.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ρευματιά. Άγιος Ιωάννης: Μεσαιωνική οχύρωση και οικισμός


Το χωριό Ρευματιά (πρώην Λούμι) βρίσκεται στο μέσον περίπου της Μεσσηνίας στο A τμήμα των Κοντοβουνίων.
Είναι χτισμένο στο αντέρεισμα ενός βαθύπεδου, σε υψόμετρο 486 μέτρων, που περικλείεται γύρω- γύρω από βουνά (Αη- Λιάς, Αη- Γιάννης, Λίριζα, Λουπουνάρα, Καγκέλι) κατάφυτων από παντός είδους δέντρα και θάμνους, από τα ριζά των οποίων πηγάζουν άφθονα νερά. Πλούσια χλωρίδα και πανίδα συμπληρώνουν την ομορφιά του τοπίου και δίνουν ζωή και υγιεινό κλίμα. Επικοινωνεί σήμερα με ασφαλτοστρωμένους δρόμους με τα γύρω χωριά, τη Μάλθη- Κοπανάκι στα βόρεια, Χρύσοβα- Καλογερέσι στα δυτικά, Κεφαλληνού στα νότια και ανατολικά με Ζερμπίσια- Μελιγαλά- Αρχαία Μεσσήνη- Μεσσήνη, Καλαμάτα. Απέχει γύρω στα 40 χιλιομ. από Καλαμάτα και 30 από Μεσσήνη. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Μεσσήνης, ενώ παλιότερα στο Δήμο Ιθώμης.
Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Λούμι και μετονομάστηκε σε Ρεμματιά το 1927 και σε Ρευματιά το 1940.[1]

Στοιχεία Μεσαιωνικής Ιστορίας της περιοχής
Στοιχεία για την μεσαιωνική ιστορία της Ρευματιάς και της γύρω περιοχής παραθέτει ο Ιωάννης Παν. Παπαδόπουλος[2]:
"Τη λεηλασία και την καταστροφή των Γότθων στην Πελοπόννησο και φυσικά στη Μεσσηνία, ήρθε να ολοκληρώσει και η μεγάλη επιδημία (λοιμός) τα έτη 746-748 επί βασιλέως Κων/νου του Ε΄ του Ισαύρου, που αποδεκάτισε τον εντόπιο πληθυσμό. Το κενό που δημιουργήθηκε ήρθε να καλύψει, όπως, αναφέρθηκε οι Σλάβοι επιδρομείς. «Εκυρίευσαν την χώραν ένθα ενώκουν ελεύθεροι ώσπερ εν τη εαυτών. Έπραξάν ταύτα, επί τέσσερα έτη, εφ' όσον ο αυτοκράτωρ επολέμει κατά των Περσών μέχρι 582 και δια τούτο διετέλουν ελεύθεροι και ανενόχλητοι εν τη χώρα, έως ου ο Θεός τους εξέβαλεν...». Οι Σλάβοι, κατ' εξοχήν ποιμένες, εγκαταστάθηκαν άνετα στις απόμερες και εγκαταλελειμένες περιοχές, κατά προτίμηση ορεινές. Διάλεξαν περιοχές ακατοίκητες κοντά σε πηγές νερού για να εξυπηρετούνται στις γεωργικές καλλιέργειες και την κτηνοτροφία τους.
Στην περιοχή της Ρευματιάς εγκαταστάθηκαν στο ανατολικό αντέρεισμα της Λίριζας κοντά στα σημερινά Πλατανάκια. Εκεί έκτισαν τις πρώτες κτηνοτροφικές κατοικίες τους για να στεγαστούν οι ίδιοι και τα κοπάδια τους. Στον οικισμό αυτό έδωσαν το όνομα Βλαντούσια που διατηρείται μέχρι σήμερα ως τοπωνύμιο. Σώζονται και μερικά ερείπια σπιτιών και βρέθηκαν αρκετά νομίσματα που ανάγονται στον 6- 7ο αιώνα και απεικονίζουν τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο.
Εκτός από το Βλαντούσια στην περιοχή άλλες ποιμενικές ομάδες εγκαταστάθηκαν στις περιοχές των οικισμών Χρύσοβα και Βυδίσοβα. Το Χρύσοβα στις διάφορες απογραφές (Ενετικές κ.λπ.) φέρεται με παραπλήσιες ονομασίες, όπως μάλλον και πολλών άλλων οικισμών. Στην απογραφή των Ενετών του 1700 φέρεται ως Crisaffa, ενώ τη 1679 ως Chrissova, όπως και το Vidissova και το Vidhissova.
Γύρω στα 1405 μια πολυπληθής ομάδα Αρβανιτών γύρω στις δέκα χιλιάδες άτομα, προερχόμενη από την Αιτωλία όπου πρώτα είχαν εγκατασταθεί, θα φτάσει στην Πελοπόννησο και με τη βοήθεια και εγγύηση του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α΄ Παλαιολόγου (1383-1407) θα εγκατασταθεί σε διάφορα ορεινά μέρη. Μερικές φάρες απ' αυτές θα εγκατασταθούν στην ορεινή Τριφυλία και θα χτίσουν εκεί τα χωριά τους, τα Σουλιμοχώρια. Μια άλλη θα ανεβεί στο Βουρκάνο και θα χτίσει επίσης εκεί τα χωριά Μπέτσι, Τζούμι, Γκολέμι, Κροντηρέ, Μπάρτζι, Σίμιζα, Μαυρομάτι. Μια τρίτη ομάδα θα επιλέξει τον ρου του ποταμού Λευκασία που πηγάζει από το χωριό Ρευματιά και Βάρμα και θα δημιουργήσει, γύρω απ' αυτόν τους πρώτους ποιμενικούς οικισμούς. Όπως Συντριάδες, Λάζια, Κόζια, Μούσγα κ.ά. Αυτές οι φάρες αργότερα θα συναθροισθούν σε οικισμούς στους οποίους θα δώσουν και δικά τους ονόματα (αρβανίτικα). Έτσι προέκυψαν οι οικισμοί Λούμι, Βάρμα, Μποντιά, Αετός, Βαρυμπόπη."
Το Λούμι ιδρύθηκε από χριστιανούς νομάδες Αρβανίτες κατά την περίοδο 1360-1405. Ο Φερέτος αναφέρει[3] την καταγωγή των πρώτων οικιστών από το Λούμι της Γορτυνίας στην Αρκαδία, οι οποίοι, υπό διωγμό, μετέφεραν το όνομα της πατρίδας τους στη νέα τοποθεσία.
Το Λούμι αναφέρετε στις πηγές και στην περίοδο της Β Βενετοκρατίας (1685- 1715)[3].
Στην απογραφή Pacifico, 1704, το Λούμι εμφανίζεται με πληθυσμό 313 κατοίκων.


