.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Ο Θησαυρός από τον Ναό του Ασκληπιού και της Υγείας στην Αρχαία Θουρία


Το ἔτος 2009 η συστηματικὴ ἀνασκαφὴ στὴν ἀρχαία Θουρία ἔφερε στὸ φῶς λίθινο θησαυρό (A7926) κατά χώραν στὸ ἐσωτερικὸ ἀγνώστου ἀκόμη οἰκοδομήματος1. Η συνέχιση τῶν ἀνασκαφῶν ἀποκάλυψε δωρικὸ ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγίεια, στὸν σηκὸ τοῦ ὁποίου ἦταν τοποθετημένος ὁ θησαυρὸς2 (εἰκ.1).
Ο θησαυρὸς βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 1,85μ. ἀπὸ τὴ ΒΔ. γωνία τοῦ σηκοῦ, σχεδὸν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν δυτικὸ ἐπιμήκη τοῖχο του καὶ εἶναι ἐνσωματωμένος στὸ σωζόμενο δάπεδο, ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ὁποίου ἐξέχει κατὰ 18,6 ἐκ. Εἶναι ὀρθογώνιος, κατασκευασμένος ἀπὸ ὑπόλευκο ἀσβεστόλιθο μὲ πολὺ καλὰ λειασμένη τὴν ἄνω ἐπιφάνεια, καθὼς καὶ τίς τέσσερις ὑπέργειες πλευρὲς του, στὸ τμῆμα τους ποὺ εἶναι ὁρατὸ πάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ δαπέδου τοῦ σηκοῦ. Τὸ ὑπόγειο, μὴ ὁρατό, τμῆμα τοῦ θησαυροῦ, ὕψους 24,7 ἐκ.. ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο ἔχει αδρά ἐπεξεργασμένη ἐπιφάνεια μὲ χονδρὸ βελόνι. Οἱ διαστάσεις του εἶναι: μῆκ. 81,1 ἐκ., πλ. 81,1 ἐκ., συν. ῦψ. 43,3 ἐκ.


Στὸ κέντρο τοῦ κυβολίθου ὑπάρχει λαξευμένη μὲ ἐπιμέλεια μεγάλη, σχεδὸν κωνικὴ κοιλότητα ὑποδοχῆς νομισμάτων, βάθ. 24,5 ἐκ. καὶ κάτω διαμ. 25,5 ἐκ. Τὸ χεῖλος τῆς κοιλότητας ἔχει ἐξωτερικὴ διάμ. 40,5 ἐκ. ἐνῶ στὸ ἐσωτερικό του σχηματίζεται στενή «πατούρα» πλ. 4,3 ἐκ. κάι ῦψ. 3,2 ἐκ.
Διαγωνίως τῆς ἄνω ἐπιφάνειας τοῦ θησαυροῦ, μὲ κατεύθυνση ἀπὸ B.-  N. και ἐκατἐρωθεν τοῦ χείλους τῆς κοιλότητας, διακρίνονται ἀπὸ δύο ζεύγη μικρῶν ὀρθογώνιων ὀπῶν λαξευμένων στὸν λίθο (δηλ. τέσσερις σχεδὸν τετράγωνες ὀπὲς σὲ κάθε πλευρά), ποὺ προορίζονταν γιὰ τὴ στερέωση τῶν μεταλλικῶν στοιχείων δύο μηχανισμῶν ἀσφάλισης, κατασκευασμένων ἀπὸ μολυβδοχσημένο σίδηρο3 (εἱκ.2).
Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς ἄνω ἐπιφάνειας τοῦ κυβολίθου πού «βλέπει» πρὸς τὸ κέντρο τοῦ σηκοῦ, σώζεται ἐγχάρακτη ἐπιγραφὴ σε τέσσερις στίχους4. 

Οἱ θησαυροί αὐτοῦ τοῦ τύπου ἀποτελοῦνται συνήθως ἀπὸ δύο μέλη5.
Τὸ κάτω σταθερὸ ὀρθογώνιο μέλος, τμῆμα τοῦ ὁποίου συχνὰ εἶναι βυθισμένο στὸ ἔδαφος, φέρει στὸ κέντρο λαξευμένη ἡμισφαιρική, ὀρθογώνια ἢ κωνικὴ κοιλότητα ὑποδοχῆς τῶν νομισμάτων6. Τὸ ἄνω μέλος, ποὺ χρησίμευε ὡς κάλυμμα, εἶναι μονολιθικό, κυβικὸ ἢ κυλινδρικὸ ἢ ἄλλου σχήματος (συνήθως πρισματικὸ) και μεγάλου βάρους, ὥστε νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολη η μετακίνησή του7. Στὴν ἄνω ἐπιφάνεια τὸ κάλυμμα φέρει στενὴ ὀπὴ γιὰ τὴ ρίψη τῶν νομισμάτων, καθὼς καὶ ἐσωτερικὴ κοιλότητα, ποὺ ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς μὲ αὐτὴν τοῦ κάτω μέλους. Τὰ νομίσματα ρίπτονται στὴν ὀπὴ και καταλήγουν στὴν κοιλότητα ὑποδοχῆς τοῦ κάτω μέλους. Τὸ κάλυμμα, τὸ ὁποίο προσαρμόζεται μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια στὸ κάτω μέλος τοῦ θησαυροῦ, ἀσφαλίζεται μὲ μία ἢ δύο κλειδαριὲς ἀσφαλείας, τὰ κλειδιὰ τῶν ὁποίων κατέχει ὁ «κλειδοῦχος», ποὺ εἶναι συνήθως ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ἢ τίς ἱέρειὲς τοῦ ναοῦ8.



Τὸ κάλυμμα τοῦ θησαυροῦ τῆς Θουρίας δὲν βρέθηκε κατὰ τὴν ἀνασκαφὴ οὔτε ἐντοπίστηκε κάποιο θραῦσμα του, ποὺ θὰ μᾶς ἔδινε τὴ δυνατότητα νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ σχῆμα του. Δὲν γνωρίζομε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀποσπάσθηκε τὸ κάλυμμα ἀπὸ τὴ θέση του, ὄμως ἡ πολὺ καλὴ κατάσταση διατήρησης τῆς βάσης στὴν ἀρχική της θέση, ὅπου δὲν διακρίνονται ἴχνη βίαιης ἐπέμβασης, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκλείσει τὸ ἐνδεχόμενο κάποιας λεηλασίας ἢ ἐσκεμμένης καταστροφῆς του.
Σύμφωνα μὲ μιὰ πρώτη ἐκτίμηση, ὁ θησαυρὸς τῆς Θουρίας θὰ μποροῦσε νὰ ἐνταχθεῖ στὸν τύπο τῶν ῦπέργειων, μονολιθικῶν μνημείων μὲ ὀρθογωνικὸ κάτω μέλος, ἐν μέρει ἐνσωματωμένο στὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖο φέρει στὸ κέντρο του λαξευμένη ἡμισφαιρικὴ ἢ ὀρθογώνια κοιλότητα ὑποδοχῆς τῶν νομισμάτων9. Οἱ θησαυροὶ τοῦ τύπου αὐτοῦ φέρουν συνήθως ὀρθογωνικὸ μονόλιθο κάλυμμα, ἰδίων διαστάσεων ἢ λίγο μικρότερο, τὸ ὁποῖο ἐφαρμόζει μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια στὸ κάτω μέλος10.
Στὴν περίπτωση τοῦ θησαυροῦ τῆς Θουρίας, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὀρθογώνιου καλύμματος θα πρέπει νὰ ἀποκλειστεῖ για δύο λόγους α) ἡ «πατούρα» ἡ ὁποία εἶναι λαξευμένη στὸ χεῖλος τῆς κοιλότητας ὑποδοχῆς τῶν νομισμάτων ὑποδηλώνει κυλινδρικὸ ἢ κωνικὸ κάλυμμα καὶ β) ἡ ὕπαρξη ὀρθογώνιου καλύμματος θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη κάλυψη τῆς ἐπιγραφῆς, ἡ ὁποία εἶναι χαραγμένη στὴν ἄνω ἐπιφάνεια τοῦ κάτω μέλους.
Πιθανότερη φαίνεται ἡ ἐκδοχή, τὸ κάλυμμα να ἦταν κυλινδρικὸ ἰδίας ἐσωτερικῆς διαμέτρου μὲ τὸ χεῖλος τῆς κοιλότητας ὑποδοχῆς, ὥστε τὸ κάτω μέλος να ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καὶ τὴ βάση τοῦ Θησαυροῦ11. Τὸ πάχος τοῦ λίθινου κυλινδρικοῦ καλύμματος στὸ κάτω μέρος δὲν θα πρέπει νὰ ἦταν μεγαλύτερο τῶν 5- 6 ἐκ. (4,3 ἐκ. τὸ πλάτος τῆς «πατούρας»), διαφορετικά θα ἐπικάλυπτε τὴν ἐπιγραφὴ τῆς βάσης12. Ἄλλωστε, ὁ τρόπος τοποθέτησης τοῦ μηχανισμοῦ ἀσφαλείας, τὰ ἴχνη τοῦ ὁποίου εἶναι ὁρατά διαγωνίως τοῦ χείλους, καθιστᾶ φανερὴ τὴ μέριμνα τῶν κατασκευαστῶν ὥστε νὰ μὴ διαταραχθεῖ τὸ κείμενο τῆς ἐπιγραφῆς. Τὸ σχετικά μικρὸ πάχος ποὺ ἐνδεχομένως εἶχε τὸ κυλινδρικὸ κάλυμμα, καθὼς καὶ ἡ στενὴ καὶ χαμηλή «πατούρα» στήριξής του, καθιστοῦν κάπως ἐπισφαλῆ τὴ σταθερότητά του, ὁπότε θα πρέπει νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι τὸ ὕψος του δὲν θὰ ὑπερέβαινε τὰ 50- 55 ἐκ. καὶ πιθανῶς τὸ σχῆμα του νὰ ἦταν ἐλαφρῶς κωνικό, ὅπως αὐτὸ τοῦ θησαυροῦ ἀπὸ τὴν ἀγορὰ τῶν Κομπεταλιαστῶν τῆς Δήλου (α μισὸ/ τέλος τοῦ -2ου αἱ.), μὲ τὸ ὁποῖο παρουσιάζει πολλὲς ὁμοιότητες, ἂν καὶ αὐτὸ τῆς Θουρίας εἶναι πρωιμότερο13.
Συνοπτικά, θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ θησαυρὸς τῆς Θουρίας ἀποτελεῖ ἕνα συνδυασμὸ γνωρισμάτων τοῦ τύπου τῶν ὑπεργειῶν μνημείων, με κυβικὸ τὸ κάτω μέλος, τὸ ὁποῖο ὄμως ἐν μέρει εἶναι ὑπόγειο, ἐνῶ ταυτόχρονα λειτουργεῖ καὶ ὡς βάση γιὰ τὴν ἕδραση τοῦ ἄνω μέλους. Η κοιλότητα ὑποδοχῆς νομισμάτων δὲν εἶναι ὀρθογώνια ἢ ἡμισφαιρική, ἀλλὰ σχεδὸν κωνική, ἐνῶ τὸ λίθινο κάλυμμα ἀντὶ γιὰ ὀρθογώνιο θὰ πρέπει νὰ ἦταν κυλινδρικὸ ἢ ἐλαφρῶς κωνικό.



Λιγότερα τεχνικῆς φύσεως κατασκευαστικὰ προβλήματα θὰ ἀντιμετωπίζαμε ἂν ὑποθέταμε ὅτι τὸ κάλυμμα τοῦ θησαυροῦ ἦταν μεταλλικὸ κυκλικό, προσαρμοσμένο με ἀκρίβεια στήν «πατούρα» τοῦ χείλους τῆς κοιλότητας ὑποδοχῆς καὶ ἀσφαλισμένο μὲ ἰσχυρὸ μεταλλικὸ στέλεχος, ποὺ συγκρατοῦνταν στὰ δύο ἄκρα του ἀπὸ τὸν μηχανισμὸ ἀσφαλείας, ὥστε ἡ μετακίνησή του νὰ εἶναι ἀδύνατη χωρὶς τὴ χρήση τῶν ἀνάλογων δύο κλειδιῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κατεῖχαν οἱ ἱερεῖς. Ἐπίσης, θὰ ἦταν πιθανὸ τὸ μεταλλικὸ κάλυμμα νὰ ἔφερε στὴν ἄνω ἐπιφάνεια σχισμὴ γιὰ τὴ ρίψη τῶν νομισμάτων14. Ὀμως τὸ μεταλλικὸ κάλυμμα βρίσκεται συνήθως στὴν ἄνω ἐπιφάνεια τοῦ λίθινου, κινητοῦ ἄνω μέλους τῶν θησαυρῶν καὶ ὄχι στὸ σταθερὸ κάτω μέλος τους, προφανῶς γιὰ λόγους μεγαλύτερης ἀσφάλειας τοῦ περιεχομένου τῆς κοιλότητας ὑποδοχῆς τῶν νομισμάτων.
Οἱ Θησαυροὶ τοποθετοῦνταν σε ἀπολύτως ἀσφαλῆ σημεῖα, γενικὰ στὸν ἐλεύθερο χῶρο τῶν ἱερῶν15 πλησίον ναῶν ἢ μικρῶν λατρευτικῶν μνημείων16, καθὼς καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ναῶν17 εἴτε καὶ στὸν ἄμεσο περιβάλλοντα χῶρο τους. Συνήθως βρίσκονταν πλησίον τῶν βωμῶν18, ἀφοῦ σχετίζονταν μὲ τὸ τυπικὸ τῆς λατρείας καὶ ἦταν προορισμένοι νὰ δέχονται τὶς χρηματικὲς προσφορὲς τῶν πιστῶν πρὶν ἀπὸ τὶς θυσίες ἢ πρὶν ἀπὸ τὶς προβλεπόμενες ἱεροτελεστίες πρὸς τιμὴν τῶν λατρευόμενων θεοτήτων19. Τὸ καταβαλλόμενο ποσὸ καθοριζόταν μὲ ἀκρίβεια ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς νόμους, ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος τῆς τελούμενης θυσίας, ἐνῶ προβλέπονταν καὶ πρόστιμα γιὰ ὅσους προέβαιναν σὲ ἄδικες ἐνέργειες κατὰ τοῦ ἱερού20.
Η ὕπαρξη Θησαυρῶν σὲ Ἀσκληπιεῖα εἶναι πολὺ συχνὴ καὶ ἀσφαλῶς σχετίζεται μὲ τὸ τυπικὸ τῆς λατρείας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς οἰκονομικὲς ὑποχρεώσεις τῶν πιστῶν, ὡς ἕνα εἶδος «φόρου», ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὴ διαμονή τους στὸ ἱερό («ἐγκοιμητήρια») καὶ στὴ θεραπεία τους21.
Η παρουσία τῶν θησαυρῶν στὸν σηκὸ τῶν ναῶν δὲν ἔχει μόνο λειτουργικὴ ἀλλὰ καὶ λατρευτικὴ σημασία καὶ ἀσφαλῶς σχετίζεται στενὰ μὲ τὸ ἄγαλμα τῆς Θεότητας στὴν ὁποία εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναός, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν τράπεζα προσφορῶν, ποὺ βρίσκεται πλησίον.
Συνεπῶς ὁ θησαυρός, τὸ λατρευτικὸ ἄγαλμα, ἡ τράπεζα προσφορῶν καὶ ὁ βωμὸς ἀποτελοῦν ἕνα σύνολο ἱερῶν ἀντικειμένων ἀπαραίτητων γιὰ τὴ λατρεία καὶ ἀπόλυτα ἀδιαχώριστων τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο22.
Στὴν περιοχὴ τῆς Μεσσηνίας κυβικὸς ὑπέργειος θησαυρὸς ἀποκαλύφθηκε κατὰ χώραν στὸ ἱερὸ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν ἀρχαία Μεσσήνη (-2ος αἱ.) πλησίον τοῦ βάθρου τοῦ λατρευτικού αγάλματος και της τράπεζας προσφορών23, ενώ από την γνωστή επιγραφή τῶν μυστηρίων τῆς Ἀνδανίας (IGV,1 1390, στ. 89.95) (-1ος αἱ.), πληροφορούμαστε ὅτι εἶχαν κατασκευαστεῖ δύο θησαυροί: ὁ ἕνας γιὰ τὸ ἱερὸ τῶν Μεγάλων Θεῶν καί ὁ ἄλλος γιὰ τὴν κρήνη τῆς Ἀνδανίας, ὅπου ἦταν στημένο τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀγνῆς24.
Οἱ μνημειακοί θησαυροί-λάκκοι ποὺ ἦταν σκαμμένοι στὸ δάπεδο τοῦ σηκοῦ πολλῶν ναῶν τοῦ Ἀσκληπιοῦ, δέχονταν μεγαλύτερα ἀφιερώματα καί κατὰ πᾶσα πιθανότητα συνδέονταν ἀρχικὰ με χθόνιες καί μυστηριακὲς λατρεῖες καί σχετίζονταν με τίς μαντικὲς ἱδιότητες τοῦ Ἀσκληπιοῦ, οἱ ὁποῖες ἀργότερα ξεχάστηκαν σταδιακὰ καί κυριάρχησε ἡ ὑπόστασή του ὡς θεοῦ θεραπευτῆ25.
Η θέση τοῦ θησαυροῦ τῆς Θουρίας ἐντὸς τοῦ σηκοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καί τῆς Ὑγιείας συνδέεται ἀσφαλῶς με σημαντικές λατρευτικὲς τελετὲς ποὺ πραγματοποιοῦνταν ἐκεῖ, δεδομένου μάλιστα ὅτι πλησίον τοῦ θησαυροῦ ἦταν τοποθετημένη ἡ τράπεζα προσφορῶν, ἡ ὁποία ἦλθε στὸ φῶς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀνασκαφῶν26 (εἰκ.3). Οἱ πιστοί, ἀφοῦ θὰ ἔριχναν τὸ νόμισμά τους στὸν θησαυρό, στὴ συνέχεια θὰ ἐναπόθεταν τίς προσφορές τους πρὸς τίς λατρευόμενες θεότητες στὴν τράπεζα προσφορῶν.
Κατὰ πᾶσα πιθανότητα, ὁ ἴδιος θησαυρὸς τοῦ σηκοῦ δεχόταν καί τὰ νομίσματα τῶν πιστῶν ποὺ τελοῦσαν θυσίες ζώων στοὺς βωμοὺς μπροστὰ ἀπὸ τὸν ναό, δεδομένης τῆς μικρῆς ἀπόστασης ποὺ τὸν χώριζε ἀπὸ αὐτούς, καθὼς καί τῆς ἀπουσίας ἄλλου θησαυροῦ πλησίον τῶν βωμῶν27.



Προβληματικὴ ὡστόσο παραμένει ἡ θέση τοῦ λατρευτικοῦ ἀγάλματος στὸν ναὸ του Ἀσκληπιοῦ καί τῆς Ὑγιείας στὴ Θουρία, δεδομένου ὅτι δὲν ἐντοπίστηκαν ἴχνη τῆς βάσης τοῦ βάθρου ἢ ἄλλης κατασκευῆς ἐπί τοῦ δαπέδου τοῦ σηκοῦ, ἐνῶ δὲν βρέθηκαν ἔως σήμερα τμήματα λίθινου ἢ χάλκινου ἀγάλματος κατὰ τὴν ἀνασκαφή.
Τὸ γεγονὸς αὐτό, σἐ συνδυασμὸ μὲ τὴ συχνὴ ἀπεικόνιση φιδιῶν στοὺς θησαυροὺς τῶν ἱερῶν τοῦ Ἀσκληπιοῦ28, κάι ἰδιαίτερα στὸ κάλυμμά τους, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὴν ὑπόθεση ὅτι τὸ κάλυμμα τοῦ θησαυροῦ τῆς Θουρίας πιθανὸν νὰ ἔφερε στὴν ἄνω ἐπιφάνειά του ἀνάγλυφη παράσταση φιδιοῦ, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ χθόνια ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια ὑποκαταστάθηκε ἀπὸ τίς θεραπευτικές του ἱδιότητες.
Ἄλλωστε ἡ ὕπαρξη θησαυρῶν μὲ τὴν ἀπεικόνιση φιδιοῦ τεκμηριώνεται τόσο ἐπιγραφικὰ ὅσο και ἀνασκαφικὰ σχεδὸν πάντοτε σε ἱερὰ τοῦ Ἀσκληπιοῦ, τῆς Ὑγιείας, καθὼς καὶ ἄλλων ἰαματικῶν θεοτήτων. Η ἀπεικόνιση τοῦ φιδιοῦ ἔχει ταυτόχρονα τὴν ἔννοια φύλακα- προστάτη τοῦ θησαυροῦ ἀπὸ τὰ χέρια ἱεροσύλων29. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὸ φίδι ἀποτελεῖ μίαν ἀνεικονικὴ μορφὴ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ἡ παρουσία του στὴν περίπτωση τῶν θησαυρῶν σήμαινε ὅτι ἡ προσφορὰ τῶν νομισμάτων ἀπὸ τοὺς πιστοὺς εἶχε ὡς ἀμεσο ἀποδέκτη τὸν ἴδιο τὸν θεό. Η μορφὴ τοῦ φιδιοῦ ἐπάνω στὸν θησαυρὸ τῆς Θουρίας θὰ ὑποκαθιστοῦσε ἐνδεχομένως τὴν ἀπουσία λατρευτικοῦ ἀγάλματος, τὸ ὁποῖο θὰ ἦταν πλέον περιττό, ἐφόσον ἡ εἰκόνα τοῦ φιδιοῦ, θὰ ἐξασφάλιζε τὴν ἄμεση ἐπικοινωνία μὲ τὸν θεὸ τῶν ἀσθενῶν ποὺ ἔρχονταν νὰ ζητήσουν ἀπὸ αὑτὸν ἀνακουφίση στοὺς πόνους τους.
Η ἵδρυση τῶν θησαυρῶν γινόταν εἴτε ἀπὸ δημόσιους λειτουργούς (ἱερομνήμονες, ἱεροποιούς, ἱεροθύτες, προστάτες- ἱερεῖς, ἐπιστάτες- δικαστές), ὅπως στὴ Θουρία, εἴτε καὶ ἀπὸ χορηγοὺς ἴδιῶτες, τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων ἀναγράφονταν ἐπάνω στὸ μνημείο30.
Ο θησαυρὸς τῆς Θουρίας χρονολογεῖται, σύμφωνα μὲ τὸν τύπο τῶν γραμμάτων τῆς ἐπιγραφῆς του, στὰ τέλη τοῦ -4ου με ἀρχὲς τοῦ -3ου αι.31 καὶ θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιότερους γνωστοὺς ἕως σήμερα θησαυροὺς στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο32.

Η ἐπιγραφὴ

Η ἐπιγραφὴ εἶναι χαραγμένη στὴν ἀνω πλευρὰ τοῦ μονολιθικοῦ κυβικοῦ θησαυροῦ ποὺ βρέθηκε κατὰ χώραν τὸ 2009 ἐντὸς τοῦ «κτιρίου Γ»33. Ὑψ. γρ. 0,02 (Ὑ 0,025μ., Ο, Θ: 0,013μ.) (εἰκ.4). Ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων χρονολογεῖται στὰ τέλη -4ου/ ἀρχες -3ου αἱ..


Ἑπ᾿ ἱερόθυτόν ἐποιήθη Ἁγία
Ἀρικλείδας. Δαμιοργῶν Θίω-
νος, Ἀλκἀνδρου, Καλλικράτης.
Ἀρχιτέκτων Θεόδωρος

Στ. 2 Τὸ ὄνομα Ἀρικλείδας εἶναι ἀμάρτυρο. Ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ διορθωθεῖ σὲ Ἀρ<χ>ικλείδας, ὄνομα ποὺ μαρτυρεῖται στὸν Φλυοῦντα, στὴ Ρόδο καὶ στὴν Ἀθήνα (Ἀρχικλείδης) βλ. LGPN S.V. Θὰ ἦταν ἴσως προτιμότερο νὰ μὴ γίνει ἡ διόρθωση καὶ νὰ μείνει τὸ ὄνομα Ἀρικλείδας, κατὰ τὸν τύπο τῶν ὀνομάτων Ἀρίφαντος, Ἀρίφιλος, Ἀρίφρων κλπ.
Η ἐπιγραφὴ ἀφορᾶ στὴν κατασκευὴ τοῦ θησαυροῦ. Ἀρχικὰ ἀναγράφονται οἱ δύο ἱεροθύτα Ἁγίας κάι Ἀρικλείδας ὡς ἐπώνυμοι ἀξιωματοῦχοι- κατόπιν οἱ τρεῖς δαμιοργοί: Θίων, Ἄλκανδρος κάι Καλλικράτης, μᾶλλον καὶ αὐτοί ὡς ἐπώνυμοι ἀξιωματοῦχοι, ἐφόσον τὸ ἀξίωμα εἶναι σὲ γενικὴ πτώση. Η γενικὴ Ἀλκάνδρου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ πατρώνυμο, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἄλλο πατρώνυμο, ὁπότε καὶ οἱ ἀναγραφόμενοι δαμιοργοἱ νὰ εἶναι τρεῖς καὶ ὄχι δύο. Τέλος ἀναγράφεται ὁ ἀρχιτέκτων Θεόδωρος34.


Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὅτι καὶ στίς περιπτώσεις τῶν ἱεροθυτῶν καὶ τῶν δαμιοργῶν, τὸ τελευταῖο ὄνομα ἐμφανίζεται σὲ πτώση ὀνομαστικὴ καὶ ὄχι σὲ γενική. Ὡστόσο ἡ χρήση τῆς ὀνομαστικῆς ἀντί γενικῆς στὴν παράθεση ὀνομάτων, δὲν εἶναι ἄγνωστη και ἀπαντᾶ ἐπίσης σὲ δύο ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὴν Ὀλυμπία (-475/ -450 και -365/ -363 ἀντίστοιχα)35, σὲ μία ἀπὸ τίς Πλαταιὲς τῆς Βοιωτίας (-250/ -200)36 καὶ σὲ μία ἀπὸ τοὺς Δελφούς (-337/336)37.
Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν κατασκευὴ θησαυρῶν δίνει ὁ ἱερὸς νόμος τῶν μυστηρίων τῆς Ἀνδανίας, IGV,1 1390, στ. 89-92.: θησαυρῶν κατασκευὰς οἱ ἱεροὶ οἱ Κατεσταμένοι ἐν τῶι πέμπται καὶ πεντηκοστῷ ἔτει ἐπιμέλειαν ἐχόντω μετὰ τοῦ ἀρχιτέκτονος ὅπως κατασκευασ[θ]ῆντι θησαυροὶ λίθινοι δύο κλαικτοί, καὶ χωραξάντω τὸν μὲν ἕνα εἰς τὸν ναὸν τῶν Μεγάλων Θεῶν, τὸν δ' ἄλλον ποτὶ τᾶι Κράναι, ἐν ὧι ἂν τόποι δοκεῖ αὐτοῖς ἀσφαλῶς ἕξειν. Στὸν ἱερὸ νόμο τῆς Ἀνδανίας τὴν ἐπιμέλεια τῆς κατασκευῆς ἔχουν οἱ ἱεροί μετὰ τοῦ ἀρχιτέκτονος, ὁπότε θὰ πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι καὶ στὴν ἐπιγραφὴ τῆς Θουρίας ὁ ἀναγραφόμενος ἀρχιτέκτων Θεόδωρος ἦταν ὁ ἀρχιτέκτων-κατασκευαστὴς τοῦ θησαυροῦ.
Οἱ ἱεροθύται μαρτυροῦνται γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Θουρία. Στὴ Μεσσήνη ἀπαντοῦν συχνὰ σὲ ἐπιγραφὲς, στίς ὁποῖες ἀναγράφονται ἕνας ἀγωνοθέτης, δύο ἱεροθύται, ἕνας γραμματεὺς κάι ἕνας χαλειδοφόρος (βλ. γιὰ παράδειγμα IGV, 1 1469)38.
Οἱ δαμιοργοὶ εἶναι γνωστό ἀξίωμα ποὺ ἀπαντᾶ στὴ Μεσσηνία ἀλλὰ καὶ στὴν Πελοπόννησο γενικότερα. Ἦταν ἀξιωματοῦχοι, οἱ ὁποῖοι προέδρευαν στίς συνελεύσεις του δήμου και βεβαίως ἦταν ἐπιφορτισμένοι καὶ μὲ ἄλλα καθήκοντα39. Στὴ Θουρία μαρτυροῦνται γιὰ πρώτη φορά. Συνεπῶς τὸ κείμενο τῆς ἐπιγραφῆς δίνει σημαντικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν διοικητική, πολιτικὴ και κοινωνικὴ δομὴ τῆς ἀρχαίας πόλης.






Ξένη Αραπογιάννη
"Ο Θησαυρός από τον Ναό του Ασκληπιού και της Υγείας στην Αρχαία Θουρία"
Αρχαιολογική Εφημερίς 2014

1. Ἔργον 2009, 33-41. Ξ,Ἀραπογιάννη, Ἀνασκαφὴ στὴν Ἀρχαία Θουρία,ΠΑΕ2009,47-60, πίν.33-43.
2. Ἔργον 2010, 20-23 2011, 24-26 2012, 32-42. Ἐντὸς τοῦ σηκοῦ ναῶν, συνήθως ἀφιερωμένων στὸν Ἀσκληπιό, ἔχουν βρεθεῖ ὀρθογώνιοι ὑπόγειοι θησαυροὶ-λάκκοι μεγάλων διαστάσεων, μὲ ἐπένδυση ἰσχυρῶν λίθινων πλακῶν ἢ λιθοπλίνθων κάι βαρὺ λίθινο κάλυμμα, ποὺ ἀποτελοῦσαν τδι ἐπίσημα χρηματοκιβώτια τοῦ ἱεροῦ. Παρόμοιοι θησαυροὶ ἔχουν ἔλθει στὸ φῶς στὸ Ἀσκληπιεῖο τῆς Κῶ, στὸν ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὸν Λέντα τῆς Κρήτης καὶ στὸν ναὸ τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος στὴ Γόρτυνα, ἐνῶ στὸν σηκὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Ἐπίδαυρο ἔχει σωθεῖ μόνο τὸ ὀρθογώνιο ὄρυγμα τοῦ θησαυροῦ (-3ος αἱ.). Κ. Τσάκος, Θησαυρὸς Ἀφροδίτης ούρανίας. Η κατασκευή, HOPOS 8-9, 1990-91, 19.
3. Η ἐξαιρετικὴ σχεδιαστικὴ ἀποτύπωση τοῦ θησαυροῦ ἔγινε ἀφιλοκερδῶς ἀπὸ τὴ συνάδελφο ἀρχαιολόγο κ. Ε. Σιουμπάρα, στὴν ὁποία ὀφείλω θερμότατες εὑχαριστίες.
4. Βλ. μεταγραφὴ καὶ ἑρμηνεία τῆς ἐπιγραφῆς στὴ σ. 194.
5. Γιὰ τὴν τυπολογία τῶν θησαυρῶν βλ. Gabriele Kaminski, Thesauros. Untersuchungen zum antiken Opferstock, MI 106, 1991, 63-181, μὲ πλήρη μελέτη γιὰ τὴν κατασκευὴ κάι χρήση τῶν θησαυρῶν, καθὼς καὶ ἀναλυτικὸ κατάλογο τῶν γνωστῶν, ἕως σήμερα, θησαυρῶν ἐντὸς κάι ἐκτὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Η G. Kaminski, 0. 67 κάι 72, κατατάσσει τοὺς θησαυροὺς σὲ τρεῖς κατηγορίες α) τοὺς μικροὺς φορητούς, μὲ μορφὴ κιβωτίου, συνήθως πήλινους ἢ καὶ μεταλλικούς, β) τὰ ὀρύγματα ποὺ εἶναι σκαμμένα στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σηκοῦ τῶν ναῶν καὶ γ) τοὺς ὑπεργείους κυλινδρικοὺς ἢ ὁρθογώνιους. Στὴν τρίτη κατηγορία διακρίνονται οἱ ἑξῆς τύποι: α) οἱ κυβικοί μονόλιθοι μὲ ἡμισφαιρικὴ ἢ ὀρθογώνια κοιλότητα ὑποδοχῆς νομισμάτων, β) οἱ κωνικοί ἢ κυλινδρικοῖ ποὺ ἑδράζονται σὲ ὀρθογώνια βάση κάι γ) οἱ κατασκευασμένοι μὲ λίθινους ὀρθοστάτες ὑπόγειοι θησαυροί, μερικὲς φορὲς μὲ μονολιθικὸ τὸ ἄνω ὁρατὸ ὑπέργειο τμῆμα τους (θ. Θέλπουσας, BCH 110, 1986, 638, εἱκ. 8 κάι Ψωφίδας, ΠΑΕ 1969, 75 στὴν Ἀρκαδία) καὶ συχνὰ μὲ μονολιθικό «πυραμιδοειδὲς» κάλυμμα.
6. Παρόμοιο ὀρθογώνιο κάτω μέλος μὲ ἀφανὲς τὸ κατώτερο τμῆμα του διαθέτει ὁ θησαυρὸς τῆς Ἀφροδίτης οὐρανίας (ἀρχὲς 4ου αἱ. πχ.) βλ. K.N. Καζαμιάκη, Θησαυρὸς τῆς Ἀφροδίτης ούρανίας. Η κατασκευή, HOPOS 8-9, 1990-91, 29-44, σχ.38-42, πίν.6-7. Ἐπίσης ὁ ὀρθογώνιος θησαυρὸς ἀπὸ τὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἀπόλλωνος στὴν Κόρινθο (ἀρχὲς -4ου αἱ.) βλ. Kaminski ὅ.π. 148, Ia,1, σχ. 22, πίν.31,3.
7. Η διαδικασία τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ πώματος τοῦ θησαυροῦ, γινόταν πάντα ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τῶν ἱερέων τοῦ ναοῦ σὲ καθορισμένο χρονικὸ διάστημα ἐτησίως, ἀπὸ εἰδικὸ συνεργεῖο ἐργατῶν, ποὺ διέθετε τὰ ἀπαραίτητα μέσα καὶ λάμβανε συγκεκριμένη ἀμοιβὴ γιὰ τὴν ἐργασία αὐτή. Βλ. Τσάκο ὅ.π. 20 κάι 22, σημ. 28, ὁ ὁποῖος εὔστοχα ταυτίζει τοὺς θησαυροὺς αὑτοὺς μὲ τά «παγκάρια» τῶν σημερινῶν ναῶν.
8. Γιὰ τὸν μηχανισμὸ ἀσφάλισης θησαυροῦ, βλ. Καζαμιάκη ὅπ.32-35, σχ.38-44.
9. Kaminski ὅ.π. 72 καὶ 148-155, τύπος 1.a, ἀρ.1-16. Ο τύπος τοῦ ὑπεργείου μονόλιθου ὀρθογωνικοῦ θησαυροῦ, μὲ σχεδὸν ἡμισφαιρικὴ κοιλότητα ὑποδοχῆς ἀπαντᾶ συχνδι στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, ὅπως στὴν Κόρινθο στὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἀπόλλωνος (τέλος -5ου ἀρχὲς -4ου αἱ.) καὶ στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ (τέλη -4ου αἱ.), σὲ τέσσερα παραδείγματα ἀπὸ τὴ Θήρα (-3ος αἱ.), σὲ δύο παραδείγματα ἀπὸ τὴ Ρόδο (-3ος/ -2ος/1ος αἱ.), σὲ τρία παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τῆς Λίνδου (ὑστεροελληνιστικοὶ-πρώιμοι αὐτοκρατορικοὶ χρόνοι), καθὼς καὶ στὸν θησαύρὸ τῆς Ἀφροδίτης οὐρανίας στὴν Ἀθήνα (ἀρχὲς -4ου αἱ.) καὶ τῆς Κοκκινόβρυσης στὴν Ἀττική (-5ος/ -4ος αἱ.). Στὸν ἴδιο τύπο ἀλλὰ μὲ ὀρθογώνια κοιλότητα ὑποδοχῆς ἀνήκει ὁ θησαυρὸς ποὺ βρέθηκε στὸν ναὸ τῆς Ἀρτέμιδος στὴ Μεσσήνη (-2ος αἱ.), αὐτόθι 155-6, τύπος 1.b,1, σχ.24.
10. Ὀρθογώνιο σωζόμενο κάλυμμα φέρει καὶ ὁ θησαυρὸς τῆς Ἀφροδίτης ούρανίας, βλ. Τσάκο, Καζαμιάκη ὅ.π. πίν. 6-8, σχ.38-43.
11. Παρόμοιού τύπου λίθινοι κυλινδρικοὶ θησαυροὶ εἶναι δύο προερχόμενοι ἀπὸ τὴ Δῆλο: τῆς ἀγορᾶς τῶν Κομπεταλιαστῶν (αἱ μισὸ ἕως τέλος τοῦ -2ου αἱ..) καὶ τοῦ Σαραπιείου A (-200) βλ. Kaminski ὅπ. 162-3, 11.5, σχ.29, πίν.27,4.5 καὶ σ.161, 11.3, πίν.33,1.2. Στὴν περίπτωση τῶν κυλινδρικῶν θησαυρῶν, τὸ ὀρθογώνιο κάτω μέλος ἀποτελεῖ τὴ βάση ἕδρασης, ποὺ ἀναφέρεται στὶς ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου ὡς «στρῶμα» Βλ. Τσάκο ὅ.π. 21.
12. Οἱ θησαυροὶ αὐτοῦ τοῦ τύπου φέρουν συνήθως ἐπιγραφὲς εἴτε στὴν ἐπιφάνεια τοῦ κυλινδρικοῦ μέλους, εἴτε στὴν κάθετη ἐπιφάνεια τῆς βάσης τους, βλ. Kaminski ὅ.π. 159-169, τύπος 11.1-13, μὲ παραδείγματα ἐνεπίγραφων κυλινδρικῶν θησαυρῶν ἀπὸ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο: ὁ θησαυρὸς ἀπὸ τὴν Πολυρρήνια Κρήτης (τέλος -4ου, ἀρχὲς -3ου αἱ.), τύπος 11.1, σχ. 27-28, πίν.33,5, ἐπίσης ὁ θησαυρὸς ἀπὸ τὸ Σαραπιετον Α τῆς Δήλου (-200 περίπου), τύπος 11.3, πίν. 33,1-2, ὁ θησαυρὸς ἀπὸ τὸ ἱερὸ τῶν Σαμοθρακικῶν θεοτήτων τῆς Δήλου (-159/-158), τύπος Π.4, πίν. 34,1-3, ὁ θησαυρὸς ἀπὸ τὴν ἀγορὰ τῶν Κομπεταλιαστῶν τῆς Δήλου (αἷ μισὸ ἕως τέλος -2ου αἱ.), τύπος Π.5, σχ. 29, πίν. 27,4-5, ὁ θησαυρὸς τοῦ Θεαγένη ἀπὸ τὴ Θάσο (τέλη -3ου, μέσα -1ου αἱ.), τύπος 11.7, σχ. 30 καὶ ὁ θησαυρὸς ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας στὴ Μῆλο (+1ος αἱ.), τύπος 11.10.
13. Βλ. παραπάνω σημ. 10 καὶ 11.
14. Μεταλλικὸ κάλυμμα ἔφερε ὁ ὑπέργειος κυλινδρικὸς λίθινος θησαυρὸς στὴ Θάσο (τέλη -3ου, μέσα -1ου αἱ.), ποῦ εἶχε κωνικὴ κοιλότητα ὑποδοχῆς τῶν νομισμάτων, βλ. Kaminski ὅ.π. 164-165, 11.7, σχ.30, καθὼς καὶ ὁ θησαυρὸς τῆς Λαρίσσας (Thera 1 260,IGΙΧ 2, 590), ὁ ὁποῖος στὴν κορυφὴ τοῦ πυραμιδοειδοῦς του καλύμματος ἔφερε μεταλλικὴ πλάκα με σχισμὴ γιὰ τὴ ρίψη τῶν νομισμάτων, βλ. Τσάκο ὅ.π.
21. Η ὕπαρξη «θησαυροῦ» ἀναφέρεται σἐ ἐπιγραφὲς τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἀμφιαράου στὸν Ὠρωπό (16 V11 303) ἀλλὰ δὲν ἀνακαλύφθηκε τὸ ἴδιο τὸ μνημετο, ὥστε νὰ εἶναι γνωστὸς ὁ τύπος τῆς κατασκευῆς του, καθὼς καὶ ἡ ὕπαρξη μεταλλικοῦ καλύμματος με σχισμὴ γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν νομισμάτων, βλ. Β. Χ. Πετράκο, Ο Ὠρωπὸς καὶ τὸ Ἱερὸν τοῦ Ἀμφιαράου (Ἀθήνα 1968) ΕΠ 39 καὶ 45, σ. 177/8 καὶ 189.
15. Θησαυροὶ βρέθηκαν στὸ ἱερὸ τῶν Αἰγυπτιακῶν θεοτήτων στὴ Θήρα (αί μισὸ -3ου αἱ.) (κυβικὸς θ.), στὸ Σαμοθράκειο τῆς Δήλου (λατρεία Ἀπόλλωνος - Ἀσκληπιοῦ - Ἀφροδίτης - Ἀρτέμιδος) (-159/58) (κυλινδρικὸς θ.), καὶ σὲ ἱερὸ σπήλαιο τῆς Μήλου ὅπου ὑπῆρχε λατρεία Ἀσκληπιοῦ καὶ Ὑγιείας (+1ος αἱ.)(κωνικὸςθ.), βλ.Kaminski ὅ.π.118 καὶ 150,Ia.4,σ.161-162,11.4 καὶ σ.167-168, 11.10.
16. Πλησίον ναῶν ἢ μικρῶν λατρευτικῶν χώρων βρέθηκαν οἱ θησαυροί: ἀπὸ τὴν Πολυρρήνια (τέλη -4ου, ἀρχἐς -3ου αἱ.) (κωνικὸς θ.), ἀπὸ τὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἀπόλλωνος στὴν Κόρινθο (-5ος/ -4οςαἱ.) (κυβικὸς θ.), ἀπὸ τὸ Σαραπιεῖον Α τῆς Δήλου (-200 περίπου) (κυλινδρικὸς θ.) καὶ πιθανὸν τὸ τμῆμα κυβικοῦ θησαυροῦ ἀπὸ τὴν ἀγορὰ τῆς Καμείρου Ρόδου (-2ος/ -1ος αἱ.), βλ. Kaminski ὅ.π. 116 καὶ 159-160, 11.1, σ. 148, 1a.1, σ. 161, 11.3 καὶ σ. 151-152,1a.8. Σὲ ἐλεύθερους δημόσιους χώρους βρέθηκαν οἱ θησαυροί: στὴν ἀγορὰ τῶν Κομπεταλιαστῶν τῆς Δήλου (μέσα-τέλος -2ου αἱ.) (κυλινδρικὸς θ.), τὴν ἀκρόπολη τῆς Θήρας (β μισὸ -3ου αἱ.) (κυβικὸς θ.) καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἀγορὰ τοῦ λιμανιοῦ τῆς Καύνου (-1ος αἱ.) (κυβικὸς θ.), βλ. Kaminski ὅ.π. 116-117 καὶ 162-163, 11.5, σ. 150-151, 1a.5, καὶ σ. 156, 1b.2.
17. Στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ναῶν βρέθηκε ὁ κυβικὸς θησαυρὸς στὸ Ἀρτεμίσιο τῆς Μεσσήνης (-2ος αἱ.), ὁ κωνικὸς θησαυρὸς στὸν ναὸ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Αὐλίδα (τέλη -5ου αἱ.), ἐνῶ ἀναφέρεται ἐπιγραφικὰ ἡ ὕπαρξη θησαυροῦ στὸν ναὸ τῶν Μεγάλων Θεῶν τῆς Ἀνδανίας ([0 V, 1 1390, 89-92) καὶ στὸ μαντετο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος στὸ Ἄργος. Βλ. Kaminski ὅπ. 118-119 καὶ 155, Ib.1 καὶ σ. 160-161, 11.2. Οἱ θησαυροὶ ποὺ ἀπαντοῦν στὸν σηκὸ τῶν ναῶν, κυρίως τοῦ Ἀσκληπιοῦ, εἶναι συνήθως οἱ ὑπόγειοι ὀρθογώνιοι λάκκοι, βλ. παραπάνω σημ. 2.
18. Θησαυροὶ πλησίον τῶν βωμῶν βρέθηκαν στὸ Ἀσκληπιεῖο τῆς Κορίνθου (τέλη -4ου αι) (κυβικὸς θ.), στὸ Θεαγένει τῆς Θάσου (τέλη -3ου, μέσα -1ου αἱ.) (κυλινδρικὸς θ.) καὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Μοργκαντίνα σὲ ἄμεση γειτνίαση μὲ τὸ ἱερὸ τῶν χθονίων θεῶν (-3ος/2ος αἱ.) (κυβικὸς θ.), Kaminski ὅ.π. 115, 149, Ia.2, σ. 164, Π.7, καὶ σ. 158, 1b.7.
19. Οἱ θησαυροὶ προορΰςονταν ἀρχικὰ νὰ δέχονται τὶς προσφορὲς πρὸς τὸ θετον (ἀπαρχαὶ ἢ ἔπαρχαὶ καὶ πελανοί), οἱ ὁποῖες σταδιακὰ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ χρήματα καταλήγοντας ἔτσι ἀπὸ εὐχαριστήρια προσφορὰ καρπῶν καὶ ἄλλων ἀγαθῶν πρὸς τὴ θεότητα σὲ οἰκονομικὴ εἰσφορὰ πρὸς τὸ ἱερό. Τσάκος ὅπ. 23-24.
20. Σχετικὰ μὲ τὴ διαχείριση τῶν χρημάτων τῶν θησαυρῶν σὲ Ἀσκληπιεἷα, βλ. Β. Ἀλαμανῆ-Σουρῆ, ΑΔ 39, 1984, A, 230-1. Παρουσία θησαυρῶν τεκμηριώνεται καὶ σὲ ἄλλους δημόσιους χώρους ἐκτὸς τῶν ἱερῶν, ὅπως σὲ λουτρά, μαντεῖα, θεραπευτήρια κλπ. Kaminski ὅπ. 121-124.
21. Ἐντὸς τοῦ σηκοῦ τοῦ ναοῦ του Ἀσκληπιοῦ τῆς Ἐπιδαύρου βρέθηκε μόνο τὸ ὄρυγμα τοῦ σκαμμένου στὸ δάπεδο θησαυροῦ (-4ος αἱ.), ἐνῶ παρόμοιου τύπου μνημειακοὶ ὑπόγειοι θησαυροὶ-λάκκοι ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ στὸ Ἀσκληπιεῖο τῆς Κῶ, στὸ Ἀσκληπιετο τῆς Λεβήνας στὴν Κρήτη καὶ στὸν σηκὸ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴ Λισσὸ τῆς Κρήτης, βλ. Kaminski ὅ.π. πίν. 31,1 καὶ 30,1-2. Μὲ τὴ λατρεία τοῦ Ἀσκληπιοῦ συνδέονται καὶ οἱ ὑπέργειοι θησαυροὶ ποὺ βρέθηκαν στὴ Δῆλο, τὴν Κόρινθο, τὴ Μῆλο, τὴν Περγάμο, τὴν Πτολεμαΐδατῆς Αἱγύπτου, τὴ Λάμπεση καὶ τὴν Ὀχρίδα, Kaminski ὅ.π. 121. Στὸ Ἀσκληπιεῖο τῆς Περγάμου, πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῶν πιστῶν στὸ ἐγκοιμητήριο ἔπρεπε νὰ ἀφιερωθοῦν πόπανα ἢ τρεῖς ὀβελοὶ στὸν θησαυρό, Kaminski ὅ.π. 123-4.
22. R. Martin, Un nouveau r‘eglement de culte thasien, BCH64-65, 1940-41, 163-200 καὶ τοῦ ἰδίου, Sur quelques particularités du temple d’Asklépios a Epidaure, BCH 70, 1946, 365-368.
23. Στὴν ἀγορὰ τῆς ἀρχαίας Μεσσήνης ἔχει ἔλθει στὸ φῶς καί τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς πόλης, τὸ ὁποῖο εἶναι κτιστὸς ὑπόγειος θάλαμος με τεράστιο λίθινο σύνθετο κάλυμμα, ποὺ ἀσφαλῶς διαφέρει ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴ καί τὴ χρήση ἀπὸ τούς «θησαυροὺς» ποὺ ἱδρύονταν στὰ ἱερὰ καί τοὺς ναούς. Π. Θέμελης, Ἀρχαῖα Μεσσήνη. Ἱστορία-μνημεῖα-ἀἳνθρωποι (ἐκδ. Μίλητος 2010) 152-154.
24. Τὰ κλειδιὰ τοῦ θησαυροῦ τῆς Κρήνης τῆς Ἀνδανίας κατεῖχε ὁ ἱεροφάντης Μνασίστρατος, ποὺ ἀναδιοργάνωσε τὰ μυστήρια (-91) καί ἡ ὁμάδα τῶν «Ἱερῶν», ποὺ ἦταν μυημένοι στὰ μυστήρια. Βλ. Παυσ. IV33,4-5 σχόλια Ν.Παπαχατζῆ, Παυσανίου Ἑλλάδος Περιήγησις(ἐκδ.Ἀθηνῶν1979)145, σημ.1.
25. Θησαυροί ὑπάρχουν στὴν πλειονότητα τῶν αἰγυπτιακῶν ἱερῶν, τὰ ὁποία ἦταν ἀφιερωμένα σε θεραπευτικες θεότητες, ἐνῶ θησαυρὸς ἀναφέρεται καί στὸ Ἀμφιάρειον τοῦ Ὠρωποῦ (IG VII 303), βλ. παραπάνω σημ. 14. Η ἀποψη ὅτι οἱ θησαυροί εἰσήχθησαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο μαζι μὲ τὴ λατρεία αἰγυπτιακῶν θεοτήτων τὸν -3ο αἱ. δὲν εὐσταθεῖ, δεδομένου ὅτι ἔχουν ἀνακαλυφθεῖ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο θησαυροί πολὺ ἀρχαιότεροι, ἤδη ἀπὸ τὸν -5ο αἱ. (θ. Αὐλίδας) καί τίς ἀρχὲς τοῦ -4ου αἱ. (θ. Ἑπιδαύρου, θ. Ἀφροδίτης ούρανίας, θ. Ἀσκληπιοῦ στὴ Δῆλο).
26. Em/0v 2009, 40, εἱκ. 30 καί Ξ. Ἀραπογιάννη, ΠΑΕ2009, 59, πίν. 43α. Οἱ δύο κάθετες πλάκες ποὺ ἀπολήγουν στὸ κάτω ἄκρο σε λεοντόποδα ἀποκαλύφθηκαν στὴ θέση τους, ἐνῶ τμῆμα τῆς ὁριζόντιας λίθινης πλάκας τῆς τράπεζας προσφορῶν βρέθηκε στὴν ἐπίχωση τοῦ σηκοῦ.
27. Ἔργον 2012, 39-41, εἱκ. 27.
28. Ἀπεικόνιση φιδιοῦ σε θησαυροὺς ἀναφέρεται στὰ Ἀσκληπιεῖα τῆς Κῶ καὶ τῆς Ἑπιδαύρου, ἐνῶ στὸν ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Πτολεμαΐδα τῆς Αἱγύπτου, τὸ κάλυμμα τοῦ θησαυροῦ φέρει μεγάλο περιελισσόμενο φίδι. Martin ὅπ. (σημ. 22) 172-3.
29. Δὲν εἶναι σπάνια ἡ συμβολικὴ ἀπεικόνιση φιδιοῦ - δράκοντα στὴν ἐπάνω ἐπιφάνεια τοῦ καλύμματος θησαυρῶν οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν σε ἱερὰ ἀφιερωμένα στὸν Ἀσκληπιὸ ἢ τὸν Σάραπι, Kaminski ὅπ. 93- κάλυμμα θ. ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας στὴ Μῆλο αὐτόθι 93, 97, σχέδ. 8, κάλυμμα θ. ἀπὸ τὴν ἀγορὰ τῶν Κομπεταλιαστῶν στὴ Δῆλο, αὐτόθι πίν. 27, 4-5 κάι κάλυμμα θ. πιθανὸν ἀπὸ ἱερὸ Ἀσκληπιοῦ ἑλληνιστικῶν χρόνων, στὴν Ὁχρίδα, αὐτόθι 159, σχ. 26. Δράκοντες - φρουροί φαίνεται ὅτι διακοσμοῦσαν τοὺς θησαυροὺς τοῦ Σαραπιείου A καὶ τοῦ Καβειρίου, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τίς ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες, βλ. Τσάκο ὅπ. 21, σημ, 21.
30. Kaminski ὅ.π. 111-114.
31. Στὴν ἴδια ἐποχή (τέλη -4ου αι.) χρονολογοῦνται οἱ κυβικοὶ λίθινοι θησαυροὶ ἀπὸ τὸ Ἀσκληπιείο τῆς Κορίνθου, ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τῆς Ἀμαθοῦντος, καθὼς καὶ ὁ κωνικὸς θησαυρὸς ἀπὸ τὴν Πολυρρήνεια. Βλ. Kaminski ὅπ. 99 καὶ 149, Ia.2, πίν. 31,5-6 καὶ Ia.3, καθὼς καὶ σ. 159, Π.1, πίν. 33,5.
32. Ο θησαυρὸς τῆς Ἀφροδίτης οὐρανίας χρονολογεϊται στὶς ἀρχὲς τοῦ -4ου αἱ. καὶ θεωρεῖται ὡς τὸ ἀρχαιότερο παρόμοιο γνωστὸ μνημετο, λίγο μεταγενέστερο ἀπὸ τὴ βάση, πιθανῶς θησαυροῦ, ποὺ βρέθηκε στὸ ἱερὸ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Αὐλίδα τοῦ τέλους τοῦ -5ου αἱ. Τσάκος ὅ.π. 23, σημ. 33.
33. Ἀραπογιάννη ὅ.π. σημ. 1 καὶ 2. Τὸ κτίριο Γ ἀργότερα ταυτίστηκε μὲ τὸν δωρικὸ ναό, ἀφιερωμένο στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγίεια. Η μεταγραφὴ τοῦ κειμένου καὶ ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐπιγραφῆς ὀφείλονται στὴν ἐπιγραφολόγο Ἀνδρονίκη Μακρῆ, στὴν ὁποία χρωστῶ θερμότατες εὐχαριστίες.
34. Τὸ ὄνομα Θεόδωρος ἀπαντᾶ συχνὰ στὴν πελοποννησιακὴ προσωπογραφία τοῦ -4ου καὶ -3ου αἱ. ἐνῶ στὴ Σπάρτη ἤδη ἀπὸ τὸν -5ο αἱ. ἕως καὶ τὸν +2ο αἱ, βλ. LGPNIII.A (ἐκδ. Fraser, Matthews) 68-77. Στὴν ἀρχαία Μεσσήνη μνεία τοῦ ὀνόματος γίνεται σὲ δύο ἐπιγραφὲς τοῦ -1ου αἱ. κάι τοῦ +2ου αἱ. ἀντίστοιχα, αὐτόθι 80-81, ἐνῶ στὴν ἀρχαία Θουρία τὸ ὄνομα ἀναφέρεται σὲ ἐπιγραφὴ τοῦ -4ου αἱ., αὐτόθι 82. Θεόδωρος ὀνομαζόταν καὶ ὁ ἀρχιτέκτων τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ τῆς Ἑπιδαύρου, τῶν ἀρχῶν τοῦ -4ου αἱ. βλ. Α.Budford, The Temple Builders of the Temple of Asklepios at Epidauros κάι R. Martin, Sur quelques particularités du temple d’Asklepios a Epidaure, BCH 70, 1946, 353. Η ταύτιση τῶν δύο προσώπων δὲν εἶναι πιθανὴ λόγῳ τῆς μεγάλης χρονικῆς ἀπόστασης (σχεδὸν ἑνὸς αἱώνα) ἀνέγερσης τῶν δύο ναῶν. Ὡστόσο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ πιθανότητα ὁ ἀρχιτέκτων τῆς Θουρίας νὰ εἶναι ἀπόγονος, ἴσως ἐγγονός, τοῦ Θεοδώρου τῆς Ἑπιδαύρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο κληρονόμησε τὴν οἰκογενειακὴ παρά- δοση ἀνέγερσης ναῶν τοῦ Ἀσκληπιοῦ.
35. IvO 12, Minon, IED 17 κάι Ἐνο 36.
36. ΙO V11 1672. Gui11on, Tre’pieds Pt.II, 155, n. 2.5136 3:361. note.
37. CID 2, 38. SIG3 232. IG ΙΧ 1, 111.
38. Γιὰ τὸ ἀξίωμα τῶν ἱεροθυτῶν βλ. J. Winard, Les hierothytes. Recherche institutionelle, Me’moires Academie Royale de Belgique, Me’moires de la classe des lettres 68, 1990, fasc.4.
39. Γιὰ τὸ ἀξίωμα τῶν δαμιοργῶν στὴ Μεσσηνία, ἀλλὰ καὶ γενικότερα στὴν Πελοπόννησο, βλ N. Deshours, Les institutions civiques de Messene .a1’epoque hellenistique tardive, ZPE 150 (2004) 143.



