σ.17.





Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Στόμιο Φιλιατρών: Προϊστορική εγκατάσταση.


Διακοπή οικοδομικών εργασιών λόγω ανευρέσεως αρχαίων οδήγησε την Ζ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ολυμπίας σε δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα, η οποία επεβεβαίωσε για πρώτη φορά στα Φιλιατρά τις προ τριακονταετίας μνημονευόμενες επιφανειακές ενδείξεις γιά εγκατάσταση της Εποχής του Χαλκού στην θέση Στόμιον, από τους Αμερικανούς αρχαιολόγους W. McDonald και R. Hope Simpson1.


Τα πρώτα συμπεράσματα από την δεκαήμερη αυτή έρευνα του Ιουλίου του 1986 -την οποία θεωρούμε προκαταρκτική λόγω των συνθηκών πού την επέβαλαν-, παρουσιάζονται εδώ σαν συμβολή στη μελέτη του απώτερου ιστορικού ορίζοντος της πόλεως των Φιλιατρών. 
Η θέση, η οποία βρίσκεται 600μ. περίπου δυτικά της επαρχιακής οδού Κυπαρισσίας-Πύλου και 3 χλμ. περίπου ΒΒΔ των Φιλιατρών, καταλαμβάνει στον χάρτη των McDonald- Hope Simpson έκταση διαμέτρου 125μ. Πάνω σε χαμηλό κρημνώδες έξαρμα, που αποτελεί τον νότιο βραχίονα του γραφικού κολπίσκου με την εύστοχη ονομασία, έχει φυσικό όριο στα δυτικά το Ιόνιο πέλαγος, ενώ στους βόρειους πρόποδες κυλά εκβάλλοντας στη θάλασσα το Φιλιατρινό ποτάμι. Σε σημείο του βορείου αυτού ορίου υπάρχει και πηγή πόσιμου νερού.


Στην τοποθεσία αυτή είχε ήδη υψωθή το δυτικό τμήμα σχετικώς ογκώδους οικοδομής, όταν η Εφορεία διέκοψε τις εργασίες2 λόγω της παρουσίας σοβαρών ενδείξεων για ύπαρξη προϊστορικής εγκαταστάσεως. Το κέντρον της αρχαίας αυτής εγκαταστάσεωςυποθέτουμε πως θα κατελάμβανε την ελαφρά έξαρση του εδάφους μεταξύ της ανεγειρομένης οικοδομής (Είκ.1 -αριστερά) και της θέσεως Λογγαράκι (Εικ.1 -δεξιά), όπου από τον ιδιοκτήτη έχει προκληθή σοβαρή αναμόχλευση θεμελίων και κεραμεικών καταλοίπων. Είναι δε βέβαιον ότι συνεχής καλλιέργεια και διαμορφώσεις έχουν γενικώς επιφέρει σημαντική διάβρωση των πολιτιστικών δεδομένων, με αποτέλεσμα την διάλυση τοιχίων και την μίξη των επιφανειακών αρχαιολογικών στρωμάτων.


Όταν οι εργασίες σταμάτησαν από την Ζ' Εφορεία, απέμενε να ανεγερθή το ανατολικό τμήμα της οικοδομής, όπου είχαν κατασκευασθή μόνον περιμετρικά τοιχία με αναμονές σιδήρου. Προκειμένου λοιπόν να διαπιστωθή το μέγεθος της καταστροφής των αρχαίων αφενός, και να κριθή η τύχη της υπολοίπου υπό ανέγερσιν οικοδομής αφετέρου, έγιναν εικοσιτέσσερεις δοκιμαστικές τομές γύρω από τον εν λόγω χώρο, οι οποίες δεν ξεπέρασαν τα 30 εκ. σκαφής από την επιφάνεια του εδάφους, αλλά έδωσαν μια πρώτη σοβαρή μαρτυρία για την φύση των εκεί αρχαιοτήτων: τοιχία από πωρόπετρες φάνηκαν σε δέκα τομές. Μία από τις βορειότερες τομές εμφάνισε τα θεμέλια οικιστικού χώρου αρκετά κατεστραμμένου, ενώ η ΝΝΔ πλευρά της οικοδομής κυριαρχείται από τον πορώδη βράχο, κομμάτια του οποίου μαζί με οικοδομικό υλικό συγχέονται χωρίς να δίνουν καμμία συγκεκριμένη κατασκευή έως περίπου το ύψος των απορριφθέντων μπάζων. 
Στις νότιες τομές είναι σαφής η κατωφέρεια του εδάφους, η οποία και θα προκάλεσε συν τω χρόνω την μίξη των οικοδομικών υλικών. Από τα μπάζα συγκεντρώθηκαν πολλά όστρακα Υστεροελλαδικών, Μεσοελλαδικών και πρωϊμοτέρωv χρόνων. Στο ΑΝΑ τμήμα, εκτός οικοδομής, παρουσιάστηκαν οι σαφέστερες αποδείξεις για την ύπαρξη εγκαταστάσεως στο Στόμιον, καθώς αποκαλύφθηκαν θεμέλια οικισμού με χώρους που ορίζονται από τρείς κυρίως τοίχους σωζ. ύψους 8-10 εκ. και φαιν. μήκους 2,70μ. (τομή 7), ενώ ο κάθετος τοίχος στις τομές 7 και 8 παρακολουθείται σε φαιν. μήκος 2.50μ. Το πάχος των θεμελίων αυτών κυμαίνεται μεταξύ 0.50 και 0.60μ. 