Οχύρωση Αγίου Ιωάννη
Από το κέντρο του σύγχρονου χωριού της Ρευματιάς και σε απόσταση περίπου 600μ. σε ευθεία γραμμή, υψώνεται στα Ν/ ΝΑ το βουνό του αγίου Ιωάννη ύψους 558μ.
Ένας χωματόδρομος, που βρίσκεται σε αρκετά καλή κατάσταση, ανεβαίνει την Δ πλευρά του βουνού και φτάνει σε ένα πλάτωμα που δημιουργείται λίγο πιό χαμηλά από την κορυφή και όπου εντοπίζεται ο ναός του αγίου Ιωάννη.
Η μεσαιωνική οικιστική εγκατάσταση περιλαμβάνει το σχετικό μικρό πλάτωμα κορυφής του βουνού και την πιό ομαλή Α πλαγιά του σε μιά έκταση περίπου 10 στρεμμάτων.
Ο ναός του αγίου Ιωάννη φαίνεται να βρίσκεται εντός των ορίων του αρχαιολογικού χώρου, στην Ν πλευρά του. Στις πλαγιές αμέσως στα Α του ναού υπάρχουν τα περισσότερα υπολείμματα του μεσαιωνικού χωριού. Εντοπίζεται πλήθος κατασκευών, σπιτιών και τοιχίων, σε ερειπιώδη κατάσταση. Κάποιες κατασκευές σώζονται σε ικανό ύψος και δείχνουν επιμελημένη κατασκευή. Το οικοδομικό υλικό του χωριού αποτελείται από πέτρες διαφόρων μεγεθών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται η χρήση αρκετά μεγάλων λίθων με επιμελή και στιβαρή κατασκευή.
Ο ναός του αγίου Ιωάννη είναι ένας αρκετά μεγάλος ναός 12Χ 8μ. και σε καμιά περίπτωση δεν θυμίζει κάποιο ναΐσκο κορυφής. Στην σημερινή του κατάσταση έχει επισκευαστεί, έχει καινούργια στέγη ενώ οι τοίχοι εσωτερικά και εξωτερικά είναι σοβατισμένοι και στην σημερινή του μορφή είναι πάρα πολύ δύσκολο να διακριθούν παλαιότερες φάσεις κατασκευής στον ναό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κορυφή του βουνού ακριβώς πάνω, Β, από τον ναό του αγίου Ιωάννη, όπου υπάρχουν σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.
Ένας πολύ ισχυρός περιμετρικός τοίχος φαίνεται να στεφανώνει το πλάτωμα της κορυφής. Το περιμετρικό αυτό τοίχος σώζεται σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα στην Α πλευρά της οχύρωσης, όπου φτάνει σε ύψος πάνω από τα δύο μέτρα και δείχνει να είναι ισχυρής κατασκευής. Το περιμετρικό τοίχος δημιουργεί έναν εσώκλειστο οχυρωμένο περίβολο με έκταση κοντά στα 700 τ.μ.