Μεσσηνιακές Σφραγίδες, Γ. Σ. Κορρέ


 Εν ἐνδιαφέρον σύνολον σφραγίδων ἐκ Μεσσηνίας δημοσιεύεται τὸ πρῶτον καὶ προέρχεται ἐκ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν προσφάτων ἀνασκαφῶν τῆς Ἑταιρείας. Αἰ σφραγῖδες αὐταὶ ἐκπροσωποῦν τύπους σφραγίδων καὶ παραστάσεις ποικίλας ἐξ ὅλων τῶν περιόδων τῆς Ὑστέρας Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ.

Α. Ἐκ τῶν παλαιῶν ἀνασκαφῶν (1952- 1967)

I.
Χρυσεπένδυτος σφραγὶς ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου 2 Ρούτση (Μυρσινοχωρίου) Πυλίας1. Μουσεῖον Χώρας Τριφυλίας 2726. Προηγουμένως εὕρητο εἰς τὸ Ἐθνικὸν Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον Ἀθηνῶν (ἅρ.8345). Ανευρέθη εἰς τὸν λάκκον ύπ᾿ ἀριθ. 2 τοῦ τάφου τὴν 15ην Ὀκτωβρίου 1956 ὑπὸ τοῦ Σπ. Μαρινάτου, ὁ ὁποῖος ἐσημείωσε τὰ ἀκόλουθα εἰς τὸ ἡμερολόγιόν του2: «Εἰς τὸ Δ. μέρος τοῦ λάκκου μόνον ἐν ἀταξίᾳ ὑπάρχουν ὀστᾶ καὶ κτερίσματα τῶν προηγουμένων νεκρῶν. Εὑρέθησαν ὡσαύτως τρεῖς γλυπταὶ λίθοι. Η μία, ἐκ τεχνητοῦ κυάνου, ἀμυγδαλοειδής, εἶναι διαλελυμένη ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ αὐτῆς σωλῆνος» (εἱκ.1α-γ), Munsell 10YR7/1:light gray. Εἰς τὸ ἐσωτερικόν (ὅπου ἡ θραῦσις τῆς λίθου) ἡ πρώτη ύλη ἐμφανίζεται μπλέ.
Ὣς προκύπτει ἐκ τῆς περιγραφῆς τοῦ Σπ. Μαρινάτου, ἡ σφραγὶς αὕτη εἶχε διασωθῆ μερικῶς καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ περίεργον, ὅτι ἔφθασε μέχρις ἡμῶν τεθραυσμένη, ὅπως εὑρέθη εἰς λάκκον, ὅπου δυσκόλως θὰ εἶχε θραυσθῆ, ἂν καὶ τὸ ὑλικὸν δὲν εἶναι ἀνθεκτικὴ ύλη.
Προφανῶς κατέληξεν ἐκεῖ -εἰς τὸν λάκκον 2- κατὰ μίαν ἀνακομιδὴν ἄλλης παλαιοτέρας ταφῆς τοῦ ταφικοῦ θαλάμου3, ἂν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείεται ἡ πιθανότης νὰ ὑπῆρξε καὶ μία κυρία εἰς τὸν λάκκον ταφή. Η πρώτη εἶναι βεβαίως ἡ πιθανωτέρα ἑρμηνεία λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταλοίπων διαφόρων ταφῶν- ἀνακομιδῶν εἰς τὸν λάκκον τοῦτον.
Συνολικῶς εἰς τὸν λάκκον 2 εὑρέθησαν ἑπτὰ σφραγῖδες, ἐξ ὧν ἓξ4 ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ τοῦ Σπ. Μαρινάτου. Ὀρθῶς ο Μαρινᾶτος, ἐξ ἄλλου, διετύπωσε τὴν ἄποψιν ὅτι ο λάκκος 2 περιελάμβανε τὰ παλαιότερα στοιχεῖα τῶν ταφῶν τοῦ τάφου καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πάσης φύσεως εὑρημάτων (ὡς αἱ χρυσαῖ ἀτρακτοειδεῖς ταινίαι) καὶ ἐκ τῶν καταλοίπων τῆς κεραμικῆς (β ἥμισυ -16ου αἰ.).
Ὡς ἐκ τοῦ σωζομένου τμήματος τῆς σφραγῖδος προκύπτει, πρόκειται σαφῶς περὶ τοῦ κακῶς σωζομένου μεσαίου τμήματος ἀμυγδαλοειδοῦς ἐκ κυάνου σφραγῖδος, ἥτις φέρει τρῆμα κατὰ μῆκος, ἐντὸς δὲ τοῦ τρήματος σῴζεται πλήρης ο ἐπιμηκέστερος τῆς σωζομένης σφραγῖδος χρυσοῦς σωληνίσκος, ἐξέχει δηλαδὴ αὑτῆς κατὰ πολύ. Ο ἀκέραιος σωληνίσκος ἔχει μῆκ. 2.58- 2.6 ἐκ., ἀποτελεῖ δέ, ὡς γνωστόν, τὴν ἐσωτερικὴν ἐπένδυσιν τοῦ τρήματος αὐτῆς ταύτης τῆς σφραγῖδος καὶ ἐν ταυτῷ τὴν ἐπένδυσιν τῆς σφραγῖδος κατὰ τὰ ἄκρα αὐτῆς.
Διαστάσεις: μέγ. σῳζ. μῆκ. 1.50 ἐκ., μέγ. σῳζ. πλάτ. 1.58 ἐκ, μέγ. σῳζ. πάχ. 6.7 χιλ., μῆκ. σωληνίσκου 2.6- 2.58 ἐκ., διάμ. σωληνίσκου 2 χιλ., διάμ. σωληνίσκου εἰς τὰ ἐκδιπλούμενα ἐπίπεδα ἄκρα μέχρι 2.4 χιλ. H ἐσωτερικὴ διάμετρος εἶναι ἐλάχιστα μικροτέρα λόγῳ τοῦ λεπτοτάτου τοῦ φύλλου τοῦ μετάλλου.
Η σφραγὶς φέρει τρεῖς ὀπάς, ἐξ ὧν ἡ μία (τρῆμα) εἶναι διαμπερής. Ἐκατέρωθεν τοῦ τρήματος τούτου ὑπάρχει ἀνὰ μία ὀπή. Αὐτὸ ὑποδηλοῖ ὅτι εἶχαν γίνει δοκιμαστικαὶ προσπάθειαι προκειμένου νὰ διαπερασθῇ ο χρυσοῦς σωληνίσκος καὶ μάλιστα τὰ τμήματα ταῦτα δὲν ἔλαβον τελικῶς τὸ προβλεπόμενον εὗρος. Τελικῶς δὲ διηνοίγη τὸ κεντρικὸν τρῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται ὅτι ἀκολουθεῖ τὸν κατὰ μῆκος ἄξονα τῆς σφραγῖδος, ἀλλὰ ἀποκλίνει σαφῶς τούτου.



Η ὑπόθεσις ὅτι αἱ ἄλλαι δύο ὀπαὶ ἐξυπηρέτουν ἄλλον σκοπόν (δί ἐπισκευὴν ἢ διὰ στερέωσιν τῆς πρώτης ύλης) δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὰ πράγματα. Τὸ βάθος των ἐμετρήθη εἰς 2.4- 3 χιλ.
Ο χρυσοῦς σωληνίσκος ἀπετελεῖτο ἐκ λεπτοῦ φύλλου χρυσοῦ, ποὺ ἀνεδιπλώθη κυλινδρικῶς. Η ἀναδίπλωσις αὕτη δὲν ἐγένετο ἁπλῶς ἵνα συμπληρωθῆ ο κύλινδρος-σωληνίσκος, ἀλλ᾿ ἐχρησιμοποιήθη ἔτι πλέον χρυσὸς εἰς περαιτέρω δίπλωσιν, ὡς φαίνεται εἰς τὴν φωτογραφίαν (εἰκ.1β), ῆτοι ἐπιδίπλωσιν κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ σωληνίσκου, ῖνα σχηματισθῇ στερεὸς κατὰ τὸ δυνατὸν ο κύλινδρος οὗτος. Κατὰ πόσον, τέλος, ο οὕτω σχηματιζόμενος σωληνίσκος ἐφήπτετο ἀπολύτως τῶν τοιχωμάτων τοῦ τρήματος, δὲν εἶναι γνωστόν, πλὴν όμως, ἐφ᾿ ὅσον τὸ τρῆμα τοῦτο ἀπετέλει εὐθεῖαν, θὰ ἦτο δυνατόν.
Παρατηρητέον, πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ χρῆσις χρυσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σωληνίσκου δὲν ἀπετέλει περιττὴν πολυτέλειαν -δεδομένου ὅτι ἀπεκρύπτετο οὗτος κατὰ τὸ μεγαλύτερόν του τμῆμα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σφραγιδολίθου- ἀλλὰ ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ τὴν στερέωσιν τῶν εἰς ἀμφότερα τὰ ἄκρα τοῦ σωληνίσκου -ἐπὶ τοῦ ἐκδιπλωμένου ἐλάσματος κύκλῳ διατεταγμένων- χρυσῶν κοκκίδων. Αἱ κοκκίδες αὐταὶ προφανῶς ἐξέπεσαν.
Τῆς σφραγῖδος 2726 ἐλλείπουν ἀμφότερα τὰ ἄκρα ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν χρυσοῦν σωληνίσκον ποὺ ἐσώθη ἀκέραιος (πλὴν τῶν ἐκπεσόντων προσθέτων ἀκραίων τμημάτων, ἤτοι τῶν ἐπικεκολλημένων πρότερον κυκλικῶν χρυσῶν δίσκων καὶ τῶν ἐπ᾿ αὐτῶν ἀντιστοίχως ἐπικεκολλημένων χρυσῶν κοκκίδων). Σώζεται τμῆμα γλυφῆς ζῴου ἢ ἀνδρικὴ μορφή, ἐπὶ δὲ τῆς ὀπισθίας λευκαζούσης (;) «ἀκαθάρτου» ὄψεως ὑπάρχει καμπύλη ἐγχάραξις δίκην τόξου7. Η σφραγὶς 2726 τοῦ Μουσείου Χώρας εἶναι μία τυπικὴ χρυσεπένδυτος σφραγὶς τῆς ΥΕ I/II περιόδου, ὁπότε καὶ ἐχρησιμοποιοῦντο μὲ ἰδιαιτέραν ἐπίδοσιν παρόμοιαί χρυσεπένδυτοι σφραγῖδες εἰς ὅλον τὸν μυκηναϊκὸν κόσμον. ἐως ἔχω σημειώσει καὶ ἀλλαχοῦ, παράλληλα ὑπάρχουν ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου τοῦ Βαφειοῦ καὶ ἐξ ἄλλων θολωτῶν τάφων8, μάλιστα δέ «ἡ πληθὺς τῶν χρυσοδέτων σφραγιδολίθων τοῦ Βαφειοῦ καὶ ὁ ἱκανὸς ἀριθμὸς τῶν λοιπῶν ἀντιστοίχων παραδειγμάτων ἐκ τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος καὶ δὴ καὶ ἐκ τῆς ΝΔ. Πελοποννήσου, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς σπανιωτέρας κατὰ τὴν συνήθειαν ταύτην περιπτώσεις ἐκ τῆς μινωικῆς Κρήτης, εἶναι ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς κατ᾿ ἐξοχὴν διαθέσεως τῶν πρὸς καλαισθησίαν καὶ ἐπίδειξιν πλούτου διακρινομένων Μυκηναίων Ἑλλαδίτῶν ἀπὸ τοῦ -15ου αἰ. καὶ ἐξῆς»9.
Ἐκ τοῦ κεραμικοῦ ὑλικοῦ (μικρότατος ἀσκός- Μουσετον Χώρας 630) καὶ τῶν καταλοίπων τῶν παλαιοτέρων κτερισμάτων (χρυσαῖ ἀτρακτοειδεῖς ταινίαι) προκύπτει πλέον ὅτι ὁ τάφος οὗτος ἐκτίσθη ἤδη κατὰ τὴν ΥΕΙ περίοδον (-16ον αἰ.), ὁπότε καὶ ἤρχισε χρησιμοποιούμενος. Εἰς ποίαν ταφήν, ποίας ἐποχῆς ἀνῆκεν ἡ σφραγὶς10 ἀδυνατοῦμεν νὰ καθορίσωμεν καὶ κατὰ ταῦτα ἀδυνατοῦμεν νὰ καθορίσωμεν κατὰ πόσον πρόκειται περὶ κειμηλίου ἐναποτεθέντος μετὰ τοῦ νεκροῦ εἰς τὸν τάφον πολὺ μεταγενέστερον ή ἡ ἀρχική του χρῆσις. Ἴσως ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν μεταβατικὴν φάσιν ΥΕΙΙΙ), πολιτισμικῶς δὲ εἰς τὴν ἐποχὴν ποὺ ἀντιπροσωπεύουν καὶ αἱ σφραγῖδες τοῦ θολωτοῦ τάφου τοῦ Βαφειοῦ.

II.
Ἀμυγδαλοειδὴς πεπιεσμένη κατὰ τὰς δύο πλευράς, ἐξ ὀρείας κρυστάλλου σφραγὶς ταλισμανικοῦ τύπου ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου 1 εἰς Φυτιὲς Κουκουνάρας (= τάφος Κουκουνάρας 2) Πυλίας. Μουσεῖον Πύλου 141 (ἀρχικὸς ἀριθμὸς μετ᾿ ἄλλων εὑρημάτων) καὶ 1581 (εἱκ.2α-γ).
Η σφραγὶς ἀνευρέθη τῷ 1959 ὑπὸ τοῦ Μαρινάτου καὶ ἐμνημονεύθη ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰς τὰς ἐκθέσεις του, παρέμεινεν ὄμως παντελῶς ἄγνωστος11, μέχρις ὅτου ἐπεσημάνθη ὑπὸ τὴν προθήκην 3 τοῦ Μουσείου Πύλου.
Η σφραγὶς ἐσώθη τεθραυσμένη εἰς δύο τεμάχια, τὰ ὁποῖα συνεκολλήθησαν. Οὕτως αὐτῆς τῆς ἐξ ὀρείας κρυστάλλου σφραγῖδος σῴζεται τὸ 1/3, εἰδικώτερον δὲ τὰ 2/ 3 τῆς πλευρᾶς τῆς παραστάσεως, ἐνῷ τὸ τρῆμα σῴζεται κατὰ τὸ ἥμισυ. Η γεγλυμμένη παράστασις ἀποδίδει ὑψηλὴν σπονδικὴν πρόχουν μὲ σφαιρικὴν γάστραν, δύο σιγμοειδεῖς καὶ ἐν ταυτῷ συμμετρικωτάτας λαβάς, καὶ μὲ δύο ἀσυμμέτρους ἀπολήξεις εἰς τὴν βάσιν. Εἰς τὸ στόμιον (χοάνη) τοῦ ἀγγείου (πρόχους) διακρίνονται ἐγχαράξεις καὶ εἰς τὸ ἀνώτατον τμῆμα διακρίνεται βαθυτέρα ἐγχάραξις, ἡ ὁποία, βαίνουσα πρὸς τὰ ἄνω διαγωνίως, εὐνοεῖ τὴν ἑρμηνείαν περὶ ὑπάρξεως τριγωνικοῦ καλύμματος τοῦ ἀγγείου. Εἰς τὴν αὐτὴν προσθίαν ἐπιφάνειαν ἀποδίδεται ταινία φύλλων πέριξ τοῦ τρήματος. Φύλλα διακρίνονται ἐπίσης εἰς τὸ βάθος τοῦ σφραγιστικοῦ πεδίου, νοούμενα ὄπισθεν τοῦ «διώτου» ἀγγείου (πρόχους). Δυνατὸν νὰ παρατηρηθῇ εἰδικώτερον, ὅτι νοεῖται ὅτι ἐκ τῶν τριῶν ἀπολήξεων (τῶν ποδῶν) τῆς βάσεως τοῦ ἀγγείου ἀποδίδονται αἱ δύο καὶ ὅτι ἡ ταινία φύλλων πέριξ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τοῦ τρήματος τῆς σφραγῖδος θὰ ἀπεδίδετο καὶ εἰς τὸ μὴ σωζόμενον ἄκρον τῆς σφραγῖδος12. Πάντως, τὸ ζεῦγος τῶν σιγμοειδῶν εἰς τὴν σφραγῖδα τῶν Φυτιών εὕρηται εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ἀγγείου καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἐμφανίζεται νὰ ἔχῃ πρὸς αὑτό, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλα παραδείγματα, ὡς, ἐπὶ παραδείγματι, τὸν κάνθαρον μετὰ τῶν συνηρτημένων σιγμοειδῶν τῆς σφραγῖδος CMSV ἀρ.306 τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ. Συνολικῶς ἡ σφραγιστικὴ ἐπιφάνεια ἔχει διατηρηθῆ καλῶς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λοιπὴν διατήρησιν τῆς σφραγῖδος.
Διαστάσεις: μέγ. σῳζ. μῆκ. 1.75 ἐκ., μέγ. σῳζ. πλάτ. 1.38- 1.40 ἐκ., ἀρχικὸν πλάτ. 1.60- 1.70 ἐκ., ἀρχικὸν πάχ. πλησίον τρήματος 0.70 ἑκ., σῳζ. μῆκ. τρήματος 0.80 ἐκ., διάμετρος ὀπῆς- τρήματος 2.5- 3.0 χιλ. Ἀμφότεραι αἰ ὄψεις εἶναι ἀρκούντως κυρταί.
Τὰ σιγμοειδῆ (S), ποὺ χρησιμεύουν ὡς λαβαὶ τοῦ «ἀμφορέως», εἶναι τριμερῆ (ἐκάτερον), ἤτοι ἐξ ἐνὸς ἡμικυκλίου ἄνω καὶ κάτω καὶ ἐκ μιᾶς γραμμῆς λοξῆς κατὰ τὸ μέσον, διακρίνεται δὲ ἑκάστοτε τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἡ διάρθρωσις τοῦ σιγμοειδοῦς. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ μοτίβου ἐμφανιζομένου ἔν τινι σχηματοποιήσει, ἀλλὰ διατηροῦντος ἐν ταυτῷ τὴν παλαιάν του σημασίαν, ἡ ὁποία ἔχει διασωθῆ διά τινος προσφάτου, σχετικῶς, εὑρήματος ἐκ Κρήτης. Ὄντως εἰς τὸ ἡμιεδρικὸν χρυσεπένδυτον ἐκ σαρδίου πρίσμα ἐκ τοῦ θαλαμωτοῦ τάφου Πόρου Ἡρακλείου τῆς μεταβατικῆς ΜΜIII/ YM I περιόδου (Μουσείον Ἡρακλείου 2343) ἔχομεν παρομοίαν παράστασιν διὡτου ἀγγείου τῆς αὐτῆς μορφῆς κατὰ τὰς λαβάς13, ποὺ εἶχεν ἀντίστοιχον ἀπόδοσιν εἰς τὸ δίωτον ἐκ μαρμάρου ἀγγεῖον μὲ τὸ διπλοῦν στόμιον ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τῆς Ζάκρου14.

