.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Κατάλοιπα ιερού πρώιμων ιστορικών χρόνων στον Άγιο Ανδρέα (Φειά)


Στον Άγιο Ανδρέα Κατακόλου, σε ευθεία απόσταση περίπου 12,5 χλμ. δυτικά του Πύργου, πλησίον της ΝΔ γωνίας της Zώνης Α (εικ.1α), στις υπώρειες της δυτικής πλευράς του λόφου, όπου η αρχαία ακρόπολη της Φειάς και το μεσαιωνικό Ποντικόκαστρο, με θέα προς τον υπήνεμο όρμο-λιμάνι της αρχαιότητας (εικ.1β), διενεργήθηκε σωστική ανασκαφή1 σε τμήμα της πόλης των πρώιμων ιστορικών χρόνων (τέλη -8ου/ -5ος αι.), με αποτελέσματα σημαντικά για τα δεδομένα της ευρύτερης περιοχής. Κατά τη διάρκεια ενός μήνα ανασκάφηκαν σταδιακά με πολυμελή συνεργεία, εντός της μελλοντικής κάλυψης του οικοπέδου, οι συνολικά 31 αρχαιολογικοί τομείς. Χαρακτηρίστηκαν κατ’ αύξοντα αριθμό και συνιστούν υπερομάδες των οποίων οι υποδιαιρέσεις αποτέλεσαν τις ομάδες των πλέον των 100 δίσκων ευρημάτων. Κατά τη διάρκεια της σωστικής ανασκαφής εντοπίστηκαν και τεκμηριώθηκαν (εικ.1γ) τμήμα ισοπεδωμένου βράχου με βαθύ, μάλλον φυσικό, σπηλαιώδες όρυγμα, τάφρος απορροής υδάτων, τμήμα πήλινου αγωγού, αποθηκευτικός πίθος, φρεατόσχημοι αποθέτες που έφταναν σε βάθος τα 5,50μ. και περιείχαν πληθώρα χαρακτηριστικών θραυσμάτων αγγείων εκ των οποίων πολλά συνανήκοντα, και με συσσωρευμένους λίθους εξωτερικά (έρμακες), διάσπαρτα τεμάχια άψητου πηλού, όπως και λακκοειδείς αποθέτες με οικοδομικό και κεραμικό υλικό.



Αποτελέσματα έρευνας

Προϊστορικά ευρήματα
Από την περιοχή κυρίως του τύμβου προέρχονται όστρακα χειροποίητης κεραμικής τα οποία κατά πάσα πιθανότητα παραπέμπουν στο τέλος της 3ης χιλιετίας, αν και δεν αποκλείεται να ανήκουν στη λεγόμενη «βαρβαρική» κεραμική2 των πρώιμων μεταβατικών αιώνων ή ακόμα και σε μικρά χειροποίητα αγγεία της Γεωμετρικής3, ενώ μια βάση κύλικας ίσως ανήκει στη μυκηναϊκή περίοδο. Επίσης, τεκμηριώθηκαν και κάποια στοιχεία προϊστορικής λιθοτεχνίας, δηλαδή λεπίδα πίεσης οψιανού, η οποία θα κατασκευάστηκε στην ΠΕΧ εποχή και λεπιδόμορφο απόκρουσμα έμμεσης κρούσης από λευκό (Munsell 2.5Y8/2:white) πυριτόλιθο (εικ.1δ) και, τέλος, λιάνιστρο σε κροκάλα πυριτόλιθου (εικ.1ε) από την υπερομάδα ΟΜ 7.

Ο τύμβος
Το σημαντικότερο εύρημα της ανασκαφής υπήρξε κυκλοτερής κατασκευή οριοθετημένη με ακανόνιστο και ελλιπή τρόπο από αργούς λίθους (εικ.2α), η οποία περιείχε δύο πίθους (εικ.2β) μαζί με τα υπολείμματα ενός τουλάχιστον ακόμη (εικ.4: Π14017, Π14000) και παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ενός μικρού ταφικού τύμβου των πρώιμων ιστορικών χρόνων.
Ο τύμβος βρισκόταν σε πολύ μικρό βάθος και είχε υποστεί σοβαρή βλάβη από την άροση. Βρέθηκε σε απόσταση 28μ. δυτικά του ορίου της Ζώνης Α (ανατολική πλευρά του αγροτεμαχίου) και 20,5 μ. βόρεια της νότιας πλευράς.
Σώζονταν το βόρειο και το ανατολικό τμήμα του περιβόλου, τμήμα από εξωτερικό λιθόστρωτο αλλά και υπολείμματα χτιστής ορθογώνιας κατασκευής που περιέκλειε τους δύο πίθους που βρέθηκαν κατά χώραν, τουλάχιστον από τη βόρεια και ανατολική πλευρά. Οι πίθοι ήταν τοποθετημένοι ο ένας πίσω από τον άλλο με προσανατολισμό Α- Δ και το στόμιο, σύμφωνα με τις ενδείξεις, προς Α. Η διάμετρος του τύμβου υπολογίζεται στα τρία περίπου μέτρα4.
Ο Πίθος 1 βρέθηκε κενός και σε κακή κατάσταση. Το ύψος του εκτιμάται περίπου στο 1μ.
Ο πυρήνας του αγγείου είναι τεφρός, ενώ εξωτερικά ερυθρωπός. Ο πηλός έφερε άφθονες προσμίξεις από μικρές γωνιώδεις πέτρες. Το πάχος του σώματος είναι 0,012μ.
Ανάλογης μορφής ήταν και ο Πίθος 2. Οι επιφάνειές του είναι σαπωνοειδούς υφής και εξομαλυσμένες με μηχανικό τρόπο. Ο πηλός περιέχει χοντρά εγκλείσματα, κυρίως σπασμένο κεραμίδι και, ενίοτε, μικρά χαλικάκια. Στο εσωτερικό του πίθου διαπιστώθηκαν εκλεπίσεις από φωτιά. Το περιεχόμενο του Πίθου 2, το οποίο διατηρήθηκε σε καλύτερη κατάσταση, συνίστατο σε δύο ακόσμητα μελανόβαφα με εξήτιλο θαμπό μαύρο χρώμα αγγεία, εκ των οποίων ένας κάνθαρος (εικ.2γ-δ), που βάσει διακοσμημένων παραλλήλων από την Θήρα και την Αχαΐα5 μπορεί να χρονολογηθεί στο τελευταίο τέταρτο του -8ου αι. Διαφέρει από τους προηγούμενους ως προς το χείλος, το οποίο είναι ψηλότερο και παχύτερο. Ανάλογοι κάνθαροι που προέρχονται από την ανασκαφή στο Πρυτανείο της Ολυμπίας, χρονολογήθηκαν από το τελευταίο τέταρτο του 8ου έως και τον πρώιμο -7ο αι.6. Ο σκύφος (εικ.4: Π13995, εικ.2ε) μοιάζει παλιότερος και μπορεί να χρονολογηθεί βάσει παραλλήλων από την Αχαΐα7 μεταξύ του -760/750/ -725. Από τον ίδιο πίθο προέρχεται επίσης ένας στάμνοειδής κρατήρας (εικ.2στ)8 που θα μπορούσε να χρονολογηθεί στο τελευταίο τέταρτο του 8ου αι. Αν και παρεμφερές αγγείο, δηλαδή ένας ολόβαφος κρατήρας, έχει χρονολογηθεί στην ΠΓ περίοδο9, το σχήμα του αγγείου του Κατακόλου παραπέμπει γενικότερα σε είδος κρατήρα που απαντάται από τον 8ο έως και το γ΄ τέταρτο του 7ου αι. στην Κόρινθο10.
