.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Η Μονή της Αγιάς στη Μεσσηνία


Η δυτικότερη οροσειρά του ορεινού όγκου τών Κοντοβουνίων στο κέντρο τού νομού Μεσσηνίας, γνωστή ώς Αιγαλέο1, χαρακτηρίζεται από μία πλούσια ιστορική παρουσία, καθώς στίς δύσκολες περιόδους της Μεσσηνιακής ιστορίας αποτέλεσε μαζί μέ τα Κοντοβούνια το καταφύγιο καί όχι μόνο, τών κατοίκων τών γύρω πεδινών περιοχών. Η οροσειρά αυτή χαρακτηρίζεται από έξι κορυφές, οι οποίες από Βορρά προς Νότο έχουν ώς εξής: Όρος Ψυχρό, 1115μ. ακριβώς πάνω από την πόλη της Κυπαρισσίας, Κορυφή Σέχι ή Αγία Βαρβάρα, 1238μ. (περιοχή Μάλης), Αγίου Κωνσταντίνου, 1255μ., Ροδιάς, 1210μ., Αγίου Γεωργίου, 1050μ. καί Αγιάς 1090 μ2. Στίς ανατολικές υπώρειες της κορυφής της Αγιάς (ή Αγυιάς κατά μετεγγραφή τών λογίων του 19ου αί.) βρίσκεται το μεταβυζαντινό Μοναστήρι τού Αγίου Γεωργίου, ή όπως ήταν γνωστό στά χρόνια της λειτουργίας του «Το μοναστήρι της Αγιάς». Διοικητικά σήμερα ανήκει στον νομό Μεσσηνίας καί στον δήμο Πύλου- Νέστορος, ενώ εκκλησιαστικά βρίσκεται, από το 1833 και εξής, εντός τών ορίων της Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας.
Ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευρύτερη περιοχή, καθώς ανατολικά της μονής βρίσκεται η εύφορη αλλά δύσκολα καλλιεργήσιμη μικρή κοιλάδα της Μεταξάδας, οδικός άξονας και σημαντικός αρχαιολογικός χώρος, κατοικημένος ήδη από την Μεσοελλαδική καί την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή (-2050/ -1680)3, ενώ η κορυφή τού βουνού της Αγιάς μέ το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής είναι κατάσπαρτη από όστρακα πού χρονολογούνται ήδη από τόν +4ο έως τόν +10ο αιώνα, ίσως και πρωϊμότερα.
Η προσφορά της μονής στην περιοχή της Μεσσηνίας είναι άγνωστη, καθώς μέχρι σήμερα δέν είχε γίνει καμία εκτεταμένη έρευνα πού θα έβγαζε από τη λήθη την ιστορική του πορεία. Μόνο στη λαϊκή μνήμη της περιοχής διατηρήθηκαν κάποια σπαράγματα ιστορικών γεγονότων πού μέ την πάροδο τών χρόνων είχαν αρχίσει νά λαμβάνουν μυθικές διαστάσεις. Έτσι η ιστορική έρευνα κατέστη επιβεβλημένη, γιά νά μπορέσουν νά επανέλθουν όλες αυτές οί παραδόσεις στην πραγματική τους διάσταση καί κυρίως νά αναγεννηθούν στη μνήμη πολλά ακόμα γεγονότα πού είχαν λησμονηθεί.
Την παλαιότερη γραπτή αναφορά γιά την μονή τη συναντούμε στά αρχεία Grimani κατά την περίοδο της Δεύτερης Ενετοκρατίας (1685- 1715). Γιά τούς Ενετούς η Πελοπόννησος ήταν μία πλούσια επαρχία καί προσφιλής κτήση καί έτσι οργάνωσαν μεθοδικά τά θεμέλια της κυριαρχίας τους. Μία από τίς πρώτες κινήσεις τους ήταν η απογραφή τού πληθυσμού τών κατακτημένων περιοχών καί κάθε άλλη πού θά τούς βοηθούσε στό έργο τους, μεταξύ αυτών καί η καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σύμφωνα μέ τά όσα μάς παρουσιάζουν τά αρχεία αυτά, οί αρχιερείς, οί ιερείς καί οί μοναχοί καλούντο συχνά νά αναφέρουν την ιδιοκτησία πού κατείχαν όχι μόνο γιά τίς μητροπόλεις, τίς έκκλησίες ή τά μοναστήρια τών οποίων προΐστανται, αλλά καί γιά τά φυσικά πρόσωπα πού είχαν σχέση μέ αυτά. Απογράφοντας συχνά καί ενημερώνοντας τή διοίκηση γιά τήν εκκλησιαστική περιουσία τους, ο Γενικός Προβλεπτής ήταν σίγουρος ότι θά λαμβάνει τούς οριζομένους φόρους.
Εξ αιτίας αυτής τής πολιτικής συναντούμε καί τό μοναστήρι της Αγιάς, στό οποίο αναφέρεται ο επιχώριος επίσκοπος ο Ανδρούσης Παρθένιος, καθώς υπάρχουν αναφορές τού ιδίου γιά τήν εκκλησιαστική κατάσταση τής επαρχίας του. Νά τονίσουμε εδώ πώς σέ σχέση μέ τόν όμορό του Μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως Αθανάσιο4 είναι εμφανώς περιεκτικότερος, ωστόσο καί οί δικές του οί πληροφορίες μάς είναι πολύτιμες.
Διοικητικά η μονή ανήκει στο τμήμα (canniere) της Μεθώνης πού περιελάμβανε τέσσερις περιοχές (teritorio), τού Φαναρίου (κοντά στην σημερινή Ανδρίτσαινα), της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας), τών Ναβαρίνων καί της Μεθώνης.
Εδώ ο καταγραφέας δέν μάς παρουσιάζει τό μοναστήρι ώς παλιό, όπως κάνει μέ το Αντρομονάστηρο, γιά τό οποίο λέει χαρακτηριστικά5: «...από την Ανδρούσα απάνω είναι το Ανδρών μοναστήρι καί είναι κοινόβιον, το οποίον μοναστήρι είναι χτισμένο από τον καιρόν τών χριστιανών βασιλέων τών Ρωμέων». Επίσης, αναφέρει ότι δέν είναι σταυροπηγιακό καί αποκλείει εντελώς καί την περίπτωση νά ανήκει ώς μετόχι σέ κάποια άλλη μονή.
Η δυσπιστία τών Ενετών στά απογραφικά στοιχεία πού απέστελνε ο Ανδρούσης είναι εμφανής. Έτσι συναντούμε αρκετές φορές την επισκοπή Ανδρούσης στά αρχεία μέ μικρές συμπληρώσεις κάθε φορά. Αντίθετα ο Χριστιανουπόλεως, ώς φαίνεται έκ τού χαρακτήρος του, δέν είχε σκοπό νά αποκρύψει στοιχεία καί έτσι από την πρώτη απογραφή του εrναι αναλυτικός.


Η περιουσιακή κατάσταση τής μονής Αγίου Γεωργίου «είς τό Τερριτόριο6 τής Αρκαδίας.. στό σύνορο τού χωριού Σαπρήκι ...» όπως μάς τήν παραδίδουν τά αρχεία έχει ώς έξής:
«Είς το σύνορο τού χωριού Σαπρήκι είναι μοναστήρι τιμώμενο είς τό όνομα τού Αγίου Γεωργίου καί έχει εκεί όπου είναι τό Μοναστήρι χωράφια ζευγαριού ενός.
Έχει καί αμπέλια ξηναριών ηκοσιπέντε καί άλλον αμπέλι ξηναριών ήκοσι καί είναι φυτία.
Έχει καί είς τό χωριόν Σαπρίκι χωράφια ζευγαριού ενός καί είς τήν Βεριστηά χωράφι ένα καί είς τό χωριόν Μανιάκι χωράφι ένα καί είς τού Πεδεμένου χωράφια κομάτια δύο έχει καί είς τό ρέμα τών Κοτρονέων ένα μύλο καί μήα νεροτριβή.
Έχει είς τό τερριτόριον τού Νεοκάστρου είς τό σύνορο της Λιγούδιστας αμπέλια ξυναριών τριάντα καί άλλον αμπέλι ξηναριών πενήντα.
Έχει καί ελιαίς είς τόν τόπον τους ρίζαις επτά. Έχει καί σπίτια δύο μέ τήν περιοχή τους
Έχει καί είς τήν Καβελαρία7 ελιαίς ευδομήντα μέ τόν τόπον τους
Έχει καί είς τόν τόπον Ντρέστενα χωράφια ζευγαριών δύο καί ελιαίς ρίζαις έντεκα καί άμπέλια ξηναριών τεσσάρων.
Έχει καί άλλα χωράφια όπου έχει είς τόν τόπον τής Λιγούδιστας όπου ονομάζεται Σπηλιά καί είναι ήμερα καί άγρια βατζελιών τά οποία έδωσε8 ο αφέντης ο Μαρί Μικέλις»
9.
Ο «Μαρί Μικέλις» (Marin Michiel) παραχώρησε τά κτήματα αυτά στή μονή προφανώς μέ σκοπό τήν είσπραξη τού εγγείου φόρου, όπως έκαναν σέ πολλές περιπτώσεις οί Ενετοί. Παραχωρούσαν τά εγκαταλελειμμένα κτήματα, όχι μόνο σέ μονές, αλλά καί σέ εποίκους πού έφερναν από άλλα μέρη τής Ελλάδας μέ σκοπό τήν είσπραξη τού φόρου αυτού10 καί τήν ενδυνάμωση τής αγροτικής παραγωγής.
Το 1699 στο μοναστήρι εγκαταβιούν δύο ιερομόναχοι, πέντε μοναχοί, δύο δόκιμοι καί ένα παιδί 10 ετών πού ανέθρεψαν οι ίδιοι οι πατέρες της μονής, φαινόμενο συνηθισμένο αυτή την εποχή, καθώς τό χαμηλό βιοτικό επίπεδο, οί συχνοί πόλεμοι καί η επιδημία πανώλης, οδηγούσαν πολλά παιδιά στην ορφάνια καί ανάγκαζαν ακόμη καί τούς μοναχούς νά αναλαμβάνουν την ανατροφή τους. Χαρακτηριστική είναι η παροιμία πού λέγεται ακόμα καί σήμερα στην περιοχή «...δέν έχει δεί καλόγερο μέ νάκα»11 εννοώντας πώς δέν έχει ζήσει άσχημες μέρες, φτώχειας καί ανέχειας.
Στίς απογραφές τών Ενετών μέ σαφήνεια μπορούμε νά διαπιστώσουμε ότι η μονή κατείχε ικανή ακίνητη περιουσία, ήταν επανδρωμένη ικανοποιητικά καί μάλιστα σέ σχέση μέ τά υπόλοιπα μοναστήρια της επισκοπής Ανδρούσης, φαίνεται νά είναι σέ πολύ καλύτερη κατάσταση. Συμπερασματικά θά μπορούσαμε νά πούμε μέ βεβαιότητα ότι μία τέτοια ακίνητη περιουσία δέν μπορούσε νά συγκεντρωθεί σέ ένα μοναστήρι τής εποχής αύτής σέ μικρό χρονικό διάστημα αλλά προϋποθέτει ζωή αρκετών χρόνων. Επομένως θά πρέπει καί από ιστορικής σκοπιάς νά ορίσουμε την έναρξη λειτουργίας του πρίν ή τουλάχιστον κατά τόν 16ο αιώνα (είκ.2).
Κατά την διάρκεια τής επόμενης περιόδου κυρίαρχο ιστορικό γεγονός γιά την περιοχή είναι τά λεγόμενα Ορλωφικά καί αυτό γιατί από τό αποτελεσμά τους δέν γλίτωσε τής μανίας τών Τουρκαλβανών κανένα χωριό τής περιοχής ούτε καί η μονή της Αγιάς. Συγκρίνοντας την κατάστασή της σέ ανθρώπινο δυναμικό μεταξύ τής προηγούμενης καί τής επόμενης περιόδου διαπιστώνουμε ότι η μονή εξήλθε από αυτή την περίοδο εμφανώς κατηγονισμένη. Ιδιαίτερα αν σκεφθούμε ότι η μονή βρίσκεται κοντά σέ οδικούς άξονες τής εποχής, δέν θά ήταν δυνατόν νά μην είχε παρατηρηθεί η παρουσία της από τούς οργισμένους καί διψασμένους γιά καταστροφή μισθοφόρους τού Σουλτάνου. Η ιστορική πορεία της όμως είναι σίγουρο πώς δέν διεκόπη, καθώς διατηρεί την περιουσία της καί τη δραστηριότητά της, όλη αυτή την περίοδο. Προσφέρει στό Εθνος μέ όποιον τρόπο μπορεί καί γίνεται καταφύγιο γιά πολλούς κατατρεγμένους. Σέ αντίθεση μέ άλλα μοναστήρια τής επαρχίας Ανδρούσης βγήκε από την περίοδο τών Ορλωφικών λιγότερο πληγωμένη. Αυτό ενυσχύεται καί από τό αίτημα τού Ανδρούσης Δανιήλ τό 1780 πρός την Ιερά Μονή τού Σινά, από την οποία ζητά νά δεχθεί το Ανδρομονάστηρο ώς μετόχι της, καθώς «είναι έρημο καί εγκαταλελειμμένο»12, κάτι το οποίο καί έγινε το 1785 μένοντας σέ αυτό το καθεστώς μέχρι τό 1929, ενώ γιά τή μονή τής Αγιάς δέν έχει τέτοια έννοια προφανώς, επειδή είναι επανδρωμένο.
Η θέση της επιτρέπει νά βρίσκεται σχετικά μακριά από τίς τουρκικές αρχές καί μέσα στήν καρδιά τής Κοντοβουνιώτικης παντοδύναμης κλεφτουριάς, τής οποίας η Οθωμανική κυριαρχία δέν μπορούσε νά καταστείλει τή δράση της13. Στά Κοντοβούνια δρούσαν θρυλικοί Κλέφτες, οί οποίοι προστατεύονταν από τά μοναστήρια τής περιοχής. Το 1805 ο πασάς της Τριπολιτσάς έδωσε εντολή γιά τον αφανισμό τών Κλεφτών δημιουργώντας παράλληλα πνεύμα τρόμου στούς Ελληνες γιά την δράση τών κλεφτών. Αφορμή στάθηκε το περιστατικό της αιχμαλωσίας τού πρωτοσύγκελου τών Γαργαλιάνων Άνθιμου Ανδριανόπουλου στον κάμπο της Μαρμαριάς14, ο οποίος ώς Μοραγιάν βιλαετλή τού βιλαετιού της Αρκαδιάς μετέφερε τούς φόρους στον πασά της Τριπολιτσάς. Αφού εξόντωσαν την φρουρά του, συνέλαβαν τον πρωτοσύγκελο καί τον μετέφεραν αιχμάλωτο στο χωριό Μποντιά (Μάλθη) τών Κοντοβουνίων σέ περιοχή δηλαδή απόλυτα ελεγχόμενη από τούς ίδιους ή τουλάχιστον σέ περιοχή πού οί Τούρκοι δέν διέθεταν τον απόλυτο έλεγχο. Επίσης από την κίνηση αυτή προκύπτει μέ βεβαιότητα ότι το εγχείρημα ήταν έργο τών κλεφτών τών Κοντοβουνίων πράγμα πού επιβεβαιώνει καί τό δημοτικό τραγούδι της περιοχής:
«Πέντ' έξι κάποι15 τού Κοσμά, δυό τρείς τού Παναγιώτη,
Μία προβατίνα ψένανε στή ράχη τού Σαπρίκι16.
Εκεί τούς ήρθε μία γραφή, τούς ήρθε ένα γράμμα:
Νά πάνε γιά νά πιάσουνε στής Μαρμαριάς τόν Κάμπο.
Κεί θά περάσει 'νας παπάς στ' ασήμι φορτωμένος.
Τα ασήμι νά τό πάρετε, τό λάγι' αρνί νά σφάχτε
»17.
Μέ το πέρας τής περιόδου αυτής βρίσκουμε στή μονή τον ηγούμενο Μελέτιο Βάμβα, τον ιερομόναχο Ευθύμιο καί άλλους μοναχούς πού δυστυχώς δέν έχουν διασωθεί τά ονόματά τους. Η αναφορά τού Ανδρούσης Ιωσήφ ότι: «...Αχρι τής Κινήσεως τών πραγμάτων (τήν έναρξη τής Επανάστασης) είχε ηγούμενον καί καλογήρους προϊστάμενον παρ' εμού ώς ενοριακόν κατά τά εκκλησιαστικά έγγραφά μου»18 το επιβεβαιώνει.
Η Παιδεία κάτω από τή σκέπη κυρίως της εκκλησίας βρίσκει καταφύγιο καί στην μονή της Αγιάς, καθώς εκεί υπάρχει τά τελευταία χρόνια πρίν τήν Επανάσταση σχολείο τών κοινών γραμμάτων πού λειτουργεί μέχρι καί την έναρξή της19, στηριζόμενο στην ύπαρξη λογίου κληρικού πού ίσως νά ήταν ο ηγούμενος.