Τὸ ὑλικὸν τῶν διώτων τούτων ἀμφορέων ἐπὶ ταλισμανικῶν σφραγίδων εἶχε συγκεντρώσει πρῶτος ο Kenna15, προέκυψαν ὄμως μετὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παραδείγματα16.
Εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἡ διάδοσις τῶν ταλισμανικῶν ἐκ Κρήτης σφραγίδων ὑπῆρξε περιωρισμένη17, ὡς περιωρισμένη ἐξ ἄλλου ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα18. Ὄντως η σφραγὶς τῶν Φυτιών περιλαμβάνεται εἰς τὸν μικρὸν ἀριθμὸν τῶν ἓξ ταλισμανικῶν σφραγιδολίθων τῆς Μεσσηνίας, δύο ἐκ Καρποφόρας- Νιχωριῶν (CMSV α
ρ.426, 430), ἄλλου ἐκ τοῦ θάλαμωτοῦ τάφου Ἀγγελοπούλου 6 Βολιμιδίων Χώρας (CMSV αρ.303), τετάρτου ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ (CMSV αρ.306) καὶ πέμπτου ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου Βαγενᾶ- Ἐγκλιανοῦ (CMSI αρ.299). Ἐξ ἄλλου οὐδὲν σφράγισμα παρομοίας σφραγῖδος ἀνευρέθη εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Ἐγκλιανοῦ19. Αἰ ταλισμανικαὶ σφραγῖδες εὕρηνται αὐτούσιαι καὶ οὐχὶ εἰς σφραγίσματα καὶ ο μικρός των ἀνὰ τὴν Μεσσηνίαν ἀριθμὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶχον ἀντίστοιχον χρῆσιν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Κρήτην, ὅπου ἔχει εὑρεθῇ πλῆθος ἐξ αὐτῶν. Ἁπλῶς εἰς τὴν Μεσσηνίαν κατέληξαν διὰ τοῦ ἐμπορίου χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν σημασίαν ποὺ εἶχον εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἀκριβῶς ο μικρὸς ἀριθμός των ὑποδηλοῖ ὅτι δὲν ὑπῆρχε κρητικὸς ἐποικισμὸς εἰς Μεσσηνίαν οὔτε οὐσιαστικὴ ἐπίδρασις ἐκ τοῦ παντοίου σφραγιστικοῦ θεματολογίου.
Ο θολωτὸς τάφος 1 εἰς Φυτιὲς Κουκουνάρας, τοῦ ὁποίου τὸ κεραμικὸν ὑλικὸν δὲν ἔχει εἰσέτι ἐξετασθῆ, ἐχρησιμοποιήθη τοὐλάχιστον κατὰ τὸν -15ον αἱ. καὶ κατὰ τὸ τέλος τούτου ἡ κατά τι ἀργότερον δέον ὅπως ἀναχθῇ ἡ χρῆσις τῆς σφραγῖδος.

III.
Φακοειδὴς ἐκ στεατίτου σφραγὶς ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου Παλαιοχωρίων, δυτικῶς (1.5 χλμ.) τοῦ χωρίου Κουκουνάρα (θολωτὸς τάφος 9 Κουκουνάρας). Μουσεῖον Πύλου 1590 (εἰκ.3α-γ). Η σφραγὶς ἀνευρέθη τῷ 1961 ὑπὸ τοῦ Μαρινάτου, ἐμνημονεύθη ἁπλῶς ύπ᾿ αὐτοῦ (μὴ ἀπεικονισθεῖσα) εἰς τὴν ἀνασκαφικὴν ἕκθεσιν, καὶ ἡρμηνεύθη ὡς ἔχουσα παράστασιν δύο ἀντινώτων κεφαλῶν κριῶν20. Ἐπειδὴ ἡ σφραγὶς δὲν εἶχεν ἀπεικονισθῆ, παρέμεινεν ἄγνωστος καὶ δὲν περιελήφθη εἰς τὸ CMSV. Διατήρησις σχετικῶς καλή (λόγῳ διαφόρων κρούσεων εἰς ἀμφοτέρας τὰς ὄψεις). Εἰς προγενέστερα δημοσιεύματά μου ἠκολούθησα ἀρχικῶς τὴν ἄποψιν τοῦ ἀνασκαφέως, μετὰ ὄμως ὑπεστήριξα ὅτι «ἔφερε παράστασιν ζεύγους ἀντιθετικῶν- ἐν ἀποστάσει κεφαλῶν κερασφόρον ταύρων ἐν πλήρει σχηματοποιήσει»21. Βεβαίως εἶναι γνωστὸν ὅτι βούκρανα δὲν ἀποδίδονται εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν μυκηναϊκὴν σφραγιδογλυφίαν καὶ αὐτὸ ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ τῆς κ. Ἁγνῆς Σακελλαρίου22. Εἰς τὴν σφραγῖδα ταύτην, μὲ τὴν ἐλάχιστα κυρτὴν κυρίαν ἐπιφάνειαν, τὸ θέμα ἀποτελοῦν, κατὰ ταῦτα, δύο ἀντιθετικῶς ἀποδιδόμεναι κατ᾿ ἐνώπιον κριοκεφαλαί (εἰκ.3α-γ) παραλλήλως πρὸς τὸ κεντρικὸν τρῆμα.
Διαστάσεις: διάμ. κατὰ τὰ ἄκρα τοῦ τρήματος 1.67 ἑκ., μεγ. διάμ. παραλλήλως πρὸς τὸ τρῆμα 1.72- 1.84 ἐκ., μεγ. διάμ. (καθέτως πρὸς ἑτέραν) 1.85 ἐκ., πάχ. 0.75 ἐκ., διάμ. τρήματος 2.5- 2.6 χιλ. Η ὀπισθία ἐπιφάνεια τῆς σφραγῖδος εἶναι σαφῶς κωνική, ἐνῷ τὸ τρῆμα τῆς λίθου δὲν διέρχεται διὰ τοῦ κέντρου, ἐμφανίζεται δὲ ἀσύμμετρον καὶ ὡς πρὸς τὸν σχηματισμόν του.
Τὸ θέμα τῆς κατ᾿ ἐνώπιον κριοκεφαλῆς ἢ τὸ θέμα τοῦ βουκράνου ἀποτελεῖ δυσδιάκριτον περίπτωσιν καὶ αὐτὸ λόγῳ λεπτομερειῶν, ποὺ εἶναι ὄμως καθοριστικαὶ διὰ πᾶσαν ταύτισιν. Αἰ καθοριστικαὶ διὰ τὴν ταύτισιν λεπτομέρειαι περιορίζονται εἰς τὰ κέρατα τοῦ ἀποδιδομένου ζώου: ἐφ᾿ ὅσον εἶναι κυρτὰ καθ᾿ ὅλην των τὴν ἔκτασιν, ὑποδηλοῦται βούκρανον, ἐφ᾿ ὅσον ὄμως εἶναι καμπύλα- σιγμοειδῆ, ἀποδίδεται κριοκεφαλή. Οὕτω καὶ αἱ ἀποδιδόμεναι κεφαλαὶ εἶναι κριοκεφαλαὶ λόγῳ αὐτῆς τῆς λεπτομερείας τῆς σιγμοειδοῦς μορφῆς τῶν κεράτων.
Ἀντίστοιχος πρὸς τὴν σφραγῖδα τῶν Παλαιοχωρίων εἶναι καὶ ἡ ὑστερομυκηναϊκὴ ἐκ στεατίτου σφραγἰς23 ἐκ τοῦ θαλαμωτοῦ τάφου 27 τῆς θέσεως Λέδεζα τῆς Τανάγρας Βοιωτίας, η ὁποία σφραγὶς περιλαμβάνει ὁμοίως ζεῦγος κριοκεφαλῶν (Μουσετον Θηβῶν 741(;)) κατὰ τὴν διευθέτησιν τῶν κριοκεφαλῶν καὶ τῆς σφραγῖδος Παλαιοχωρίων. Εἰς τὴν σφραγῖδα τῆς Τανάγρας τὸ κρανίον ἑκατέρας κριοκεφαλῆς δὲν συνδέεται πρὸς τὸ πλαίσιον, οὕτως εἰπεῖν, ποὺ ἀποτελοῦν τὰ κέρατα τοῦ ζῴου καὶ δί αὐτὸν τὸν λόγον ὁ Ι. Pini δὲν ἡρμήνευσεν αὐτὰ κατηγορηματικῶς ὡς βούκρανα, ἀλλ᾿ ύποθετικῶς, διαχωρίσας μάλιστα τό «τριγωνικὸν μοτίβον» (κεφαλὴν) ἀπὸ τῶν κεράτων. Η ἰδιαιτερότης τῆς ἀποδόσεως τῶν κριοκεφαλῶν αὐτῶν ἔγκειται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἀσύνδετα μεταξύ των καὶ πρὸς τὸ κρανίον κέρατα δὲν εἶναι συνολικῶς δύο καὶ δύο, ἀλλὰ τέσσαρα καὶ τέσσαρα κατὰ τὴν ἀντιστοιχίαν πρὸς ἑκατέραν κριοκεφαλήν.
Η ἀπόλυτος σχηματοποίησις τῆς κατ᾿ ἐνώπιον κριοκεφαλῆς σημειοῦται εἰς τὴν ἐκ μέλανος σερπεντίνου σφραγῖδα τῶν ὑστερομυκηναϊκῶν χρόνων εἰς τὸ Cabinet des Médailles (M6045), ὅπου ἐπαναλαμβάνεται ἡ αὐτὴ κατὰ βάσιν σύνθεσις μὲ ἀντινώτους ἐντὸς πλαισίων κριοκεφαλάς24. Ἄνευ πλαισίων ἀποδίδονται αι ἀντίνωτοι σχηματοποιημέναι κατ᾿ ἐνώπιον κριοκεφαλαὶ εἰς τὴν ἐκ βαθυφαίου σερπεντίνου σφραγῖδα Μ6040 τοῦ αὐτοῦ Μουσείου25.
Προβληματικὴ εἶναι τέλος ἡ παράστασις ἐπὶ τῆς ἐξ ἐρυθροῦ ἰάσπιδας ΥΕΙΙΙΓ σφραγῖδος 2 τοῦ City Museum ἐν Birmingham26, η ὁποία δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἀντίστοιχος (ἀντωπαὶ κεφαλαί). Ἀντωποὶ κεφαλαί, αἰ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἀνήκουν εἰς κριούς, ἀποδίδονται ἐπὶ τῆς ἐκ στεατίτου φακοειδοῦς σφραγῖδος τῆς Συλλογῆς Θ. Σαρμᾶ εἰς Πάτρας27.
Ἀποφασιστικῆς ὄμως σημασίας διὰ τὴν ταύτισιν τῶν παριστωμένων κριοκεφαλῶν τῆς σφραγῖδος Παλαιοχωρίων εἶναι ἢ ἐκ φαιοῦ στεατίτου φακοειδὴς ύστερομυκηναῖκῶν χρόνων σφραγὶς Gr.Nr.Me/D 5 ἐκ τοῦ τάφου 29 τοῦ Μεδεῶνος, ἡ ὁποία φέρει, κατ᾿ ὀρθὴν ἐκτίμησιν τοῦ Οl. Pelon, τὸ ζεῦγος τῶν γνωστῶν διὰ κριὸν κεράτων καὶ μάλιστα κατ᾿ αὐτὴν τὴν προβληματικὴν δί ἄλλας σφραγῖδας διπλῆν διαγράμμισιν (μὲ τὰ ἀποκληθέντα πλαίσια)28. Ὁμοίως κριοκεφαλαὶ δέον ὅπως ἀποδίδωνται ἐπὶ τῶν ἐκ Κρίσης σφραγίδων ύπ᾿ ἀριθ. 8526 καὶ 852 τοῦ Μουσείου Δελφῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐθεωρήθη ὑποθετικῶς ὅτι θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν ὅτι ἔχουν παράστασιν βουκράνων29. Η ὑπερβολικὴ σχηματοποίησις ἴσως ἐπιτρέπει καὶ τὴν ταύτισιν πρὸς κριοκεφαλὰς τῶν ἀμόρφων συνόλων μετὰ πολλαπλῶν πλαισίων ἐπὶ τῆς ἐκ λίθού ΥΓIIΙΓ σφραγῖδος ἐκ στεατίτου ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου Παναγίας εἰς Ἄγ. Ἠλίαν Ἰuωρίας30 καὶ εἰς τὴν ἐκ μελανόχρου ἕως μελανοῦ στεατίτου σφραγῖδα BK1167Μ7 τῆς Σαλαμῖνος31.
Εἰς τὴν Κρήτην ἡ κατ᾿ ἐνώπιον ἀπόδοσις τῆς κριοκεφαλῆς ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον κατὰ τὴν Προανακτορικὴν ἐποχήν (τριεδρικὸν πρίσμα ἐκ κιτρίνου στεατίτου, Oxford, Ashmolean Museum, ΑΕ1188)32 καὶ παρακολουθεῖται καθ᾿ ὅλην τὴν ἑπομένην Παλαιοανακτορικὴν καὶ Νεοανακτορικὴν ἐποχήν:
α) ΜΜΙ ἡμιεδρικὸν πρῖσμα, Mfinchen, Staatliche Mfinzsammlung, A1148. («Widderkopf, frontal mit S-formigen seitlich herabhéingenden Hornern»33).
β) ΜΜΙIΙ σφραγὶς ἐκ σκοτεινοφαίου στεατίτου, Munchen, Staatliche Mfinzsammlung, acc. 21765. («Altarartiger Gegenstand und zu seinen Seiten symmetrische Schlangen»)34. Ἐν τούτοις, δὲν παριστᾶται βωμοειδὲς ἀντικείμενον ἀλλὰ κριοκεφαλὴ εἰς ἀπόλυτον σχηματοποίησιν μετὰ κεράτων ὁμοιαζόντων πρὸς ὄφεις.
γ-στ) Σφραγῖδες τῆς Παλαιοανακτορικῆς ἐποχῆς, ποὺ φέρονται ὡς ἔχουσαι γεγλυμμένα βουκράνια, δέον ὅπως ἐπανεξετασθοῦν. Ἴσως πρόκειται περὶ κριοκεφαλῶν35. Ὁμοίως:
ζ) ΜΜΙΙΙ/ ΥΜΙ φακοειδὴς σφραγὶς ἐκ πρασινομέλανος στεατίτου εἰς τὴν Συλλογὴν R.W.Hutchinson36.
η) ΥΜΙ ἡμιεδρικὸν πρίσμα εἰς τὸ Μ.Μ.-Ν.Υ. ἀριθ. 26.31.184 μὲ προβληματικὴν παράστασιν εἰς μίαν ἐπιφάνειαν βουκράνου (μὲ στοιχεῖα κριοκεφαλῆς)37.
θ-ια) Ἐκ τῆς Συλλογῆς Γιαμαλάκη (ΜΗ) προέρχονται τρεῖς σφραγῖδες μὲ παραστάσεις κριοκεφαλῶν. Η πρώτη ἐκ Χαλκηδονίου ἀμυγδαλοειδὴς σφραγὶς φέρει δύο ἀντινώτους κριοκεφαλάς38. Η δευτέρα καὶ ἡ τρίτη, ἀμφότεραι ἐκ στεατίτου, φέρουν ἁπλῶς ἀνὰ μίαν κατ᾿ ἐνώπιον κριοκεφαλήν39.



Πάντως ὁ ἐκ σαρδόνυχος σφραγιδόλιθος μὲ παράστασιν βουκράνου ὑπεράνω βωμοῦ ἐκ τῆς ΒΑ. πύλης τοῦ ἀνακτόρου τῆς Ζάκρου εἶναι κατεστραμμένος εἰς τὸ ἐπίμαχον σημετον, ἐνῷ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων δὲν προκύπτει τοιοῦτόν τι40. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν σφραγῖδα μας:
Αἱ δύο ἀντωποὶ κριοκεφαλαὶ ἔχουν γλυφῆ ἑκατέρωθεν τοῦ τρήματος τῆς λίθου. Τὸ πλάτος τῆς μιᾶς κριοκεφαλῆς ἐμετρήθη 0.8 ἐκ., τὸ πλάτος τῆς ἑτέρας 0.77 ἐκ. καὶ ἡ μεταξύ των ἀπόστασις 0.83 ἐκ. Τέλος ἡ σκληρότης τοῦ στεατίτου ἐμετρήθη ἥττων τοῦ 2.
H σφραγίς, λόγῳ τῆς καθόλου μορφῆς της, ἀνήκει εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον χρήσεως ΥΕΙΙΙΒ/Γ) αὐτοῦ τοῦ ταφικοῦ μνημείου, τὸ ὁποῖον ὄμως ἦτο πραγματικὸς θολωτὸς τάφος καὶ μάλιστα τῶν πρωίμων μυκηναϊκῶν χρόνων ΥΕI/IIA)41 καὶ ὄχι ταφικὸς περίβολος τῶν ἐσχάτων μυκηναϊκῶν χρόνων, ὡς εἶχε σημειωθῆ42. Η ὀρθὴ χρονολόγησις τοῦ τάφου ἔχει κτηθῆ, ἐν τῷ μεταξύ, δί ἑνὸς μονωτοῦ πηλίνου κυπέλλου τῆς ΥΕI/IIA φάσεως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὁμοίωμα μεταλλικοῦ προτύπου43. Οὕτω ἀναγνωρίζεται καὶ ἡ μακρὰ τοῦ τάφου χρῆσις. Ἀμφότερα, ἡ σφραγὶς καὶ τὸ κύπελλον, ἦσαν ἀκατάγραφα εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ Μουσείου Πύλου.
Κατὰ τὰ κρατοῦντα εἰς τὸ CMMS ἔχουν ταυτισθῆ αἱ σχετικαὶ παραστάσεις ὡς stark stilisierte Rinderkopfe mit seitlich herabgebogenen Hornern (CMSV, Suppl. 1Β, ἀρ.188).
Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ ὁμοτ. καθηγητοῦ Ζωολογίας καὶ πρῴην διευθυντοῦ τοῦ Museum Alexander Konig und zoologisches Forschungszentrum ἐν Βόννη δρ. Guenter Nobis, πρόκειται περὶ κεφαλῶν ἀρρένων κριῶν (προβάτων): «Schadel mit Hornzapfen. Da Rinder (=Stiere) in antiker Zeit fast ausnahmslos mit aufwéirts gerichteten Hornzapfen abgebildet wurden, handelt es sich bei den beiden hier abgebildeten Kopfen mit sehr grosser Wahrscheinlichkeit um Widdermannlichen Schafen. Eine ahnliche Darstellung -in Seitenasicht- ist der Amethyst von Vapheio zu entnehmen. Sie werden αἶς «mykenische Schafe» gedeutet. Fur diese Tiere sind die nach abwarts gerichteten, leierférmigen Hornzapfen typisch. Nach Keller gehoren sie offenbar der gleichen Zuchtrasse wie die «heiligen Sphinxwidder» (aus Aegypten) an, die in Nordafrika lebten und durch phoenikisch-punische Handler verbreitet wurden». Otto Keller, Die antike TierweItI (ἐπανέκδ. New York 1980) 310 κἐ. (ἀνακοίνωσις δί ἐπιστολῆς, 1991).

