.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης: Ταφικά μνημεία εντός των τειχών- Ανδριάντες αφηρωϊσμένων νεκρών


Ταφικά μνημεία εντός των τειχών
Η εγγύτης και η επικοινωνία του ταφικού κτίσματος Δ με το οικοδομικό συγκρότημα του Ασκληπιείου μαρτυρούν κατ' αρχήν λειτουργική και νοηματική σχέση με το ιερό του Ασκληπιού και της θεοποιημένης Μεσσήνης (εικ.42). Τα μορφολογικά του στοιχεία, τόσο η κάτοψη όσο και τα υπάρχοντα μέλη της ανωδομής του παραπέμπουν σε οικογενειακό ταφικό μνημείο αφηρωϊσμένου θνητού (εικ.43). Τα ανασκαφικά δεδομένα σε συνδυασμό με τα κατασκευαστικά στοιχεία του κτίσματος Δ έδειξαν ότι αυτό τοποθετήθηκε στο ελαφρά υπερυψωμένο άνδηρο σε χρονική στιγμή μεταγενέστερη της οικοδόμησης του μνημειακού συγκροτήματος του Ασκληπιείου. Χρειάστηκε μάλιστα να καταργηθούν δύο αίθουσες, που βρίσκονταν στη θέση αυτή, προκειμένου να ελευθερωθεί ο χώρος για την ένταξη του μνημείου σε αυτόν (εικ.43). Το ανατολικό τμήμα του κτίσματος καταλαμβάνουν δύο συλημένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι, τοποθετημένοι κάτω από το δάπεδο. Η είσοδός του βρισκόταν στο μέσο της νότιας πλευράς και οδηγούσε στον μεσαίο χώρο, ο οποίος λειτουργούσε ως προθάλαμος. Ο Γεώργιος Οικονόμος είχε αποκαλύψει το 1925 λάκκο κάτω από το δάπεδο του μεσαίου αυτού χώρου, τον οποίο ερμήνευσε ως εσχάρα. Κάτω από το δάπεδο του δυτικού χώρου και Οικονόμος διέκρινε ένα δεύτερο ζεύγος συλημένων τάφων, γεγονός που τον οδήγησε να αποκαλέσει το κτίσμα "τετρατάφιον". Το ορθογώνιο κτίσμα Δ, με τέσσερεις τάφους στο εσωτερικό του, αποτελούσε επομένως οικογενειακό ταφικό μνημείο, ανάλογο εκείνων που έχουν έλθει στο φώς στο Γυμνάσιο, καθώς και στα ανατολικά του Ασκληπιείου.



Μέσα στον περίβολο του ταφικού μνημείου Δ κείτονταν το άνω μέρος δωρικού κίονα από ασβεστόλιθο, το οποίο συγκολλήθηκε το 1993 με το κάτω ενεπίγραφο τμήμα του ίδιου κίονα, που φέρει τα ψηφίσματα επτά πόλεων προς τιμήν του γλύπτη Δαμοφώντος (εικ.44 και 45). Ο κίονας, αρ. ευρ. 1048, με τα δύο συνανήκοντα τμήματά του έχει συνολικό ύψος 3.26μ., διάμ. κάτω 0.50μ., διάμ. άνω 0.40μ. Οι είκοσι ραβδώσεις του καταλήγουν σε ταινία πλ. 0.04μ., η οποία εισχωρούσε στην κυκλική εγκοπή της ελλείπουσας βάσης και στερεωνόταν με την παρεμβολή μολυβδοχόησης.
Φέρει στην άνω κυκλική επιφάνειά του δύο τόρμους για τη γόμφωση του ελλείποντος κιονοκράνου. Λόγω της θέσης εύρεσής του, πρέπει να σχετίζεται με το μνημείο Δ, το οποίο, όπως σημειώσαμε παραπάνω, κατασκευάστηκε μετά την ανέγερση του Ασκληπιείου, όπου κατ' εξοχήν είχε εργασθεί ο μεγάλος Μεσσήνιος γλύπτης Δαμοφών. Ο κίονας έφερε πιθανότατα χάλκινη πλαστική εικόνα του γλύπτη ή κάποιο άλλο σχετικό με τον καλλιτέχνη έργο πάνω στο κιονόκρανο που λείπει.



Τα επτά τιμητικά ψηφίσματα αναγράφηκαν όλα μαζί στον κίονα μετά τον θάνατο του Δαμοφώντος και αποτελούν αντίγραφα των πρωτότυπων ψηφισμάτων, τα οποία είχαν εκδοθεί σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα το καθένα. Μεγάλες τιμές απονέμουν στον γλύπτη και επιφανή Μεσσήνιο πολίτη οι εξής επτά πόλεις: η αρκαδική Λυκόσουρα, η Λευκάδα, οι Κράνιοι της Κεφαλληνίας, η Μήλος, η Κύθνος, η Γερηνία και η Oιάνθεια. Οι αρετές του ανδρός που εξαίρονται στα ψηφίσματα αποκαλύπτουν την προσωπικότητα ενός πολίτη της τάξης των εύπορων γαιοκτημόνων, διαπνεόμενο από σεβασμό προς τα ήθη, τις παραδόσεις και τους θεσμούς της πόλης και με βαθιά πίστη στους θεούς. Ο Δαμοφών εμφανίζεται ιδιαίτερα συντηρητικός και ευσεβής για την εποχή που έδρασε (-210/ -180), κατά την οποία η απώλεια της πίστης στους θεσμούς, τις παραδόσεις και τους θεούς ήταν καθολικό φαινόμενο. Συντηρητική και παραδοσιακή γενικά αποδεικνύεται και η μεσσηνιακή κοινωνία, καθώς και οι αποκλειστικά ηρωικές και θεϊκές αγαλματικές δημιουργίες του Μεσσήνιου γλύπτη, ο οποίος απέφυγε να φιλοτεχνήσει εικονιστικούς ανδριάντες. Δύο από τα καλύτερα σωζόμενα κεφάλια έργων του από το Ασκληπείο της Μεσσήνης είναι αυτά του Απόλλωνα και του Ηρακλή (εικ.46, 47).