Χαρακτηριστικά όστρακα προέρχονται και από την ανασκαφή κάτω από τον πίθο. Ένα όστρακο από το χείλος ανοιχτού αγγείου, κοτύλης ή σκύφου, φέρει εντός μετόπης-πλαισίου κάθετες κυματοειδείς γραμμές (εικ.2ζ). Αυτό το διακοσμητικό μοτίβο είναι σύνηθες στο τέλος της γεωμετρικής εποχής, και μάλιστα στην κορινθιακή κεραμική11. Επίσης, παρατηρείται σε όστρακα κορινθιακών κοτυλών από την Ολυμπία12 σε πρωτοκορινθιακό σκύφο από τον
Τάραντα, προφανώς του τέλους του -8ου αι.13, αλλά και στη βάση αττικής υδρίας από τα Σπάτα, η οποία αποδίδεται στον Ζ. των Μεσογείων και χρονολογείται στον πρώιμο ανατολίζοντα ρυθμό της Πρωτοαττικής Α (α΄ τέταρτο -7ου αι.)14.
Η μετόπη αυτή πλαισιώνεται από σύστημα οριζόντιων και κάθετων γραμμών το οποίο απαντάται και σε πρωτοκορινθιακή κοτύλη15. Οι λεπτές και πυκνές οριζόντιες γραμμές στο κάτω μέρος του σώματος του αγγείου απαντώνται συχνά στην κορινθιακή ΥΓ κεραμική16 αλλά και σε αττικά αγγεία τα οποία παρουσιάζουν έντονη κορινθιακή επιρροή, όπως η περίπτωση μιας κοτύλης της ΥΓΙΙβ περιόδου η οποία απεικονίζει ερωδιό17.
Από το ίδιο σημείο (ΟΜ18ς1) προέρχεται όστρακο από σκύφο με ανάλογη διακόσμηση και με πυκνές ταινίες στο κάτω μέρος του σώματος (εικ.2η) αλλά και με αμφικωνικό οριζόντιο κλεψυδροειδές κόσμημα ή διπλό πέλεκυ το οποίο διαπιστώνεται στην κορινθιακή κεραμική18, όμως απαντά ήδη στη βοιωτική αλλά κυρίως στην αττική πρωτογεωμετρική κεραμική.

Από τα αντιπροσωπευτικότερα ευρήματα είναι όστρακο από μια πολύ πρώιμη πρωτοαττική οινοχόη με παράσταση γέρανου, δηλ. πελαργού ή ερωδιού (εικ.2θ), η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στο Ζ. του Φωβέλ και να χρονολογηθεί στο τέλος του -8ου αι.19.
Ανάλογα πτηνά των οποίων το σώμα αποδίδεται επίσης με σκιαγραφία χρονολογούνται την περίοδο αυτή, όταν η επιρροή της Κορίνθου στην Αττική είναι μεγάλη20. Πράγματι, η ουρά που μοιάζει να σέρνεται στο χώμα απαντά και σε ύστερες γεωμετρικές κορινθιακές κοτύλες της εποχής αυτής (περ. -725), ενώ παλιότερα τα πουλιά αποδίδονταν συνήθως με διαγραμμισμένο σώμα αλλά και με διπλό λοφίο21. Το αινιγματικό κόσμημα πίσω από το πουλί δεν αποκλείεται να αποτελεί ιωνική επιρροή δεδομένου ότι απαντάται σε έναν άλλον κρατήρα από τη Χίο22. Παρεμφερές τριγωνικό σύνθετο κόσμημα συναντάται και σε ΥΓ αττικό αμφορέα με παράσταση αρμάτων23.
Σε γενικές γραμμές τα περισσότερα σχήματα είναι τοπικά και χαρακτηριστικά της παράδοσης της Δ. Ελλάδας κατά την ΥΓΙΙ φάση στην Ιθάκη, την Αχαΐα και την Ηλεία. Η διακόσμηση όμως δείχνει μεγάλη εξάρτηση από τα κορινθιακά πρότυπα.

Οι αποθέτες
Στο άμεσο περιβάλλον του τύμβου υπήρχε μια σειρά από παραπληρωματικούς- βοηθητικούς χώρους. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν αρκετοί (συνολικά 9) βόθροι σε πυκνή διάταξη μεταξύ τους, λάκκοι ή βαθιά πηγάδια. Τα πηγάδια αποτελούνταν από έρμακα λίθων και φρεατόσχημο αποθέτη διαμέτρου μόλις 0,8-0,9μ.
Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση (ΟΜ3), 13μ. βορειότερα του τύμβου, ερευνήθηκε σε βάθος 5,3 μ. (εικ.3α) από την επιφάνεια του εδάφους και περιείχε κεραμική, θραύσματα λίθινων τριβείων, οστά, άνθρακες (εικ.3β). Το υλικό χρονολογείται, στο τέλος του -8oυ και στον -7ο αι., όπως κάποιες ψηλές κωνικές βάσεις σκύφων (εικ.4: Π14014, Π14015) που ανάγονται στην πρώιμη αρχαϊκή περίοδο24.
Ένας άλλος έρμακας και φρέαρ-αποθέτης (ΟΜ11), 4,5 μ. Ν-ΝΑ των πίθων, με όστρακα αγγείων της ίδιας περιόδου, απέδωσε επίσης οστά ζώων, όστρεα και άνθρακες και διερευνήθηκε σε βάθος έως 4,6μ.
Ένας τρίτος έρμακας-αποθέτης αποτελούνταν από λίθους, κεραμίδες και κεραμική και βρισκόταν σε απόσταση 7μ. ΝΔ του τύμβου. Σε βάθος 2,8- 3,5μ. (ΟΜ29β, 4-8-2008) βρέθηκε, μεταξύ άλλων, όστρακο από σκύφο αττικής, κατά πάσα πιθανότητα, ΥΓ κεραμικής με διακόσμηση ιχθυάκανθας25, η οποία προφανώς αποδίδει σχηματοποιημένο φυτό («δενδρίτη» ή κλαδί φτέρης) (εικ.3γ). Το ίδιο κόσμημα φαίνεται ότι κρατούν γυναίκες χορευτές σε αττικό ΥΓ υποκρατήριο26, σε αττική υδρία, σε όστρακα αγγείου από την Τίρυνθα και το Ηραίο27 και γυναικείος χορός σε γεωμετρικό αγγείο από το Άργος28. Στο ίδιο όστρακο και σε παρόμοιο από υποομάδα της ΟΜ18 (τύμβος) (εικ.3δ) υπάρχει διακόσμηση από μακρά γλωσσοειδή πέταλα, τα οποία, συνήθως διαγραμμισμένα, απαντούν ήδη από την ΜΓ. Στην ΥΓΙβ φάση χρονολογείται σκύφος από τον Κεραμεικό με την διακόσμηση αυτή29. Όστρακο από βαθύ «πινάκιο» από την Αίγινα, το οποίο διατηρεί τμήμα παρόμοιας διακόσμησης, κατατάσσεται ανάμεσα στα πρώιμα πρωτοκορινθιακά δείγματα30.
