.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Η Ιθώμη και το Μοναστήρι του Βουλκάνου. Ένα οδοιπορικό του 1933.



 Η Ιθώμη ορθώνεται στη μέση του απέραντου Μεσσηνιακού κάμπου, σα μιά κορώνα στο κεφάλι παλιάς βασίλισσας, όπως τέτοια δοξασμένη κι αξέχαστη στάθηκε μέσ' απ' την ιστορία η πανάρχαια Μεσσηνία. Το κωνικό βουνό της φαίνεται απ' όλες τις πλευρές της εύφορης Μεσσηνιακής πεδιάδας, καθώς κι απ' τα μισά του ομώνυμου κόλπου, έτσι ως αγναντεύεται από τ' ανοιχτό πέλαγο η μακρινή αυτή και γραφική στεριά της Πελοποννήσου.
 Ψηλά στη μυτερή κορφή του αρχαίου βουνού που μπλαβίζει στην απόσταση κι όπου τον παλιό καιρό υψώνονταν ο ναός του Διός Ιθωμάτα, καθώς και το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στέκετ΄ αθώρητο απ’ τ’ ανθρώπινα μάτια, γινομένο το ένα με τ’ απρόσιτα βραχοκότρωνα της ψηλής κορφής, το παμπάλαιο μοναστήρι της Παναγίας του Βουλκάνου το «Καθολικό» λεγόμενο, που χτίστηκε κατά το 12ον αιώνα από την γυναίκα του Ανδρόνικου Παλαιολόγου στα θεμέλια του Ναού του Διός.
 Για να φτάση κανείς ως εκείνη την απόκοσμη αητοφωλιά πρέπει νάχη πρώτ’ απ' όλα τη λεγόμενη "δίψα της ερεύνης" καθώς και κότσια γερά, παρ' όλο που εν άμοιρο άλογο μουλάρι θα τον σηκώνει επί μιάμιση ώρα και πιό πολύ στη ράχη του, ξεκινώντας από το κάτω μοναστήρι του Βουλκάνου όπου κατασταλάζουν όλοι οι προσκυνητές κι όπου για να φτάσης πάλι από το χωριό Τζαφερεμίνι, βάζεις άλλη μιάμιση ώρα καβάλλα μέσ’ από ανηφορικά ξεροτρόχαλα μονοπάτια. Γι' αυτή την εκδρομή ξεκίνησα εν ανοιξιάτικο πρωί, μη ξέροντας αν τα εφόδιά μου μπορούσαν να με φτάσουν ως το μακρυνό κάστρο «της Κορφής» που από καιρό ονειρεύτηκα να εκπορθήσω.
 Διάλεξα το ξεκίνημα με τραίνο από την Καλαμάτα, μόλις που το πρώτο γλυκολάλημα από τις μακρινες καμπάνες τάραζε τον μουντό ακόμ’ αέρα κι ο ήλιος μαντεύονταν πίσω από το Καλάθιον Όρος.
 Ίδιο με σταχτόμαυρο δράκοντα που σέρνεται σε γνώριμά του δασωμένα βοσκοτόπια, το τραίνο φυσώντας με αγκομαχητό τις κάπνες του κυλάει σχίζοντας το λουλουδιασμένο κάμπο. Τα χαμόσπιτα κ’ οι χόρτινες καλύβες ανοίγουν τα παραθύρια και τους φεγγίτες τους μέσ’ από κατσαρές πολύχρωμες περικοκλάδες, για να πλαισιώσουν αχτένιστα ξανθόμαλλα χωριατόπουλα και ορθαστήθες κοπελλούδες που καθρεφτίζουνε στα μάτια τους το αυγινό χαμόγελο. Απ' τις καλαμένιες αυλές ξεφεύγουν, σαν αλαφιασμένες στο σφύριγμα του τραίνου, κλώσσες με τα νασίδιά τους, πουλάρια σαν κυνηγημένα μαζί με προβατίνες ροβολάν αδέσποτα στον κάμπο. Στο βάθος τώρ΄ αριστερά μας ροδίζει το βουνό της Ιθώμης, το λεγόμενο και Βουλκάνο, ψηλό ως 810 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Το λένε και Βουρκάνα, καθώς και