Στον κόσμο του αθλητισμού και της ποίησης απαντούν εξαιρετικές περιπτώσεις όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών, που γίνονται δέκτες ύψιστων μεταθανάτιων τιμών ακόμη και λατρείας, όπως ο ΄Ομηρος, ο Ησίοδος, ο Αρχίλοχος, ο Πίνδαρος, ο Σοφοκλής, οι ποιήτριες Σαπφώ και Κόριννα, η αθλήτρια Χλωρίς- Μελιβοία, η Κυνίσκα και άλλοι. Συνοψίζοντας επαναλαμβάνουμε ότι το κτίσμα Δ ήταν οικογενειακό ταφικό μνημείο, που μπορεί να αποδοθεί στον γλύπτη Δαμοφώντα και σε μέλη της οικογένειάς του, όπως στη σύζυγό του και στους δύο γιούς του Ξενόφιλο και Δαμοφώντα II. Είχε και δύο κόρες, όπως προκύπτει έμμεσα από την πληροφορία του Παυσανία (8.31.1-6), τις οποίες μάλιστα ταύτιζαν ορισμένοι με τις δύο ανθοσυλλέκτριες που πλαισίωναν το Δαμοφώντειο λατρευτικό σύνταγμα της Δήμητρος και της Κόρης Σώτειρας στη Μεγαλόπολη. Πού είχαν ενταφιασθεί οι κόρες του Δαμοφώντος μετά τον γάμο και τον θάνατό τους, παραμένει άγνωστο.
Δέκα Μεσσήνιοι νεκροί (έξι άνδρες και τέσσερεις γυναίκες), γόνοι επιφανών οικογενειών, ενταφιάστηκαν τιμητικά σε ταφικό μνημείο κατασκευασμένο εντός των τειχών (intra muros) και τοποθετημένο σε ιδιαίτερα επίσημη και περίοπτη θέση απέναντι από την είσοδο του Ασκληπιείου (εικ. 48, 49). Τα ονόματα των νεκρών γραμμένα χωρίς το πατρώνυμο σε συνεχή σειρά πάνω στις στέψεις των ορθοστατών ηχούν ηρωικά στα αυτιά μας:
Νέων, Θρασύλοχος, Αντισθένης, Πολύστρατος, Πολύανδρος, Πολυκράτης, Θήβα, Θελξίππα, Γοργώ, Λυσώ. Θα πρέπει να σκοτώθηκαν μαχόμενοι ηρωικά σε μάχη, ενδεχομένως στη μάχη ενάντια στον Δημήτριο Φάριο, που επιχείρησε να καταλάβει τη Μεσσήνη το -214, μάχη στην οποία είχαν λάβει ενεργά μέρος κατά την παράδοση και Μεσσήνιες γυναίκες. Πιθανότερο φαίνεται πάντως να έπεσαν μαχόμενοι ενάντια στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι με επικεφαλής τον βασιλιά Νάβι κατάφεραν να κατακτήσουν πρόσκαιρα την πόλη της Μεσσήνης το -201. Τα κτερίσματα των τάφων, μολονότι ορισμένοι είχαν χρησιμοποιηθεί και για μεταγενέστερες ταφές, ήταν ιδιαίτερα αξιόλογα και σύμφωνα με την προτεινόμενη χρονολόγηση.



Υποστηρίζω με βάση συνδυασμό στοιχείων (χρονολογικών, τοπογραφικών, μορφολογικών, φιλολογικών και επιγραφικών) ότι το ταφικό επιβλητικό κτίσμα που υψώνεται στα νότια του Σταδίου, κατασκευασμένο τον -1ο αι. πάνω σε ορθογώνιο πόδιο σε επαφή με το τείχος της πόλης, με ιδιαίτερα προβαλλόμενη και τιμητική θέση στο πέρας του στίβου, ανήκε στην επιφανή μεσσηνιακή οικογένεια των Σαιθιδών (εικ. 50). Χρειάστηκε μάλιστα να καθαιρεθεί ένα τμήμα του τείχους, προκειμένου να παραμείνει ελεύθερη και ορατή η στραμμένη προς το εσωτερικό του στίβου βόρεια πρόσοψη του μνημείου. Φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από τον -1ο έως τον +2ο αιώνα για τον ενταφιασμό μελών της ίδιας οικογένειας, της οποίας το γενεαλογικό δένδρο έχει αποκατασταθεί για πέντε τουλάχιστον γενιές. Το ηρώο της οικογένειας αυτής είδε στο Στάδιο ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος επισκέφτηκε τη Μεσσήνη μεταξύ +155/ +160 στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβούς και το περιέγραψε συνοπτικά (4.32.2). Έχει τη μορφή πρόστυλου τετρακιόνιου ναού με πρόδομο και σηκό, διαστ. 7.44Χ 11.60μ. (εικ.53, 54). Στο εσωτερικό του σηκού ήταν τοποθετημένη μαρμάρινη σαρκοφάγος με τη μορφή του νεκρού ανακεκλιμένη στο ανακλιντροειδές κάλυμμα. Στο μέσο του αετώματος, στην πρόσοψη, είχε αναρτηθεί μαρμάρινη ασπιδωτή εικόνα (imago clipeata) του πρώτου Σαιθίδα των χρόνων του Αυγούστου ή του Τιβερίου, γενάρχη της οικογένειας (εικ.51). Αριστερό τμήμα ανδρικού κεφαλιού της εποχής των Αντωνίνων από το Μαυσωλείο εικόνιζε πιθανότατα τον Τιβέριο Κλαύδιο Σαιθίδα Καιλιανό ΙΙ (εικ. 52).


Ανδριάντες αφηρωισμένων νεκρών

Το άγαλμα του Ερμή από το Γυμνάσιο της Μεσσήνης παρουσιάζει στενή συγγένεια με τον Δορυφόρο του Πολυκλείτου (εικ. 55-58). Ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και ταυτόχρονα κινείται η μορφή βρίσκει αντιστοιχίες στον ανδριάντα του Δορυφόρου.
Το πρότυπο του αντιγράφου θα πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στα έργα των συνεχιστών της σχολής του Πολυκλείτου και όχι στα ανάλογα του Πραξιτέλη και της σχολής του. Η πρότασή μας αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι παρόμοια κίνηση του φερόμενου προς τα πίσω αριστερού χεριού έχει το μαρμάρινο αντίγραφο του έργου, που αναγνωρίζεται από ορισμένους ερευνητές ως ο Ηρακλής του Πολυκλείτου. Εικονογραφική συγγένεια παρουσιάζει ο Ερμής της Μεσσήνης με τον Ερμή Ψυχοπομπό, ο οποίος εικονίζεται στον ανάγλυφο σφόνδυλο ενός κίονος από το νεώτερο Αρτεμίσιο της Εφέσου (Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο αρ. ευρ. 1206). Η συγγένεια μάλιστα είναι τόσο στενή, ώστε φαίνεται ότι τόσο ο ανάγλυφος Ερμής της Εφέσου, όσο και ο ολόγλυφος Ερμής της Μεσσήνης αποδίδουν το ίδιο χαμένο χάλκινο πρότυπο, ο πρώτος ελεύθερα, ο δεύτερος πιστά. Ήδη ο Otto Rayet το 1884 είχε αποδώσει τον Ερμή τού Αρτεμισίου της Εφέσου σε Πολυκλείτειο πρότυπο, ακολουθούμενος από άλλους ερευνητές, όπως ο Carlo Anti, ο οποίος μάλιστα αναγνώρισε ως πρότυπό του τον Ηρακλή του Πολυκλείτου.



