.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Ο θολωτός τάφος και το ιερό του Μαχάονος στον Κάμπο Αβίας


Από τα πλέον χαρακτηριστικά μνημεία του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, του πολιτισμού δηλαδή που άκμασε στο νότιο ελλαδικό χώρο κατά το διάστημα -1600/ -1100 περίπου, οι θολωτοί τάφοι, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένοι στη δυτική Μεσσηνία. Μοναδική, μέχρι στιγμής, περίπτωση για την ανατολική Μεσσηνία/δυτική Μάνη αποτελεί ο θολωτός τάφος στον Κάμπο Αβίας, που χρονολογείται στο δεύτερο ήμισυ του -15ου αι. -αρχές του -14ου αι.

Ο θολωτός τάφος
Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος, ένα από τα λίγα εμφανή κατάλοιπα της αρχαιότητας στην περιοχή αυτή, ερευνήθηκε για πρώτη φορά το 1891, σε ολιγοήμερη ανασκαφή από τον τότε έφορο Αρχαιοτήτων, Χρήστο Τσούντα, εκ των κορυφαίων μορφών της Ελληνικής Προϊστορικής Αρχαιολογίας, ο οποίος εκπροσωπούσε την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Μολονότι την εποχή της ανασκαφής του Χρ. Τσούντα η περιοχή ανήκε στο Νομό Λακωνίας, με τους σημερινούς γεωγραφικούς όρους, η έρευνά του εγκαινίασε τη μακρά παράδοση ανασκαφής ταφικών συνόλων στη Μεσσηνία και υπήρξε μία από τις πρώτες έρευνες θολωτών τάφων στην Ελλάδα. Νεώτερες ανασκαφικές και άλλες εργασίες έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2014- 2015, υπό τη διεύθυνση της γράφουσας και με την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, στο πλαίσιο μελέτης και τελικής δημοσίευσης του μνημείου. Ιδιαίτερα σημαντική για τις πρόσφατες έρευνες, μετά την παρέλευση 123 ετών από την αρχική ανασκαφή, υπήρξε η άντληση πληροφοριών και άλλων στοιχείων από το αρχείο του φιλολόγου, γυμνασιάρχη και μετέπειτα επιθεωρητή Νικολάου Γιαννουκόπουλου, ο οποίος για πενήντα περίπου χρόνια (από το 1935 έως τουλάχιστον τις αρχές της δεκαετίας του 1980) ασχολήθηκε συστηματικά με την ιστορία της Αβίας και κατέγραψε τα πορίσματα των ερευνών του για την ιδιαίτερη πατρίδα του.


Ο θολωτός τάφος του Κάμπου είναι κατασκευασμένος στις βόρειες/βορειοανατολικές υπώρειες χαμηλού λόφου, στην τοποθεσία Γαρμπελιά, στα δεξιά του δημόσιου δρόμου, με κατεύθυνση από την Καλαμάτα προς τη Μάνη. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει η ερειπωμένη σήμερα πυργοειδής κατοικία του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου (1815- 1883), ο οποίος πολλάκις διετέλεσε πρωθυπουργός του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Σε υψηλότερο λόφο, συναπτόμενο προς νότον, στα αριστερά του δημοσίου δρόμου, σώζονται τα ερείπια του μεσαιωνικού κάστρου της Ζαρνάτας, το οποίο είναι θεμελιωμένο επί παλαιοτέρων (Υστεροκλασικών/ Ελληνιστικών) λειψάνων. Η τριμερής διάταξη της αρχιτεκτονικής των μυκηναϊκών θολωτών τάφων, δηλαδή ο δρόμος που οδηγεί στο στόμιο/ είσοδο και από εκεί στον κυκλικό θάλαμο, που κατασκευάζεται με τον εκφορικό τρόπο, έχει αλλοιωθεί αρκετά στην περίπτωση του τάφου του Κάμπου, κυρίως από επεμβάσεις απόσπασης λίθων πριν από την ανασκαφή του Χρ. Τσούντα, αλλά και μετά.
Σήμερα, ο αρχικός δρόμος του τάφου, μήκους σχεδόν 13μ., έχει ολοσχερώς καταστραφεί και απομένει το όρυγμα που ανοίχθηκε στο φυσικό βράχο για τη δημιουργία του δρόμου και αποκαλύφθηκε εκ νέου στις εργασίες του 2014. Μνημειακής εμφάνισης είναι το στόμιο του θαλάμου, κατασκευασμένο από μεγάλους λαξευμένους ορθογωνισμένους λίθους, κατά κανόνα από σκληρό πωρόλιθο. Έχει μήκος 3,07 έως 3,61/ 3,68μ., πλάτος (εύρος) 1,39 έως 1,60μ., ενώ η πρόσοψή του έχει μέγιστο σωζόμενο ύψος 3,40μ. και πλάτος (εύρος) 4,35μ.
Εντυπωσιακό είναι το ανώφλι του στομίου, το οποίο αποτελείται από τρεις παχύτατες πελεκητές πλάκες, μεγάλων διαστάσεων, συνολικού μήκους 3,75μ. έως 3,80μ. και υπολογιζομένου βάρους 10 τόνων (συνολικά). Ο θάλαμος, με κυκλική κάτοψη, έχει διάμετρο 7,54μ. και διατηρείται μέχρι το ύψος του ανωφλίου (3μ.). Οι λίθοι των ανώτερων στρώσεων του θαλάμου πρέπει να αποσπάσθηκαν όταν ο τάφος εντοπίσθηκε για πρώτη φορά (7 χρόνια πριν από την ανασκαφή του Χρ. Τσούντα). Στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, ο τάφος είναι κυρίως γνωστός από τα δύο μολύβδινα ειδώλια, ανδρικής και γυναικείας μορφής, μινωικής έμπνευσης, τα οποία εντόπισε ο Χρ. Τσούντας. Εκτός από αυτά, ο Χρ. Τσούντας εντόπισε λίγα ακόμη μυκηναϊκά ευρήματα, μέρος των οποίων εκτίθεται σήμερα σε προθήκη της Προϊστορικής Συλλογής (Μυκηναϊκής Αίθουσας) του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα. Σε αυτά περιλαμβάνονται: σφραγιδόλιθος, με παράσταση αιγάγρων και αρχική χρυσή επένδυση, χάλκινη ωτογλυφίδα, τεμάχια μολύβδινου σύρματος, πλακίδια από κυανή υαλόμαζα, οστέινο κτένι, κομβία/ψήφοι από στεατίτη και λίγα θραύσματα πήλινων αγγείων. Ο μικρός αριθμός μυκηναϊκών ευρημάτων που εντόπισε ο Χρ. Τσούντας στον τάφο είναι αποτέλεσμα της σύλησής του πριν από την ανασκαφή του, αλλά και του γεγονότος της εκ νέου χησιμοποίησης του θολωτού τάφου σε μετά-Μυκηναϊκές περιόδους.
Η τεκμηρίωση της μεταμυκηναϊκής χρήσης του τάφου υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα των πρόσφατων εργασιών στον Κάμπο.
Συγκεκριμένα, εντός της φερτής επίχωσης (του χώματος δηλαδή που είχε πέσει στον τάφο) και εν μέρει επί του δαπέδου, σημειώθηκε αριθμός ευρημάτων διαφόρων περιόδων, αποκαλυπτικών για τη μεταγενέστερη χρήση του μνημείου και του περιβάλλοντος χώρου του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα ευρήματα αυτά κατέπεσαν (ή ερρίφθησαν από τους σύγχρονους καλλιεργητές) εντός του τάφου μετά την ανασκαφή του Χρ. Τσούντα.
Συνελέγησαν θραύσματα αγγείων διαφόρων περιόδων, από το τέλος της Νεολιθικής Εποχής (πριν από το -3000) έως τα νεώτερα χρόνια, θραύσματα κεράμων και πλίνθων κυρίως των μεσαιωνικών-νεωτέρων χρόνων (αλλά και αρχαίων), λίθινα αντικείμενα Νεολιθικών, Μυκηναϊκών και Υστεροκλασικών- Ελληνιστικών Χρόνων, πήλινα αντικείμενα Ελληνιστικών Χρόνων, σιδηρά αντικείμενα Νεωτέρων Χρόνων και μυκηναϊκό οστέινο αντικείμενο.
Η κατασκευή του στιβαρού και επιμελημένου θολωτού τάφου στον Κάμπο Αβίας κατά την Μυκηναϊκή Εποχή είναι εξαιρετικά πιθανόν να υπαγορεύθηκε από την ύπαρξη μίας ισχυρής τοπικής κυρίαρχης τάξης (elite), η οποία επιθυμούσε να παγιώσει τον έλεγχο της περιοχής. Επειδή, όμως, οι οικονομικές δυνατότητες της περιοχής είναι μάλλον περιορισμένες, ίσως το ενδιαφέρον της τοπικής ηγεμονικής τάξης ήταν στραμμένο στη δίοδο που προσφέρει η περιοχή του Κάμπου (μέσω της Χοιρείου νάπης, δηλαδή του φαραγγιού της Κοσκάραγας) προς τον ανατολικό μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, δηλαδή στην επικοινωνία, αν και δύσκολη, μεταξύ των δύο πλευρών του Ταϋγέτου. Δυστυχώς, ο τάφος απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος του μυκηναϊκού περιεχομένου του, ώστε οι παρατηρήσεις μας να είναι αναγκαστικά περιορισμένες σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που είχαν ενταφιασθεί εκεί και τα κτερίσματα που τους είχαν αποδοθεί.