Β. Ἐκ τῶν προσφάτων ἀνασκαφῶν (1973- 1980)

IV.
Χρυσεπένδυτος ἐκ σαρδόνυχος σφραγιδοκιδλινδρος ἐκ τοῦ θόλωτοῦ τάφου 2 Φυτιών Κουκουνάρας (θολωτὸς τάφος 3 Κουκουνάρας)44, Μουσεῖον Πύλου 1582. Εὑρέθη εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τοῦ ἀριστεροῦ ὤμου ἀσυλήτου ταφῆς γυναικὸς τῷ 1973 καὶ ὑφίστανται δύο δυνατότητες εἴτε α) νὰ ἀνῆκεν ὁ σφραγιδοκύλινδρος οὗτος εἰς τὴν περίδεσον τοῦ δεξιοῦ καρποῦ τῆς νεκρᾶς καὶ νὰ ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ στήθους45, ἐφ᾿ οὗ εἶχε τοποθετηθῆ ἡ δεξιὰ τῆς νεκρᾶς χείρ, εἴτε β) νὰ ἀνῆκεν εἰς περιδέραιον (εἰκ.4α-ε). Munsell 10YR3/2 (πολὺ σκοῦρο γκρίζο καστανὸ) καὶ 2.5Y5/0 (γκρίζο) ἤ -κατὰ μέρη- φαιόν, ἀνοικτόφαιον καὶ λευκόν.
Διαστάσεις: μῆκ, λίθου 1.3 ἐκ, ὁλ. μῆκ. 1.468- 1.51 ἐκ, διάμ. ἄκρων 0.71- 70 ἐκ., διάμ. τῶν χρυσῶν κατὰ τὰ ἄκρα δίσκων 0.5 ἐκ., πάχ. 0.66 ἐκ., διάμ. τρήματος 0.0016- 24 ἐκ., βάρος 1.45 γρ. Διατήρησις ἀρίστη.
Ο σφραγιδόλιθος οὗτος θεωρεῖται πλήρης, καθ᾿ ὅσον διατηρεῖ ὅλον τὸν ἐκ χρυσοῦ ὁπλισμόν του46, ὡς καὶ οἱ ἐκ Καζάρμα Ἀργολίδος καὶ ἐκ Θηβῶν (Μουσείον Μπενάκη) καὶ δὴ καὶ διὰ τοῦ τρήματος (χρυσοῦς σωληνίσκος) καὶ κατὰ τὰ ἐπίπεδα ἄκρα (ἀνὰ εἰς χρυσοῦς δίσκος καὶ 15 κοκκίδες). Ο κατὰ τὸ μῆκος τοῦ τρήματος λεπτὸς χρυσοῦς κυλινδρικὸς σωλὴν ἔχει μῆκος μεγαλύτερον ἢ τὸ τοῦ κυλίνδρου καὶ κατὰ τὰ ἄκρα του ἐκδιπλοῦται, σχηματιζομένου οἱονεὶ περιχειλὡματος. Προτοῦ ἐδιπλώθη τὸ ἔλασμα τοῦ ἐσωτερικοῦ σωληνίσκου, ἐτοποθετήθη εἰς ἀμφότερα τὰ ἐπίπεδα ἄκρα τοῦ σφραγιδοκυλίνδρου ἀνὰ εἰς λεπτότατος χρυσοῦς κύκλος, δίκην δακτυλίου πέριξ ἐκατέρου ἄκρου τοῦ σωληνίσκου, ὁ ὁποῖος δακτύλιος ἐστερεώθη καταλλήλως. Ἑπ᾿ αὐτῶν τῶν λεπτοτάτων κύκλων ἐκολλήθησαν ἀνὰ δέκα πέντε χρυσαῖ κοκιάδες, ἅπασαι δὲ διατηροῦνται κατὰ θέσιν. Εἰς τὸ ἀνώτερον (νοούμενον ὕπερθεν τῆς παραστάσεως) ἐπίπεδον ἄκρον ὑπάρχει μικρότατον μεταξὺ δύο κοκκίδων κενόν, τὸ ὁποῖον ὄμως δὲν ἐπήρκει διὰ νὰ δεχθῇ κοκκίδα, ἤτοι οὐδεμία πλέον κοκκίδα εἶχε κολληθῆ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Αἰ κοκκίδες47 εἶναι λεπτόταται καὶ θαυμαστῆς ἐκτελέσεως, ἀσφαλῶς δὲ κρητικῆς προελεύσεως καὶ δὴ καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδον, ὁπότε ἐπέδιδε ἡ μορόεσσα διακόσμησις καὶ συνεκρατῶντο κατὰ βάσιν ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ δακτυλίου καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ περιχειλὡματος (τῆς ἐκδιπλώσεως τῶν ἄκρων) τοῦ χρυσοῦ σωληνίσκου,
Η ἀνωτέρα ἐπιφάνεια τοῦ κυλίνδρου ἔχει πληγῆ κατὰ τὴν περιφέρειαν εἰς τρία σημεῖα, ὡς δύναται νὰ διαπιστωθῇ εἰς τὴν φωτογραφίαν τοῦ ἐκμαγείου- σφραγίσματος (εἰκ.4α). Τὸ κατώτερον, ἐξ ἄλλου, σημεῖον τοῦ κυλίνδρου ἔχει πληγῆ εἰς τὰ ἀκόλουθα σημεῖα: ὑποκάτω τῶν προσθίων ὁπλῶν- πελμάτων τῆς αἰγάγρου, ὑποκάτω τῶν προσθίων ἄκρων τοῦ κυνὸς καὶ ὑποκάτω τοῦ ὀπισθίου μέρους τοῦ σώματος τοῦ κυνός. Τέλος, δύο μικρόταται ἐγκοπαὶ παρουσιάζονται εἰς τὴν ἀνωτάτην καὶ κατωτάτην πλευρὰν τῆς σφραγιστικῆς ἐπιφανείας. Γενικῶς ἡ διατήρησις εἶναι καλή.
Ο κύλινδρος (σαρδόνυξ) ἔχει χρῶμα εἰς τὸ ἀνώτερον τμῆμα μελὶ ἢ φαιόν (πάχ. 5.9 χιλ.), εἰς τὸ μέσον ὑπόλευκον (πάχ. 3.8- 4.1 χιλ.) καὶ εἰς τὸ κατώτερον τεφρόχρουν (πάχ. 3.2- 3.6χιλ.) μὲ φλεβώσεις γκριζογαλακτώδεις. Ο χρυσὸς τούτου φαίνεται 24 καρατίων, δυνατὸν ὄμως νὰ εἶναι καὶ 22. Οἱ Κρῆτες προσθέτουν τὴν χρυσῆν ἐπένδυσιν κατὰ βάσιν εἰς τοὺς ἐξαγομένους σφραγιδολίθους καὶ πιθανὸν σφραγιδοκυλίνδρους.
Η κυρία παράστασις ἀποδίδει θέμα ἱπταμένου καλπασμοῦ ζῴων, ἤτοι θέμα ἐπιδίδον ἤδη ἀπὸ τῶν Παλαιοανακτορικῶν χρόνων καὶ δὴ καὶ αἴγαγρον48 καταδιωκομένην ὐπὸ κυνός, θέμα προσφιλὲς τόσον εἰς τὴν κρητικὴν ὅσον καὶ εἰς τὴν μυκηναϊκὴν μικροτεχνίαν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τοιχογραφίαν. Η προσαρμογὴ τοῦ θέματος εἰς τὴν κυλινδρικὴν ἐπιφάνειαν ὑπῆρξεν ἐπιτυχεστάτη καὶ αὐτὸ διαφαίνεται εἰς τὴν διάπλασιν τοῦ σώματος τῶν ζῴων: ἡ αἴγαγρος εἰκονίζεται εὐθυτενὴς μὲ τὴν ἀγέρωχον κεφαλήν της εἰς ὁριζοντίαν θέσιν καὶ τὰ κέρατα ἀντιστοίχως πρὸς τὰ ὀπίσω. Ο λαιμὸς λεπτὸς ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλα παραδείγματα καὶ τὸ στῆθος κατ᾿ ἀναλογίαν. Εἰς ὁριζοντίαν θέσιν εἶναι καὶ τὰ αἰωρούμενα (πλὴν ὄμως κεκαμμένα) ὀπίσθια σκέλη της. Ο κύων49 δάκνει τὴν αἴγαγρου εἰς τὴν κοιλιακὴν χώραν (μαλακὸν σημεῖον καὶ εὐαίσθητον) κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ ὅλην τὴν ἔντασιν τῶν δυνάμεών της πραγματοποιεῖ τὸ ἅλμα μὲ ἐλαφρῶς ὑπερυψωμένο τὰ ὀπίσθια σκέλη. Ὑπὸ τὰ πρόσθια σκέλη τοῦ κυνὸς ἡ ἐπιφάνεια τοῦ κυλίνδρου εἶναι ἀποκεκρουμένη καὶ τὸ δεξιὸν σκέλος δὲν διασῴζεται κανονικῶς.
H αἴγαγρος εἰς τὰς γνωστὰς παραστάσεις τῆς Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ καθ᾿ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς λεκάνης τῆς Ἀνατ. Μεσογείου, ὅπου ἀπαντῶνται αἰ παραστάσεις της, ἀποδίδεται ὡς εἶναι, πλάσμα ὑπερήφανον καὶ μεγαλοπρεπές. Ἀντιθέτως ὄμως κατὰ τὸ περιεχόμενον τῶν εἰκονιστικῶν σκηνῶν ὧν μετέχει, δὲν ἀποτελεῖ τὴν γνωστὴν προσωποποίησιν τῆς δυνάμεως ἣν ἀποτελεῖ γενικῶς ὡς ζῷον. Εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς παραστάσεις κυνηγίου αἰγάγρου ποὺ ἔχομεν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Κρήτης καὶ τῆς μυκηναϊκῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος, ἀποτελεῖ τὸ καταδιωκόμενον θήραμα, ὅπερ δὲν ἀντιδρᾷ, οὐδ᾿ εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν κύνα.
Ὡς ἐκ τοῦ ἀποδιδομένου μήκους τῶν κεράτων τοῦ ζῴου, καθίσταται πρόδηλον ὅτι τοῦτο ἔχει φθάσει, κατὰ ταῦτα, εἰς τὴν μεγίστην ἀνάπτυξίν του. Τὰ κέρατα ἀποδίδονται κανονικῶς, ἤτοι «τοξοειδῶς ἢ δίκην ἡμισελήνου λοξῶς πρὸς τὰ ὀπίσω»50. Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἡμετέρου σφραγιδοκυλίνδρου ἀποδίδονται, καὶ δὴ καὶ μετὰ δύο στιγμῶν μεταξύ των, δίκην συνδέσμων, ἐν τῇ προσπαθείᾳ τοῦ σφραγιδογλύφου ὅπως ὑποδηλωθῶσιν ἀμφότερα. Ο λαιμὸς εἶναι ἴσως μακρότερος τοῦ συνήθους, διὰ τῆς ἐπιμηκύνσεως ὄμως ὑποδηλοῦται ἔτι πλέον ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ ζῴου. Γενικῶς ἡ ἀπόδοσις τῶν ἀνατομικῶν λεπτομερειῶν τῶν δύο ζῴων κρίνεται πιστή, ὡς καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον προσπαθεῖ ὁ κύων νὰ πλήξῃ τὸ μεγαλόσωμον ζῷον.
Ο σφραγιδογλύφος αὐτοῦ τοῦ μνημείου -καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν τὸ διαπραγματευόμενον παράδειγμα- ἐπέτυχε νὰ προσδώσῃ -ὅπως καὶ εἰς ἄλλας σφραγῖδας- εἰς ἀμφότερα τὰ ζῷα τὴν ψευδαίσθησιν τοῦ ἱπταμένου καλπασμοῦ, τῆς ταχύτητος καὶ τῆς νοουμένης ἐλλείψεως βάρους, κατὰ τὴν διδαχὴν τοῦ καθηγητοῦ Fr. Schachermeyr51. Ὤς γνωστόν, τὸν όρον ἱπτάμενος καλπασμὸς εἰσήγαγεν ο S. Reinach52, ἐνῷ ο Fr. Schachermeyr τῷ 1951 εἰσήγαγε δύο ἄλλας φάσεις τοῦ καλπασμοῦ τούτου, τὸν Absprungsgalopp καὶ τὸν Aufsprungsgalopp53. Κατὰ τὸν Ἀρθ. Ἔβανς, ὁ ἱπτάμενος καλπασμὸς ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν ΜΜII περίοδον ἐν Κρήτῃ54.



Τὸ θέμα τῆς καταδιώξεως αἰγάγρου ὑπὸ κυνὸς παρακολουθεῖται ἤδη ἀπὸ τῶν παλαιοανακτορικῶν χρόνων (ΜΜII), ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται διὰ τῆς φακοειδοῦς ἐξ ὀρείας κρυστάλλου σφραγῖδος ἐκ Σφακίων εἰς Ὀξφόρδη (Ashmolean Museum 1938.943) καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὁ κύων εἰκονίζεται κατ᾿ ἐξαίρεσιν ὕπερθεν τῆς αἰγάγρου (Wildziege)55. Ἐπίσης, εἰς δύο ΜΜII σφραγίσματα τῆς Φαιστοῦ (ΜΗ ἀριθ. 698), ἓν δυσδιάκριτον πλάσμα (κύωνς) ἀποδίδεται εἰς τὴν ράχιν τῆς αἰγάγρου (ἱπτάμενος καλπασμὸς μὲ κεκαμμένα τὰ πρόσθια σκέλη)56.
Κατὰ τὴν ΜΜΙΙΙΒ φάσιν ὁ κύων λαμβάνει τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν θὰ διατηρήσῃ καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας περιόδους, ἤτοι εἰς προσγείωσιν (Aufsprung) καὶ μὲ τὸ ρύγχος του δάκνων εἰς τὸ μαλακὸν σημεῖον πρὸ τῆς κοιλίας τῆς αἰγάγρου (πεπιεσμένος κύλινδρος εἰς Βρετανικὸν Μουσείον GR/R 1921.7-11.2)57.
Μεταγενέστερον εἶναι τὸ σφράγισμα τοῦ ἀρχείου (δωμάτιον 8) τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ (EAM 8553) μὲ κύνα καὶ αἴγαγρου εἰς ἱπτάμενον καλπασμόν58. [H ὡς κίβδηλη θεωρουμένη ἐξ ἐρυθροῦ ἰάσπιδας σφραγὶς τοῦ Μ.Μ.Ν.Υ. 14.104.3 παρουσιάζει τὴν ἰδιοτυπίαν ὅτι ὑπὸ τὴν διὰ Σιγούνης πληττομένην αἴγαγρου (Aufsprung) ἀποδίδεται κύων κατευθυνόμενος (Absprung) πρὸς τὰ ὀπίσω (ἀντιθέτως ἢ ἡ αἴγαγρος) καὶ ἐπιδιώκων νὰ δήξῃ αὐτὴν εἰς τὰ γεννητικὰ όργανα59.] Ἄλλο ἐδημοσιεύθη ὡς ἀγνώστου προελεύσεως60.
Τὸ ἡμέτερον παράδειγμα, τῆς ΥΕI/IIA περιόδου, προϊὸν αὐτῆς τῆς μείζονος ἐποχῆς ἀκμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτερίσθησαν εἰς σημαντικὸν ποσοστὸν γενικῶς διὰ ἁπλῶν σφραγίδων, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον διὰ χρυσεπενδύτων σφραγίδων, πλεῖσται ἀνὰ τὴν Μεσσηνίαν ταφαὶ τῆς ΥΕII περιόδου, δεικνύει τὴν πρόοδον ἔναντι τοῦ πεπιεσμένου κυλίνδρου τῆς ΜΜIIB φάσεως.
Εἰς τὸν πεπιεσμένον κύλινδρον τοῦ Βρετανικοῦ Μουσείου τὰ πρόσθια πέλματα τῶν ζῴων ἅπτονται τοῦ ἐδάφους, ἤτοι ἀποδίδεται ἀκριβῶς ἡ στιγμή «προσγειώσεως» τῶν ζῴων. Τοῦ ἡμετέρου σφραγιδοκυλίνδρου οἱ πρόσθιοι πόδες (τὰ πέλματα) ἀμφοτέρων τῶν ζῴων ἀπέχουν ἐλάχιστα τοῦ ἐδάφους πρὸς ὑποδήλωσίν ὁμοίας περιπτώσεως, ἀλλ᾿ εἰς τὸν σφραγιδοκύλινδρον δὲν ὑποδηλοῦται τὸ ἔδαφος, ὅπως ἐπίσης δὲν παρέχεται οἱονδήποτε παραπληρωματικὸν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ τοποθετήσῃ εἰς ἓν ἄγριον καὶ ὀρεινὸν- βραχῶδες τοπίον τὴν παριστωμένην σκηνήν. Πάντως πρόκειται περὶ χαρίεντος θέματος ἀποδιδομένου φυσιοκρατικῶς.
Τὴν αὐτὴν περίπου τοποθέτησιν ἔχει ὁ ὑποκείμενος τοῦ κάπρου τῆς τοιχογραφίας τοῦ νεωτέρου ἀνακτόρου τῆς Τίρυνθος κύων, ἀμφότερα ὄμως τὰ ζῷα εὕρηνται εἰς πλήρη καλπασμὸν εἰς ὁριζοντίαν θέσιν (πτῆσιν)61. Οἱ χρυσόδετοι σφραγιδοκύλινδροι εἶναι κατὰ κανόνα καὶ κατὰ πλειοψηφίαν μυκηναῖκοί.
Oι αἰγαιακοὶ σφραγιδοκύλινδροι62 στεροῦνται γενικῶς χρυσῆς ἐπενδύσεως. Oι ἀνωτέρω λοιποὶ μνημονευθέντες ἐπαυξάνονται διὰ τῆς προσθήκης ὡρισμένων χρυσεπενδύτων κυλίνδρων63. Ἀπαντες κατάγονται ἐκ τῆς Ὑστέρας Ἐποχῆς τοῦ Χαλκοῦ64, εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι πρὸ τῶν ἀρχῶν τῆς ΥΜΙΑ περιόδου δὲν κατεσκευάζοντο ἐν Κρήτῃ. Η ἐπένδυσις τοῦ σφραγιδοκυλίνδρου τῆς Κουκουνάρας, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ θέμα, τὴν ἐπιλογὴν τοῦ κυνὸς καὶ τὰς λοιπὰς τεχνικὰς λεπτομερείας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναχθῇ εἰς τὴν μεταβατικὴν ΥΕΙ/IIA φάσιν καὶ δὴ καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ -15ου αἰ., ὁπότε καὶ ἐπέδιδεν ἢ διὰ χρυσοῦ ἐπένδυσις τῶν ποικίλων σφραγίδων. Οἱ χρυσόδετοι σφραγιδόλιθοι εἶναι κατὰ κανόνα καὶ κατὰ πλειοψηφίαν εὑρήματα ἀνασκαφῶν. Σφραγίς, ἀποτελοῦσα τυχαῖον εύρημα, δὲν διασῴζει συνήθως τὸ δέσιμόν της, ἐφ᾿ ὅσον ὑπῆρχε τοιοῦτον.

V.
Φακοειδὴς ἐκ μέλανος στεατίτου σφραγιδόλιθος εὑρεθεὶς κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς τοῦ ἔτους 1976 εἰς τὸ ἀνατολικὸν ἄκρον τοῦ «Κύκλου» τῆς Περιστεριᾶς καὶ δὴ καὶ εἰς στρῶμα καύσεως ΝΑ. τῆς γωνίας ποὺ σχηματίζει ο «Κύκλος» εἰς τὸ ἀνατολικόν του τμῆμα65. Μουσείον Χώρας 3156.
Διαστάσεις: μεγ. διάμ. 1.74- 1.85 ἐκ. (ἐγκαρσίως πρὸς τὸ τρῆμα) Χ1.85 ἐκ. (κατὰ τὸν κύριον ἄξονα τοῦ τρήματος ἀναρτήσεως). Ἀνώτ. πάχ. 1 ἐκ, διάμ. τρήματος 2.5- 3.5 χιλ. Ὀπισθία ὄψις κωνική. Η φέρουσα τὴν γλυφὴν ἐπιφάνεια μὲ κανονικὴν κυρτότητα. Σκληρότης στεατίτου 2. Βάρος 3.7γρ. Η ὀπὴ ἀναρτήσεως εἶναι ἐλλειψοειδὴς καὶ οὐχὶ κυκλική (εἰκ.5α-γ).
Ο στεατίτης παρουσιάζει μπλὲ ἀποχρώσεις εἰς τὸ βάθος τῶν γλυφῶν.
H παράστασις ἀποδίδει ζῷον ἱστάμενον πρὸς τὰ ἀριστερά (ἐπὶ τοῦ λίθου) μὲ τὴν κεφαλὴν ἐστραμμένην πρὸς τὰ δεξιά. Η κεφαλὴ δὲν διακρίνεται εὐκρινῶς (οὐδεμία, μάλιστα, λεπτομέρεια) πέραν τοῦ ρύγχους καὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ μὲ τὸ παρακείμενον οὐς. Πρόκειται ἴσως περὶ κερασφόρου ζῴου, ὡς διαφαίνεται ἐκ τῆς ὄπισθεν τῆς κεφαλῆς προεκτάσεως τῆς ὑποδηλούσης κέρας.
Ὑπερήφανον τὸ ζῷον ἀνυψοῖ τὴν ἐστραμμένην κεφαλὴν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προβάλλεται πλούσιον τὸ στῆθός του καὶ νὰ ὑπενθυμίζη τὰ ΠΚ εἰδώλια μὲ τὴν σημειουμένην ἀνάτασιν. οὐσιαστικῶς ἡ κεφαλὴ εὑρίσκεται ἀρκετὰ ὀπίσω ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ στῆθός. Ἐκ τῶν προσθίων σκελῶν ὑποδηλοῦται τὸ ἕν, ἐνῷ τὰ ὀπίσθια ἀποδίδονται ἀμφότερα, ὑποδηλούμενα κεχωρισμένως. Πλουσία καὶ παχυτάτη ἡ οὐρὰ σχηματίζει μεγαλοπρεπὲς τόξον ὡς καὶ τὰ ὀπίσθια μέλη. Τα πρόσθια σκέλη είναι κατά πολύ χαμηλότερα από τα οπίσθια.
Γενικῶς τὸ ζῷον ἔχει ἀποδοθῇ ἐν πλήρει σχηματοποιήσει ἐξαιρέσει τοῦ ὀπισθίου τμήματος τοῦ ζῴου καὶ τῆς οὐρᾶς του, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποδοθῆ μεγαλοπρεπέστατα κατὰ τὰ παλαιότερα γλυπτὰ δείγματα τοῦ φυσιοκρατικοῦ ρυθμοῦ. Ἐν τούτοις ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ὑπερήφανον στάσιν τοῦ καλλιγράμμου, ὡς ἔχει ἀποδοθῇ, ζῴου. Τὸ περίγραμμα τοῦ ζῴου εἶναι καθαρὸν καὶ ἔντονον, ἄνευ ὄμως λεπτομερειῶν καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς ὅλον τὸ σῶμα. H παράστασις ἀνήκει εἰς τὸ B «στὺλ» τῆς ΥΕΙΙΙΒ περιόδου. Πρὸ τοῦ ζῴου ὑφίσταται σύνολον ἐγχαράκτων γραμμῶν κατὰ μῆκος τῆς περιφερείας, αἰ ὁποῖαι γραμμαὶ ἐνθυμίζουν τὴν ἀπόδοσιν δένδρου εἰς τὰς ἀναλόγους παραστάσεις τῶν λοιπῶν ὁμοίων κατὰ τὴν ἐμφάνισιν σφραγίδων. Ούτως, αὐτὰ τὰ κοῖλα φύλλα τοῦ νοουμένου φυλλοφόρου στελέχους κλίνουν πρὸς τὰ ἔξω, δηλαδὴ οὐσιαστικῶς ἀκολουθοῦν τὴν περιφέρειαν κατὰ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο.
Εἰδικῶς διὰ τῆς ἀποδόσεως τῆς κεφαλῆς τοῦ ζῴου, ἐστραμμένης κατὰ 180°, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξαίρεται ἔτι πλέον ο λαιμὸς καὶ τὸ στῆθός, ἐπετεύχθη ἡ κάλυψις τοῦ συνόλου τοῦ χώρου τῆς σφραγιστικῆς ἐπιφανείας, ὡς γνωρίζομεν ἐκ τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ παρομοίων περιπτώσεων66. Εἰδικῶς ἐπ᾿ αὐτοῦ παρατηρητέον ὅτι ἄλλοτε μὲν ἀποδίδεται τὸ ζῷον εὐθυτενὲς μὲ τὴν κεφαλὴν κατ᾿ εὐθεῖαν ἐμπρός, ἄλλοτε δὲ μὲ τὴν κεφαλὴν ἐστραμμένην (ὡς ἡ προκειμένη περίπτωσις).



Ἀσαφὴς παραμένει ἡ πιθανὴ ἀπόδοσις μικροῦ ζῴου ὑπὸ τὸ ἀπεικονιζόμενον μεῖζον. Ἴσως πρόκειται περὶ ζῴου κινουμένου πρὸς τὴν ἀντίθετον κατεύθυνσιν. Βεβαίως δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἁπλούστατα τὰ κεκαμμένα πρόσθια τοῦ ζῴου σκέλη καὶ νὰ δημιουργῆται αὐτὴ ἡ ψευδαίσθησις δί ἓν μικρότερον ζῷον. Μάλιστα, εἰς αὐτὸν τὸν τελευταῖον λόγον δυνατὸν νὰ ὀφείλεται καὶ ἡ σημαντικὴ μεταξὺ τῶν ὀπισθίων καὶ τῶν προσθίων σκελῶν διαφοράς ὑψηλότερα καὶ ἄκαμπτα τὰ ὀπίσθια.
Η σφραγὶς διατηρεῖται πλήρης πλὴν σημείου τινὸς εἰς τὸ ἀνώτερον δεξιὸν τμῆμα καὶ τοῦ χείλους τοῦ ἑτέρου τῶν ἄκρων τοῦ τρήματος. Γύρω-γύρω καὶ εἰς τὴν ἄγλυφον ὄψιν διακρίνονται πολλαὶ θραύσεις ὡς ἐκ τῆς χρήσεως. Διατήρησις σχετικῶς καλή.
Η σφραγὶς ἀνήκει εἰς τὴν τελευταίαν περίπου φάσιν τῆς Μυκηναϊκῆς ἐποχῆς καὶ ἀποτελεῖ ἓν τῶν κατασπάρτων στοιχείων τῆς ὑστάτης φάσεως τῶν ΥΕΙΙΙΒ χρόνων εἰς τὴν Περιστεριάν, εἰς τὰ ὁποῖα προστίθενται ἡ ΝΑ. οἰκία καὶ ο Βόρειος 1 τομεὺς τοῦ λόφου τῆς Περιστεριᾶς μὲ τοὺς παχυτάτους τοίχους τοῦ ἐκεῖ κτίσματος καὶ τὰ πολυάριθμα μετὰ τραχηλοβοστρύχου πήλινα εἰδώλια τύπου Φ.
Κατὰ τὰ κρατοῦντα εἰς τὸ CMMS ἔχουν ταυτισθῆ αἰ σχετικαὶ παραστάσεις ὡς αἷγες. Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ καθηγ. Guenter Nobis (Bonn), πρόκειται περὶ θηλείας αἰγάγρου: «Meines Erachtens handelt es sich um cine weibliche Wildziege, weill.) die Darstellung des Geschlechtes (=der Rute) fehlt und 2.) die grossen (=langen), séibelférmigen Hérner ffir Wildziege Capra aegagrus L. sprechen- denn um 1500 v. Chr. haben Balkanhausziegen in beiden Geschlechtern pervertierte (gedrehte) Hornzapfen (von einigen wenigen Ausnahmen abgesehen); doch dann sind die Hornzapfen auch meist kfirzer (=kleiner)» (ἀνακοίνωσις δί ἐπιστολῆς, 1991).