Δορκάνο, γιατί όπως πιστεύουν, τον παλιό καιρό ζούσαν πολλές δορκάδες μέσα στα δάση του. Το πιο πιθανό είναι ότι την ονομασία του Βουλκάνο πήρε από κάποιο σβυσμένο ηφαίστειο (Volcan) που ήταν εκεί απάνω στα προϊστορικά χρόνια. Ένα τεράστιο βάραθρο κατά την ανατολή που το λένε «του καιρού η τρύπα» μαρτυράει πώς σίγουρα εκεί θα ήταν και το στόμιο του αρχαίου ηφαιστείου. Το παρομοιάζουν με τον Κεάδα της Σπάρτης. Λένε πως το χειμώνα βγαίνει από εκεί ζεστός αέρας και το καλοκαίρι ψυχρός. Κατ΄ αντικρύ του στη μεσημβρία στέκεται ένα χαμηλότερο βουνό Άγιος Βασίλειος, αρχικά λεγόμενο Εύα, όπου βρισκόταν τα παλιά χρόνια το Ιερό του Διονύσου. Τ' όνομα Εύα πήρε από τα ξεφωνητά των «Εύα, εύα» -ευοί ευάν- που έφταναν σ’ όλη τη γύρω πεδιάδα από τα γλέντια του θεού με τις ιέρειες του κρασιού και της κραιπάλης. Στο διάσελο των δύο βουνών σ΄ ένα φαρδύ πλάτωμα ως 400 πήχες, είναι χτισμένο το μεγάλο Σταυροπυργιακό Μοναστήρι του Βουλκάνου, πούχει τα πολλά μετόχια, ένα από τα πλουσιώτερα και τα πιό φιλόξενα ελληνικά μοναστήρια χρονολογούμενο από το 1625. Καθώς φτάναμε στό χωριό Τζαφερεμίνι ύστερ΄ από μιά ώρα τραίνο για να πάρωμε τα ζώα που θα μας ανεβάσουν στο κάτω στο μεγάλο μοναστήρι, το βλέπομε από μακρυά να φαντάζη στην απόκρημνη πλαγιά σαν ένα κίτρινο μεγάλο λιθάρι, σαν μια τεράστια χάντρα που κατρακύλησε από το σπασμένο κομπολόι ενός γίγαντα της κορφής και στάθηκε μετέωρη εκεί, κρεμασμένη από μια δύναμη αόρατη. Τα βαρυπέταλα μουλάρια περνώντας μας από το φαρδύ ποτάμι του χωριού, όπου γυναίκες με τον κόπανο πλένουν ανάμεσα στις καλαμιές τα ριγωτά σκουτιά τους, ανηφορίζουν υπομονετικά μέσ’ απ' τα στενασκαμμένα στο βράχο μονοπάτια.
 Ο ήλιος καταχτητικά έχει αγκαλιάση την πλάση. Το μαρτυρούν τα νυχτολούλουδα που κάτω απ’ τους φράχτες αργοδιπλώνουν τα πέταλά τους, ενώ οι φλογάτες παπαρούνες κ’ οι αγριομολόχες διάπλατα τον κόρφο τους ανοίγουν, ολόστητες στα χνουδερά τους κλώνια για να ρουφήξουν λαίμαργα το μέγα φώς. Το μαρτυρούν ολόκληρες πομπές από μουριές φουντωτές και ρουφουλάτες, που γράψαν κι όλα κάτω στο χωριό τους παχιούς τους ήσκιους στο χώμα, κι όλο το ασημοδάσος των λιοδεντρών που μέσ' απ' τα χαλιά της κίτρινης μαργαρίτας δίνει τόπους τόπους τις πιο μαεστρικές πινελιές στο μεγάλο πολύχρωμο κάμπο. Και όσο εμείς ανεβαίνομε, τόσο αυτός ξεδιπλώνει στα μάτια μας ένα πανόραμα γεμάτο μυστικά. Το μαρτυράει ακόμη κι ο μακρινός κόλπος της Καλαμάτας, που σχεδιάστηκε σα χρυσαφιά κορδέλα στον ορίζοντα. Απ' τα μισά του ανήφορου ξεκαθαρίζει τώρα πλάγια το μοναστήρι, σαν στενόμακρο ψηλό καστέλλι, με σκούρες τάπιες στη σειρά, έτσι που δείχνουν τ’ ανοιχτά του αμέτρητα παραθύρια. Ένας κόσμος