Ερείπια κάστρου σε λόφο πάνω από το χωριό Ελαιοχώρι Μεσσηνίας, το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στην Καλαμάτα (ανατολικά, σε οδική απόσταση 10 χλμ. –ανηφορικά), σε ορεινή περιοχή. Από την κορυφή του κάστρου η θέα είναι εξαιρετική προς την Καλαμάτα αλλά και προς ολόκληρο τον Μεσσηνιακό κόλπο, μέχρι το Πεταλίδι και την Κορώνη.
Το Όνομα του Κάστρου
Μέχρι το 1957 η ονομασία του χωριού ήταν (η) Γιάνιτσα. (Και όχι Γιάννιτσα. Το Γιάνιτσα –με ένα νι– είναι το σωστό, δεδομένου ότι η παλιά ονομασία ήταν σλαβικής προέλευσης και δεν προερχόταν από το «Γιάννης».)
Άλλωστε το ΦΕΚ 253/Τεύχος Α’/14-12-1957, με το οποίο έγινε η αλλαγή ονομασίας, αναφέρει επί λέξει: «Επαρχία Καλαμών: Ο οικισμός Γιάνιτσα της ομωνύμου Κοινότητος μετονομάζεται “το Ελαιοχώριον” και η ομώνυμος Κοινότης “Κοινότης Ελαιοχωρίου”.» (Τουτέστιν, επισήμως η παλιά ονομασία ήταν με ένα νι.)
Ιστορία
Δεν έχουμε σαφείς ιστορικές αναφορές για ύπαρξη κάστρου στη Γιάνιτσα, πέρα από την καταγραφή του στους χωρογραφικούς πίνακες (περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω).
Από τη μορφή των ερειπίων που βλέπουμε σήμερα, συμπεραίνουμε ότι στον λόφο, αρχικά, υπήρχε ένα αρχαίο κάστρο, το οποίο, παρά τον χαρακτηρισμό των τειχών του από κάποιους ερευνητές ως «κυκλώπεια» ή «πελασγικά», δεν συγκαταλέγεται, τελικά, στις μυκηναϊκές ακροπόλεις της Μεσσηνίας, και μάλλον είναι δημιούργημα της Κλασσικής ή της Ελληνιστικής Περιόδου (δηλ. κάπου μεταξύ -6ου και -3ου αιώνα).
Πολύ αργότερα, κατά τον Μεσαίωνα, στον λόφο αναπτύχθηκε ένας μικρός οικισμός με οχύρωση –όχι ιδιαίτερα επιμελημένη. Ο οικισμός αυτός φαίνεται ότι κατοικήθηκε έως και την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Η τοποθεσία έχει ταυτιστεί με την αρχαία κώμη «Καλάμαι», η οποία αναφέρεται στα «Μεσσηνιακά» του Παυσανία. (Παλιότερα πίστευαν ότι στη Γιάνιτσα ήταν η αρχαία πόλη Φαραί και ότι οι αρχαίες Καλάμαι ήταν στη σημερινή Καλαμάτα, αλλά επιγραφικά ευρήματα έχουν δείξει ότι ισχύει το αντίστροφο).
Οι Μηλιγγοί
Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν Σλάβοι. Και, συγκεκριμένα, Σλάβοι της φυλής των Μηλιγγών (ή Μελιγγών). Αυτό προέκυψε ως εξής:
Μετά την επιδημία πανώλης της περιόδου 746- 747, ο πληθυσμός της Πελοποννήσου είχε μειωθεί δραματικά και, για τον λόγο αυτό, η βυζαντινή διοίκηση ανέχτηκε έναν μερικό εποικισμό από Σλάβους. Οι Σλάβοι αυτοί ανήκαν σε δύο φυλές, στους Εζερίτες και στους Μηλιγγούς.
