.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2021

Βρυσόμυλος (Βρωμονέρι) Τριφυλία: Ρωμαϊκά και Πρωτοχριστιανικά ευρήματα


O Βρυσόμυλος είναι μικρός ποταμός εκβάλλων είς τήν θάλασσαν 10 χλμ. νοτιοδυτικός των Γαργαλιάνων, 8 χλμ. βορείως της Μεσσηνιακής Πύλου και 7 χλμ. νοτίως του Διαλισκαρίου, βορείως δέ των εκβολών του Ρουμάνου δύο μίλια. Ή περιοχή αυτού είναι ομώνυμος. Αί πηγαί του ονομαζόμενοι Μάτι ευρίσκονται ενάμισυ χλμ. προς ανατολάς των εκβολών του. Από εκεί επέρασεν ο Gell προερχόμενος έκ Παλαιού Ναβαρίνου τον Ίανουάριον του 1805, διανύσας τήν μεταξύ των δύο θέσεων απόστασιν είς μίαν ώραν και 50'. Από τό Μάτι ο δρόμος διευθύνεται προς τους Γαργαλιάνους. Ό Βρυσόμυλος αναφέρεται είς τα έργα των περιηγητών Castellan44, Gell45, Leake46, Pouquevill47, και άλλων. Είς την Expédition της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής, πού επέρασεν από τον Βρυσόμυλον την Ιην Απριλίου του 1829 κατευθυνόμενη από του Παλαιού Ναβαρίνου προς τους Γαργαλιάνους, περιλαμβάνονται τα έξης περί αυτού:
«Το θέαμα της πεδιάδος του Βρυσομύλου μας εγοήτευσε περισσότερον, διότι πρώτην φοράν, άφ' ότου απεβιβάσθημεν είς την Ελλάδα, ευρίσκομεν την δροσερότητα μεγαλειωδών σκιάδων διακοπτόμενων υπό θαλερών λειμώνων, τους οποίους επότιζεν ένα νερό διαυγές, πού ηκολούθει μέ γλυκόν κελάρυσμα τάς στροφάς του ποταμού και έδιδε ζωήν είς τους τόπους αυτούς.... Αί όχθαι του πόταμου έφερον ίχνη παλαιών καλλιεργειών και εφαίνοντο εκεί υπολείμματα φρακτών». Ό συγγραφεύς σημειώνει, ότι τον Βρυσόμυλον, πού έχει δύο λεύγας μήκος, δέν είναι δυνατόν νά τον χαράκτηρίση ούτε ώς ποταμόν ούτε ώς παραπόταμον ούτε ώς χείμαρρον ούτε ώς ποταμάκι, και καταλήγει νά τον ονομάση fluviole48.


Ό Pouqueville ταυτίζει τον Βρυσόμυλον μέ τον Σέλαν49. Το όνομά του οφείλεται είς παλαιόν νερόμυλον, ο οποίος ελειτούργει εκεί έως τάς αρχάς του παρελθόντος αιιώνος. Επί Τουρκοκρατίας ήτο τό προς νότον όριον του βιλαετίου Αρκαδίας καί εχώριζεν αυτόν από τό βιλαέτιον Ναβαρίνου50. Απέχει τρεις ώρας από τό Νεόκαστρον (σημερινήν Πύλον). Προς βορράν τών εκβολών του καί είς απόστασιν ενός χλμ. αναβλύζουν πλησίον της θαλάσσης αί θειούχοι ιαματικαί πηγαί Βρωμονερίου51. Δια τούτο αί έννοιαι Βρυσομύλου καί Βρωμονερίου ταυτίζονται κατά τό πλείστον. Ό περίφημος κοσμογράφος Jacobo Castaldo είς τον χάρτην του τής Νέας Ελλάδος, δημοσιευθέντα τό πρώτον καθ' εαυτόν ίσως τό 1545, σημειώνει τον Βρυσόμυλον «Muderi (Βρωμονέρι;) flu.» καί αριστερά τών εκβολών του σημειώνει Gurgulia52.
Βορείως του ποταμού καί καθ όλην τήν έκτασιν τήν προσεγγίζουσαν τήν δεξιάν όχθην καί είς πλάτος 500μ. ευρίσκονται ρωμαϊκαί καί βυζαντιναί αρχαιότητες, θεμέλια κτισμάτων, οικοδομικά υλικά, τάφοι, αρχαία νομίσματα κλπ. αποδεικνύουν τήν ύπαρξιν εκεί αρχαίας πόλεως, ή οποία ήτο σύγχρονος μέν τής γειτονικής Εράνας (Διαλισκάρι) άλλα μικρότερα. Είς το κτήμα Γεωργ. Γλυκοφρύδη, 300μ. ανατολικώς της αμμώδους ακτής και 300μ. βορείως του ποταμού, υπάρχει αρχαίον νεκροταφείον εκτάσεως δύο στρεμμάτων. Οί τάφοι είναι όμοιοι μέ τους τάφους του Διαλισκαρίου και τους έν Ανεμομύλω τών Γαργαλιάνων, δηλαδή κιβωτιόσχημοι λαξευμένοι επί πώρινου εδάφους και έκαστος περιέχει ένα νεκρόν. Προσανατολισμός των είναι άπ' ανατολών προς δυσμάς, τα δέ χείλη των είναι καταλλήλως κατειργασμένα (έχουν πατούρα) διά τήν υποδοχήν τών λίθινων καλυπτηρίων πλακών. Μέ τους έκ Γαργαλιάνων Δημήτριον Ν. Χριστιφιλογιάννην53, οδοντιατρόν, και Παναγιώτην Α. Κατσίβελαν, ιατρόν, ανεσκάψαμεν τον Σεπτέμβριον του 1981 δύο τοιούτους τάφους· δεν κατωρθώσαμεν να βγάλωμεν ένα ολόκληρον κρανίον, διότι τα οστά ήσαν ψαθυρά. Κτερίσματα δέν εύρομεν, ούτε είς το παρελθόν είχον ευρεθή τοιαύτα. Τελευταίως ευρέθη εκεί χαλκούν νόμισμα του αύτοκράτορος Γαλλιηνού (+253/ +268). Επί τής ανατολικής πλευράς μικρού υψώματος κειμένου 50μ. βορείως τών εκβολών του πόταμου (κτήμα Νικολ. Μαυρόγιαννη) υπάρχουν ολίγοι κιβωτιόσχημοι τάφοι λαξευμένοι επί βράχου, οί οποίοι αποκαλούνται υπό του λαού συρταρωτοί, διότι ομοιάζουν μέ στενόμακρα συρτάρια ανοιγόμενοι από τήν ανατολικήν μικράν πλευράν των. Πλησίον αυτών υπάρχουν θεμέλια αρχαίου κτίσματος.


Αί αρχαιότητες του Βρυσομύλου προσείλκυσαν τήν προσοχήν τών λογίων από τά τέλη του παρελθόντος αιώνος. Το 1881 ο τότε σχολάρχης Κυπαρισσίας Άθ. Πετρίδης, μεταφράζων κείμενον του επισκεφθέντος τον Βρυσόμυλον Saturninus Ximenes (Ειδήσεις, 906) εδημοσίευσε μετά σχολίων προ εκατόν ακριβώς ετών (1881) είς τό περιοδικόν «Παρνασσός» αρχαίαν επιγραφήν έκ Βρυσομύλου ώς κάτωθι:
«ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΗΜΩΝ
ΚΩΝCΤΑΝΤΙΝΟΥ
MEΓΙCTOY ΒΑCΙΛΕΩC
ΚΑΙ KPICΠOY
ΚΑΙ ΚΩΝCΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΤΩΝ ΕΠΙΦΑΝΕCΤΑΤΩΝ
ΚΑΙCΑΡΩΝ
Επί στήλης 0.75 μήκ. 0,25 διάμετρ. εκ μαρμάρου, ευρεθείσης είς θέσιν Βρυσόμυλον άγιον Πέτρον, δήμου Πλαταμώδους, επαρχίας Τριφυλίας, 1/4 ώρας μακράν από του πόταμου Σέλα (ποτάμι Ρωμανού σήμερον), ένθα καί άλλα ερείπια παρατηρούνται και Ελληνικά καί Ρωμαϊκά. Ό Βρυσόμυλος κατά τον διδάκτορα Σατουρνϊνον είναι η Αχαΐα πηγή του Παυσανίου, καί παρ' αυτήν έκειτο ή αρχαία Αλίαρτος· απέχει δέ μίαν ώραν άπό Γαργαλιάνους».
Το 1883 όοC. Müller είς τά σχόλια του επί του Πτολεμαίου (Γ. 14,42) επαναλαμβάνει τάς ώς άνω υπό του Ximenes περί Μεσσηνιακής Αλιάρτου διατυπωθείσας εικασίας54. Επί του ιδίου θέματος επανέρχεται το 1898 η κάτωθι έκ Γαργαλιάνων επιστολή του Ιωάννου Σπαντούρου, Ιδιοκτήτου τής σταφιδαμπέλου, όπου τά λείψανα του Αγίου Πέτρου, προς την εφημερίδα Αθηνών «Αστυ»:
Ενδιαφέρουσα ανακάλυψις είς τους Γαργαλιάνους, 16 Ιανουαρίου.
Ιστορικώς έστι μεμαρτυρημένον, ότι έν τη άλλοτε ποτέ αφνειώ πόλει Αλιάρτω τανύν Βρυσομύλω των Γαργαλιάνων καί παρά τοις θειούχοις λουτροίς Βρωμονερίου υπήρξε μεγαλοπρεπής ναός τιμώμενος έπ' ονόματι του Αποστόλου Πέτρου, έφ' ώ καί σήμερον ειδικώς η θέσις αύτη ονομάζεται «Άγιος Πέτρος». Τούτον ιδίαις δαπάναις κατόπιν δοκιμαστικής ανασκαφής ανεκάλυψεν ό κ. Ίω. Σπαντούρος, έξ ής εξήχθησαν είς φώς πλείσθ' όσα συντρίμματα παρίου μαρμάρου, χρωματιστών ύαλων καί άλλων αντικειμένων μαρτυρούντων το μεγαλοπρεπές του ναού, ούτινος το μέγεθος εικάζεται ώς ενός τών μεγαλυτέρων βυζαντινών.
Ό ναός ούτος περί τάς δύο καί ημίσειαν ώρας απέχων της Πύλου εστίν εκτισμένος επί χωματώδους βράχου, ολίγα μ. ύπερθεν τής θαλάσσης, επί του βυθού της οποίας καί νυν έτι σώζονται ογκόλιθοι, άγνωστον δ' αν έκ του ειρημένου ναού απεσπάσθησαν. Εκεί δέ προ ετών ανεκαλύφθησαν καί άλλαι επιτύμβιαι πλάκες χριστ. εποχής, έτι δέ καί δύο μαρμάρινοι κίονες φέροντες έπ' αυτών δια κεφαλαιωδών γραμμάτων τήν έξης επιγραφήν:
ΕΠΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΥ ή ΚΩΝΣΤΑ.
Ταύτα ό ανωτέρω ανακαλύψας φέρει είς γνώσιν τής Αρχαιολογικής Εταιρείας...".
Τό ίδιον έτος αναδημοσιεύεται η έκ της άνω επιστολής είδησις με τήν έπιγραφήν FUNDE είς Mitteilungen des deutschen archaeologiscen Instituts in Athen, XXIII, 1898, 163 κέξ.
Η έν λόγω επιγραφή ανεδημοσιεύθη το 1913 υπό του G. Kolbe56. Υποθέτει καί αυτός, ότι εις το Βρωμονέρι πρέπει να αναζητήσωμεν τήν μεσσηνιακήν Αλίαρτον. Τεμάχιον του κίονος, ο οποίος δέν φέρει ραβδώσεις, έχον την επιγραφήν αυτήν μετεφέρθη μετά την υπό του Σατουρνίνου Χεμένε δημοσίευσίν της είς Γαργαλιάνους υπό του Κων. Γιαννόπουλου καί ενετοιχίσθη εις τήν οικίαν του κειμένην είς τήν συνοικίαν τών Αγίων Πάντων. Εκεί τήν είδε καί ο Kolbe,όταν επεσκέφθη τους Γαργαλιάνους.