Σε βάθος περίπου 0.30μ. κάτω από τα θεμέλια της τομής 7, βρέθηκε στην νότια τομή 5 (Ν5) μεμονωμένη ταφή σε ισχυρά συνεσταλμένη στάση πρώιμης Μεσοελλαδικής εποχής, ακτέριστη. Το κρανίο, τοποθετημένο νότια, στρέφει προς τη δύση· το σαγόνι ακουμπά στην δεξιά παλάμη, ενώ η αριστερή παλάμη αναπαύεται στην κοιλιά. (εικ.2)3. Εκτός από την απουσία των κτερισμάτων και το είδος της ταφής, που είναι της απλούστερης ΜΕ μορφής -χωρίς καν λίθινο περίβολο, την ύπαρξη του οποίου δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε από τις ελάχιστες πέτρες πού βρέθηκαν κάτω δεξιά της-, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι είχε εναποτεθή πάνω σε λεπτό στρώμα θαλασσινών βοτσάλων, που προφανώς μεταφέρθηκαν από την γειτονική παραλία. Πρόκειται για μία πρακτική αρκετά γνωστή από πολλές περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος. Όμοιο παράδειγμα ευτρεπισμού πρώιμης ΜΕ ταφής προέρχεται από λιθοπερίβλητο λακκοειδή τάφο του τύμβου Βοϊδοκοιλιάς Πυλίας, 30 μόλις χλμ. νοτιότερα του Στομίου4.
Στα μερικώς αποκαλυφθέντα θεμέλια παρατηρείται χρήση αμμολίθων μεταξύ των πωρολίθων που επικρατούν, καθώς και η παρουσία μεγάλου μυλολίθου, μήκους περίπου 0.50μ. (τομή7). Από την αποκομιδή της ΜΕ ταφής προέκυψε λάκκος που ερευνήθηκε δοκιμαστικώς (control pit) μέχρι το βάθος των 0.70μ. από την επιφάνεια της τομής αποκαλύφθηκαν λείψανα και άλλου τοιχίου, πρωϊμότερης προφανώς οικοδομικής φάσεως, καθώς τούτο φάνηκε στην διαφοροποίηση του στρώματος στο νότιο μέτωπο της τομής. 
Ενώ η κεραμεική που βρέθηκε πάνω και γύρω στην ταφή υποδηλώνει την ύπαρξη κάποιας ώριμης ΜΕ φάσεως, τα όστρακα υπό την ταφή και στην περιοχή του τοιχίου διαφοροποιούνται προς πρωϊμότερη περίοδο. Από το δάπεδο ή κοντά στο δάπεδο του δωματίου που διακρίνεται στις τομές 7 και 8 (βλ. εικ.2), προέρχονται δύο, σχετικώς καλής διατηρήσεως αγγεία, μολονότι ελλιπή, τα οποία διασφαλίζουν μία πρώτη χρονολόγηση των οικιστικών χώρων στην ΜΕ ΙΙ προφανώς εποχή: πρόκειται για έναν χειροποίητο άβαφο, χαρακτό σκύφο πού σώζει την γένεση κατακόρυφης λαβής, και έχει εσωτερικά μελανή επιφάνεια από την ατελή όπτηση (εικ.3 -αριστερά). Ανήκει στον τύπο των ΜΕ σκύφων των τύμβων του Άργους, για τούς οποίους παρατηρείται ότι ανήκουν σε χαρακτηριστικούς τύπους της ΝΔ Πελοποννήσου5. Βρέθηκε επίσης ένας ελλιπής κατά το 1/3 σχεδόν μελανός μινύειος κάνθαρος του αργείου τύπου, με έντονη γωνίωση, λαιμό κοίλο και υπερυψωμένη του χείλους ταινιωτή λαβή. Η βάση λείπει, αλλά θα πρέπει να νοηθή χαμηλή και κυλινδρική (εικ.3 -δεξιά). 