Είναι γεγονός ότι το μοναστήρι κατά τήν Επανάσταση τού 1821 προσέφερε σημαντική οικονομική βοήθεια20 καί συνέβαλε μέ κάθε τρόπο στόν αγώνα τής Ανεξαρτησίας. Οί πληροφορίες πού διασώθηκαν είναι ικανές νά μάς διαφωτίσουν, έτσι ώστε νά διαμορφώσουμε μία εικόνα γιά τόν ρόλο πού διαδραμάτισε καί τά δεινά, τά οποία υπέστη τούς χρόνους αυτούς. Εκτός από επιγραμματικές αναφορές ιστορικών, έμμεσες ή άμεσες, ένα σημαντικό κείμενο, ήδη δημοσιευμένο21, τού επιχώριου επισκόπου Ανδρούσης Ιωσήφ, μάς διαφωτίζει περί τής μονής. Έτσι, από αυτόν μαθαίνουμε γιά τήν ύπαρξη αλληλοδιδακτικού σχολείου ήδη από τόν πρώτο χρόνο τής Επανάστασης καί τήν συντήρησή του από τά έσοδα τών κτημάτων της μονής22. Στη μεταγενέστερη (σχετικά μέ τό σχολείο) αυτή αναφορά του καταγράφει τήν γενικότερη εκκλησιαστική κατάσταση της επαρχίας του23 ένα χρόνο μετά τήν αποχώρηση τού Ιμπραήμ από την Μεσσηνία καί παρουσιάζει την δραματική κατάσταση τής περιοχής γράφοντας μεταξύ άλλων πρός τήν Καποδιστριακή Γραμματεία τών Εκκλησιαστικών καί τής Εκπαιδεύσεως:
«Αναφέρω ότι περιερχόμενος τά κατατεφρωμένα χωρίδια της ταπεινής επαρχίας μου ίνα παρηγορήσω τούς ταλαιπωρημένους επαρχιώτες μου καί νά οδηγήσω αυτούς προς γνώσιν καί εκπλήρωσιν τών αφεύκτων χρεών τών πρός τον Ύψιστον Κύριον, προς τον πλησίον καί προς την Σ. Κυβέρνησιν...».
Η εικόνα τών κατατεφρωμένων χωριών δέν είναι υπερβάλλων συναισθηματισμός, αλλά η πραγματική κατάσταση της επαρχίας του καί τό προβαλλόμενο άπ' αυτόν υψηλό αίσθημα ευθύνης είναι ό πραγματικός τρόπος, μέ τον οποίο αυτός ο εξαίρετος Ιεράρχης αντιμετώπιζε όχι μόνο το λαό, αλλά καί τούς ιερείς του, γιά τούς οποίους γράφει:
«...(εκτός δύο ιερέων) υπάρχουσι έγγαμοι πάντες άμοιροι παιδείας ελληνικής. Γεγυμνασμένοι όμως είς τον εκκλησιαστικόν τους βίον, τίμιον καί χαρακτήρα καλόν έχοντες, πτωχοί καί αξιοδάκρυτοι καί τών αναγκαίων είς χρήσιν τών ιερών μυστηρίων υστερούμενοι...»
Την επομένη συντάσσει τον κατάλογο τών ενοριών καί τών ιερέων, από τον οποίο κατανοούμε καλύτερα την γενικότερη κατάσταση της επαρχίας του καί παρατηρούμε πώς τό μόνο μοναστήρι πού έχει έστω καί ένα καλόγηρο είναι αυτό της Aγιάς24.
Η αγωνία του γιά την μόρφωση τών παιδιών καί η πίκρα του γιά τήν αδυναμία νά συσταθούν σχολεία καί σέ άλλα μέρη της επαρχίας του εrναι εμφανής στη συνέχεια της αναφοράς του.
«...άνωθεν της Λιγούδιστας25 κείμενον έν τη επαρχία της Άνω Μεσσηνίας κείται εν μονύδριον τού Aγίου Γεωργίου, Aγιάς καλούμενον, καταπυρπολυμένον παρά τών εχθρών, εκτός τού ιερού ναού. Aυτό έχει υποστατικά ελαιόδενδρα καί ολιγοστώτατα χωράφια. Εκ τού ελαιώνος κατά τριετίαν δύναται νά λάβη (εάν έχει τιμήν τό έλαιον) γρόσια χίλια.
Άχρι τής Κινήσεως τών πραγμάτων (την έναρξη της Επανάστασης) είχε ηγούμενον καί καλογήρους προϊστάμενον παρ' εμού ώς ενοριακόν κατά τά εκκλησιαστικά έγγραφά μου. Μετά δέ τούτων άχρι τής άποβάσεως του Ιμπραΐμη δι αδείας μου εδίδοντο τά εισοδήματα προς τον διδάσκαλον Δωρόθεον αρχιμανδρίτην, διάκονον ποτέ χρηματίσαντα τού Aγίου Ελαίας26, όστις εδίδασκε τών κατοίκων τούς παίδας τά άλληλοδιδακτικά μαθήματα.
Εφέτος μετεχειρίσθησαν τό εισόδημα τούτο πρός οικοδομήν καί στερέωσιν μιάς εκκλησίας όπου έκαμαν μή δυνάμενοι έξ ιδίων διά την άκραν ένδειάν τους οι της Λιγούδιστας κάτοικοι.
Εκ τούτου τού εισοδήματος δύναται νά λαμβάνει κατ΄ έτος τό συστηθησόμενον σχολείον τριακόσια πεντήκοντα γρόσια καί τούτο πρός πληροφορίαν τής Σεβαστής Γραμματείας. Οί έπαρχιώται μου σχεδόν άπαντες σχολείον (έκτός τής Κωμοπόλεως Νησίου) άλληλοδιδακτικόν δέν έχουσι. Τό δέ χείριστον όπου μέ κάμει νά μένω παντελώς απαρηγόρητος είναι όπου καί τά περισσότερα χωριά μήτε παιδαγωγούς έχουν νά διδάσκονται τά κοινά γράμματα.
Περιφερόμενος δραστηρίως περί τούτου τούς ομίλησα παραστείνων τό αναγκαίον τού πράγματος. Έχουν προθυμίαν, κλαίουν διά τήν τών παίδων των αμάθειαν, πλήν είς τούς περισσότερους οί τρόποι λείπουσι. Οί ολίγοι τί δύνανται νά πράξωσι; Η Θεία Πρόνοια, όπου διά τού Σεβαστού Κυβερνήτου μας, εκατόρθωσε πολλά καί δύσκολα, είθε νά ευδοκήσει καί τούτο.
Οί επαρχιώται μου είναι απλοί, είναι ήσυχοι ευχαριστούντες άκρως καί τήν Σεβαστήν Κυβέρνησιν καί μετά Θεόν δοξολογούσιν αύτήν.
Εν Μαυροματίω27 τή 29η Νοεμβρίου 1829
ΥΓ. Οί τής Λιγούδιστας κάτοικοι είναι άξιοι πλείστων διά τήν πτωχείαν καί τήν καλοκαγαθίαν των. Έχουσι καί σχολείο τών κοινών γραμμάτων καί οί ίδιοι θέλει πληρώσει τόν διδάσκαλον»
.
Ο κύριος σκοπός αυτής τής αναφοράς ήταν νά ενημερώσει τόν Κυβερνήτη γιά τήν κατάσταση τής εκπαίδευσης στήν επαρχία του, δέν παραλείπει όμως νά υπενθυμίσει τήν φιλοτιμία καί τήν ανέχεια τών κατοίκων, οί οποίοι στό παρακείμενο τής μονής χωριό Λιγούδιστα, τό 1829 λειτουργούσαν σχολείο τών Κοινών Γραμμάτων, (τό πρίν τής επέλασης τού Ιμπραήμ Aλληλοδιδακτικό28 σχολείο τής Aγιάς είχε διακόψει). Η ύπαρξη καί η συντήρηση λειτουργίας σχολείου από τό μοναστήρι τής Aγιάς ήταν γεγονός πού εθεωρείτο αυτονόητο καί από τούς ίδιους τούς κατοίκους τής περιοχής, καθώς είχαν μάθει ότι ένας από τούς σκοπούς τής μονής στόν τόπο τους ήταν καί αυτός. Aκόμα καί μετά τήν διάλυσή της θεωρούν (όπως θά δούμε πιό κάτω) ότι τά κτήματα αυτής πρέπει νά δοθούν στόν δήμο γιά τόν αυτό σκοπό.
Πρέπει νά τονίσουμε öτι κανένα από τά σχολεία τής αλληλοδιδακτικής μεθόδου δέν είναι νέο29, αφού τό ίδιο τό σύστημα προϋποθέτει παλαιούς μαθητές πού θά μεταδίδουν γνώσεις καί νοοτροπίες σέ νεότερους. Ως έκ τούτου τό αμέσως μετά τήν έναρξη τής Ελληνικής επαναστάσεως Αλληλοδιδακτικό τής Αγιάς έχει τίς ρίζες του στήν πρίν τήν επανάσταση εποχή όπως αναφέραμε.
Ο Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος χρημάτισε διάκονος τού Επισκόπου Ελαίας στήν περιοχή τών Κυδωνιών τής Μικράς Ασίας, αφού εκεί βρισκόταν η έδρα τής έν λόγω επισκοπής30. Ακολούθησε τόν Ελαίας Παΐσιο κατά τόν πρώτο χρόνο τής Επανάστασης στήν Ελλάδα, όπου καί τόν συναντούμε στήν παρούσα αναφορά ώς Αρχιμανδρίτη πλέον καί διδάσκαλο τού Αλληλοδιδακτικού τής Αγιάς. Από τό γεγονός αυτό συμπεραίνουμε ότι ο Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος δέν ήταν ο δάσκαλος τού πρίν τήν έπανάσταση σχολείου καί ενισχύεται η άποψή μας περί τού Μελετίου Βάμβα. Ο Μίμης Φερέτος αναφέρει31 ώς γενέτειρα τού Δωροθέου τήν Μεσσηνία, ώς έκ τούτου θά πρέπει νά μετέβη στήν Μικρά Ασία, νά χειροτονήθηκε εκεί καί μαζί μέ τόν Ελαίας (καί άργότερα πρώτο Επίσκοπο Τριφυλίας) νά έπέστρεψε στήν Μεσσηνία.
Τήν μετέπειτα τύχη τού Δωροθέου δέν τή γνωρίζουμε. Τό σίγουρο εrναι ότι δέν ακολούθησε τόν Ελαίας Παΐσιο στήν επισκοπή Τριφυλίας (πρώην Χριστιανουπόλεως), ούτε παρέμεινε στήν Μεσσηνία ώς κληρικός ή διδάσκαλος. Αν επέζησε τών ορδών τού Ιμπραήμ καί παρέμεινε στήν Ελλάδα, πιθανώς νά μετέβη στήν Καρύταινα πού τό 1831 συναντούμε τόν μοναδικό στήν Πελοπόννησο διδάσκαλο Δωρόθεο στό εκεί σχολείο32.
Η μονή πρίν τήν έπανάσταση λειτουργούσε πιθανώς ώς κοινόβιο μοναστήρι, αφού διέθετε ηγούμενο καί καλογήρους, σύμφωνα μέ χαρακτηριστική αναφορά γιά τό σύστημα λειτουργίας του. Μετά κατέστη ιδιόρρυθμο, καθώς, όπως θά διαπιστώσουμε, στή μονή ζούσε ένας καί μοναδικός ιερομόναχος, ο Ευθύμιος, ο οποίος κατείχε δική του ιδιοκτησία, δυνατότητα πού μπορούσε νά τού δώσει μόνο το ιδιόρρυθμο καθεστώς33.
Η πυρπόληση τής μονής «παρά τών έχθρών», πού αναφέρει ο Ανδρούσης, συνέβη κατά τήν περίοδο τής παρουσίας τού Ιμπραήμ στή Μεσσηνία καί μάλλον αμέσως μετά τήν ιστορική μάχη στό παρακείμενο Μανιάκι. Άμεση αναφορά ή περιγραφή γιά το χρόνο καί το γεγονός αυτής τής καταστροφής δέν έχουμε, όμως θά ήταν αδύνατο, αν η μονή είχε καταστραφεί πρίν τήν έλευσή του, οί καπεταναίοι Π. Κεφαλάς, Αθ. Καπιτανάκης, Πιέρος Βοΐδης (Μαυρομιχάλης) καί Α. Γυφτάκης πού είχαν μεταβεί στό Μανιάκι νά πολεμήσουν στό πλευρό τού Παπαφλέσσα, νά τού πρότειναν νά φύγει από τήν θέση Ταμπούρια καί νά προτημήσει αυτή στή μονή της Αγιάς «...ώς καταλληλωτέρα τώ όντι καί οχυρά», όπως αναφέρει ο Φραντζής34. Κατά το Φωτάκο οί καπεταναίοι πρότειναν «...ότι καλά ήτο νά φύγωμεν κατά τό μέρος τής Αγιάς ότι οί καβαλαραίοι ολίγους θά σκοτώσουν από ημάς, έχομεν τό βουνόν βοηθόν, στεκόμεθα είς τά ριζώματα καί πολεμούμεν». Οί Τριφύλιοι καπεταναίοι πρίν μεταβούν στό Μανιάκι, είχαν στρατοπεδεύσει στό απέναντι χωριό Σαπρίκι καί από εκεί εκλήθησαν από τόν Παπαφλέσσα νά μεταβούν στά Ταμπούρια όπου ήταν καί αυτός35, επομένως γνώριζαν καλά την θέση της μονής καί τίς ευκαιρίες πού τούς προσέφερε τό βουνό της Αγιάς36.
Αν η μονή ή το βουνό είχαν καεί πιό πρίν, δέν θά γινόταν τέτοια πρόταση από τούς Καπετάνιους καί ίσως νά πρότειναν ένα καλύτερο μέρος στήν περιοχή αυτή τών Κοντοβουνίων. Το δασώδες της Αγιάς,  φυσική καί τεχνητή οχύρωση τής μονής θεωρήθηκε ώς η καλύτερη πρόταση από τούς μετ΄ ολίγον θυσιασθέντας αυτούς Ελληνες. Ο σύγχρονος τών γεγονότων αυτών καί γνώστης τής περιοχής37 Αμβρόσιος Φραντζής επίσης αναφέρει: «Εάν ο Γρηγόριος Δικαίος ήθελεν αποδεχθή το νά μεταβώσιν είς τήν Αγιά, όχι μόνον δέν ήθελον αφανισθεί οί Ελληνες καί αύτός ο ίδιος, αλλ΄ ήθελον προξενήσει πολλήν θραύσιν καί αφανισμόν είς τούς εχθρούς, ήτον δέ η οχύρωσις της Αγιάς καταλληλωτέρα ακόμη καί διά τών εχθρικών στρατευμάτων τοποθέτησιν, καί τούτων εχόντων ήθελε διαρκή ο μεταξύ τών Ελλήνων καί τών έχθρών μάχη, ώστε όχι μόνον δέν ήθελον δραπετεύση οί περισσότεροι Ελληνες (ώς καί εδραπέτευσαν οί πλείονες υποπτεύοντες τόν αφανισμόν των διά τού ακαταλλήλου της θέσεως τού Μανιακίου, καθώς έγινεν είς τούς μείναντας), αλλ΄ ήθελον προφθάση εγκαίρως καί τά μετά ταύτα πρός βοήθειαν ερχόμενα στρατεύματα, αριθμούμενα υπέρ τούς 1800 Αρκαδίους (Τριφυλίους) Καρυτινούς, καί Φαναριώτας, οίτινες έφθασαν τρείς ώρας ύστερον μετά τήν μάχην είς τήν Μάλην (κώμην της επαρχίας Τριφυλίας) χωρίς νά φανώσιν ωφέλιμοι είς το μηδέν, καθότι είχον καταθραυσθή τότε οί Ελληνες παρά τών εχθρών»38.
Αμέσως μετά τήν ιστορική μάχη στό Μανιάκι, ο στρατός του Ιμπραήμ, πού είχε το στρατόπεδό του στό πλησιόχωρο της μονής καί τών Ταμπουριών39 χωριό Σκάρμηγκα40, ακολούθησε διαφόρους δρόμους, γιά νά φτάσει στήν Κυπαρισσία (Αρκαδιά41). Ο κυριότερος φυσικός δρόμος, Σκάρμηγκα- Αρκαδιά, την εποχή εκείνη, ήταν μέσα από την κοιλάδα της Μεταξάδας ακολουθώντας τίς ανατολικές υπώρειες της οροσειράς του Αιγαλέο όρους πρός βορρά φτάνοντας στή Μάλη, όπου έγινε μία συμπλοκή μεταξύ τών προαναφερθέντων Ελλήνων καί τών Αίγυπτίων, καί άπό κεί στήν Κυπαρισσία. Ως έκ τούτου πέρασε καί από τό μοναστήρι.
Τίς παραμονές τής μάχης του Μανιακίου ο Παπαφλέσσας είχε ορίσει ώς παρατηρητήρια τίς κορυφές της Αγιάς και τού Μαγκλαβά42 γιά τήν παρακολούθηση τών κινήσεων τών στρατευμάτων τού Ιμπραήμ. Είχε δέ δώσει εντολή τήν νύχτα νά ανάβουν φωτιές, στά δύο αυτά βουνά, ώστε ο Ιμπραήμ νά τίς βλέπει καί νά θεωρεί ότι ο αριθμός τών Ελλήνων είναι πολλαπλάσιος.
Η στρατηγική σημασία τήης μονής καί της κορυφής της Αγιάς (είκ.3), δέν μάς είναι γνωστή μόνο από τά γεγονότα στο Μανιάκι, αλλά καί από τό στρατόπεδο πού έφτιαξαν εκεί οί Έλληνες, λίγο καιρό μετά την απόβαση τού Ιμπραήμ στο Ναβαρίνο. Έτσι καί κατά τό επόμενο διάστημα, η Αγιά χρησίμευε ώς παρατηρητήριο43 γιά την προστασία τών χωριών τών Κοντοβουνίων καί τών πεδινών χωριών, καθώς επίσης καί γιά τήν ενημέρωση τών καπεταναίων. Σέ αναφορά44 τών κατοίκων της Λιγούδιστας πρός τόν «Έκτακτον Επίτροπον» Α. Τζούνη, όπου είχε μεταβεί εκείνες τίς μέρες στήν Ζούρτσα, αναφέρουν μεταξύ άλλων:
"...Ημείς ενταύθα αγρυπνούμεν επάνω (ένν. τό βουνό τής Αγιάς) είς τάς βάρδιας μας επειδή είναι πολλαί αί φαμίλιαι καί κατοικούν έσωθεν είς τάς Χώρας καί τά λοιπά χωριά..."
Νά τονίσουμε εδώ πώς το σήμερα ειδυλλιακό τοπίο της κορυφής της Αγιάς μέ θέα από τόν Κυπαρισσιακό κόλπο μέχρι καί τόν κάμπο της Καλαμάτας καί νότια μέχρι τά νησιά Σχίζα καί Σαπιέντζα, δέν προσφέρεται από άλλη κορυφή της δυτικής Μεσσηνίας. Αυτό έκανε καί τόν Στρατηγό Μήτρο Αναστασόπουλο45 νά επανασυστήσει τό στρατόπεδο γιά μικρό χρονικό διάστημα, καθώς οί ελλείψεις σέ τροφές καί πολεμοφόδια τόν ανάγκασαν νά αποφασίσει τήν διακοπή του, αφού πρώτα εrχε αναφέρει σχετικά46 πρός τό Εκτελεστικό, διαμαρτυρόμενος κατ αρχάς γιά τήν απραξία τής Κεντρικής Διοίκησης καί παρουσιάζοντας τήν δεινή κατάσταση πού εrχε περιέλθει η επαρχία Τριφυλίας δύο χρόνια μετά τήν έλευση τού Ιμπραήμ.
Από τήν σχετική αλληλογραφία διαπιστώνουμε πώς οι Κοντοβουνίσιοι στην Αγιά δίνουν πληροφορίες γιά τον εχθρό στούς Καπεταναίους, ενώ παράλληλα κάνουν καί εξορμήσεις πρός τον κάμπο. Επομένως η Αγιά δέν ήταν μόνο παρατηρητήριο αλλά καί επιχειρησιακό στρατόπεδο.
Έλλειψη τροφίμων, πολεμοφοδίων καί χρημάτων διέλυσε καί πάλι γιά λίγο τό στρατόπεδο, αφού ενάμιση χρόνο μετά ο γραμματέας τού Κολοκοτρώνη αναφέρει τήν πρόθεση γιά επανασύστασή του47.
Μέ τήν αποχώρηση τού Ιμπραήμ μετά την Ναυμαχία τού Ναβαρίνου καί μέ την ανάληψη τής εξουσίας από τον Καποδίστρια, η Ελλάδα προσπαθεί νά μαζέψει τά κομμάτια της. Η μονή της Αγιάς, έδωσε τά πάντα στόν αγώνα γιά τήν ελευθερία. Λεηλατήθηκε, πυρπολήθηκε καί έχασε όλο το ανθρώπινο δυναμικό της (πλήν ενός). Ούτε καν τά κινητά ιερά σκεύη δέν σώθηκαν, όσα μάλιστα δέν εκποιήθηκαν γιά τίς ανάγκες τού αγώνα, τά κατέκαψε η μανία τών Aράβων. Έκτοτε καί μέχρι τήν διάλυσή της, ώς κυρίαρχης μονής, συντηρείται μέ τήν φροντίδα τής επιτροπής πού διαχειρίζεται τήν ακίνητη περιουσία της καί την μέριμνα τού μοναδικού μοναχού πού επέζησε τών δύσκολων αυτών χρόνων. Δύο μοναχές παρ΄ όλο τό προχωρημένο τής ηλικίας τους, ενώ έμεναν εκτός μονής, ήρθαν νά εγκαταβιώσουν σέ αυτό εκμεταλευόμενες την ασφάλεια πού προσέφερε η αποχώρηση τών Τούρκων. Η εικόνα τής Παναγίας στό τέμπλο τού ναού τού Aγίου Γεωργίου, αφιερωμένη στά 1832 από τά δύο μέλη τής επιτροπής διαχείρισης τής εποχής αυτής, Γ. Οικονομόπουλο καί A. Κοκκέβη, μαρτυρεί μέχρι σήμερα τίς προσπάθειες γιά την ανασυγκρότηση της μονής (εικ4). Το 1833 μέ Βασιλικό Διάταγμα48, στή Μεσσηνία δημιουργούνται τρείς Επισκοπές: Τριφυλίας, μέ έδρα τήν Κυπαρισσία καί όρια τίς επαρχίες Τριφυλίας και Ολυμπίας. Μεσσήνης, μέ έδρα τό Νησί (Μεσσήνη) καί όρια τίς επαρχίες Μεσσήνης καί Καλαμών καί Μεθώνης, μέ όρια τήν ομώνυμη τότε επαρχία.
Τά χωριά πού υπάγονταν διοικητικά στήν πρώην έεπαρχία Aρκαδιάς καί πλέον Τριφυλίας, περιέρχονται καί εκκλησιαστικά στά όρια τής αυτής έπαρχίας. Μέσα στά όρια αυτά είναι και η μονή της Aγιάς, στην οποία βλέπουμε αυτή την εποχή νά εγκαταβιούν ο ιερομόναχος Ευθύμιος Ζγαϊτζής ή Γκοτζάς49, ετών 54, από τα Φιλιατρά καί δύο ηλικιωμένες μοναχές, μία έξ αυτών μέ το όνομα Aγάθη. Το καθεστώς λειτουργίας της μονής παραμένει ιδιόρρυθμο, ενώ οι μοναχές αυτές εγκαταστάθηκαν στή μονή μετά το 1829, καθώς η τού αυτού έτους αναφορά τού Aνδρούσης Ιωσήφ δέν τίς μνημονεύει.
Τέσσερις μήνες αργότερα μέ βασιλικό διάταγμα κηρύσσεται το Aύτοκέφαλο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Ο βασιλιάς ώς Υπέρτατη εξουσία τού κράτους έγινε καί διοικητικός αρχηγός τής Εκκλησίας κατά το τότε πρότυπο της Ρωσικής Εκκλησίας. Στο βασιλικό αύτό διάταγμα50, μεταξύ άλλων, ο ίδιος έχει τόν πρώτο λόγο της σύστασης, της διάλυσης ή τον περιορισμό τών «μοναστικών καταστημάτων».
Μέ το από 25 Σεπτεμβρίου 1833 βασιλικό διάταγμα51, ύστερα από την από 19 Αυγούστου 1833 εισήγηση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος52, καταργούνται καί τά μοναστήρια πού έχουν αριθμό μοναχών κάτω τών έξι. Η περιουσία τους περιέρχεται αποκλειστικά στο δημόσιο καί στη δικαιοδοσία τού νεοσυσταθέντος Εκκλησιαστικού Ταμείου, υπηρεσία της επί τών Εκκλησιαστικών καί Παιδείας Γραμματείας. Από αυτό το Διάταγμα στην Επισκοπή Τριφυλίας καί Ολυμπίας διαλύονται όλα τά μοναστήρια καί έτσι γίνεται η μοναδική Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος πού δέν έχει ούτε ένα μοναστήρι στήν δικαιοδοσία της53.
Οί αντιδράσεις στή Μεσσηνία καί αλλού ήταν έντονες καί σέ μερικές περιπτώσεις ακραίες. Γιά παράδειγμα ο ιερομόναχος Γεράσιμος Παπαδόπουλος ήρθε σέ ανοιχτή ρήξη μέ τόν Ανδρούσης Ιωσήφ, μέ αποτέλεσμα τήν απομόνωσή του στήν Μονή Βουλκάνου, στήν οποία όμως συνεχίζει τήν ρητορική τακτική του εναντίον τής Ιεράς Συνόδου καί τού Βασιλιά54.
Στήν μονή της Αγιάς δέν έχουμε μαρτυρία γιά αντίδραση κληρικού, γνωρίζουμε όμως πολύ καλά πώς η τοπική κοινωνία αντέδρασε σέ αυτή την απόφαση καί, όπως θά δούμε στή συνέχεια, η αναστάτωση αυτή κράτησε αρκετά χρόνια. Οί κατά τόπους νομάρχες ορίζονται νά ενημερώσουν τήν κυβέρνηση γιά τά κτήματα καί τά λοιπά ακίνητα των υπό διάλυση μοναστηριών, πού βρίσκονταν στην περιφέρειά τους, καθώς καί γιά την μετακίνηση τών μοναχών τους. Έτσι πέντε μήνες μετά, μέ ημερομηνία 16 Ιανουαρίου 1834, ο Νομάρχης Μεσσηνίας Γουστάβος Βέρδεν55 αναφέρει ότι ανάμεσα στά διαλυθέντα μοναστήρια τής περιοχής του είναι και τό μοναστήρι τής Αγιάς, από το οποίο κάλεσε τον ήγούμενο Ευθύμιο, ώστε νά πληροφορηθεί γιά τήν μονή, όπου θέλει νά μεταβεί, εκτός αν ήθελε νά γίνει ενοικιαστής τών κτημάτων της (όπως προέβλεπε το βασιλικό διάταγμα)56. Ο Ευθύμιος ζήτησε νά του ενοικιαστούν τά κτήματα καί νά εφημερεύει στά γύρω από τό μοναστήρι χωρία. Από τήν ίδια αναφορά πληροφορούμαστε ότι τα έσοδα από τά κτήματα τά προηγούμενα χρόνια είχαν χρησιμοποιηθεί γιά την επισκευή της μονής καί ότι ο ναός πού είχε «...παραδοθεί είς τό πύρ επεσκευάσθη57, καί έχει τρείς οικίας». Επιβεβαιώνεται δέ ότι η διαχείριση γινόταν από επιτροπή καί όχι από αυτόν. Τέσσαρα στρέμματα γής κοντά στή μονή ανήκαν στόν ίδιο, ενώ η μοναχή Αγάθη Κουκουλά (ή Κουκουλοπούλα σέ άλλο έγγραφο), κόρη τού Θεοδώρου Κουκουλά από τό Σαπρίκι, χειροτονημένη από τον πρό τής Επαναστάσεως ηγούμενο της Μονής Μελέτιο Βάμβα58, είχε δύο χωράφια. Τά υπόλοιπα κτήματα, συνολικά είκοσι δύο στρέμματα, τά νέμονταν διάφοροι άλλοι ενοικιαστές.
Η πρώτη ενέργεια, τού Νομάρχη, όπως είπαμε, ήταν νά καταγράψει καί νά ενημερώσει τήν επί τών Εκκλησιαστικών Γραμματεία γιά τή περιουσία τής μονής:
«...Μονύδριον κείμενον είς Αγιά, είς τό οποίον ευρίσκεται είς μοναχός ονομαζόμενος Ευθύμιος καί δύο μοναχάς γραίας. Τά κτήματα αυτού είναι τά κάτωθεν: 570 ελαιόδενδρα, 78 συκαμινόδενδρα (μουριές), 7 κυπαρίσσους, 2 στρέμματα άμπέλι, εν οσπίτιον, τό ήμισυ ενός ελαιοτριβείου. 7 στρέμματα γής ποτιστικής καί 8 στρέμματα ξερικής. Τό εφετινόν εισόδημα συνίσταται είς 21 βαρέλας59 ελαίου είς 2.5 φορτία κρασιού καί είς έξ συνοίκια αραβοσίτου, εσυνάχθησαν καί 35 δρχ. από τά συκαμινόδενδρα τά οποία εξοδεύθησαν είς τήν κατασκευήν μιάς εικόνας. Μιά εκκλησία κείμενη είς Καβελλαριά ονομαζόμενη Άγιος Νικόλαος. Τά κτήματα αυτής συνίστανται είς 353 ελαιόδενδρα τών οποίων το εφετεινόν εισόδημα συνίσταται είς 7 βαρέλας ελαίου...»60.