Το μεγαλύτερο του φυσικού μέγεθος, η γυμνότητα, τα ιδεαλιστικά χαρακτηριστικά του Ερμή έρχονται σε αντίθεση με τον εικονιστικό, τυλιγμένο σφιχτά στο ιμάτιο μαρμάρινο ανδριάντα του Τιβερίου Κλαυδίου Θέωνος, ο οποίος ήταν ανιδρυμένος δίπλα του, μέσα στο δωμάτιο ΙΧ της δυτικής στοάς του Γυμνασίου (εικ.59). Και τα δύο πάντως αγάλματα, τόσο το εικονιστικό του Τιβερίου Κλαυδίου Θέωνος, γιου του Νικηράτου, όσο και το ιδεαλιστικό του Ερμή, είχαν χθόνια λειτουργία, σχετιζόμενα άμεσα με τα παρακείμενα ταφικά μνημεία και τούς "αφηρωισμένους" επιφανείς νεκρούς, οι οποίοι βρίσκονταν ενταφιασμένοι σε αυτά. Ο χθόνιος χαρακτήρας του Ερμή της Μεσσήνης είναι αντίστοιχος με εκείνον του αποσπασματικά σωζόμενου δεύτερου Ερμή, τού ανιδρυμένου στο δωμάτιο ΧΙ της ίδιας δυτικής πτέρυγας του Γυμνασίου, ο οποίος, σύμφωνα με την επιγραφή του βάθρου του, εικόνιζε αναμφίβολα τον νεκρό "ήρωα" Τιβ. Κλ. Διονύσιον Αριστομένεος (εικ.60- 63). Είναι επίσης ανάλογος με τον χαρακτήρα του Ερμή της "Ανδρου, που βρέθηκε το 1833 μαζί με άγαλμα της Μεγάλης Ηρακλεώτισσας μέσα σε ταφικό κτίσμα στην Άνδρο, καθώς επίσης με εκείνον του Ερμή του Αιγίου, της Θάσου και του Παλατιανού Κιλκίς.

Πέτρου Γ. Θέμελη
"Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης.", 2003









Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης: Το Γυμνάσιο, οι έφηβοι και τα μνημεία


Το Γυμνάσιο, οι έφηβοι και τα μνημεία
Η μακροχρόνια pax romana είχε αναδείξει τη Μεσσήνη, ιδιαίτερα από την εποχή του Αυγούστου και εξής σε πόλη υψηλού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου. Η αναβίωση του θεσμού της εφηβείας στα χρόνια του Αυγούστου-Τιβερίου και η διατήρησή του ως τον +2ο/ +3ο αι., η ανίδρυση αντιγράφων φημισμένων έργων γλυπτικής στο αναμορφωμένο και επισκευασμένο Γυμνάσιο, όπως του Δορυφόρου του Πολυκλείτου, του Ηρακλή στον τύπο Caserta, του Ερμή και άλλων έργων, η κατασκευή ακόμη του μνημειακού τετρακιόνιου Προπύλου στο βόρειο πέρας της δυτικής στοάς του Γυμνασίου και η ανέγερση του μνημείου των Σαιθιδών έλαβαν χώρα στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Συγκλητικοί, όπως ο Σαιθίδας Καιλιανός στη Μεσσήνη και ο τελευταίος των Εύρυκλειδών συγκλητικός Γάιος Ιούλιος Ηρκλανός στη Σπάρτη, απολάμβαναν μετά θάνατον “ηρωικών” τιμών, ως έκφραση ύψιστου σεβασμού εκ μέρους των συμπολιτών τους. Οι Λακεδαιμόνιοι απέδιδαν τουλάχιστον κάποτε ηρωικές τιμές μόνο στους νεκρούς βασιλείς τους. Αλλά και ευεργέτες, που δεν έφεραν τον τίτλο του συγκλητικού, έχαιραν τιμών ηρωικού χαρακτήρα μετά τον θάνατό τους (Παυσ. 3.3.5 και 3.15.6).
Η παρουσία μιας ολόκληρης σειράς ελληνιστικών ταφικών μνημείων στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης, διαφορετικής το καθένα αρχιτεκτονικής μορφής και για διαφορετικό αριθμό ατόμων (το Κ1 για επτά, το Κ2 για τέσσερεις και το Κ3 για οκτώ νεκρούς) αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση, μολονότι η παρουσία Ηρώων-Μαυσωλείων σε Γυμνάσια δεν είναι πρωτόγνωρη (εικ. 64, 65). Η ποικιλομορφία των ταφικών κτισμάτων είναι οπωσδήποτε γενικό χαρακτηριστικό της ελληνιστικής περιόδου και ισχύει για ολόκληρη τη Μεσόγειο.