Η μεταγενέστερη χρήση του θολωτού τάφου και το Ιερό του Μαχάονoς
Τα αρχαιολογικά στοιχεία που προέκυψαν από τις πρόσφατες εργασίες υποστηρίζουν την εκτίμηση ότι ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος χρησιμοποιήθηκε σε μεταγενέστερες περιόδους και, συγκεκριμένα, ότι ενσωματώθηκε σε δημόσιο ιερό της Γερηνίας των ιστορικών χρόνων, αφιερωμένο στον Μαχάονα. Τα στοιχεία για την τεκμηρίωση του ιερού είναι ευρήματα πεσμένα στον θολωτό τάφο, προερχόμενα προφανώς από κτίσματα πέριξ αυτού και εντοπισθέντα κατά τις πρόσφατες εργασίες. Αναφέρονται ενδεικτικά: Το κατώτερο τμήμα λίθινου θησαυρού («παγκαρίου», του δευτέρου μεσσηνιακού παραδείγματος μετά από αυτό της Θουρίας), που κατέπεσε μπροστά από τη δεξιά παραστάδα του στομίου μετά την ανασκαφή του Χρ. Τσούντα, τμήματα δύο λίθινων στηλών (η μία εκ των οποίων, από πορφυρίτη λίθο, πρέπει να ήταν ενεπίγραφη), θραύσμα μεγάλης μαρμάρινης λεκάνης, πιθανότατα περιρραντηρίου για το τελετουργικό πλύσιμο των προσκυνητών του ιερού, μικρό θραύσμα μαρμάρινου αναθηματικού αναγλύφου, θραύσματα πήλινων κοί αναθηματικών πλακιδίων, σημαντικό σύνολο θραυσμάτων βάσεων μικκύλων σύνολο θραυσμάτων (μικρογραφικών) ανοικτών (κανθαροειδών;) αγγείων και άλλων μικρών γενικά μελαμβαφών αγγείων, ανοικτών, ως επί το πλείστον, σχημάτων.
Στα ευρήματα αυτά, που προήλθαν από τις πρόσφατες εργασίες μας, θα πρέπει να προστεθεί μία επιγραφή (IG V, 1, 1338), δημοσιευμένη από παλιά, με την λέξη ΙΕΡΟΣ, προερχόμενη από το δρόμο του θολωτού τάφου (και αυτή πεσμένη προφανώς από υψηλότερο σημείο) και ένα ιδιαίτερης σημασίας εύρημα, το οποίο περισυνελέγη από τον κ. Αντώνιο Δαφνά σε σημείο πλησίον του θολωτού τάφου και παραδόθηκε στη γράφουσα.
Πρόκειται για λαβή πήλινου πώματος αγγείου με εχγάρακτη επιγραφή, αποτελούμενη από σύμπλεγμα τριών γραμμάτων, των Ελληνιστικών Χρόνων: τα δύο πρώτα γράμματα (ΔΑ) της λέξης ΔΑΜΟΣΙΟΣ (ή ΔΑΜΟΣΙΟΝ) δημιουργούνται στις λοξές κεραίες του γράμματος M, το οποίο πρέπει να υποδηλώνει το όνομα ΜΑΧΑΩΝ (δαμόσιος (-ιον) Μαχάονος). Το σύμπλεγμα, δηλαδή, φαίνεται ότι συνιστά, κατά κάποιον τρόπο, το αναγνωριστικό του δημοσίου ιερού του Μαχάονος. Επιπλέον, στην ευρύτερη περιοχή του θολωτού τάφου έχουν εντοπισθεί ή ερευνηθεί τμήματα αρχαίων τοίχων ή άλλων στοιχείων, τα οποία θα πρέπει να συνδέονται με το εν λόγω ιερό της Γερηνίας. Τα στοιχεία που προέκυψαν δεν αφήνουν αμφιβολία για την ταύτιση των δύο μνημείων: Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος και το αναγνωρισθέν ιερό είναι ο τάφος (μνήμα) και το ιερό του Μαχάονος που είδε και περιγράφει σύντομα ο περιηγητής Παυσανίας στην Γερηνία (Λακωνικά, ΙΙΙ, 26, 8-11. Μεσσηνιακά IV, 3.2), στην τοποθεσία υπό το όνομα Ρόδον. Προφανώς, το ιερό υφίστατο μέχρι την εποχή του Παυσανία, δηλαδή τον +2ο αι. Το ιερό του Μαχάονος, ενδεχομένως και του θεοποιημένου πατέρα του Ασκληπιού, προσέφερε, κατά τη μαρτυρία του Παυσανία, ιατρικές υπηρεσίες, ενώ στον ενσωματωμένο θολωτό τάφο οι υπεύθυνοι (νεωκόροι) του ιερού θα υπεδείκνυαν τον "τάφο του Μαχάονος" και πιθανότατα θα τελούνταν δράσεις απόδοσης τιμών και λατρείας. Κατά το παράδειγμα άλλων ιερών αφιερωμένων στον Ασκληπιό ή γενικά στους Ασκληπιάδες υπήρχαν χώροι (εστιατόρια) για τελετουργικά δείπνα και για θεραπευτική εγκοίμηση (εγκοιμητήρια). Το νερό υπήρξε σημαντική παράμετρος των ιερών για τον καθαρμό των πιστών, ενώ οι χρηματικές προσφορές των πιστών (τα «ίατρα» κατά περιπτώσεις) τοποθετούνταν στους θησαυρούς. Στα ιστορικά χρόνια, η περιοχή της σημερινής δυτικής Μάνης «παλινδρόμησε» μεταξύ της λακωνικής και μεσσηνιακής κυριαρχίας. Όταν ο πρώτος πυρήνας του μεσσηνιακού κράτους, που δημιουργήθηκε από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα το -369, διευρύνθηκε προς ανατολάς, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (-338), έως το μικρό Πάμισο (το ρέμα δηλαδή από τη Μηλιά της Δυτικής Μάνης που καταλήγει μεταξύ των χωριών Αγ. Νικολάου και Αγ. Δημητρίου), κατέλαβε περιοχές που ήταν υπό λακωνική κυριαρχία (ενδεχομένως ήδη από την Μυκηναϊκή εποχή).
Επειδή η προσάρτηση της περιοχής, από την χοίρειο νάπη στα βόρεια έως τον μικρό Πάμισο στα νότια, στο μεσσηνιακό κράτος μετά τα μέσα του -4ου αι. έπρεπε να δικαιολογηθεί, ο παλιός θολωτός τάφος φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Εντάχθηκε δηλαδή σε ένα δημόσιο Ιερό του Μαχάονος, ώστε να μπορεί να αιτιολογηθεί και να προβληθεί, και μέσω του κατάλληλα διαμορφωμένου ιστορικού/μυθικού υποβάθρου, η απόδοση μέρος της λακωνικής επικράτειας στο νέο μεσσηνιακό κράτος στο δεύτερο ήμιση του -4ου αι.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να τοποθετηθεί η "απόσπαση" του Νέστορος από τον φυσικό του χώρο στην δυτική Μεσσηνία για την ενίσχυση των δεσμών με την ανατολική πλευρά του Μεσσηνιακού κόλπου, η σύνδεση του με πόλη Ομηρική (Ενόπη) που μετανομάστηκε σε Γερηνία, και επιπλέον η εμφάνιση του επεισοδίου της μεταφοράς και ταφής των οστών του Μαχάονος και η διαφαινόμενη λατρεία του.
Η αφήγηση αυτή, η οποία τονίζει τη σχέση του Μαχάονος με τον Νέστορα, με αφορμή την εμφάνιση του Μαχάονος στη σκηνή του τελευταίου στην Ιλιάδα (Λ. 597 κ.ε.) και την απόπειρα απόδοσης μεσσηνιακής ταυτότητας στον ήρωα μέσω της προαναφερθείσας γενεαλογίας, έχει της ρίζες της στην Ελληνιστική εποχή και καταγράφεται συστηματικά για πρώτη φορά από τον Παυσανία, αν και ενδείξεις προς αυτήν την κατεύθυνση προσφέρονται και από τον γεωγράφο Στράβωνα (του -1ου/ +1ου αι.). Η βάση για την διαμόρφωση της παράδοσης της περιοχής φαίνεται ότι ήταν η εξής: Εάν μπορούσε να δειχθεί ότι η περιοχή ήταν μεσσηνιακή πριν την λακωνική κατάκτηση (ασχέτως αν αυτό ίσχυε στην πραγματικότητα ή όχι), τότε η εκ νέου απόδοσή της στο νέο μεσσηνιακό κράτος ήταν ορθή και δικαιολογημένη.
Αξίζει να τονισθεί ότι ο θολωτός τάφος του Κάμπου Αβίας είναι το σημαντικότερο, μέχρι στιγμής, ταφικό μνημείο του μυκηναϊκού πολιτισμού σε ολόκληρη την μεσσηνιακή Μάνη. Πρόκειται για επώνυμο μνημείο, εφόσον μπορεί πλέον να ταυτισθεί με τον Τάφο του Μαχάονος (υιού του Ασκληπιού και ιατρού του Ομηρικού Νέστορος, σύμφωνα με τον θρύλο), που αναφέρεται από τον περιηγητή Παυσανία, ως πυρήνας του συγκροτήματος του Ιερού του Μαχάονος των ιστορικών χρόνων.

Προστασία και προοπτικές ανάπτυξης
Ο τάφος του Μαχάονος αποτελεί μέρος ενός εξαίρετου μνημειακού συνόλου της περιοχής του Κάμπου (μαζί με τον πύργο του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και το μεσαιωνικό κάστρο της Ζαρνάτας). Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η εξελισσόμενη προετοιμασία, από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία δια της γραφούσης, με την συνεργασία της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας, της σύνθετης μελέτης και συντήρησης, στερέωσης, μερικής αποκατάστασης και προστασίας με στέγαστρο του τάφου του Μαχάονος, η οποία έχει χρηματοδοτηθεί για το 2018, μερικώς, από το ΄Ιδρυμα Ιωάννου Φ. Κοστοπούλου.
Είναι βέβαιον ότι η συντήρηση και ανάδειξη του θολωτού τάφου θα έχει θετικότατο αντίκτυπο, στο πλαίσιο της προβολής και αξιοποίησης της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς, και θα συμβάλει ουσιωδώς στην ενίσχυση αναπτυξιακών δυνατοτήτων της περιοχής.

Χριστίνας Μαραμπέα
"Ο θολωτός τάφος και το ιερό του Μαχάονος στον Κάμπο Αβίας"
-Περιοδικό FLASH , χειμώνας 2018-19



Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Κάστρο του Μελιγγού


Στα μεσοβυζαντινά χρόνια, το 746-747 ξεκίνησε από την Καλαβρία και τη Σικελία μια επιδημία, ένας από τους συνηθισμένους λοιμούς που αφάνισαν μεγάλα τμήματα πληθυσμών. Αυτή η επιδημία πέρασε και στην Πελοπόννησο από τη Μονεμβασιά και απλώθηκε σε όλη σχεδόν τη βυζαντινή αυτοκρατορία: «οίον τι πυρ επινεμόμενον επί την Μονεμβασίαν και Ελλάδα και τας παρακειμένας νήσους…»
Μετά την αραίωση του πληθυσμού από την επιδημία, αλλά και την εντολή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου για μεταφορά πληθυσμών από την περιφέρεια και κυρίως την Πελοπόννησο, στην αραιωμένη από το λοιμό πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, μεγάλες νομαδικές ομάδες από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, κυρίως Σλάβοι, άρχισαν να κατεβαίνουν και να εγκαθίστανται σταδιακά στην ελληνική χερσόνησο, δημιουργώντας αυτόνομες, ομοιογενείς ομάδες εποίκων.
Η σλαβική κάθοδος στην Πελοπόννησο γινόταν ανενόχλητα και οι νομάδες μετακινούνταν συνεχώς μέχρι να βρουν κατάλληλο τόπο για εγκατάσταση. Ο κατάλληλος τόπος βέβαια έπρεπε να ήταν ασφαλής, κατά προτίμηση ορεινός και δυσπρόσιτος, αλλά και να ευνοούσε τις σλαβικές καλλιέργειες που απαιτούσαν πολλά νερά. Η κάθοδος αυτή των Σλάβων είχε αρχίσει σταδιακά από τον 6ο αιώνα και προκάλεσε κι άλλες εσωτερικές μεταναστεύσεις γηγενών πληθυσμών που αναγκάστηκαν να βρουν αλλού ασφαλή μέρη για να κατοικήσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας μετακίνησης είναι, τον 7ο αιώνα, η μεταφορά της αρχαίας Κορώνης που μέχρι τότε βρισκόταν στο Πεταλίδι στη σημερινή της θέση, δηλαδή στη θέση της μεσσηνιακής Ασίνης.
Η αρχική σλαβική κάθοδος τοποθετείται γύρω στο 600, όταν μετά από τους λοιμούς και τις επιδρομές των Ούννων του Αττίλα χαλάρωσαν τα μέτρα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας κι έτσι σιωπηλά έγινε αποδεκτή η κάθοδος των σλαβικών φύλων στο νότο. Αυτή η σιωπηλή αποδοχή τεκμηριώνεται από το ότι οι νεοφερμένοι Σλάβοι λαθρομετανάστες, σαν «αναπόγραφοι» και νομάδες, αρχικά δεν αναγκάστηκαν να πληρώνουν φόρους αλλά ούτε υποχρεώθηκαν να δεχθούν το βάπτισμα στη χριστιανική θρησκεία. Ενας τόπος που συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για την εγκατάστασή τους ήταν μεταξύ άλλων κι ο Ταΰγετος, που μετά και από τους λοιμούς και τις επιδημίες έμεινε αραιοκατοικημένος.
Ετσι ένα τμήμα των Σλάβων, οι Εζερίτες, εγκαταστάθηκε στις ανατολικές κι ένα άλλο, οι Μελιγγοί (ή Μηλιγγοί), στις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου. Οπως στο Πεταλίδι, έτσι και στο Γύθειο αλλά και στα μικρά χωριά της Αλαγονίας, οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν εκτοπίζοντας τους λίγους αυτόχθονες που αναγκάστηκαν έτσι να κατευθυνθούν σε άλλες οχυρές πόλεις. Οι νεοφερμένοι, κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι, είχαν κλειστή κοινωνική δομή αλλά και δημοκρατική οργάνωση. Οι ομάδες τους, οι Ζουπανίες όπως ονομάζονταν, είχαν έναν αρχηγό, τον Ζουπάνο (τσοπάνο) ή έξαρχο ή ρήγα, αλλά στα σοβαρά ζητήματα συνεδρίαζαν όλοι μαζί σε μια τοπική βουλή τη λεγόμενη βέτσε (vece). Σαν κλειστές και αυτοδύναμες κοινωνικές ομάδες οι Σλάβοι διατήρησαν τις δικές τους αντιλήψεις και φέρονταν αλαζονικά προς τους νόμους και τους κανόνες τόσο των Βυζαντινών όσο και αργότερα των Φράγκων. Ετσι δεν άργησαν να έρθουν οι προστριβές αλλά και οι σλαβικές επαναστάσεις. Στο «Χρονικό της Μονεμβασίας» ο συντάκτης του αναφέρεται στους Σλάβους: «ότι Ζυγός του Μελιγού ενι γαρ δρόγος μέγας κι έχει κλεισούρες δυνατές και χώρες γαρ μεγάλες, ανθρώπους αλαζονικούς, ου σέβονται αφέντην...»

Η πρώτη σλαβική εξέγερση καταγράφηκε το 783, επί αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας. Τα πρώτα δέκα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, μέχρι αυτός να ενηλικιωθεί, αφού ανέλαβε την αρχή σε ηλικία δέκα ετών, την επιτροπεία ασκούσε με βασιλική ισχύ η φιλόδοξη μητέρα του Ειρήνη. Βέβαια λόγω και του αδύναμου χαρακτήρα του Κωνσταντίνου και μετά την ενηλικίωσή του η Ειρήνη συνέχισε να συμβασιλεύει και ουσιαστικά να ασκεί την εξουσία σαν Αυγούστα. Τις φιλοδοξίες της Ειρήνης εκμεταλλεύθηκε ένας ευέλικτος ευνούχος της αυλής της, ο Σταυράκιος που κατάφερε να γίνει «πατρίκιος και λογοθέτης του οξέως δρόμου»*. (Ο Σταυράκιος ήταν γιος του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’ και συμβασιλέας του από το 803 μέχρι το 811 όταν και ανατράπηκε από το Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ). Η σλαβική εξέγερση, μετά την κάθοδο του Σταυράκιου στην Ελλάδα και την Πελοπόννησο, καταπνίγηκε στο αίμα:
«(...) αποστέλλει Σταυράκιον τον πατρίκιον και λογοθέτην του οξέως δρόμου μετά δυνάμεως πολλής κατά των Σκλαβινών εθνών και κατελθών επί Θεσσαλονίκην και Ελλάδα, υπέταξε πάντας και υποφόρους εποίησε τη βασιλεία. Εισήλθε δε και εν Πελοποννήσω, και πολλήν αιχμαλωσίαν και λάφυρα ήγαγε τη των Ρωμαίων βασιλεία».
[«Θεοφάνης»]
(*Λογοθέτης του οξέως δρόμου ήταν ο Βυζαντινός υπουργός των Ταχυδρομείων, τίτλος ανάλογος με το σημερινό πρωθυπουργό).
Από αυτό το κείμενο είναι ευδιάκριτη η διαφοροποίηση μεταξύ των Σλάβων της βόρειας Ελλάδας από αυτούς της Πελοποννήσου. Οι Σλάβοι της Πελοποννήσου ήταν διασπαρμένοι σε μικρούς και δυσπρόσιτους αγροτικούς οικισμούς που ήταν αυτοδιοικούμενοι και ισχυροί. Ετσι ενώ ο Σταυράκιος κατάφερε πράγματι να υποτάξει τα «Σκλαβικά», σταμάτησε στο δυτικό Ταΰγετο, στο στενό πέρασμα για το Οίτυλο, περίπου στο σημερινό χωριό Νομιτσί. Εκεί, στο Ζυγό του Μελιγγού, υπήρχε σημαντική αντίσταση και γραμμή άμυνας που ελεγχόταν μάλιστα και από ένα οχυρό που βρισκόταν πάνω στο Γαϊδουροβούνι. Η τοπική σλαβική κοινότητα είχε αναπτύξει αμυντικό σχεδιασμό που επέτρεπε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας αλλά και της αυτοδυναμίας της:
«(...) άκρα γαρ ήν ηλίβατος παρά την είσοδον του μεγάλου όρους της Σπάρτης, ο δη Ζυγός λέγεται, άκρως ενέχουσα και υπερκειμένη κρημνώ τε μεγίστω και φαράγγους βαθεία, εν κύκλω πάντοθεν περιειργομένη και κατησφαλισμένη, μια δε μόνη παρόδω και ταύτη βραχεία την είσοδον έχουσα».
[Ερμοδώρου Κριτοβούλου: Συγγραφή Ιστοριών]
«(...) και επειδή όρος εστίν εκείσε μέγα και υψηλότατον, καλούμενον Πενταδάκτυλος και εισέρχεται ώσπερ τράχηλος εις την θάλασσαν έως πολλού διαστήματος δια το είναι τον τόπον δύσκολον κατώκησαν εις τας πλευράς του αυτού όρους, εν μεν τω ενί μέρει οι Μιληγγοί εν δε τω ετέρω οι Εζερίται».
[Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου: «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» κεφ 49’]
Μετά τη σοβαρή αντίσταση που συνάντησε στο Γαϊδουροβούνι, ο Σταυράκιος αποχώρησε και περιορίστηκε στη σύλληψη αιχμαλώτων και τη συλλογή λαφύρων.
Αυτό είχε σαν συνέπεια μια νέα σλαβική επανάσταση στην Πελοπόννησο το 805 που ήταν μια μαζική σλαβική εξέγερση και οδήγησε σε πολιορκία της Πάτρας το 807:
… «οι Σκλάβοι εν τω θέματι όντες Πελοποννήσου απόστασιν εννοήσαντες, πρώτον μεν τας των γειτόνων οικίας των Γραικών εξεπόρθουν και εις αρπαγήν ετίθεντο, έπειτα δε κατά των οικητόρων της των Πατρών ορμήσαντες πόλεως τα προ του τείχους πεδία κατεστρέφοντο και ταύτην επολιόρκουν, μεθ’ εαυτών έχοντες και Αφρικανούς και Σαρακηνούς»… Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου: «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν», κεφ 49’.
Μετά την επιτυχή άμυνα των κατοίκων της Πάτρας στη σλαβική πολιορκία το 807, το 811, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ, στάλθηκε στην Πελοπόννησο ο βυζαντινός στρατηγός Λέων ο Σκληρός που κατάφερε να τους υποτάξει:
“συμβαλών τω Σθλαβιανών έθνει πολεμικώς είλε τε και ηφάνισε εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσιν αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν”, Χρονικό: «Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας».