VI.
Πεπιεσμένος ἐξ ἡμιδιαφανοῦς σαρδίου κύλινδρος ἐκ τοῦ θόλωτοῦ τάφου 1 Τραγάνας. Μουσεῖον Χώρας 3157. Η σφραγὶς αὐτὴ εὑρέθῃ κατὰ τό «κοσκίνισμα» τοῦ θόλωτοῦ τάφου τοῦ Κουρουνιώτου κατὰ μῆνα Ἰούλιον τοῦ ἔτους 1980. Δυσάρεστον ὄμως εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκ τοῦ θόλωτοῦ αὐτοῦ τάφου εἶναι γνωσταὶ δύο μόνον σφραγῖδες καὶ αὐταὶ μετὰ τὴν ἀνασκαφὴν τοῦ τάφου, ἐνῶ εἰς τὸν παρακείμενον δεύτερον θολωτὸν τάφον εἶχον εὑρεθῆ κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Μαρινάτου ἀνασκαφήν (1955) πέντε τὸν ἀριθμόν (εἰκ.6α-γ).
Η σφραγὶς σῴζεται πλήρης καὶ εἰς καλὴν κατάστασιν, συγκεκολλημένη ἐκ δύο θραυσμάτων67. Ἀμφότεραι αἱ ὄψεις ἔχουν διατηρηθῆ καλῶς. Munsell 2.5YR3/6 (dark red), μὲ φωτεινὰς καὶ σκοτεινὰς ἀποχρώσεις. [Ἐπιφάνεια πρασίνη, φαιά, ἐρυθρά.]
Διαστάσεις: μῆκ. 1.47 ἐκ., πλάτ. 0.89 ἐκ., πάχ. 0.47 ἐκ., διάμ. τρήματος κατὰ τὰ δύο ἄκρα 2.0 καὶ 1.9 χιλ. Αἱ δύο ἐπιφάνειαι τῆς σφραγῖδος ἔχουν κανονικὴν κυρτότητα -δὲν συναντῶνται εἰς ἀκμήν, ἀλλὰ δημιουργεῖται μεταξύ των ἕδρα, πλάτ. μόλις 1.5 χιλ. Αἰ στεναὶ πλευραὶ τῆς σφραγῖδος τονίζονται μὲ μίαν λεπτὴν ἐγχάραξιν πολὺ πλησίον τῶν ἄκρων των.
Εἰς τὴν μίαν ἐπιφάνειαν ὑπάρχει παράστασις καθημένου πρὸς τὰ δεξιὰ γρυπὸς μὲ ἀνεῳγμένα τὰ πτερά. Εἶναι λεπτῆς καὶ πολὺ καλῆς ἐκτελέσεως. Αἰ γραμμαὶ διακρίνονται δί αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν καλὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἔχουν γίνει μὲ ἄνεσιν ἐκ μέρους τοῦ σφραγιδογλύφου. Η ἐπιτευχθεῖσα ἀφαίρεσις ὑπῇρξε λελογισμένη καὶ τοῦτο εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴ σχηματισθῆ ἄκαμπτος σχηματοποίησις. Ai γλυφαὶ τοῦ σώματος εἶναι ἀρκούντως βαθεῖαι καὶ πεπλατυσμέναι καὶ τοῦτο πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ἀναγκαίων ὅγκων. Εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ σώματος δύο μικρότεραι ἐγχαράξεις ἀποδίδουν ὡρισμένας λεπτομερείας. Oι πόδες τοῦ φανταστικοῦ ζῴου ἀποδίδονται εὐκρινέστερον χάρις εἰς μικρὰς ἐλλειψοειδεῖς γλυφάς, ἐνῷ οἱ ὄνυχες ἀποδίδονται διὰ μικρῶν καὶ λεπτῶν εὐθυγράμμων ἐγχαράξεων. Τὸ ἀνώτερον μέρος τῶν ἀνεῳγμένων καὶ ἀνυψωμένων πτερῶν ἀποδίδεται ὁμοίως μὲ ἐπιμήκεις γλυφάς. Η ἐξ αὐτῶν ἐξωτερικωτέρα ἀποδίδει ἐπακριβῶς τὸ σχῆμα τοῦ πτεροῦ χάρις εἰς ἐξαιρετικὰ πιστὴν φυσικὴν γωνίωσιν. Τὸ κατώτερον, τέλος, τμῆμα τῶν πτερῶν ἀποδίδεται δί ἰδιαιτέρως πυκνῶν, λεπτῶν εὐθυγράμμων ἐγχαράξεων.
Η κεφαλὴ εἶναι ἐστραμμένη πρὸς τὰ ἄνω, ὡς τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα ἱκανὰ τὸν ἀριθμὸν παραδείγματα τῆς μικρογλυπτικῆς68 ἀλλὰ καὶ τῆς ἐλεφαντουργίας69. Ἄν καὶ κατευθὺνεται πρὸς τὰ ἄνω, ἐν τούτοις ἔχει ἀποδοθῇ διὰ μιᾶς ἀρκετὰ πεπλατυσμένης γλυφῆς. Τὸ ράμφος τοῦ πτηνοῦ εἶναι γαμψόν, o ὀφθαλμὸς στρογγύλος, ἐνῷ τὸ λοφίον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλα παραδείγματα εἰς τὰ ὁποῖα δίδεται ἰδιαιτέρα ἔμφασις ἀκριβῶς πρὸς ὑποδήλωσίν τοῦ ἡγεμονικοῦ συμβολισμοῦ τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ γρὐψ, ἔχει ἀποδοθῆ εἰς πλήρη σχηματοποίησιν καί, μάλιστα, εἰς τετράγωνον μορφήν. Η οὐρὰ ἔχει σχῆμα δυτικοῦ ἐρωτηματικοῦ καὶ εἰς τὸ ἄκρον εἶναι ἐφωδιασμένη μὲ μίαν ἐμβάθυνσιν.
Ο νέος αὐτὸς πεπιεσμένος κύλινδρος τῆς Τραγάνας δυνατὸν νὰ προέρχεται εἴτε ἐκ τῆς ταφῆς τοῦ ζεύγους τῶν ὁμοίων περίπου πρόχων τῆς ΥΕΙΙΙΑ περιόδου εἴτε ἐκ τῆς ταφῆς τῆς ΥΕΙΙΙΓ περιόδου71, ὁπότε θὰ ἀπετέλει κειμήλιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σφραγῖδες μὲ παράστασιν γρυπὸς ἢ γρυπῶν ἔχουν εὑρεθῆ ἀνὰ τὴν Μεσσηνίαν72 εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ λόφου τοῦ Ἐπάνω Ἐγκλιανοῦ (καὶ σφραγίσματα καὶ ο περιώνυμος χρυσοῦς σφραγιστὴρ εἰς τὸν θόλωτὸν τάφον IV) καὶ εἰς θολωτοὺς τάφους, oι ὁποῖοι ἅπαντες ἀνῆκον εἰς τοὺς τοπικοὺς μεγαλοκτηματίας ἢ εἰς ἄλλους ἀξιωματούχους τῆς ἐπικρατείας τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ. Τὸ πρᾶγμα διαπιστοῦται ἐκ τοῦ πλούτου τῶν κτερισμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν προέλθη ἐξ αὐτῶν τῶν τάφων, ἀλλὰ καὶ δί ἕνα προσέτι λόγον: συγκρινόμενα τὰ κτερίσματα αὐτὰ ἀλλὰ καὶ αὐτὸς οὗτος ο θόλωτὸς τάφος εἰς τὸν ὁποῖον εὑρέθησαν αἰ μετὰ γρυπὸς ἢ γρυπῶν σφραγῖδες κατὰ τὸ μέγεθος πρὸς τοὺς λοιποὺς μικροτέρους θολωτοὺς τάφους τῆς αὐτῆς θέσεως, προκύπτει ἀνενδοιάστως ὅτι ο μεγάλος αὐτὸς καὶ πλούσιος θόλωτὸς τάφος ἀνῆκε πράγματι εἰς τοὺς μεγαλοκτηματίας καὶ ἀξιωματούχους τοῦ βασιλείου. Οἱ τάφοι οὗτοι εἶναι oι ἀκόλουθοι: ο θόλωτὸς τάφος Ρούτση 2, ο θολωτὸς τάφος Γουβαλάρη 1 Κουκουνάρας, ο θολωτὸς τάφος 1 Τραγάνας, ο θολωτὸς τάφος IV Ἐγκλιανοῦ καὶ ο θολωτὸς τάφος Νιχωριῶν (εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἐκ τῶν λοιπῶν μικρῶν θολωτῶν ἀψιδωτῶν τάφων τοῦ νεκροταφείου τοῦ πληθυσμοῦ). Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τὸν θολωτὸν τάφον 1 Γουβαλάρη, ποὺ εὑρίσκεται μετὰ τοῦ ὐπ᾿ ἀρ. 2 εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν θολωτῶν τάφων τοῦ ἐκτεταμένου νεκροταφείου τοῦ πληθυσμοῦ.



Ο καθηγ. Fr. Schachermeyr ἐπεσήμανε πρῶτος73 τὴν προτίμησιν διὰ τὴν ἐπιλογὴν τοῦ θέματος τοῦ γρυπὸς εἰς τὰς τοιχογραφίας τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ, τοῦ παρακειμένου τετάρτου θολωτοῦ τάφου καὶ εἰς τοὺς σφραγιδολίθους τοῦ Ρούτση καὶ τοῦ Γουβαλάρη74, προτίμησις ἡ ὁποία συνεβάδιζε μὲ τὴν συχνὴν ἐπιλογὴν λεόντων εἰς τὴν σφραγιδογλυφίαν καὶ εἰς τὰς τοιχογραφίας.
H παράστασις αὐτὴ τοῦ γρυπὸς μὲ ἀνεῳγμένα πτερὰ ἡρμηνεύθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὡς βασιλικὸν ἔμβλημα, ὡς τοιοῦτον δὲ εἶχεν ἀναγνωρισθῇ ἀρχῆθεν ὑπὸ τοῦ Evans, τῆς Lang, τῆς Flagge, τοῦ Schachermeyr, καὶ ὐφ᾿ ὅλων γενικῶς τῶν ἐρευνητῶν. Βεβαίως ὁ γρὺψ εἶχε χρησιμοποιηθῆ ὡς βασιλικὸν ἔμβλημα ὄχι μόνον εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀργολίδα καὶ εἰς τὴν ἀχαϊκὴν Κρήτην καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου εἶχον ἀναπτυχθῆ ἀχαϊκὰ κέντρα.
Ἰδιαίτεραν σημασίαν ἔχει ἡ διαφορότροπος πολλαπλότης τῆς ἀποδόσεως τοῦ γρυπὸς75 εἰς τὰ ἔργα τῆς κρητομυκηναϊκῆς τέχνης, εἴτε ὡς μετέχων κυνηγίου (θηρεῦον ζῷον ἢ θηρευόμενὸν- καταβαλλόμενον), ἡ μαχητική του δηλ. συμμετοχὴ εἰς τὸ πλαίσιον ἄλλων θηρευτικῶν σκηνῶν, ἡ συμμετοχή του ὡς φύλακος συμπαραστάτου καὶ ἀποτρεπτικῆς δυνάμεως εἰς παραστάσεις ἱεροῦ δένδρου, κυνός, θρόνου, ἴσως πύλης ἀκροπόλεως (Μυκηνῶν), περιβάλλων θεότητα (ἄρρενα ἢ θηλεῖαν), ὑποκαθιστῶν τὴν θεότητα κατὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἱεροῦ σφαγίου, εἴτε χρησιμεύων πρὸς ζεῦξιν εἰς θετὸν ἄρμα ἢ ὡς μεταφορεὺς θεότητος, συμμετέχων εἰς τὸν θρίαμβον τοῦ νικητοῦ καὶ ὡς μαχητικὸν στοιχεῖον κατὰ τὴν ὑστερομυκηναϊκή ἐποχήν. Γενικῶς ὑπῆρξε τὸ σύμβολον τῆς βασιλικῆς δυνάμεως τῶν Ἀχαιῶν καὶ τοῦτο καταφαίνεται ἐκ τῶν τοιχογραφιῶν τῶν αἰθουσῶν τοῦ θρόνου τῶν ἀνακτόρων τῆς Κνωσοῦ καὶ τοῦ Ἐγκλιανοῦ καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν ἐπὶ ποικίλων σφραγίδων παραστάσεων.
Εἰς τὴν Μεσσηνίαν ὑπάρχουν αἱ ἀκόλουθοι περιπτώσεις παραστάσεων τοῦ γρυπός: ἰστάμενος πρὸ δένδρου (Νιχώρια)76, καθήμενος καὶ στρέφων τὴν κεφαλήν77, μεταφέρων νεκρὸν αἰγοειδές (Γουβαλάρη, θολωτὸς τάφος 1 καὶ Ρούτση, θολωτὸς τάφος 2)78, ἄνευ περιβάλλοντος: γρὺψ μὲ κεκαμμένα τὰ σκέλη (ἀνάκτορον Ἐγκλιανοῦ)79, ἀνδρικὴ μορφὴ προηγουμένη γρυπός (Ρούτση, θολωτὸς τάφος 2)80, γρὺψ παριστάμενος μὲ ἀνυψουμένην πρὸς τὰ ἐμπρὸς τὴν κεφαλὴν εἰς συγκέντρωσιν ἀνδρικῶν μορφῶν (ἀνάκτορον Ἐγκλιανοῦ)81, γρῦπες καὶ ἔλαφοι περιβάλλοντες ἀνδρικὰς μορφάς (σφράγισμα ἀνακτόρου Ἐγκλιανοῦ)82, ἡγεμονικῷ τῷ τρόπῳ καθήμενος γρὺψ φέρων βασιλικὸν διάδημα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς83 καὶ ἀπὸ κάτω τρίγλυφα μὲ ἀμφιημιρόδακας, ἡ ἀντίστοιχος παράστασις τοῦ νέου πεπιεσμένου κυλίνδρου τῆς Τραγάνας, ζεῦγος καθημένων γρυπῶν μὲ ἐλαφρῶς ἀνυψωμένην τὴν κεφαλήν84, ἤτοι ἐπανάληψις μείζονος ἀρχιτεκτονικῆς συνθέσεως, ἐραλδικὴ παράστασις ἀντωπῶν γρυπῶν μὲ ἀποστρεφομένας τὰς κεφαλὰς ὕπερθεν τοῦτου ἕτερον ζεῦγος γρυπῶν ἐν μικρογραφία (ἀνάκτορον Ἐγκλιανοῦ)85, γρύψ, λέων καὶ γρὺψ κατὰ σειρὰν ὕπερθεν θεούσης σπείρας (ἐπτὰ σφραγίσματα -ἀνάκτορον Ἐγκλιανοῦ), σαφῶς ἐξ ἀνακτορικῆς συνθέσεως86, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ ὕπερθεν τοῦ λέοντος ἡλιακοῦ δίσκου καὶ τοῦ δευτέρου γρυπὸς ἀνυψοῦντος τὴν κεφαλήν, ἄλλη ἀντίστοιχος κατὰ σειρὰν παράθεσις ἡγεμονικῶν ζῴων, ὧν μεταξὺ γρὺψ μὲ κεφαλὴν κατευθυνομένην πρὸς τὰ ἄνω καὶ πτερόν87, ὀρθὴ εὐθυτενὴς θηλείᾳ γρὺψ88 ἐν ὅλῃ της τῇ μεγαλοπρεπείᾳ στρέφουσα τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ἄνω καὶ ὀπίσω89.
Ο πεπιεσμένος κύλινδρος τῆς Τραγάνας εἶναι, κατὰ τὸ θέμα, συγγενέστερος πρὸς τὸν χρυσοῦν σφραγιστῆρα τοῦ τάφου IV τοῦ Ἐγκλιανοῦ ἐν σχέσει πρὸς πάντας τοὺς λοιποὺς σφραγιδολίθους τῆς Μεσσηνίας, πλὴν ὄμως καὶ αὐτοῦ ἀπέχει παρασάγγας.

Λοιπαὶ ψῆφοι


Κύλινδρος ἐξ ἀχάτου ἄνευ γλυφῆς προέρχεται ἐκ τοῦ θαλαμωτοῦ τάφου 1 Βολιμιδίων. Ἀνευρέθη τῷ 1952 καὶ εἶναι ἀδημοσίευτος. Ἔχει μῆκος 3.29 ἐκ., διάμ. 1.36 ἐκ. καὶ διάμετρήματος 0.35- 0.37 ἑκ. Munsell 5YR3/2 ἢ 3/3 (dark reddish brown) (εἰκ.7β).
Σημειωτέον τέλος ὅτι, εἰς τὸ πλαίσιον τῆς μελέτης τῶν εὑρημάτων τῶν θολωτῶν τάφων Τραγάνας καὶ Ρούτση, ἐσχεδιάσθησαν ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ καλλιτέχνου κ. Εὐστ. Ἀνδρουτσάκη αἱ σφραγῖδες EAM8328 (CMSI 277), 8320 (CMSI 281) καὶ EAM8321 (CMSI 282) μὲ ἀκριβεστέραν ἀπόδοσιν ἐπὶ μέρους λεπτομερειῶν (εἰκ.7α).


Γεώργιος Στυλ. Κορρές
"Αδημοσίευτοι Σφραγίδες εκ των ανασκαφών της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανά την Μεσσηνίαν"