Η κοινή ανάγκη για τη δημιουργία ενός αξιόλογου αρχιτεκτονικού πλαισίου, όπου θα τελούνταν τα έθιμα ταφής και οι μεταθανάτιες τελετουργίες, δεν οδήγησε σε τυπολογική ομοιογένεια. Πέρα από αυτό η Μεσσήνη είναι η μοναδική πόλη στον ελλαδικό χώρο, στην οποία σώζεται μεγάλος γενικά αριθμός υπέργειων ταφικών μνημείων μέσα στα όρια της περιτειχισμένης πόλης και κατά κύριο λόγο σε σχέση με πολυσύχναστα δημόσια οικοδομήματα, όπως τα συγκροτήματα του Ασκληπιείου και του Γυμνασίου- Σταδίου.
Τα υπέργεια ταφικά μνημεία για παράδειγμα της αρκαδικής Αλίφειρας με σειρές κιβωτιόσχημων τάφων (θηκών) στο εσωτερικό τους είναι από άποψη μορφής τυποποιημένα και βρίσκονται στη νεκρόπολη της πόλης έξω από τα τείχη. Τα συγγενέστερα προς τη Μεσσήνη παραδείγματα πόλεων με ανάλογο ή και μεγαλύτερο αριθμό ταφικών μνημείων εντός των τειχών ήταν η Σπάρτη, ακολουθούμενη από την επίσης δωρική πόλη των Μεγάρων, μόνο πού, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στις πόλεις αυτές δεν έχουν ακόμη έλθει στο φώς τα γνωστά κυρίως από φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες ανάλογα μνημεία. Τα ταφικά μνημεία που έχουν έλθει στο φώς πίσω από τη δυτική στοά του Γυμνασίου της Μεσσήνης ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες της πόλης και κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια του -3ου αιώνα. Το μνημείο Κ1 (εικ. 65) είναι πειόσχημο με βαθμιδωτό κρηπίδωμα και υψηλούς ορθοστάτες. Η ελλείπουσα στέψη των ορθοστατών έφερε στην κύρια ανατολική πλευρά ζωφόρο με ανάγλυφη παράσταση ελαφιών, αιλουροειδών, σκύλων και γρυπών που τρέχουν προς τα δεξιά. Πάνω στις δύο προεξέχουσες κεραίες του Π της ίδιας πλευράς εδραζόταν ανά ένα μαρμάρινο σύμπλεγμα λιονταριού που κατασπαράσσει ελάφι (εικ. 66). Ο ταφικός θάλαμος, διαστ. 4.65μ.Χ 2μ., με επτά κιβωτιόσχημους τάφους κάτω από το δάπεδό του, ήταν προσιτός από τα δυτικά μέσω μονόφυλλης λίθινης θύρας. Οι εσωτερικές παρειές του θαλάμου ήταν επιχρισμένες και χρωματισμένες.


Νοτιότερα βρίσκεται το ταφικό μνημείο K2 (εικ. 67) με τέσσερεις τάφους κάτω από το δάπεδό του. Οι μεσαίες καλυπτήριες πλάκες των τάφων φέρουν σιδερένιους κρίκους που διευκόλυναν την ανύψωσή τους. Η μορφή του μνημείου είναι αυτή του μονόχωρου τετράγωνου οίκου εδραζόμενου σε κλιμακωτό πόδιο. Η είσοδός του βρίσκεται στη δυτική πλευρά και είναι έκκεντρη.
Το τρίτο ταφικό μνημείο K3 (εικ. 68) έχει οκτώ κιβωτιόσχημους τάφους συμμετρικά ανά δύο και στροβιληδόν διαταγμένους γύρω από κεντρική τετράγωνη θήκη. Η είσοδός του, που έφραζε με λίθινη θύρα, βρίσκεται στη νότια πλευρά. Το κτίσμα περιβάλλεται από περίβολο κτισμένο με μεγάλες αδρά δουλεμένες πέτρες. Ο πίσω δυτικός στενός χώρος του περιβόλου χρησιμοποιήθηκε για έγχυτρισμούς νηπίων. Τα σωζόμενα άρχιτεκτονικά μέλη της ανωδομής του Κ3 (εικ. 69-71) δείχνουν ότι είχε τη μορφή τετράγωνου θαλάμου (4.80x 4.80μ.) με υψηλή κωνική αμφίκoιλη οροφή, στην κορυφή της οποίας εδραζόταν χάλκινο αγγείο ή φυτικό θέμα, στερεωμένο σε κορινθιακό κιονόκρανο (εικ. 70-71). Η μορφή είναι αδόκιμη για τα ελλαδικά δεδομένα. Συγκρίσιμα παραδείγματα μπορεί να βρει κα νεις γενικώς στην Ανατολή και τη Σικελία. Το πέρας της ανωδομής του τετράγωνου θαλάμου έστεφε ιωνικό επιστύλιο με δύο επάλληλες ταινίες και συμφυές γείσο. Τα ονόματα των νεκρών, γυναικών και ανδρών, βρίσκονται χαραγμένα στο επιστύλιο της ανατολικής πλευράς: 
[------] Επικράτεια, Νικοξένα, Νικίχ[α], [-----]τίνος, Αγησίστρατος, Επικράτ[ης. 
Πάνω σε λιθόπλινθο του ίδιου μνημείου που ήταν τοποθετημένη στα δεξιά της εισόδου, έχουν αναγραφεί τα ονόματα νεώτερων νεκρών: 
Νικήρατε Θέωνος, πρεσβύτερε) χαίρε, Εισοκράτεια Άριστοξένους χαίρε.


Ο Νικήρατος Θέωνος ο πρεσβύτερος, καθώς και ο υπονοούμενος ομώνυμος νεώτερος αδελφός του, ήταν γιοι μάλλον του Τιβερίου Κλαυδίου Θέωνος Νικηράτου, το ενεπίγραφο βάθρο και το μαρμάρινο άγαλμα του οποίου (+1ου αι.) αποκαλύφθηκαν στο δωμάτιο ΙΧ της δυτικής στοάς (εικ.59). Γνωρίζουμε, χάρις σε οικοδομική επιγραφή των χρόνων του Τιβερίου από το Ασκληπιείο, ότι ένας Νικήρατος Θέωνος πρόσφερε χρήματα για την επισκευή του «Βουλείου και της στοάς Νικαίου». Ένας Νικήρατος ήταν επιμελητής της Ουπησίας το έτος +42. Σε λιθόπλινθο της ανωδομής του ίδιου μνημείου Κ3 είναι γραμμένο τόσο το όνομα της Πλεισταρχίας, μητέρας του Διονυσίου και συζύγου του Αριστομένους, όσο και το όνομα του πατέρα της.

 
Τρία τουλάχιστον ακόμη ταφικά κτίσματα βρίσκονται σε σειρά αμέσως νότια από το Κ3. Μία επιτύμβια στήλη πεσμένη μπροστά από το νοτιότερο φέρει χαραγμένα τα ονόματα τεσσάρων νεκρών, δύο ανδρών και δύο γυναικών: 
Θηροκράτης, [Θ]ηριππίδας, Αχαίς, Φιαλίνα. 
Οι πεσσόσχημες στήλες που απολήγουν σε ασβεστολιθικές κυρίως κεφαλές, ανδρικές ή γυναικείες, με υποτυπώδη ή πολύ αδρά χαρακτηριστικά, ενίοτε δύσμορφα δαιμονικού και αποτρόπαιου χαρακτήρα, φαίνεται ότι αποτελούν ένα είδος επιτύμβιων μνημείων τοπικού, καθαρά μεσσηνιακού χαρακτήρα (εικ. 72-75). Είναι χειρωνακτικά στην πλειονότητα δημιουργήματα, που δεν βρίσκουν ακριβή παράλληλα ούτε ως προς τη μορφή ούτε ως προς το περιεχόμενο. Τα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με συγκεκριμένους νεκρούς, στα ταφικά μνημεία ή στους τάφους των οποίων συνήθως και αποκαλύπτονται.