Ετσι ο Λέων ο Σκληρός αφού υπέταξε τους Εζερίτες Σλάβους της Αχαΐας, τους περιόρισε στην περιοχή του Ωλένου (Νεζερά) και στη συνέχεια συμπλήρωσε την υποταγή των Σλάβων του Ταϋγέτου και της Αρκαδίας. Αυτή η κάθοδος του Λέοντα Σκληρού προκάλεσε νέες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, αφού πλέον οι σλαβικές κοινότητες περιορίστηκαν σε ακόμα μικρότερες και ορεινές κυρίως εκτάσεις.
Παρά όμως τον περιορισμό τους στον Ταΰγετο από τον Σταυράκιο και τον Λέοντα Σκληρό, οι Σλάβοι συνέχισαν εκεί και επί του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842) τις λεηλασίες, τους εμπρησμούς, τις κλοπές και τους εξανδραποδισμούς. Ετσι το 849, ο γιος και διάδοχος του Θεόφιλου, Μιχαήλ Γ’ απέστειλε στην Πελοπόννησο τον στρατηγό Θεόκτιστο των Βρυενίων που τους καθυπόταξε και για πρώτη φορά επέβαλλε φόρο, τα “πάκτα”, στους μεν Εζερίτες τριακόσια νομίσματα το χρόνο και στους Μελιγγούς εξήντα. Ομως ούτε η φορολόγηση κατάφερε να τους υποτάξει. Νέα στάση των Σλάβων του Ταϋγέτου έγινε επί συναυτοκρατόρων Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού και Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (920-944) και περιγράφεται στην αναφορά του στρατηγού της Πελοποννήσου Ιωάννου Πρωτεύοντος:
… « αποστατήσαντες ου πείθονται ούτε στρατηγώ, ούτε βασιλική κελεύσει υπείκουσιν, άλλ’ εισίν ώσπερ αυτόνομοι και αυτοδέσποτοι και ούτε παρά του στρατηγού δέχονται άρχοντα, ούτε συνταξειδεύειν αυτώ υπείκουσιν, ούτε άλλην του δημοσίου δουλείαν εκτελείν πείθονται»…
Μετά από αυτά στάλθηκε στην Πελοπόννησο ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράς που από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο τελικά τους υπέταξε:
… « κατακαύσας τα θέρη αυτών και ληϊσάμενος πάσαν την γην αυτών έσχεν αυτούς ανθισταμένους και αντέχοντας μέχρι του μηνός Νοεμβρίου »…
Ο Αροτράς μάλιστα αύξησε σημαντικά τους φόρους που κατέβαλαν οι Σλάβοι. Ετσι οι Εζερίτες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εξακόσια νομίσματα και οι Μελιγγοί πεντακόσια σαράντα κάθε χρόνο. Μετά όμως από στασιασμό του απεσταλμένου στην Πελοπόννησο στρατηγού πρωτοσπαθάριου Βάρδα Πλατυπόδη καθώς και άλλων τοπικών αρχόντων και πρωτοσπαθάριων κατά του αυτοκράτορα Ρωμανού και την εκδίωξη από την Πελοπόννησο του πρωτοσπαθάριου Λέοντα Αγέλαστου, οι Εζερίτες και οι Μελιγγοί ζήτησαν τη διακοπή της καταβολής του νέου φόρου. Ο Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός φοβούμενος γενικότερη στάση στην Πελοπόννησο κατάργησε τον νέο και επανέφερε τους παλιούς φόρους.
Ομως και στη συνέχεια, επί Νικηφόρου Β’ Φωκά (963-969), οι Σλάβοι της Λακωνικής μνημονεύονται στο “βίο του Νίκωνος του μετανοείτε” σαν Αθρικοί:
…«ους δη και Μεληγγούς καλείν ειώθασιν. Ανδρας αιμοφορείς και φόνιον πνέοντες, πόδας τε κεκτημένοι εις κακίαν τρέχοντες και μηδέν άλλο ειδότας ή μόνον το ληστεύειν αεί και τα αλλότρια επισπάσθαι αρπαλέως»…
Κατά τον Karl Hopf μάλιστα, μετά τον βίαιο εκχριστιανισμό τους από το Νίκωνα, οι ξένοι έποικοι: “βαπτισθέντες ηναγκάσθησαν να μάθωσιν την γραφήν και την γλώσσαν των αυτών αποστόλων και δεσποτών”. Ετσι οι Σλάβοι άρχισαν να εξελληνίζονται και οι κατοικούντες το Ζυγό, Μελιγγοί του Ταϋγέτου ήταν παρόντες στην αντίσταση των Πελοποννησίων κατά την επέλαση των σιδερόφρακτων Φράγκων, στη μάχη στον ελαιώνα του Κούνδουρου το 1207. Με τον εξελληνισμό τους οι Μελιγγοί του Ζυγού ή του Δρογγού άρχισαν να αφομοιώνονται και τελικά το 1248 υποτάχθηκαν, όπως και οι υπόλοιποι, στον Φράγκο ηγεμόνα Guillaume II de Villehardouin. Αυτός μάλιστα για να σφραγίσει την υποταγή του Δρογγού του Μελιγγού και για να ελέγχει το πέρασμα, έχτισε τότε το κάστρο του Λεύκτρου (Beaufort). Αργότερα, το 18ο αιώνα, συναντάμε και καπετανία του Ζυγού με έδρα το Λεύκτρο. Βέβαια πολλές περιγραφές που αφορούσαν τη σλαβική εποίκηση είχαν πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες. Ομως η παράθεσή τους απαντά σίγουρα στις δοξασίες του δήθεν πλήρους εκσλαβισμού της Πελοποννήσου που διατύπωσε ο Jacob Philipp Fallmerayer το 1830 αμφισβητώντας την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Σήμερα δύσκολα μπορεί κανείς να ανακαλύψει τα ίχνη μιας οχύρωσης, του κάστρου “της Μελιγγούς” ή “του Μελιγγού” στο Νομιτσί, πάνω στο Γαϊδουροβούνι. Τα ερείπια αυτά καταλαμβάνουν την κορυφή του βουνού και είναι υπόλειμμα οχυρωματικού έργου της σκλαβωνίας του Ζυγού που σταμάτησε την κάθοδο του Σταυράκιου στη Μάνη. Ετσι μετά το Νομιτσί, στα αριστερά του κύριου δρόμου, κατευθυνόμαστε στα Σωματιανά. Από εκεί ακολουθώντας το “άγριο” και το “ήμερο” του βουνού, στα βορειοανατολικά, φθάνουμε σε ένα παλιό πέτρινο καλντερίμι. Πάνω στις πέτρες του υπάρχουν ακόμη “βραχογραφίες” από τα χέρια των αγωνιστών των αντιστασιακών ομάδων, που όργωναν και φύλαγαν τον Ταΰγετο στη σχετικά πρόσφατη ιταλογερμανική κατοχή. Εδώ δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την υπομονή αλλά και την πίστη αυτών των άγνωστων αγωνιστών που έβγαζαν την ψυχή τους πάνω στις άψυχες “σημαδεμένες” πέτρες. Το καλντερίμι ανηφορίζει για να συναντήσει παλιά δίπατα χτίσματα από ξερολιθιά που σήμερα εξυπηρετούν κτηνοτροφικές ανάγκες.
Από εκεί βλέπουμε την πιο “ήμερη” ανατολική πλαγιά του βουνού που απλώνεται σαν αμφιθέατρο και οδηγεί στην κορυφή του, όπου βρίσκονται και τα ίχνη της παλιάς σλαβικής οχύρωσης. Η θέα και η εποπτεία του χώρου από το Γαϊδουροβούνι είναι εκπληκτική. Από τα 1.019 μέτρα της κορυφής του καταλαβαίνει κανείς την αδυναμία της προέλασης των βυζαντινών του Σταυράκιου αλλά και τόσων άλλων που σκέφτηκαν αλλά δεν κατάφεραν να περάσουν από το Ζυγό του Μελιγγού, το Δρογγό των Σλάβων.

Γιάννης Μπίρης
Kάστρα και οχυρά της Μεσσηνίας: Το Κάστρο του Μελιγγού στο Γαϊδουροβούνι του Νομιτσί 
Πηγή: eleftheriaonline.gr




Το κάστρο της Ίκλαινας


Στο παλιό και αναμφισβήτητα πλούσιο σε ιστορία χωριό της Πυλίας, την Ικλαινα, επιμένουν να στέκονται ακόμα όρθια, τμήματα από τα τείχη ενός σχετικά άγνωστου φράγκικου κάστρου.
Η ανακάλυψη των ερειπίων του σήμερα είναι δύσκολη, αφού και το μικρό σωζόμενο τμήμα του κάστρου χρησίμευσε σαν τοίχος αντιστήριξης στο υπερυψωμένο προαύλιο του ιερού ναού του Γενεθλίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που βρίσκεται στο χωριό, και χάθηκε σαν μια απλή μάντρα στα ανατολικά του υπερυψωμένου περιβόλου.
Το κάστρο είχε, σύμφωνα με τη φραγκική συνήθεια, δύο παράλληλα μεταξύ τους τείχη. Ενα εξωτερικό που ελάχιστα ίχνη του μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα στα ανατολικά ανάμεσα στις ελιές και στα κλήματα του μικρού αμπελιού που υπάρχει εκεί, αλλά και το εσωτερικό που σήμερα λειτουργεί σαν αναλημματικός τοίχος στα ανατολικά του προαυλίου του ναού. Εκεί μάλιστα που ήταν οι επάλξεις και τα μπεντένια του παλιότερου κάστρου σήμερα στέκεται μια σειρά από σιδερένια κάγκελα που κλείνουν με ασφάλεια το υπερυψωμένο προαύλιο.
Η δόμηση του κάστρου είναι χαρακτηριστική της φραγκοκρατίας και σίγουρα έχει δεχθεί επιδράσεις και επισκευές από τους μετέπειτα κατόχους του. Με αρκετές μεγάλες και επίπεδες ποταμόπετρες κυρίως στα αγκωνάρια του και ακατέργαστες πέτρες από πωρόλιθο στις μεγάλες του επιφάνειες, το τμήμα που διασώθηκε δείχνει σίγουρα και την καλή γνώση της στήριξης τέτοιων οχυρωματικών έργων σε σχετικά σαθρά εδάφη. Η θέση του οχυρού είναι ιδανική για τον έλεγχο της γύρω περιοχής αφού από εδώ η εποπτεία του χώρου είναι μοναδική. Το κεντρικό τμήμα της οχύρωσης με τα δυο τοξωτά, σαν παράθυρα ανοίγματα, που φαίνεται να προεξέχει από την υπόλοιπη κατασκευή πρέπει να αφορά τμήμα ενός πύργου. Από το μεγαλύτερο άνοιγμα φαίνεται ένας κλειστός χώρος που μπορεί να ήταν δωμάτιο ή αποθηκευτικός χώρος του οχυρού.
Ιστορικά η Ικλαινα (Niclines) και το κάστρο της, αρχικά από την κατάκτηση (conquest) μέχρι τουλάχιστον και το 1212, αναφέρονται σαν εξαρτημένα από τη μητρόπολη της Μεθώνης. Στη συνέχεια και για δυο περίπου αιώνες, ήταν φέουδο των επισκόπων της Μεθώνης. Επειδή όμως και αυτοί ήταν υπήκοοι της βενετικής Μεθώνης (Modon), υπήρχαν σημαντικές δυσκολίες στο να πειστεί το Πριγκιπάτο, δηλαδή οι τοπικοί Φράγκοι ηγεμόνες, ώστε οι Βενετοί επίσκοποι να εισπράττουν τα έσοδα που πίστευαν ότι τους ανήκαν από έναν τόπο που περιβαλλόταν από φραγκικά φέουδα. Κι αυτό γιατί αφού η Ικλαινα (Niklina ή Iklina) ήταν μέσα στις φράγκικες κτήσεις, ήταν δύσκολο για αυτό το μικρό εκκλησιαστικό φέουδο να εισπράττει δασμούς που τελικά θα πήγαιναν στο βενετικό ταμείο της Μεθώνης.