από τεράστιες κλαίουσες, πλατάνια, ευκαλύπτους κι επίσημα κυπαρίσσια στέκουν, ίδιοι βιγλάτορες σιωπηλοι και το φρουρούνε κι’ άλλα πολλά δεντρικά μαζί με αμπέλια, με στάχια, με λαχανόκηπους κατρακυλούν τον κατήφορο ως κάτω την πλατειά κοιλάδα που την κλείνουν οι ψηλοί γήλοφοι της Τσούκας με το βάλτο του Αγίου Φλώρου πιό κάτω. Ο βάλτος ενώνεται με τον Πάμισο το ιστορικό ποτάμι του Νησιού που κατά τον Στράβωνα είχε ιαματική δύναμη, ενώ κατά τον Παυσανία και τον Ανάχαρσι έβγαζε τα καλύτερα ψάρια. Φαντάζει ακόμη αυτό το μοναστήρι και σαν ξεχασμένο παλάτι παραμυθιuύ, σαν κάποιου δράκοντα κονάκι παρατημένο στη μανία των στοιχιών και των ανέμων. Μα έτσι τ' αγναντέψαμε κοντύτερα κι άρπαζε το μάτι μας δυο τρία μαύρα ράσα να περιδιαβάζουν σιωπηλά, σαν απρόγγιχτα σπουργίτια κάτω από τα αιωνόβια δέντρα, η φαντασία μας ημέρεψε, η ψυχή μας γαλήνεψε, γιατί το είδαμε σαν ένα παρήγορο κι απόκοσμο ησυχαστήριό της.


 Ο πρώτος που μάς καλημερίζει, γελαστός σαν την άνοιξη μέσ’ από τα 90 του χρόνια, είναι ο προηγούμενος πάτερ Γαλακτίων, σβέλτος ξεραγκιανός, μικρόσωμος, με το στραβά ραβδί του που τελειώνει από πάνω σε δίκοχη αγκούλα, πιο πολύ ένας τύπος γέρω Φάουστ που κρύβει δεκαοχτόχρονη καρδιά κάτω από το καφέ του αντερί, το περισφιγμένο από μια ζώνη σκουρογάλαζη. Περνώντας την σαν κάστρου βαρειά καμάρα της οξώπορτας, μπαίνoμε στην απέραντη τετράγωνη αυλή με την παλιά εκκλησία στη μέση και τη μεγάλη δεξαμενή. Ολοτρόγυρα καμάρες μεγάλες βαστούνε τα μακρινά χτιστά χαγιάτια με τα πενήντα κελλιά, τα πιό πολλά άδεια, γιατί δεν κατοικούνε πιά στο μοναστήρι παρά οκτώ εννιά όλοι όλοι καλογέροι. Οι κάτω στοές με τις βαρειές κολώνες κρύβουν ανάμεσά τους σκάλες πέτρινες, χτιστά πεζούλια, βρύσες, καμπάνες, πορτόνια θολωτά και πόρτες βαρειές που οδηγούν στο γραφείο, στη βιβλιοθήκη, στο κοινόβιο, στις αποθήκες. Τα βήματά μας αντηχούν ξερά στην πλακοστρωμένη έρημη αυλή. Οι λίγοι μοναχοί βρίσκονται άλλος στο κελλί του, άλλος στο βουνό για ξύλα, άλλος στις κυψέλες για τα μελίσσια, άλλος κεντρώνει μιαν αγριλιά κι άλλος ποτίζει τα κρεμμυδάκια του, Μονάχα ένας, σαν τραγικό της μοίρας φάντασμα, μαυρίζει καθισμένος σ' έν' απ' τ' απέραντα χαγιάτα. Οι στεναγμοί του βαρειά ταράζουν την νεκρική γαλήνη, μ' όλο που γύρω μέσ’ στο φώς τα χελιδόνια σπαθίζουν τον αέρα και τιτιβίζουν στις φωληές. Είναι ο πάτερ Ιγνάτιος, θεότυφλος τώρ' από δέκα χρόνια. Οσο ποθεί το θάνατο τόσο και λαχταράει για μιαν αχτίδα από το φώς που νιώθει να του ζεσταίνει το κατώφλι του κελλιού του. Όμως στον όρθρο και στον εσπερινό, στα δέκα δάχτυλά του φυτρώνουν δέκα μάτια που τον οδηγούν από τους πρώτους ψηλαφητά, στο στασίδι του.