Ο Θησέας και οι έφηβοι
Η αποκάλυψη του Δορυφόρου στη δυτική στοά του Γυμνασίου της Μεσσήνης (εικ. 33) θέτει εκ νέου το πρόβλημα της ταυτότητας του εικονιζομένου. Είναι γεγονός ότι η γυμνότητα και το μεγαλύτερο του φυσικού μέγεθος δηλώνουν ότι εικονίζεται κάποιος ημίθεος ή ήρωας και όχι κοινός θνητός, νικητής σε αγώνες αθλητής (εικ. 34-38). Ήδη ο Friedrich Hauser είχε υποστηρίξει στις αρχές του αιώνα ότι το έργο αποτελεί παράσταση του Αχιλλέως, άποψη που έτυχε έκτοτε γενικότερης αποδοχής.



Ο Burkhardt Wesenberg αναζήτησε πρόσφατα νέα επιχειρήματα για την αναγνώριση του Δορυφόρου ως Αχιλλέως και πάλι, όχι όμως ως Αχιλλέως πολεμιστού, αλλά ως προσερχόμενου με το δό ρυ στά "άθλα επί Πατρόκλω". Ο Werner Gauer αναζητεί επιχειρή ματα προκειμένου να ερμηνεύσει τον Δορυφόρο ως εικόνα του 'Αργείου ήρωος Ορέστη. Η άποψη του Luighi Beschi ότι ο Δορυ φόρος δεν είκόνιζε συγκεκριμένο πρόσωπο (θεό, ήρωα ή θνητό), αλλά αποτελούσε τον "Κανόνα", δηλαδή το κατεξοχήν παράδειγμα (exemplum) της τέχνης του γλύπτη, εκτεθειμένο σε κοινή θέα έξω από το εργαστήριό του στο Άργος, δεν πείθει. Αδυνατώ επίσης να κατανοήσω, πώς ο Δορυφόρος, αν αποτελεί πράγματι την υλική ενσάρκωση του Κανόνα, "may have been made by Polykleitos for his personal satisfaction, without a proper commission", σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Brunilde Ridgway. Ως exemplum αντιμετωπίζει και ο Paul Zanker το άριστα διατηρημένο άγαλμα του Δορυφόρου από την Παλαίστρα της Πομπηίας (σήμερα στο Μουσείο της Νάπολης), ως παράδειγμα όμως μίμησης για τους αθλούμενους, μία ορθή κατά τη γνώμη μας ερμηνευτική πρόταση, η οποία εντούτοις δεν θίγει καθόλου το πρόβλημα της ταυτότητας. Ο Παυσανίας είδε χωρίς αμφιβολία το άγαλμα του Θησέα κοντά σε αυτά του Ηρακλή και του Ερμή, στον χώρο όπου είχαν μεταφερθεί τον +1ο αι., μετά από τις επισκευές και τις μετατροπές στη διαρρύθμιση των δωματίων, που βρίσκονται κατά μήκος της δυτικής στοάς του Γυμνασίου, καθώς και μετά την κατασκευή του τετρακιόνιου δωρικού Προπύλου στο βόρειο άκρο της στοάς (εικ. 39-40).


Ο φόνος του Μινώταυρου ήταν ο κατεξοχήν άθλος του Αθηναίου ήρωος και ανακτος, ιδιαίτερα σημαντικός για την πόλη της Αθήνας, η οποία τον είχε αναδείξει σε εθνικό της σωτήρα και τον λάτρευε, τουλάχιστον από την εποχή του Σόλωνος και εξής. Στον θεσμό της εφηβείας, τόσο στην Αθήνα όσο και στην παλαιά σύμμαχό της Μεσσήνη, ο μυητικός χαρακτήρας του παιδευτικού "εγκλεισμού" των νέων στα Γυμνάσια (για τρία χρόνια στη Μεσσήνη) και των συναφών διαβατήριων εθίμων είναι δεδομένος, το ίδιο δεδομένη είναι και η σχέση του Θησέα με τους εφήβους. Ο φόνος του Μινώταυρου από τον Θησέα είναι ο άθλος ο οποίος κατά κύριο λόγο συνδέει τον ήρωα με τους νέους και τα έθιμα μύησης, περάσματος δηλαδή από την ηλικία του εφήβου σε εκείνη του άνδρα, ελεύθερου πολίτη και πολεμιστή. Ο Θησέας του Γυμνασίου της Μεσσήνης, ο οποίος υποχρεωτικά σχετιζόταν με τους εκεί ασκουμένους εφήβους, θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να είκονιζόταν ως νικητής μετά τον φόνο του κρητικού τέρατος, καθώς έβγαινε δηλαδή θριαμβευτικά από τον Λαβύρινθο με το δόρυ στον ώμο. Σέ τοιχογραφία από το Ηράκλειο της Καμπανίας, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης (Museo Nazionale αρ. ευρ. 9049), εμφανίζεται ο Θησέας θριαμβευτής μετά τη νίκη του όρθιος μπροστά από την είσοδο του Λαβυρίνθου, κρατώντας με το λυγισμένο αριστερό του χέρι ένα λεπτό ραβδί (είδος ροπάλου που μοιάζει με δόρυ), ακουμπισμένο στον αριστερό ώμο του (εικ. 41). Η παράσταση παρουσιάζει στενή εικονογραφική συγγένεια με τον Δορυφόρο του Πολυκλείτου και ενισχύει την πρότασή μας για αναγνώριση του Δορυφόρου της Μεσσήνης ως Θησέα. 