Έκ του περιεχομένου της συμπεραίνομεν, ότι ανάγεται είς τα έτη +323/ +326, διότι αναφέρει τους τρεις υιούς του Κωνσταντίνου του Μεγάλου κατά σειράν ηλικίας Κρίσπον τον πρεσβύτερον, έκ του πρώτου γάμου του μετά τής Μινερβίνης, Κωνσταντίνον καί Κωνστάντιον. Ο Κρίσπος, διαβληθείς πιθανώς υπό τής δευτέρας συζύγου του πατρός του Φαύστας, εθανατώθη το +326 έν Πόλα διαταγή του πατρός του. Επομένως η επιγραφή δέν δύναται να είναι μεταγενέστερα του +326. Συναφώς αναφέρω, ότι πολλά χάλκινα νομίσματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ευρέθησαν εις τήν βορείως κειμένην καί 8 χλμ. απέχουσαν θέσιν Διαλισκάρι, όπου ή αρχαία πόλις Έρανα.
Ό Valmin, ο οποίος επεσκέφθη τον Βρυσόμυλον το 1928, δέν αναφέρει περί τάφων καί έξ αυτού συμπεραίνομεν, ότι δέν τους είδε. Το μωσαϊκόν δάπεδον του Αγίου Πέτρου θεωρεί «πιθανώς μεσαιωνικόν». Δέν είδεν όλα τα αρχαία του Βρυσομύλου, έν τούτοις αποφαίνεται, ότι «πιθανώς έχομεν νά κάμωμεν μέ μίαν πόλιν αρκετά εκτεταμένην»57.
Μερικά αρχαία του Βρυσομύλου έξ αυτών, πού αναφέρουν οί ερευνηταί, μέ την πάροδον τών χρόνων καί τήν εντατικήν καλλιέργειαν τής πεδιάδος εξαφανίζονται, άλλα όμως έρχονται εις φώς. Το 1974 ενάμισυ χλμ. βορείως του Βρυσομύλου, είς τό αγρόκτημα του Εύγ. Ξάρχου, είς θέσιν Πηγάδια, ανεκαλύφθησαν όστρακα αγγείων μυκηναϊκής περιόδου καί δύο μυκηναϊκοί πίθοι χωμένοι εις τό έδαφος μέχρι τά στόμια των58. Οί πίθοι ώς καί ένα ύστερορωμαϊκόν ιωνικόν κιονόκρανον έκ Διαλισκαρίου μετεφέρθησαν εις τό μουσείον Ολυμπίας.
Ό Pouqueville, ο οποίος επέρασεν από το Μάτι του Βρυσομύλου την άνοιξιν του 1816 κατευθυνόμενος έκ Γαργαλιάνων προς Παλαιόν Ναβαρίνον, αναφέρει, ότι ο Βρυσόμυλος ήτο χωρίον μέ 30 οικογενείας ανήκον διοικητικώς μέν είς το Βιλαέτιον Ναβαρίνου, εκκλησιαστικούς δέ εις τήν επισκοπήν Ανδρούσης59. Ό J.A. Cramer (ένθ' άνωτ., σ. 136) ταυτίζει τον Βρυσόμυλον μέ την Βουφράδα έχων ύπ' όψιν το χωρίον Δ' 118,4 του Θουκυδίδου: «Τάδε δε έδοξε Λακεδαιμονιοις και τοις άλλοις ξυμμάχοις, εάν σπονδάς ποιώνται οι Αθηναίοι επί της αυτών μένειν εκατέρου έχοντας απερ νυν έχομεν, τους μεν εv τω Κορυφασίω εντός της Βουφράδος και του Τομέως μένοντας, τους δε εν Κυθήροις μη επισμισγομένους ές τήν ξυμμαχιαν, μήτε ημάς προς αυτούς μήτε αυτούς προς ημάς», το αναφερόμενον είς τήν κατά Μάρτιον του έτους -423 συναφθείσαν κατά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων ενιαύσιον ανακωχήν, ότε οί Αθηναίοι κατείχον τό Κορυφάσιον. Τό τοπωνύμιον VROMONERI αναφέρεται τον 17ον αίώνα είς Ενετικά έγγραφα ώς Ville60, κατά τό 1830 ώς χωρίον υπαγόμενον είς τήν επαρχίαν Νεοκάστρου61 και κατά τήν απογραφήν του 1961 ώς αγροτικός συνοικισμός. Έκ των ανωτέρω συμπεραίνομεν, ότι η οδική αρτηρία η συνδέουσα τάς δύο ωχυρωμένας πόλεις Μεσσηνιακήν Πύλον και Κυπαρισσίαν διήρχετο από το πολίχνιον του Βρυσομύλου και από τήν πόλιν Έραναν.
Υπέθεσαν, ώς είπομεν, ότι η αρχαία πόλις του Βρυσομύλου είναι η Μεσσηνιακή Αλίαρτος η αναφερομένη υπό του Πτολεμαίου ώς «πόλις Μεσσηνίας μεσόγαιος»62.
Την υπόθεσιν αυτήν έκαμε πρώτος ο Σατουρνίνος Χεμένε προφανώς επηρεασμένος έκ των κάτωθι υπό του Μελετίου λεγομένων, όπου το κατά τον Στράβωνα Κενήριον αναφέρεται Κενέριγον: «Πόλεις λοιπόν αρχαίαι της Μεσσηνίας ήσαν, μετά τήν Κυπάρισσον ή Κυπαρισσίαν, (την οποίαν τινές θέλουσι να είναι η νυν Αρκαδία), μεταξύ των εκβολών του Έλέκτρα και του Μέδα ποτ., η Πλατανώδης, το Κενέριγον, η Λεπρειατική Πύλος, την οποίαν έκτισεν Ήλους ο Υιός του Ποσειδώνος και της Τυρρους μεταξύ τών εκβολών του Σέλα ποτμ. και του Κορυφασίου Άκρου, όταν εστασίασε μέ τον Πελίαν τον αδελφόν του και ήλθεν είς τήν Μεσσήνην. Πλησίον ταύτης της Πύλου τρέχει ο Σέλας ποταμ., είς τον οποίον σμίγονται ο Έλεκτρας ποταμ. καί ο Κήος, ονομάζεται κοινώς αυτός ο ποταμός, ωσάν καί η Πύλος, κατά τόν Ορτέλιον, Γουαρδία· πλησίον τούτου του ποτ. ευρίσκεται ή Αχαιά πηγή, και ού πολύ σμακράν ταύτης η Αλίαρτος κατά τό μεσόγειον, τήν οποίαν ό Νίγρος λέγει να είναι τό Νεόκαστρον. 
Λέπρειον έτερον της Ήλιδος, Γερηνία, από της οποίας ονομάζεται ο Νέστωρ Γερήνιος, ώς καί από της Πύλου Πύλιος· μετά τήν Γερηνίαν η Έράνη, είτα τό Νάπι όρος. Αυλαία, Πελάνη, καί μετά ταύτην η Διονυσίας πηγή»63.
Περί της αξιοπιστίας τών γεωγραφικών πληροφοριών του Μελετίου ο Pouqueville λέγει: «Ανωφελώς ανεζήτησα πολλάς πόλεις καί χωρία, πού αναφέρει ό Μελέτιος. Είναι ζήτημα, αν διασώζονται ίχνη αυτών. Πρέπει άλως τε να δυσπιστή κανείς εις τάς πληροφορίας του Ήπειρώτου επισκόπου, ο οποίος ηθέλησε νά μιμηθή τον σκοπόν του Στράβωνος, ένω ήτο εντελώς ανίκανος νά αντιληφθή τήν μεγαλοφυΐαν εκείνου. Συνηθισμένος είς τά άρθρα πίστεως ενόμιζεν, ότι και αί ιδικαί του διαβεβαιώσεις ήσαν ώς αί της θρησκείας αλάνθαστοι· άλλ' όμως αί πληροφορίαι του δέν έχουν καμμίαν αξίαν, όπως θα αποδείξω μέ στοιχεία αναμφισβήτητα· συχνά μάλιστα λησμονεί νά σημείωση τάς αποστάσεις καταφεύγων προς ευκολίαν του είς ένα περίπου... Προσέτι ο γεωγράφος Μελέτιος δέν είναι άξιος μεγάλου ενδιαφέροντος. Ti νά σκεφθη κανείς πράγματι δι' ένα συγγραφέα, ό όποιος θέλει νά βαδίση έπί τά ίχνη του Στράβωνος καί ο οποίος διαπράττει χονδροειδή σφάλματα είς τήν τοπογραφίαν της επαρχίας, της οποίας ήτο επίσκοπος;»64 Και ό Pouillon Boblaye παρατηρεί: «Ό Μελέτιος δέν έχει ιδέαν περί της τοπογραφίας, αν και υπήρξεν αρχιεπίσκοπος Αθηνών»65.
Επί της θέσεως της Μεσσηνιακής Αλιάρτου έχουν διατυπωθή και άλλαι υποθέσεις66. Αλλοι πάλιν εθεώρησαν ώς πλάνην την περί Μεσσηνιακής Αλιάρτου πληροφορίαν του Πτολεμαίου67. Υπήρχε βεβαίως και η περισσότερον γνωστή Αλίαρτος της Βοιωτίας, αλλά τούτο δέν σημαίνει, ότι γίνεται έν προκειμένω σύγχυσις, διότι και άλλας βοιωτικός πόλεις συναντώμεν είς Πελοπόννησον, π.χ. Θήβας είς Ταίναρον68 και Λεύκτρα, μία των πόλεων των Ελευθερολακώνων. Περισσότερα του ενός ταυτώνυμα τοπωνύμια υπάρχουν και άλλα69, πού αποδεικνύουν μετανάστευσιν λαών και σχέσιν των εχόντων τό αυτό όνομα τόπων.
Είναι περίεργον, πώς έγινε δεκτή μία υπόθεσις, που ταυτίζει τήν μεσόγαιον Αλίαρτον μέ τήν παραλίαν αρχαίαν πόλιν του Βρυσομύλου, ή οποία προτιμότερον είναι να ταυτισθή μέ τό Κενήριον του Στράβωνος. Ό συσταθείς τό 1835 Δήμος Κενηρίου είχεν έδραν τήν Λιγούδισταν (Χώραν). Είς χάρτας του παρελθόντος αιώνος τό Κενήριον σημειούται είς τό Διαλισκάρι Γαργαλιάνων70, δηλαδή, όπως λέγει ο Στράβων, νοτίως της Έρανας τοποθετούμενης τότε βορείως του Διαλισκαρίου. Ό Leake διατυπώνει μίαν περίργον εικασίαν· αφού μεταφέρει είς τήν γλώσσαν του το Η. 3,23,348 χωρίον του Στράβωνος, προσθέτει: «Δέν φαίνεται απίθανον, ότι το Κενήριον ήτο η ιδία παλαιά τοποθεσία της Πύλου, την οποίαν ο γεωγράφος περιγράφει ώς κειμένην κάτω άπό τό όρος Αιγαλέον»71. Ήσαν βεβαίως γνωστοί είς τήν αρχαιότητα οί παρά τήν Τραγάναν, απέχουσαν έν χλμ. της θαλάσσης και εύρισκομένην είς τό μέσον τής αποστάσεως μεταξύ Εγκλιανού και Κορυφασίου, δύο σπουδαίοι θολωτοί τάφοι οί ανασκαφέντες κατ' αρχάς υπό του Κουρουνιώτου καί κατόπιν υπό του Σπ. Μαρινάτου, αλλά είναι απίθανον το τοπωνύμιον Κενήριον (κενοτάφιον) να οφείλεται είς τήν ύπαρξιν των, ώς ό Leake υποθέτει. Ό Pouqueville ταυτίζει τον Βρυσόμυλον μέ τον Πλαταμώδη72.


Κατά τον παρελθόντα αιώνα και τάς αρχάς του παρόντος η φόρτωσις της παραγόμενης είς τον Κάμπον σταφίδος εγίνετο παρά τάς εκβολάς του Βρυσομύλου είς την θέσιν την καλουμένην Μπαρκαριό (κτήμα Σαράντου Παπαχριστοφίλου). Ο πόρος της Συκιάς, ο διαχωρίζων την Σφακτηρίαν από το Κορυφάσιον, και το στενόν της Πρώτης απέχουν μεταξύ των 9 μίλια· αί εκβολαί τού Βρυσομύλου ευρίσκονται ακριβώς είς το μέσον. Επομένως έν κακοκαιρία τά έν Βρυσομύλω πλοία δύνανται να καταφύγουν είς τον ασφαλή λιμένα του Ναβαρίνου ή είς το αγκυροβόλιον τής Πρώτης. Ηδύναντο ακόμη να καταφύγουν είς τό λιμάνι Βρωμονερίου κείμενον 1 χλμ. βορείως τού Βρυσομύλου.
Ευνόητον λοιπόν είναι, ότι το Μπαρκαριό εχρησιμοποιείτο και κατά την εποχήν του Πτολεμαίου ώς επίνειον των κατοίκων της ενδοχώρας, όπου εκτός των προϊστορικών θέσεων Καντάμο, Λαγού καί Τσούκα93, υπάρχουν είς διαφόρους θέσεις και λείψανα Ιστορικών οικισμών, οί κάτοικοι τών οποίων ήτο δυνατόν να χρησιμοποιούν τό μνημονευθέν Μπαρκαριό. Αναφέρω προχείρως μίαν. Είς τήν θέσιν Μπάλου ή Ντουλαπάκια, ημίσειαν ώραν νοτίως τών Γαργαλιάνων εντός του ελαιοπεριβόλου Γεωρ. Άρτεμη υψούτο (τώρα έχει πέσει) βράχος μεμονωμένος σχήματος κανονικού ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου· Το ύψος του υπερβαίνει τά δύο μ., το δέ πλάτος τών μεγάλων αυτού πλευρών είναι 2,50μ. Επί τής δυτικής λείας παρειάς τού βράχου καί εις το άνω μέρος αυτής ευρίσκονται λαξευμένα κατά σειράν πέντε κανονικά τετράγωνα κοιλώματα όμοια μέ τάς επί βράχου κόγας, πού βλέπομεν είς τό ιερόν τής Αφροδίτης, τό οποίον συναντώμεν δυτικώς του Δαφνιού καί είς απόστασιν άπ' αυτού 1500 μ. ώς έγγιστα. Ό λαός καί είς τήν Άττικήν καί είς τους Γαργαλιάνους τά κοιλώνατα αυτά, κατ' επέκτασιν καί τήν περιοχήν, αποκαλεί «Ντουλαπάκια»· είναι θέσεις, όπου οί αρχαίοι έθετον τά αναθήματα των, αγαλμάτια καί αγγεία. Όστρακα έκ τής περιοχής ο αρχαιολόγος Φοίβος Σταυρόπουλος τά εύρε διαφόρων εποχών άπό τής κλασσικής μέχρι τής νεωτέρας.
Είς τάς έκβολάς τού Βρυσομύλου διεκινούντο πλοία καί ξένα καί του υποτιθεμένου Κενηρίου, τά όποια προσήγγιζον είς τους λιμένας τής Μεσογείου, επομένως καί τής Αίγύπτου, τής πατρίδος του Πτολεμαίου.
Ό Στράβων δέν παραλείπει ένα πολίχνιον τό Κενήριον, διότι προφανώς το θεωρεί αξιόλογον. Ό Πτολεμαίος αναφέρει τάς έκβολάς του Σέλα δια τήν ιδίαν αιτίαν. Ημείς προσεπαθήσαμεν νά συνδυάσωμεν τήν υπό εκατέρου τών γεωγράφων αποδιδομένην είς εκάτερον τών δύο αυτών τόπων σημασίαν καί έρμηνεύοντες αυτήν νά ταυτίσωμεν τον Σέλαν ποταμόν μέ τον Βρυσόμυλον.