Οι φυλές αυτές, όντας βάρβαρες και ανυπότακτες, στασίαζαν συχνά. Σε μια από αυτές τις ανταρσίες τους, το 783, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τον βυζαντινό στρατό με επικεφαλής τον Λογοθέτη του Δρόμου Σταυράκιο, ο οποίος τους υπέταξε (προσωρινά) και, μετά από κάποιες «εκκαθαρίσεις», εξώθησε τους εναπομείναντες Σλάβους σε ορεινές περιοχές. Όσον αφορά τη νότια Πελοπόννησο, οι Εζερίτες εγκαταστάθηκαν, τότε, στις ανατολικές πλαγιές του Ταΰγετου και οι Μηλιγγοί στις δυτικές. Οι Εζερίτες δεν φαίνεται να μακροημέρευσαν στον Ταΰγετο, οι Μηλιγγοί όμως ρίζωσαν στην περιοχή τους, η οποία επεκτάθηκε και προς την Κυνουρία και ονομάστηκε «Ζυγός του Μελιγγού» ή «Δρόγγος του Μελιγγού». Ο πυρήνας της επικράτειας των Μηλιγγών αντιστοιχούσε περίπου σε αυτό που σήμερα ονομάζεται Δυτική Μάνη.
Στα δυτικά έφτανε μέχρι τη Γιάνιτσα.
Οι Σλάβοι αυτοί, παρόλο που βαθμιαία, μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα, εκχριστιανίστηκαν και εξελληνίστηκαν, δεν εγκατέλειψαν εύκολα τις ληστρικές και επιθετικές τους δραστηριότητες. Στον βίο τού Αγίου Νίκωνος «του μετανοείτε» (ο οποίος κήρυξε τον Λόγο του Θεού στη Λακωνία κατά το 2ο μισό του 10ου αιώνα) γίνεται αναφορά με τα χειρότερα λόγια για τους Μηλιγγούς: «...άνδρας αιμοφορείς και φόνιον πνέοντες, πόδας τε κεκτημένοι εις κακίαν τρέχοντες και μηδέν άλλο ειδότας ή μόνον το ληστεύειν αεί και τα αλλότρια επισπάσθαι αρπαλέως».
Φραγκοκρατία
Όταν οι Φράγκοι κατέκτησαν την Πελοπόννησο, στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Μηλιγγοί ήταν από αυτούς που συμμετείχαν στη μοναδική σοβαρή απόπειρα αντίστασης των Βυζαντινών: όταν ακούστηκε ότι οι Φράγκοι πήραν την Καλαμάτα, συγκεντρώθηκε μια δύναμη, που όπως αναφέρει το Χρονικό του Μορέως:
όλοι ομού εσωρεύτησαν, πεζοί και καβαλλάροι·
εκ των ζυγών των Μελιγών ήλθαν τα πεζικά τους·
Τι να σε λέγω τα πολλά και τι το διάφορόν μου;
τον πόλεμον εκέρδισαν ετότε εκείν᾿ οι Φράγκοι·
όλους εκατασφάξασιν, ολίγοι τους εφύγαν.
Δηλαδή η αντίσταση εκείνη, της οποίας η τελευταία πράξη παίχτηκε στην ατυχή για τους Έλληνες μάχη στον Ελαιώνα του Κούντουρα, απέτυχε παταγωδώς.
Παρά την ατυχή έκβαση εκείνης της προσπάθειας εναντίον των Φράγκων, οι Σλάβοι εξακολούθησαν να είναι επικίνδυνοι. Ήταν μάλιστα τόσο υπολογίσιμη απειλή ώστε ο ηγεμόνας του Πριγκιπάτου της Αχαΐας αναγκάστηκε –σύμφωνα με το Χρονικό– να κατασκευάσει 3 κάστρα για τους ελέγξει: Το κάστρο Λεύκτρου, το κάστρο Μαΐνης και το ίδιο το κάστρο του Μυστρά.
Κατά καιρούς, οι Μηλιγγοί χρησιμοποιήθηκαν για να επανδρώσουν στρατιωτικές δυνάμεις τόσο από τους Φράγκους του Πριγκιπάτου της Αχαΐας όσο και, αργότερα, από τους Έλληνες του Δεσποτάτου του Μορέως.