Ο Νομάρχης επίσης ζητεί νά διευκρινισθεί από τή Γραμματεία «...εάν πρέπει νά πωληθώσι τά μουλάρια, γιδοπρόβατα καί λοιπά ζώα τών διαλελυμένων μοναστηριών ή νά διατηρηθώσι καί αυτά ώς οί γεωργικοί βόες»61, ενώ ταυτόχρονα ζητά εντολές γιά τήν τύχη τών μοναχών. Η Γραμματεία επί τών Εκκλησιαστικών απαντά άμεσα στήν αναφορά γιά τήν τύχη τών διαμενόντων στή μονή: «Αν ο μέχρι τούδε διαμένων είς τό μονύδριον τής Αγιάς Ιερομόναχος Ευθύμιος εφημερεύει είς ενορίας, ημπορεί... νά λάβει παρά τού κατά τόπου επισκόπου τό κλειδί τής εκκλησίας τού μοναστηριού καί τά έν αυτώ βιβλία καί σκεύη μέ εγγύηση, ώς καί νά διαταχθεί αν παρίσταται είς τό μονύδριον μόνον είς τόν ίδιον, όμως μέ τήν συγκατάθεση τού επισκόπου καί διά πάντων χωρίς τάς καλογραίας... αί δέ καλογραίαι θέλει διαταχθούν νά μεταβώσιν εντός ρητής προθεσμίας είς άλλο καθ αυτόν γυναικείο μοναστήριον ων έχων υπέρ τάς πέντε μοναζούσας ή νά μεταβώσιν είς τάς οικίας των....
Εν Ναυπλίω τή 22α Ιανουαρίου 1834
Ο επί τών Εκκλησιαστικών Βασιλικός Γραμματεύς
»
Τήν κυνικότητα μέ τήν οποία αντιμετώπιζαν τό μοναχικό σχήμα οί Βαυαρικές αρχές, μπορούμε νά τό διακρίνουμε καί στό διάταγμα περί Γυναικείων Μοναστηριών, όπου μεταξύ άλλων καλούν τίς μοναχές κάτω τών σαράντα ετών νά εγκαταλείψουν τό μοναχικό σχήμα καί νά επανέλθουν στά εγκόσμια. Η οπτική αυτών ήταν τελείως διαφορετική από αυτή τών μοναχών, αφού ο στόχος τών Βαυαρών ήταν νά αναγκάσουν τίς γυναίκες αυτές νά πανδρευτούν, αφού μπορούσαν ακόμα νά αποκτήσουν οικογένεια, ενώ η διάθεση όσων θέλουν νά ακολουθήσουν το μοναχισμό ήταν καί παραμένει άλλος. Η αναπλήρωση τού αποδεκατισμένου πληθυσμού πού είχαν ώς σκοπό νά ενισχύσουν οί Βαυαροί δέν μπορεί σέ καμία περίπτωση νά δικαιολογήσει αυτόν τον εξαναγκασμό.
«Αί μή υπερβαίνουσαι τά 40 έτη τής ηλικίας των μοναχαί θέλουν προσκληθή παρά τού κατά τόπον Επιτρόπου νά παραιτήσωσι τήν μοναστικήν ζωήν καί νά απέλθωσιν είς τόν κόσμον. Τόν Επίσκοπον θέλει επιφορτίση η Σύνοδος νά κοινοποιήση πρός αυτάς έν όνόματί της, ότι δύνανται νά πράξωσι τούτο ακατακρίτως. Αλλ αν τις αυτών, ούσα ομολογουμένως αμέμπτου διαγωγής, έχει κλίσιν ιδιαιτέραν πρός τόν μοναστικόν βίον, θέλει λαμβάνη παρά τού Επισκόπου τήν άδειαν νά μεταβαίνη είς εν τών διατηρουμένων μοναστηρίων.
Μοναχαί έχουσαι ηλικίαν υπέρ τά 40 έτη είναι ελεύθεραι ή νά παύσωσι μονάζουσαι ή νά μεταβώσιν είς εν τών διατηρηθησομένων μοναστηρίων (...)
Εν Ναυπλίω τή 25η Φεβρουαρίου (9 Μαρτίου) 1834.
Εν ονόματι τού Βασιλέως, η Αντιβασιλεία
»
Οί εντολές τής Αντιβασιλείας ήταν σαφείς καί έπρεπε νά εκτελεστούν, έτσι ο Επίσκοπος Τριφυλίας ενημερώνει γιά τήν αποχώρηση τών μοναζουσών «...η Επισκοπή κατά τά διαληφθέντα επίσημα έγγραφα αμέσως εξετάσασα, αν υπάρχουσι κατά τήν Επισκοπήν ταύτην τοιαύται μοναχαί, εύρεν δύο τοιαύτας, είς τήν Μονήν τής Αγίας (Αγιάς) κατά τήν επαρχίαν Τριφυλλίας καί άλλας δύο έν τώ Μονυδρίω κειμένω έν Αδριτζένη, αί οποίαι πληροφορηθείσαι διά τών Επισκοπικών Επιτρόπων τά περί αυτών παρά τής Ιεράς Συνόδου διαταττόμενα καί τόν ειλικρινή σκοπόν αυτής, αί μέν δύο έν τή Αγία (Αγιά) μονάζουσαι απήλθον είς τά ίδια...»
Εν Κυπαρισσία τήν 16ην Μαίου 1834
Ο Τριφυλίας Παΐσιος
»
Μέ τόν τρόπο αυτό οί μοναχές αποχώρησαν από τήν μονή μή δεχόμενες νά μεταβούν σέ άλλο μοναστήρι καί επέστρεψαν στά σπίτια τους62. Αυτό βεβαιώνει καί ένα πιστοποιητικό μέ ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1834 τών παλιών οπλαρχηγών καί δημογερόντων τής Κυπαρισσίας Ιωάννου Τομαρά καί Γεώργιου Πονηρόπουλου63.
Αναμφισβήτητα τό κεντρικό πρόσωπο της μονής την περίοδο τών έπαναστατικών χρόνων καί μέχρι την διαλυσή της είναι ο Ιερομόναχος Εύθύμιος. Έζησε μεταξύ άλλων τόν εξολοθρεμό τών Κλεφτών τών Κοντοβουνίων, τήν Επανάσταση, τήν καταστροφή από τόν Ιμπραήμ καί τέλος τήν διάλυση τής μονής. Όλοι οί άλλοι πατέρες τού μοναστηριού τής Αγιάς δέν κατάφεραν νά έπιζήσουν καί νά μεταφέρουν τίς μνήμες τους από όλα αυτά τά γεγονότα. Από τά στοιχεία πού διεσώθησαν συμπεραίνουμε ότι ο τόπος καταγωγής του πρέπει νά ήταν τά Φιλιατρά καί το έτος γέννησής του τοποθετείται γύρω στά 1779. Έζησε στή μονή από τό 1805 μέχρι, τουλάχιστον το 1849, όπου τον συναντάμε γιά τελευταία φορά.
Όσα αφορούν αυτόν κατά τά γεγονότα τών ημερών της διάλυσης της μονής βρίσκουμε στίς 10 Φεβρουαρίου 1834 σέ «Αναφορά τού Νομάρχου Μεσσηνίας περί τού πρώην ηγουμένου τής Αγιάς κυρίου Ευθυμίου. 