ΣΩΤ. Θ. ΛΥΡΙΤΖΗ
Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΕΛΑΣ

47) F.C.H.L. Pouqueville, Voyage de la Grèce, VI, σ. 26.
48) Boryde Saint-Vincent, Expédition scientifique de Morée, section des sciences physiques, I,
Paris 1836, σ. 165 καί σημ. 2.
49) F.C.H.L. Pouqueville, Voyage dans la Grèce, V, Paris 1821, σ. 88.
50) W.M. Leake, Travels, Ι, σ. 74. Resumé géographique de la Grèce... par M.G. M(anos),... Paris
1826, σ. 604. Pouqueville, Voyage de la Grèce, VI, σσ. 20 καί 343.
51) Βλ. A. Philippson, Der Peloponnes, Berlin 1892, σ. 343.
52) Κ. Ν. Σάθα, Μνημεία ελληνικής Ιστορίας, τ. Γ, έν Βενετία 1882, πίν. Ι. Ν. Α. Βέη, ένθ' άνωτ.,
σσ. 609-610. Είς τον χάρτην τοΰ Castaldo σημειοΰται είς τήν περιοχήν Γαργαλιάνων καί είς δύο
θέσεις τοπωνύμιον Gurgulia. Gargaliano δεν σημειοΰται.
53) Χάριτας οφείλω είς τον φιλάρχαιον συμπολίτη ν μου Δ.Ν. Χριστοφιλογιάννην, ό όποιος πολλαπλώς
με έβοήθησεν εις τήν μετά χείρας μελέτην.
54) C. Müller, ένθ' άνωτ., σ. 558.  Περί Αλιάρτου είς Βρυσόμυλον αναφέρει καί ό Π.Γ. Λυριτζής, Οί Γαργαλιανοι. Περιγραφή τής Γερηνίας, είς έφ. Τριπόλεως «Τεγέα», αριθ. φ.10 καί 11 της 14 καί 27 Ίουν. 1897.
55) «Τό Άστυ», αριθ. φ. 2579/20 Ίαν. 1898, σ. 2.  Λόγφ τής συνεχώς ασκούμενης διαβρωτικής
ενεργείας των κυμάτων έπί τής χωμάτινης παραλίας ξηράς τοΰ Βρυσομύλου ή ακτή έχει μετατεθή καί ή
θάλασσα έχει κερδίσει έδαφος. Καί είς άλλα μέρη τα θαλάσσια νερά έχουν σκεπάσει τά παράλια αρχαία λείψανα, δπως είς τήν μεσσηνιακήν Πύλον, είς τόν Άσωπόν τής Λακωνίας καί άλλαχοΰ.
56) G. Kolbe, Inscripsiones Grecae, Vol. V, fasciculus prior..., Berolini 1913, σ. 277.
57) M.N. Valmin, ένθ' άνωτ., σ. 139.
58) Λ. Κολώνα, άνακοίνωσις, «Άρχαιολογικόν Δελτίον», 29(1973-1974), μέρος Β2, σσ. 319-320.
59) Pouqueville, Voyage de la Grèce, VI, σσ. 46, 73. Leake, Travels, Ι, σ. 74. Χάρτης Πελοποννήσου Πέτρου Lapi, Παρίσιοι 1826.
60) Σοφ. Αντωνιάδη, Συμβολή στην ιστορία τής Πελοποννήσου κατά τόν 17ον αίώνα, Τό Άρχείον Grimani, «Χαριστήριον είς Α. Όρλάνδον», τ.Γ Αθήναι 1966, σ. 162.
61) ΓΑΚ. Ύπουργεϊον Δικαιοσύνης, 25 Οκτωβρίου 1830.
62) Πτολεμαίου, 3.14.42.
63) Μελετίου, ένθ' άνωτ., σσ. 370-371.
64) F.C.H.L. Pouqueville, Voyage en Morée, Ι, σσ. 62-63, 344.
65) Pouillon Boblaye, Recherches géographiques sur les ruines de la Morée, Paris 1835, σ. 9.
66) Βλ. C. Müller, είς σχόλιόν του έπί τοΰ Πτολεμαίου, 3.14,42. Ε. Boite, είς Pauly-Wissowa,
RE, 2. Haliartos.  Ό Valmin υποδεικνύει τους Χριστιανούς, χωρίον κείμενον Α των Φιλιατρών, καί
τήν Άχαίαν πηγήν υποθέτει είς τό χωρίον Κόκλα (Études, 102 καί 140).
67) Βλ. Ε. Boite, ένθ' άνωτ.
68) «Είσί δέ καί Ταινάριοι Θήβαι», Στέφ. Βυζάντιος, Εθνικά, λ. Ταίναρον.
69) Κοινά αρχαία ονόματα είς περισσότερος τής μιας θέσεις: 'Ιθώμη, Οιχαλία καί Εύρύτιον, είς Θεσ-
σαλίαν καί Μεσσηνίαν (Ίλ. Β 729), Ποτείδαια είς Χαλκιδικήν καί άλλη άναγιγνωσκομένη είς Inschriften von Olympia, von W. Dittenberger und Κ. Purgold, Berlin 1876, σ. 46, Κυπαρισσίαι δύο, Μεθώναι τρεις, Πύλοι τρεις κλπ. Τό φαινόμενον επαναλαμβάνεται καί είς νέα τοπωνύμια· αναφέρω προχείρως, είς τήν περιφέρειαν Γαργαλιάνων: Μουζάκι, Πάνιτσα, Φλόκα, Σούλι ή Βλαχόρουγα ή Γεράνιο, Καλαντίνα, Βρωμόβρυση, Κουτσουβέρι, Τσίκουζα, Βεργίνα κλπ., τά όποια συναντώνται σήμερον και είς δλλα μέρη της Ελλάδος.
70) Βλ. χάρτην της Τριφυλίας είς περ. «Τριφυλιακή Εστία», τεΰχ. 7-8/1976, σ. Ι.
71) Ό Leake έχει ύπ' δψιν τήν φράσιν του Στράβωνος (Η.4,2,359): «Ήμεν ουν παλαιά Πύλος ή
Μεσσηνιακή ύπο τω Αίγαλέφ πόλις ην, κατεσπασμένης δε ταύτης έπί τω Κορυφασίω τινές αυτών φκησαν», όπου ομιλεί περί της Παλαιπύλου, προς τήν οποίαν έταυτίσθη η θέσις της Χώρας Βολιμίδια, κειμένης είς τους Δ πρόποδας του Ν τμήματος (της Άγιας) του Αιγαλέου όρους· (βλ. Σπ. Μαρινάτου, Πύλος, είς Μεγ. Έλλ. Έγκ. Π. Δρανδράκη, Συμπλήρωμα τ. Δ, σ. 289).
72) F.C.H.L. Pouqueville, Voyage de la Grèce, VI, σ. 26. Ή παρερμηνεία του χωρίου Η.3,23,348 τοΰ Στράβωνος επέφερε μίαν γεωγραφικήν πλάνην κατά το παρελθόν περί τήν λέξιν «πλαταμώδης» πλέον του αιώνος κρατήσασαν· το προσηγορικον δηλαδή «πλαταμώδης» έξελαμβάνετο ώς κύριον όνομα πόλεως ή τόπου.
93) Βλ. W.A. Mac Donald and R.H. Simpson, ένθ'άνωτ.,σ. 237.Κ. Συριοπούλου,ένθ' άνωτ., σσ. 80, 119.

Οι έρευνες του Pylos Regional Archaeological Project

Στα πλαίσια της εκτεταμένης αρχαιολογικής έρευνας επιφανείας του Πανεπιστημίου της Μινεσότα στη δυτική Μεσσηνία (Pylos Regional Archaeological Project) κατά τα έτη 1991-95 ερευνήθηκε και ο αρχαιολογικός χώρος του Βρυσόμυλου.
Τον αρχαιολογικό χώρο τον αναφέρουν με την ονομασία Βρωμονέρι- Αγία Σωτήρα (
G02 Vromoneri Ayia Sotira). Όπως αναφέρουν βρίσκεται 1,2χλμ. Ν του Βρωμονερίου κοντά στην ακτή. Εκτείνεται από την θάλασσα, όπου υπάρχουν ψηλά βράχια, προς τα Α όπου στα 500μ. υπάρχει ένας μικρός λόφος. Ο αρχαιολογικός χώρος έχει έκταση 350μ. (ΒΑ/ ΝΔ)Χ 350μ. (ΒΔ/ ΝΑ). Μεγάλο μέρος του χώρου καλύπτεται από ελαιώνες ενώ υπάρχουν πολλά σύγχρονα σπίτια μέσα σε αυτό.
Στην κορυφή του μικρού λόφου υπάρχουν 13 τάφοι λαξευμένοι στο βραχώδες υπόστρωμα, ενώ στο χωράφι προς τα δυτικά εντοπίζονται πολλοί επεξεργασμένοι αρχιτεκτονικοί λίθοι.
Περίπου 150μ. στα ΝΔ των τάφων, υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένο διώροφο σπίτι, ενώ άλλα 150μ. ΝΔ του εγκαταλελειμμένου σπιτιού και περίπου 50μ. από την παραλία, υπάρχει μια μεγάλο υπόγειο κτήριο, 
κατασκευασμένο από τούβλα και κονίαμα. Φαίνεται να χωρίζεται σε πολλά διαμερίσματα. Μπορεί να ήταν δεξαμενή, εγκατάσταση αποθήκευσης ή ακόμη και κατακόμβη.
Το μεγαλύτερο μέρος του κεραμικού υλικού που συλλέχθηκε στην Αγία Σωτήρα ήταν πολύ φθαρμένο, αλλά οι κυρίαρχες περίοδοι που εκπροσωπούνται είναι οι Ελληνιστικοί- Ρωμαϊκοί και πρωτοχριστιανικοί χρόνοι. Τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά ευρήματα περιλαμβάνουν απλές λεκάνες και δοχεία αποθήκευσης, καθώς και πιθανά θραύσματα πλακιδίων Λακωνικού τύπου. Η "Early Modern" αγγειοπλαστική χαρακτηρίζεται από εκλεκτά είδη, όπως πλάκες με σχέδια μπλε λουλουδιών.








Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Ηραιάτις Αρκαδίας. Νέα αρχαιολογικά δεδομένα


Στο πλαίσιο του έργου «Νέα Γραμμή Μεταφοράς Ηλεκτρικής ενέργειας ΚΥΤ Πάτρας- ΚΥΤ Μεγαλόπολης της ΔΕΗ Α.Ε., Ν. Αχαΐας- Ν. Αρκαδίας» υλοποιήθηκε από την ΕΦΑ Αρκαδίας το υποέργο «Αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες στο τμήμα Νομού Αρκαδίας»1 . Το παραπάνω τεχνικό έργο, ακολουθώντας την κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά, διέρχεται ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Αρκαδίας, το οποίο διασχίζεται από τους ποταμούς Αλφειό και Λάδωνα. Κατά τα έτη 2015-2016, στην ευρύτερη περιοχή από την Τ.Κ. Παλαιοκάστρου έως την Τ.Κ. Λουτρών Ηραίας, πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές έρευνες για τη διάνοιξη και διαμόρφωση προσβάσεων και την κατασκευή θεμελιώσεων στις θέσεις καινούριων χαλύβδινων δικτυωτών πύργων.
Παρόλο που η ευρύτερη περιοχή της Ηραίας- Παλαιοκάστρου δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά, έχει αποδώσει συνολικά αρκετές σημαντικές θέσεις προϊστορικών και ιστορικών χρόνων. Όλες αυτές οι θέσεις ανήκουν στην αρχαία Ηραιάτιδα, την επικράτεια της αρκαδικής Ηραίας.
Aκολουθώντας τον άξονα Νότου-Βορρά συναντάμε στον σύγχρονο οικισμό του Παλαιοκάστρου, τον κωνικό λόφο της Αγίας Σωτήρας, όπου διατηρούνται τμήματα οχύρωσης που χρονολογούνται στα τέλη του -4ου/ αρχές -3ου αι. και θεωρούνται έργο των Μακεδόνων2. Οι περισσότεροι μελετητές τοποθετούν στη θέση αυτή το Βουφάγιον (Παυσανίας 8.26.5) και στο Μικρό Ποτάμι του χωριού το Βουφάγο ποταμό3, ενώ έχει προταθεί και η ταύτιση της θέσης με την ομηρική Φηρή ή Φαρά και το βυζαντινό κάστρο του Αράκλωβου4. Ωστόσο, το ζήτημα της ταύτισης παραμένει ακόμα ανοικτό5.


Ακριβώς απέναντι από τον λόφο της Αγίας Σωτήρας, δυτικά-νοτιοδυτικά του χωριού, στη θέση Παλαιόπυργος ή Τρύπες, έχει εντοπιστεί και ανασκαφεί εκτεταμένο νεκροταφείο6 με μακρότατη περίοδο χρήσης από τους πρωτοελλαδικούς έως και τους υπομυκηναϊκούς χρόνους, ενώ υπάρχουν ταφές με κτερίσματα των αρχαϊκών, κλασικών, ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Πρόκειται για τη σημαντικότερη και γνωστότερη έως σήμερα μυκηναϊκή θέση της δυτικής Αρκαδίας.
Σε απόσταση περίπου 1 χλμ. ανατολικά-βορειοανατολικά του οικισμού του Παλαιοκάστρου, στη θέση Σκλήπια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα, έχουν αποκαλυφθεί τμήμα αρχαίας αμαξήλατης οδού και οργανωμένο παρόδιο νεκροταφείο ύστερων κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, ενώ έχει αποκατασταθεί σχεδόν ακέραιη στην αρχική της θέση επιβλητική επιτύμβια στήλη με ανθεμωτή επίστεψη αττικού τύπου7. Ο αρχαίος δρόμος συνέδεε το Παλαιόκαστρο με τον πλησιέστερο αρχαίο οικισμό, τη Γόρτυνα, και αποτελούσε πιθανότατα τμήμα του μεγαλύτερου οδικού άξονα που οδηγούσε από την Ηραία στη Γόρτυνα και τη Μεγαλόπολη, ακολουθώντας τον ρου του Αλφειού8.