Εκτός από τα δύο αγγεία, τμήματα λοξότμητης πρόχου με ίχνη αμαυρής διακοσμήσεως, υποδηλώνουν την ύπαρξη και του ρυθμού αυτού στην ίδια οικοδομική φάση. Στις τομές, όπου φάνηκαν τα τοιχία κυρίως, και λιγότερο συχνά στις υπόλοιπες, κυριαρχούν τα φαιότεφρα μινύεια όστρακα από μικρά ή μεγαλύτερα αγγεία, καθώς και μαύρα μινύεια του αργείου τύπου (κυρίως όστρακα κανθάρων), ορισμένα των οποίων φέρουν χαράξεις ή αυλακώσεις, του τύπου που ο Dickinson αποκαλεί Decorated Minyan6.
Από τις περισσότερες τομές προήλθαν κομμάτια πίθων ή πιθοειδών αγγείων διακοσμημένα με ποικίλους τύπους δακτυλοπιέστων θεμάτων, κιτρινωπού ή τεφρού πηλού. Κυριαρχεί επίσης η αδρή χειροποίητη κεραμεική με όστρακα βάσεων και τμήματα σώματος ή χείλους που φέρουν διαφόρους τύπους λαβών- αποφύσεων, ενώ ποικιλία επικρατεί και στην χειροποίητη χαρακτή κεραμεική7.  Ξεχωρίζουν επίσης τμήματα από μεγάλα χειροποίητα οικιακά σκεύη και πόδια από χύτρες, των οποίων οι προσμίξεις του πηλού, η διατομή και η εν γένει υφή υποδηλώνει ίσως την παρουσία και της Πρωτοελλαδικής περιόδου στο Στόμιον. Μία ακόμα αξιοπαρατήρητη κατηγορία είναι αυτή των οστράκων με αρκετά στιλπνή αλλά όχι πάντα μαύρη βαφή πάνω σε ωχροκίτρινο φόντο, με προσθήκη ερυθρής ταινίας σε κάποια από αυτά, Εκτός από την αποσπασματική κεραμεική είχαμε και μία σειρά μικροευρημάτων, όπως λεπίδες οψιανού, που βρέθηκαν μαζί με απολεπίσματα πυριτολίθου σε διάφορες τομές, ένα πήλινο σφαιρικό σφονδύλι, ένα λίθινο «ιγδίον» και δύο δόνακες από ελαιόχρωμο πυριτόλιθο. Τέλος, η παρουσία άφθονης ΥΕ ΙΙΙ κεραμεικής στις δοκιμαστικές τομές που εγιναν -με επικρατέστερα τα στελέχη κυλίκων-, αλλά και άλλα όστρακα που συγκεντρώθηκαν από την περιοχή, μαρτυρούν συνέχιση της κατοικήσεως του Στομίου και κατά τα μυκηναϊκά χρόνια.

 