Ο πρώην Ηγούμενος τής Αγιάς απολάμβανε τά πρός τό ζήν από τάς ενορίας τών επτά χωριών είς τάς οποίας εφημερεύει. Δέν ενόμισα δίκαια τήν είς αυτόν παραχώρησιν τών τεσσάρων στρεμμάτων χωραφιών. Εί μή διά χάριν τών πολυετών τιμίων αγώνων του είς αυτό τό μοναστήριον. 
Μόλα ταύτα κατά συνέπειαν τής διαταγής τής συμπεριέχουσας ήδη καί αυτά τά χωράφια είς τό γενικόν της εκτιμήσεως μέτρον καί ό μοναχός δέν έδειξε καμμίαν δυσαρέσκειαν.
Συνεννοηθείς μετά τού Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Τριφυλίας διόρισα επιτροπήν από λαϊκούς καί κληρικούς οίτινες θέλουν καταγράψη καί παραδώση τά υπάρχοντα μικρά εκκλησιαστικά σκεύη είς τόν ρηθέντα Ευθύμιον μέ τάς αναγκαίας υποχρεώσεις καί εγγυήσεις. Τό πρωτόκολλον τό περιμένω καί θέλω τό διευθύνη είς τήν Γραμματείαν...
»
Ο Ιερομόναχος Εύθύμιος συνεχίζει νά εγκαταβιοί στή μονή ώς εφημέριος τών γύρω χωριών καί τό 1835 σέ ηλικία 56 ετών εφημερεύει στά Φιλιατρά, είναι πνευματικός στό Σαπρίκι καί διαμένει στό μοναστήρι τής Αγιάς64.
Από αναφορά65 τού Αρχιδιακόνου τής μητροπόλεως Τριφυλίας πληροφορούμαστε ότι στήν μητρόπολη Τριφυλίας υπήρχαν το έτος αυτό τέσσερα διαλελυμένα μοναστήρια α) Κοίμηση Θεοτόκου Ζούρτζας, β) Γέννησης Θεοτόκου Κατσιμικάδας, γ) Ευαγγελισμού Θεοτόκου Λουμπάρδας, δ) Γενέθλιον τού Προδρόμου στήν Κυπαρισσία καί ε) Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στήν Αγιά.