Σε απόσταση 700μ. περίπου βορειοδυτικά του προαναφερθέντος νεκροταφείου, στη θέση Ταβέρνα, έχει εντοπιστεί αρχαίο λατομείο πωρόλιθου, από το οποίο γινόταν η προμήθεια υλικού για την ανέγερση των δημόσιων κτιρίων της Γόρτυνας9.
Νότια και νοτιοανατολικά των Κακουραίικων, σε χαμηλό ύψωμα στο μέσον σχεδόν της απόστασης προς το Μπαρδάκι, η μεγάλη πυρκαγιά του 2007 έφερε στο φως πολλούς θαλαμοειδείς τάφους, οι οποίοι πιθανώς στο σύνολο τους έχουν συληθεί10. Στα δυτικά-νοτιοδυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στις θέσεις Κεραμίδι, Κάμπος της Μπέλλας11 και Πλαπούτα, κάποιοι μελετητές έχουν ταυτίσει ερειπιώνα με τη σημαντική κώμη των αρχαίων Μελαινεών12, που ανήκε στην επικράτεια της Ηραίας. Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό της ΕΦΑ Αρκαδίας, το 1980 είχε εντοπιστεί στη θέση Κεραμίδι, στα νότια-νοτιοδυτικά του ναού του Αγίου Ιωάννη, τμήμα δαπέδου από κεραμίδες και τμήμα μαρμάρινου κίονα.
Στον χαμηλό λόφο Λαγάφτι, 2 χλμ. δυτικά-νοτιοδυτικά των Κακουραίικων, βρέθηκε μεγάλος θαλαμοειδής τάφος, που έχει μετατραπεί σε ξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου, δύο ακόμα θαλαμοειδείς και μικροί λαξευτοί λακκοειδείς τάφοι της υστεροελλαδικής περιόδου. Απέναντι, στον λόφο Ματοβούνι, υπάρχουν ενδείξεις θαλαμοειδών τάφων13. Η πυκνότητα των θέσεων από το Λαγάφτι έως το Μπαρδάκι και το Παλαιόκαστρο επιβεβαιώνει την κατοίκηση κατά μήκος του ποταμού Αλφειού, στον δρόμο προς την Ηλεία κατά τη μυκηναϊκή εποχή.
Κοντά στα σύνορα με την Ηλεία, στη δεξιά όχθη του Αλφειού, τοποθετείται η αρχαία Ηραία. Ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή της Ηραίας από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα το 1931-1932 14. Τμήμα του πολεοδομικού ιστού της εντοπίσθηκε σε πρόσφατη γεωσκοπική έρευνα από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, σε συνεργασία με την ΕΦΑ Αρκαδίας, δυτικά και νότια της κοινότητας του Αγίου Ιωάννη15. Νοτιοδυτικά του Αγίου Ιωάννη, στη θέση Κοκορά, έχουν επισημανθεί λείψανα ρωμαϊκού λουτρού16. Σύμφωνα με τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μορέως, στη θέση τού λουτρού ιδρύθηκε αργότερα χριστιανικός ναός17.
Βόρεια των ιαματικών πηγών Ηραίας, σε πευκόφυτο λόφο, ελάχιστα μέτρα νοτιοανατολικά του βυζαντινού ναού του Αγίου Γεωργίου, εντοπίστηκε νεκροταφείο θαλαμοειδών τάφων και ανασκάφηκε τάφος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΑ-Β περιόδου18. Τέλος, περίπου 3 χλμ. βόρεια-βορειοδυτικά των Κακουραίικων, κοντά στο χωριό Παλούμπα, ξεχωρίζει ο λόφος Λενικό με θέα προς τον Αλφειό, την Ανδρίτσαινα και το Λύκαιο όρος και σε οπτική επαφή με την Αγία Σωτήρα Παλαιοκάστρου. Εντοπίζεται τειχισμένη ακρόπολη των ελληνιστικών χρόνων, εντός της οποίας υπάρχει αρχαϊκός ναός19. Ορισμένοι ερευνητές τοποθετούν στη θέση αυτή τις Μελαινεές των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων20.
Η πρώτη νέα αρχαιολογική θέση που εντοπίστηκε, ακολουθώντας την πορεία κατασκευής της νέας γραμμής από νότια προς βόρεια, βρίσκεται 280 μ. νοτίως της οχύρωσης του λόφου της Αγίας Σωτήρας στο Παλαιόκαστρο (Πυλώνας 626Ν, Θέση 1). Πρόκειται για κατάλοιπα ταφής επί του φυσικού βράχου, με χαρακτηριστικό εύρημα χάλκινο νόμισμα κοπής του Αρκαδικού Κοινού του -4ου αι.21 Η κεραμική που συνελέγη επιφανειακά αποτελείται από λίγα χονδροειδή όστρακα της πρωτοελλαδικής περιόδου 22 (χαρακτηριστική λαβή λεκανίδας)23, λίγα λεπτότεχνα υστεροελλαδικά (στελέχη από κύλικες και λαβή πρόχου)24 (εικ.2) και λίγα όστρακα από χρηστικά σκεύη της κλασικής και ύστερης κλασικής περιόδου25.


Σε απόσταση 230 μ. περίπου δυτικά του μυκηναϊκού νεκροταφείου του Παλαιοκάστρου, στα όρια διάνοιξης του δρόμου πρόσβασης στον Πυλώνα 270 (Θέση 2), αποκαλύφθηκε στρώμα κατάρρευσης, που προέρχεται πιθανόν από οικιστικά κατάλοιπα, τα οποία σχετίζονται με την ακρόπολη στο λόφο Αγία Σωτήρα (Θέση i). Ενδεχομένως, όμως, συνιστά τμήμα οδού, που αποτελεί συνέχεια της αρχαίας οδού στη θέση Σκλήπια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα (Θέση ii)26. Έχει αποκαλυφθέν μήκος 7,90μ., πλάτος από 0,50 έως 2,30μ., διεύθυνση βορειοδυτικά-νοτιοανατολικά και παρουσιάζει έντονη ανωφερή κλίση από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά, όπου συνεχίζεται με πιο πυκνή διάταξη προς την κορυφή του λόφου. Αποτελείται κατά κύριο λόγο από ακανόνιστους αργούς λίθους μικρών και μεσαίων διαστάσεων. Η κεραμική που βρέθηκε ανήκει στον -4ο αι. και περιλαμβάνει κυρίως όστρακα σκύφων27 (εικ.3).


Συνεχίζοντας προς τα βόρεια, η επόμενη νέα αρχαιολογική θέση (Θέση 3) που εντοπίστηκε βρίσκεται στη δεξιά παραποτάμια κοιλάδα του Αλφειού, 500 μ. νότια-νοτιοανατολικά του αμφιθεατρικά χτισμένου σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, σε μια καλλιεργήσιμη και πλούσια σε νερά περιοχή. Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη θεμελίωση του Πυλώνα 258, απέδωσε αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός μεγάλων διαστάσεων οικοδομήματος, μήκους 11,95μ., με κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά, που διαιρείται εσωτερικά σε μικρότερους χώρους (σχ.1). Η βόρεια και δυτική πλευρά του έχουν καταστραφεί από τη συνεχή καλλιέργεια και τις πλημμύρες όμορου χειμάρρου. Δυτικότερα εντοπίστηκε τοίχος με κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά, ο οποίος αποκλίνει ελαφρά από τον άξονα του νότιου τοίχου του κτιρίου και βρίσκεται σε μεγαλύτερο βάθος από αυτόν.


Ο τοίχος έχει μήκος 2,30μ., ενώ το πλάτος του κυμαίνεται από 0,80μ. έως 1,10μ. Σε δεύτερη φάση ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, όπως μαρτυρούν δύο πίθοι με μελανό γάνωμα, που εντοπίστηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου και περιείχαν ανακομιδές ταφών. Οι πίθοι, σύμφωνα με την τυπολογία τους, χρονολογούνται στον -4ο αι.28. Ωστόσο, η χρήση του χώρου ως νεκροταφείου πιθανότατα διήρκησε μέχρι την Ύστερη Αρχαιότητα, αφού εντοπίστηκε και ακτέριστος κεραμοσκεπής τάφος στα βόρεια της επιφάνειας.
Κατά την ανασκαφική έρευνα του κτιρίου συνελέγη ποικίλη κεραμική που χρονολογείται στην αρχαϊκή και πρώιμη κλασική περίοδο. Περιλαμβάνει όστρακα από καλής ποιότητας επιτραπέζια κεραμική, όπως τμήμα από πόδι κύλικας με πλαστικούς δακτυλίους (-6ος αι.) 29 (εικ.4), όστρακα από σκύφους, αμφορείς και χαρακτηριστικό τμήμα κύλικας χωρίς πόδι με οριζόντια υψωμένη λαβή (μέσα -5ου αι.)30. Τα σημαντικότερα ευρήματα που προέκυψαν από την ανασκαφική έρευνα του κτιρίου αποτελούν τμήμα πήλινου αρχιτεκτονικού μέλους, πιθανώς σίμης31 (εικ.5), και χάλκινο κοχλιάριο με ενσφράγιστη λαβή με παράσταση δελφινιού (εικ.6)32.


Η πλησιέστερη αρχαία εγκατάσταση που ταυτίζεται με τις Μελαινεές βρίσκεται περί τα 400μ. βορειοδυτικά του κτιρίου. Πλησίον του διερχόταν ο οδικός άξονας που οδηγούσε από την Ηραία στη Γόρτυνα. Η απόσταση από τις Μελαινεές σε συνδυασμό με τις μεγάλες διαστάσεις του κτιρίου και την πήλινη σίμη παραπέμπουν σε σημαντικό δημόσιο περιαστικό κτίριο, με μνημειακό χαρακτήρα και με χρήση κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, περίοδο ακμής της Ηραιάτιδος 33 , όπως συνηγορούν οι παλαιότερες κοπές νομισμάτων. Ο μνημειακός χαρακτήρας του συγκροτήματος, η κάτοψη του οποίου πιθανότατα συνεχίζεται προς τα βόρεια, καθώς και ο τύπος και η λειτουργία των ευρημάτων θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στην υπόθεση ότι πρόκειται για δωμάτια34 πτέρυγας κτιρίου σχετιζόμενου με ιερό, που είχαν υποστηρικτική λειτουργία ως χώροι εστίασης ή διαμονής35.
Σε απόσταση 425 μ. βορειοδυτικά του αρχαϊκού οικοδομήματος και 230 μ. νότια του χωριού, στη γνωστή από την έρευνα θέση Κεραμίδι (Πυλώνας 257, Θέση 4), εντοπίστηκε εντός φυσικού στρώματος κιμιλιάς ένα εκτεταμένο επιφανειακό στρώμα λίθων, το οποίο περιείχε τμήματα κεράμων και θραύσματα αγγείων. Έχει μέγιστες διαστάσεις 8,10× 2,60μ. και κατεύθυνση βόρεια-νότια. Η κεραμική που συνελέγη είναι επί το πλείστον μελαμβαφής και χρονολογείται στον -4ο και -3ο αι., ενώ εντοπίστηκε και κεραμική Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου. Διακρίνονται όστρακα από επιτραπέζια αγγεία, όπως τμήματα σκύφων, άωτων σκυφιδίων, οινοχοών και αμφορέων36. Στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ ανήκουν στελέχη και βάσεις από κύλικες και τμήμα επίπεδης βάσης από κύπελλο, τα οποία έχουν κατασκευαστεί από καθαρό υπόλευκο πηλό με λίγες προσμίξεις και δεν φέρουν διακόσμηση37. Κατά την έρευνα, σχεδόν επιφανειακά, εντοπίστηκε χάλκινο νόμισμα με προτομή αυτοκράτορα στον εμπροσθότυπο (εικ.7), που χρονολογείται στην εποχή του Κωνστάντιου Β΄, στα μέσα περίπου του +4ου αι.38.


Στην ίδια θέση, σε απόσταση 45 μ. δυτικά του Πυλώνα 257, στην επιφάνεια της θεμελίωσης του Πυλώνα 641Ν (Θέση 5), η ανασκαφική έρευνα απέδωσε στα ανώτερα στρώματα έναν τοίχο αμελούς κατασκευής με διεύθυνση βόρεια-νότια και έναν λιθοσωρό. Η κεραμική από το βάθος αυτό είναι κυρίως αβαφής και σε συνδυασμό με το χάλκινο νόμισμα που βρέθηκε πλησίον θα μπορούσε να χρονολογηθεί στην υστερορωμαϊκή περίοδο. Σε χαμηλότερο υψομετρικά επίπεδο, περίπου 1,80 μ. από την επιφάνεια του εδάφους, εντοπίστηκαν αργοί λίθοι μικρού μεγέθους και αραιά τμήματα κεράμων πακτωμένα σε ένα λεπτό στρώμα ακανόνιστου σχήματος, με κατεύθυνση βόρεια-νότια. Από το στρώμα αυτό συνελέγησαν τεμάχια ζωικών οστών και κεραμική της μυκηναϊκής περιόδου (εικ.8). Η κεραμική είναι λεπτότεχνη, από υπόλευκο πηλό με λίγες προσμίξεις, και χρονολογείται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ–Γ περίοδο. Εντοπίστηκαν στελέχη και τμήματα λαβών από κύλικες, τμήματα βάσεων από τροχήλατους σκύφους, λαβή και χείλος από αμφορέα ή στάμνο39. Σε θέση μεταξύ των δύο προαναφερθέντων πυλώνων εντοπίστηκε επιφανειακά χάλκινο νόμισμα του τέλους 4ου-α΄ μισού -3ου αι., νομισματοκοπείου Αίγινας, που στον εμπροσθότυπό του απεικονίζει δύο αντωπά δελφίνια και στον οπισθότυπό του έγκοιλο τετράγωνο διηρημένο στα τέσσερα40.
Δυτικά του οικισμού περίπου 400 μ. από τη θέση Κεραμίδι, στο σημείο κατασκευής του Πυλώνα 256 (Θέση6), συνελέγη όστρακο με λευκή εφυάλωση και σε μεγαλύτερο βάθος αβαφής κεραμική. Στον περιβάλλοντα χώρο κατά τη διάρκεια καθαίρεσης σύγχρονης ξερολιθιάς βρέθηκε εντοιχισμένο, σε δεύτερη χρήση, τμήμα από θωράκιο αποσπασματικά σωζόμενο, άγνωστης προέλευσης. Απεικονίζει πιθανώς χριστόγραμμα με ρόδακα (εικ.9)41. Σε απόσταση 300 μ. ανατολικότερα της θέσης εύρεσής του εντοπίστηκε από επιφανειακή δική μας έρευνα ημικυκλική κόγχη, λίγα μέτρα ανατολικότερα από την κόγχη του σύγχρονου ναού του Αγίου Ιωάννη.