Η άλλη κατηγορία βόθρων, είναι οι μεγάλοι λάκκοι-αποθέτες του κατ’ εξοχήν οικοδομικού υλικού. Ανασκάφηκαν πλήρως δύο από αυτούς (ΟΜ7, 19μ. ΒΔ του τύμβου, και ΟΜ28, 14μ. Δ-ΒΔ) ενώ άλλοι δύο, ένας που εντοπίστηκε 6,6μ. νοτιότερα του ορίου της εκσκαφής (ΟΜ30, 25μ. ΝΔ του τύμβου), πλησίον του συνόρου του αγροτεμαχίου, και έτερος (ΟΜ31, 28 μ. Β-ΒΔ) ερευνήθηκαν μερικώς. Περιείχαν, ως επί το πλείστον, ακατέργαστους λίθους και όστρακα εκ των οποίων αρκετά από δύο τουλάχιστον πίθους. Οι λάκκοι αυτοί στενεύουν στον πυθμένα τους. Ο μεγαλύτερος από αυτούς (ΟΜ7) (εικ. 3ε) είναι σχεδόν κυκλικής κάτοψης, διαμέτρου περίπου 2μ., και έχει βάθος 2,6μ. από την επιφάνεια. Όπως και τα φρέατα της Ολυμπίας, οι αποθέτες απέδωσαν υλικό το οποίο μπορεί να χρονολογηθεί από τον πρώιμο -7ο αι. έως και τα τέλη του -5ου αι.

Τα ανώτερα στρώματα έδωσαν χρηστική κεραμική ύστερης αρχαϊκής ή κλασικής εποχής, ως επί το πλείστον μελαμβαφή όστρακα από πινάκια (εικ.4: Π13989, Π13990), φιαλίδια (εικ.4: Π14065), κύλικες, σκύφους, ηλειακές ληκύθους (Π14066), θραύσματα από πίθους (Π13992), αντικείμενα παραγωγής τοπικών εργαστηρίων31, αλλά και θραύσματα από ειδώλια, το κάτω μέρος από ανάγλυφο πλακίδιο, το οποίο θα παρουσίαζε παράσταση «τιλλόμενης» Σειρήνας (εικ.5α)32. Το αντικείμενο αυτό, αν κρίνουμε από τα συνευρήματά του (Π14047, όστρακο από μελαμβαφές πινάκιο με εμπίεστα ανθέμια) χρονολογείται στον -5ο αι., όπως και τμήμα από χέρι ειδωλίου που κρατά δισκόσχημο αντικείμενο, πιθανότατα «πόπανο» ή «πλάσμα» (εικ.3στ), όπως και θραύσμα από ανάλογο ειδώλιο του οποίου σώζεται τμήμα του ιματίου. Τα προαναφερόμενα ειδώλια, τα οποία σχετίζονται με τον Κάτω Κόσμο και με χθόνιες τελετουργίες, είναι πιθανώς μια έμμεση ένδειξη της συνέχειας χρήσης του χώρου ως ιερού για μεγάλο χρονικό διάστημα. Προς την ίδια κατεύθυνση παραπέμπουν ίσως και οι ηλειακές λήκυθοι, αγγεία που απαντώνται κυρίως ως κτερίσματα σε τάφους.
Τα μεσαία στρώματα έδωσαν κεραμική της μετάβασης από τον -7ο στον -6ο αι., όπως θραύσμα μεγάλου πινακίου με κυρτό σώμα (εικ.4: Π14052). Απαντώνται επίσης αρκετά χαρακτηριστικά όστρακα τοπικής κεραμικής που ανήκουν σε κάνθαρους (εικ.4: Π13986), σε σχήμα το οποίο απαντά από τον -7ο έως τις αρχές του -6ου αι.33 και ακριβέστερα στο ύστερο γ΄ τέταρτο του -7ου αι.34, όπως επίσης και σε σκύφους το σχήμα των οποίων παραπέμπει στον 7ο αι.35. Επίσης υπάρχουν όστρακα (Π13985, εικ.4: Π13987) που ανήκουν σε αρχαϊκούς κανθάρους36 ή κύπελλα αργειακού τύπου37, ο εντοπισμός των οποίων σε άλλες περιοχές, όπως στη Μιδέα, τις Μυκήνες (Αγαμεμνόνιον) και την Τίρυνθα, υποδηλώνει την παρουσία ιερού (ό.π.)38. Το εργαστήριο κατασκευής των συγκεκριμένων αγγείων, τα οποία χρονολογούνται από το τέλος του -7ου έως και τον -6ο αι., εντοπίστηκε στην περιοχή του Άργους39. Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά όστρακα ήταν και η βάση κοτύλης ή κανθάρου του προαναφερόμενου τύπου με το διακριτικό ακτινωτό κόσμημα (εικ.3η, εικ.4: Π14069) της μέσης πρωτοαττικής περιόδου του γ΄ τετάρτου του -7ου αι.40 και της πρώιμης ή μέσης κορινθιακής41, όπως και όστρακα από παρόμοιο σχήμα αγγείου τα οποία είναι διακοσμημένα με γραπτούς και εγχάρακτους ρόδακες (εικ.5γ), χαρακτηριστικούς της ανατολίζουσας μέσης κορινθιακής κεραμικής του -7ου αι.42.

Από τον πυθμένα του λάκκου προέρχονται όστρακα της γεωμετρικής εκ των οποίων ένα με ολόβαφα και εξηρημένα εναλλασσόμενα μεταξύ τους διάχωρα (εικ.3ζ) και ένα άλλο, με τέσσερα τρίγωνα αντιθετικά μεταξύ τους διαγραμμισμένα και εξηρημένα ανά ζεύγη (εικ.5δ), σύστημα το οποίο απαντάται ήδη στα ΠΓ αγγεία της Φωκίδας43.
Σε απόσταση 7μ. ΒΔ του τύμβου ανασκάφηκε σε πολύ μικρό βάθος ισοπεδωμένος φυσικός βράχος κογχυλιάτη, ακανόνιστου ρομβοειδούς σχήματος, μήκους περίπου 10μ. και μέγιστου πλάτους περίπου 4,5μ. Σε απόσταση 2,5μ. ανατολικά του βράχου βρέθηκε in situ μεμονωμένος αποθηκευτικός πίθος σε όρθια στάση και με αρκετά όστρεα χερσαίων κοχλιών (σαλιγκαριών) στον πυθμένα του (ΟΜ6). Αν και το είδος της συγκέντρωσης, φυσικό ή ανθρωπογενές, δεν είναι σαφές, θα πρέπει να τονιστεί ο εσχατολογικός χαρακτήρας τους, οι δοξασίες των αρχαίων για το επέκεινα που σχετίζονται με τους κοχλίες και η χρήση τους σε νεκρόδειπνα44.
Πλησίον και νοτίως του βράχου και σε απόσταση 3μ. βορείως του τύμβου διερχόταν τάφρος που ανασκάφηκε σε μήκος περίπου 22μ. (ΟΜ1). Είχε πλάτος περίπου 0,8μ. και βάθος 0,6- 0,9μ. Στο εσωτερικό της βρέθηκε υλικό διαφόρων εποχών και δύο ακτέριστες ταφές.