 Η εκκλησία του Βουλκάνου στρωμένη με αρχαίες πλάκες κ’ έχοντας γιά στηρίγματα κολώνες από αρχαίους ναούς κι ανάκτορα της παλαιάς Μεσσήνης καθώς και αρχαία πλάκα για Αγία Τράπεζα, ήταν τόσο γιά τον εσωτερικό της διάκοσμο όσο και για τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της ένα αξιόλογο μνημείο της Χριστιανικής τέχνης.
 Ο γερμανός Holtzinger στο βιβλίο του περί «Παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής», όπου δείχνει δύο σχέδια του εσωτερικού και μίαν κάτοψη της αρχιτεκτονικής της εκκλησίας του Βουλκάνου, την παραβάλλει με την Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης, με τον Άγιο Κλήμεντα της Άγκυρας, με τον Άγιο Ελευθέριο των Αθηνών και με την Αγία Θεοτόκο της Πόλης. Κατά τη γνώμη όμως του σοφού αρχαιολόγου μας κ. Ορλάνδου, οι παρομοιώσεις αυτές του Holtzinger δεν είναι και τόσο σωστές, γιατί η εκκλησία του Βουλκάνου ανήκει στην κατηγορία των «δικιονίων ναών», και τέτοιους τύπους βλέπομε σε όλη σχεδόν την Ελλάδα. Μικρό παράδειγμα ο Άγιος Γιάννης ο Κυνηγός, έξω από την Αθήνα.
 Τα χρόνια, οι πόλεμοι και πιό πολύ οι επιδρομές του Ιμπραήμ, που ήρθε σαν άλλος Αττίλας στο Μοριά, ξέσπασαν και στο Μοναστήρι του Βουλκάνου. Ο Παντοκράτοράς του, οι άγιοί του, κι όλες οι τεχνικές του τοιχογραφίες που ήταν με μαστοριά φκιαγμένες από καλούς Χριστιανους τεχνίτες, δέχτηκαν στα κεφάλια τους τις σφαίρες των αφηνιασμένων βαρβάρων. Μα και σ' όλο το μοναστήρι οι Τούρκοι βάλανε φωτιά γιατί ήξεραν πώς τόχαν για καταφύγιο πολλοί αρματωλοί και κλέφτες της Μεσσηνίας καθώς κι ο Κολοκοτρώνης με τα παληκάρια του. Ένα παλιό τραγούδι λέει σχετικά:
Τι πίκρα πόχουν τα βουνά και τι χαρά οι κάμποι 
τί πίκρα πώχει ένα βουνό ψηλό σαν το Βουλκάνο, 
πώχει τους κλέφτες τους πολλούς και τους καπετανέους, 
που πάγαιναν στην εκκλησιά με τ’ ασημόσπαθά τους 
με τις ασημοτραχηλιές και τις χρυσές πιστόλες.


 Οι καλογέροι φεύγοντας το μαχαίρι του εχθρού διασκορπίστηκαν άλλοι στους λόγγους, στις σπηλιές και στις χαράδρες της Μάνης κι άλλοι πήγαν στη Ζάκυθο κι όταν πιά ξαναγύρισαν τον Ιούλιο του 1828 ύστερ΄ από τον εξολοθρεμό του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο, βρήκαν όλη την περιουσία της μονής ερείπια κι αποκαΐδια γινομένη. Τη μόνη ζωή που σεβάστηκαν οι βάρβαρες ορδές, αφού κορέστηκαν απ' τη σφαγή και την αρπαγή ήταν ένα άλογο και, δύο βώδια.
 Τώρα ο εξωτερικός ρυθμός της εκκλησίας δεν παρουσιάζει τίποτα το εξαιρετικό, αφού και τρούλος και καμπαναριό ξανάγιναν σχεδόν απ' την αρχή. Αλλά κι εσωτερικά ενώ θα μπορούσαν να διορθωθούν μ' ευσυνείδητη διάθεση οι χαλασμένοι Άγιοι των τοίχων και των θολωτών αψίδων, έργα των διασήμων αγιογράφων και αρχηγών του Πελοποννησιακού εργαστηρίου Γ. και Α. Μόσχων, ένας προοδευτικός ηγούμενος που πέθανε, νόμισε πώς πιό δίκαιο θάτανε να τους ξήση και να τους θάψη το 1882. κάτω από ένα παγερό σάββανο λουλακιασμένου ασβέστη. Γιά το κατόρθωμά του αυτό μάλιστα, ενετοίχησε και αναμνηστική πλάκα!