Ουσιαστικά, ο ναός του Αγίου Ιωάννη έχει χτιστεί πάνω στα κατάλοιπα του παλαιότερου κτιρίου έχοντας μικρότερες διαστάσεις από αυτό. Το θωράκιο, η κεραμική, το νόμισμα και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην ευρύτερη περιοχή της θέσης Κεραμίδι επιβεβαιώνουν τη χρήση του χώρου στην Ύστερη Αρχαιότητα. Σε κοντινή απόσταση από τον οικισμό Αγριλίδι, κατά τις εκσκαφικές εργασίες κατασκευής του Πυλώνα 250, συλλέχθηκαν επιφανειακά, λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο. Στους Πυλώνες 247 και 246 συνελέγη αδιάγνωστη αβαφής κεραμική.
Συνοψίζοντας, η υδατοβριθής περιοχή από το Παλαιόκαστρο έως τα Λουτρά Ηραίας, γεμάτη από καλλιεργήσιμες κοιλάδες, αποτελεί διαχρονικό πέρασμα προς την Ηλεία και παρουσιάζει εύρωστες εγκαταστάσεις συγκριτικά με την υπόλοιπη ορεινή Γορτυνία. Στην ευρύτερη περιοχή του Παλαιοκάστρου η έρευνα εμπλουτίστηκε με δύο νέες θέσεις, οι οποίες απέφεραν κεραμική της πρωτοελλαδικής και υστεροελλαδικής περιόδου, καθώς και του -4ου αι., γεγονός που δεν αλλάζει την εικόνα των ήδη γνωστών θέσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα νέα δεδομένα στην παραποτάμια κοιλάδα νότια και δυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στην ευρύτερη περιοχή των αρχαίων Μελαινεών. Στρώματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου, ένα μεγάλο οικοδόμημα της αρχαϊκής και πρώιμης κλασικής, κεραμική της ύστερης κλασικής και πρώιμης ελληνιστικής, καθώς και ίχνη παρουσίας κατά την υστερορωμαϊκή περίοδο παρέχουν μια νέα εικόνα για τη συνεχή χρήση του ευρύτερου χώρου λίγα χιλιόμετρα νότια-νοτιοανατολικά του σημαντικού οικισμού της αρχαίας Ηραίας.
Τα ευρήματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου από τη θέση Κεραμίδι δηλώνουν την ύπαρξη μυκηναϊκής εγκατάστασης στην περιοχή πλησίον των υστεροελλαδικών θαλαμοειδών τάφων που έχουν εντοπιστεί στις θέσεις Λαγάφτι, Ματοβούνι και Μπαρδάκι, κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αλφειού και επί της φυσικής οδού που οδηγεί στην Ηλεία. Επιπλέον του γνωστού από παλαιότερες έρευνες υστεροελλαδικού κέντρου στο Παλαιόκαστρο, τα νέα δεδομένα δίνουν την εικόνα της κατοίκησης και στην περιοχή των Κακουραίικων, όπου η ύπαρξη των νεκροταφείων υποδεικνύει, εκ των πραγμάτων, υστεροελλαδική εγκατάσταση42.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ερειπιώνας δυτικά-νοτιοδυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στη θέση Κεραμίδι, έχει ταυτιστεί από ορισμένους μελετητές με τη σημαντική κώμη των αρχαίων Μελαινεών43. Ο Παυσανίας αποδίδει την ίδρυση των Μελαινεών στον Μελαινέα, γιο του Λυκάονα, μυθικού βασιλιά της Αρκαδίας, γεγονός που υποδηλώνει πως ο οικισμός είχε μακρά ιστορία. Επίσης, αναφέρει ότι επί των ημερών του η κώμη ήταν έρημη αλλά είχε πολλά νερά (Παυσανίας 8.26.8.)44. Τα σημαντικά ευρήματα της μυκηναϊκής εποχής πιθανώς επιβεβαιώνουν το μυθολογικό υπόβαθρο της περιοχής. Επιπλέον, το κτίριο της αρχαϊκής/πρώιμης κλασικής περιόδου και η κεραμική των κλασικών χρόνων έρχονται να καλύψουν το κενό που οδηγούσε πολλούς ερευνητές να τοποθετήσουν, λόγω απουσίας τεκμηρίων, την αρχαϊκή και κλασική πόλη των Μελαινεών στην ακρόπολη του Λενικού. Φαίνεται, λοιπόν, πως στην κοιλάδα αυτή με τα πολλά νερά, εικόνα που ταιριάζει με την περιγραφή του Παυσανία, πάνω στο πέρασμα που οδηγούσε από την αρχαία Ηραία στη Γόρτυνα και τη Μεγαλόπολη, μπορούν να αναζητηθούν τα κατάλοιπα της κώμης των αρχαίων Μελαινεών, ενός από τους κύριους σταθμούς του ρωμαϊκού οδικού δικτύου στην Πελοπόννησο, σύμφωνα με την Tabula Peutingeriana45. Στην τόσο εύφορη αυτή παραποτάμια κοιλάδα έρχεται να προστεθεί και μια υστερορωμαϊκή θέση, σε μια περιοχή άγνωστη έως σήμερα για τη βυζαντινή έρευνα.

ΑΝΝΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΛΙΑΤΣΗ – ΘΕΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ
ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΣΜΕΡΟΥ
Ηραιάτις Αρκαδίας. Νέα αρχαιολογικά δεδομένα

1 Ευχαριστίες εκφράζονται στην υπεύθυνη αρχαιολόγο του έργου Δρ. Ελένη Ψαθή για την καθοδήγησή της, στον αρχιτέκτονα Γ. Καρατζά, στη σχεδιάστρια Κ. Γιάννε, στις συντηρήτριες Ι. Αρμόνη και Ν. Πλατανίτη, στους εργατοτεχνίτες Ν. Βελισσάρη, Δ. Ηλιόπουλο, Χ. Νικολόπουλο, L. Sinalka, Σ. Σπηλιόπουλο, Ν. Τερζή, στην αρχαιολόγο Γ. Παπαδοπούλου και στο προσωπικό του ΑΔΜΗΕ για την
υλικοτεχνική βοήθεια που παρείχαν. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζεται στον προσφάτως αποθανόντα μόνιμο εργατοτεχνίτη της Εφορείας Δ. Τερζή, πολύτιμο συνεργάτη και θεματοφύλακα των αρχαιοτήτων της Γορτυνίας.
2 Charneux – Ginouvès 1956, 530-532. Jost 1985, 76.
3 Σαλαβούρα 2015, 191.
4 Σαραντάκης 1993, 90-94. Σαραντάκης 2010, 257. Σαλαβούρα 2015, 191.
5 Καραπαναγιώτου 2008, 243.
6 Σπυρόπουλος – Σπυρόπουλος 2011, 260-261. Σαλαβούρα 2015, 191-199.
7 Καραπαναγιώτου 2008, 233-234, 242. Καραπαναγιώτου 2012, 255. Καραπαναγιώτου 2010, 700-701.
8 Πίκουλας 1999, 302-303.
9 Καραπαναγιώτου 2008, 244.
10 Σαλαβούρα 2015, 201-203.
11 Jost 1985, 75. Σουχλέρης 2010, 687.
12 Jost 1985, 77. Σαραντάκης 1993, 74-75. Πίκουλας 1999, 304. Σαλαβούρα 2015, 201.
13 Σαλαβούρα 2015, 199-201.
14 Φιλαδελφεύς 1932-1933, 57-61.
15 Papadopoulos κ.ά. 2016.
16 Jost 1985, 75-76.
17 Κόντη 1985, 99.
18 Καραπαναγιώτου 2007, 260-272.
19 Jost 1985, 75. Καραπαναγιώτου 2012, 255.
20 Σαραντάκης 1993, 74-75. Πίκουλας 1999, 304.
21 BCD Peloponnesos, 366, αρ. 1535.
22 Γενικά για την πρωτοελλαδική κεραμική, βλ. Τζαβέλα-Evjen 1984, 150-165. Wiencke 2000, 315 328. Pullen 2011, 56-96, 160-200, 337-378.
23 Για τη λαβή της λεκανίδας, βλ. Wiencke 2000, 385, εικ. II.23 (αρ. κατ. 433).
24 Γενικά για την υστεροελλαδική κεραμική της Αρκαδίας, βλ. Σαλαβούρα 2015, 401-416. Για τις κύλικες, βλ. π.χ. Romano – Voyatzis 2014, 592-606. Για την πρόχου, βλ. π.χ. Mountjoy 1998, 79. Thomas 2011, 192-193, εικ. 8 (αρ. 44, 50).
25 Catling 1996, 33-86.
26 Καραπαναγιώτου 2010, 700-701.
27 Για παρόμοια παραδείγματα σκύφων, βλ. Sparkes – Talcott 1970, 84-85, 260, εικ. 350, πίν. 16.
28 Χατζή-Σπηλιοπούλου 1991, 352, 357 (σχ. 1α ), 358-359 (σχ. 2β).
29 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9786. Βλ. Ιozzo 2014, 129-130, 156, εικ. 2, πίν. 2 (CN-Arch 27).
30 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ.ευρ.9789. Βλ. Ιozzo 2014, 134, 137, 158,εικ.3, πίν.4(CN CI3).
31 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9785 (σωζόμενες διαστάσεις 20 × 12 × 8 εκ.). Για ανάλογο παράδειγμα σίμης με ύψος 16,4 εκ., βλ. Heiden 1995, 62, 187 (αρ. 23.1), πίν. 33.1.
32 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9782 (μέγιστο σωζόμενο μήκος 6,6 εκ., βάρος 4,43 γρ.). Για παρόμοιο ως ταφικό κτέρισμα, βλ. Βικάτου 2006, 393, 408, εικ. 19. Σημειώνεται ότι το κοχλιάριο εντοπίστηκε πλησίον ταφικού πίθου μεταγενέστερου του κτιρίου. Για ιατρικό εργαλείο, βλ. Βασιλειάδου 2018, 501, 507, εικ. 2δ.
33 Καραπαναγιώτου 2012, 255.
34 Το εσωτερικό πλάτος των δυο ακραίων δωματίων είναι 3,50 μ. και των δυο εσωτερικών είναι 1,30 μ. (ανατολικό) και 1,05 μ. (δυτικό).
35 Πρβλ. Forsén 2013, 226-228.
36 Catling 1996, 33-72.
37 Romano – Voyatzis 2014, 569-606. Σαλαβούρα 2015, 401-416.
38 Για παρόμοια εικονογραφική απεικόνιση, βλ. Κent 1981, 384, πίν. 17.1.
39 Σαλαβούρα 2015, 401-416. Romano – Voyatzis 2014, 569-606.
40 Kroll – Walker 1993, 220, εικ. 662α, πίν. 27.
41 Τυπολογικό παράλληλο του ρόδακα θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ρόδακας θωρακίου από τη βασιλική Κορδάτου στην αρχαία Κόρινθο, που χρονολογείται σαφώς προγενέστερα της βασιλικής (5oς αι.). Το γεγονός αυτό, ωστόσο, καθιστά τη χρονολόγηση του θωρακίου προβληματική γιατί, εάν εικονίζει χριστόγραμμα, θα πρέπει να χρονολογηθεί στον 5ο-6ο αι. Για τα προαναφερθέντα ευχαριστούμε τη συνάδελφο Δρα Ε. Μανωλέσσου για τις στοχευμένες παρατηρήσεις της.
42 Για την κατοίκηση στην περιοχή κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού βλ.Σαλαβούρα2015, 259-264.
43 Jost 1985, 77.
44 Παπαχατζής 2004, 289-290.
45 Ελευθερίου 2008, 270.