Το 1262, ο αιχμάλωτος των Βυζαντινών ηγεμόνας της Αχαΐας Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος και οι βαρόνοι του απελευθερώθηκαν με αντάλλαγμα τα κάστρα τού Μυστρά, της Μονεμβασιάς, της Μεγάλης Μαΐνης και του Γερακίου. Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Παχυμέρη, ανάμεσα στα ανταλλάγματα ήταν και το Θέμα Κιστέρνας («Ρωμαίοις δούναι και βασιλεί εξ αύτης κατασχείν εις δεσποτείαν αναφαίρετον τα κατά Πελοπόννησον ταύτα, Μονεμβασίαν, Μαΐνην, Ιεράκιον Μυζηθράν και άμα παν το περί την Κινστέρναν θέμα»). Ο Παχυμέρης είναι η μόνη πηγή που αναφέρει το Θέμα Κινστέρνας, αλλά η μαρτυρία του θεωρείται γενικά ακριβής. Αν προσπεράσουμε τον αναχρονιστικό όρο «θέμα», η περιοχή Κινστέρνας εικάζεται ότι ήταν η περιοχή των Μηλιγγών, με επίκεντρο το Λεύκτρο Μεσσηνίας που κατά πάσα πιθανότητα περιλάμβανε και τη Γιάνιτσα.
Ανεξάρτητα πάντως από το πού πραγματικά ήταν το θέμα της Κινστέρνας, πιστεύεται πως από εκείνη περίπου την εποχή, προς τα τέλη του 13ου αιώνα, η Γιάνιτσα, de facto, δεν ανήκε πλέον στους Φράγκους, αλλά βρισκόταν σε μια ημιαυτόνομη περιοχή στη μεθόριο μεταξύ της επικράτειας του βυζαντινού Μυστρά και του φράγκικου πριγκιπάτου χωρίς να ελέγχεται πλήρως από καμία πλευρά.
Η κατάληψη της Καλαμάτας
Το 1293 (ή κατά άλλες, μάλλον ανακριβείς πηγές, το 1295 ή 1296) σημειώθηκε ένα από τα πιο παράδοξα επεισόδια της Φραγκοκρατίας στον Μοριά, με πρωταγωνιστές δύο επιφανείς κατοίκους της Γιάνιτσας, τον Λιανόρτη και τον Φάναρη. Οι δύο άνδρες, έπειτα από μια νυχτερινή καταδρομική επιχείρηση, κατέλαβαν το κάστρο της γειτονικής Καλαμάτας. Στη συνέχεια, με τη συνδρομή 600 Σλάβων –προερχόμενων κυρίως από τη Γιάνιτσα– κατέλαβαν ολόκληρη την πόλη, κηρύσσοντας την υπαγωγή της στη δικαιοδοσία του βυζαντινού Μυστρά.
Αυτή η ενέργεια έβαλε τέλος στην ειρήνη με τους Φράγκους που είχε συμφωνηθεί με τη «Συνθήκη της Γλαρέντζας» του 1290 μεταξύ του πρίγκιπα Αχαΐας Φλωρεντίου του Αινώ και του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου.
Οι Φράγκοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την παραβίαση της συνθήκης. Οι άρχοντες του Μυστρά ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν καμία σχέση με το περιστατικό και πως οι επιδρομείς από τη Γιάνιτσα ήταν ανεξέλεγκτοι και δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους.
Για την επίλυση της κρίσης, ο Μέγας Κοντόσταυλος του πριγκιπάτου Ιωάννης Σωδερόν (Jean Chauderon), στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για απευθείας διαβουλεύσεις με τον Ανδρόνικο Β’. Οι Βυζαντινοί ακολούθησαν παρελκυστική τακτική: ενώ προσποιούνταν ότι αναζητούσαν συμβιβαστική λύση, έδιναν κρυφά οδηγίες στον Μυστρά να κρατήσει πάση θυσία την Καλαμάτα.
Ωστόσο, ο πρωτοαλλαγάτορας (στρατιωτικός διοικητής) του Μυστρά, Γεώργιος Σγουρομάλλης, επικεφαλής της βυζαντινής αντιπροσωπείας, επέδειξε διπρόσωπη και προδοτική συμπεριφορά: βοήθησε τους Φράγκους να παρουσιάσουν στον Μυστρά μια προφορική και αόριστη υπόσχεση της Κωνσταντινούπολης ως επίσημη εντολή παράδοσης, με αποτέλεσμα το κάστρο της Καλαμάτας να επιστραφεί τελικά στους Φράγκους.