Αρχαιολογική Εφημερίς 1991

Θερμαὶ εὐχαριστίαι ὀφείλονται εἰς τὸν φίλον δρ. Ι.Pini, ὁ ὁποῖος μὲ ἐφωδίασε μὲ φωτογραφικὸν ὑλικὸν τόσον ἐκ τῶν δημοσιευμένων σφραγίδων ὅσον καὶ συγκριτικόν. Αἰ φωτογραφίαι ὀφείλονται εἰς τὸν Κων. Κωνσταντόπουλον καὶ εἰς τὸν δρ. Ι. Pini, ἐνῷ τὰ σφραγίσματα ὀφείλονται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν δρ. Ι. Pini. Τὰ σχέδια ἐξετελέσθησαν εἰς τὸ ἐν Marburg ἀρχεῖον τοῦ CMS καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Εὐστ. Ἀνδρουτσάκη, ὡς ἐπίσης ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐβελτιώθη καὶ τὸ σχέδιον τοῦ σφραγιδοκυλίνδρου τῶν Φυτιῶν. Θερμαὶ εὐχαριστίαι ἀπευθύνονται καὶ εἰς τὴν ἔφορον Ἀρχαιοτήτων κ. Εὐ. Πρωτονοταρίου -Δεϊλάκη, ὡς καὶ εἰς τὸν ἔφορον Ἀρχαιοτήτων καὶ ὑφηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Θεόδ. Γ, Σπυρόπουλου διὰ τὴν φιλόφρονα βοήθειάν των, τέλος δὲ εἰς τὰ μέλη τῶν Ἀνασκαφῶν Πύλου, τὴν κ. Σοφίαν-Ναυσικᾶν Ταράντου, τὴν ἐπιμελήτριαν Ἀρχαιοτήτων δ. Γεωργίαν Χατζῆ, τὴν δ. Ἀφροδίτην Χασιβάκουκαὶ τὸν κ. Μιχ. Παλικισιᾶνον.
1. Δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ CMS I ἢ V ἂν καί, ἀντιστοίχως, εὕρητο εἰς τὸ EAM καὶ εἰς τὸ Μουσεῖον Χώρας κατὰ τὴν περίοδον ἐκδόσεως τῶν ὡς ἄνω τόμων.
2. Ἡμερολόγιον Ἀνασκαφῶν Πόλου, σ. 83α. Αἱ ἄλλαι δύο ἦσαν αἱ CMSI 305 (ἀρ.269) καὶ 308-9 (ἀρ. 272), ἀντιστοίχως EAM 8336 καὶ 8332.
3. Εἰς τὸ Εὐρετήριον τοῦ Μουσείου Χώρας (ἀρ.2726) σημειοῦνται ἐκ παραδρομῆς τὰ ἀκόλουθα «θ.τ. 2, λάκκος 1. Ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ νεκροῦ». ᾿Ἡτοι παρεισέφρυσαν δύο λάθη: ὁ ἀριθ. τοῦ λάκκου καὶ ἡ θέσις τῆς σφραγῖδος «ἐπὶ τοῦ βραχίονος τοῦ νεκροῦ». Αὐτὴ ἡ σφραγὶς ἦτο ἡ CMS I 306, ἀρ. 270 (EAM 8333).
4. Sp. Marinatos ἐν CMSI 305-310 ἀρ. 269-74. Πρβ. Σπ. Μαρινᾶτον, ΠΑΕ 1956, 205. Ἤδη Ι. Ρἰπἰ, CMS V, Supp1. ΙΑ (Berlin 1992) 373, 374 ἀρ. 345 (G.St. Korrcs).
5. CMS I 304. Εἰς τὸ Ἡμερολόγιον τῶν Ἀνασκαφῶν Πύλου, σ. 81β, ὁ Σπ. Μαρινᾶτος ἐσημείωσεν ὅτι «εὑρέθησαν λείψανα πλειόνων κρανίων»= (σ. 82α): «εἰς τὴν Ἀ. πλευρὰν τοῦ τάφου, ἔνθα φαίνεται λείψανον κρανίου καὶ ὀστᾶ», «ἔτερον κρανίον ὑπάρχει περὶ τὸ μέσον τοῦ τάφου ὡς καὶ ὀστᾶ ἐν ἀταξίᾳ»- (σ.82β): «6 τελευταῖος ταφεὶς νεκρὸς παρεμέρισε τοὐλάχιστον 4-5 ἄλλους, ὤν τὰ λείψανα τῶν κρανίων εὑρίσκονται ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ λάκκου καὶ Κάτω πρὸς Δ,»- (σ. 83α): «ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ νεκροῦ ὑπῆρχε κρανίον, τὸ μόνον ὅπερ ἦτο καὶ ἐξήχθη ἀκέραιον, ἐνῷ ὑπὸ τὸ κρανίον τοῦ κυρίου νεκροῦ ὑπῆρχε καὶ ἄλλο. Προφανὲς εἶναι ὅτι ὁ τελευταῖος νεκρὸς ἐτέθη ἐπὶ ἄλλων, ὤν ἀτελῶς μόνον ἀφῃρέθησαν τὰ λείψανα»- (σ. 83β): «Περαιτέρω, ἐφόσον ἀπεμακρύνετο 6 σαθρὸς σκελετὸς τοῦ νεκροῦ, μεθ᾿ οὗ ἀνευρίσκοντοἀναμείξεις καὶ ἄλλων βαθυτέρων, ἄρα προγενεστέρων, νεκρῶν ὀστᾶ...», «Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ κρανίου τοῦ κυρίου νεκροῦ, ἀπέμειναν πλέον, προσκεκολλημένα εἰς τὴν Ἀ. στενὴν πλευρὰν τοῦ λάκκου, ὀστᾶ νεκρῶν ἀναμφισβητήτως προγενεστέρων, ἅτινα μᾶς ἔδωκαν πολύτιμα εὑρήματα». Εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ Μουσείου Χώρας Τριφυλίας ἔχουν συντηρηθῆ παρὰ τοῦ καθηγητοῦ κ. Em. Breitinger ὡρισμένα σκελετικὰ κατάλοιπα (ἰδίᾳ κρανία) ἐκ τοῦ θολωτοῦ τάφου 2 Ρούτση. Ἀντιθέτως ὁ J. G. Younger, Towards the Chronology ofAcgean Glyptic in the Late Bronze Age (1973) 50, βασιζόμενος εἰς τὰς σφραγῖδας τοῦ λάκκου 2, χρονολογεῖ αὐτὰς εἰδικῶς εἰς τὴν φάσιν -1500/ -1450, ἀγνοῶν ὄμως τὰ λοιπὰ στοιχεῖα (χρυσᾶς ταινίας- κεραμικήν).
6. Εἰς τὴν σφραγῖδα τοῦ Μουσείου Χώρας 2707 παρὰ τὸ ἄκρον τοῦ τρήματος διακρίνεται ἑτέρα ὀπή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐγκαταλειφθεῖσαν προσπάθειαν διανοίξεως ὀπῆς, ἐπειδὴ τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν εὕρητο κατὰ τὸν κύριον ἄξονα μήκους τῆς σφραγῖδος.
7. Η διαμόρφωσις εἰς τὴν ὀπισθίαν ἐπιφάνειαν ἐνθυμίζει τὴν ὀπισθίαν ἐπιφάνειαν (μετὰ ζεύγους ἐπιμήκων τόξων) τοῦ σφραγιδολίθου EAM5672 τοῦ θολωτοῦ τάφου Β τοῦ Κακοβάτου (CMSI Supp1., 1982, 68 ἀρ.34). Ἕν μικρόν, τέλος, τμῆμα ἔχει συγκολληθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ὀπισθίαν ὄψιν, προφανῶς, μετὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῆς λίθου.
8. Γ. Σ. Κορρές, Ο πραγματικὸς ἀριθμὸς τῶν σφραγιδολίθων τοῦ θολωτοῦ τάφου τοῦ Βαφειοῦ, ΑΕ 1976, 148 Κἑ., ἰδίᾳ 154.
9. Αὐτόθι 158 κἑ. [Προσθήκη: Πρβ. νῦν καὶ Ι. Pini, EinIeitung CMS II 3, Irak1ion Museum, Die SiegeἸ der Neupa1astzeit (Ber1in 1984) σ. ΧΧΧΠ-ΧΧΧΠΙ.Ἰ
10. Βιβλιογραφία περὶ τῆς σφραγῖδος: Γ. Σ. Κορρὲς ἔ.ἀ. 154, 156 καὶ σημ.5, σ.158 σημ.2, πίν.5βδ-ε- ὁ αὐτός, Πλάτων 28, 1976, 369-70᾿ ὁ αὐτός, Σκέψεις περὶ τὸν θολωτὸν τάφον τοῦ Βαφειοῦ καὶ τὰ ἐν αὐτῷ σημειωθέντα εὑρήματα, Πρακτικᾷ A’ Λακωνικοῦ Συνεδρίου (Σπάρτη 1977), Λακωνικαὶ Σπουδαἰ 4, 1979, 26 καὶ σημ.4, εἰκ.4-5, σ. 28 καὶ σημ. 4, CMSV Supp1., 1 Β, ἀρ. 345.
11. Ἡμερολόγιον Ἀνασκαφῶν Πύλου (Παρασκευὴ 14 Αὐγούστου καὶ Σάββατον 15 Αὐγούστου 1959), Σπ. Μαρινᾶτος, ΠΑΕ 1958, 175, Μιχ, Παλικισιᾶνος, Παρατηρήσεις στὴ Μεσσηνιακὴ σφραγιδογλυφἰα, Τριφυλιακῆ Ἑστία 39, 1981, 158 ἁρ.4. G.S. Korres ἐν The Minoan Thalassocracy (ἐκδ. R. Héigg καὶ Ν. Marinatos, 1984) 151 σημ.87. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Μαρινάτου «εὑρέθη σφραγὶς ἀμυγδαλοειδὴς ὀρεἱας κρυστάλλου, ἣν δυστυχῶς ἐθρυμμάτισε τὸ ἐργαλετον» εἰς δύο τεμάχια, τὰ ὁποῖα συνηνῴθησαν, κατ᾿ ἀρχήν, μετὰ προσπάθειαν τοῦ Μαρινάτου. [Προσθήκηῖ Πρβ. καὶ Artemis Onassoglou, Die «Talismaniscbcn» SiegeἸ, CMS, Beiheft 2 (Berlin 1985), πίν. ΗΠ, ὅπου δὲν περιλαμβάνεται ἄτε ἀδημοσίευτος.
12. Εἰς τὴν σφραγῖδα 162 τῆς Συλλογῆς Μεταξᾶ (Hράκλειον) ὑπάρχει ἓν μόνον φυλλοφόρον στέλεχος καὶ αὐτὸ εἰς τὸ δεξιὸν ἄκρον τῆς σφραγῖδος. Περαιτέρω, φυλλοφόρον στέλεχος δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ βάθος τοῦ σφραγιστικοῦ πεδίου (νοούμενον ὄπισθεν τοῦ ἀγγείου). Πρβ. CMSIV (1969) 191 ἀρ. 162.
13. Ἀγγ. Λεμπέση, ΠΑΕ 1967, 207, πίν.188β J. G.Younger, Towards the Chronology of Aegean Glyptic in the Late Bronze Age 18 ἀρ.3. Πρβ. αὐτόθι καὶ σ. 388-90. Συναφὴς ἀπόδοσις κανθάρου (ἀμφορεὺς) ἀπαντᾶται ἐπὶ φακοειδοῦς ἐκ Χαλκηδονίου σφραγῖδος τῆς Φαιστοῦ, ὅπου ἀπεικονίζονται δύο κυνοκέφαλοι πίθηκοι ἑκατέρωθεν ὁμοίου κανθάρου (ἀμφορεύς). Η σφραγὶς χρονολογεῖται εἰς τὴν Νεοανακτορικὴν ἐποχήν (Agnes Xenaki-Sakellariou, Les cachets minoens de la Collection Giama1akis, Εἰ. Crét. X, 1958, 56 ἀρ.355 (3311), πίν.ΧΧΙΧ ἀρ. 355).
14. Νικ, Πλάτων, Ζάκρος. Τὸ νέον μινωικὸν ἀνάκτορον (1974) 113, εἰκ.80- Sp. Marinatos-Max Hirmer, Kreta, Thera und das mykenische Hellas (1973/1976) 40, πίν.ΧΧΙΧ, σ.146 (ἀρ. ΧΧΙΧ).
15. V.E.G. Kenna, The Cretan Talismanic Stone in the Late Bronze Age (CTS), SIMA XXIV (1969) 21, 27, πίν.1 ἀρ.1, πίν.2 ἀρ.12, πίν.3 ἀρ.4, 8, 9, πίν.14 ἀρ.4, πίν.15 ἀρ.3, πίν.16 ἀρ.1, πίν.22 ἀρ. 3, πίν.25 ἀρ.3. Πρβ. Artemis Onassoglou, Die Kombinationen der «talismanischen» SiegeἸ, CMS, Beiheft 1, Studien zur minoischen und helladischen Glyptik (1981) 117-32, ἰδίᾳ 117, 119-120, 123, 125 ἀρ.1-2.
16. Antike Gemmen in deutschen Samm1ungen, τόμ.Ι. 1. Staatliche Miinzsammlung Mzinchen (E1friede Brandt,1968) 21 ἀρ. 28, πίν.4. 28᾿ ἀρ. Α. 1206 (ΜΜIII). Τόμ,Π.2, Staat1iche Museen Preussischer Ku1turbesitz, Antikenabteilung Ber1in (Erika Zwierlein-Diehl, 1969) 28 ἀρ.17 πίν. 5.17. Ἀρ. PG47 (ὡς ΜΜIII). Οἱ ἑκατέρωθεν φυλλοφόροι κλάδοι ἀποδίδονται ἀνεστραμμένοι, ὡς εἰς τὴν σφραγῖδα Βαφειοῦ CMS I tip. 261 (ἀντιθέτως πρὸς τὸ παράδειγμα τῶν Φυτιῶν) ἔτι δὲ τὸ ἀριστερὸν σιγμοειδὲς ἀποδίδεται διμερἐς, ὁμοιάζον πρὸς ὄφιν. Τόμ. IV. Hannover, Kestner Museum, Hamburg, Museum fiir Kunst and Gewerbe (v. M. Schlfiter, G. Platz-Horster, P. Zazoff,1975) 11 tip. 3, πίν.1.3. Ap.1835, 118. Αὐτόθι, Hamburg, 351-52 tip. 2, πίν. 245.2. Ap.1964, 284. (Ἀμφότεραι ΥΜΙ.) CMSI Supp1. (1982) ἀρ.87, 123, 127-28 (unbekannter Herkunft) (J. Sake11arakis), CMSIV (1969) tip. 162 (ΜΜ III), tip. 179, 43D-44D-45D (J. A. Sake11arakis-V.E.G. Kenna), CMSV1 (1975) tip. 306 (Ι. Pini), CMSVII (1967) ἀρ.48-49, 60, 246 (V.E.G. Kenna), CMSVIII (1966) ἀρ. 44 (V.E.G. Kenna), CMSΙΧ (1972) tip.82 (H. et M. van Effenterre), CMS X (1980) ἀρ. 71, 212, 266 (J. H. Betts), CMSΧΠ (1972) ἀρ.143, 144, 164 (V.E.G.Kenna), CMS ΧΙΠ (1974) ἀρ. 53, 65, 74, 141 (V.E.G. Kenna-B. Thomas) καὶ J. Boardman, GGFR πίν.73c, σ.100 tip. 73. Agnes Xenaki-Sake11ariou, Les cachets minoens de [a Co11ection Giama1akis 65-66, πίν. ΧΧΙΧ ἀρ. 381-89 (ΜΗ 3028, 3191, 3097, 3194, 3188, 3193, 3334, 3287, 3516). Εἰς φακοειδῆ ἐκ Χαλκηδονίου σφραγῖδα τῆς Φαιστοῦ ἀποδίδονται δύο κυνοκέφαλοι πίθηκοι ἑκατέρωθεν κανθάρου (ἀμφορεὺς). Συλλογὴ Γιαμαλάκη (56 ἀρ. 355 (3311), πίν. ΧΧΙΧ). Τέλος, ὁ ἀδημοσίευτος σφραγιδόλιθος (EAM 10475), διαμέτρου 0.0166-0.0174 ἑκ., ἐξ ὠχροκιτρίνου σαρδόνυχος (ἄγνωστον πόθεν) μετὰ φλεβώσεων καὶ κηλίδων ἐρυθρῶν- κάνθαρος μετὰ πώματος καὶ σιγμοειδῶν λαβῶν. Πρβ. νῦν CMSI Suppl, 171 tip. 128. Περὶ τῆς σημασίας τῶν σιγμοειδῶν, ἀλλὰ τετραμερῶν τὴν μορφήν, πρβ. Ludwika Press, The Worship of Healing Divinities and the Oracle in the 2nd Millennium B.C., Archeologia29,1978, 5 εἰκ.5-6. [Προσθήκη: Art. Onassoglou, Die «Talismanischen» SiegeἸ 12-22.Ἰ
17. Ὡς θὰ ἴδωμεν, εἶναι γνωσταὶ μόνον ἓξ ταλισμανικαὶ σφραγἷδες. [Προσθήκη: ᾿Ἡδη τῷ 1976 εἷχα σημειὡσει εἰς τὴν βιβλιοκρισίαν περὶ τοῦ 5ου τόμου τοῦ CMS (Πλάτων 28, 1976, 370) καὶ εἰδικώτερον περὶ τῶν ἐν Μεσσηνίᾳ εὑρεθεισῶν σφραγίδων μετὰ ταλισμανικοῦ θέματος ὅτι «τὰ εἰς σημαντικὸν ἀριθμὸν ἀνερχόμενα φυλακτικὰ θέματα (ta1ismanische Motive) καθιστοῦν ἀναγκαίαν τὴν ἐκ νέου διαπραγμάτευσιν (μετὰ τὴν προσφορὰν τοῦ Kenna) τοῦ θέματος ὡς ἐκ τῆς σημειουμένης μεγίστης διαδόσεως ἣν εἶχον τὰ φυλακτικὰ θέματα ἐπὶ σφραγίδων κατὰ τὴν Ὑστέραν Ἐποχὴν τοῦ Χαλκοῦ». Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ ἡ δημοσιευ- θεῖσα διατριβὴ τῆς δ. Ἀρτέμιδος Ὠνάσογλου, Die «Talismaniscben» Siegel207 tip.37 ἡ CMS V 306' σ. 231 tip.14 ἡ CMS V 307‘ σ. 246 ἀρ. 21- Tabelle 1 ἡ CMS V430' σ. 249 ἀρ. 13 ἡ CMS V 303' σ.289 ἀρ.24 ἡ CMSI 229' σ.293 tip. 73 ἡ CMS V 640).Ἰ Πρβ. ἀνωτέρω σημ. 11.
18. Πρβ. V.E.G. Kenna, CTS ἔ.ἀ. 21 (The Incidence of Cretan Talismanic Stones in Helladic Greece), ὁ αὐτός, The Historical Implications of Cretan Seals, AA 1964, 925-26 εἰκ. 20, εἰς CMSI καὶ V, ὅπου καὶ τὸ παρατιθέμενον ὑλικὸν καί [Προσθήκη: Ι. Pini, Minoische SiegeἸ ausserhalb Kreta, The Minoan Thalassocracy (Stockholm 1984) 126 σημ. 3. G. S. Korres αὐτόθι 151Ἰ.
19. Κατὰ εὐγενῆ πληροφόρησιν ἐκ μέρους τοῦ δρ. Ι.Pini (1982) οὐδὲν σφράγισμα ταλισμανικῆς σφραγῖδος ἦτο γνωστὸν ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ, ἐνῷ ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τῆς Φαιστοῦ προέρχεται δεκαπεντὰς τούτων (D. Levi, ASAtene 8-9, 1925-26, 86 κἑ., εἰκ. 30-32, 36-37, 39-43 (;) καὶ σ. 161, εἰκ. 172).
20. Σπ. Μαρινἄτος, ΠΑΕ 1961, 175. Ἀκριβὴς ἡμερομηνία ἀνευρέσεως 30 Αὐγούστου 1961.
21. Γ. Σ. Κορρές, Ἐπιβιώσεις ἐκ θυσιῶν ταύρων, Ἀθηνᾶ 76, 1977, 211- ΜΣἙ 18 (1980) 273, λ. Κουκουνάρα. Ἐν τῇ βιβλιοκρισίᾳ περὶ τοῦ CMSV (1975), Πλάτων 28,1976, 369 εἷχα σημειώσει ὅτι «φέρει παράστασιν δύο ἀντινὡτων κεφαλῶν κριοῦ». Πρβ. καὶ Μιχ. Παλικισιᾶνος, Τριφυλιακὴ Ἑστία 39, 1981, 157 (2)- 40, 1981,26Ἰ (εἰκ.).
22. Ἁγνὴ Σακελλαρίου, Μυκηναϊκῆ σφραγιδογλυφία (1966) 15: «Τὸ βούκρανο, συνηθισμένα μοτίβο τῆς κρητικῆς σφραγιδογλυφίας, δὲν εἰκονίζεται σὲ ἄλλη σφραγῖδα τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας». [Προσθήκη: Art. Onassoglou (1985) 120-128.Ἰ
23. Ι. Pini, CMSV2, 557 ἀρ. 682. Πρβ. καὶ ἀρ. 661 (ἐκ Σαλαμῖνος).
24. Η. et M. van Effenterre, CMS ΙΧ (1972) 219 ἀρ.198.
25. Αὐτόθι. 219 ἀρ.198, 220 ἀρ.199.
26. V.E.G. Kenna, CMSVII (1967) 336 ἀρ. 264.
27. Φ. Μ. Πέτσας, ΑΔ 26, 1971, Β1, 175, πίν.156-11. Than. Papadopoulos, Mycenaean Acbaia (1978) I 150, Π275 εἰκ. 299e, σ. 308 εἰκ. 332a (PMX 647γ).
28. Ol. Pe1on, CMSV2, 276 ἀρ. 347. Ἀντίνωτοι (ὁλόσωμοι) κριοὶ ἀποδίδονται ἐπὶ τῶν πολλαπλῶν ἐξ ὑαλομάζης σφραγίδων τῶν τάφων 29, 29a καὶ 99 Μεδεῶνος, Αὐτόθι ἀρ.348-50, 380, 392. Ἀπόλυτα ἐκφυλισμένη ἡ παράστασις τῆς ὐπ᾿ ἀρ. 399.
29. Αὐτόθι 263-64 ἀρ. 326-27.
30. Εὐθ. Μαστροκώστας, ΠΑΕ 1963, 204, πίν. 167α5, β4- Ι. Pini, CMS V 2, 497 ἀρ. 623. J. G. Younger, Towards thc Chrono1ogy 131 ἀρ. 1060, πίν. 45 (ἀρ. 1060).
31. I. Pini ἔ.ἀ. 532 ἀρ.661. Ὡς Mufflonkopf ἐχαρακτηρίσθη ἡ κατ᾿ ἐνώπιον κεφαλὴ εἰς τὸ σφράγισμα ΕΑΜ8511 τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ἐγκλιανοῦ (Α. Sake11ariou, CMSI 370 ἀρ. 346).
32. V.E.G. Kenna, CS 88 (ἀρ. Κ.9), πίν. μοτίβων, πίν. 1.9.
33. Antikc Gcmmen in deutschen Sammlungen, Ι.l. StaatIiche Mt’inzsammlung Mfinchen (Elfriede Brandt, 1968) 19 ἀρ. 17, πίν. 3.17.
34. Αὐτόθι 20 ἀρ. 24, πίν. 4 ἀρ. 24.
35. N. Platon, Ι. Pini, G. Salies, CMSII2 (1977) Irak1ion, Archéiologisches Museum, Altpalastzeit 420 ἀρ. 283. Πιθανῶς δὲν πρόκειται περὶ βουκράνου ἀλλὰ περὶ κριοκεφαλῆς, ὡς καὶ τὸ ἡμιεδρικὸν πρίσμα (αὐτόθι 159,ἀρ. 120), κατὰ παράστασιν ἡ ὁποία ἐνθυμίζει σκανδαλωδῶς τὴν παράστασιν τοῦ ἐκ Καμπίου Ζακύνθου σφραγιδολίθου ἐκ μελανοπρασἱνου στεατίτου (Πην. Ἀγαλλοπούλου, Μυκηναϊκὸν νεκροταφεῖον παρὰ τὸ Καμπὶ Ζακύνθου, ΑΔ 28, 1973, A, 211 σχέδ. 3, πίν. 112α-β, σ.213), ὡς καὶ τὸ ἡμιεδρικὸν πρίσμα ἐκ στεατίτου (CMS Π 2, 259 ἀρ. 190), ἔτι δὲ ἡ ἐκ στεατίτου φακοειδὴς σφραγίς (αὐτόθι 503 ἀρ. 333).
36. V.E.G. Kenna, CMSVIII (1966) 158 ἀρ. 116.
37. Ο αὐτός, Cretan and Mycenaean Seals in North America, AJA 68, 1964, 10, πίν.4.6 ὁ αὐτός, CTS(1969) 21, πίν.22.1- ὁ αὐτός, CMS ΧΠ (1972) 248 ἀρ. 162a.
38. Agnes Xenaki-Sakellariou, Les cachets minoens 56 ἀρ. 354 (3419), πίν. ΧΧΙΧ ἀρ. 354.
39. Αὐτόθι 56 ἀρ. 352-53, πίν. ΧΧΙΧ ἀρ. 352-53, ἔνθα καὶ ἄλλο ὑλικὸν ἐκ Κρήτης,
40. Νικ. Πλάτων, HAE1967, 169, πίν. 157α. Ὑλικὸν ἐκ Κρήτης, δυνάμενον νὰ μνημονευθῇ, ἔχει ὡς ἀκολούθως: Παρὰ Paul Yule, Early Cretan Seals: A Study of Chronology (1980) παρατίθεται τὸ ὑλικὸν μὲ παραστάσεις κριῶν (μοτ.6, σ.127, πίν.6). Τὸ αὐτόθι παρατιθέμενον μοτίβο «Ladder Ornament» (154, πίν. 23) ὁμοιάζει πρὸς ἀντωπός κριοκεφαλάς. Πρβ. περαιτέρω, καὶ J. G. Younger, Towards the Chronology 393 καὶ J. H. Betts, CMSX (1980) 77 ἀρ. 34, 218 ἀρ. 245, 244 ἀρ. 272 μὲ ὑλικὸν ποὺ ὁμοιάζει πρὸς κριοκεφαλάς.
41. Σπ. Μαρινᾶτος, ΠΑΕ 1961, 174-75, πίν. 136Β-γ, 137ά W.A.McDona1d- R. Hope-Simpson, AJA 65, 1961, 258 σημ. 17. Πρβ. Ἄγγ. Χωρέμην, ΑΕ 1973, 60, O1. Pe1on, Tho1oi, tumu1i et cercIes funéraires (1976) 205 (20 J), R. Hope-Simpson, Mycenaean Greece (1981) 119 (F 30), Gazetteer1 (1979) 140 (D 36). Dor. Leek1ey -Rob.Noyes, ArchaeoIogicaI Excavations in Southern Greece (1976) 124-125.
42. Γ. Σ. Κορρές, ΤΘΤΚΜ 1975 (1976) 349' ΠΑΕ 1977, 322.
43. Γ. Σ. Κορρές, ΤΘΤΚΜ 1975 (1976) 349. ΠΑΕ 1976, 279. Τὸ εὐμέγεθες κύπελλον «Κεφτὶ» τῆς Κουκουνάρας, Στήλη. Τόμος εἰς μνήμην Νικ. Κοντολέοντος (1979) 603 (Μουσείον Πύλου 1758). Πρβ. καὶ Υ. Lélos, The LHI Pottery of the Southwestern Peloponnesos 1987) 545 (IX).
44. Ἔργον 1974, 78-80 εῖκ. 68γ-69᾿ Γ. Σ. Κορρές, ΠΑΕ 1974, 151, πίν. 111α3-β Ι. Pini, CMSV (1975) σ. ΧΠΠ- Η. W. Catling, ArchRep 1974-75, 17' P. Aupert, BCH 99, 1975, 626, εἱκ. 81-82- Fr. Schachermeyr, Die Friibzeit Π (1976) 53, 55, πίν.6c. Γ. Σ. Κορρές, Ο πραγματικὸς ἀριθμὸς τῶν σφραγιδολίθων τοῦ θολωτοῦ τάφου τοῦ Βαφειοῦ, ΑΕ 1976, 154, 156, 158 σημ. 3, πἰν. 5βδ-ε- ὁ αὐτός, Σκέψεις περὶ τὸν θολωτὸν τάφον τοῦ Βαφειοῦ καὶ τὰ ἐν αὐτῷ σημειωθέντα εὐρήματα, Πρακτικᾶ Α Λακωνικοῦ Συνεδρίου 1977, Λακωνικαὶ Σπουδαἰ 4, 1979, 30- ὁ αὐτός, βιβλιοκρισία διὰ CMSV (1975), Πλάτων 28, 1976, 369-70- ὁ αὐτός, ΜΣΕ 18 (1980) 273 λ. Κουκουνάρα, Μιχ. Παλικισιᾶνος, Παρατηρήσεις στὴ Μεσσηνιακὴ σφραγιδογλυφία, Τριφυλιακὴ Ἑστία 39, 1981, 158. Γ. Σ. Κορρές, Τὸ χρονικὸ τῶν Ἀνασκαφῶν Πόλου, Τριφυλιακὴ Ἑστία 44-45, 1982, 7 εἰκ. 3- ὁ αὐτός, Μινωϊκαὶ ἐπιβιώσεις καὶ ἀναβιὡσεις, Πεπραγμένα Γ Κρητολογικοῦ Συνεδρίου, 1971, A (1973) 466 σημ. 60. [Προσθήκη Νικ. Πλάτων, Οἱ σφραγιδόλιθοι τοῦ Βαφειοῦ Λακωνικῆς, Πρακτικὴ τοῦ ΒΪ Διεθνοῦς Συνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν, Πάτραι 1980, B’ (1981-82) 287-295 (Πελοποννησιακά, Παράρτ. 8). J. G. Younger, The Iconography of Late Minoan and Mycenaean Sealstoncs and Finger Rings (Bristol 1988) 106 εἰκ.68- ΥΕ ΠΑ, Aegaeum 3, 1989, 58, πίν. 140- CMS V Suppl. 1B (1993) ἀρ. 190.