Κατέληγε στη δυτική απόληξη του βράχου που ετέμνετο από όρυγμα σε μορφή σπηλαιόμορφης κοιλότητας βάθους 2,45μ. και διαμέτρου περίπου 1,5μ. Η επίχωση (ΟΜ21) αποτελούνταν από όστρακα, άνθρακες και ζωικά υπολείμματα. Σημαντικό εύρημα αποτελεί όστρακο από γεωμετρικό πινάκιο, το σώμα του οποίου είναι διακοσμημένο με κάθετες κυματοειδείς γραμμές (εικ.4: Π14051, εικ.5β), όπως και η ψηλή δακτυλιόσχημη βάση μεγάλου μελαμβαφούς ανοιχτού αγγείου, ίσως κύλικας, εξαιρετικής ποιότητας (εικ.4: Π14050) η οποία θυμίζει αντίστοιχες του λακωνικού εργαστηρίου45. Στον πυθμένα του, κάτω από το στρώμα τέφρας, αποκαλύφθηκε πρόχους (εικ.5ε) που θα μπορούσε να χρονολογηθεί στο β΄ μισό του 7ου αι.46


Συζήτηση
Από την άποψη των κινητών ευρημάτων, οι τελευταίες αυτές έρευνες τεκμηριώνουν τα
πορίσματα των πολύ παλαιότερων ερευνών των Γιαλούρη και McDonald- Simpson47 για την παρουσία της Γεωμετρικής και Πρώιμης Αρχαϊκής στην περιοχή του Κατακόλου. Το επόμενο έτος (2009), με προέλευση την περιοχή του Κατακόλου, περιήλθαν στο Μουσείο Ολυμπίας (ΒΕ1272) δύο πήλινα πλακίδια, ένα θραύσμα με παράσταση πολεμιστή που χειρονομεί έντονα, του τέλους του -8ου αι.48, και ένα αποσπασματικό πήλινο πλακίδιο με τρεις μορφές και οπή ανάρτησης του πρώιμου -6ου αι.49. Η παράσταση στο πρώτο πλακίδιο μπορεί να παραβληθεί αφενός με ανάλογη παράσταση σε γραπτή οινοχόη της ΥΓΙΙα περιόδου50 και αφετέρου με σφράγισμα από αμφορέα των Πιθηκουσσών που παριστάνει επίσης πολεμιστή51, ίσως τον Αίαντα να μεταφέρει στους ώμους του τον νεκρό Αχιλλέα. Γύρω στο -700 οι ομηρικές σκηνές επιστρέφουν στην εικονογραφία της εποχής, αυτή τη φορά όμως όχι σε γραπτά αγγεία αλλά σε πολύ χαμηλό ανάγλυφο52.
Από την άποψη της τοπογραφίας, η μορφολογία του τύμβου παρουσιάζει σημαντικά κοινά σημεία με τάφους των πρώιμων αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας και συγκεκριμένα των Πιθηκουσσών, που χρονολογούνται από τα μέσα του -8ου έως τις αρχές του -6ου αι.53.
Πρόκειται για μικρούς τύμβους διαμέτρου μεταξύ 1,5 και 4μ. με αρχικό ύψος 1-1,5μ. που περιείχαν τα υπολείμματα των καμένων νεκρών και κτερίσματα. Οι καύσεις εφαρμόζονταν σε ενήλικες και ενίοτε σε παιδιά μεγαλύτερα των 8 χρόνων54.
Από την Άλο Μαγνησίας προέρχεται επίσης εκτεταμένο νεκροταφείο με ταφικούς τύμβους που κάλυπταν λιθοπερίκλειστους, ακανόνιστου κυκλικού σχήματος τάφους55. Στον Κεραμεικό σπανίως συναντάται η χρήση εγχυτρισμού και μόνο για ταφές παιδιών56. Εκεί οι τάφοι καλύπτονται από τύμβο και συχνά έχουν αύλακες-τάφρους προσφορών (Opferrinne)57 κάτι το οποίο συγκρίνεται ίσως με την παρακείμενη τάφρο.
Επιπλέον, η όλη διάταξη του τύμβου με τις ακατέργαστες πέτρες σε χαλαρή μεταξύ τους σύνδεση θυμίζει εν πρώτοις την περιοχή του πλακοστρωμένου βωμού του πρώιμου ιερού του Δία στον Υμηττό58, όπου υπήρχε άμεση σύνδεση με αποθηκευτικό πίθο για τα αναθήματα. Συσχετισμό πίθων με βόθρους έχουμε και στον Θέρμο Αιτωλίας των μεταβατικών χρόνων59.
Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση ότι ένας σωρός από λίθους αντιστοιχεί πιθανώς σε υπολείμματα από ανεπιτήδευτο βωμό, κάτι που ίσως ερμηνεύει τους έρμακες της περίπτωσής μας σε συσχετισμό με τους φρεατόσχημους αποθέτες60. Επιπροσθέτως, κάποια κομμάτια καμένου πηλού, όπως αυτά που βρέθηκαν αμέσως ΝΔ του βράχου, δεν αποκλείεται να προέρχονται από πρόσκαιρες κατασκευές από ωμόπλινθους, όπως διαπιστώθηκε στο μεταγενέστερο νεκροταφείο των Σαβαλίων (-5ος αι./ +5ος αι.)61 και να ανταποκρίνονται στην ανακατασκευή βωμών λόγω της φθοράς τους από τις καιρικές συνθήκες62. Η ύπαρξη λιθόστρωτου στο Κατάκολο ενισχύει, ενδεχομένως, την υπόθεση τέλεσης προγονικής λατρείας καθώς ο τύπος αυτός διαμόρφωσης συνδέεται με ανάλογες τελετές63. Παρόμοιες ενδείξεις εντοπίστηκαν στο Λευκαντί, όπως και στα Νιχώρια, όπου δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπήρχε κάποια λατρευτική χρήση του χώρου64 . Επίσης, λιθόστρωτος ορθογώνιος χώρος ερμηνεύτηκε ως βωμός εντός ηρώου-κενοταφείου στον Ωρωπό65 . Από την άλλη, η πρακτική να περιβάλλουν τους ταφικούς πίθους με λίθινο δακτύλιο, όπως στα Νιχώρια66, και με τον τρόπο αυτόν οπωσδήποτε να τους εξαίρουν, αποτελεί σπάνια διαπίστωση. Στην περίπτωση του Κατακόλου η συγκεκριμένη πρακτική επαυξάνεται, καθώς αποκτά τη μορφή ορθογώνιας κατασκευής με εσωτερικό λιθόστρωτο. Το στοιχείο αυτό υπάρχει και σε αψιδωτούς κιβωτιόσχημους τάφους των Μεταβατικών αιώνων, μάλλον προγενέστερων της περίπτωσής μας67. Στην περίπτωση των Νιχωρίων το στόμιο πίθου που χρονολογείται μεταξύ -745/ -725 68 άνοιγε προς τον Νότο, ενώ της Ήλιδας προς δυτικά69, προσανατολισμός πλησιέστερος των πίθων του Κατακόλου (Α-Δ).
Είναι επίσης χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η διάμετρος των κυκλικών βόθρων- φρεατόσχημων αποθετών είναι η ίδια (0,9μ.) με αυτούς από το ιερό των Αιγιών Λακωνίας70.
Άλλο κοινό γνώρισμα είναι ότι ένας αποθέτης περιείχε αγγεία με τα γεύματα που ακολουθούσαν τις θυσίες όταν γιόρταζε το ιερό, δηλ. χρηστικά αγγεία, μικρούς πίθους, λεκανίδες, κρατήρες, αμφορείς, οινοχόες, ενώ στο Κατάκολο υπάρχουν επιπλέον και αγγεία πόσης, τα οποία στις Αιγιές απορρίπτονταν σε διαφορετικό αποθέτη. Τέλος, η ουσιαστική απουσία αναθημάτων στην περίπτωσή μας δεν αποκλείεται να διευκρινίζεται από το φως των ευρημάτων του λακωνικού ιερού (ό.π.), δηλαδή να περιέχονται σε άλλον ή άλλους αποθέτες που δεν εντοπίστηκαν. Εξάλλου, τονίζεται η ποικιλότητα των περιπτώσεων τελετουργιών, ενώ, όπως φαίνεται, δεν είναι απαραίτητο η παρουσία των βόθρων σε μια τόσο πρώιμη περίοδο να σχετίζεται απαραίτητα με ηρωολατρεία71. Οι βόθροι θα μπορούσαν να είχαν χρησιμεύσει για αιματηρές θυσίες σε δαίμονες72 ή και σε χθόνιες θεότητες.