Το 1385 με την επικράτηση των Ναβαρραίων στην περιοχή, το κάστρο παρέμεινε στα χέρια των επισκόπων της Μεθώνης. Τότε όμως έγινε ακόμα πιο δύσκολη η είσπραξη των δασμών από τους Μεθωναίους επισκόπους, αφού οι Ναβαρραίοι προστάτευαν τις φραγκικές κτήσεις. Σαν επίσκοπος της Μεθώνης, είχε συστηθεί από τη Βενετία στον Pedro de San Superan στις 6 Απριλίου του 1394, ο Louis Morosini. Το 1407 αναφέρεται νέος επίσκοπος Μεθώνης ο Antoine Correr. Το 1394 λοιπόν, η Βενετία ζήτησε από τον San Superan να σιγουρέψει τα δικαιώματα της επισκοπής της Μεθώνης στην περιοχή της Ικλαινας. Μετά το θάνατο του San Superan το 1402, η διασφάλιση παρασχέθηκε τελικά, με επιστολή από την Πάτρα προς το δόγη της Βενετίας Michele Steno το 1403, από τη χήρα του San Superan, Maria Zaccaria και τον ανιψιό της, “αντιδιαχειριστή” του Πριγκιπάτου, Centurione II Zaccaria. Σε αυτή την επιστολή αναγνωρίστηκε ο επίσκοπος της Μεθώνης Louis Morosini και σαν “episcopus Niclinensis” με το δικαίωμα να έχει στην κατοχή του τα έσοδα του φέουδου της Ικλαινας.
Η κάθοδος των Ελλήνων του Δεσποτάτου στην περιοχή έκανε πολύ δύσκολη την είσπραξη των δασμών το 1403 και το 1407. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, ο νέος τότε επίσκοπος της Μεθώνης Antoine Correr αναγκάστηκε να ανακατασκευάσει το οχυρό για να αποφύγει την κατάληψή του από τους Ελληνες, που λίγο νωρίτερα το είχαν πυρπολήσει. Προφανώς τα ίχνη αυτής της οχύρωσης συναντάμε σήμερα στα ανατολικά του προαυλίου του ιερού ναού.
Το 1411 ο Centurione II Zaccaria πρότεινε στη Δημοκρατία της Βενετίας και το δόγη Michele Steno, την παραχώρηση του Ναβαρίνου και των χωριών Γρίζι και Μανιατοχώρι με αντάλλαγμα την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των τοπικών Φράγκων φεουδαρχών. Σε αυτές τις διαπραγματεύσεις αναφέρεται ότι τα σύνορα του Ναβαρίνου (Zonclo) περνούσαν μπροστά από την ταβέρνα που ακόμα ανήκε στο εκκλησιαστικό φέουδο της Ικλαινας (Niklina). Η Βενετία τότε αρνήθηκε την προσφορά! Τελικά το 1423 με απόφαση της Συγκλήτου και του δόγη Francesco Foscari, η Βενετία αγόρασε το Παλιοναβαρίνο από το Δεσπότη Θεόδωρο Β΄ Παλαιολόγο και περιέλαβε στην κυριαρχία της το Γρίζι και το Μανιατοχώρι. Ετσι τον ίδιο χρόνο και ο απομονωμένος πια τελευταίος Φράγκος φεουδάρχης Adam de Malpignano αναγκάστηκε να προσφέρει απρόσμενα το κάστρο της Ικλαινας αλλά και τους Μύλους (Molini) και τον Αγιο Ηλία (Sancta Helia) στη βενετική κυριαρχία.
Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας όμως δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φραγκικές κτήσεις στην ενδοχώρα, αφού η κύρια επιδίωξή της ήταν το εμπόριο και η ασφάλεια των εμποροναυτικών πλόων και όχι ο αγροτικός κλήρος και οι καλλιέργειες. Το εμπόριο για τη Βενετία στην περιοχή εξασφαλιζόταν από τους ισχυρούς ναυτικούς και εμπορικούς σταθμούς στις καστροπολιτείες της Μεθώνης και της Κορώνης. Μετά μάλιστα και την προσθήκη στην κυριαρχία της του όρμου και του οχυρού του Ναβαρίνου, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο νότιο Ιόνιο ήταν σχετικά καλή. Ετσι η ανάπτυξη της αγροτικής ενδοχώρας της Πυλίας δεν ήταν στις άμεσες προτεραιότητες της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Το μεγαλύτερο κίνητρο για τους Βενετούς ήταν η αποφυγή της γειτνίασης με τους θεσμικούς αντιπάλους τους, τους Γενουάτες. Η παρακμή των μικρών οχυρών της Ικλαινας αλλά και του Μαντιχωριού, ήταν αναπόφευκτη και ίσως επιβεβλημένη. Φυσικά αυτά τα κάστρα δεν αναφέρονται στα οχυρά που χρηματοδοτούνταν από τη Βενετία.
Η αλλαγή της κυριαρχίας το 1500 με την κάθοδο των Τούρκων, η αγριότητα αλλά και η ραθυμία των νέων κατακτητών, σχεδόν ισοπέδωσαν το φρόνημα των κατοίκων αλλά και το φραγκικό κάστρο στην Ικλαινα. Στο πέρασμα του χρόνου, το εσωτερικό τείχος στα ανατολικά κατέληξε να γίνει αναλημματικός τοίχος του προαυλίου του ναού του Γενεθλίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Τα δομικά υλικά του κάστρου μάλλον εξυπηρέτησαν τις οικοδομικές ανάγκες των κατοίκων του χωριού, και το οχυρό του τοπικού Φράγκου φεουδάρχη χάθηκε απλά μέσα στο χρόνο.
Τελευταία, υπάρχει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον για ευρήματα κυρίως της ομηρικής εποχής στην περιοχή της Ικλαινας, αφού εκτός των άλλων εδώ ανακαλύφθηκε από τον καθηγητή Κοσμόπουλο του πανεπιστημίου του St. Louis (UMSL) των ΗΠΑ το αρχαιότερο γραπτό κείμενο της Ευρώπης σε πήλινη πινακίδα (πρώιμη γραμμική Β γραφή, ηλικίας 3500 ετών).
Ισως τώρα να δίνεται μια καλή ευκαιρία και για την ανάδειξη, από κάποιον άλλο φορέα, αυτού του μικρού μνημείου της φραγκοκρατίας.

Γιάννης Μπίρης
Κάστρα και οχυρά της Μεσσηνίας: Το κάστρο της Ίκλαινας
Πηγή: eleftheriaonline.gr


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Οι γλαύκες της Πύλου

Από ένα ταξίδι στην Μεσσηνία (1960)



Δύο κοριστάκια παίζουν κούνια κάτω από το πλατάνι ενός σταθμού. Η αυτοκινητάμαξα περιμένει τη διασταύρωση εμπρός σ' ένα από εκείνα τα μικρά πέτρινα γεφύρια, πού, στημένα πάνω από χαράδρες και ποτάμια χαρίζουν τόση γραφικότητα στο τοπίο ανάμεσα στη Μεγαλόπολη και στον Μεσσηνιακό κάμπο. 
Το ένα κοριτσάκι κουνάει διαδοχικά το άλλο, γελαστό και χαρούμενο, αδιαφορώντας για τα βλέμματα των ταξιδιωτών. Έξαφνα παρουσιάζεται ο μικρός γυιός του σταθμάρχη, ζωηρός και δραστήριος ύστερ από το μεσημεριανό ύπνο. Τραβάει ίσια κατά τον οδηγό και, στηλώνοντας τη ματιά στους τροχούς, προσπαθεί να τη λειτουργία των, τα κίνητρά των∙ μια σχεδόν ανδρική περιέργεια καθρεφτίζεται στα αστραφτερά παιδικά μάτια.
Στις δύο αυτές εικόνες είναι σαν να εκφράζωνται τα δυό αντιθετικά, μόνιμα γνωρίσματα του Μωριά: το ειδύλλιο και η σοβαρότητα, η ζεστή ομορφιά του τοπίου και η μανία για την έρευνα, η δημιουργική ενέργεια και η αναζήτηση του νέου. Ύστερα από μερικά ακόμη γεφύρια και σκοτεινές διαβάσεις μέσ’ από τα βουνά ξανοίγεται μπροστά μας ένας ολοπράσινος κάμπος, πλαισιωμένος γύρω από βουνά. Ψηλά κυπαρίσσια ορθώνουν από πέρα μακριά το υπερήφανο ανάστημά των σαν έκφραση μιάς ύπαρξης κατάμονης σιωπηλής. Σφίγγεται αμέσως η καρδιά του ανθρώπου. Κάπου εδώ ήταν η Στενύκληρος, που η καρπερή πεδιάδα της ετάραζε τα φρένα των αρχαίων Σπαρτιατών και ονειρεύονταν πάντα να την αποκτήσουν μαζί με την άλλη Μεσσηνία. Το κατόρθωσαν στο τέλος, με πόσους όμως αγώνες!
Ιστορικές μορφές τυλιγμένες με την αχλύ του μύθου ζωντανεύουν έξαφνα μπροστά μας. Ο Αριστόδημος και ο Αριστομένης, ο Κρεσφόντης και ο Αίπυτος. "Η παράδοση για τους Μεσσηνιακούς πολέμους είναι στο μεγάλο μέρος της θρύλος" (Μπένγκστον). Το αισθανόμαστε περισσότερο στο τέταρτο βιβλίο του Παυσανία, στα Μεσσηνιακά. Έχει τόσο κυριευτεί ο περιηγητής από τις θρυλικές αφηγήσεις, ώστε παραιτήθηκε από κάθε περιγραφή των μνημείων και προχώρησε προς τη δραματικήν αφήγηση των πολέμων, στην εξιστόρηση των γεγονότων, όπως σώθηκαν μέσα από τους αιώνες έως τις ημέρες του.
Αυτός που δέχεται συχνά και όχι άδικα τον ψόγο του ψυχρού κατορθώνει έξαφνα εδώ να μεταδίνει την ανατριχίλα προφητειών ή μαντικών ονείρων, σαν το ακόλουθο: Όταν ήλθε η ώρα να πέσει η Μεσσήνη, όταν πολλές νύχτες ούρλιαζαν τα σκυλιά, για να φύγουν έπειτα αθρόα προς το στρατόπεδο των Λακεδαιμονίων, όταν ο Αριστόδημος είδε μπροστά στο βωμό του Ιθωμάτα Δία να πεθαίνουν «αυτόματα» τα κριάρια που θα εθυσίαζε, τότε τη νύχτα που έπεσε να αναπαυτή, ήλθε να τον ταράξει ένα όνειρο. Παρουσιάστηκε μαυροντυμένη το φάντασμα της κόρης του, αυτής που την είχε θυσιάσει για την πατρίδα. Προχώρησε μπροστά, του πήρε τα όπλα και, αντί γι' αυτά του εφόρεσε ένα χρυσό στεφάνι και ένα λευκό ιμάτιο:
"Έχοντος δε Αριστοδήμου τά τε άλλα αθύμως και τον όνειρον ηγουμένου προλέγειν οι του βίου τελευτήν, ότι οι Μεσσήνιοι τών επιφανών τας εκφοράς εποιούντο εστεφανωμένων και ιμάτια επιβεβλημένων λευκά,... ".1
Είχε έλθει να τον στολίσει η νεαρή κόρη για να είναι το ξόδι του επίσημο και αρχοντικό, όπως άρμοζε στη γενιά του.
Βαδίζοντας πέρα από τον κόσμο του θρύλου και των ονείρων η σημερινή έρευνα σταματάει με πραγματιστική νηφαλιότητα στα αίτια των πολυχρονίων αγώνων: Από τον 8ο κιόλας αιώνα η δυνατή αύξηση του πληθυσμού της Σπάρτης ωδήγησε στη μόνιμη εκείνη ανάγκη γης, που κυριάρχησε πάνω σ' όλη τη σπαρτιατική ζωή και στη σπαρτιατική πολιτική έως τα μέσα του 6ου αιώνα. Στο πείσμα της κάθε ορθολογιστικής ερμηνείας, έχει νικήσει η φαντασία, η καρδιά μας είναι με το μέρος των υπερασπιστών της Πάτριας γης και μένουμε πάντα όλοι, όπως στα μαθητικά μας θρανία, πιστοί σύμμαχοι των Μεσσηνίων.
Διαφορετικές πρέπει να ήταν οι σχέσεις των γειτόνων στα πανάρχαια χρόνια, όταν η «κοινή» της μυκηναϊκής τέχνης είχε γίνει μια πανελλήνια έκφραση. Οι περισσότεροι από τους βασιλιάδες που ενέμονταν τα μικρά κρατίδια και κατοικούσαν στα μνημειακά ανάκτορα ήταν αναμεταξύ των φίλοι και συγγενείς. Το αισθανόμαστε όταν βρεθούμε πάνω στο ψήλωμα εκείνο της μυκηναϊκής Πύλου και, αφού η ματιά μας αγκαλιάσει το γαλάζιο μεγαλείο του ουρανού και της θάλασσας, για να σταθή έπειτα στη μητέρα γή, μελετήσουμε τα ερείπια του ανακτόρου του Νέστορος. Γιατί δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία. Ένα τόσο σπουδαίο αρχιτεκτονικό σύνολο από οικοδομήματα, στολισμένα με τοιχογραφίες πρώτης ποιότητας, εφοδιασμένο με πιθάρια για την αποθήκευση του λαδιού και των σιτηρών, με δωμάτιο λουτρού για την περιποίηση των ξένων και για την καθαριότητα των ενοίκων, δεν μπορεί να είναι άλλο παρά εκείνο όπου έζησε ο «γερήνιος ιππότης», η λευκή και συναρπαστική μορφή του ακμαίου γέροντα της Ιλιάδας.
Η συγκινητική παρουσία του κ. Μπλέγκεν θυμίζει όλο το έργο του σεμνότατου αυτού σπουδαίου αρχαιολόγου, που έχει γίνει πιά Έλληνας. Αποτέλεσμα μιας θερμής συνεργασίας με τον μακαρίτη Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη η ανακάλυψη του ανακτόρου στάθηκε το στεφάνωμα μιας ζωής αφιερωμένης στην αναζήτηση και στην ανάσταση των παλαιότατων πολιτισμών της χώρας. Είναι μια καλοτυχία να ακούει κανείς από το στόμα του την περιγραφή των κτιρίων, για τη θέση όπου συνήθιζε να κάθεται ο Νέστωρ, τους «ξεστούς, λευκούς λίθους», για το δωμάτιο όπου βρέθηκαν οι κοσμοξάκουστες πήλινες πινακίδες με την καταγραφή των σκευών και άλλων αποκτημάτων του ανακτόρου, αυτές που κατάφερε να διαβάσει ο Βέντρις -«Τόσος χαλκός»- μ' αυτή τη φράση κάποιας από τις πινακίδες είχε τελειώσει άλλοτε, πριν από τον πρόωρο θάνατό του, μια διάλεξή του στην Αγγλικήν Αρχαιολογική σχολή. Τονίζοντας ότι έτσι ακριβώς θα λεγόταν και σήμερα, ύστερ΄ από 3.500 χιλιάδες χρόνια, ύμνησε απλά και ήρεμα, χωρίς ρητορικές εξάρσεις την προαιώνια καταγωγή, την αθανασία της ελληνικής γλώσσας.
Ὅμως, ἂν ο προφορικὸς λόγος ἀνάγεται σὲ τόσο μακρινὴν ἀρχαιότητα, ο γραπτός, περιορισμένος μέσα στοὺς τοίχους τοῦ ἀνακτόρου, χωρὶς ἀνταύγεια, ξεχάστηκε μαζὺ μὲ τὴν κατάρρευση τοῦ μυκηναϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι, ύστερ᾿ ἀπὸ αἰῶνες ἀγραφίας, χρειάστηκε νὰ πάρουν οἱ Ἕλληνες μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα ἀπὸ τὸν Κόσμο τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὸ φοινικικὸ ἀλφάβητο.
Μιὰ νύχτα γαλήνιου ὕπνου ὄχι μακριὰ ἀπ᾿ τὸ ἀνάκτορο, στὴ Χώρα, φέρνει κοντὰ στοὺς Θεοὐς, στὸν θεὸ ποὺ τὸν λησμονοῦμε, γιατὶ καὶ αὐτὸς μᾶς ἔχει ἀπαρνηθῆ ὅσους ζοῦμε στὶς μεγάλες πολιτεῖες. (Δὲν εἴμαστε φυσικά, σύμφωνοι, ὅσοι σεβόμαστε τὴν ἱστορία τοῦ τόπου μας, τὴν ἀρχαία καὶ τὴ νεώτερη, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ παλαιότερου ὀνόματος Λιγοῦδιστα σε Χώρα, ὅπως καὶ γιὰ καμμιὰν ἀπὸ τὶς βιαστικὲς καὶ ἀμελέτητες ἀλλαγὲς τοπωνυμιῶν. Ἀλλὰ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ μιλήσουμε ἄλλοτε.)
Δὲν εἶναι ἀνεξήγητο ὅτι στὸν Ἄνω Ἐγκλιανό -ἔτσι λέγεται ἡ θέση τοῦ ἀνακτόρου, τουλάχιστο ἔως ὅτου... τὴν ἀλλάξουν καὶ αὐτὴν- φέρνουμε στὴ μνήμη, μαζὶ ἀπὸ τὸν Νέστορα καὶ τὴν κόρη του, ἴσως γιατὶ μ᾿ αὐτὴν εἶναι δεμένη στὴν Ὀδύσσεια καὶ του Τηλεμάχου η μορφῆ. Εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἰθάκη θέλοντας νὰ μάθει ἀπὸ τὸν συμπολεμιστὴ τοῦ πατέρα του γιὰ τὶς τύχες του ύστερ᾿ ἀπὸ τὸ κούρσεμα τῆς Τροίας, ἂν ἐζοῦσε ἀκόμη, ἢ τὸν εἶχαν καταπιεῖ τὰ ζωντανὰ τῆς θάλασσας ἢ σπαράξει τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Μπροστὰ στὸν λουτῆρα, στὴν πήλινη «ἀσάμινθο» ποὺ σώζεται στὴ θέση της πῶς νὰ μὴ θυμηθῆ κανεὶς τὸ λουτρὸ ἐκεῖνο ποὺ τὸ ἑτοίμασε η «καλὴ Πολυκάστη»; Ἀφοῦ τὸν ἔλουσε καὶ τὸν ἔχρισε μὲ λάδι, τοῦ ἐφόρεσε τὸ φάρος καὶ τὸν χιτώνα, ὅταν βγῆκε ἔξω ἔμοιαζε μὲ τοὺς ἀθάνατους θεούς.
Ἔγινε τοῦτο στὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ του, γιατὶ σὲ λίγο θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὴν Πύλο. Ἀφοῦ ἀνέβηκε στὸ ἄρμα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Νέστορας ἐτράβηξε γιὰ τὴ Σπάρτη.