Τα δεδομένα, όπως παρουσιάζονται μέσα από τη σύντομη και δοκιμαστικού χαρακτήρος σε πρώτη φάση έρευνα, μαρτυρούν μιαν εγκατάσταση ΜΕ πληθυσμού, της οποίας αγνοούμε ακόμα την ολική έκταση και την μορφή, πιθανότατα -κατά την παράδοση- ανοχύρωτη, με ορθογώνια σπίτια, απ΄όσο προς το παρόν φαίνεται, και η οποία είχε καταλάβει την θέση πρωϊμότερου ΠΕ οικισμού, του οποίου κατάλοιπα θα πρέπει πλέον να αναζητηθούν συστηματικότερα μελλοντικώς με συμπληρωματική έρευνα σε βαθύτερα και καλύτερα ίσως διατηρημένα στρώματα. Είναι απαραίτητο να διευκρινισθή η μορφή και των υπαρχόντων θεμελίων σε σχέση με τους κυλισμένους πωρολίθους από τα υψηλότερα προς την κατωφέρεια μέρη. 
Είναι πάντως γεγονός ότι το κέντρο του οικισμού πρέπει να βρίσκεται στα ΝΝΑ σημεία της θέσεως, όπου εμφανίστηκαν άλλωστε και οι ασφαλέστερες αποδείξεις. Οι οψιανοί, η παρουσία μυλολίθων και η υφή μικρού μέρους της κεραμεικής, η οποία δεν έχει ακόμα μελετηθή συστηματικά, είναι δηλωτικά της πρωϊμότερης εγκαταστάσεως, που θα πρέπει να διευκρινισθή, καθώς και να συγκριθή η γραπτή κεραμεική με το υλικό που θα δημοσιευθή από τον Άγιο Στέφανο Λακωνίας και από τα Νιχώρια Μεσσηνίας ως προς τις τοπικές τεχνικές της ΝΔ Πελοποννήσου. Εξάλλου και η κεραμεική του τύμβου Βοϊδοκοιλιάς θα είναι άκρως διαφωτιστική για την συγκριτική μελέτη των τυχόν πρωϊμοτέρων φάσεων του Στομίου. 
Από όσα αναφέραμε, συμπεραίνεται ότι το Στόμιον Φιλιατρών αποτελεί μιαν ακόμα θέση που επιβεβαιώνει την πολύτιμη σημασία των επιφανειακών επισημάνσεων οικιστικών κυρίως καταλοίπων στη Μεσσηνία, για τα οποία απαιτείται συστηματικότερη έρευνα, μελέτη και δημοσίευση. Κατά συνέπεια, είναι επιβεβλημένος ο κατά το δυνατόν επακριβής καθορισμός της στρωματικής αλληλουχίας των λειψάνων στην θέση αυτή, όπου -ως φαίνεται- ο μάλλον απάνεμος, γραφικός κολπίσκος θα μπορούσε να είχε χρησιμεύσει σαν λιμάνι και για τις εμπορικές επαφές των ανθρώπων που επέλεξαν να κατοικήσουν κοντά του. 


Γεωργία Χατζή- Σπηλιοπούλου, Επιμελήτρια Αρχ/των.
Δοκιμαστική ανασκαφή στο Στόμιον Φιλιατρών*
Πρακτικά Γ΄τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (Φιλιατρά- Γαργαλιάνοι 24- 26 Νοεμ. 1989)


* Η ανακοίνωση παρατίθεται εδώ, όπως ακριβώς έγινε και αποτελεί προδημοσίευση. Η εκτενής διαπραγμάτευση των ανασκαφικών δεδομένων θα αποτελέση αντικείμενο μελλοντικού δημοσιεύματος. 1. Rίchard Ηοpe Simpsoη, Mycenaean Greece, New Jersey 1981, 123 (F53), εικ.11.  Ας σημειωθή επίσης ότι το 1984, με αφορμή αγροτικές διαμορφώσεις η Ζ' Εφορεία είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξη αρχιτεκτονικών λειψάνων με περισυλλογή κεραμεικής επίσης της Εποχής του Χαλκού και στην θέση άγιος Χριστόφορος Φιλιατρών: ό.π.,122 (F 48)
2. Βλ. Γ. Χατζή, ΑΔ 1986, Χρονικά. 
3. Η ενδιαφέρουσα γιά την περιοχή ταφή συντηρήθηκε επί τόπου από τούς επιδέξιους συντηρητές της Εφορείας Τάσο Βασιλαρά και Σωκρ. Χριστόπουλο. Μετά την αποκομιδή της μεταφέρθηκε στό Μουσείο Ολυμπίας, όπου κατά την εξέτασή της από τον ανθρωπολόγο του Παν/μίου Αθηνών κ. Σωτ. Μανώλη απεδείχθη ότι άνηκε σε γυναίκα. 
4. Βλ, Γ. Σ. Κορρές, Αρχαιολογικαί διατριβαί επί θεμάτων της Εποχής του Χαλκού, Α', Εν Αθήναις 1979-1984, πίν.25, και σελ. 42, σημ.1, όπου αναφέρονται και άλλες όμοιες περιπτώσεις. 
5. Βλ. σχετικά, Ε. Πρωτονοταρίου- Δεηλάκη, Οί Τύμβοι του Αργούς, Αθήναι 1980, 183, σημ.258 καί πίν.Γ 45/3-4, όπου τά εικονιζόμενα αγγεία είναι πανομοιότυπα με τον σκύφο των Φιλιατρών. 
6. Ο. Τ.Ρ.Κ. Dickinson, The Origins of Mycenaean Civilisatίon, SIMA, Vol.XLIX, Goteborg 1977, 19, είκ.2 (3). 
7. Βλ. ενδεικτικώς Μ.Ν.Valmin, The Swedish Messenίa Expeditίon, Lund 1930, πίν.ΧΧΙ καί ΧΧΙΙ. 





Printfriendly