Το περιστατικό της κατάληψης διασώζεται στη γαλλική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως, ενώ μεταφέρθηκε με μικρές τροποποιήσεις στο μυθιστόρημα «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» (1937) του Άγγελου Τερζάκη. Σύμφωνα με το γαλλικό Χρονικό, η προδοσία του Σγουρομάλλη αποκαλύφθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα να καθαιρεθεί από τα αξιώματά του και να πεθάνει πάμπτωχος και καταφρονεμένος.
Προβλήματα με τους Ενετούς
Τις επόμενες δεκαετίες, οι Μηλιγγοί συνέχισαν να δημιουργούν προβλήματα. Στα αρχεία της Βενετίας βρίσκουμε αναφορές για ναυτικές/πειρατικές επιθέσεις στις αρχές του 14ου αιώνα που έκαναν οι Βυζαντινοί στις ενετικές κτήσεις της Μεσσηνίας και ιδίως στα εδάφη της Κορώνης και της Μεθώνης.
Σε αυτά τα αρχεία, αρχηγοί των επιτιθέμενων φέρονται δύο αδέρφια της οικογενείας Zassi, εκ των οποίων ο ένας ήταν αφέντης στην Kisterna (Γιστέρνα/Λεύκτρο) και ο άλλος στη Giannitsa (Γιάνιτσα).
Δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για την οικογένεια Zassi, το ελληνικό όνομα της οποίας μπορεί να ήταν Τζάσης ή –το πιο πιθανό Τζαούσιος– (που μαρτυρείται ως αξίωμα στην περιοχή, εκείνη την εποχή).
Το 1334 οι Ενετοί έστειλαν εναντίον των Zassi στρατό και στόλο και φαίνεται πως το 1337 κατάφεραν να ξεμπερδέψουν μαζί τους και να καταστρέψουν τα χωριά τους.
Κατά τον Α’ Ενετοτουρκικό πόλεμο (1463- 1479), η περιοχή ήταν υπό τον έλεγχο των Ενετών, αλλά αργότερα έπεσε στα χέρια των Τούρκων, όπως ολόκληρη η Πελοπόννησος.
Αναφορές για Κάστρο
Σε όλη αυτή την ταραχώδη ιστορία των Μηλιγγών, δεν γίνεται πουθενά λόγος για κάστρο στη Γιάνιτσα. Όμως υπάρχει αναφορά στους λεγόμενους χωρογραφικούς πίνακες. Συγκεκριμένα:
♦ Στη λίστα των κάστρων του 1463 του Hopf, η Janizza είναι μεταξύ των κάστρων που καταλήφθηκαν από τους Ενετούς εκείνη τη χρονιά (το 1463).
♦ Στη λίστα του 1467 (Hopf–Stefano Magno), η Janizza συμπεριλαμβάνεται και πάλι ως κάστρο που ανήκει στη Βενετία, αλλά με την ένδειξη ότι είναι κατεστραμμένο.
♦ Στη λίστα Μουστοξύδη-Buchon του 1471, η Janiza συμπεριλαμβάνεται και πάλι ως εν ενεργεία (και μη κατεστραμμένο) ενετικό κάστρο.
Από αυτές τις αναφορές επαληθεύεται ότι υπήρχε ενεργό κάστρο στη Γιάνιτσα στα μέσα του 15ου αιώνα και μάλλον υπήρχε από πολύ πιο πριν. Από την άλλη, μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι τον 13ο αιώνα, επί Φραγκοκρατίας, δεν υπήρχε κάστρο εκεί, διαφορετικά θα συμπεριλαμβανόταν στους παλαιότερους χωρογραφικούς πίνακες που κατέγραψαν και τα φράγκικα κάστρα.
Βασιζόμενοι σε αυτές τις ενδείξεις, υποθέτουμε ότι το κάστρο στη Γιάνιτσα κατασκευάστηκε κάποια στιγμή μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Φράγκους και πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι να δημιουργήθηκε –με τοπική χρηματοδότηση και από τοπικούς μαστόρους– στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα.