ABSTRACT. Within the framework of the project “New Power Line of Patras – KΥT Megalopolis Power Station of PPC SA, Achaia – Arcadia”, new archaeological sites that enhance those already known were revealed in western Arcadia in 2015- 2016. Τwo new sites with Εarly Helladic, Late Mycenaean, and Classical (4th century BC) pottery were identified near Palaiokastro. Finds of the Mycenaean, Archaic, Classical, and Late Roman periods in the area between the Alfeios river and the modern town of Kakouraiika confirm its continuous use throughout these periods and fill the gap that led many scholars to place, for lack of evidence, the Archaic and Classical settlement of Melaineai on the hill of Leniko. This area, with its abundance of water, better suits Pausanias’s description and can be identified with the site of ancient Melaineai.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βασιλειάδου 2018: Μ. Βασιλειάδου, Οστέινα και ελεφαντοστέινα αντικείμενα από την αρχαία Μεσσήνη. Μια πρώτη παρουσίαση, στο: Ε. Ζυμή – Α. Β. Καραπαναγιώτου – Μ. Ξανθοπούλου (επιμ.), Το Αρχαιολογικό Έργο στην Πελοπόννησο (ΑΕΠΕΛ1), Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Τρίπολη 7-11 Νοεμβρίου 2012, Καλαμάτα 2018, 501-509.
BCD Peloponnesos: LHS Numismatics, Coins of Peloponnesos. The BCD Collection, Auction 96, Zürich, 8-9 May 2006.
Βικάτου 2006: Ο. Βικάτου, Παράκαμψη Ολυμπίας. Ευρήματα σωστικών ανασκαφών, στο: Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11-17 Σεπτεμβρίου 2005, τόμ. Α΄, Αθήναι 2006, 385-409.
Catling 1996: R. Catling, The Archaic and Classical pottery στο: W. G. Cavanagh – J. Crouwel – R. W. V. Catling – G. Shipley (επιμ.), Continuity and Change in a Greek Rural Landscape. The Laconia Survey, vol. II, BSA Supplementary Volume 27, London 1996, 33-84.
Charneux – Ginouvès 1956: P. Charneux – R. Ginouvès, Reconnaissances en Arcadie. Fortifications de Paliocastro, Saint Nicolas et Hellenico, BCH 80 (1956), 522-546.
Ελευθερίου 2008: Ε. Α. Ελευθερίου, Πρωτοβυζαντινή Αρκαδία, Από το Μαίναλο στον Λάδωνα και τον Αλφειό, στο: Πίκουλας 2008, 261-272.
Forsén 2013: Β. Forsén, Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αγία Παρασκευή Αραχαμιτών, ΑΔ 68 (2013), Β΄1, 226-228.
Heiden 1995: J. Heiden, Die Tondacher von Olympia, Olympische Forschungen XXIV, Berlin/New York 1995.
Ιozzo 2014: M. Ιozzo, Archaic and later pottery from the Northern Sector, στο: E. Østby (επιμ.), Investigations in the Sanctuary of Athena Alea 1990-94 and 2004, Tegea II, vol. 4, Athens 2014, 123-162.
Jost 1985: M. Jost, Sanctuaires et cultes d’ Arcadie, Études peloponnésiennes IX, Paris 1985.
Καραπαναγιώτου 2007: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Λουτρά Ηραίας. Νέο μυκηναϊκό νεκροταφείο στη βορειοδυτική Αρκαδία, στο: Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11–17 Σεπτεμβρίου 2005, τόμ. Β΄, Αθήναι 2007, 260-272.
Καραπαναγιώτου 2008: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Παρόδια ταφικά μνημεία παρά το Παλαιόκαστρο Γορτυνίας, στο: Πίκουλας 2008, 231-250.
Καραπαναγιώτου 2010: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Δήμος Μεγαλόπολης, Παλαιόκαστρο, ΑΔ 65 (2010), Β΄1β, 700-701.
Καραπαναγιώτου 2012: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Γορτυνία. Η γη των ποταμών, στο: Α. Βλαχόπουλος (επιμ.), Aρχαιολογία – Πελοπόννησος, Αθήνα 2012, 251-257.
Kent 1981: J. P. C. Kent, The Family of Constantine I A.D. 337-364, The Roman Imperial Coinage, vol. VIII, London 1981.
Κόντη 1985: Β. Κόντη, Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της Αρκαδίας (395-1209), Βυζαντινά Σύμμεικτα 6 (1985), 91-124.
Kroll– Walker 1993: J. H. Kroll – A. S. Walker, The Greek Coins, Agora XXVI, Princeton 1993.
Mountjoy 1998: P. A. Mountjoy, Μυκηναϊκή γραπτή κεραμική. Οδηγός ταύτισης, Αθήνα 1998.
Nielsen 2002: T. H. Nielsen, Arcadia, στο: M. H. Hansen – T. H. Nielsen (επιμ.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2002.
Papadopoulos κ.ά. 2016: N. Papadopoulos – A. Sarris – J. Donati –T. Kalayci – M. Manataki – G. Cantoro – A. V. Karapanagiotou – E. Argyropoulou – E. Psathi, Urban dynamics of Greek cities through geoinformatics: the case of Mantineia and Heraia, Arcadia, στο: 41st International Symposium in Archaeometry, Kalamata, 15-21 May 2016, Abstracts, 317-318.
Παπαχατζής 2004:Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις.Αχαϊκά και Αρκαδικά,Αθήνα 2004.
Pikoulas 1999: Y. A. Pikoulas, The road network of Arkadia, στο: T. H. Nielsen – J. Roy (επιμ.), Defining Ancient Arcadia. Symposium, April 1-4 1998, Acts of the Copenhagen Polis Centre, vol. 6, Copenhagen 1999, 248-319.
Πίκουλας 2008: Γ. Α. Πίκουλας (επιμ.), Ιστορίες για την αρχαία Αρκαδία, Πρακτικά, Proceedings of the International Symposium in Honour of James Roy, Στεμνίτσα 2008.
Romano – Voyatzis 2014: D. G. Romano – M. E. Voyatzis, Mt. Lykaion Excavation and Survey Project, Part 1: The Upper Sanctuary, Hesperia 83 (2014), 592-606.
Σαλαβούρα 2015: Ε. Σαλαβούρα, Μυκηναϊκή Αρκαδία. Αρχαιολογική και τοπογραφική θεώρηση, Αθήνα 2015.
Σαραντάκης 1993: Π. Σαραντάκης, Αρκαδία. Οι ακροπόλεις, τα κάστρα και οι πύργοι της. Σιωπηλά ερείπια μιας δοξασμένης γης, Αθήνα 1993.
Σαραντάκης 2010: Π. Σαραντάκης (επιμ.), Αρκαδία. Τόπος – Χρόνος – Άνθρωποι, Αθήνα 2010.
Σουχλέρης 2010: Λ. Σουχλέρης, Κακουραίικα Ηραίας, ΑΔ 65 (2010), Β΄1β, 687.
Sparkes – Talcott 1970: B. A. Sparkes – L. Talcott, Black and Plain Pottery of the 6th, 5th, 4th Centuries B.C., Agora XII, Princeton 1970.
Σπυρόπουλος – Σπυρόπουλος 2012: Θ. Γ. Σπυρόπουλος – Γ. Θ. Σπυρόπουλος, Παλαιόκαστρο Γορτυνίας, στο: Α. Βλαχόπουλος (επιμ.), Aρχαιολογία – Πελοπόννησος, Αθήνα 2012, 260-261.
Τζαβέλα-Evjen 1984: Χ. Τζαβέλα-Evjen, Λιθαρές, Αθήνα 1984.
Thomas 2011: P. M. Thomas, A deposit of Late Helladic IIIA2, Pottery from Tsoungiza, Hesperia 80 (2011), 171-228.
Wiencke 2000: M. H. Wiencke, The Architecture, Stratification, and Pottery of Lerna III, Lerna IV.2-3, Princeton 2000.
Φιλαδελφεύς 1932-1933: Α. Φιλαδελφεύς, Ανασκαφαί Ηραίας, ΑΔ 14 (1932-1933), 57-61.
Χατζή-Σπηλιοπούλου 1991: Γ. Χατζή-Σπηλιοπούλου, Ταφικοί πίθοι στην Ηλεία κατά τον 4ον αι. π.Χ. και στους ελληνιστικούς χρόνους, στο: Α. Δ. Ριζάκης (επιμ.), Αρχαία Ηλεία και Αχαΐα, Μελετήματα 13, Αθήνα 1991, 351-363.





Τρίτη, 9 Μαρτίου 2021

New Research at Kleidi-Samikon


Introduction

Samikon lies on the west coast of the Peloponnese, at the western tip of the Lapithos mountain range, which runs in an east-west direction across Triphylia. The site is mentioned by Strabo (8.3.13-20) and Pausanias (5.5.3-11; 5.6.1-6) and is unequivocally identified with the Classical-Hellenistic fortification above the modern village of Kato Samikon and north of Kaiafa Lake and the sulphur springs. Strabo and Pausanias refer both to the caves of the Anigriad nymphs and the stinking waters of the River Anigros, which flows into the sea here. The sulphur springs at Kaiafa are still active today and confirm the identification. The plain of Samikon was also the place of a famous sanctuary of Poseidon, which only Strabo mentions in his description of Triphylia. The Poseidon sanctuary formed a geographical point of reference within Strabo’s account, and any additional archaeological information on this small area is therefore of great importance2. The sanctuary has never been located, and the geography of the whole area must have changed considerably since antiquity.
Our first preliminary report is dedicated to new research at the site of Kleidi, which lies in the coastal plain below the Classical-Hellenistic fortress, to the southwest, and consists of a group of three small hills (fig.1).


Archaeological activity at the site goes back to the days of Wilhelm Dörpfeld in 19073, followed by excavations by Nicholas Yalouris in 1954, Eleni Papakonstantinou in the early 1980s, and, finally, Kostas Nikolentzos and Panagiotis Moutzouridis in 20074. These excavations established the existence of a Mycenaean habitation site on the largest (i.e. the northern) hill and related tombs at its northern and eastern foot respectively.
Today Kleidi lies in the coastal plain that covers the area of the former lagoon of Agoulinitsa, which was drained only in the late 1960s. Reports by travellers and scholars of the 19th and early 20th centuries5 and a photograph taken by Dörpfeld in 1908 show that the lagoon extended close to the hill (fig. 2). This explains the key position of Kleidi, which monitored the one and only passage through the swamps until the drainage project.


The only road on more or less firm ground leading from north to south ran parallel to the railway tracks and turned here to the west towards the sand dunes, where it again turned to the south. Today, the railway tracks still follow the old course, whereas the modern National Road runs further inland, closer to the slope of Mount Lapithos.
It is entirely unclear how the situation was in antiquity, how close the seashore was to the Kleidi hills, and if there was an anchorage, as mentioned by Strabo (8.3.17). The reconstruction of the ancient landscape will be as interesting for the Archaic, Classical, and Hellenistic periods as for the Bronze Age. Regarding the Bronze Age in particular, we are involved in the larger study of Triphylia in the 2nd millennium BC, which comprises the evaluation of Mycenaean finds from Kakovatos, Kleidi, Epitalion, and Agios Dimitrios. It is, therefore, important to try to understand the position of Kleidi within the regional topography of Triphylia and the role it might have played as a potential harbour site.


Geodetic and geo-archaeological survey6
A multidisciplinary approach promises additional information on the history and archaeology of the area. In March 2017, we conducted a geodetic and geo-archaeological survey that will result in the first site plan and 3D model of the Kleidi hills and provide new information of the paleo-environment (fig.3). The final plan will map the location of the Late Bronze Age tombs, the approximate course of the so-called Cyclopean wall, which was discovered by Dörpfeld, and the results of the geo-archaeological investigations.
Geomorphological investigations were first carried out in 2017 in the topographical depression between the Kleidi hills and the opposite slopes to the east, with the objective of reconstructing the local paleo-landscape and to search for an appropriate harbour, which would have been used during the Bronze Age. Based on prospection using electrical resistivity tomography (ERT) and vibracoring (Nordmeyer drill rig RS 0/2.3), the first geomorphological and sedimentary data were collected.
ERT transect SAM ERT 12 runs from west to east in the plain of Kleidi (east of the north hill) (fig. 4). Due to the high subsurface moisture, the ERT depth section generally shows low resistivity values. The depth section of transect SAM ERT 12 shows a zone with higher resistivity values (>20 ohm.m) at the bottom, overlain by a zone with medium to high values (10-20 ohm.m) towards the east and a zone of very low electrical resistivity values (<10 ohm.m) towards the west. The latter may reflect a basin-like structure filled with fine-grained sediments that may also contain harbour-candidate deposits (fig.5).
Two vibracores were drilled at two separate locations, along ERT transect SAM ERT12, down to 8 m below surface (b.s.). Coring site SAM 5A is situated at the lower western part of transect SAM ERT 12 (fig.4). Three candidates for possible harbour deposits were found within the stratigraphic sequence of sediment core SAM 5A, clearly separated from each other by peat and palaeosol layers. The following age ranges were found by radiocarbon dating in 2017: harbour candidate I –around 812-791 cal BC, harbour candidate II– 2341/2206 calBC and 2273/2141 cal BC, harbour candidate III –between 4327/4241 cal BC and 3953/3806 cal BC.


ERT measurements were also taken south of the railway track (fig.4). Here, transect SAM ERT 17 revealed a distinct and clearly defined rectangular zone of very high resistivity values, which are clearly distinguished from the surrounding material. Another similar rectangular zone was measured some 15 m to the east. These structures most probably reflect a buried wall system comprising two walls, which were sliced by the ERT transect. High resistivity values suggest that the walls are made of solid rocky material, most probably limestone ashlar blocks. These discoveries are compatible with the large, most likely ancient boulders of shelly limestone found by the property owner at the eastern end of the ERT transect SAM 12 (fig. 6). These preliminary results illustrate potentially larger man-made structures that relate to ancient activities in the plain of Kleidi-Samikon, which further investigations may help to clarify.
In addition to these geo-archaeological investigations, the systematic study of the Bronze Age pottery from the 2007 excavations by Moutzouridis and Nikolentzos at the top of the plateau provides data for the chronology of the Bronze Age habitation and potential interregional relations.


The Bronze Age pottery
The ceramic material from Kleidi-Samikon shows the characteristic features of a Mycenaean settlement assemblage. In addition to a significant amount of plain fine tableware, such as different types of cups, kylikes, and bowls, the material comprises monochrome and pattern painted drinking and serving vessels. Transport and storage jars, e.g. amphorae and pithoi, and different shapes of cooking vessels supplement the assemblage.
Due to erosion and intensive agricultural activities on the Kleidi hills during the last century, the Late Bronze Age layers have been highly disturbed7. The material was therefore mainly evaluated according to stylistic and typological criteria. Despite these limitations, the pottery from Kleidi-Samikon offers essential information on the chronology of the habitation and the supra-regional relations of the site.