 Σε πολλές πλευρές του μοναστηριού υπάρχουν εντοιχισμένες πλάκες καθώς και δυο πόδια από αρχαίο άγαλμα εξαιρετικής τέχνης. Το κυριώτερο κειμήλιο, που στεγάζεται στην εκκλησία του Βουλκάνου, είναι η παμπάλαια εικόνα της Παναγίας «της Οδηγήτρας» ασημαντημένη, έργο λεγόμενον του Ευαγγελιστή Λουκά, που πρωτοβρέθηκε με το καντήλι της στην κορφή της Ιθώμης κατά το ΙΒ' αιώνα.
 Στη βιβλιοθήκη είδα κι ένα χειρόγραφο, σοφό πηδάλιο από 400 σελίδες, γραμμένο το ΙΖ ́ αιώνα από κάποιο Ζωσιμά ιερομόναχο που θα ήτανε μαζί και καλλιτέχνης, γιατί τώχει στολίση μ' ένα σωρό πλουμίδια μικρογραφίες κι όμορφα ψιλοδουλεμένα σχέδια, βάζοντας και στους τίτλους γράμματα βυζαντινά με κόκκινο μελάνι. Ανάμεσ’ από διάφορα έγγραφα με χρονολογίες αρχαιότατες «Χουτζέτια, σουρέκια, ομόλογα, ταπιά, σενέτια» είδος συμβολαίων με τούρκικες σφραγίδες λεγόμενες βούλες, όπου διαβάζει κανείς την πολυτάραχη ζωή αυτού του μοναστηριού και τα οποία σώθηκαν σαν από θαύμα από τις πυρκαϊές, βλέπομε και τον «Κώδικα της Μονής που γράφει το ιστορικό της, πώς και γιατί εχτίστηκε εκεί που βρίσκεται σήμερα από το 1625. Μαθαίνομε μαζί πώς αυτό το μοναστήρι ελειτούργησε κανονικά ως το 1824.
 Μέσα στα επίσημα χαρτιά της Μονής σώζονται και τέσσαρα αρχαιότατα, πάνω σε μεμβράνη σιγίλλια. Τα δύο έχουνε μολυβένιες πατριαρχικές προτομές στη σφαγίδα τους. Είναι τα χρυσόβουλα γράμματα των κατά καιρούς Πατριαρχών που αναφέρουν ότι η Μονή αναγνωρίζεται ως Πατριαρχικό Σταυροπήγιο από τη Μεγάλη Εκκλησία και κηρύσσεται «ελευθέρα, ασύδωτος, ακαταπάτητος» κ.λ.π. σιγίλλιο υπογεγραμμένο από τον Πατριάρχη Κύριλλο (1680), το αρχαιότερο είναι του Ιερεμίου (1583) και το τελευταίο του Γρηγορίου Ε ́ (1798).
 Μέσα στις αρπαγές και τις αλλεπάλληλες πυρκαϊές διασκορπίστηκαν κι άλλα σπουδαία έγγραφα που θα μας πληροφορούσαν για την πολύ προγενέστερη ύπαρξη του ιστορικού αυτού προπυργίου της Χριστιανοσύνης, αφού υπάρχει και μια παράδοση ότι το απάνω μοναστήρι της «Κορφής» πρωτοχτίστηκε το 726 επί του Εικονομάχου Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου, σαν εξέδωκε το περιβόητο δόγμα του για την καθαίρεση των Εικόνων.
Αλλού αναφέρεται ότι το 1209, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, εφιλοξενήθηκε μεγαλοπρεπέστατα από τον ηγούμενο του Βουλκάνου και ο Ρομπέρτος Σαμπλίτης, ανηψιός του ηγεμόνα Γουλιέλμου Σαμπλίτη.


 Σιγοπίνοντας τον απογευματινό καφέ μας με τον πάτερ Νικηφόρο σ' ένα από τα πλατιά σιδερένια μπαλκόνια που στέκουν κρεμαστά πάνω από το πανοραματικό χάος, ακούμε τώρα σαν απ' το στόμα ενός βιβλικού προφήτη την ιστορία του Βουλκάνου από τα πρώτα πρώτα χρόνια.