Από την άλλη, έμπυρες προσφορές κατά τα γεωμετρικά χρόνια γίνονταν σε καύσεις και σε ταφές. Οι εναποθέσεις μπορεί να είναι λάκκοι ορθογώνιοι, κυκλικοί ή ακανόνιστοι, ρηχοί ή βαθείς, μικροί ή μεγάλοι. Περιέχουν συνήθως καμένη γη, στάχτες όστρακα και οστά ζώων73.
Δεν αποκλείεται λοιπόν το βαθύτερο (υπ’ αριθ.1) φρέαρ να συσχετίζεται με τον τύμβο και να είχε σκαφεί και χρησιμοποιηθεί για το λόγο αυτό. Το ίδιο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει με αρκετή βεβαιότητα και για το σπηλαιώδες όρυγμα στο δυτικό άκρο του ισοπεδωμένου βράχου74.
Το μοντέλο κατοίκησης των σκοτεινών αιώνων, όπως αυτό προκύπτει από τη μελέτη του οικισμού των Νιχωρίων Μεσσηνίας, παρουσιάζει λιγότερες ομοιότητες με αυτό του Κατακόλου, αν και στα Νιχώρια ανασκάφηκε ωοειδής λάκκος μήκους 2,5μ. αλλά σαφώς μικρότερου βάθους (0,3μ.), που ίσως είχε χρησιμεύσει ως αποθέτης75, όπως και στο Κατάκολο.
Η απουσία οστών ή τέφρας εντός του τύμβου υποδηλώνει το ενδεχόμενο ταύτισης του ευρήματος με κενοτάφιο, κάτι το οποίο έχει διαπιστωθεί και στο παράλιο νεκροταφείο των Σαβαλίων του -5ου αι., όπου επίσης τεκμηριώθηκαν προσφορές προς τους νεκρούς76. Η απόδοση τιμών στους προγόνους φαίνεται να έχει μια μακρά προϊστορία στην περιοχή αυτή, αν συμπεριλάβουμε και την τελετουργική πυρά εναγισμού με πληθώρα οστών πάνω στην πεσμένη θόλο του ηγεμονικού μυκηναϊκού θολωτού τάφου στο Βαρθολομιό Ηλείας77, πρακτική η οποία απαντά και στη Μεσσηνία78. Φαίνεται πιθανή η υπόθεση ότι παρόμοια κενοτάφια στήνονταν στα λιμάνια, όπως αυτό της αρχαίας Φειάς, προς τιμήν ναυτικών που χάθηκαν στη θάλασσα. Περίπτωση ηρώου-κενοταφείου των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων και μάλιστα για κάποιο σημαντικό προσωπο που χάθηκε στη θάλασσα αναφέρεται και από τον Ωρωπό79. Πιστεύεται ότι γύρω από αυτό τελούνταν θυσίες και λατρευτικά δείπνα προς τιμήν κάποιου επιφανούς νεκρού ή ήρωα80. Δεν αποκλείεται λοιπόν το ενδεχόμενο να πρόκειται για «ηρώο», όπως είναι η περίπτωση του ιερού των Τριτοπατόρων στον αθηναϊκό Κεραμεικό, όπου υπήρχε προσφορά κρασιού και τροφής σε σκεύη τα οποία καταστρέφονταν, καθώς και μια θυσία ζώου81, πρακτική η οποία απαντά και στην Ερέτρια των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων82. Οστά ζώων και γενικά υπολείμματα τροφής (χερσαία και θαλάσσια όστρεα83) αλλά και στάχτες, βρέθηκαν σε ικανή ποσότητα στους παρακείμενους βόθρους και ως εκ τούτου φαίνεται ευνόητη η σύνδεσή τους με κάποιο ηρώο που θα μπορούσε να υφίσταται στο σημείο84. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, όπως και παλιότερα85, οι βόθροι δηλώνουν χθόνια λατρεία. Από την άλλη, δεν αποκλείεται, όπως γνωρίζουμε από ορισμένες περιπτώσεις86, η λατρεία να ξεκίνησε ως νεκρολατρεία στο στενό πλαίσιο μιας οικογένειας ή ενός γένους87 και να εξελίχθηκε με το χρόνο σε ηρωολατρεία88 που θα αφορούσε ίσως το σύνολο των κατοίκων της Φειάς, διατηρώντας πάντοτε τον τοπικό της χαρακτήρα.
Ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόδοσης του χώρου μας σε ιερό είναι η πρακτική ισοπέδωσης του φυσικού βράχου, η οποία μάλιστα συνοδεύεται από τη διάνοιξη λάκκων για την απόρριψη των σχετικών προϊόντων, κάτι που παρατηρήθηκε κατά τον ύστερο 8ο αι. και στο ιερό της Καλάβριας Πόρου Τροιζηνίας89. Τέλος, το εύρημα του Κατακόλου θα μπορούσε να συγκριθεί με περιπτώσεις ιερών οικιών της γεωμετρικής περιόδου από την Αττική, όπως του Ακάδημου, των Κηρύκων, του Τουρκοβουνίου και της Λαθούρεσας, η χρήση των οποίων είχε αντίστοιχη διάρκεια και οι οποίες περιελάμβαναν ανάλογα ευρήματα, διάταξη χώρων, ακόμα και παρουσία τύμβου90. Επίσης, η σπανιότητα καμένων οστών και αναθημάτων, με όλες τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν για την κατάσταση διατήρησης της θέσης και την αποσπασματικότητα του ευρήματος λόγω σωστικής ανασκαφής, δεν αποκλείει την υπόθεση τέλεσης λιγότερο οργανωμένων τελετών, όπως τα θαλύσια, δηλαδή προσφορά των πρώτων καρπών μετά τη συγκομιδή91.

Συμπεράσματα
Ανασκάφηκε ένα τμήμα του αρχαίου οικισμού του λιμανιού της Φειάς, το οποίο, βάσει ευρημάτων, χρονολογήθηκε από το τέλος της γεωμετρικής εποχής (περίπου -720) έως και τον -5ο αι. Το σημείο προσφέρει χαρακτηριστική θέα προς τον υπήνεμο όρμο-λιμάνι της αρχαιότητας και τη νησίδα Τηγάνι. Κατά τη διάρκεια της σωστικής ανασκαφής εντοπίστηκαν ισοπεδωμένος και κατάλληλα διαμορφωμένος βράχος, μικρός τύμβος με περίβολο κατασκευασμένο από αργούς λίθους που περιείχε δύο τουλάχιστον πίθους και, κατά πάσα πιθανότητα, υπολείμματα ενός τρίτου. Ο τύμβος αυτός, ο οποίος δεν απέδωσε κανέναν σκελετό, μπορεί να ερμηνευτεί, βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, ως το κέντρο μιας τοπικής λατρείας, η οποία μπορεί να συνδέεται με ηρωοποιημένους μακρινούς προγόνους και χαμένους ναυτικούς, την εποχή μάλιστα του μεγάλου ανοίγματος προς τη Δύση και του αποικισμού. Ένα κοντινό βαθύ σπηλαιώδες όρυγμα βρέθηκε, όπως και οι φρεατόσχημοι αποθέτες, γεμάτο με τέφρες από έμπυρες τελετές, όστρακα αγγείων που έσπαζαν μετά από αυτές, οστά ζώων και διάφορα κατάλοιπα διατροφής. Αρκετοί άλλοι λακκοειδείς αποθέτες που περιείχαν κυρίως οικοδομικό, αλλά και κεραμικό, υλικό δεν αποκλείεται να είχαν χρησιμεύσει για τα απορρίμματα των διαφόρων φάσεων επισκευής των εγκαταστάσεων του ιερού, η ζωή του οποίου φαίνεται ότι διήρκεσε περίπου 300 χρόνια. Με τις τελετές αυτές δεν αποκλείεται να σχετίζεται η τάφρος με δύο ακτέριστους σκελετούς στο εσωτερικό της και ο αποθηκευτικός πίθος με σαλιγκάρια και λοιπά μαλάκια στον πυθμένα του. Η κεραμική της ύστερης γεωμετρικής και ανατολίζουσας φάσης δείχνει επαφές κυρίως με την Κόρινθο αλλά και την Αθήνα. Κατά το τέλος του 7ου και τον 6ο αι. τα χαρακτηριστικότερα αγγεία φαίνεται ότι είναι τοπικής προέλευσης, όπως συμβαίνει και στον 5ο αι. με τα καλής ποιότητας μελαμβαφή αγγεία.