The site’s chronology
At the present stage of research, the main period of prehistoric occupation seems to cover the Late Bronze Age, but several pottery fragments appear to follow Middle Helladic traditions in respect to form and decoration, as matt-painted wares8, burnished surfaces and incised pottery of the so-called Adriatic ware (fig.8 nos 1-2), and the characteristic goblets and bowls with horizontal grooves (fig.8 no.4) indicate. The earliest offerings from the graves at Kleidi-Samikon, which were excavated by Yalouris in 1954 and Papakonstantinou in the early 1980s, suggest that the settlement was established in the transitional phase from Middle Helladic to Early Mycenaean9.
The earliest Mycenaean pottery from the settlement belongs to LH IIA and LH IIB and consists of typical shapes and decorative patterns of this period, including shallow cups with framed spirals (fig.8 nos3, 6), Keftiu cups with ripple pattern10, and Ephyraean goblets (fig.8 no.7). In contrast to the neighbouring and prominent site of Kakovatos, which was destroyed in LH IIB11, the pottery from Kleidi-Samikon suggests that the settlement continued throughout the transition from Early Mycenaean times to the palatial period. The presence of the stipple pattern (FM 78) on shallow cups (fig. 8 no. 8), in particular, which is typical for the LH IIB late and LHIIIA1 periods12, suggests the occupation of the Kleidi hills during this intermediate period.
The Mycenaean palatial period is well represented by LH IIIA and IIIB pottery. Large amounts of pattern painted and plain kylikes (fig. 8 nos 9-10) as well as kraters (fig.8 no.11) are suggestive of festivities such as those taking place at other sites of the Mycenaean core regions13. LH IIIB2 constitutes the latest phase of the Mycenaean occupation on the Kleidi hills, and the correspondent pottery consists of a considerable number of skyphoi with triglyphs and spiral patterns (fig.8 no.12), basins (fig.8 no.16) and some conical kylikes. By contrast, evidence for the post-palatial LH IIIC period is conspicuously absent. The decline or even the abandonment of sites in this period appears to be a widespread phenomenon in Mycenaean Greece but is particularly true for the southwestern Peloponnese, where LH IIIC pottery is limited to very few sites inMessenia14.
After a hiatus, the reoccupation of Kleidi appears to have started again in the Protogeometric period. This phase is marked by a couple of conical bases (fig.8 nos13, 15), which find their best parallels in the Early Iron Age pottery of Olympia15 and in contemporaneous burial contexts, which came to light in the surrounding region of Kleidi16.


Interregional relations
Besides its significance for the chronology of the site, the study of the pottery offers a perspective on the networks that Kleidi-Samikon maintained throughout the Mycenaean period. Relations with the southwestern Peloponnese are apparent especially in Early Mycenaean times. The distribution of LHI- IIA Mycenaean wheelmade lustrous decorated pottery in the southwestern Peloponnese illustrates the seamless connection between the sites of ancient Triphylia, including Kleidi- Samikon, with those of the same period in Messenia. This is in marked contrast to the region north of the Alpheios River, where Mycenaean pottery does not generally appear to spread before LH IIB. The distribution of Early Mycenaean pottery is therefore particularly important for the existence and identification of zones of cultural contact17.
Moreover, the LH IIA shallow cup with framed spiral and rather uncanonical monochrome interior (fig.8 no. 3) points to close relations with the southern Peloponnese. Parallels come from the immediately neighbouring sites of Epitalion and Kakovatos18 and again from Messenia, where examples have been published from Volimidia19 and Pylos20.
The presence of lustrous painted pottery and particular ceramic features, like those mentioned above, give the impression that Messenia and Triphylia shared common aspects of their material culture. However, the early Mycenaean material of Kleidi-Samikon also displays features that are common further north. At least two fragments of so-called ‘wishbone’ handles (fig.8 no.5) find their best counterparts in the northern Peloponnese, e.g. in Mygdalia21 and Pagona22 in the Patras region. At the beginning of the Late Bronze Age such handles, which are characterised by extensions reminiscent of rudimentary horns, were common in the Ionian Islands, Central Greece, Aetolia, and Boeotia. Similar types were in use in Thessaly and Macedonia from the end of the Early Helladic period until the Early Iron Age (table 1, fig.7)23.
Another northern feature appears on the fragment of an open vessel with a fringed scroll decoration (fig.8 no.14), which finds matt-painted parallels at Korakou in Corinthia24 and Krisa in Phokis25. Fringed geometric motives are a typical element of the matt-painted tradition of Central Greece26.
These features illustrate the incorporation of elements of different pottery traditions into the Triphylian pottery production. Moreover, imported vessels indicate interregional and supra-regional contacts. Recent petrographic analysis of the material revealed that the inhabitants of Late Bronze Age Kleidi had access to imports from the islands of Kythera and Aegina, both renowned for their industrial production of cooking pots and storage vessels in more recent periods27.
Although still at an early stage, the evaluation of the Kleidi pottery assemblage contributes to the understanding of Late Bronze Age Triphylia and its relations to other regions of Mycenaean Greece. In the early Mycenaean period connections especially with Messenia become apparent, but the material also suggests that the settlement lay at the interface of culturally different regions since features originating further north also impacted the local pottery production.


BIRGITTA EDER- JASMIN HUBER- EROFILI-IRIS KOLIA- PANAGIOTIS MOUTZOURIDISKONSTANTINOS NIKOLENTZOS- LEA OBROCKI- ANDREAS VÖTT
New Research at Kleidi-Samikon1


1 Birgitta Eder and Jasmin Huber gratefully acknowledge the financial support of the Austrian Science Foundation (FWF project P27568-G21) and the Institute for Aegean Prehistory. They wish to stress the highly productive and enjoyable cooperation with the Ephorate of Antiquities of Elis and its director Erofili-Iris Kolia, Kostas Nikolentzos and Panagiotis Moutzouridis (both from the Hellenic Ministry of Culture and Sports), Georgia Kordatzaki and Evangelia Kiriatzi from the Fitch Laboratory (British School at Athens), and Lea Obrocki and Andreas Vött from the Geographical Institute at Mainz University.
2 Cf. generally Meyer 1957, 74-79 with map on pl. V.
3 Dörpfeld 1908. Dörpfeld 1913, 112-13.
4 Γιαλούρης 1965. Παπακωνσταντίνου 1981. Παπακωνσταντίνου 1982. Παπακωνσταντίνου 1983. Νικολέντζος 2011, 53-60, 327-28. Nikolentzos – Moutzouridis 2021.
5 E.g. Leake 1830, 51-54. Partsch 1897, 14-15. Bisbee 1937, 525. Meyer 1957, 75-76.
6 Fieldwork was carried out with a permit by the Hellenic Ministry of Culture and Sports and in the framework of a Greek-Austrian
cooperation.
7 For a description of the stratigraphy and the built structures, see Nikolentzos – Moutzouridis (forthcoming).
8 Nikolentzos – Moutzouridis 2021.
9 Γιαλούρης 1965. Παπακωνσταντίνου 1981. Παπακωνσταντίνου 1982. Παπακωνσταντίνου 1983. See also Νικολέντζος 2011, 53-60.
10 Nikolentzos – Moutzouridis 2021.
11 Kakovatos: Eder 2011b, 96. Eder 2012, 93. Eder – Hadzi-Spiliopoulou 2021.
12 See e.g. Asine (Argolid), Area 1, LH IIB–IIIA1 (Santillo-Frizell 1980, 109, 128. Santillo-Frizell 1996, 1290). Mycenae (Argolid), Atreus Bothros, LH IIIA1 (late) (French 1964, 249, pl. 79a). Menelaion (Lakonia), construction of Mansion 2, LH IIB–IIIA1 (Catling 2009, 87 fig. 91 no. ET34-35).
13 For the significance of plain and painted pottery as feasting equipment, see Bendall 2004. Dabney et al. 2004. Hruby 2006. Jung 2006. Vitale 2008.
14 LH IIIC Messenia: McDonald – Hope Simpson 1972, 142-143. Davis et al. 1997, 451-453. Eder 1998, 141-178.
15 Eder 2006, pl. 63-65.
16 Samikon, Gryllos, and Salmone: Eder 2001a, 241-242 fig. 6, pl. 23 nos 1-2. Eder 2001c, 43-47 pl. 8, 12c. For Early Iron Age Triphylia and Elis, see Eder 2001a. Eder 2001b. Eder 2001c. Eder 2006.
17 Eder 2011a, 106-107. Huber et al. 2021.
18 Huber et al. 2021.
19 Volimidia/Kephalovryson (tomb B): Lolos 1987, 207 fig. 384. Mountjoy 1999, 323 no. 187.
20 Pylos: Blegen et al. 1973, fig. 249 no. 27. Mountjoy 1999, 323 fig. 108 no. 22.
21 Papazoglou-Manioudaki 2015, 315.
22 Stavropoulou-Gatsi – Karageorghis 2003, 98-104.
23 Some scholars have suggested a Cypriot origin for the mainland wishbone handles (Graziadio 1999. Stavropoulou-Gatsi –Karageorghis 2003, 100. Graziadio 2005, 331), but the early Late Bronze Age specimens in the Peloponnese are more likely the result of connections with central and northern Greece: Dietz – Moschos 2006, 54. Pavuk 2012, 66.
24 Davis 1979, 244 fig. 6 no. 69.
25 Van Effenterre – Jannoray 1938, 122 fig. 13 no. 18. Dor et al. 1960, pl. 32e.
26 Pavuk 2012, 54.
27 The petrographic study of the pottery from Triphylia is part of a larger project that is carried out together with Georgia Kordatzaki and Evangelia Kiriatzi from the Fitch Laboratory of the British School at Athens.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ.
Τον Μάρτιο του 2017, στο πλαίσιο ελληνο-αυστριακού ερευνητικού προγράμματος, πραγματοποιήθηκε τοπογραφική και γεωαρχαιολογική έρευνα στη θέση Κλειδί-Σαμικό Τριφυλίας, στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου. Η στρατηγικής σημασίας θέση απλώνεται χαμηλότερα της υστεροκλασικής οχύρωσης του Σαμικού, είναι δε γνωστή από τις πρώτες έρευνες του Dörpfeld (1907) και από μετέπειτα ανασκαφικές έρευνες, που αποκάλυψαν οικίες και τάφους της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Στόχος του προγράμματος είναι η κατάρτιση του πρώτου τοπογραφικού χάρτη της θέσης, με όλες τις γνωστές κατασκευές, και η κατανόηση της παλαιογεωγραφίας της περιοχής. Παράλληλα, μέσω της συστηματικής μελέτης της κεραμικής που προήλθε από την ανασκαφή του 2007 στο Κλειδί αναμένεται να προσδιορισθούν οι βασικές περίοδοι χρήσης της θέσης.