Όλες οί μαρτυρίες γιά τό πρόσωπο τού Ιερομόναχου Ευθυμίου συγκλίνουν ότι επρόκειτο γιά έναν ενάρετο καί χαμηλών τόνων κληρικό μέ υψηλό αίσθημα τής αποστολής του πού απέφευγε νά αντιπαρατεθεί γιά οικονομικά θέματα. Γιά τόν λόγο αυτό καί η συνεργασία του μέ την Επιτροπή Διαχείρισης, αλλά καί μέ τούς κρατικούς λειτουργούς ήταν καλή. Γεγονός πού δέν τόν ζημίωσε, καθώς μπόρεσε νά διαμείνει στή μονή καί παράλληλα νά διατηρήσει καί τήν προσωπική του περιουσία.
Ο βασιλικός γραμματέας ωστόσο έδειχνε δυσπιστία στήν διαχείριση τών κτημάτων όλα αυτά τά χρόνια καί διατηρούσε επιφυλάξεις γιά το γεγονός ότι πράγματι ο ιερομόναχος Ευθύμιος δέν ελάμβανε τίποτα από τά κτήματα. Έτσι έδωσε οδηγίες στον Νομάρχη γιά τήν είς το εξής διαχείριση τών κτημάτων τής μονής, μέ στόχο τήν καλλιέργειά τους από τρίτους καί τονίζει τήν καταγραφή τών κτημάτων από έπιτροπή, έτσι ώστε νά είναι σίγουρος ότι δέν έχει αποκρυβεί κάποιο ακίνητο. Τελικά απεφασίσθη νά ενοικιασθούν τά κτήματα σέ τρίτους μέ σκοπό τήν καλλιέργειά τους καί τά έσοδα από αυτά νά περιέρχονται στό δημόσιο.
Νά σημειώσουμε πώς σύμφωνα μέ τήν καταγραφή τού Νομάρχου Μεσσηνίας τήν εποχή αυτή, όλα τά εκκλησιαστικά κτήματα πού περιήλθαν στό κράτος από τήν επαρχία τής Τριφυλίας, έξ αιτίας τής διάλυσης τών μοναστηριών, αποτελούνταν από 90 στρέμματα αμπέλια, 356 στρέμματα ελιές μέ 3466 ελαιόδεντρα καί 500 στρέμματα χωράφια.
Σέ βασιλικό διάταγμα στίς 6 Μαΐου 1835 «Περί τών ιερών ναών τών διαλυθέντων Μοναστηριών»66 αναφέρεται ότι:
1. Οί ιεροί ναοί τών διαλυθέντων μοναστηριών δέν θέλει συμπεριλαμβάνεσθαι είς τήν ενοικίασιν τών υποστατικών καί οικοδομημάτων αυτών.
2. «Η κλείς τού ναού θέλει παραδοθεί είς τόν κατά τόπον επίσκοπον, όστις έχει εξουσίαν νά τήν εμπιστευθή είς όποιον εγκρίνει, καί είς αύτόν προσέτι τών μοναστηριακών κτημάτων, διά νά τήν φυλάττη.
3. Οσάκις απαιτείται νά γίνη θεία λειτουργία είς τήν εκκλησίαν, καί τούτο εκτός τών εορτών, θέλει γίνεσθαι δίς τού μηνός, εγχειρίζεται η κλείς είς τόν πλησιόχωρον ιερέα, όστις οφείλει, μετά τό τέλος τής θείας λειτουργίας, νά τήν επιστρέφει αμέσως...
4. Η φροντίς περί τής διατηρήσεως τής ευταξίας κατά τάς έορτάς καί έν γένει όταν ανοίγεται η εκκλησία, ανατίθεται είς τόν δήμον, είς τού οποίου τήν περιφέρειαν ανήκει η εκκλησία.
Εξαίρεση αποτελεί από αυτό τό διάταγμα η περίπτωση της μονής τής Aγιάς, καθώς δίδεται ειδική άδεια ώστε ο ιερομόναχος Ευθύμιος νά συνεχίζει νά έχει την φροντίδα τής Μονής, όχι όμως τά κτήματα, νά διαμένει σέ αυτή καί νά εφημερεύει στά γύρω χωριά.
Τό μονοετές σύστημα τής ενοικιάσεως τών κτημάτων από τρίτους μέ σκοπό τήν απόδοση τού εισοδήματος στό δημόσιο, άπ΄ ότι φαίνεται, δέν ήταν η καλύτερη λύση. Πολλά χωράφια είχαν δασωθεί καί δέν απέδιδαν κατά τό δυνατό. Άλλα είχαν αρχίσει νά καταπατώνται από τούς πέριξ αυτών ιδιοκτήτες καί η κατάσταση ήταν ανεξέλικτη. Τότε εμφανίζονται οί πατέρες τής Ιεράς Μονής τών Αγίων Θεοδώρων Γορτυνίας καί μέ έπιστολή τους στίς 28 Ιουλίου 1838, πού υπογράφουν ο ηγούμενος Ιωακείμ καί οί σύμβουλοι Καλλίνικος καί Γερμανός, ζητούν από τον Επίσκοπο Γόρτυνος νά εισηγηθεί στην Ιερά Σύνοδο την παραχώρηση τής Αγιάς ώς μετοχίου τής μονής τους.
Νά σημειώσουμε εδώ πώς η Ιερά μονή Αγίων Θεοδώρων είχε υποστεί κατά τήν επέλαση τού Ιμπραήμ ολική καταστροφή. Τό 1833 υπήχθη στό νόμο περί διαλελυμένων μονών ώς μή πληρούσα τόν απαιτούμενο αριθμό μοναχών. Λίγο καιρό αργότερα οί πατέρες απέστειλαν αίτημα επανασύστασής της, καθώς είς έκ τών πατέρων67 αυτής απουσίαζε κατά τήν απογραφή τού νομάρχου Γόρτυνος μέ αποτέλεσμα γιά έναν μοναχό νά περιέλθει είς διάλυση. Η κυβέρνηση στίς 8 Σεπτεμβρίου 1837, ενέκρινε τήν επανασύστασή της, όμως πολλά άπό τά κτήματά της στή Γορτυνία είχαν ήδη εκποιηθεί καί η μονή είχε χάσει μεγάλο μέρος τής περιουσίας της.
Από την άλλη η μονή τών Αγίων Θεοδώρων διέθετε κτήματα καί στούς δήμους Κενηρίου68 καί Φλεσιάδος, πολλά δέ άπό αύτά συνόρευαν μέ τά κτήματα της Αγιάς καί έτσι γνώριζαν οί πατέρες τά ακριβή σύνορα αυτών ώστε νά έχουν τήν δυνατότητα νά τά διεκδικήσουν από τούς καταπατητές. Διαβεβαίωσαν νά πληρώνουν στό κράτος τόν φόρο πού είχε οριστεί γιά τά ενοικιαζόμενα κρατικά κτήματα καί καθώς παραχείμαζαν στήν περιοχή είχαν τήν δυνατότητα νά είναι συνεπείς στήν καλλιέργειά τους.
Μέ αυτό τό σκεπτικό ο μητροπολίτης Γόρτυνος απέστειλε τό αίτημα μέσω τής Ιεράς Συνόδου στήν επί τών Εκκλησιαστικών Βασιλική Γραμματεία καί αυτή μέ τήν σειρά της στίς 25 Οκτωβρίου 1838 ενημέρωσε τον Βασιλιά ο οποίος έν τώ μεταξύ είχε ενηλικιωθεί καί αναλάβει καί τά καθήκοντα τού θρόνου. Στή θετική εισήγηση69 τής Γραμματείας βρίσκουμε απλά μία υποσημείωση πού αναφέρει μεταξύ άλλων: «...Εγκρίνομεν νά προσκοληθώσιν είς αυτήν (Ιερά Μονή Aγίων Θεοδώρων) ώς μετόχιον τά κτήματα τής έν Τριφυλία διαλελυμένης μονής τού Aγίου Γεωργίου τής επιλεγομένης Aγιάς...». Η υποσημείωση αυτή προερχόμενη από τά ανάκτορα δέν φέρει υπογραφή, παρ όλο πού σέ αυτή στηρίχτηκε η παραχώρηση τής Ιεράς Μονής Aγίου Γεωργίου Aγιάς ώς μετοχίου στην Ιερά Μονή Aγίων Θεοδώρων Γόρτυνος.
Η εξέλιξη αυτή άπ΄ ότι φαίνεται προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στήν περιοχή. Στίς 27 Ιανουαρίου 1839 συγκλήθηκε στή Λιγούδιστα τό Δημοτικό συμβούλιο δήμου Κενηρίου μέ δήμαρχο τόν Ι. Οίκονομόπουλο καί πρόεδρο τόν Νικόλαο Καλογερόπουλο. Μέ πράξη του ζήτησε νά παραχωρηθούν τά κτήματα τής Aγιάς στό δήμο καί μέ τά έσοδα από αυτά νά συσταθεί σχολείο. Παράλληλα καί ενώ γνώριζε ότι έχουν παραχωρηθεί τά κτήματα είς τήν Ιερά Μονή Aγίων Θεοδώρων Γορτυνίας μέ ετήσιο φόρο 20% πρότεινε νά πληρώνει τό Δημοτικό Συμβούλιο φόρο 25% κατ έτος προκειμένου νά γίνει στό δήμο αυτή η παραχώρηση. Δίδοντας στόν εφημέριο τής μονής τά αναγκαία γιά τήν συντήρηση τού Ναού καί τών κελιών.
Ο διοικητής Τριφυλίας απέστειλε τήν πράξη τού Δημοτικού Συμβουλίου στήν επί τών Εκκλησιαστικών Γραμματεία μέ θετική εισήγηση. Η Γραμματεία παρ΄ όλο πού γνώριζε ότι στήν περιοχή αυτή δέν υπήρχε Δημοτικό Σχολείο ζήτησε νά ελεγχθεί αν υπάρχουν άλλα εκκλησιαστικά κτήματα στήν περιοχή, ώστε νά δοθούν γιά τόν σκοπό αύτό. Στήν απάντησή του ο Διοικητής Τριφυλίας μέ τελείως διαφορετική διάθεση, πού προκαλεί εντύπωση, λάβρος εναντίον τού δημοτικού συμβουλίου γιά το αίτημά του αυτό, αναφέρει οτι ο δήμος έχει τήν δυνατότητα νά συστήσει Aλληλοδιδακτικό σχολείο καί είναι αδικαιολόγητη η πράξη του νά ζητά τά παραχωρηθέντα ήδη κτήματα της Aγιάς. Καταγγέλλει μάλιστα ότι η αιτία τής επιμονής τών δημοτικών συμβούλων είναι: «...ότι αρκετά κτήματα είναι καταπατημένα από κατοίκους τού Κηνηρίου καί ιδίως από τινά -διά νά μήν είπωμεν άφ όλα- μέλη τού Δημοτικού Συμβουλίου ώς καί από τόν Δήμαρχον...» καί επιπλέον καταγγέλλει πώς ο δήμος έχει τά έσοδα γιά τή σύσταση σχολείου όμως η διαχείριση τών γενικότερων εσόδων του είναι σκανδαλώδης, συμπληρώνει επίσης ότι αν πρέπει νά δοθούν κτήματα γιά τήν συντήρηση Aλληλοδιδακτικού Σχολείου τότε υπάρχουν αυτά τών διαλυμένων μονυδρίων Aγίου Νικολάου καί Υπαπαντής70. Η διαμάχη αυτή μεταξύ Δημοτικού Συμβουλίου καί τού Διοικητή Τριφυλίας πρέπει νά είχε πάρει διαστάσεις, καθώς ο διοικητής απροκάλυπτα στήριζε τά συμφέροντα της Μονής τών Αγίων Θεοδώρων καί από τήν άλλη οί δημοτικοί σύμβουλοι τά δικά τους.
Δέν γνωρίζουμε ποιά ήταν η αιτία της τόσο ριζικής αλλαγής στάσης τού Νομάρχη. Οί ισχυρισμοί του όμως περί εκμετάλλευσης καί καταπάτησης τών κτημάτων τής μονής από κατοίκους τού δήμου δέν ήταν άβάσιμοι, άλλωστε είναι γνωστό τό ρηθέν «δρυός πεσούσης πάς ανήρ ξυλεύεται» καί αφού τό μοναστήρι τής Αγιάς έπεσε, όποιος μπορούσε νά κερδίσει από αύτή τήν «πτώση» το έκανε. Από τήν άλλη ήταν οί πατέρες τών Αγίων Θεοδώρων, οί οποίοι όντως γνώριζαν τό μοναστήρι καί την περιοχή, καθώς διέθεταν κτήματα στά Φιλιατρά, αλλά καί στήν περιοχή τής Χώρας. Είχαν φιλοξενηθεί πολλές φορές στήν Αγιά όταν από λάθος διαλύθηκε η μονή τους, ο ένας μοναχός πού δέν απογράφηκε, όπως προαναφέραμε, βρισκόταν φιλοξενούμενος στή μονή τής Αγιάς. Αργότερα γιά τόν φόβο τών ληστών, όταν ήθελαν νά εγκαταλείψουν τό μοναστήρι τους, η επιλογή γιά την μετοίκισή τους ήταν η Αγιά, όπως φαίνεται από έγγραφό τους πρός την Γραμματεία τών Εκκλησιαστικών το 1839»71.
Το θέμα τής διαμάχης έφτασε στήν Γραμματεία καί αυτή με εισήγησή της προς τον Βασιλιά ζήτησε νά παραμείνουν τά κτήματα στή μονή τών Αγίων Θεοδώρων. Ο κύριος λόγος κατά τήν Γραμματεία δέν ήταν η διεφθαρμένη δημοτική Αρχή, όπως ισχυριζόταν ο Διοικητής Τριφυλίας, αλλά το συμφέρον τού Εκκλησιαστικού Ταμείου, καθώς οί πατέρες τής μονής θά προστάτευαν τά κτήματα από τίς καταπατήσεις καί από την άλλη θά πλήρωναν σίγουρα τόν νόμιμο φόρο. Τά κτήματα νοικιάσθηκαν γιά ένα χρόνο ακόμα στήν έν λόγω Μονή. Ο ηγούμενος Ιωακείμ Γραμματικόπουλος καί οί σύμβουλοι Γερμανός Νικολάου καί Καλλίνικος Αγγελόπουλος στίς 12 Ιανουαρίου 1840 ζήτησαν καί πάλι τήν παραχώρηση τών κτημάτων. Η βασιλική Γραμματεία φοβούμενη ίσως αντιδράσεις τών κατοίκων καί παράλληλα εμπιστευόμενη τόν διοικητή Τριφυλίας, διέταξε νά παραχωρηθούν τά κτήματα γιά τό έτος αυτό στή Μονή τών Αγίων Θεοδώρων καί παράλληλα εισηγήθηκε στον Βασιλιά τήν έκδοση σχετικού διατάγματος, ώστε νά λήξει το θέμα καί κυρίως νά σταματήσουν οί αντιδράσεις. Έτσι ο Οθωνας εξέδωσε τήν 15η Ιουλίου 1840 Βασιλικό Διάταγμα72:
ΟΘΩΝ 

Ελέω Θεού Βασιλεύς τής Ελλάδος
Επί τή ύπ άρ. 7162 προτάσει τής Ιεράς Συνόδου καί τή ύπ άρ. 22695, 22955, 23073 γνωμοδοτήσει τής Ημετέρας επί τών Εκκλησιαστικών Γραμματείας.

Θέλοντες νά παράσχωμεν είς τήν έν Γορτύνι Μονήν τών Αγίων Θεοδώρων τήν διατηρηθείσαν δυνάμει τού από 27 Αύγούστου/ 8 Σεπτεμβρίου 1837 ύπ άρ. 24247 Ημετέρου Διατάγματος. Ευπορώτερα τά πρός τήν ύπαρξιν καί συντήρησιν αυτής, μέσα, εγκρίνομεν νά προσκοληθώσιν είς αύτήν ώς Μετόχιον τά κτήματα τής έν Τριφυλία διαλελυμένης Μονής τού Αγίου Γεωργίου τής επιλεγομένης Αγιάς.
Τά κτήματα ταύτα άτινα δυνάμει τού παρόντος μεταβαίνουσι νύν είς τήν κατοχήν τής ειρημένης Μονής τών Αγίων Θεοδώρων θέλουν καλλιεργείσθαι προσηκόντως καί επιμελώς υπό τών έν αυτή ενδιαιτωμένων Μοναχών.
Επί τού ενιαυσίου δέ αυτών εισοδήματος θέλει αποδίδεσθαι είς μέν τό Γενικόν Ταμείον ο συνήθης έγγειος φόρος, είς δέ τό Εκκλησιαστικόν Ταμείον τό Β. εκκλησιαστικόν δέκατον συμφώνως μέ τάς υπαρχούσας γενικάς διατάξεις.
Τά είς τήν αναφοράν επισυναπτώμενα επιστρέφονται.



Μέ τό Βασιλικό Διάταγμα τού Οθωνα (είκ.5) η Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων Γορτυνίας απέκτησε πλήρη δικαιώματα επί τής Μονής τής Αγιάς. Αν καί είναι εμφανές πώς στό Βασιλικό αυτό Διάταγμα, στό οποίο στηρίχθηκε η μετέπειτα πορεία της μονής τής Αγιάς αναφέρεται μόνο «...νά προσκοληθώσιν είς αυτήν ώς Μετόχιον τά κτήματα τής έν Τριφυλία διαλελυμένης Μονής τού Αγίου Γεωργίου τής επιλεγομένης Αγιάς» είναι βέβαιο πώς από τότε όλοι οί εμπλεκόμενοι αναγνώρισαν τό καθεστώς τού Μετοχίου, όχι μόνο γιά τά χτήματα, μά καί γιά τό μοναστήρι.
Από πρακτικά τής Ιεράς Συνόδου73 μαθαίνουμε γιά τά ιερά σκεύη πού διεσώθησαν από τήν λαίλαπα τού πολέμου, τίς λεηλασίες τού Ιμπραήμ καί τίς ανακατατάξεις στό ιδιοκτησιακό καθεστώς τής Μονής. Αυτά πού διεσώθησαν καί παραδόθηκαν από τόν επίσκοπο Τριφυλίας στό νέο Συμβούλιο τής μονής δέν ήταν περισσότερα, από ένα δισκοπότηρο καί δύο αργυρές κανδήλες.
«Πρακτικά Ι. Συνόδου τής 11ης Ιουλίου 1841. 

Ανεγνώσθη αναφορά τής Επιτροπής Γορτύνης από 1 Ιουλίου καί ύπ άριθ.229 (άριθ. πρωτ. 9845), δι ης πέμπτης αναφορά τού Συμβουλίου τής Μονής τών Αγίων Θεοδώρων, ζητούντος, επειδή τό κατά τήν Τριφυλίαν διαλυθέν Μονύδριον τής Αγιάς, προσηλώθη ήδη κατά Β. Απόφασιν μετά τών κτημάτων αυτού ώς Μετόχιον είς τήν ιδίαν αυτήν Μονήν, νά παραχωρηθή είς αυτήν καί η ιερά αποσκευή, συγκειμένη έξ ενός δισκοποτηρίου καί δύο κανδήλων αργυρών, ευρισκομένων είς τήν Επισκοπήν Τριφυλίας. Εκρίθη νά προσκληθή ό Τριφυλίας νά παραδώση είς τό Συμβούλιον τής Μονής τών Αγίων Θεοδώρων τάς περί ων ό λόγος κανδήλας καί τό Άγιον Δισκοπότηρον, διά νά τεθώσιν είς τόν οικείον τόπον. Τούτο δέ θέλει γνωστοποιηθεί καί είς τήν Γραμματείαν, διά νά διατάξη αύτη τήν Διοικητικήν αρχήν, ίνα συνεννοηθή αύτη μετά τού Τριφυλίας περί τούτων» (Ι.Α.Ι.Σ.).
Πάντως η παραχώρηση τών κτημάτων στή Μονή Αγίων Θεοδώρων απέφερε κάποια έσοδα στό κράτος καί προφανώς τά κτήματα απέδιδαν καί στούς πατέρες ένα καλό εισόδημα. 
Στό τέλος τού 1840, συγχωνεύονται οί τρείς δήμοι Φλεσιάδος μέ έδρα τού Παιδεμένου, Κενηρίου μέ έδρα τή Λιγούδιστα καί Πλαταμώδους μέ έδρα τούς Γαργαλιάνους καί αποτελούν πλέον τόν διευρυμένο δήμο Φλεσιάδος μέ έδρα τή Λιγούδιστα74. Τό γεγονός αυτό έφερε νέα πρόσωπα στό Δημοτικό Συμβούλιο πού, προφανώς, δέν είχαν διάθεση νά ασχοληθούν μέ τίς παλαιές έριδες καί κυρίως νά εναντιωθούν σέ ένα Βασιλικό διάταγμα. Έτσι οί νέοι ιδιοκτήτες ασχολήθηκαν φιλότιμα μέ τήν περιουσία τής μονής μέ αποτέλεσμα
μετά το 1850 μονή της Αγιάς νά είναι σέ θέση νά παράγει ελαιόλαδο, κρασί, μετάξι, δημητριακά, βαμβάκι, σταφίδα, πατάτες, κρεμμύδια καί καπνό. Έχει στήν κατοχή της τρείς μικρούς ποταμούς, δέκα ρέματα, δύο μικρά δάση καί συντηρεί τό δημοτικό σχολείο Β τάξεως στήν Λιγούδιστα75.
Η μονή τής Αγιάς μεταξύ άλλων είχε στή ιδιοκτησία της καί ένα οίκημα στήν Λιγούδιστα, τό οποίο χρησιμοποιείτο ώς Δασονομικό Κατάστημα καί τό οποίο ο ηγούμενος Ιωακείμ ζήτησε νά περιέλθει στήν κατοχή τής μονής, όπως είχε γίνει μέ τά υπόλοιπα κτήματα. Ο δασονόμος ηρνείτο νά τό παραχωρήσει, καθώς δέν είχε σχετική εντολή από τήν προϊσταμένη του αρχή καί από τήν άλλη είχαν ξοδευθεί χρήματα από τήν κυβέρνηση γιά τήν επισκευή του. Έτσι ξεκίνησε άλλη μία μικρότερης κλίμακας ένταση, τής οποίας δέν γνωρίζουμε τό αποτέλεσμα.
Το 1849 οί κάτοικοι τής περιοχής έχουν αποδεχθεί τό γεγονός ότι η Μονή Αγιάς ανήκει στό μοναστήρι τών Αγίων Θεοδώρων, μία έριδα όμως εσωτερική τού Μοναστηριού αρχίζει. Ο Ιερομόναχος Ευθύμιος κατηγορείται από τόν ηγούμενο της μονής Αγίων Θεοδώρων ότι μαζί μέ τον μοναχό Αμβρόσιο Μι(..)νοπουλο, πού υπάγεται στήν Ιερά Μονή τού Σινά, συνωμοτούν καί υποκινούν τούς κατοίκους τής περιοχής νά καταπατούν τά κτήματα τής μονής μέ απώτερο σκοπό νά εξαναγκάσουν σέ παραίτηση τούς πατέρες τής μονής Αγίων Θεοδώρων από τά κτήματα καί νά προσαρτηθούν αυτά στό Αντρομονάστηρο πού ήταν μετόχι τού Σινά76. Κάτι τέτοιο όμως δέν επετεύχθη. Η εναντίωση τού Ιερομονάχου Ευθύμιου στό καθεστώς τής μονής δέν γνωρίζουμε αν ήταν δικαιολογημένη καί γιά πιό λόγο θέλησε νά τήν αποκόψει από τούς Αγίους Θεοδώρους, όταν μάλιστα γνωρίζουμε τό ήπιο τού χαρακτήρα του καί τό προχωρημένο πλέον τής ηλικίας του. Φαίνεται όμως πώς τά πράγματα δέν ήταν τόσο ήρεμα γιά τήν μονή τής Αγιάς, καθώς τά αμέσως επόμενα χρόνια γίνεται σημείο αναφοράς παραπόνων καί σκανδαλισμού.