Χρήστος Ματζάνας
Κατάλοιπα ιερού των πρώιμων ιστορικών χρόνων στον Άγιο Ανδρέα (Φειά) Κατακόλου Ηλείας

1 Ματζάνας 2008.
2 Βασιλείου 2007, 269 εικ. 5.
3 Verdan κ.ά. 2008, 119-121, 124 πίν. 13:42, 16:55, 21:73, 39:157.
4 Λόγω οικονομίας χώρου δεν κατέστη δυνατόν να παρατεθούν περισσότερα ανασκαφικά στοιχεία.
5 Gadolou 2011, 43 εικ. 14, 53 εικ. 21, 59 εικ. 42.
6 Kyrieleis 2003, 77 εικ. 4-6. Schilbach 1999α, 34 πίν. 1.1.
7 Gadolou 2011, 51 εικ. 13, 70 εικ. 81.
8 Gadolou 2011, 77 εικ. 100.
9 Weinberg 1943, 38 αριθ. 119 πίν. 16.
10 Weinberg 1943, 49 αριθ. 180 πίν. 24.
11 Boardman 1999, 49 εικ. 110-113.
12 Schilbach 1999α, 35 εικ. 27.
13 Adamesteanu 1979, 207 εικ. 432.
14 Boardman 1999, 89 εικ. 194.
15 Weinberg 1943, 36 αριθ 110 πίν. 16.
16 Coldstream 1968, 100 πίν. 19 f, k, l. Schilbach 1999α, 35 εικ. 27 πίν. 1.8.
17 Coldstream 1968, 87 πίν. 15h.
18 Coldstream 1968, 231.
19 Πρβλ. Karouzou 1979, 127-131 εικ. 1-2.
20 Coldstream 1968, 100 πίν. 19k και 87 πίν. 15h για αττική κοτύλη με κορινθιακή επιρροή.
21 Coldstream 1968, 100 πίν. 19f, l.
22 Coldstream 1968, 295 πίν. 63g.
23 Schweitzer 1969, 48 εικ. 51.
24 Schilbach 1999β, 309 πίν. 65, 5-9.
25 Βλ. Snodgrass 1971, 51 εικ. 19.
26 Snodgrass 1998, 79 εικ. 28.
27 Πρβλ. Langdon 2008, 146-147 εικ. 3.11-3.12, 185 εικ. 3.27, 187 εικ. 3.28.
28 Schweitzer 1969, 65 εικ. 21.
29 Coldstream 1968, 50-51 πίν. 10.
30 Jarosch-Reinholdt 2009, 37, 184 πίν. 72, 899.
31 Schilbach 1995, 26.
32 Ανάλογο πλακίδιο με ανάγλυφη παράσταση «κοπτόμενης» Σειρήνας προέρχεται από τάφο του Δυτικού Νεκροταφείου Ήλιδας και χρονολογείται στον ύστερο -4ο αι. Με το αριστερό χέρι τραβά πλόκαμο από τα μαλλιά της, το δεξί είναι τοποθετημένο κάτω από το μαστό (Matzanas 2012,501).
33 Kunze 1961, 124 εικ. 64.
34 Schilbach 1999β, 309 πίν. 65, 5.
35 Kunze 1961, 125 εικ. 66, 67.
36 Demakopoulou κ.ά. 2008, 29 εικ. 72.
37 Demakopoulou κ.ά. 2006-2008, 19 εικ. 31.
38 Ανάλογο αγγείο βρέθηκε και σε ιερό με πρώιμο ναό στη Μυγδαλίτσα Πατρών (ανακοίνωση Λένας Παπάζογλου-Μανιουδάκη στις 23-4-13 σε σεμινάριο του Σ.Ε.Α.).
39 Kosmetatou 1996, 115-117 εικ. 5.
40 Brann 1962, 89 πίν. 31, 512.
41 Kunze-Götte κ.ά. 2000, 190 πίν. 57, 69 και πίν. 58, 71.
42 Kunze-Götte κ.ά. 2000, 190 πίν. 57, 72 και πίν. 58, 72.
43 Snodgrass 1971, 85 εικ. 43.
44 Ματζάνας 2013.
45 Πρβλ. Kunze-Götte κ.α. 2000, 46 πίν. 13, 33.
46 Schilbach 1999β, 311 πίν. 66, 3.
47 Γιαλούρης 1957, 31 κ.ε. McDonald – Simpson 1961, 224 κ.ε.
48 Ματζάνας 2009, 400-401 (όπου εκ παραδρομής αναφέρεται ως τόπος εύρεσής τους η θέση Πλακίδια· ο τόπος εύρεσης είναι άγνωστος). Πρβλ. Coldstream 1977, 110 εικ. 33b, 336 εικ. 108b. Χατζή 2008, 72-73.
49 Ματζάνας 2009, 400-401 εικ. 57. Πρβλ. Χατζή 2008, 97.
50 Coldstream 1968, 69 πίν. 12f.
51 Snodgrass 1998, 37 εικ. 15.
52 Snodgrass 1998, 36.
53 Snodgrass 1971, 174, εικ, 65.
54 Buchner 1982, 276-277.
55 Μαλακασιώτη 2003, 113 εικ. 2.
56 Kübler 1959, 21 σχ. 9.
57 Kübler 1959, 20 σχ. 9.
58 Langdon 1976, 1-5.
59 Papapostolou 2011, 129.
60 Langdon 1976, 1-5.
61 Ματζάνας 2011. Ματζάνας 2012. Ματζάνας 2013.
62 Κόλια- Γκαδόλου 2007.
63 Kourou 2007, 402.
64 McDonald κ.ά. 1983, 52.
65 Μαζαράκης Αινιάν 1996, 105-106. Μαζαράκης Αινιάν 1997, 67-69. Μαζαράκης Αινιάν 1998, 78.