Πέτρου Γ. Θέμελη
"Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης.", 2003






Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης: Πρόγονοι και οικιστές

Εισαγωγή
Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις- κράτη χρησιμοποίησαν τους ήρωες για να προσδιορίσουν την πολιτική τους ταυτότητα και τα όρια της εδαφικής τους κυριαρχίας, οι βασικότερες επομένως μορφές ηρωολατρείας προϋποθέτουν την ύπαρξη της πόλης. Στη Μεσσηνία και κυρίως στην περιοχή του όρους της Ιθώμης είχαν αναπτυχθεί ορισμένα πολίσματα σε πρώιμη σχετικά χρονική περίοδο, πριν από την πλήρη και οριστική κατάκτηση της χώρας από τους Λάκωνες. Η προσάρτηση της περιοχής στη Λακωνική έθεσε τέρμα στην εξέλιξη των πολισμάτων αυτών σε πολυπλοκότερους αστικούς οργανισμούς, καθώς και στη διαμόρφωση αστικής νοοτροπίας. Η σπαρτιατική εντούτοις κατοχή δεν οδήγησε, όπως φαίνεται, αυτόματα και στην πλήρη απώλεια της εθνικής συνείδησης των κατοίκων των πολισμάτων αυτών, δύο τουλάχιστον από τα οποία, η Ιθώμη (ομώνυμη του όρους) και η Αιθαίη που μνημονεύει ο Θουκυδίδης (Ι.101), είχαν μεταπέσει κατά την άποψή μας στην κατηγορία των περιοικίδων πόλεων, ενώ άλλα κατοικούνταν αποκλειστικά από είλωτες. Η επανάσταση άλλωστε των περιοίκων και των ειλώτων της Αιθαίης και της Θουρίας με αφορμή τον σεισμό τού -464, οι οποίοι κατέφυγαν στην ακρόπολη της Ιθώμης και άντεξαν επί δέκα χρόνια την πολιορκία των Σπαρτιατών, αποτελεί απόδειξη των όσων υποστηρίζονται παραπάνω (εικ.1-2).



Σημαντικό ρόλο στην αντοχή και την αντίσταση των υποδουλωμένων Μεσσηνίων ενάντια στον πλήρη αφανισμό τους ως έθνους έπαιξαν η διατήρηση των τοπικών λατρειών και ιδιαίτερα της λατρείας των ηρώων, η μνήμη για τα κατορθώματα θρυλικών μορφών των Μεσσηνιακών πολέμων, όπως ήταν ο μεγάλος στρατηγός Αριστομένης, καθώς και ο διακαής πόθος των Μεσσηνίων της δια σποράς για επιστροφή σε μια ελεύθερη πατρίδα. Η αντίσταση που ασκούσαν δεν έπαιρνε πλέον τη μορφή της ανοιχτής αντιπαράθεσης με τον κατακτητή, αποδείχτηκε ωστόσο αποτελεσματική, καθώς ενεργούσε διαβρωτικά ενάντια στο εξουσιαστικό καθεστώς και συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της Μεσσηνιακής εθνικής ταυτότητας. Ήταν μια μορφή «μακράς επανάστασης», όπως την αντι λαμβάνεται ο Raymond Williams στο ομώνυμο βιβλίο του (Long Revolution, 1989), ή μιάς «Πολιτισμικής αντίστασης», όπως την όρι σε ο Marshall Sahlins (Culture and Practical Reasons, 1976).
Μετά το -369, έτος ίδρυσης της πρωτεύουσας της νέας αυτόνομης Μεσσηνίας από τον Επαμεινώνδα, οι Μεσσήνιοι προσπάθησαν με ταχύτατους ρυθμούς να κερδίσουν το χαμένο έδαφος, να γεφυρώσουν το χάσμα που είχε δημιουργήσει η πολύχρονη σπαρτιατική κατοχή.



Στη νέα πόλη, η οποία οικοδομήθηκε σύμφωνα με τις πλέον σύγχρονες για την εποχή αρχές οχυρωματικής τεχνικής και πολεοδομίας, το Ιπποδάμειο σύστημα (εικ.3, 4, 5 και 6), εγκατέστησαν τάχιστα λατρείες του απώτερου προδωρικού και δωρικού παρελθόντος τους, λατρείες που είχαν υιοθετήσει ζώντας σε περιοχές εκτός Μεσσηνίας, καθώς και λατρείες ηρώων οικιστών, οι οποίες σχετίζονταν με την πιο πρόσφατη ιστορία τους, όπως του Αριστομένη και του Επαμεινώνδα. Σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία (4.27.6-7), κατά την προετοιμασία οικοδόμησης της νέας πόλεως, οι Μεσσήνιοι με τους ιερείς τους πρόσφεραν θυσία στον Ιθωμάτα Δία και στους Διόσκουρους (εικ.7), στις Μεγάλες Θεές Δήμητρα και Κόρη και στον Καύκωνα, μυθικό ιδρυτή των μυστηρίων της Ανδανίας. Επικαλέστηκαν στη συνέχεια όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες της χώρας και τους ικέτευσαν να έπανέλθουν και να κατοικήσουν μαζί τους στη νέα πόλη. Πρόσκληση απηύθυναν και στην πρώτη μυθική βασίλισσα της Μεσσηνίας Μεσσήνη, στον Εύρυτο και τον Αφαρέα με τους γιούς του Ίδα και Λυγκέα, ενώ από τους Ηρακλείδες κάλεσαν τον Κρεσφόντη και τον γιο του Αίπυτο. Όλως ιδιαίτερη σημασία για τους Μεσσήνιους είχε εν τέλει η επιστροφή και εγκατάσταση του ήρωα Αριστομένη στη νέα πρωτεύουσα.


Στη μελέτη μας δεν συμπεριλαμβάνεται η λατρεία του ημίθεου πανέλληνα Ηρακλή, ο οποίος είχε δικό του ναό στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης, ούτε εκείνη των δίδυμων Διοσκούρων, το ιερό των οποίων έχει επίσης έλθει στο φώς δυτικά του Ασκληπιείου. Κύριος στόχος μας είναι η λατρεία των Μεσσηνίων προγόνων, των οποίων οι μορφές αιωρούνται μεταξύ μύθου και ιστορίας, όπως του Αριστομένη και της πρώτης βασίλισσας του τόπου Μεσσήνης (εικ.8), καθώς επίσης η λατρεία οικιστών, ιστορικών προσώπων, όπως του Επαμεινώνδα. Εντάσσουμε όμως στη μελέτη μας τον Αθηναίο ήρωα Θησέα, γιατί η παρουσία αγάλματός του στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση με ειδικό ενδιαφέρον. Μας απασχολεί επίσης το θέμα του αφηρωισμού και η απόδοση ύψιστων μεταθανάτιων τιμών σε επιφανείς πολίτες, όπως ήταν ο Μεσσήνιος γλύπτης Δαμοφών, η οικογένεια των Σαιθιδών και άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι «άριστοι» Μεσσήνιοι, οι οποίοι είχαν μεταξύ άλλων αξιωθεί τού προνομίου να κατασκευάζουν τα λαμπρά οικογενειακά ταφικά μνημεία τους εντός των τειχών της πόλεως.