45. Πρβ. Τ. Β. L. Webster, Die Nacbfahren Nestors (Mfinchen-Wien 1961) 20- Σπ. Ἰακωβἱδης, Περατὴ A' (1969) 341, B (1970) 301, 303.
46. Γ. Σ. Κορρές, ΠΑΕ 1976, 151- ὁ αὐτός, ΑΕ 1976,159-60' ὁ αὐτός, Πρακτικὰ ΑΙ Λακωνικοῦ Συνεδρίου 1977(1979) 30.
47. Πρβ. ἀντίστοιχον ἐργασίαν καὶ σύνολον παρὰ S.Symeonog1ou, Kadmeia I (1973) 63,εἰκ.263.1-2.
48. Περὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς αἰγάγρου εἰς τὴν σφραγιδογλυφίαν ἰδὲ Ἁγνὴ Σακελλαρίου, Μυκηναϊκὴ σφραγιδογλυφία 8- J. G. Younger, Towards the Chronology 301-15 S. Symeonoglou ἔ.ἀ. 46. [Προσθήκη: Πρβ. καὶ Dem. J. Georgakas, The αἴγαγρος and Synonyms: A Study in Greek Etymo1ogy, Studies Presented to Sterling Dow (Durham 1984) 101-20. Art. Onassoglou, Die «tallsmanischen» Siegel 128-134.
49. Περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ κυνὸς πρβ. Σακελλαρίου ἔ.ἀ. 11. J. G. Younger, Towards 319-21.
50. Νικ. Γερμανός, Βίος τῶν Ζώων 597.
51. Fr. Schachermeyr, Die minoische KuItur des alten Kreta (1964) 193: «Das Wesentliche war ihnen die I11usion des Galoppierens, der Schnelligkeit und der Schwere1o-sigkeit hervorzurufen».
52. S. Reinach, La représentation du galop dans 1’art ancien et moderne, RA IIIe S., 1900-1901, ἰδίᾳ 36, 1900, 441-50 (deuxiéme édition, Paris 1925). Πρβ. L. Heuzey, BCH 16, 1892, 317' Edwin Ray Lancaster, A Science from an Easy Chair2 (London 1912)‘ R. Lefort des Ylouses, Le galop volant, RA VIe S., 24, 1945, 18-36- H. J.Kantor, The Aegean and the Orient in the Second MiἸIennium RC. (1947) 92-97' τὸ αὐτὸ ἐν AJA 51, 1947,92-97.
53. Fr. Schachermeyr, Streitwagen und Streitwagenbi1d im A1ten Orient und bei den mykenischen Griechen, Anthropos 46, 1951, 729-30. Πρβ. τοῦ αὐτοῦ, Die minoische KuItur des alten Kreta 192, 203: «Doch steht auBer Zweifel, daB erst in MM111 die Aufg1iederung des Bewe-gungsaktes in Absprung, Fliegen und Aufsprung konsequent durchgeffihrt wurde», καὶ εἰκ. 116. Πρβ. τοῦ αὐτοῦ καὶ Die Szenenkomposition der minoischen Bildkunst, Κρητχρον 15, 1961-62, 183-84᾿ τοῦ αὐτοῦ, Ἀίεις und Orient (1967) 44-46.
54. A.Evans, PofMI 18-19. Ἀντιθέτως ὁ Lefort desYlouses, RAVIe S.,24, 1945,27 εἰκ.13, διεφώνησε.
55. Jagd J 60.21 J. Boardman, GGFR 34, πίν. 19, σ.98- Ρ. Yu1e, Early Cretan Seals 122, μοτ. 2, πίν. 3.28 καὶ μοτ. 8, σ. 129-30, πίν. 7.11. Πρβ. καὶ V. Ε. G. Kenna, Nestor, 1 March 1973, 829.
56. CMS II 5 (1970) 223 ἀρ. 259' Jagd J 6024' P. Yu1e ἔ.ἀ. 122-23, μοτ. 2Β 39, πίν. 4. Ἰδιαιτέρως συχνὸν εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἀγριμιοῦ ἐπὶ τῶν σφραγισμάτων τοῦ ἀρχείου τοῦ πρώτου (;) ἀνακτόρου τῆς Φαιστοῦ, ὡς διαπιστοῦται ἐκ τῆς πληθύος τῶν παρὰ D. Levi καὶ παρὰ Ι.Pini (CMSII5 ἀρ. 253-65) παρατιθεμένων τύπων.
57. CMS VII (1967) 65 ἀρ.35 J. Boardman, GGFR34, εἰκ. 56, σ. 93' Jagd J 6022' P. Yu1e ἔ.ἀ. 123, μοτ. 2Β41, πίν.4.41.
58. CMSI (1964) 345 ἀρ.308 Jang 61.30.
59. CMS ΧΙΙ (1972) 416 ἀρ. D 15. Περὶ σιγύνης, πρβ.Sp. Marinatos, BSA 37, 1936-37, 187-191.
60. CMS VIII 11Oc. J. G. Younger, Towards theChronology II 306 τύπος 4.
61. G. Rodenwaldt, Tiryns Π. Die Fresken des Palastes(1912) 125-31, ἰδίᾳ 130: «Man καίη noch weiter gehen und sagen, daB diese Gruppenbildung schwerlich von einer anderen Darstellung, etwa der Stiergruppe (Go1d blech des Schachtgrabes A ΙΕΙ von Mykenae-Abb. 56), auf die Eberjagd fibertragen, sondern daB sie fiir diese geschaffen worden ist. Denn, wie andere, ganz unabhéingige Monumente anderer Zeiten zeigen, sind das Aufspringen des Hundes auf den Riicken und der Angriff von unten eben typische Motive der wirklichen Eberjagd». Καὶ οἱ πλούσιοι γαιοκτήμονες τῆς Μεσσηνίας- Πυλίας καὶ Τριφυλίας εὗρον εἰς τὰς μάχας τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὸ κυνήγιον τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ πράγματι πιστοποιεῖται ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν καυλίων τῶν ὀδοντοφράκτων κρανῶν καὶ τῶν αἰχμῶν τῶν βελῶν τῶν τοξεύτῶν καὶ θηρευτῶν Μεσσηνίων ποὺ εὑρέθησαν εἰς πολλοὺς θολωτοὺς τάφους τῆς ΝΔ.-Δ. Πελοποννήσου. Εἰς τὴν παράστασιν τοῦ σφραγιδοκυλίνδρου δυνάμεθα νὰ νοήσωμεν καὶ τὸν εὐγενῆ κυνηγὸν παρακολουθοῦντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν προσπάθειαν τοῦ κυνηγετικοῦ κυνὸς πρὸς σύλληψιν τῆς αἰγάγρου (ἐφ᾿ ὅσον τὸ θέμα τῆς σφραγῖδος ἀποτελεῖ σύντμησιν εὐρυτέρας συνθέσεως τοιχογραφίας τινός). Πρβ. Jagd J 30-38, ἰδίᾳ J 30 ἀρ. 7, εἰκ. 4 καὶ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσετο. A' Προϊστορικὲς Συλλογές. Σύντομος Ὁδηγός (Ἀθῆναι 1964) 47 (5883).
62. Περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρεθέντων ἁπλῶν σφραγιδοκυλίνδρων ἰδὲ H.-G. Buchho1z παρὰ G. Bass, The Cape Gelidonya: A Bronze Age Shipwreck, Transactions of the American Philosophical Society 57, 1967, μέρος 12ον, 148 κἑ., V.E.G. Kenna, Crete and the Use of the Cylinder Seal, AJA 72, 1968, 321-36' Br. Buchanan, BCH92, 1968, 410-15. HpB., περαιτέρω, J. G. Younger, Towards the Chronology 175-77 J. Boardman, GGFR 54,64, 398' R. A. Higgins, Greek and Roman Jewellery (1961) 74.
63. Χρυσόδετοι κύλινδροι (ἄνευ γλυφῆς) προέρχονται ἐκ Περατῆς (τάφος 1 ἀρ. 3, 23), ἐξ Ἰαλυσοῦ (νέος τάφος 61), ἐκ Κῶ (Λαγκαδᾶ, τ.10- L. Morricone, ASAteneN.S. 43-44, 1965-66, 101 εἰκ. 83), εἰς δὲ χρυσοῦς μετὰ κοκκιδωτῆς διακοσμήσεως προέρχεται ἐκ τοῦ θαλαμοειδοῦς τάφου 55 τῶν Μυκηνῶν (Περατὴ B', 301,πίν. 51α, 53β). Εἰς ἑκάτερον ἄκρον τοῦ ἐκ Μυκηνῶν ὑπάρχει ἀνὰ εἷς δίσκος μετὰ κοκκιδωτῆς ἐργασίας ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς πλευρᾶς αὐτοῦ, ἔτι δὲ ὑπάρχουν κύκλῳ κοκκίδες εἰς τὸ κέντρον τῶν ἐπιπέδων ἄκρων (EAM2882, ἔτους 1892). Διεξοδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ἐν ΑΕ1976, 153 κἑ. καὶ Ἁ. Ξενάκη-Σακελλαρίου, Οἱ θαλάμωτοἱ τάφοι τῶν Μυκηνῶν (1985) 170, 172, πίν. 70.64. Μ. S. F. Hood- P. de Jong, BSA 47, 1952, 274. Ἀντιθέτως, ΡofM IV2 423 εἰκ. 349 καὶ Ἄγγ. Χωρέμης, Θαλαμοειδὴς μυκηναϊκὸς τάφος εἰς Παναγίτσαν Χαλκίδος, Ἀρχεῖον Εὐβοϊκῶν Μελετῶν 18, 1972, 68 σημ. 74, ἔνθα σημειοῦται ὅτι «Oi σφραγιδοκύλινδροι κατασκευάζονται εἰς Κρήτην κατὰ τὴν ΜΜ ἐποχὴν» καὶ ὅτι «γνησίους ἑλληνικοὺς σφραγιδοκυλίνδρους ἔχομεν μόνον δύο ἐκ Δ. Μεσσηνίας» (Σπ. Ἰακωβίδης, Περατὴ B' 329-330), ὅπου ὄμως οἱ δύο σφραγιδοκύλινδροι τοῦ Ρούτση ἐμφανίζουν ζωηρὰς ἀνατολικὰς ἐπιδράσεις εἰς τὸν πρωτοποριακὸν δρόμον ποὺ διανοίγουν. Πρόσθες Sp. Iakovidis, Excavations of the Necropo1is at Perati (1980) 83, 86 (περὶ τῶν κυλίνδρων καὶ τῶν σφραγιδοκυλίνδρων, ἀντιστοίχως).
65. Γ. Σ. Κορρές, Αί πρόσφατοι ἀνασκαφαὶ εἰς τὴν Περιστεριὰν καὶ τὸ ἱστορικὸν παρελθόν της, Τριφῦλιακῆ Ἑστία 17, 1977, 284' ὁ αὐτός, ΠΑΕ 1976, 521-22, πίν. 271γ-δ᾿ ὁ αὐτός, Πλάτων 29, 1977, 342 (βιβλιοκρισία) καὶ Νέα Ἑστία, τ.1186, τόμ.100, 1 Δεκ. 1976, σ.1593- Τριφυλιακὴ Ἑστία 40, 1981, 261 (εἰκών) Μ. Παλικισιᾶνος, Παρατηρήσεις στὴ μεσσηνιακὴ σφραγιδογλυφία, Τριφυλιακὴ Ἑστία 39, 1981, 157-58 ἀρ.3 (εἰκ. ἐν σ.155)-Γ. Σ. Κορρές, Τὸ χρονικὸ τῶν ἀνασκαφῶν Πύλοι), Τριφυλιακὴ Ἑστία 43-44, 1982, 12- ΑΔ31, 1976, B, 84, πίν.71α- Βλ. Pini ἕ.ἀ. (σημ.4) 373, 375 ἀρ. 346.
66. Τὰ σχετικὰ παραδείγματα εὕρηνται πολυπληθῆ εἰς τοὺς περισσοτέρους τόμους τοῦ CMS (ἰδίᾳ V ἀρ. 172,379, 615, 622 X ἀρ. 175 καὶ εἰς ΠΑΕ 1976, 521 σημ, 3). Πρβ. Prosymna 156, 277, εἰκ. 588᾿ Η. Biesantz, Kretisch-Mykenische Sicgelbildcr (1954) 74 πίν. 47a (τάφου 6),CMSI, Supp1.
67. Γ. Σ. Κορρές, ΜΣΕ 21 (1980) 462, λ. Μεσσηνία. G. Touchais, BCH 105, 1981, 797, εἰκ. 4᾿ Γ. Σ. Κορρές, ΠΑΕ 1980, 122, πίν. 121α- Τριφυλιακὴ Ἑστία 37-38 1981 (ἐξώφ.)- 39, 1981, 125 (εἰκ.)᾿ Μιχ. Παλικισιᾶνος, Παρατηρήσεις στὴ μεσσηνιακὴ σφραγιδογλυφία, αὐτόθι 155 ἀρ. Γ Γ. Σ. Κορρές, Τριφυλιακὴ Ἑστία 43-44,1982, 12 καὶ Η. W. Catling, ArchRep 1981-82, 25 εἰκ. 46.Βλ. Pini ἔ.ἀ, (σημ. 4) 373, 376 ἀρ. 347.
68. Τὴν κεφαλὴν ἐστραμμένην καὶ κατευθυνομένην πρὸς τὰ ἄνω καί, συγχρόνως, πρὸς τὰ ὀπίσω ἔχουν oι γρῦπες τῶν Νιχωριῶν (CMSV2 ἀρ. 437-38). Ἀνάλογος εἶναι ἡ ἀπόδοσις τοῦ γρυπὸς ἐπὶ τῆς ἐξ ἀχάτου σφραγῖδος (EAM 1952) ἐκ περιδεραίου ἐκ τοῦ θολ. τάφου τοῦ Μενιδίου (CMS I ἀρ. 389). Πρβ. καὶ Η. J. Kantor, Archaeology 13, 1960, 19 εἰκ. 9c. Τὸ σῶμα ἐπὶ τῆς σφραγῖδος εἶναι ἐστραμμένον πρὸς τὰ ἀριστερὰ καὶ ἡ κεφαλὴ πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ κατὰ γωνίαν 45° (οὐχὶ κατακορύφως, δμως, ὡς εἰς ἄλλας περιπτώσεις). Η ὕπαρξις τοῦ χρυσοῦ σφραγιστῆρος τοῦ θολωτοῦ τάφου IV τοῦ Ἐγκλιανοῦ ὑποδηλοῖ ὅτι ἡ θέσις ἦτο πρωτεύουσα ὁλοκλήρου τῆς ἐπικρατείας ὄχι μόνον κατὰ τὴν ΥΕ IIIB περίοδον, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐνωρίτερον, ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατοχῆς αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ ἔργου τέχνης (W. D. Taylour, The Mycenaeans (1964) πίν. 55- ὁ αὐτὸς ἐν Ρ of N ΙΕΙ (1973) 113-114, πίν. 192 εἰκ. 8a-b-c). Πρβ. Chr. Delplace, AntCI 36, 1967, 84, ἔνθα παρέχονται ὅλα τὰ ἐπὶ σφραγίδων παραδείγματα μὲ ἀνυψωμένην τὴν κεφαλὴν τοῦ γρυπός. Εἰς τὸν κατάλογον τῆς Chr. De1p1ace πρόσθες τὸν ἀγνώστου προελεύσεως φακοειδῆ σφραγιδόλιθον τοῦ EAM Ἀθηνῶν (10439) ἐκ πρασίνου στεατίτου μὲ παράστασιν γρυπὸς καθημένου πρὸς τὰ ἀριστερὰ πάντοτε ἐπὶ τῆς σφραγιστικῆς ἐπιφανείας, καὶ στρέφοντος τὴν κεφαλὴν ὀπίσω. Διάμ. 1.78-1.75 ἐκ., διάμ. τρήματος 0.23 ἐκ., νῦν CMS I, Supp1. ἀρ. 152. Περὶ τοῦ χρυσοῦ σφραγιστῆρος τοῦ Ἐγκλιανοῦ ἰδὲ καὶ Σπ. Μαρινάτου - Μ. Χίρμερ, Κρήτη καὶ Μυκηναϊκὴ Ἑλλάς (1959) 67, πίν. 209 καὶ τῶν αὐτῶν, Kreta, Thera und das Mykenische HeIIas (1973/1976) 77, πίν.231 J. Alsop, From the Silent Earth (1962-1964) 44 (six.) W. D. Taylour, The Mycenaeans 129, πίν.55- Α. Sakellariou, CMS I (1964) ἀρ. 293 (σ. 330)- ἡ αὐτή, Μυκηναϊκὴ Mylonas, Mycenae and Mycenaean Age (1966) 192, six. 137. R. Higgins, Minoan and Mycenaean Art (1967) 184,εἰκ. 237 ἐν σελ. 185. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, A (1970) 254 (εἰκ.). Γ. Λῶλος, Τὸ ἀνάκτορον τοῦ Νέστορος (1972) 139 εἰκ.21. W. D. Tay1our, P ofN ΙΕΙ (1973) 113-14, six.192.8. J. T. Hooker, Mycenaean Greece (London 1976) 92. S. Karouzou, NationaImuseum. Iustrierter Flihrer (1979) 42 R. Higgins, Μήτση and Mycenaean Art2 (London 1981) 185, six.237, σ.211 (ἀρ.237). Ax. Hartmann, Prz'ihistorische Goldfunde aus Europall (Berlin 1982) 146-147, πίν.103 (Au 4384). D. Levi, Features and Continuity of Cretan Peak Cults ἐν Temples and High Places in Biblical Times (ἐκδ. Avr. Biram, Jerusalem 1981) 32.
69. Κατὰ τὴν σύνθεσιν ἡ παράστασις τῆς Τραγάνας ὁμοιάζει, ἔν τινι μέτρῳ, πρὸς τὴν ἐξ ἐλεφαντόδοντο πλάκα (μυκηναϊκῆς προελεύσεως) τῆς Megiddo (ΟΙΜ Α22212) μὲ ἀνακεκλιμένον γρῦπα, ὑψουμένην κεφαλὴν πρὸς τὰ ἀριστερά, διευθέτησιν τῆς κεφαλῆς κατὰ βάσιν ὁμοίαν, σκέλη ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ οὐρὰν παρ᾿ αὐτό (κατὰ μῆκος). Πρβ. Mcgiddo πίν. 9.32᾿ Η. J. Kantor,Ivory Carving in the Mycenaean Period, Archaeology 13,1960, 19 εἰκ. 9Α- J.-Cl. Poursat, Les ivoires mycéniens (1977) 143, πίν. XVIII.1. Εἰς τὴν σφραγῖδα τῆς Τραγάνας αἱ πτέρυγες εἶναι ὀλίγον ὑψηλότεραι καὶ ἡ κεφαλὴ κατευθύνεται πρὸς τὰ ἄνω δεξιά. Πλησιέστερος εἶναι ὁ γρὺψ τοῦ θαλαμωτοῦ τάφου 27 τῶν Μυκηνῶν, ὁ ὁποῖος στρέφει (ἐπὶ ἐλεφαντίνης πλακὸς) τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ ὀλίγον πρὸς τὰ ἄνω (J .-C1. Poursat, Cata1oguedcs ivoires mycéniens du Musée Nationald ’Atbénes (1977) 86-87 ἀρ.285 (EAM 2461), πίν. XXVI.285). Ἁ. Ξενάκη-Σακελλαρίου, Οἱ θαλαμωτοί τάφοι τῶν Μυκηνῶν 93, 97, πίν.24.
70. Κ. Κουρουνιώτης, ΑΕ 1914, 112 ἀρ. 19 (ΕΑΜ 6096) Α. Furumark, FM 67,9' K. Κουρουνιώτης ἔ.ἀ. 112-13 ἀρ. 20, EAM ἄ.ἀ., εἰκ. 24 καὶ 111-12 ἀρ. 18 εἰκ. 22 (ΕΑΜ 6095)- Α. Furumark, FM 49,9 τῆς ΥΕ ΠΙΑ φάσεως.
71. Κρατήρ (ΕΑΜ 6094) παρὰ Κ. Κουρουνιώτη, ΑΕ1914, 105 ἀρ.7, εικ.7-8 πυξίς, αὐτόθι (ΕΑΜ 6098), 107-109 ἅρ.11, εἰκ.13-15- ψευδόστομος ἀμφορεὺς ἀρ. 12 σ.109-110, εἰκ. 16-17.
72. Γ. Σ. Κορρές, ΜΣΕ 21 (1980) 462, λ. Μεσσηνία. Ἐκ CMS 1, Supp1. οὐδὲν πρὸς σὐγκρισιν,
73. Fr. Schachermeyr, AA 1962, 269, 275, 278. (Doch kamen (Greifen) auBerdem vor, die ebenso wie Lowen auch noch in anderen Raumen mit Vor1iebe dargestellt werden. Uber Routsi Gemmen: Dabei wurden mit Vor1iebe Greifen, Lowen und Stiere dargestellt. Αἶς Siege1bi1der wieder der Greif. HpB. καὶ J. T. Hooker, Mycenaean Greece 85: «The presence of the griffinand the lion is perhaps explicable as a very dim reminiscence of the decorative scheme of the Knossos throne room, and the bu11 a1so may have a remote Minoan ancestry».
74. Πρβ. CMSI ἀρ. 269, 271, 282, 285' CMSV2 ἀρ. 641 καὶ Ν. Platon, La civilisation égéenne II (1980) 241.
75. Συγκεντρωτικῶς ἡ περὶ κρητομυκηναϊκοῦ γρυπὸς βιβλιογραφία ἔχει ὡς ἀκολούθως: Η. Frankfort, Notes on the Cretan Griffon, BSA 37, 1936-37, 106-22' H. J. Kantor, The Aegean and the Orient in the Second Millennium B.C. 91-92' ἡ αὐτὴ ὁμοίως, AJA 51, 1947, 91-92' A. Dessenne, Le griffon crétomycénien: inventaire et remarques, BCH 81, 1957, 203-15' H. J. Kantor, Ivory Carving in the Mycenaean Period, Archaeology 13, 1960, 14-25' Α. Μ. Bisi, L’iconografia del grifone a Cipro, Oriens Antiquus 1, 1962, 219 κἑ, CMSI 1964 κὲ. Α. Μ. Bisi, I1 Grifone; Storia di un motivo iconografico nell’antico Oriente mediterraneo, Studi Semitici 13, 1965, 275, ἰδίᾳ 188-92. Chr. De1p1ace, Le griffon créto-mycénien, L’Antiquité Classique 36, 1967, 49-86 καὶ 67 σημ. 106, πίν. Ι-ν-ΠΙ- ἡ αὐτή, Breves remarques sur le role du griffon dans 1a re1igion créto-mycénienne, BInst Hist-Belg-Rom 38, 1967, 8-9- Fr. Schachermeyr, Agais und Orient (1967) 32 καὶ σημ. 13-14. Ing. Flagge, Untersuchungen zur Bedeurung des Greifen (1975) ἰδίᾳ 21 κὲ. Ang. Tamvaki, A Study in Mycenaean Glyptic and Iconography, BSA 69, 1974, 259 Κἑ., ἰδίᾳ 288-92 (Appendix IV. The Griffin in the Minoan-Mycenaean World)‘ J .-C1. Poursat, Les ivoires mycéniens 64-68' ὁ αὐτός, Catalogue des ivoires mycéniens du Musée National d’Athénes σποράδην, J. G. Younger Towards 371-76 καὶ ὁ αὐτός, Iconography (1988) 217-218, 352. HpB. περαιτέρω, Β. Goldman, The Development of the Lion Griffin, AJA 64, 1960, 319-328' Chr. Delplace, Le griffon de 1’archal'sme al epoque impériale, Etude iconographique et essai d’interprétation symbolique (Bruxelles-Rome 1980)' A. Dierichs, Das Bild des Greifen in der frl’ibgricchischcn Fléchcnkunst (Miinster 1981) L. Bouras, The Griffin through the Ages 15 ἀρ. 6. Ν. P1aton, La civilisation égéenne 214.
76. CMS V ἀρ. 437.
77. Αὐτόθι ἀρ. 438.
78. Αὐτόθι ἀρ. 642, CMSI ἀρ. 269.
79. Αὐτόθι ἀρ. 316.
80. Αὐτόθι ἀρ. 285.
81. Αὐτόθι ἀρ. 309.
82. Αὐτόθι ἀρ. 324.
83. Αὐτόθι ἀρ. 293.
84. Αὐτόθι ἀρ. 282.
85. Αὐτόθι ἀρ. 304.
86. Αὐτόθι ἀρ. 329.
87. Αὐτόθι ἀρ. 341.
88. Αὐτόθι ἀρ. 269.
89. Αὐτόθι ἀρ. 271.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΙ
J. Boardman, GGFR: J. Boardman, Greek Gems and Finger Rings (1970).
CMS: Corpus der minoischen und mykenischen Siegel.
Gazetteer (1979): R. Hope-Simpson - O.T.P.K. Dickinson, Α Gazetteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age, 1. The Mainland and Is1ands (1979).
Jagd: Hans-Gfinter Buchholz, G. Johrens, Ι. Maull, Jagd und Fiscbfang, Archaeo1ogia Homerica II J (1973). V.E.G. Kenna, CS: V.E.G. Kenna, Cretan Seals (Oxford 1960).
Γ, Σ. Κορρές, ΤΘΤΚΜ 1975(1976): Γ. Σ. Κορρές, Τύμβοι, Θόλοι καὶ Ταφικοὶ Κύκλοι τῆς Μεσσηνίας, Πρακτικὴ Α [Διεθνοῦς Συνεδρίου Πελοποννησιακῶν Σπουδῶν 1975, B (1976).
Megiddo: G. Loud, The Megiddo Ivories (Chicago 1939).
ΜΣΕ: Μεγάλη Σοβιετικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία.



Printfriendly