Τό 1852 συναντάμε τόν ιερομόναχο τής μονής τών Αγίων Θεοδώρων Ιωακείμ νά διαμένει στή μονή τής Αγιάς καί νά κατηγορείται ότι καταχράται τά κτήματα τής αυτής, διάγει σκανδαλώδη βίο καί προκαλεί τούς χριστιανούς τής περιοχής μέ τήν συμπεριφορά του.
«Πρακτικά77 Ι. Συνόδου τής 18 Ιουνίου 1852. 
«Ανεγνώσθη αναφορά τού κατά τήν Τριφυλίαν Γενικού Επισκόπου Επιτρόπου από 30 Μαΐου καί ύπ άριθ. 193 (Αριθ. πρωτ. 2480), δι ης καταμηνύεται ιερομόναχος τις, ονόματι Ιωακείμ, έν τή κατά τήν Γορτυνίαν μονή τών Αγίων Θεοδώρων, διαμένοντος είς τήν τού Δήμου Φλεσσιάδος διαλελυμένην Μονήν, «Αγιά», νεμόμενος τά κτήματα αυτής, διάγει φαύλως σκανδαλίζων τούς χριστιανούς. Εκρίθη νά προσκληθή ο κατά την Τριφυλίαν Γενικός Επισκοπικός Επίτροπος νά ζητήση καί πληροφορηθή παρά τής αρμοδίου οικονομικής αρχής, αν ο περί ου ο λόγος ιερομόναχος Ιωακείμ έν τή κατά τήν Γορτυνίαν Μονήν τών Αγίων Θεοδώρων είναι μισθωτής ή ένοικιαστής τής διαλυμένης αυτής Μονής η Αγία, κατά ποίαν συμφωνίαν καί κατά ποίαν εποχήν έγινε τοιούτος καί εάν ανήκει είς διατηρουμένην Μονήν τών Αγίων Θεοδώρων, έπραξε τούτο τή αδεία τού ηγουμένου καί τών μοναχών τής Μονής αυτής καί να αναφέρη τούτο είς τήν Σύνοδον»
Μάλλον ο έν λόγω ιερομόναχος Ιωακείμ είναι το ίδιο πρόσωπο πού βρίσκουμε ώς ηγούμενο δώδεκα χρόνια πρίν, αλλά δυστυχώς καμία πληροφορία περαιτέρω δέν μάς επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Όπως επίσης δέν γνωρίζουμε τί ήταν ακριβώς αυτό πού ανάγκασε τόν Γενικό Επισκοπικό Επίτροπο νά κάνει αυτή τήν αναφορά πρός τή Σύνοδο. Φαίνεται όμως πώς, ενώ, όπως προαναφέραμε, οι κάτοικοι τής περιοχής είχαν αποδεχθεί τό γεγονός τής προσάρτησης τής Αγιάς ώς μετόχι, εκκλησιαστικοί άνδρες είχαν αρχίσει νά τό αμφισβητούν ή τουλάχιστον νά μήν τό θέλουν.
Είναι βέβαιο ότι η διάλυση τού αυτοδιοίκητου τής Μονής τής Αγιάς καί η προσάρτησή της ώς Μετοχίου στήν Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων τής επαρχίας Γορτυνίας δέν σήμανε το τέλος της ώς μοναστικό πυρήνα και πόλο έλξης τών πιστών τής Μεσσηνίας. Ένα αρνητικό όμως σημείο τής μετατροπής αυτής είναι τό γεγονός ότι η μή τήρηση αρχείων, όπως συνηθίζεται σέ ένα μετόχι, δέν βοηθάει τόν μελλοντικό ερευνητή τής ιστορίας του νά αντλήσει πληροφορίες γι αυτό. Έτσι καί στήν προκειμένη περίπτωση δέν διεσώθη κανένα πληροφοριακό στοιχείο από τήν πορεία τής μονής καί τίς λίγες πληροφορίες πού μπορούμε νά αντλήσουμε είναι από έμμεσες πηγές. Χωρίς νά θέλουμε νά συγκρίνουμε, ούτε κατ΄ ολίγον, τά δύο γεγονότα θά μπορούσαμε νά πούμε πώς η πυρπόληση τής μονής κατά τούς χρόνους τής επανάστασης καί η μετατροπή της σέ μετόχι κατέστρεψαν κάθε πληροφορία πού θά μπορούσε νά φτάσει μέχρι τίς μέρες μας, ώστε νά μάς διαφωτίσει περισσότερο καί έτσι νά συμπληρώσει τίς προαναφερθείσες πηγές. Παρ όλα αυτά είναι βέβαιο öτι συνέχισε νά επιτελεί θρησκευτικό καί κοινωνικό έργο καί νά επηρεάζει, όπως κάθε Ελληνικό Μοναστήρι, τήν περιοχή του.
Τήν περίοδο αυτή μάλιστα υπήρξε καί προσπάθεια επανασύστασής του ώς κυρίαρχης Μονής κάτι πού έγινε, γιά μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή την περίοδο έχει ήδη ξεκινήσει η εγκατάλειψη τών χωριών τών Κοντοβουνίων, όπως και όλων τών ορεινών της Πελοποννήσου προς πεδινότερα μέρη, ασφαλή πλέον, καί πιό εύφορα. Μεγάλα μοναστήρια διαλύονται και ερημώνουν, ακόμα και αυτά πού κάποτε ήταν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες και χώροι καταφυγής καί προστασίας εγκαταλείπονται.
Η μονή τού Αγίου Γεωργίου τής Αγιάς συνέχισε νά υπάρχει ώς μετόχι τών Αγίων Θεοδώρων καί ώς έκ τούτου νά ακολουθεί τήν πορεία καί τέλος τήν τύχη τής κυρίαρχης μονής. Τό ηγουμενοσυμβούλιο τής εν Γορτυνία μονής φρόντιζε νά υπάρχουν μόνιμα μοναχοί στό μετόχι της, νά τό λειτουργούν καί νά διαχειρίζονται τά κτήματά του. Όχι πάντα χωρίς προβλήματα.
Όπως μέσα στό σιτοβολώνα φυτρώνουν αγκάθια καί τρίβολοι έτσι καί σέ κάθε σώμα, ακόμα καί στό σώμα τής Εκκλησίας, δέν εrναι σπάνιο νά εισέρχονται πρόσωπα μέ ελαφρά συνείδηση. Δέν ήταν μόνο ο Ιερομόναχος Ιωακείμ πού μέ τήν συμπεριφορά του δημιουργούσε προβλήματα στό μοναστήρι. Το 1867 ο επίσκοπος Τριφυλίας καί Ολυμπίας Βαρθολομαίος αναφέρει πρός τήν Ιερά Σύνοδο ότι ζήτησε τήν ανάκληση τού μοναχού Γερμανού Δρακόπουλου από τό μετόχι της Aγιάς καί την επαναφορά του στή μονή τών Aγίων Θεοδώρων, επίσης ο έπαρχος Τριφυλίας μεταξύ άλλων καταγγέλλει τήν «...άνευ αδείας ανέγερσιν μοναστηριακού ελαιοτριβείου...» από τόν έν λόγω μοναχό. Η Σύνοδος διατάσσει νά δοθούν τά σχετικά έγγραφα από τόν Επίσκοπο Τριφυλίας στόν Γόρτυνος γιά τίς σχετικές ανακρίσεις καί ζητά «τήν ανάκλησιν τού έν λόγω μοναχού είς τήν Μονήν τής μετανοίας του καί τήν αντικατάστασίν του δι έτέρου»78.
Τό 1872 συναντάμε επίσκοπο Τριφυλίας τόν Ιγνάτιο (Ζερβόπουλο) καί στήν Μητρόπολη Γόρτυνος παραμένει ο Φιλόθεος (Καλουμένης) πού είχε διαχειριστεί τήν προηγούμενη υπόθεση μέ τό μοναχό Γερμανό. Τότε ξεκινάει μία τοπική εκκλησιαστική κρίση μεταξύ τού Τριφυλίας καί τού Γόρτυνος, έξ αιτίας της μετάθεσης τών μοναχών τής Ιεράς Μονής Aγίων Θεοδώρων στήν Ιερά Μονή τής Aγιάς. Μία πράξη προφανώς αντικανονική πού, ώς φαίνεται, είχε προκύψει από συνεννόηση τών μοναχών μετά τού Τριφυλίας. Οί πατέρες πού αποτελούσαν τό ηγουμενοσυμβούλιο, μεταξύ αυτών καί ο προαναφερθείς μοναχός Γερμανός Δρακόπουλος, αποφάσισαν νά καταστήσουν τήν Ιερά Μονή Aγίου Γεωργίου Aγιάς ώς κυρίαρχη μονή καί τή Μονή Aγίων Θεοδώρων ώς Μετόχι αυτής. Ως έκ τούτου εγκατέλειψαν τήν Γορτυνία, μετέβησαν στήν Μεσσηνία καί παράλληλα άσκησαν όποια επιρροή διέθεταν, γιά νά αλλάξουν τό Βασιλικό διάταγμα τού 1840 79.
Οί ενέργειες καί του Τριφυλίας καί τών μοναχών απέδωσαν, μέ αποτέλεσμα το 1873 ο Βασιλιάς Γεώργιος A΄ νά εκδώσει βασιλικό διάταγμα μετά από θετική εισήγηση τής Ιεράς Συνόδου80.
Έξι μήνες αργότερα ο μοναχός Γερμανός Δρακόπουλος πρέπει να ήρθε σέ ρήξη μέ τόν Τριφυλίας, καθώς ο δεύτερος γνωστοποίησε στήν Ιερά Σύνοδο τήν αντικατάστασή του από τή θέση τού ηγουμενοσυμβούλου. «Aνεγνώσθη έγγραφον τού Τριφυλίας καί Ολυμπίας από 30 Ιουλίου έ.έ... πρός τήν Σύνοδον γνωστοποιούν αυτή περί τής αντικαταστάσεως τού συμβούλου τής Μονής τού Aγίου Γεωργίου μοναχού Γερμανού Δρακοπούλου διά τού ιερομονάχου Νεοφύτου Οικονομοπούλου...»
Το 1874 ο Γόρτυνος διαμαρτυρήθηκε προς τήν Ιερά Σύνοδο γιά τήν αντικανονική αυτή πράξη αλλαγής τού καθεστώτος της μονής τών Aγίων Θεοδώρων, καθώς οί αντιδράσεις τών πιστών της περιοχής τής Γορτυνίας ήταν έντονες. Η Ιερά Σύνοδος απέστειλε το αίτημα αυτό πρός το Υπουργείο «...καί παρακαλεί ν΄ ανακαλέσει τό περί μεταθέσεως Διάταγμα, διότι η μετάθεσις αύτη ού μόνον είς ουδεμίαν συντείνει ωφέλειαν, αλλά τουναντίον παραπόνων μεγάλων καί σκανδάλων εγένετο πρόξενος». Μέχρι το Μάιο του ίδιου έτους είχε εκδοθεί νέο Βασιλικό διάταγμα γιά «...τήν επαναγωγή τών μοναστηριακών πραγμάτων τής Μονής Aγίων Θεοδώρων είς τήν προτερέαν αυτών κατάστασιν...» καί έτσι η μονή της Aγιάς επανήλθε καί πάλι στο καθεστώς τού Μετοχίου.
Μία διάτρητη αντικανονική πράξη δέν ήταν δύσκολο νά κατατριφθεί καί ο Γόρτυνος ήταν διατεθειμένος νά διεκδικήσει τό δίκιο του. Παρ΄ όλο πού η επισκοπή του είχε έντονη μοναστική ζωή, σέ αντίθεση μέ τού Τριφυλίας πού μετά τήν διάλυση τών μοναστηριών από τον Όθωνα, δέν είχε κανένα μοναστήρι, ο Γόρτυνος δέν υπήρξε θετικός σέ αυτή τήν μετάθεση. Θά μπορούσαμε όμως νά πούμε πώς τα αίτια αυτής τής αλλαγής δέν ήταν μόνο η θέληση του Τριφυλίας νά δημιουργήσει μοναστικό πυρήνα στήν επαρχία του, αλλά πολύ βαθύτερα, καθώς ο ρόλος τού μοναχού Γερμανού Δρακοπούλου δέν φαίνεται ότι ήταν ξεκάθαρος. Δυστυχώς όμως η έλλειψη στοιχείων δέν μάς βοηθούν νά ερευνήσουμε περισσότερο τήν υπόθεση παρά μόνο νά υποθέσουμε.
Το 1886 στίς 27 Aύγούστου, ισχυρός σεισμός μεγαλύτερος τών 7,5R έπληξε τήν δυτική Μεσσηνία μέ επίκεντρο τήν θαλάσσια περιοχή τής Aγίας Κυριακής στά Φιλιατρά81. Οί τρείς πόλεις Φιλιατρά, Γαργαλιάνοι, Λιγούδιστα καί 123 χωριά, υπέστησαν καταστροφικές ζημιές. Ο σεισμός έγινε αισθητός από την Τεργέστη μέχρι την Aλεξάνδρεια καί από τη Μάλτα μέχρι τη Μικρά Aσία. Η μονή τής Aγίας δέχτηκε καί αυτή το πλήγμα τού εγκέλαδου. Το πιό ευαίσθητο αρχιτεκτονικό τμήμα ενός μεταβυζαντινού ναού, ο τρούλος, κατέρρευσε. Οί πατέρες της μονής μή μπορώντας νά αντέξουν το κόστος επισκευής του, αποφάσισαν νά κατασκευάσουν μία απλή σκέπη, ώστε νά προλάβουν τουλάχιστον το χειμώνα πού ερχόταν καί αφήνοντας το ναό σέ αυτή τη μορφή, μέχρι και σήμερα.
Το 1904 η Ιερά Σύνοδος ζητά από τούς Επισκόπους νά αναφέρουν τά διαλελυμένα μοναστήρια πού υπήρχαν στά όρια τών επαρχιών τους. Έτσι βρίσκουμε μία ακόμα επιβεβαίωση ότι η Μονή παραμένει μετόχι τών Αγίων Θεοδώρων και πλέον το ιδιοκτησιακό αυτό καθεστώς εrναι αναγνωρισμένο από την Επισκοπή Τριφυλίας.
«Πρός τούς ανά τό Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας. Έχουσα απόλυτον ανάγκην ή Ι. Σύνοδος νά γινώσκη τάς ανά τό Κράτος διαλελυμένας, ή μετ΄ άλλων συγχωνευθείσας, ή μή διωργανωμένας Μονάς, εντέλλεται Υμίν, όπως έν ίδίω καταλόγω σημειώσητε καί αποστείλητε εντός μηνός από τής λήψεως τής παρούσης τή Ι. Συνόδω τάς έν τή παροικία Υμών υπαρχούσας: 1) διαλελυμένας μονάς, υπό τίνος όνομα αγίου τιμάται εκάστη αυτών καί έν τίνι δήμω κείταιν... Καί έν η περιπτώσει δέν ύπάρχουσι τοιαύται δέον νά αναφέρητε τούτο είς τήν Ι. Σύνοδον. Εν Αθήναις τή 16 Απριλίου 1904».
Εκ μέρους τής επισκοπής Τριφυλίας τήν απάντηση απέστειλε η Επισκοπική Επιτροπή:
«Πρός τήν Ιεράν Σύνοδον τής Εκκλησίας τής Ελλάδος Μετά σεβασμού γνωρίζεται τή Σή Ιερά Συνόδω ότι έν τή Επισκοπή Τριφυλίας καί Ολυμπίας υπάρχουσι δύο διαλελυμέναι Μοναί, η μία κειμένη έν τώ Δήμω Φλεσιάδος τής Τριφυλίας επί τού όρους Αιγάλεω τιμωμένη έπ΄ ονόματι τού Αγίου Γεωργίου, συγχωνευθείσα διά Β. Διατάγματος τού 1840 έτους είς τήν έν Γορτυνία διατηρουμένην Μονήν τών Αγίων Θεοδώρων, .... Εν Κυπαρισσία τή 16 Μαΐου 1904 Ευπειθεστάτη η Επισκοπική Επιτροπή Α.Π. Οικονομίδης, Οικονόμος Ιωάν. Αντωνόπουλος, Πρωτέκδικος»82 
Το 1909 η Μονή τών αγίων Θεοδώρων είχε εννέα μοναχούς καί ώς έκ τούτου είχε τή δυνατότητα νά επανδρώνει ικανοποιητικά τό μετόχι της στήν Αγιά83 κάτι τό οποίο φαίνεται νά πράττει, καθώς τέσσερα χρόνια μετά συναντάμε τουλάχιστον τρείς μοναχούς νά διαβιούν εκεί.