BIBLIOGRAPHY
Αδρύμη-Σισμάνη 2013: Β. Αδρύμη-Σισμάνη, Ο μυκηναϊκός οικισμός Διμηνίου 1977–1997. 20 χρόνια ανασκαφές, Βόλος 2013.
Aslanis 2005: I. Aslanis, Molyvopyrgos und das prähistorische Olynth (Agios Mamas). Zwei benachbarte mittelbronzezeitliche Siedlungen auf der Chalkidiki in Nordgriechenland, in: B. Horejs et al. (eds), Interpretationsraum Bronzezeit: Bernhard Hänsel von seinen Schülern gewidmet, Bonn 2005, 109-116.
Bendall 2004: L. Bendall, Fit for a king? Hierarchy, exclusion, aspiration and desire in the social structure of Mycenaean banqueting, in: P. Halstead – J. C. Barrett (eds), Food, Cuisine and Society in Prehistoric Greece, Sheffield Studies in Aegean Archaeology 5, Oxford 2004, 105-135.
Benton 1931-1932: S. Benton, The Ionian islands, ABSA 32 (1931-1932), 213-246.
Benton 1938-1939: S. Benton, Excavations in Ithaca, III: The cave at Polis, II, ABSA 39 (1938-1939), 1-51.
Benton – Waterhouse 1973: S. Benton – H. Waterhouse, Excavations in Ithaca: Tris Langadas, ABSA 68 (1973), 1-24.
Bisbee 1937: H. L. Bisbee, Samikon, Hesperia 6 (1937), 525-538.
Blegen et al. 1973: C. W. Blegen – M. Rawson – W. Taylour – W. P. Donovan, The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, Vol. 3. Acropolis and Lower Town, Tholoi, Grave Circle, and Chamber Tombs, Discoveries outside the Citadel, Princeton 1973.
Catling 2009: H. W. Catling, Sparta: Menelaion I. The Bronze Age, 2 Volumes: Figures and Plates, ΑBSA Supplement 45, London 2009.
Caskey – Caskey 1960: J. L. Caskey – E. G. Caskey, The earliest settlements at Eutresis, Supplementary excavations, 1958, Hesperia 29:2 (1960) 126-167.
Γιαλούρης 1965: N. Γιαλούρης, Mυκηναϊκός τύμβoς Σαμικoύ, AΔ 20 (1965), Α΄, 6-40.
Dabney et al. 2004: M. K. Dabney – P. Halstead – P. Thomas, Mycenaean feasting on Tsoungiza at Ancient Nemea, in: J. C. Wright (ed.), The Mycenaean Feast, Hesperia Supplement 73, Princeton 2004, 197-215.
Davis 1979: J. L. Davis, Late Helladic I pottery from Korakou, Hesperia 48:3 (1979), 234-263.
Davis et al. 1997: J. L. Davis – S. E. Alcock – J. Bennet – Y. G. Lolos – C. W. Shelmerdine, The Pylos Regional Archaeological Project, Part I: Overview and the archaeological survey, Hesperia 66:3 (1997), 391-494.
Deoudi 2008: M. Deoudi, Ιθάκη. Die Polis-Höhle, Odysseus und die Nymphen, Thessaloniki 2008.
Dickinson 1977: O. Dickinson, The Origins of Mycenaean Civilisation, Göteborg 1977.
Dietz 1991: S. Dietz, The Argolid at the Transition to the Mycenaean Age. Studies in the Chronology and Cultural Development in the Shaft Grave Period, Copenhagen 1991.
Dietz – Moschos 2006: S. Dietz – I. Moschos (eds), Chalkis Aitolias I. The Prehistoric Periods, Monographs of the Danish Institute at Athens 7, Athens 2006.
Dietz – Stavropoulou-Gatsi 2010: S. Dietz – M. Stavropoulou-Gatsi, Pagona and the transition from Middle Helladic to Late Helladic in North-Western Peloponnese, in: Philippa-Touchais et al. 2010, 121-128.
Dor et al. 1960: L. Dor – J. Jannoray – H. Van Effenterre – M. Van Effenterre – M. Micheline, Kirrha. Étude de préhistoire phocidienne, Paris 1960.
Dörpfeld 1908: W. Dörpfeld, Die homerische Stadt Arene, AM 33 (1908), 320-322.
Dörpfeld 1913: W. Dörpfeld, Alt-Pylos III. Die Lage der homerischen Burg Pylos, AM 38 (1913), 97-139.
Eder 1998: B. Eder, Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier, Mykenische Studien 17, Vienna 1998.
Eder 2001a: B. Eder, Die Anfänge von Elis und Olympia: Zur Siedlungsgeschichte der Landschaft Elis am Übergang von der Spätbronze- zur Früheisenzeit, in: V. Mitsopoulos-Leon (ed.), Forschungen in der Peloponnes. Akten des Symposions anläßlich der Feier „100 Jahre Österreichisches Archäologisches Institut Athen“, Athen 5.3.–7.3.1998, Österreichisches Archäologisches Institut, Sonderschriften Band 38, Athens 2001, 233–243.
Eder 2001b: B. Eder, Continuity of Bronze Age cult at Olympia? The Evidence of the Late Bronze Age and Early Iron Age Pottery, in: R. Hägg – R. Laffineur (eds), POTNIA. Deities and Religion in the Aegean Bronze Age, Acts of the 8th International Aegean Conference at Göteborg University, 12-15 April 2000, Aegaeum 22, Liège 2001, 201-209.
Eder 2001c: B. Eder, Die submykenischen und protogeometrischen Gräber von Elis, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 209, Athens 2001.
Eder 2006: B. Eder, Die spätbronze- und früheisenzeitliche Keramik, in: H. Kyrieleis, Anfänge und Frühzeit des Heiligtums von Olympia. Die Ausgrabungen am Pelopion, Olympische Forschungen 31, Berlin 2006, 141-246.
Eder 2009: B. Eder, The Late Bronze Age / Early Iron Age Transition in Western Greece: Submycenaean Studies, in: S. Deger-Jalkotzy – A. Bächle (eds), LH IIIC Chronology and Synchronisms III: LH IIIC Late and the Transition to the Early Iron Age, 23-24 February 2007, International Workshop at the Austrian Academy of Sciences, Vienna, Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 29, Vienna 2009, 133-149.
Eder 2011a: B. Eder, Zur historischen Geographie Triphyliens in mykenischer Zeit, in: F. Blakolmer – C. Reinholdt – J.Weilhartner – G. Nightingale (eds), Österreichische Forschungen zur ägäischen Bronzezeit 2009. Akten der Tagung am Fachbereich Altertumswissenschaften der Paris-Lodron-Universität Salzburg vom 6. bis 7. März 2009, Vienna 2011, 105- 117.
Eder 2011b: B. Eder, Kakovatos, Jahresbericht 2010, AA 2011 Beiheft (2011), 95-97.
Eder 2012: B. Eder, Kakovatos, Jahresbericht 2011, AA 2012 Beiheft (2012), 92-94.
Eder – Hadzi-Spiliopoulou 2021: B. Eder – G. Hadzi-Spiliopoulou, Strategies in space: the Early Mycenaean site of Kakovatos in Triphylia, in: Eder – Zavadil 2021, 61-84.
Eder– Zavadil 2021: B. Eder– M. Zavadil (eds), (Social) Place and Space in Early Mycenaean Greece, International Discussions in Mycenaean Archaeology, Athens 5-8 October 2016, Mykenische Studien 35, Vienna 2021.
Ευαγγελίδης 1930: Δ. Εὐαγγελίδης, Ανασκαφαί Δωδώνης και Παραμυθιάς, ΠΑΕ 85 (1930), 52–68.
French 1964: E. French, Late Helladic III A1 pottery from Mycenae, ABSA 59 (1964) 241-261.
Graziadio 1999: G. Graziadio, L’ adozione della wishbone handle nell’Egeo: un aspetto trascurato dei rapporti cipro-egei, in: Ἐπὶ πόντον πλαζόμενοι. Simposio italiano di Studi Egei dedicato a Luigi Bernabo Brea e Giovanni Pugliese Carratelli, Roma 18-20 febbraio 1998, Athens 1999, 365-377.
Graziadio 2005: G. Graziadio, The relations between the Aegean and Cyprus at the beginning of the Late Bronze Age. An overview of the archaeological evidence, in: R. Laffineur – E. Greco (eds), EMPORIA. Aegeans in the Central and Eastern Mediterranean. Proceedings of the 10th International Aegean Conference, Athens, Italian School of Archaeology, 14-18 April 2004, Aegaeum 25, Liège/Austin 2005, 323-332.
Hammond 1931-1932: N. G. L. Hammond, Prehistoric Epirus and the Dorian invasion, ABSA 32 (1931-1932), 131-179.
Hanschmann 1981: E. Hanschmann, Die deutschen Ausgrabungen auf der Argissa-Magula in Thessalien IV. Die mittlere Bronzezeit, Bonn 1981.
Heurtley 1934-1935: W. A. Heurtley, Excavations in Ithaca, II, ABSA 35 (1934-1935), 1-44.
Heurtley 1939: W. A. Heurtley, Prehistoric Macedonia, Cambridge 1939.
Heurtley – Hutchinson 1925-1926: W. A. Heurtley – R. W. Hutchinson, Report on excavations at the toumba and tables of Vardaróftsa, ABSA 27 (1925-1926) 1-66.
Heurtley – Radford 1927-1928: W. A. Heurtley – C. A. R. Radford, Two prehistoric sites in Chalcidice, ABSA 29 (1927-1928) 117-186.
Hochstetter 1984: A. Hochstetter, Kastanas. Ausgrabungen in einem Siedlungshügel der Bronze- und Eisenzeit Makedoniens 1975-1979. Die handgemachte Keramik, Schichten 19 bis 1, Berlin 1984.
Horejs 2007: B. Horejs, Das prähistorische Olynth. Ausgrabungen in der Toumba Agios Mamas 1994-1996. Die spätbronzezeitliche handgemachte Keramik der Schichten 13 bis 1, Rahden 2007.
Hruby 2006: J. Hruby, Feasting and Ceramics: A View from the Palace of Nestor at Pylos, PhD thesis, University of Cincinnati, 2006.
Huber 2013: J. Huber, Epitalion an der Mündung des Alpheios: die mykenische Keramik, MA thesis, Albert-Ludwigs- Universität Freiburg, 2013.
Huber et al. 2021: J. Huber – G. Kordatzaki – E. Kiriatzi – H. Mommsen, Consuming local and imported pots at Kakovatos: Regional and Interregional Connections, in: Eder – Zavadil 2021, 107-132.
Jung 2006: R. Jung, Eύπoτoν πoτέριoν: Mykenische Keramik und mykenische Trinksitten in der Ägäis, in Syrien, Makedonien und Italien, in: A. Cardarelli – M. Pacciarelli – A. Vanzetti (eds), Studi di protostoria in onore di Renato Peroni, Florence 2006, 407-423.
Kunze 1934: E. Kunze, Orchomenos III: Die Keramik der frühen Bronzezeit, Munich 1934.
Leake 1830: W. M. Leake, Travels in the Morea, vol. I, London 1830.
Lolos 1987: Y. G. Lolos, The Late Helladic I Pottery of the Southwestern Peloponnesos and its Local Characteristics, Göteborg 1987.
Maran 1992: J. Maran, Pevkakia Magula III. Die Mittlere Bronzezeit, Bonn 1992.
McDonald – Hope Simpson 1972: W. A. McDonald – R. Hope Simpson, Archaeological exploration, in: W. A. McDonald – G. R. Rapp (eds), The Minnesota Messenia Expedition. Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Minneapolis 1972, 117-147.
Meyer 1957: E. Meyer, Neue Peloponnesische Wanderungen, Bern 1957.
Mountjoy 1999: P. A. Mountjoy, Regional Mycenaean Decorated Pottery, Rahden 1999.
Νικολέντζος 2011: K. Νικολέντζος, Μυκηναϊκή Ηλεία. Πολιτιστική και πολιτική εξέλιξη, εθνολογικά δεδομένα και προβλήματα, τόμ. Α΄ (κείμενο), Athens 2011.
Nikolentzos – Moutzouridis 2021: K. Nikolentzos – P. Moutzouridis, The archaeological site of Samiko: An Early Mycenaean settlement in Northern Triphylia reconsidered, in: Eder – Zavadil 2021, 133-154.
Παπακωνσταντίνου 1981: E. Παπακωνσταντίνου, Κάτω Σαμικό, ΑΔ 36 (1981), Β΄1, 148-149.
Παπακωνσταντίνου 1982: E. Παπακωνσταντίνου, Κάτω Σαμικό, ΑΔ 37 (1982), Β΄1, 133-135.
Παπακωνσταντίνου 1983: E. Παπακωνσταντίνου, Κάτω Σαμικό, ΑΔ 38 (1983), Β΄1, 108-110.
Papazoglou-Manioudaki 2010: L. Papazoglou-Manioudaki, The Middle Helladic and the Late Helladic I periods at Aigion, in: Philippa-Touchais et al. 2010, 129-141.
Papazoglou-Manioudaki 2015: L. Papazoglou-Manioudaki, The Early Mycenaean settlement at Aigion in Achaea and the western frontier of the North-East Peloponnese, in: A.-L. Schallin – I. Tournavitou, Mycenaeans up to date. The Archaeology of the North-Eastern Peloponnese. Current Concepts and New Directions, Skrifter utgivna av Svenska Institutet i Athen 56, Stockholm 2015, 313-324.
Partsch 1897: J. Partsch, Erläuterungen zu der Übersichtskarte der Pisatis, in: E. Curtius – F. Adler (eds), Olympia: die Ergebnisse der von dem Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabung (Textband 1): Topographie und Geschichte, Berlin 1897, 1-15.
Pavuk 2012: P. Pavuk, Mittelgriechenland und Korinthia in der ausgehenden MBZ und frühen SBZ, in: P. Pavuk – B. Horejs (eds), Mittel- und spätbronzezeitliche Keramik Griechenlands. Sammlung Fritz Schachermeyr, Faszikel 3. Denkschriften der philosophisch-historischen Klasse 439, Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 31, Vienna 2012, 40-88.
Philippa-Touchais et al. 2010: A. Philippa-Touchais – G. Touchais – S. Voutsaki – J. Wright (eds), Mesohelladika. La Grèce continentale au Bronze Moyen. Actes du colloque international par l’École française d’Athènes, en collaboration avec l’American School of Classical Studies at Athens et le Netherlands Institute in Athens, Athènes 8-12 mars 2006, BCH Suppl.52, Athènes 2010.
Santillo-Frizell 1980: B. Santillo-Frizell, An Early Mycenaean Settlement at Asine. The Late Helladic IIB-IIIA1 Pottery, Göteborg 1980.
Santillo-Frizell 1996: B. Santillo-Frizell, Mycenaean Asine: A question of IIB or not IIB, in: E. De Miro – L. Godart – A. Sacconi (eds), Atti e memorie del secondo Congresso internazionale di micenologia, Roma-Napoli 14-20 ottobre 1991, vol.3, Incunabula Graeca 98, Rome 1996, 1287-1293.
Souyoudzoglou-Haywood 1999: C. Souyoudzoglou-Haywood, The Ionian Islands in the Bronze Age and Early Iron Age 3000-800 BC, Liverpool 1999.
Stavropoulou-Gatsi – Karageorghis 2003: M. Stavropoulou-Gatsi – V. Karageorghis, Imitations of Late Bronze Age Cypriot ceramics from Patras-Pagona, RDAC 2003, 95-103.
Tartaron 2004: T. F. Tartaron, Bronze Age Landscape and Society in Southern Epirus, Greece, Oxford 2004.
Van Effenterre – Jannoray 1938: H. van Effenterre – J. Jannoray, Fouilles de Krisa (Phocide), BCH 62 (1938), 110-148.
Vitale 2008: S. Vitale, Ritual drinking and eating at Late Helladic IIIA2 Early Mitrou, East Lokris. Evidence for Mycenaean feasting activities?, in: L. A. Hitchcock – R. Laffineur – J. Crowley (eds), DAIS. The Aegean Feast. Proceedings of the 12th International Aegean Conference, University of Melbourne, Centre for Classics and Archaeology, 25-29 March 2008, Aegaeum 29, Liège2008,229-237.
Wace – Thompson 1912: A. J. B. Wace – M. S. Thompson, Prehistoric Thessaly, Cambridge 1912.
Wardle 1977: K. A. Wardle, Cultural groups of the Late Bronze Age and Early Iron Age in north-west Greece, Godisnjak Sarajevo 15 (1977), 153-199.
Wardle et al. 1980: K. A. Wardle– P. Halstead–G.Jones,Excavations at Assiros,1975-9: A settlement site in Central Macedonia and its significance for the prehistory of South-East Europe, ABSA75(1980) 229-267.
Wardle – Wardle 2003: K. A. Wardle – D. Wardle, Prehistoric Thermon. Pottery of the Late Bronze and Early Iron Age, in: N. Kyparissi-Apostolika – M. Papakonstantinou (eds), The Periphery of the Mycenaean World, 2nd International Interdisciplinary Colloquium, Lamia 26-30 September 1999, Athens 2003, 147-156.







Printfriendly