Εντός του περιβόλου υπάρχουν αρκετές κατασκευές με την πιό σημαντική να βρίσκεται στην Β πλευρά. Εδώ εντοπίζονται τα υπολείμματα μεγάλης και ισχυρής κατασκευής με πολύ ισχυρά θεμέλια. Η μεγάλη αυτή κατασκευή, διαστάσεων 12Χ 12μ. περίπου, θα πρέπει να ήταν αμυντικός πύργος και παρατηρητήριο.
Η οχύρωση και ο πύργος του αγίου Ιωάννη βρίσκονται σε στρατηγικό σημείο αφού έχουν οπτική επαφή με το μεγαλύτερο μέρος της Α Μεσσηνίας. Έτσι εκτός από τον αμυντικό του χαρακτήρα, σίγουρα θα λειτουργούσε και ως παρατηρητήριο.
Κάποια σποραδικά κεραμικά αποτμήτα που εντοπίζονται στον χώρο είναι αρκετά φθαρμένο και δύσκολα θα μπορούσαν να χρονολογηθούν.
Στην οχύρωση της κορυφής δεν παρατηρείτε χρήση κονιάματος, που συνήθως βλέπουμε σε κατασκευές της Βυζαντινής και Φράγκικης περιόδου. Ωστόσο υπάρχουν και περιπτώσεις, που για διαφόρους λόγους αυτό δεν συμβαίνει, όπως για παράδειγμα στις μεσαιωνικές οχυρώσεις της Καλίδονας στην Τριφυλία.[4]
Το περιμετρικό τείχος και ο ισχυρός πύργος στην κορυφή του βουνού του αγίου Ιωάννη παραπέμπουν σε κατασκευές της Φράγκικης περιόδου. Πιθανόν να κατασκευάστηκαν στην πρώτη περίοδο της ίδρυσης του χωριού του Λουμίου, ανάμεσα στα έτη 1360- 1460. Η έλλειψη κονιάματος θα μπορούσε να οφείλεται στην βιαστική κατασκευή του οχυρού για να αντιμετωπιστεί ο Οθωμανικός κίνδυνος. Σε ότι αφορά τα οικιστικά κατάλοιπα της Α πλαγιάς πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να χρονολογηθούν. Ίσως ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο με την οχύρωση στην κορυφή ή ίσως είναι μια παλαιότερη οικιστική θέση του πρώιμου Μεσαίωνα.

"Αριστομένης ο Μεσσήνιος"

[1] Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης eetaa.gr
[2] Ιωάννης Παν. Παπαδόπουλος: "Οίκαδε. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός". Καλαμάτα 2015
[3] Μίμης Φερέτος. "Μεσσηνιακά 1969-1970"
[4] Βασίλης Παναγιωτόπουλος. "Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας".
[4] Κουρελής Κωστής: "Μεσαιωνικά κάστρα του Μορέα". Στο: "Σπίτια του Μορέα. Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου 1205-1955". Κάστρο Καλίδονας (online)





Printfriendly