66 McDonald κ.ά. 1983, 262.
67 McDonald κ.ά. 1983, 266-268.
68 McDonald κ.ά. 1983, 262-263.
69 Πίθος από την Αγορά της Ήλιδας. Κάποια λιγοστά γεωμετρικά όστρακα προέρχονται από την Ακρόπολη (κάστρο Belvedere ή Καλοσκοπή) της ίδιας της Ήλιδας (Hope Simpson – Lazenby 1970, 100, υποσημ. 2). Οινοχόη (Π841) της ύστερης γεωμετρικής εποχής προέρχεται από την Ηλειακή Πύλο (Αγραπιδοχώρι, 1964), λόφος Αρμάτοβας (15 χλμ. ανατολικά της Ήλιδας), στον ώμο της οποίας υπάρχει ζώνη επάλληλων λεπτών κορινθιαζουσών ταινιών, κάτω από σειρά διαγραμμισμένων τριγώνων, και δύο όστρακα από τον ώμο κρατήρα με παράσταση πλοίου (Coldstream 1977, 179 εικ. 59d) από την ίδια θέση, των οποίων το ένα διασώζει πάνω σε ζώνη επάλληλων ταινιών, την πρύμνη άδειου πλοίου με το κεντρικό ιστίο, τμήμα των πανιών και το τιμόνι, ενώ στο πίσω μέρος βρίσκεται ολόβαφη απροσδιόριστη επιφάνεια που χαρακτηρίζει την αγγειογραφία της δυτικής Πελοποννήσου στα χρόνια αυτά (β΄ μισό του -8ου αι.). Νεκροταφείο της γεωμετρικής εποχής αναφέρεται από την περιοχή του κάστρου Χλεμούτσι (Hope Simpson– Lazenby 1970, 98).
70 Μπόνιας 1998, 31.
71 Papapostolou 2011, 131-132.
72 Papapostolou 2011, 132.
73 Kurtz-Boardman 1971, 64.
74 Δυστυχώς η συνάφεια του βράχου με τον μεγαλύτερο λακκοειδή αποθέτη καταστράφηκε ερήμην του ανασκαφέως με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον δυνατό να επιχειρηθούν οποιοιδήποτε ενδελεχείς συσχετισμοί.
75 McDonald κ.ά. 1983, 46.
76 Ματζάνας 2011. Ματζάνας 2012. Ματζάνας 2013.
77 Ματζάνας 2010, 809.
78 Χατζή 1982, 137-138. Χατζή 1983, 111. Χατζή 1984, 78-79. Χατζή 1985, 103-106. Antonaccio 1995, 87.
79 Μαζαράκης Αινιάν 1997, 68.
80 Μαζαράκης Αινιάν 1996, 106.
81 Stroszeck 2010, 75.
82 Huber 2003, 146.
83 Πληθώρα θαλάσσιων οστρέων (Cardium, Cypraea, Patella) βρέθηκαν και σε ιερό στην Κύθνο, του οποίου η χρονική διασπορά σχεδόν συμπίπτει με την περίπτωση του Κατακόλου (-7ος/-5ος αι.), βλ. Mazarakis Ainian 2010, 41-42.
84 Stroszeck 2010, 77.
85 Vermeule 1983, 47.
86 Μπόνιας 1998, 108.
87 Antonaccio 1995, 191.
88 Bérard 1970, 71.
89 Wells 2007, 213.
90 Antonaccio 1995, 186-197.
91 Antonaccio 1995, 194.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Adamesteanu 1979: D. Adamesteanu, La colonizzazione greca in Puglia, στο: D. Adamesteanu F.-
Biancofiore-G. Cremonesi-Fr. D’ Andria-A. Geniola-A. Palma di Cesnola (επιμ.), La Puglia dal Paleolitico al Tardoromano, Milan 1979, 193-271.
Antonaccio 1995: C. Antonaccio, An Archaeology of Ancestors. Tomb Cult and Hero Cult in Early Greece, Greek Studies: Interdisciplinary Approaches, Lanham, 1995.
Βασιλείου 2007: E. Βασιλείου, Η μετάβαση από την Χαλκοκρατία στην Εποχή του Σιδήρου στην Ήπειρο. Τα δεδομένα από τον οικισμό της Κρύας στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, στο: Mazarakis
Ainian 2011, 267-277.
Bérard 1970: Cl. Bérard, L’Hérôon à la Porte de l’Ouest, Eretria III, Fouilles et recherches, Zürich 1970.
Boardman 1999: J. Boardman, Aux origines de la peinture sur vase en Grèce, XIe-VIe siècle av. J.-C., trad. par Chr.-M. Diebold, Paris 1999.
Brann 1962: E. T. H. Brann, Late Geometric and Protoattic Pottery, Mid 8th to Late 7th century B.C., Agora VIII, Princeton 1962.
Buchner 1982: G. Buchner, Articolazione sociale, defferenze di rituale e composizione dei corredi nella necropoli di Pithecusa, στο: G. Gnoli-J.-P. Vernant (επιμ.), La mort, les morts dans les sociétés anciennes, Cambridge-Paris 1982, 275-287.
Γιαλούρης 1957: Ν. Γιαλούρης, Δοκιμαστικαί έρευναι εις τον κόλπον της Φειάς Ηλείας, ΑΕ 1957, 31-43.
Coldstream 1968: J. N. Coldstream, Greek Geometric Pottery, Bristol 1968.
Coldstream 1977: J. N. Coldstream, Geometric Greece, London – New York 1977.
Demakopoulou κ.ά. 2006-2007: K. Demakopoulou-N. Divari-Valakou-M. Nilsson-A. L. Schallin, Excavation in Midea 2005, OpAth 31-32, 2006-2007, 7-29.
Demakopoulou κ.ά. 2008: K. Demakopoulou-N. Divari-Valakou-M. Nilsson-A. L. Schallin,
Excavations in Midea 2006, OpAth 1, 2008, 7-30.
Frielinghaus-Stroszeck 2010: H. Frielinghaus-J. Stroszeck (επιμ.), Neue Forschungen zu griechische Städten und Heiligtümern. Festschrift für Burkhardt Wesenberg zum 65 Geburtstag, Beiträge zur Archäologie Griechenlands, Möhnesee 2010.
Gadolou 2011: A. Gadolou, Thapsos-Class Ware Reconsidered. The Case of Achaea in the Northern Peloponnese. Pottery Workshop or Pottery Style?, BAR International Series 2279, Oxford 2011.
Hope Simpson-Lazenby 1970: R. Hope Simpson-J. F. Lazenby, The Catalogue of the Ships in Homer’s Iliad, Oxford 1970.
Huber 2003: S. Huber, L’Aire sacrificielle au nord du Sanctuaire d’Apollon Daphnéphoros, Eretria XIV, Lausanne 2003.
Jarosch-Reinholdt 2009: V. Jarosch-Reinholdt, Die geometrische Keramik von Kap Kolonna, Ägina-
Kolonna, Forschungen und Ergebnisse IV, Wien 2009.
Karouzou 1979: S. Karouzou, Autour d’une oenochoé protoattique de Toulouse. Sur le baron de Stackelbrg et Fauvel, ΑΑΑ XII.1, 1979, 127-149.
Κόλια-Γκαδόλου 2007: Ε. Κόλλια-Α. Γκαδόλου, Ναός γεωμετρικών χρόνων στα Νικολαίϊκα Αχαΐας. Πρώτη παρουσίαση της ανασκαφής, στο: Mazarakis Ainian 2011, 191-209.
Kosmetatou 1996: E. Kosmetatou, Midea in the Post-Bronze Age Period, OpAth 21, 1996, 115-123.
Kourou 2007: N. Kourou, From the Dark Ages to the rise of the polis in the Cyclades. The case of Tenos, στο: Mazarakis Ainian 2011, 399-414.
Kübler 1959: K. Kübler, Die Nekropole des späten 8. bis frühen 6. Jahrhunderts, Kerameikos, Ergebnisse der Ausgrabungen V.1, Berlin 1959.
Kunze 1961: E. Kunze, Korinthische Helme, στο: E. Kunze (επιμ.), Bericht über die Ausgrabungen in Olympia, VII. Frühjahre 1956 bis 1958, Berlin 1961, 56-128.