δύσετο τ᾿ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί.2
Ἐπισκοπῶντας τὸ σχέδιο τοῦ ἀνακτόρου ἀπὸ τὸ μικρὸ χωμάτινο ὕψωμα, τὸ διαμορφωμένο γιὰ τὸ σκοπόν αὐτό, φέρνουμε τὴ σκέψη μας πρὸς τὴν τιτανικὴν ὀχύρωση τῆς Τίρυνθος, στὰ διαδοχικὰ προπύλαια, στὶς θύρες ποὺ θὰ ἦταν βαρειὲς, ἀσήκωτες ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια. Ἦταν μήπως τόσο εἰρηνικὲς ἐδῶ στὴν Πύλο οἱ συνθῆκες, ὥστε περίσσευε ἡ ὀχύρωση ἢ συμβαίνει κάτι ἄλλο; Ο κ. Μπλέγκεν πιστεύει τὸ δεύτερο. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ ὑπῆρξε περίβολος στὰ ἀρχαῖα χρόνια, ἀλλὰ σωζόταν ἕως τὰ νεώτερα. Τὰ ἀγκωνάρια του, όμορφα πελεκημένα, ἦταν ὅ,τι χρειάζονταν γιὰ τὰ κοντινά, παραθαλάσσια Κάστρα των οἱ Βενετσᾶνοι. Ἐκεῖ πάνω, στὰ παραμυθένια κάστρα τῆς Πύλου, τῆς Μεθώνης καὶ τῆς Κορώνης, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσουμε τὰ ἀγκωνάρια τοῦ Νέστορα, ξαναεργασμένα, μεταμορφωμένα ἀπὸ τὶς νέες ὀχυρωματικὲς ἀνάγκες καὶ ἀπὸ τὴν αἴσθηση νέων ρυθμῶν.


Ἕνα παράξενο πουλί, ζαλισμένο ἀπὸ τὸ φῶς, κάθεται ἀκίνητο στὸ κλωνάρι μιᾶς ἐλιᾶς, μὲ μαζεμένα τὰ φτερά του. Νὰ εἶναι μιὰ κουκουβάγια; Ὄχι, λένε οἱ ἐργάτες τῆς ἀνασκαφῆς, εἶναι μπούφος, ἕνας μικρὸς μποῦφος ποὺ σὲ λίγο καιρὸ θὰ γίνει πελώριος. Κρῖμα! Μιὰ κουκουβάγια ζωντανὴ, αὐτὴν θὰ περιμέναμε ἐδῶ, ἀφοῦ στὸ ἀνάκτορο καὶ στὴ γύρω περιοχὴ βρέθηκαν οἱ μικρὲς χρυσὲς ἐκεῖνες ποὺ ξαφνιάζουν μέσα σὲ μιὰ προθήκη τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, γιατὶ εἶναι οἱ μόνες γλαῦκες ἀπὸ τὴ μυκηναϊκὴ ἐποχὴ (εἱκ.1). Ἔχουν τὸ τυπικὸ σχῆμα ποὺ συναντοῦμε ύστερ᾿ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες στὴν ἀττικὴ ἀγγειογραφία. Κοιτάζουν μπροστά, ἐνῶ τὸ σῶμα παρασταίνεται ἀπὸ τὰ πλάγια, μιὰ σοφὴ συμβατικὴ λύση ποὺ ἀναδείχνει τὴν σύσταση του κορμιοῦ.
Μόλις λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ -600 παρουσιάζονται σὲ ἀγγεῖα τοῦ ζωγράφου τοῦ Νέσσου οἱ πρῶτες γλαῦκες, στὰ κορινθιακὰ λίγο παλαιότερα, ἀλλὰ σποραδικά. Στὴν Ἀθήνα ἔμελλε νὰ συνδεθῆ μόνιμα τὸ πουλὶ αὐτὸ μὲ τὴν παρθένα Θεὰ καὶ μὲ τὴν ἀποτύπωσή του στὰ νομίσματα νὰ γίνει τὸ μόνιμο σύμβολα τῆς θαυμαστῆς πολιτείας. Πῶς ὄμως νὰ ἑρμηνευθῆ ἡ σχέση τῆς ἀθηναϊκῆς γλαύκας μὲ τὶς μακρινὲς ἐκεῖνες τῆς Πύλου, ποὺ τὶς χωρίζουν τόσοι αἰῶνες, στερημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τῆς γλαυκας;
Τοὺς παλαιοὺς μὲ τοὺς νεώτερους χρόνους, τῆς ἀρχαιότητας, τὴν Πύλο μὲ τὴν Ἀθἠνα, τοὺς γεφυρώνει ἕνα όνομα. Νηλέας λεγόταν ὁ πατέρας τοῦ Νέστορα, Νηλεῖδαι λέγονταν οἱ βασιλιάδες τῆς Ἀθήνας. Ἀπό τὴ γενεὰ αὐτὴ καταγόταν ὁ Κόδρος ποὺ σκοτώθηκε θεληματικὰ γιὰ νὰ σώσει τὴν πόλη ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Δωριέων.
Χάρη στὴ σπουδὴ καὶ τὴν καλύτερη γνώση τῆς πρώιμης τέχνης ξέρουμε σήμερα τὶ σημαίνει αὐτό. Ἀπείραχτοι ἀπὸ τὸ σάλο τῶν βόρειων ἐπιδρομῶν μπόρεσαν οἱ Ἀθηναίοι, αὐτοὶ οἱ αὐτόχθονες Ἵωνες, νὰ διαμορφώσουν ἕναν ρυθμὸ γεμᾶτον ἀκρίβεια, πνεῦμα καὶ μεγαλείο, τὸν πρωτογεωμετρικό καὶ τὸν γεωμετρικό, νὰ γίνουν γιὰ αἰῶνες ἡ καλλιτεχνικὴ μητρόπολη τῆς Ἑλλάδας.
Ο Κόδρος ἦταν, πιστεύουν ὄχι ἀβάσιμα οἱ εἰδικοί, ἕνας ἀπὸ τοὺς φυγάδες ἐκείνους τῆς Πελοποννήσου ποὺ ἦλθε στὴν Ἀθήνα ύστερ᾿ ἀπὸ τὴν κατάρρευοη τῶν Μυκιναϊκών παλατιῶν. Αὐτοί, ἀπόγονοι τοῦ παλαιοῦ Νηλέα καὶ τοῦ Νέστορα, θὰ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Πύλο καὶ τὶς γλαῦκες, σύμβολο ἴσως μιᾶς ὀνομαστῆς γενιᾶς.
Μόνο ἅμα μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα ἔμελλε νὰ πάρει τὸ παράξενο πουλὶ πνεῦμα καὶ ζωή, ἀκόμη καὶ ματιὰ διαπεραστική. Δίπλα στὶς πρῶτες ἀθηναϊκὲς γλαῦκες οἱ χρυσὲς τῆς Πύλου εἶναι ἀνέκφραστες σχεδὸν ἄψυχες, ἀπρόσωπες, χωρὶς μυστήριο καὶ σιωπηλὴ γνώση.
Συγκρίνοντας τες ἔτσι ψυχρά, ἀντικειμενικά, ἐρχόμαστε στὴν ὡμολογημἑνη καὶ ἀνομολόγητη ἀντίθεση τῶν ἀρχαιολόγων τῆς ἀρχαϊκῆς καὶ τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς πρὸς τὴ μυκηναϊκὴ τέχνη. Τὴν ἐκτιμοῦν, προσπαθοῦν νὰ τὴ γνωρίοουν, μένουν ὄμως ξένοι, ἴσως καὶ ἄδικοι πρὸς αὐτήν. Γεμᾶτοι ἀπὸ ἄλλα ὁράματα, χαίρονται τὴν καλλιγραμμία, τὸ περιεχόμενο, τὴν ποιότητα, ἀκόμη καὶ τὴν μαγεία τῆς μυκηναϊκῆς τέχνης. Ἀναζητοῦν, όμως, πάντα τὴν ἀνθρώπινη ζεστασιά, τὴν ἀνώτερη τροφὴ τοῦ πνεύματος, τὴ δροσιά, ἀλλὰ καὶ τὴ βαθειὰ θρησκευτικότητα ποὺ χαρίζουν οἱ κακοπινές μεγάλες ἐποχές.
Ἄν μᾶς συγκινοῦν οἱ γλαῦκες τῆς Πύλου εἶναι ὄχι τόσο γιατί συνδέουν τὴν μυκηναϊκὴ Πελοποννήσο μὲ τὴν Ἀθῆνα, ὅσο γιατὶ θυμίζουν τις ἄλλες ἐκεῖνες, τὶς ὑστερότερες ἀθηναϊκές, ποὺ ἔχουν τὴ διαπεραστική ματιὰ τῆς θεᾶς καὶ τὴ σοφία τοῦ Σωκράτη.