Στά 1913 ένα κείμενο τού έκ Γαργαλιάνων ανταποκριτή της αθηναϊκής εφημερίδας Σκρίπ84 πού υπέγραφε μέ τό ψευδώνυμο Φιντίας85, καταγγέλλει γιά απαράδεκτη συμπεριφορά τόν Ηγούμενο καί άλλους δύο πατέρες τής Μονής απέναντι σέ δύο συντοπίτες του. Τόν έναν πού είχε προσβληθεί από φυματίωση καί πήγε στήν Μονή τής Αγιάς, γιά νά βρεί θεραπεία λόγω τού υγιεινού κλίματος καί τόν άλλο περαστικό από εκεί καί ασθενή πού ζήτησε καί αυτός την βοήθειά τους.
Ο τίτλος της ανταπόκρισης ήταν: «Βούλγαροι στήν Αγιά». Θά μπορούσε κάποιος νά υποθέσει ότι οί μοναχοί ήταν Βουλγαρικής εθνικότητας πράγμα πού δέν ίσχυε, καθώς ήταν αδιανόητο νά υπάρχει βούλγαρος κληρικός στην Ελλάδα αυτό τό χρονικό διάστημα. Βλέποντας καί σέ άλλες ανταποκρίσεις τήν φρασεολογία όχι μόνο τού Φιντία αλλά καί τής εφημερίδος γενικότερα θά διαπιστώσουμε ότι ο χαρακτηρισμός «Βούλγαρος» χρησιμοποιείτο, γιά νά χαρακτηρίσει μειωτικά κάποιον κληρικό86. Ας δούμε όμως τί αναφέρει στήν ανταπόκρισή του:
«...Είς τήν Μονήν Αγιάς ώς έκ τού υγιεστάτου αυτής κλίματος μετέβη πρός τελείαν αυτού ανάρρωσιν είς συμπολίτης μου ονόματι Φώτης Σταμάτης. Κλονισθείσης τής υγείας του είς τήν άλλοτε χρυσοφόρον καί ήδη θανατηφόρον πατρίδα τού Κολόμβου87. Ο συμπολίτης μου εκείνος ένεκεν ελλείψεως τακτικής συγκοινωνίας εστερήθη επί δύο ημέρας καί τού επιούσιου ακόμη. Έδωκεν είς τόν ορθόδοξον καλόγηρον τής Μονής 25 δραχμάς όπως τώ προμηθεύση άρτου κ.λπ. Ο Βούλγαρος όμως καλόγηρος ετσέπωσε τάς 25 δραχμάς προφασιζόμενος ακόμη ότι το εικοσιπεντάρικο ήτο κίβδηλο.
Ήδη άρχεται ο χορός ετέρου ορθοδόξου Βουλγάρου ιερέως. Καί αυτός ηρνήθη νά χορηγήσει ολίγον άρτον είς τόν πεινάσαντα συμπολίτην μου ον άλλωστε διακρίνει μεγάλη χριστιανική αρετή, καί τί τήν ημέραν εκείνη ο ορθόδοξος παπάς έλαβε πολλά πρόσφορα α56πό τά λειτουργήσαντα είς τόν Ναόν τής Μονής γραιΐδια πρός διάσωσιν τών προσφιλών έκ τού πολέμου. Καί θά απέθνησκεν ο καλός συμπολίτης μου έκ τής πείνης, εάν έν τώ μεταξύ δέν επρόφθανε νά τού μεταφέρη τρόφιμα είς στενός του συγγενής έκ Γαργαλιάνων.
Τρίτος καί τελευταίος παπαδίστικος χορός. Άλλοτε ποτέ ο ήγούμενος τής Aγιάς ο οποίος επαχύνθη καί επλατύνθη είς τήν Μονήν, ηρνήθη είς τόν οδοιπορούντα ασθενή Aθ. Καλογερόπουλον νά χορηγήση ολίγην κινίνην. Aλλ΄ ώ τής ειρωνείας τού πραγματικού άφηκε τόν βαρέως ασθενήσαντα νά διανυκτερεύση υπό τό κράτος τού φοβερού παγετού καί έξω τής μονής....
»
Η αντικειμενικότητα τού Φιντία θά πρέπει νά θεωρηθεί αναξιόπιστος, καθώς όπως προκύπτει καί από άλλες ανταποκρίσεις του στήν ίδια εφημερίδα είχε «μένος» εναντίον τού κλήρου. Γιά παράδειγμα, ένα χρόνο αργότερα ο ίδιος ανταποκριτής στίς 20 Ιουνίου 1914 στήν ίδια εφημερίδα γράφει γιά μία εκδρομή πού επρόκειτο νά πραγματοποιήσουν οί συντοπίτες του στά νησιά Στροφάδες. Ιδού πώς περιγράφει τό γεγονός:
«...Καί εφέτος κατόπιν τών καθηστικαστικών ειδήσεων ετοιμάζεται καί αύθις λαμπρά θαλάσσια εκδρομή είς τήν νήσον τών Στροφάδων έν η τό πάλαι κατώκουν Άρπυιαι, ήδη διαμένουν έν αυτή δέκα οκτώ ορθόδοξοι. Ετοιμασθήτε λοιπόν όλοι όπως απολαύσητε τήν μοναδικήν εκδρομήν χωρίς ποσώς βεβαίως νά φοβηθείτε ότι έν τή νησίδι θά ευρεθείτε μεταξύ διαβόλων καί ορθοδόξων ρασοφόρων ων ουδέν δεινότερον».
Οί μόνες αξιόπιστες πληροφορίες πού λαμβάνουμε από τήν ανταπόκριση «Φιντία», γιά τήν μονή τής Aγιάς, είναι πώς το έτος αυτό έχει τουλάχιστον τρείς μοναχούς και εξυπηρετεί-νοσηλεύει κατοίκους πού πάσχουν από φυματίωση. Τά υπόλοιπα είναι αμφιλεγόμενα καί ο λόγος είναι προφανής.
Η τελευταία γραπτή αναφορά γιά τξν λειτουργία τξς μονής έστω καί ώς μετόχι είναι σέ αυτή την δημοσιογραφική αναφορά τού 1913. Δώδεκα χρόνια αργότερα διαλύεται οριστικά η μονή τών Aγίων Θεοδώρων στήν Γορτυνία καί συγχωνεύεται, μέ απόφαση τού Επισκόπου Γόρτυνος, μαζί μέ όλα τά κινητά καί ακίνητα υπάρχοντά της, ώς μετόχι στήν Ιερά Μονή Κερνίτσας. Ως έκ τούτου καί τό μοναστήρι τής Αγιάς ακολούθησε τήν τύχη τής κυρίαρχης μονής.
Η μονή διαλύθηκε οριστικά καί εγκαταλείφθηκε μεταξύ 1913 καί 1925, όταν έφυγε από τή ζωή καί ο τελευταίος μοναχός τών Αγίων Θεοδώρων. Συνεχίζει ωστόσο νά αποτελεί πόλο έλξης πιστών πού ήθελαν νά τήν επισκεφτούν, νά προσευχηθούν καί νά παρακολουθήσουν τή θεία Λειτουργία. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει τον Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ολυμπίας Ανδρέα νά ορίσει εφημέριο γιά τίς ανάγκες τού Μοναστηριού. Έτσι, το 1928 διορίζεται εφημέριος της Αγιάς ο Περικλής Καράμπελας, 34 ετών πού είχε χειροτονηθεί από τόν μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ολυμπίας Νεόφυτο88. Από τή στιγμή, πού ο χώρος έχασε τον μοναστηριακό του χαρακτήρα, καθώς δέν διέμενε πλέον κανείς μοναχός, καί η μονή λειτουργούσε μόνο κατά τίς ώρες τών ακολουθιών, ατόνησε καί η προσέλευση τών πιστών σέ αυτή, έως ότου, το μοναστήρι περιήλθε στήν απόλυτη εγκατάλειψη.
Το δικαίωμα αυτό τού τότε Μητροπολίτη Ανδρέα νά ορίζει εφημέριο σέ μετόχι μονής, άλλης επισκοπικής περιφέρειας δείχνει ότι προηγουμένως είχε υπάρξει συνεννόηση μέ τόν Μητροπολίτη Γόρτυνος καί Μεγαλουπόλεως καί άτυπη ίσως ή γραπτή(;) παραχώρηση τού ναού στήν Μητρόπολη Τριφυλίας καί Ολυμπίας. Ενισχυτικό αυτής τής παραχώρησης είναι καί το γεγονός ότι μετά την εγκατάλειψη ο ναός τού Αγίου Γεωργίου, λόγω τής γεωγραφικής του θέσης, συμπεριελήφθη στά παρεκκλήσια τού ενοριακού ναού τού παρακείμενου χωριού Μεταξάδα (πρώην Σαπρίκι). 

Η ιστορική πορεία τού μοναστηριού τής Αγιάς γράφτηκε μέσα στίς πιό δύσκολες στιγμές τού νεώτερου Ελληνισμού καί δυστυχώς έληξε άδοξα. Το μόνο πού διεσώθη από τά κτήριά του είναι ο ναός τού Αγίου Γεωργίου, ενώ τά κτίσματα πέριξ αυτού βρίσκονται «ώσπερ λίθοι τε καί πλίνθοι καί ξύλα καί κέραμος ατάκτως μέν ερριμμένα...» (Ξενοφών 3.1.7). Ο χώρος έχασε έτσι, το μοναστηριακό του χαρακτήρα, διατήρησε όμως, τήν αρχαιολογική του σπουδαιότητα και ιερότητα χάρις στήν παρουσία του ναού.(εικ.1) Ο τόπος ερήμωσε και έγινε ασφαλές καταφύγιο γιά Άγγλους στρατιώτες κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο89. Έκτοτε κανείς δέν έζησε εκεί καί η άγρια φύση κάλυψε τά πάντα κρύβοντας όμως στά σπλάχνα της σημαντικά λείψανα από τά χρόνια πού ζούσαν εκεί άνθρωποι. Είναι ευτύχημα πού μέ Υπουργική Απόφαση του 1962 ο Ιερός Ναός τού Αγίου Γεωργίου, κηρύχθηκε αρχαιολογικό μνημείο90, γιατί έτσι απετράπη οποιαδήποτε αυθαίρετη παρέμβαση στο μνημείο πού θά μπορούσε νά είναι ανεπανόρθωτη. Ο χώρος αναμένει περαιτέρω αρχαιολογική έρευνα, καθώς είναι βέβαιο πώς θά αποκαλύψει ακόμα περισσότερα όχι μόνο γιά την πάλαι ποτέ Ιερά Μονή τού Αγίου Γεωργίου τής επιλεγομένης Αγιάς μά και γιά την ευρύτερη περιοχή τού όρους αυτού. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΛΙΑΤΑ**
Η πάλαι ποτέ Ιερά Μονή τής Αγιάς στή Μεσσηνία*

*Η παρούσα δημοσίευση άποτελεί μέρος γενικότερης άδημοσίευτης μελέτης πού άφορά στήν έπιρροή τής Μονής Αγιάς στήν ευρύτερη περιοχή κατά τούς χρόνους τής λειτουργίας της.
** Ο Παναγιώτης Γλιάτας είναι Θεολόγος καί έργάζεται στήν Επικοινωνιακή καί Μορφωτική Υπηρεσία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος.
1. Από τόν Στράβωνα (Ηã 359) άναφέρεται ώς Αίγαλέον (τό) σέ άντίθεση μέ αύτό τής Αττικής τό όποίο καταγράφεται στίς πηγές ώς Αίγάλεως (ό) ή Αίγάλεων (τό). Βλ. ΔΡΑΓÕΤΣΗΣ Χ.Ι., «Αίγάλεως», «Αίγαλέο», Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τ.Α, Αθήνα 1927, σ.459. «ΑΙΓΑΛΕΟΝ ΟΡΟΣ», Λεξικό Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, τ. Αã, Αθήνα 1998, σ.149. BENNET J., «Τά άρχεία μέ πινακίδες τής Γραμμικής Β καί τό Βασίλειο τού Νέστορα», Πύλος ή Αμμουδερή, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2005, σ. 143 καί έξ. (στό έξής: Bennet, «Τά άρχεία»). ΣΑΡΡΗΣ Ι., «Αίγάλεως» καί «Αίγαλέον», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ.Βã, ΙΑθήνα, Μάϊος 1927, σ.σ. 443-444.
2. Σ. ΛΥΡΙΤΖΗΣ, «Αίγάλεο», Πελοποννησιακή Εγκυκλοπαίδεια, τ.Β, 1961, σ.27. (Στό έξής: Λυριτζής, «Αίγάλεο»).
3. BENNET, «Τά άρχεία», σ.158.
4. Πρόκειται γιά τόν Αγιο Αθανάσιο Χριστιανουπόλεως, 1681-1710.
5. Σέ öλα τά κείμενα τών πηγών τής παρούσης μελέτης διατηρούμε τήν όρθογραφία.
6. Επί Ενετοκρατίας «τεριτόριο» καί έπί Τουρκοκρατίας «καζάς». Αύτή ή διοικητική διαίρεση όριοθετήθηκε κατά τήν πρώτη Τουρκοκρατία καί ύπέστη μικρές διαφοροποιήσεις άνάλογα τίς διάφορες άνάγκες μέχρι τό 1832.(ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ Μ.Β., Η Πελοπόννησος κατά τήν Β Τουρκοκρατία, Αθήνα 1939, σ. 258. Στό έξής: ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Πελοπόννησος).
7. Φράγκικη λέξη cavalleria= ίππικό. Στήν περίπτωση τοπωνυμίου σημαίνει ίππικό φέουδο. Σερβενταριά στά τούρκικα.
8. Πρόκειται περί δωρεάς κτήματος πού στήν περίοδο τής πρώτης τουρκοκρατίας ϊσως κα- τείχε κάποιος Τούρκος άξιωματούχος καί μέ τήν öλευση τών Ενετών ή είχε έκδιωχθεί ή εrχε άποδυναμωθεί. Πλήθος τέτοιων περιπτώσεων συναντάμε στά άρχεία αύτά.
9. Ο Aθανάσιος Χριστιανουπόλεως στήν δική του καταγραφή τόν όνομάζει σύντυχο καί καταστηχαδόρο Μαρίνο Μιχαήλ. Πρόκειται γιά έναν άπ τούς τρείς διορισμένους άπό τό Aνώτατο Συμβούλιο τής Βενετίας οίκονομικούς καί διοικητικούς άναδιοργανωτές τής Πελοποννήσου. ΝΤΟΚΟΣ Κ., «Η έν Πελοποννήσω έκκλ. περιουσία κατά τήν Β Ενετοκρατίαν», Byzantinische Neugriechische Jahrbucher, ΧΧΙ (1976)145.
10. GERSTEL SHARON E.J., «Μεσαιωνική Μεσσηνία», Πύλος ή Aμμουδερή, έκδ. Παπαδήμα, Aθήνα 2005, σ.250.
11. Νάκα. Μικρή κούνια, ξύλινη συνήθως, öπου νανούριζαν τά βρέφη.
12. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, «Τό Ανδρομονάστηρον ώς μετόχιον τής Μονής τού Σινά (1785-1929)», Διδαχή ΚΗ/301 (1974) 85-93. (Εχει γραφεί ήμερομηνία 1880, κάτι τό όποίο δέ μπορεί νά ίσχύει, καθώς δέν ύφίστατο τότε Επισκοπή Ανδρούσης, ένώ ό Δανιήλ ήταν έπίσκοπος στήν έν λόγω έπισκοπή έναν αιώνα πρίν).
13. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Πελοπόννησος, σ.238