Δεν γνωρίζουμε αν το κάστρο χρησιμοποιήθηκε επί Τουρκοκρατίας. Μάλλον ναι. Ίσως να φιλοξένησε την κατοικία και το λημέρι κάποιου ντόπιου οπλαρχηγού/καπετάνιου.
Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
Από το αρχαίο κάστρο σώζεται ένα τείχος με πολυγωνική τειχοδομία μήκους περίπου 30 μέτρων στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου, κάτω από τον ναό Αγίων Ταξιαρχών, το οποίο από διάφορες τοπικές πηγές αποκαλείται –μάλλον εσφαλμένα– «πελασγικό» ή «κυκλώπειο».
Πολλά τμήματα του αρχαίου τείχους έχουν καταστραφεί ή έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή νεώτερων κτισμάτων στον λόφο. Πάντως, φαίνεται πως η αρχαία οχύρωση δεν περιέβαλλε ολόκληρο τον λόφο, αλλά πιθανότατα περιοριζόταν στην πιο ευάλωτη ανατολική πλευρά και μάλλον δεν επεκτεινόταν καθόλου στις υπόλοιπες πλευρές.
Από το υστεροβυζαντινό κάστρο σώζονται διάσπαρτα στον λόφο διάφορα τμήματα τειχών και κτισμάτων, η κατασκευή των οποίων είναι με λιθοδομή από ημικατεργασμένους λίθους, με χρήση κονιάματος. Κάποιες από αυτές τις κατασκευές πιθανόν να είναι σχετικά πρόσφατες, δηλαδή της Τουρκοκρατίας.
Η δυτική πλευρά του λόφου, προς την Καλαμάτα, μάλλον δεν είχε τείχος, επειδή ήταν η πιο απόκρημνη.
Τα ερείπια κάποιων κτισμάτων στην περίμετρο (ανατολική και νότια πλευρά) θα μπορούσαν να είναι κατάλοιπα πύργων, ενώ ένα σχετικά μεγάλο κτίσμα στην κορυφή θα μπορούσε να ήταν εκκλησία. Δεν έχουν εντοπιστεί ερείπια δεξαμενής (από αυτές που έχουν επίχρισμα στο εσωτερικό), αλλά σίγουρα κάπου θα υπάρχει.
Η έκταση που κατελάμβανε το υστεροβυζαντινό κάστρο ήταν λιγότερο από 2 στρέμματα, εντός περιμέτρου 160 μέτρων περίπου. Ωστόσο αυτή είναι η έκταση που καταλαμβάνεται, απλά, από τα σωζόμενα ερείπιά του. Υπάρχει η υποψία ότι το κάστρο –στην υστεροβυζαντινή αρχική του μορφή– μπορεί να απλωνόταν σε αρκετά μεγαλύτερη έκταση από αυτή που αναπαριστάται στην κάτοψη (βλ. παραπάνω) επεκτεινόμενο προς βορρά (πιο χαμηλά στον λόφο) και προς τα ανατολικά – προς το χωριό.
Αναδημοσιεύετε από τον ιστότοπο "Καστρολόγος": Κάστρο Γιάνιτσας ή Κάστρο Ελαιοχωρίου
Πηγές
-Επιτόπια έρευνα και φωτογραφίες από τον Peter Barkevics – Μάιος 2026
-Antoine Bon, 1969, La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d'Achaïe (12051430), Editions de Boccard, pp.168,211,221,409,438,506
-Ιστοσελίδα Αριστομένης ο Μεσσήνιος - Αρχαίαι Καλάμαι- Ελαιοχώρι Μεσσηνίας
-Παναγιώτης Σ. Καπετανέας, «Ιστορία της Γιάννιτσας Από της Προϊστορικής εποχής μέχρι της επαναστάσεως του 1821 στο πλαίσιο της ιστορίας όλης της Μεσσηνίας»
-Περικλής Ζερλέντης (1922), Μηλιγγοί και Εζερίται Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Εν Ερμουπόλει , Τύποις Νικολάου Γ. Φρέρη.