Σεμνής Καρούζου
"Οἱ γλαῦκες τῆς Πύλου". Ἐλευθερἱα, 25 Ἰουνίου 1960.
Στο B.Α.Ε.272, Αρχαιολογικά Θέματα τόμος Ι, έκδ. Βασιλείου Χ. Πετράκου, σελ. 332

1. Παυσ. Μεσσηνιακὰ 4, 13. 3.
2. Ομ. γ 4871.


Apidima Cave fossils provide earliest evidence of Homo sapiens in Eurasia


Two fossilized human crania (Apidima 1 and Apidima 2) from Apidima Cave, southern Greece, were discovered in the late 1970s but have remained enigmatic owing to their incomplete nature, taphonomic distortion and lack of archaeological context and chronology. Here we virtually reconstruct both crania, provide detailed comparative descriptions and analyses, and date them using U-series radiometric methods. 
Apidima 2 dates to more than 170 thousand years ago and has a Neanderthal-like morphological pattern. By contrast, Apidima 1 dates to more than 210 thousand years ago and presents a mixture of modern human and primitive features. These results suggest that two late Middle Pleistocene human groups were present at this site-an early Homo sapiens population, followed by a Neanderthal population. Our findings support multiple dispersals of early modern humans out of Africa, and highlight the complex demographic processes that characterized Pleistocene human evolution and modern human presence in southeast Europe.
Southeast Europe is considered to be a major dispersal corridor as well as one of the principal European Mediterranean glacial refugia1-3. As such, the human fossil record of this region has previously been pro-posed to be more diverse than that of more isolated and less hospitable areas of Europe, reflecting the complexities of repeated dispersals, late survivals and admixture of human groups1,3. This hypothesis has been difficult to test, as palaeoanthropological finds from the Balkans are relatively scarce. The two fossilized human crania from Apidima, Mani (southern Greece)4, are among the most important finds from the region, yet remain little known. Here we applied the U-series dating method to elucidate their chronology and depositional history. We virtually reconstructed both specimens, correcting for taphonomic damage, and conducted detailed comparative description and geometric morphometric analyses.



Chronology
The Apidima specimens were discovered in a block of breccia wedged high between the cave walls of Apidima Cave A2,4-6 (Extended Data Fig.1), during research by the Museum of Anthropology, School of Medicine, National Kapodistrian University of Athens, which started in 1978. Owing to the lack of associated context, their geological age has been difficult to assess. Attempts to date the site radiometrically proved to be inconclusive7. However, geomorphology indicates a Middle-Late Pleistocene age, and a bracket between 190 and 100 thousand years ago (ka) has been proposed as the most-probable period for the deposition of the ‘skull breccia’6,8. Previous work calculated a minimum age of approximately 160 ka by U-series dating of an Apidima 2 bone fragment, which suggests a most-probable time of deposition of around 190 ka (transition between Marine Isotope Stage (MIS) 7 and MIS 6)5.We analysed three samples from the ‘skull breccia’, selected from fragments produced when cleaning the specimens from the matrix, using the U-series method. These included human bone fragments (subsamples 3720A and B of Apidima 2; and subsamples 3754 and 3755 of Apidima 1) and four unidentified bone subsamples (3757A-C and 3758, see Supplementary Information section 1). Our analyses show that both crania are older than the solidification of the matrix, which occurred around 150 ka. Despite their depositional proximity, Apidima 1 obtained its uranium in a considerably different environment than Apidima 2, during an accumulation event in MIS 7 (around 210 ka), whereas the uranium-uptake process of Apidima 2 took place in MIS 6 (around 170 ka) (see Methods ‘Depositional context’, Supplementary Information section 1). The crania and associated bones were therefore probably trapped on the surface of the talus cone, Apidima 1 around 210 ka and Apidima 2 around 170 ka, and were brought to their final position before the cementation and solidification of the sedimentary matrix around 150 ka (see Methods, ‘Depositional context’).

Description and comparative analyses
Apidima 2 (Fig.1a–c and Extended Data Fig.2) is the more complete and better known of the crania, and has previously been considered to be an early Neanderthal or Homo heidelbergensis4–6,9. It preserves an almost complete face and most of the vault (Supplementary Information section 2), but is taphonomically distorted. We produced four virtual manual reconstructions by two observers, following two different criteria, from a computed tomography scan of the original specimen (Extended Data Figs.3, 4 and Methods). Apidima 1 (Fig.1d–f) preserves the posterior cranium (Supplementary Information section 2). It shows no distortion; its virtual reconstruction therefore consisted of mirror-imaging the better-preserved side (Fig.1e, Methods and Extended Data Fig.5). Although no detailed study of this specimen has been conducted to date, it has been assumed to share the same taxonomic attribution as Apidima 2 (see, for example, a previously published study on the Apidima 2 chronology5).Apidima 2 shows Neanderthal-like features: a continuous, thick and rounded supraorbital torus with no break between the glabellar, orbital and lateral regions; a lack of break in plane between the glabellar and lateral regions in superior view; an anterior position of the nasal root; inflated infraorbital region; bilevel morphology of the inferior nasal margin; and rounded en bombe cranial profile in posterior view (Fig.1a-c and Extended Data Figs.2, 6, 7c, d). Most standard measurements (Supplementary Table 2) align it with Neanderthals. We conducted comparative geometric morphometric analyses of the face and neurocranium (analyses 1 and 2; Methods, Fig.2, Extended Data Table 1 and Supplementary Tables 4, 5), treating the Apidima 2
reconstructions and their mean configuration as separate individuals, projected into the principal component analysis (PCA). In both PCAs, the reconstructions plotted closest to Neanderthals or between Neanderthals and Middle Pleistocene Eurasians (MPEs). Linear discriminant analyses classified them as Neanderthal (except for reconstruction 2, which was classified as MPE only in analysis 1; Extended Data Table 1). The overall shape of the Apidima 2 reconstruction mean was closest to Gibraltar 1 in Procrustes distance in the face and to Spy 1 in the neurocranium, both of which are Neanderthals.By contrast, Apidima 1 does not have Neanderthal features; its linear measurements fall mainly in the region of overlap between taxa (Supplementary Information section 2 and Supplementary Table 3). It lacks a Neanderthal-like rounded en bombe profile in posterior view (Fig.1d and Extended Data Fig.7a, b). The widest part of the cranium is relatively low on the parietal; the parietal walls are nearly parallel and converge only slightly upwards, a plesiomorphic mor-phology that is common in Middle Pleistocene Homo10,11. It does not show the occipital plane convexity and lambdoid flattening associated with Neanderthal occipital ‘chignons’. Rather, its midsagittal outline is rounded in lateral view, a feature that is considered derived for modern humans12 (Fig.1e and Extended Data Fig.7b). The superior nuchal lines are weak with no external occipital protuberance. In contrast to some Middle Pleistocene specimens, the occipital bone is not steeply angled and lacks a thick occipital torus (Fig.1d, e and Extended Data Fig.7a). A small, very faint, depression is found above the inion (length, approximately 12 mm; height, approximately 4.55 mm; Extended Data Fig.7a). Although suprainiac fossae are considered derived for Neanderthals13, similar depressions occur among modern humans and in some African early H. sapiens14. The Apidima 1 depression does not present the typical Neanderthal combination of features. It is far smaller15 and less marked even than the ‘incipient’ suprainiac fossae of MPE specimens from Swanscombe and Sima de los Huesos, and is closest in size to the small supranuchal depression of the Eliye Springs cranium, a Middle Pleistocene African (MPA)16. Apidima 1 therefore lacks derived Neanderthal morphology, and instead shows a combination of ancestral and derived modern human features.We conducted a geometric morphometric analysis of the Apidima 1 neurocranium and its midsagittal profile (analyses 3 and 4; Fig.3, Extended Data Table 1 and Supplementary Tables 6, 7). In both analyses, Apidima 1 clearly clustered with H. sapiens in the PCAs and was classified as H. sapiens by the linear discriminant analyses (posterior probability 100% and 93.4% in analyses 3 and 4, respectively; Extended Data Table 1). Its overall shape was closest to Nazlet Khater 2 (analysis 3) and Dolní Věstonice 3 (analysis 4); both of which are modern humans. We calculated a neurocranial shape index based on the dataset from analysis 3 following a previous study17, using our Neanderthal and a modern African sample (n=15; Methods) and projecting Apidima 1 and all other specimens onto this axis (Fig.3c). Both fossil and recent H. sapiens are clearly separated from all archaic samples in this index. Apidima 1 fell within the range of fossil H. sapiens and just outside that of modern Africans, away from Neanderthals and Middle Pleistocene samples. Notably, the MPA crania from Jebel Irhoud, Morocco-which are considered to be early representatives of the H. sapiens lineage18-plotted with Neanderthals. The same analysis for the midsagittal profile dataset produced similar results (Extended Data Fig. 8).We compared the Apidima specimens for their common preserved anatomy. Although broadly similar in bi-auricular breadth, Apidima 2 is larger in its maximum cranial breadth, which reflects its en bombe outline in posterior view (Extended Data Figs.6, 7c). Apidima 1 is shorter antero-posteriorly and more rounded in lateral view (Extended Data Fig.9). The analysis of a restricted dataset of shared neurocra-nial landmarks and semilandmarks (analysis 5; Fig.4, Extended Data Table 1 and Supplementary Table 8) shows results similar to analyses 1-4. The Apidima 2 reconstructions fell with or close to Neanderthals along principal components 1 and 2 (PC1 and PC2) and were classified as Neanderthal (Extended Data Table 1). Their mean was closest in overall shape to Saccopastore 1, an early Neanderthal. Apidima 1 plotted closest to the H. sapiens convex hull, was classified as H. sapiens (posterior probability 92%, Extended Data Table 1) and was closest to Nazlet Khater 2 (a modern human) in Procrustes distance.


Implications for human evolution
Our assessment of the overall features, linear measurements and shape analyses of the face and neurocranium of Apidima 2 support a Neanderthal or early Neanderthal attribution, consistent with its chronological age of approximately 170 thousand years under the ‘accretion hypothesis’19. By contrast, Apidima 1 lacks derived Neanderthal features despite postdating the establishment of the distinct Neanderthal morphology19. Instead it shows a rounded posterior cranium, which is considered derived for modern humans12. This morphology cannot be explained by ontogenetic age, sexual dimorphism or interindividual variability. Although these factors might produce attenuated Neanderthal characteristics, they should not result in a complete lack of Neanderthal occipital features20,21, nor in the presence of derived modern human traits. It might be hypothesized that Apidima 1 represents an early stage of the Neanderthal lineage, when facial morphology was established but derived features of the posterior cranium were not5,10. However, Apidima 1 differs not only from similarly dated early Neanderthals (for example, Saccopastore and Biache-St-Vaast), but also from earlier specimens from Sima de los Huesos, Swanscombe and Reilingen, which exhibit Neanderthal-like occipital features19. It also differs from MPE specimens such as Petralona (Northern Greece) or Ceprano, which show angulated occipitals and thickened tori; features that are absent in Apidima 1. Although the Steinheim MPE specimen appears relatively rounded in lateral view, it is heavily damaged (having suffered multidirectional distortions and erosion), which makes its morphology and taxonomic attribution uncertain14,22.Apidima 1, therefore, does not fit in the ‘accretional’ scheme of Neanderthal evolution19, which has been proposed as the main explan-atory model of human evolution in Europe. Rather, its combination of ancestral and derived modern human features and overall shape are consistent with a taxonomic attribution to early modern humans. If this interpretation is correct, it documents-to our knowledge-the earliest known presence of Homo sapiens in Eurasia, which indicates that early modern humans dispersed out of Africa starting much earlier, and reaching much further, than previously thought. It also suggests that contact with the Neanderthal lineage may also have occurred during the Middle Pleistocene, as postulated from ancient DNA evidence23. Together, the Apidima crania suggest a complex pattern of population dispersal and possible replacement for southern Greece that is not dissimilar to that proposed for the Levant24-26-a potential source area for the population represented by Apidima 1. In such a scenario, early modern humans who were present in the region in the late Middle Pleistocene were replaced by Neanderthals, whose subsequent pres-ence in southern Greece is well-documented27-29. The latter were them-selves replaced by Upper Palaeolithic modern humans, whose earliest appearance in the region-as documented by Upper Palaeolithic lithic industries30-32-dates to approximately 40 ka. Our results highlight both the scarcity of our knowledge of the human fossil record in southeast Europe and the importance of this region in understanding Pleistocene human evolution and modern human dispersals.As we completed this paper, we noted the publication of a new study33 of the partial crania of Apidima 1 and Apidima 2. The authors of that study conclude that the two crania represent a transitional population between European Homo erectus and Neanderthals, a conclusion that is not supported by our more comprehensive analyses.