Πρόγονοι και οικιστές
Η λατρεία της επώνυμης της πόλεως ηρωίδας Μεσσήνης, κόρης του βασιλιά τού Άργους Τριόπα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της χώρας Πολυκάονος, μαρτυρείται τόσο φιλολογικά όσο και επιγραφικά, ενώ εικονίζεται και σε νομίσματα της πόλης (εικ.8). Η Μεσσήνη, αν και γυναίκα, μπορεί να χαρακτηρισθεί μυθική γενάρχισσα των Μεσσηνίων και επώνυμη ηρωίδα της πρωτεύουσας πόλης Μεσσήνης, με ανάλογο παράδειγμα εκείνο της Αυτονόης, κόρης του Κηφέα, μυθικής ιδρύτριας της Μαντινείας. Στη βασίλισσα Μεσσήνη αποδίδεται και η εγκαθίδρυση των Ελευσινίων μυστηρίων της Ανδανίας, τα οποία είχαν αρχικά εισαχθεί από τον Καύκωνα (Παυσ.4.1.9). Ηρωικές τιμές της αποδόθηκαν για πρώτη φορά από τον ευσεβή Μεσσήνιο βασιλιά Γλαύκο, γιο του Αιπύτου (Παυσ.4.3.9-10).
Ναό με χρυσόλιθο λατρευτικό άγαλμα της θεάς Μεσσήνης είδε ο Παυσανίας στο Ασκληπιείο της πόλης (Παυσ.4.31.11). Η περιγραφή του περιηγητή (4. 31. 11-12) ωστόσο δεν μας διαφωτίζει επαρκώς για τη θεότητα που κατείχε τον μεγάλο δωρικό ναό στο κέντρο της περίστυλης αυλής του συγκροτήματος, αν δηλαδή η θεότητα αυτή ήταν ο Ασκληπιός, η Μεσσήνη ή και οι δύο μαζί. Με βάση όσα αναφέρει ο περιηγητής σε συνδυασμό με τις ανασκαφικές και επιγραφικές μαρτυρίες, μπορούμε νομίζω να συμπεράνουμε ότι ο ναός δεν ανήκε αποκλειστικά στον Μεσσήνιο άνακτα και θεραπευτή Ασκληπιό, αλλά στέγαζε τη λατρεία τόσο του ίδιου όσο και της εθνικής ηρωίδας Μεσσήνης (εικ. 9 και 10). Μεσσήνη και Ασκληπιός μπορούσαν κάλλιστα να συνυπάρχουν και να συστεγάζονται όχι μόνο στο ίδιο τέμενος, αλλά και στον ίδιο ναό, ώς μυθικοί προδωρικοί βασιλείς της Μεσσηνίας.
Στον οπισθόδομο του ναού της Μεσσήνης είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας (4.31.11-12) τις ζωγραφικές εικόνες των δεκατριών προδωρικών βασιλέων και βασιλισσών της Μεσσηνίας, που προέρχονταν από τις τρεις ισχυρές βασιλικές οικογένειες της χώρας, τους Αφαρίδες, τους Νηλείδες και τους Λευκιππίδες, δηλαδή τον Αφαρέα και τους γιούς του Ίδα και Λυγκέα, τον Νέστορα και τους γιούς του Θρασυμήδη και Αντίλοχο, τον Λεύκιππο με τις τρεις κόρες του Ιλάειρα, Φοίβη και Αρσινόη (μητέρα του Ασκληπιού), τον Ασκληπιό και τους γιούς του Μαχάονα και Ποδαλείριο, καθώς και τον πρώτο Δωριέα βασιλιά της Μεσσηνίας Κρεσφόντη (εικ.11).



Τα αναθήματα του ιερού της αρχαϊκής, κλασικής και πρώιμης ελληνιστικής περιόδου, που ήλθαν στο φώς σε βαθύτερα στρώμα τα στο νότιο αίθριο του Ασκληπιείου (εικ.12-15), φαίνεται ότι απευθύνονταν τόσο στον Ασκληπιό, ώς Μεσσήνιο άνακτα, ήρωα και θεραπευτή, όσο και σε χθόνια ηρωίδα, η οποία είναι δυνατό να ταυτιστεί με τη μυθική βασίλισσα της χώρας Μεσσήνη. Σε ορισμένα μάλιστα αναθηματικά πήλινα πλακίδια εικονίζεται καθισμένη σε θρόνο να δέχεται προσφορές (εικ.12). 
Έκτός από την θεοποιημένη Μεσσήνη και η Αρσινόη, κόρη του Λεύκιππου και μητέρα του Ασκληπιού, κατά τη μεσσηνιακή παράδοση, έχαιρε ηρωικών τιμών. Το όνομά της μάλιστα είχε δοθεί στη μεγάλη Κρήνη της αγοράς (εικ.16). Ιερό της ωστόσο, ανάλογο με αυτό της Σπάρτης (Παυσ.3.12.8), ή αντικείμενα που να σχετίζονται με τη λατρεία της δεν έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα κατά τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη. Οι αδελφές της Αρσινόης, Ίλάειρα και Φοίβη, σύζυγοι των Διοσκούρων, λατρεύονταν επίσης στη Σπάρτη, όπου οι ιέρειές τους έφεραν την επωνυμία Λευκιππίδες (Παυσ.3.16.1). Εικόνες τους υπήρχαν και στον ναό των Διοσκούρων στο Άργος (Παυσ.2.22.6). Μαρμάρινο σύμπλεγμα που εικόνιζε την αρπαγή τους από τους Διόσκουρους ήταν στημένο μπροστά στο ιερό της Δήμητρος και των Διοσκούρων στη Μεσσήνη (Παυσ.4.31.9). Ορισμένα αναθηματικά πλακίδια από το ιερό των Διοσκούρων, τα οποία εικονίζουν τριάδες γυναικών, είναι δυνατό να σχετίζονται με τη λατρεία των Λευκιππίδων (εικ.17α-β)