14. Περιοχή στά όρεινά τής Αρκαδίας κοντά στό χωριό Ασσέα.
15. Κάπος ή Καπόμπασης: ό διορισμένος άπό τήν τουρκική έξουσία Ελληνας άστυνομικός γιά τήν καταδίωξη τών ζωοκλεφτών καί τήν τήρηση τής τάξεως. ΜΟΥΓΓΟΣ Δ. ΓΡ., Λαογραφικά τών Κοντοβουνίων, Αθήνα 2007, σ.84, ύποσημ. άριθ.57.
16. Μέ τόν όρο «ράχη» ϊσως νά έννοεί τό βουνό τής Αγιάς, στίς ύπώρειες τού όποίου βρίσκεται καί τό χωριό Σαπρίκι (σήμερα Μεταξάδα), γνωστό όρμητήριο κλεφτών καί στρατόπεδο κατά περιόδους, öπως διαπιστώνουμε.
17. ΛΥΡΙΤΖΗΣ Σ. Θ., «Οί Γαργαλιάνοι, ό τόπος καί ή ίστορία του», Δήμος Γαργαλιάνων 2000, σ. 233.
18. Γενικά Αρχεία τού Κράτους. (Στό έξής: Γ.Α.Κ.) Γραμματεία Θρησκείας, Φάκ. 21Α.
19. Θά τό διακρίνουμε ξεκάθαρα στή συνέχεια.
20. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ Π. Χ., Σελίδες άπό τήν έκκλησιαστική Ιστορία Τριφυλίας καί Ολυμπίας, Αθήνα 2013, σελ. 406 (Στό έξής: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας).
21. Περ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Π., «Αγιάς (ή καί Αγυιάς) μονύδριο καί τοπονύμιο», Μεσσηνιακά 1969-70. Εκδ. Β. Γιαννίκος, Αθήνα 1998, σ.225. Καί ΓΕΩΡ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ Ι., Μεσσηνιακά 1969-70. Εκδ. Β. Γιαννίκος, Αθήνα 1998, σ. 255.
22. Μεταγενέστερα συναντάμε άλληλοδιδακτικά σχολεία, στά Φιλιατρά καί τήν Μεσσήνη.
23. ΓΑΚ. Γραμματεία Θρησκείας. Φάκ. 21Α
24. Λόγω τού περιορισμένου τού χώρου τού περιοδικού έπιφυλασσόμαστε ή δημοσίευση τού καταλόγου νά γίνει σέ κάποια άλλη μελλοντική έκδοση.
25. Η ονομασία τής Χώρας Τριφυλίας μέχρι τό 1927.
26. Ενν. Παϊσίου Βυζαντίου, μετέπειτα Επισκόπου Τριφυλίας.
27. Περιόδευε στήν έπαρχία του, άφού ή έδρα του ήταν ή Μεσσήνη, καί στό Μαυρομάτι ένημερώθηκε καί άνταποκρινόμενος ôμεσα άπέστειλε τήν άναφορά αύτή.
28. Πού λειτουργούσε δηλαδή μέ τό λαγκαστέριο σύστημα, έκ τού Άγγλου έμπνευστή του J. Langaster.
29. ΚAΛAΦAΤΗ ΕΛΕΝΗ, Τά σχολικά κτήρια τής πρωτοβάθμιας έκπαίδευσης 1821-1929, Ιστορικό Aρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Aθήνα 1988, σ.28.
30. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ.217.
31. ΓΑΚ Καλαμάτας. Αρχείο Μίμη Φερέτου.
32. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ΤΡ., Η παιδεία έπί Τουρκοκρατίας, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 349.
33. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ Ι.Μ., Η καθημερινή ζωή τών Ελλήνων στήν Τουρκοκρατία, έκδ. Δ.Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2008, σ.84.
34. ΦΡΑΝΤΖΗ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ, Επιτομή τής Ιστορίας τής Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Ανατύπωση, τ.Β, Αθήνα 1976. σ.345. (Στό έξής: ΦΡΑΤΖΗ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ, Επιτομή).
35. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Π.Α., Οί Ηρωες τού Μανιακίου, Καλαμάτα 1912, σ.52.
36. ΛΥΡΙΤΖΗΣ, «Αίγάλεο», σ.27.
37. Ως έπί χρόνια πρωτοσύγκελος τής μητροπόλεως Χριστιανουπόλεως.
38. ΦΡΑΝΤΖΗ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ, Επιτομή, σ.345. 39. «Ταμπούρια» ονομάστηκε έκτοτε ό λόφος κοντά στό Μανιάκι όπου ό Παπαφλέσσας άποφάσισε νά κατασκευάσει πρόχειρα άμυντικά έργα γιά νά άποτρέψει τά στρατεύματα τού Ιμπραήμ.
40. Από τό 1927 μετονομάστηκε σέ «Μεταμόρφωση».
41. Μετονομάστηκε τό 1833.
42. Βουνό άνατολικά τής όροσειράς τού Αγαλέο. Μεταξύ τών δύο αύτών βουνών βρίσκεται τό Μανιάκι.
43. Παρατηρητήρια στίς χαρακτηριστικές κορυφές τών όρεινών ùγκων τής περιοχής συναντάμε õδη άπό τήν Φραγκοκρατία, καθώς ύπάρχουν άναφορές γιά τήν κορυφή τού Αϊλιά στού Χανδρινού καί σέ ôλλα μέρη κατά τήν παραμονή τού Ιμπραήμ στήν Πελοπόννησο. ΚΑΡΑΜΠΑΤΣΟΥ Η.Ε., Χίλια χωριά στή δίνη τού χρόνου, Καλαμάτα 2013, σ.σ.38 καί 78-79. Αναφορά στίς πηγές βρίσκουμε μόνο γιά τήν Αγιά.
44. Αρχείο Μίμη Φερέτου. ΓΑΚ Καλαμάτας.
45. Καταγόταν άπό τόν Αετό Τριφυλίας καί qταν φίλος καί μακρινός συγγενής τού Κολοκοτρώνη. (Αρχιμ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΠ., Ιστορία τής Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας καί Ολυμπίας, Αθήνα 2008, σ.212). ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Ν.Π. (πρωθιερέως), Κατακαημένου Μοριά, σελίδες τού 1821, τ. Αã, Αθήνα 1974, σ.52.
46. Γ.ΑΚ. Υπουργείο Πολέμου. Φάκ. 168. Αριθ. Εγγρ.33.
47. ΚΟΚΚΙΝΟΥ Δ. Α., Η Ελληνική Επανάστασις, τ.6, σ.130.
48. Εφημερίς τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος, Aριθμ. 38, 27 Νοεμβρίου 1833.
49. ΧAΡAΛAΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ.σ.310 καί 406.
50. Εφημερίς τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος, Aριθμ. 23, 1 Aύγούστου 1833.
51. ΜΑΜΟΥΚΑ Α. Ζ., Τά Μοναστηριακά, Αθήνα 1859, σ.77. (Στό έξής: Τά Μοναστηριακά).
52. ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΠ., Τά μοναστήρια τής Ελλάδος, έκδ. Εστία, σ.223. (Στό έξής: ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΠ., Τά μοναστήρια).
53. Τά Μοναστηριακά, σ.148.
54. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΘΕΜΕΛΗ), Ο Ανδρούσης Ιωσήφ έπιτιμά δριμύτατα τόν Γερ. Παπαδόπουλον, Μεσσηνιακά 1968, έκδ. Β. Γιαννίκος, Αθήνα 1998, σ.5.
55. Εφημερίς τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος, Αριθμ.20-29 Μαΐου 1833.
56. Αλλα διαλυθέντα μοναστήρια πού βρίσκουμε στά άρχεία άπό τόν δήμο Κενηρίου είναι: Αγ. Γεωργίου (όχι της Αγιάς) Υπαπαντής καί Αγ. Νικολάου. Αυτά πρέπει νά είχαν διαλυθεί πρίν τό Βασιλικό Διάταγμα καθώς δέν άναφέρεται πουθενά η έντολή διάλυσής τους αυτή τήν έποχή. Στήν ευρύτερη περιοχή συναντάμε στόν δήμο Εράνης αυτό του Αγ. Νικολάου (μετόχι του Παναγίου Τάφου) σήμερα εrναι ό όμώνυμος ένοριακός ναός στά Φιλιατρά καί τής Εύαγγελίστριας. Καθώς καί κτήματα τής Ιεράς μονής Αγίων Θεοδώρων Γορτυνίας καί τής μονής Σκαφιδιάς Ηλείας τής όποίας μετόχι μέχρι πρότινος qταν ό ίερός ναός τής Βλαχέρνας στά Φιλιατρά.
57. Εrναι βέβαιο πώς ό Ναός τού Αγίου Γεωργίου δέν εrχε καταστραφεί ολοσχερώς άλλά μερικώς. Σέ αύτό συνηγορούν τά όθωμανικά στοιχεία άρχιτεκτονικής πού συναντάμε μέχρι καί σήμερα στό κτήριο. Τό ϊδιο μαρτυρά ή έπιστολή τού Ανδρούσης πού εϊδαμε πιό πάνω καθώς καί ή παρούσα μέ τήν άναφορά «έπεσκευάσθη».
58. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 369. 8 Νοεμβρίου 1833.
59. Μία βαρέλα περιείχε περίπου 48 οκάδες, 61 κιλά περίπου.
60. 8 Νοεμβρίου 1833. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 369
61. 21 Φεβρουαρίου 1834. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 369.
62. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ.432.
63. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 369.
64. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ.310. 65. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ. 405.
66. Εφημερίς τής Κυβερνήσεως. Aριθμ. 15/11 Μαΐου 1835.
67. Σέ έπιστολή τού Νομάρχου Γόρτυνος βεβαιώνεται ό άριθμός τών πατέρων τής έν λόγω μονής καί öτι κατά τήν πρώτη άπογραφή στή μονή ζούσαν οί Ιωακείμ, Ιάκωβος, Μελέτιος, Γερμανός καί Καλλίνικος. Ακόμα ένας, ό Κωστάντιος «...έξ άπαλών όνύχων μοναστής καί αύτός τής ίδίας Μονής άπεδήμει διά τινάς συμπεσούσας τότε δυσαρεσκείας μεταξύ τών μοναχών είς íν έρημωμένον Μονύδριον κατά τήν Μεσσηνίαν....». ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 409.
68. Από λάθος άντιγραφή τού Στράβωνα, θεωρήθηκε μέχρι τά μέσα τού 19ου αί. ότι νότια τής πόλης Ερανα ύπήρχε πόλη μέ τό όνομα Κενήριον. Μέ τήν διόρθωση τού Curtius Ε. (1814-1896) διορθώθηκε ή λέξη «κενήριον» μέ τή φράση «καί νησίον». ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ ΝΤ., Μεσσηνία, Καλαμάτα 1984, σ.236. (Στό έξής: ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ, Καλαμάτα).
69. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 408. Αρ. έγγρ. 22.
70. Στήν περιοχή πού εrναι ή έξοδος τής Χώρας πρός Πύλο.
71. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 336, Άγ. Θεόδωροι Γόρτυνος.
72. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 408, άρ. έγγρ. 37.
73. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ. 437.
74. Εφημερίς τής κυβερνήσεως, αριθ. 22, 18 Δεκεμβρίου 1840.
75. Ρίκα
βή Ι.Ρ., Τα Ελληνικά, 1853, σ.581. 
76. ΓΑΚ. Αρχείο Μοναστηριακών. Φάκελος 336, Άγ. Θεόδωροι Γόρτυνος.
77. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ. 437.
78. Ιστορικό Aρχείο Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Φάκελος Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας καί Ολυμπίας (Στό έξής: Ιστορικό Aρχείο).
79. Ιστορικό Aρχείο.
80. Ιστορικό Aρχείο.
81. ΠAΠAΖAΧΟΥ Β. & ΠAΠAΖAΧΟΥ Κ., Οί σεισμοί τής Ελλάδας, έκδ.Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 235.
82. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ. 437. 
83. ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΠ., Τά μοναστήρια, σ. 254-255.
84. Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ”, 25 Ιουλίου 1913.
85. Πρόκειται γιά τόν Γεώργιο Ιω. Οικονόμου, αύτοαποκαλούμενο καί «λαϊκό ρήτορα». Εφημερίδα “ΣΚΡΙΠ”, 1 Απριλίου 1915. Στό φύλλο αύτό ισχυρίζεται öτι έξεφώνησε τόν πανηγυρικό κατά τίς έορταστικές έκδηλώσεις τής 25ης Μαρτίου τού öτους αύτού καί μάλιστα τόν δημοσιεύει. Λίγες μέρες μετά (7 Απριλίου 1915) άλλος άνταποκριτής άπό τούς Γαργαλιάνους διαψεύδει τήν συμμετοχή τού Οίκονόμου σέ αύτές τίς έκδηλώσεις πού είχαν καί ιδιαίτερο ένδιαφέρον καθώς έγιναν καί τά άποκαλυπτήρια τής μαρμάρινης στήλης τών πεσόντων.
86. Ιούνιο-Ιούλιο τού 1913 βρισκόταν σέ έξέλιξη ή Β φάση τών Βαλκανικών Πολέμων μέ τό μέτωπο Ελλάδα-Σερβία-Ρουμανία έναντίον τής Βουλγαρίας. Τό έθνικό συναίσθημα βρισκόταν σέ έξαρση. Οί μνήμες άλλωστε τού Μακεδονικού Πολέμου 1904-1908 ήταν νωπές καί ή τακτική τών Βουλγάρων νά σκοτώνουν τούς Ελληνες προκειμένου νά τούς έξαναγκάσουν νά δεχθούν στά χωριά τούς κληρικούς άπό τήν σχισματική Εκκλησία τής Βουλγαρίας δέν είχε ακόμα ξεχαστεί. Ετσι στήν συνείδηση όλων τών Ελλήνων ο βούλγαρος παπάς είναι ό έχων τό άνάθεμα σέ άντίθεση μέ τόν Ελληνα παπά πού εrναι ό ίερομάρτυρας τής Μακεδονίας.
87. Τέλη τού 19ου αί. είχε ξεκινήσει τό πρώτο κύμα μετανάστευσης έλλήνων πρός τίς Η.Π.Α.
88. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΥ, Ιστορία Τριφυλίας, σ. 367.
89. ΑΝΤΩΝΑΚΑΤΟΥ, Καλαμάτα, σ. 241.
90. ΥΑ 15904/24-11-1962 ΦΕΚ 473/Β/17-12-1962.





Printfriendly