Methods
Depositional context. The crania were encased in a small block of breccia (65cm×45cm×35cm)34, discovered in 1978 wedged between the walls and near the ceiling of Apidima Cave A (Extended Data Fig.1). In a previous study5, the minimum depositional date was calculated to be approximately 160 ka for a bone fragment from Apidima 2 by U-series dating, thus constraining the upper limit of this range, and a mostlikely time of deposition around 190 ka was proposed (during the transition between MIS 7 and MIS 6)5. The breccia block is interpreted as a remnant of an eroded steep talus cone that originally fanned out of the cliffs in front and above the cave6 (Extended Data Fig.1c). The talus had to be graded to a previously existing dryland surface, indicating that the sea level was much lower for most of the time of its formation, most likely during a glacial period.The U-series results (Supplementary Information section 1) show that both human samples are older than the solidification of the matrix at around 150 ka. This completely concurs with common sense. Apidima 1 accumulated its uranium in a considerably different environment than Apidima 2, during an accumulation event in MIS 7 (around 210 ka), whereas the uranium-uptake process of Apidima 2 took place in MIS 6 (around 170 ka). The crania and associated bones were probably trapped on the surface of the talus cone, first Apidima 1 around 210 ka and later Apidima 2 at around 170 ka. The two crania were then brought into their final position at a later time, before the cementation and solidification of the sedimentary matrix around 150 ka. Water that preferentially infiltrates along cave walls often produces sediment dissolution and down-washing, and the formation of open spaces between the cave walls and the sedimentary fill. These sedimentary traps are later filled with collapsed material from the overlying sedimentary sequence. The location of the finds-between the walls of Apidima Cave A, wedged near the ceiling-suggest a similar scenario, in which bone material from Apidima 2 could be dislocated in a sedimentary trap from the overlying sequence and could have mixed with Apidima 1 remains, which also entered the trap at a later stage. The bones seem to have been thoroughly mixed, perhaps by a mudflow creeping down the sedimentary trap before consolidating at around 150 ka. Computed tomography scanning and virtual manual reconstruction. The crania of Apidima 1 and Apidima 2 were scanned at the First Department of Radiology of the National and Kapodistrian University of Athens using a multidetector computed tomography scanner (Philips). The scanning parameters were as follows: tube voltage 120 kV, tube current–time product 599 mAs, 16× 0.75 collimation, 0.8-mm slice thickness, slice increment 0.4 mm, field of view 249 mm, matrix 768× 768, pitch 0.44, rotation time 0.75s, convolution kernel detailed (D) and ultra-high focal spot resolution. The computed tomography scans of both individuals show isotropic pixel sizes of 0.31 and 0.32 mm, respectively. Apidima 1 and Apidima 2 were virtually reconstructed by A.M.B. and C.R. In all cases, the reconstruction was manual and based on the preserved anatomical features. All reconstruction steps were carried out in the software environment of Avizo (Visualization Sciences Group). Before the multiple reconstructions of Apidima 2, each fragment was segmented separately to allow independent movement during the virtual reconstructions (Extended Data Figs.3, 4). Several thin and tiny fragments could not be segmented in a reproducible way, owing to minimal differences in the grey values of bone and sediment matrix, and were thus excluded from the reconstructions. In total, 66 fragments were segmented. It was possible to segment fragments of the posterior neurocranium with semi-automated processes, as there were sufficient density differences between bone and matrix in this area. Facial fragments were mostly segmented manually slice by slice, owing to small differences in density between bone and matrix, combined with a low thickness of the fragments.Four independent reconstructions of Apidima 2 were carried out by A.M.B. and C.R., each using two different protocols (for comparison, see a previous study35). Independent of the protocol used, matrix-filled cracks were not closed completely in the reconstructions, to account for possible alterations of the edges of the fragments. No reference cranium was used during the reconstructions of Apidima 2, to exclude the risk of driving the results in the direction of the chosen reference specimen.A shared feature of vertebrate crania is approximate bilateral symmetry. The first protocol was based on this principle and had the goal to restore this symmetry. The anterior right part of the neurocranium was chosen as a starting point, as it presented a low amount of taphonomic deformation. Fragments of the right neurocranium were reconstructed according to a biologically meaningful position relative to each other. All reconstructed fragments of the right side were duplicated and mirrored along the midsagittal plane onto the left side. This mirrored duplicate was used as reference for the reconstruction of the fragments from the distorted left side of the neurocranium. The reconstructed left side of the brain case was subsequently mirrored to the right side to reconstruct the missing right temporal bone. Following the same procedure, the area close to the midsagittal plane on the right and a part of the supraorbital region on the left were reconstructed (shown as grey areas in Extended Data Figs.3, 4). For restoring facial symmetry, the midsagittal plane of the neurocranium was used as a reference. The right facial side was reconstructed and mirrored to reconstruct the fragmented left side. The left nasal bone, right maxilla-zygomatic fragment, and the left side of the lower face were duplicated and mirrored to reconstruct missing areas (shown as grey areas in Extended Data Figs.3, 4).The second protocol exploited the assumption that the ectocranial surface should follow a smooth curvature, especially in the neurocranium. In this protocol, each fragment is spatially constrained by its neighbouring fragments. The anterior right part of the neurocranium was chosen as a starting point, as several frag-ments were located in positions relative to each other that almost preserved smooth curvature. After reconstructing the vault, the facial fragments were repositioned relative to each other to match the smoothness criterion. However, mirroring of the right side was necessary to check and correct the fragmented left side. When the position of fragments had to be corrected to deal with taphonomic distortion, smoothness was prioritized over bilateral symmetry. Finally, missing areas-such as the right temporal bone, the right nasal bone and the left maxilla-were reconstructed by duplicating and mirroring their preserved counterpart (shown as grey areas in Extended Data Figs.3, 4).As previously shown36,37, multiple reconstructions of the same specimen will typically show some shape differences and no single reconstruction can be considered to be ‘perfect’. As the different reconstructions might be considered equally plausible36, we treated them as separate individuals in all geometric morphometric analyses. Furthermore, we calculated the mean configuration of all four reconstructions and treated this as an additional individual in our analysis. The final Apidima 2 reconstructions retain some distortion with respect to the relationship between the face and the neurocranium. Therefore, these two anatomical regions were analysed separately (see ‘Comparative samples’).The reconstruction of Apidima 1 was carried out by first computing a plane through the preserved part of the sagittal suture. The slices of the computed tomography scan were resampled according to this computed plane. Subsequently, preserved parts of the right parietal bone and right side of the occipital bone were cropped out along the computed plane in the original scan volume. This allowed mirroring a duplication of the cropped scan volume along the midsagittal plane. As a result, the reconstruction of Apidima 1 is completely symmetrical (Extended Data Fig.5). Figures of the reconstructions were produced in Adobe Photoshop.
Comparative samples. The samples used for our analyses included Neanderthals (MIS 8-3), earlier Middle Pleistocene specimens from Africa (MPA) and Eurasia (MPE), H. sapiens (including early anatomically modern human specimens and Upper Palaeolithic modern humans) and modern Africans (n=15) from the University of Witwatersrand Dart Collection. Severely taphonomically distorted and pathological specimens were excluded. The comparative summary statistics of the linear measurements reported in Supplementary Tables 2, 5 were based on data collected by C.S., supplemented by published values and by values collected from the Tübingen palaeoanthropology scan collection by K.H. and C.R. in Avizo (Visualization Sciences Group). The geometric morphometric comparative data were collected by K.H. Linear and three-dimensional measurements on the Apidima reconstructions were collected by K.H. and C.R. in Avizo (Visualization Sciences Group). 
Analysis 1: the face of Apidima 2. This analysis comprised 25 facial landmarks: postorbital sulcus, glabella, nasion, infraspinale, prosthion, mid torus superior right and left, mid torus inferior right and left, dacryon right and left, zygoorbitale right and left, frontomalare right and left, infraorbital foramen right and left, zygomaxillare right and left, alare right and left, jugale right and left, frontomalare posterior right and left (landmark definitions have previously been published38). Comparative samples included 31 individuals: MPE, Arago 21 (as previously reconstructed36), Petralona, Sima de los Huesos 5; MPA, Bodo, Broken Hill, Irhoud 1; Neanderthals, La Chapelle-aux-Saints, Gibraltar 1, Guattari, La Ferrassie 1, Shanidar 1 and 5; H. sapiens, Abri Pataud, Chancelade, Cro-Magnon 1, 2, Dolní Věstonice 3, 13, 14, 15 and 16, Grimaldi, Hofmeyr, Mladeč 1, Muierii 1, Oase 2, Předmostí 3 and 4, Qafzeh 6 and 9, Wadi Kubbaniya.
Analysis 2: neurocranium of Apidima 2. This analysis included landmarks and curve semilandmarks outlining the supraorbital torus and midsagittal profile: gla-bella, bregma, lambda, frontomalare posterior (FMLP) right and left; 26 semiland-marks from glabella to bregma; 18 semilandmarks from FMLP right to FMLP left. Comparative samples included 41 specimens: MPE, Dali, Petralona, Sima de los Huesos 5; MPA, Broken Hill, Elandsfontein, Irhoud 1 and 2, Omo 2; Neanderthals, Amud 1, La Chapelle-aux-Saints, Feldhofer, La Ferrassie 1, Guattari, La Quina 5, Spy 1 and 2; H. sapiens, Abri Pataud, Brno, Chancelade, Cioclovina, Cro-Magnon 1, 2 and 3, Dolní Věstonice 3, 13, 15 and 16, Mladeč 1, 2 and 5, Muierii 1, Oase 2, Ohalo 2, Pavlov, Předmostí 3 and 4, Qafzeh 6 and 9, Skhul 5, Zhoukoudian Upper Cave 101 and 103. For Mladeč 2, the FMLP points were reconstructed using the entire sample as reference (see ‘Data processing’).
Analysis 3: neurocranium of Apidima 1. This analysis comprised 30 neurocra-nial landmarks and semilandmarks, including bregma, lambda and inion, as well as parietal notch, auriculare and porion bilaterally, and 21 semilandmarks from bregma to inion. Although the parietal of Apidima 1 is nearly complete in the midsagittal plane, the bregma is not preserved and was reconstructed on the basis of the entire fossil sample (see ‘Data processing’) in this and the next two datasets. The comparative sample comprised 38 fossil individuals: MPE, Dali, Petralona, Reilingen, Sima de los Huesos 5; MPA, Broken Hill, Eliye Springs, Irhoud 1 and 2, Omo 2; Neanderthals, Amud 1, La Chapelle-aux-Saints, La Ferrassie 1, Guattari, La Quina 5, Saccopastore 1; H. sapiens, Abri Pataud, Brno, Chancelade, Cioclovina, Cro-Magnon 1 and 2, Dolní Věstonice 3, 13, 15 and 16, Mladeč 1 and 5, Muierii 1, Nazlet Khater 2, Oase 2, Ohalo 2, Pavlov, Předmostí 3 and 4, Qafzeh 6 and 9, Skhul 5, Zhoukoudian Upper Cave 101.
Analysis 4: midsagittal profile of Apidima 1. This analysis comprised 24 land-marks and semilandmarks outlining the midsagittal profile from bregma to inion to analyse the parietal and occipital plane convexity of Apidima 1. The landmarks bregma, lambda and inion, and 21 semilandmarks from bregma to inion were included. The comparative sample consisted of 48 individuals: MPE, Dali, Petralona, Reilingen, Sima de los Huesos 5, Swanscombe; MPA, Broken Hill, Elandsfontein, Eliye Springs, Irhoud 1, 2, Omo 2; Neanderthals, Amud 1, Biache-st-Vaast, La Chapelle-aux-Saints, Feldhofer, La Ferrassie 1, Guattari, La Quina 5, Saccopastore 1, Spy 1 and 2; H. sapiens, Aduma, Abri Pataud, Brno, Chancelade, Cioclovina, Cro-Magnon 1, 2 and 3, Dolní Věstonice 3, 13, 15 and 16, Mladeč 1 and 5, Muierii 1, Nazlet Khater 2, Oase 2, Ohalo 2, Omo 1, Pavlov, Předmostí 3 and 4, Qafzeh 6 and 9, Skhul 5, Zhoukoudian Upper Cave 101 and 103.
Analysis 5: shared landmarks and semilandmarks of Apidima 1 and Apidima 2. This analysis included bregma and lambda, as well as parietal notch and auriculare (bilaterally), and 10 semilandmarks from bregma to lambda. The sample was the same as in analysis 3, but additionally comprised the Apidima 2 reconstructions.
Data processing. The fixed landmarks (type I, II and III) and curve semilandmarks (type IV) were collected from the reconstructions in Avizo 9.2.0 Lite (Visualization Sciences Group). The comparative data37,38 were collected by K.H. and processed with the dorsal-ventral-left-right fitting (DVLR) program (http://www.nycep.org/nmg/programs.html). The curve semilandmarks were calculated by resampling each curve as a predetermined number of equally spaced points, using Resample.exe (http://www.nycep.org/nmg/programs.html). As the bregma was not present in Apidima 1, but most of the bregma–lambda curve was preserved, this point was estimated using generalized Procrustes analysis (GPA) mean substitution in Morpheus39. This protocol first performs GPA to align the specimens. Then, grand-mean coordinate values are computed for the missing landmark using the non-missing points. The inverse scale, rotation and translation are subsequently applied to restore the original data. The same procedure was used to reconstruct the frontomalare temporale for Mladeč 2 in analysis 2. For the important, tapho-nomically deformed specimen Arago 21, the virtual reconstruction that had previously been produced36 was used in the comparative facial analysis of Apidima 2. Minimal reconstruction based on the surrounding anatomy was allowed during data collection, and landmarks that were missing on one side were reconstructed through reflected relabelling40, or by using a function in R41 based on a previously published study42. This function estimates a mirroring plane based on the unilateral landmarks. The missing landmarks are then reflected according to this plane. After the reconstruction of missing landmarks, the semilandmarks were slid along their respective closed curves using the Morpho package43 in R. Sliding was performed using the minimized bending energy algorithm44. After sliding, the data were exported in Morphologika format for further analysis45.
Data analysis. The compiled datasets were imported in Morphologika45 and super-imposed using GPA, which translates the specimen configurations to common origin, scales them for size and rotates them to best fit. Procrustes distances among specimens are a measure of overall shape difference. The superimposed coordinates of the comparative samples, excluding the Apidima specimens, were used as var-iables in a PCA, performed in the Past 3.04 software46. The resulting eigenvectors (principal component loadings) were used to compute the principal component scores for the Apidima specimens to plot them into the PCA graphs after the latter had been calculated on the basis of the comparative samples only. PCA plots were processed using Adobe Illustrator and extracted as Adobe PDF files. Furthermore, linear discriminant analyses (LDAs) and classification analyses were performed in Past 3.04 using the principal components as variables, in each case treating the reconstructions of Apidima 1 and Apidima 2 as unknown. The number of principal components included in the LDA for each of the 5 analyses included the first 7, 8, 8, 4 and 4 principal components, accounting for 70.72%, 91%, 88.6%, 85.4% and 78.2% of the total variance, respectively. Posterior probabilities were calculated with the SPSS software package (IBM, version 24 for Windows). We investigated whether the datasets used met the LDA assumptions47. We verified that all variables (principal component scores) showed an approximately normal distribution on the basis of both histograms and normal probability plots47. We removed potential outliers from the analysis by excluding pathological or taphonomically distorted specimens. On the basis of z-score analyses47, we found that outliers were absent in all variables, except for one case in PC3 of analysis 2: the MPA individual Omo 2, for which the z-score was 0.08 points over the maximum acceptable limit47 of 3.29. Given the limited number of well-preserved MPA crania in the fossil record, we decided to maintain this specimen in the analysis to maximize the representation of this group. Finally, the covariance matrices were similar among groups in all analyses, and Box’s M-tests showed that they were homogeneous for the samples used in analyses 4 and 5 (resulting P values were 0.19 and 0.07, respectively)47. However, this assumption could not be tested using Box’s M-test for most analyses owing to the small sample sizes of certain fossil groups, a common problem in palaeontology48. Because of these limitations, the results of the LDAs must be approached with caution, and not be interpreted in isolation, but in the context of all analyses presented here.
Visualization. Shape changes along principal component axes were visualized in Morphologika45. To further aid in visualization of shape differences between Apidima 1 and Apidima 2 (Extended Data Fig.9), we conducted manual super-impositions of their three-dimensional models in the software environment of Avizo 9.2.0 Lite (Visualization Sciences Group). Apidima 2 stayed in its original configuration and manipulations were carried out on Apidima 1. In the first step of superimposition, Apidima 1 was scaled to the biauricular breadth of Apidima 2. The transmeatal axes of both specimens were matched by translating and rotating Apidima 1. In the last step, Apidima 1 was rotated around the transmeatal axis to match the orientations of the external auditory meatus and the supramastoid crest of Apidima 2.
Shape index. The globular shape of the modern human neurocranium is consid-ered derived for modern humans and differentiates them from Neanderthals and other archaic Homo. It has recently been shown17 that a less-globular cranial shape in modern Europeans is related to the presence of specific Neanderthal alleles in their genome. We calculated the shape index for the posterior neurocranium of Apidima 1, to approximate the globularization index of this previous study17. We calculated an axis between the mean shapes of our Neanderthal sample and a Neanderthal-unadmixed, modern African sample (Zulu, Dart Collection, University of the Witwatersrand, n=15) and projected all other specimens (Apidima 1, MPE, MPA and fossil H. sapiens) onto this axis, to further evalu-ate the degree of globularity of the Apidima 1 neurocranium (Fig.3c, Extended Data Fig.8).
Reporting summary. Further information on research design is available in the Nature Research Reporting Summary linked to this paper. Data availabilityThe data that support the findings of this study are available from the corresponding authors upon reasonable request. 34.