Ο Επαμεινώνδας ώς ήρως οικιστής
Οι υπάρχουσες φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες δεν αφήνουν αμφιβολίες για τον μετά θάνατο αφηρωισμό και τη λατρεία του οικιστή της Μεσσήνης Θηβαίου στρατηγού Επαμεινώνδα (Παυσ. 9.14.5). Η σημασία της νίκης του Επαμεινώνδα στα Λεύκτρα το -371 ήταν τεράστια, ήταν η πρώτη συντριπτική ήττα που είχε υποστεί η Σπάρτη ύστερα από τριακόσια περίπου χρόνια μετά την ήττα της στις Υσιές της Αργολίδος το -669. Ο Παυσανίας σημειώνει με θαυμασμό ότι ήταν η σημαντικότερη νίκη που είχαν κερδίσει Έλληνες μαχόμενοι ενάντια σε Έλληνες (9.6.4 και 9.13.11). Για τη δόξα και κατ' ουσίαν τον αφηρωισμό τού Θηβαίου στρατηγού είχε προφητεύσει ο μυθικός ιδρυτής των μυστηρίων της Ανδανίας Καύκων, όταν παρουσιάστηκε στον ύπνο του Επαμεινώνδα με τη μορφή ενός σεβάσμιου γέροντα ιεροφάντη και του είπε μεταξύ άλλων: έγωγε, ώ Θηβαίε, ποιήσω μη ποτε ανώνυμον μηδε άδοξόν [σε] γενέσθαι (Παυσ. 4.26.6).
Ο περιηγητής μας είδε επίσης ένα σιδερένιο ανδριάντα του Έπαμεινώνδα στο Ασκληπιείο της Μεσσήνης (Παυσ. 4.31.10), ο οποίος πρέπει να ήταν ανιδρυμένος μέσα στο πλευρικό δωμάτιο Ν1 της δυτικής πτέρυγας (εικ. 27 και 28). Η παρουσία ενός δεύτερου, χάλκινου ανδριάντος του Επαμεινώνδα στο Ιεροθύσιο της Μεσσήνης, ανάμεσα στα αγάλματα των δώδεκα θεών, δείχνει τη σημασία που του απέδιδαν οι Μεσσήνιοι, ώς ισόθεου ήρωα και οικιστή της πόλεώς τους, καθώς και τη στενή σχέση του με το δωδεκάθεο, η οποία φαίνεται ότι είχε καλλιεργηθεί και υιοθετηθεί αμέσως μετά τον θάνατό του στη μάχη της Μαντινείας το -362. 


Τους νεωτερισμούς του Επαμεινώνδα στην πολεμική τέχνη θαύμαζαν σημαντικές προσωπικότητες της αρχαιότητος, όπως ο Τιμολέων, ο Κάτων, ο Φιλοποίμην και ο Αδριανός. Ο Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, σε νεαρή ηλικία, παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θήβα, έγκλειστος υπό επιτήρηση στην οικία του Παμμένη, προστατευόμενου του Επαμεινώνδα, όπου θα πρέπει να πήρε και τα πρώτα μαθήματα πολεμικής τακτικής. Ακόμη και ο Μέγας Αλέξανδρος υιοθέτησε, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, πολλές από τις στρατηγικές του Επαμεινώνδα. Οι Αργείοι τέλος είχαν περί πολλού την ενεργό συμμετοχή τους στην οχύρωση και τον οικισμό της Μεσσήνης υπό τον Επαμεινώνδα. Την διαιώνισαν μάλιστα με πολύμορφο ορειχάλκινο σύνταγμα μυθικών βασιλέων και ηρώων της χώρας τους, έργο του Αργείου γλύπτη Αντιφάνη, που ανέθεσαν στο ιερό των Δελφών, στα δεξιά της ιεράς οδού. 
Το οικοδόμημα που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες ως κατάλληλο να στεγάσει την ηρωική λατρεία του Επαμεινώνδα στη Μεσσήνη ήταν το Ιεροθύσιο. Ένα οικοδόμημα που ανασκάπτεται νότια του Ασκληπιείου είναι πιθανό να ταυτίζεται με το Ιεροθύσιον του Παυσανία (εικ.29). Ο περιηγητής είδε στο Ιεροθύσιο χάλκινο ανδριάντα του Επαμεινώνδα, αγάλματα των δώδεκα θεών και "αρχαίους" τρίποδες. Οι τρίποδες συνδέονται με τον Δία Ιθωμάτα και τους αγώνες, τα Ιθωμαία (εικ.30 και 31). Ο ανδριάντας του Επαμεινώνδα στο Ιεροθύσιο πρέπει να παρίστανε τον ήρωα ως οπλίτη (εικ.32). 
Επιφανή μέλη της μεσσηνιακής αριστοκρατίας, στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας, αρέσκονταν να προσθέτουν στο όνομά τους και αυτό του "Νέου Επαμεινώνδα". Το φαινόμενο της "γενεαλογικής σνομπαρίας", κατά την έκφραση του Άγγλου ιστορικού Antony Spawforth, δεν ήταν σπάνιο. Όχι μόνον η μεσσηνιακή αριστοκρατία, αλλά και η ελίτ πολλών άλλων πόλεων της ελληνικής επαρχίας δεν δίσταζε να οικειοποιηθεί ονόματα ηρώων ή να αναγάγει την καταγωγή της και σε μυθικούς ακόμη ήρωες και ημίθεους, όπως ο Ηρακλής και οι
Διόσκουροι, προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της όχι μόνο μέσα στην τοπική κοινωνία,
αλλά και απέναντι στη ρωμαϊκή αριστοκρατία, που ήταν πρόθυμη να εντυπωσιασθεί από τέτοιου είδους "μυθικές" καταγωγές. Έστω και αν ο τίτλος του "Νέου Επαμεινώνδα" είχε καταντήσει κοινός τόπος, οι Μεσσήνιοι, έως τον +1ο τουλάχιστον αιώνα, τον είχαν περί πολλού. Αυτό νομίζω αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι σε επιγραφή της Ολυμπίας αποκαλούν Νέο Επαμεινώνδα τον αυτοκράτορα Τιβέριο, στον οποίο μάλιστα είχαν στηρίξει όλες τις ελπίδες τους για υποστήριξη, μετά τον θάνατο του "φιλολάκωνος" Αυγούστου. 

Πέτρου Γ. Θέμελη
"Ήρωες της Αρχαίας Μεσσήνης.", 2003








Printfriendly