Kunze-Götte κ.ά. 2000: E. Kunze-Götte-J. Heiden-J. Burow, Archaische Keramik aus Olympia, Olympische Forschungen XXVIII, Berlin-New York 2000.
Χρήστος Ματζάνας Kurtz-Boardman 1971: D. Kurtz-J. Boardman, Greek Burial Customs, London 1971.
Kyrieleis 2003: H. Kyrieleis, Die Untersuchungen zur Frühzeit Olympias im Bereich des Prytaneion¸ 1986/87 und 1990/91, στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Bericht über die Ausgrabungen in Olympia, XII. 1982 bis 1999, Berlin-New York 2003, 66-154.
Langdon 1976: M. K. Langdon, A Sanctuary of Zeus on Mount Hymettos, Hesperia Supplement XVI, Princeton 1976.
Langdon 2008. S. Langdon, Art and Identity in Dark Age Greece, 1100-700 B.C.E., Cambridge- New York 2008.
Μαζαράκης-Αινιάν 1998: Α. Μαζαράκης-Αινιάν, Ανασκαφή Σκάλας Ωρωπού, ΠΑΕ 1998, 51-81.
Μαζαράκης-Αινιάν 1997: Α. Μαζαράκης-Αινιάν, Ανασκαφή Σκάλας Ωρωπού, ΠΑΕ 1997, 47-77.
Μαζαράκης-Αινιάν 1996: Α. Μαζαράκης-Αινιάν, Ανασκαφή Σκάλας Ωρωπού, ΠΑΕ 1996, 21-124.
Mallwitz 1999: A. Mallwitz (επιμ.), Bericht über die Ausgrabungen in Olympia, XI. Frühjahr 1977 bis Herbst 1981, Berlin-New York 1999.
Ματζάνας 2008: Xρ. Ματζάνας, Αγ. Ανδρέας Κατακόλου, οικόπεδο Α. Παυλίδη, ΑΔ, 63, 2008, Χρονικά B΄1, 427-429.
Ματζάνας 2009: Χρ. Ματζάνας, Κατάκολο, θέση Πλακίδια, ΑΔ 64, 2009, Χρονικά Β΄1, 400-401.
Ματζάνας 2010: Χρ. Ματζάνας, Βαρθολομιό, θέση Κατσίβερη, ηγεμονικός θολωτός τάφος, ΑΔ 65, 2010, Χρονικά Β΄1, 796-818.
Ματζάνας 2011: Χρ. Ματζάνας, Το αρχαίο νεκροταφείο των Σαβαλίων. Τα ανασκαφικά δεδομένα, Ηλειακή Πρωτοχρονιά-Ηλειακό Πανόραμα 11, 2011, 69-105.
Ματζάνας 2012: Χρ. Ματζάνας, Το αρχαίο νεκροταφείο των Σαβαλίων. Συγκρίσεις και ερμηνεία, Ηλειακή Πρωτοχρονιά-Ηλειακό Πανόραμα 12, 2012, 165-204.
Ματζάνας 2013: Χρ. Ματζάνας, Ταφικά έθιμα και πρακτικές στο αρχαίο παραλιακό νεκροταφείο των Σαβαλίων στον νομό Ηλείας (τέλος -6ου έως αρχές -4ου αι., +3ος/+5ος αι.), Centre for Spartan and Peloponnesian Studies, Online Publications 3, 2013 (http://www.nottingham.ac.uk/csps/opensource/ matzanas-burial-customs-and-practices.aspx).
Matzanas 2012: C. Matzanas, Funde aus Elis, στο: W.-D. Heilmeyer-N. Kaltsas-H.-J. Gehrke-G.
Hatzi-S. Bocher, Mythos Olympia, Kult und Spiele, Berlin 2012, 500-511.
Mazarakis-Ainian 2010: A. Mazarakis-Ainian, Ein Antikes Heiligtum auf Kythnos, στο: Frielinghaus –Stroszeck 2010, 21-53.
Mazarakis Ainian 2011: A. Mazarakis Ainian (επιμ.), The “Dark Ages” Revisited, Acts of an International Symposium in Memory of William D. E. Coulson, University of Thessaly, Volos, 14-17 June 2007, vol. 1, Volos 2011.
McDonald – Hope Simpson 1961: W. McDonald-R. Hope Simpson, Prehistoric habitation in southwestern Peloponnese, AJA 65, 1961, 221-260.
McDonald κ.ά. 1983: W. McDonald-W. Coulson-J. Rosser, Excavations at Nichoria in Southwest Greece, vol. III. Dark Age and Byzantine Occupation, Minnesota 1983.
Μπόνιας 1998: Z. Μπόνιας, Ένα αγροτικό ιερό στις Αιγιές Λακωνίας, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου 62, Αθήνα 1998.
Papapostolou 2011: I. Papapostolou, The new excavation under the early Archaic temple of Thermos Megaron A, Megaron B and the ash-altar, στο: Mazarakis Ainian 2011, 127-145.
Schilbach 1995: J. Schilbach, Elische Keramik des 5. und 4. Jahrhunderts, Olympische Forschungen XXIII, Berlin-New York 1995.
Schilbach 1999α: J. Schilbach, Abfolge und Datierung der Schichten unter dem Südteil der Echohalle, στο: Mallwitz 1999, 33-54.
Schilbach 1999β: J. Schilbach, Die Tongefässe aus den Brunnen 98-129 im Südostgebiet, στο: Mallwitz 1999, 285-322.
Schweitzer 1969: B. Schweitzer, Die Geometriche Kunst Griechenlands, Köln 1969.
Snodgrass 1971: A. Snodgrass, The Dark Age of Greece, Edinburgh 1971.
Snodgrass. 1998: A. Snodgrass, Homer and the Artists, Cambridge 1998.
Sperling 1942: J. Sperling, Exploration in Elis 1939, AJA 46, 1942, 77-89.
Stroszeck 2010: J. Stroszeck, Das Heiligtum der Tritopatores im Kerameikos von Athen, στο: Frielinghaus-Stroszeck 2010, 55-83.
Weinberg 1943: S. S. Weinberg, The Geometric and Orientalizing Pottery, Corinth VII.1, Cambridge, Mass. 1943.
Wells 2007: B. Wells, Kalaureia in the Early Iron Age. Evidence of early cult, στο: Mazarakis Ainian 2011, 211-220. Κατάλοιπα ιερού των πρώιμων ιστορικών χρόνων στον Άγιο Ανδρέα (Φειά) 525
Verdan κ.ά. 2008: S. Verdan-A. Kenzelmann Pfyffer-Cl. Léderrey, Céramique géometrique d’Érétrie, Eretria XX, Lausanne 2008.
Vermeule 1983: E. Vermeule, Ελλάς Εποχή του Χαλκού, Αθήνα 1983.
Χατζή 1982: Γ. Χατζή, Ψάρι Τριφυλίας, ΑΔ 37, 1982, Β΄1 Χρονικά, 137-138.
Χατζή 1983: Γ. Χατζή, Ψάρι Τριφυλίας, ΑΔ 38, 1983, Β΄1 Χρονικά, 111.
Χατζή 1984: Γ. Χατζή, Ψάρι Τριφυλίας, ΑΔ 39, 1984, Β΄1 Χρονικά, 78-79.
Χατζή 1985: Γ. Χατζή, Ψάρι Τριφυλίας, ΑΔ 40, 1985, Β΄1 Χρονικά, 103-106.
Χατζή 2008: Γ. Χατζή, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, Αθήνα 2008.


Printfriendly