Apidima Cave fossils provide earliest evidence of Homo sapiens in Eurasia


Katerina Harvati1,2,3*, Carolin Röding1, Abel M. Bosman1,2, Fotios A. Karakostis1, Rainer Grün4, Chris Stringer5, Panagiotis Karkanas6, Nicholas C. Thompson1,3, Vassilis Koutoulidis7, Lia A. Moulopoulos7, Vassilis G. Gorgoulis8,9,10* & Mirsini Kouloukoussa

Source: Apidima Cave fossils provide earliest evidence of Homo sapiens in Eurasia

1 Paleoanthropology, Senckenberg Centre for Human Evolution and Palaeoenvironment, Eberhard Karls University of Tübingen, Tübingen, Germany.
2DFG Centre of Advanced Studies ‘Words, Bones, Genes, Tools’, Eberhard Karls University of Tübingen, Tübingen, Germany.
3Museum of Anthropology, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece.
4 Australian Research Centre for Human Evolution, Griffith University, Nathan, Queensland, Australia.
5Centre for Human Evolution Research, Department of Earth Sciences, The Natural History Museum, London, UK. 6Malcolm H. Wiener Laboratory for Archaeological Science, American School of Classical Studies at Athens, Athens, Greece.
7First Department of Radiology, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece.
8Department of Histology and Embryology, Medical School, National and Kapodistrian University of Athens, Athens, Greece.
9Biomedical Research Foundation of the Academy of Athens, Athens, Greece.
10Division of Cancer Sciences, Faculty of Biology, Medicine and Health, Manchester Academic Health Science Centre, Manchester Cancer Research Centre, NIHR Manchester Biomedical Research Centre,, University of Manchester, Manchester, UK. *e-mail: katerina.harvati@ifu.uni-tuebingen.de; vgorg@med.uoa.gr

1. Dennell, R. W., Martinón-Torres, M. & Bermúdez de Castro, J. M. Hominin variability, climatic instability and population demography in Middle Pleistocene Europe. Quat. Sci. Rev. 30, 1511–1524 (2011).
2. Tourloukis, V. & Harvati, K. The Palaeolithic record of Greece: a synthesis of the evidence and a research agenda for the future. Quat. Int. 466, 48–65 (2018).
3. Roksandic, M., Radović, P. & Lindal, J. Revising the hypodigm of Homo heidelbergensis: a view from the Eastern Mediterranean. Quat. Int. 466, 66–81 (2018).
4. Pitsios, T. K. Paleoanthropological research at the cave site of Apidima and the surrounding region (South Peloponnese, Greece). Anthropol. Anz. 57, 1–11 (1999).
5. Bartsiokas, A., Arsuaga, J. L., Aubert, M. & Grün, R. U-series dating and classification of the Apidima 2 hominin from Mani Peninsula, Southern Greece. J. Hum. Evol. 109, 22–29 (2017).
6. Harvati, K., Stringer, C. & Karkanas, P. Multivariate analysis and classification of the Apidima 2 cranium from Mani, Southern Greece. J. Hum. Evol. 60, 246–250 (2011)
7. Liritzis, Y. & Maniatis, Y. ESR experiments on quaternary calcites and bones for dating purposes. J. Radioanal. Nucl. Chem. 129, 3–21 (1989).
8. Rondoyanni, T., Mettos, A. & Georgiou, C. Geological–morphological observations in the greater Oitilo-Diros area, Mani. Acta Anthropol. 1, 93–102 (1995).
9. Coutselinis, A., Dritsas, C. & Pitsios, T. K. Expertise médico-légale du crâne pléistocène LAO1/S2 (Apidima II), Apidima, Laconie, Grèce. L’Anthropologie 95, 401–408 (1991).
10. Arsuaga, J. L. etal. Neandertal roots: cranial and chronological evidence from Sima de los Huesos. Science 344, 1358–1363 (2014).
11. Stringer, C. The origin and evolution of Homo sapiens. Phil. Trans. R. Soc. Lond. B 371, 20150237 (2016).
12. Galway-Witham, J. & Stringer, C. How did Homo sapiens evolve? Science 360, 1296–1298 (2018).
13. Harvati, K. in Handbook of Paleoanthropology (eds Henke, W. & Tattersall, I.) 2243–2279 (Springer, 2015).
14. Balzeau, A. & Rougier, H. Is the suprainiac fossa a Neandertal autapomorphy? A complementary external and internal investigation. J. Hum. Evol. 58, 1–22 (2010).
15. Verna, C., Hublin, J.-J., Debenath, A., Jelinek, A. & Vandermeersch, B. Two new hominin cranial fragments from the Mousterian levels at La Quina (Charente, France). J. Hum. Evol. 58, 273–278 (2010).
16. Bräuer, G. & Leakey, R. L. The ES-11693 cranium from Eliye Springs, West Turkana, Kenya. J. Hum. Evol. 15, 289–312 (1986). 17. Gunz, P. etal. Neandertal introgression sheds light on modern human endocranial globularity. Curr. Biol. 29, 120–127 (2019). 18. Hublin, J.-J. etal. New fossils from Jebel Irhoud, Morocco and the pan-African origin of Homo sapiens. Nature 546, 289–292 (2017). 19. Hublin, J.-J. The origin of Neandertals. Proc. Natl Acad. Sci. USA 106, 16022–16027 (2009). 20. Caspari, R. The Krapina occipital bones. Period. Biol. 108, 299–307 (2006). 21. Arsuaga, J. L., Martínez, I., Gracia, A. & Lorenzo, C. The Sima de los Huesos crania (Sierra de Atapuerca, Spain). A comparative study. J. Hum. Evol. 33, 219–281 (1997).
22. Prossinger, H. etal. Electronic removal of encrustations inside the Steinheim cranium reveals paranasal sinus features and deformations, and provides a revised endocranial volume estimate. Anat. Rec. 273B, 132–142 (2003).
23. Posth, C. etal. Deeply divergent archaic mitochondrial genome provides lower time boundary for African gene flow into Neanderthals. Nat. Commun. 8, 16046 (2017).
24. Mercier, N. etal. Thermoluminescence date for the Mousterian burial site of Es-Skhul, Mt. Carmel. J. Archaeol. Sci. 20, 169–174 (1993).
25. Hershkovitz, I. etal. The earliest modern humans outside Africa. Science 359, 456–459 (2018). 26. Stringer, C. & Galway-Witham, J. When did modern humans leave Africa? Science 359, 389–390 (2018).
27. Harvati, K., Panagopoulou, E. & Karkanas, P. First Neanderthal remains from Greece: the evidence from Lakonis. J. Hum. Evol. 45, 465–473 (2003).
28. Harvati, K. etal. New Neanderthal remains from Mani peninsula, Southern Greece: the Kalamakia Middle Paleolithic cave site. J. Hum. Evol. 64, 486–499 (2013).
29. Tourloukis, V. etal. New Middle Paleolithic sites from the Mani peninsula, Southern Greece. J. Field Archaeol. 41, 68–83 (2016).
30. Elefanti, P., Panagopoulou, E. & Karkanas, P. The transition from the Middle to the Upper Paleolithic in the Southern Balkans: the evidence from Lakonis 1 Cave, Greece. Eurasian Prehistory 5, 85–95 (2008).
31. Douka, K., Perlès, C., Valladas, H., Vanhaeren, M. & Hedges, R. E. M. Francthi Cave revisited: the age of the Aurignacian in south-eastern Europe. Antiquity 85, 1131–1150 (2011).
32. Lowe, J. etal. Volcanic ash layers illuminate the resilience of Neanderthals and early modern humans to natural hazards. Proc. Natl Acad. Sci. USA 109, 13532–13537 (2012).
33. De Lumley, M. A. Les Restes Humains Anténéanderthaliens Apidima 1 et Apidima 2 (CNRS, 2019).
34. Kormasopoulou-Kagalou, L., Protonotariou-Deilaki, E. & Pitsios, T. K. Paleolithic skull burials at the cave of Apidima. Acta Anthropol. 1, 119–124 (1995).
35. Zollikofer, C. P. etal. Virtual cranial reconstruction of Sahelanthropus tchadensis. Nature 434, 755–759 (2005).
36. Gunz, P., Mitteroecker, P., Neubauer, S., Weber, G. W. & Bookstein, F. L. Principles for the virtual reconstruction of hominin crania. J. Hum. Evol. 57, 48–62 (2009).
37. Harvati, K., Hublin, J.-J. & Gunz, P. Evolution of middle–late Pleistocene human cranio-facial form: a 3-D approach. J. Hum. Evol. 59, 445–464 (2010).
38. Harvati, K., Gunz, P. & Grigorescu, D. Cioclovina (Romania): affinities of an early modern European. J. Hum. Evol. 53, 732–746 (2007).
39. Slice, D. E. Morpheus et al., Java Edition. http://morphlab.sc.fsu.edu/ (The Florida State University, 2013).
40. Mardia, K. V., Bookstein, F. L. & Moreton, I. J. Statistical assessment of bilateral symmetry of shapes. Biometrika 87, 285–300 (2000).
41. R Development Core Team. R: A Language and Environment for Statistical Computing. http://www.R-project.org/ (R Foundation for Statistical Computing, 2008).
42. Claude, J. Morphometrics with R (Springer Science & Business Media, 2008).
43. Schlager, S. in Statistical Shape and Deformation Analysis (eds Zheng, G. etal.) 217−256 (Academic, 2017).
44. Bookstein, F. L. Landmark methods for forms without landmarks: morphometrics of group differences in outline shape. Med. Image Anal. 1, 225–243 (1997).
45. O’Higgins, P. & Jones, N. Morphologika: Tools for Shape Analysis. Version 2.2 https://sites.google.com/site/hymsfme/resources (Hull York Medical School, 2006).
46. Hammer, Ø., Harper, D. A. T. & Ryan, P. D. PAST: paleontological statistics software package for education and data analysis. Palaeontol. Electronica 4, 1–9 (2001).
47. Field, A. Discovering Statistics using SPSS (Sage, 2013).
48. Brown, P. Nacurrie 1: mark of ancient Java, or a caring mother’s hands, in terminal Pleistocene Australia? J. Hum. Evol. 59, 168–187 (2010).

Acknowledgements
This research was supported by the European Research Council (ERC CoG no. 724703) and the German Research Foundation (DFG FOR 2237). We thank all curators and their institutions for access to original specimens or casts used in this study; T. White, B. Asfaw, M. López-Soza, V. Tourloukis, D. Giusti, G. Konidaris, C. Fardelas and O. Stolis for their input and assistance; A. Balzeau (Muséum National d’Histoire Naturelle; MNHN), E. Delson (New York Consortium in Evolutionary Primatology; NYCEP), L. Leakey (africanfossils.org) for providing access to three-dimensional models of specimens used in our figures. C.S.’s research is supported by the Calleva Foundation and the Human Origins Research Fund. We are grateful to S. Benazzi, E. Delson and I. Hershkovitz for their comments and suggestions. Author contributions K.H., M.K. and V.G.G. designed the research; V.K. and L.A.M. carried out the computed tomography scans; C.R. and A.M.B. generated the virtual reconstructions; K.H., C.S. and C.R. collected comparative data; K.H., C.R., A.M.B., F.A.K. and N.C.T. processed and analysed the data; R.G. dated the specimens; P.K.and R.G. provided stratigraphic and geological interpretations; all authors contributed to compiling the manuscript.






Printfriendly