 Τα πρασινόξανθα στάχια κατρακυλούνε σα χρυσός χείμαρρος απ' τις πλαγιές κάτω από του δειλινού το φώς. Μακρυά εκεί κάτω το ποτάμι Βαλύρα, που χύνεται στον Πάμισο και που κατά τον Παυσανία χρωστά τ' όνομά του στο ότι περνώντας από κεί ο τυφλός μουσικός Θάμυρις από τη Θράκη έχασε τη λύρα του, σαν ασημένιο φείδι λουφάζει ακούνητος στον κάμπο. Σήμερα έχει το άχαρο όνομα Μαυροζούμαινα για χάρη μιάς αρχόντισσας της Μεσσήνης που ο άνδρας της έχτισε τη μεγάλη γέφυρά του με εννέα καμάρες πάνω σε τεράστιους αρχαίους ογκολίθους. Ακούγοντας την αργή εξιστόριση του μοναχού, στέλνομε την όρασή μας μαζί με τη φαντασία μας ψηλότερα κι απ' τα σύννεφα που πλανιώνται πάνω απ' τις κορφές του Ταυγέτου και των βουνών της Αρκαδίας, μακρύτερα κι απ' τους φραγμούς του χρόνου που χαράζουνε τα όρια της ζωής.
- Πάνε τώρα, καθώς ακούσαμε από στοματική παράδοση, οχτακόσια χρόνια, μας λέει ο πάτερ Νικηφόρος, όπου μιά βροχερή και άγρια νύχτα λίγοι καλόγεροι που μέναν σ’ ένα φτωχό εκκλησιδάκι στο χαμηλό βουνό της Εύας είδαν, ύστερ απ' την καταιγίδα, απάνω στην Ιθώμη κάτι σα φώς να λαμπυρίζει στην κορφή. Δυο τρεις νυχτιές πάλι το ματάειδαν, Μπήκανε σ' έγνοια: σαν τι μπορούσε νάναι;
 Κατέβηκαν απ' τον άγιο Βασίλειο και πήγαν στην Ιθώμη. Και βρήκαν σ' ένα δέντρο κρεμασμένη την εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου. Δίπλα της άσβυστο ένα καντήλι την εφώτιζε. Όλοι οι άνεμοι που θρασομάναγαν σ’ εκείνη την ψηλή κορφή δεν μπόρηγαν να το σβύσουν. Πήραν την Παναγία και την απόθεσαν στη φτωχική τους εκκλησία. Μά σαν ξυπνήσαν το πρωί, η χάρη της ήταν φευγάτη, Κ' εκεί κατά το σούρουπο είδαν σαν τον αποσπερίτη να τρεμολάμπη πάλι απάνω στην Ιθώμη ένα φώς, το ίδιο εκείνο πού ήξεραν. Έτσι που τόμαθε η ευσεβέστατη γυναίκα του Ανδρόνικου Παλαιολόγου έδωσε διαταγή να χτίσουν πιά εκεί της Παναγιάς το σπίτι. Ήτανε λένε η μακαρίτισσα πολύ θεοσεβούμενη. Έχει χτίση εδώ τριγύρω και άλλες εκκλησίες. Η πιό σπουδαία είναι η Σαμαρίνα κάτω στον κάμπο του Νησιού.
Κι έβαλε αμέσως σπουδαίους μαστοράδες και τεχνίτες που γράψανε στους τοίχους της Βουλκανιώτισσας έναν κόσμο από αγίους κι αρχαγγέλους για να κρατούνε συντροφιά στη Μεγαλόχαρη. Αλλά μετά από τετρακόσια χρόνια, μη υποφέρνοντας οι πατέρες, καθώς το λέει και ο Κώδικας, να ζουν εις το Καθολικό αποφάσισαν νάρθουν χαμηλότερα προς το χωριό Μαυρομάτι που ήταν η αρχαία Μεσσήνη, κι όπου η εκκλησία είχε ένα μετόχι. Αλλά και κεί δεν έμειναν πολύ, γιατί ο Αγάς της Ανδρούσας τους εστενοχωρούσε κάθε λίγο παντοιοτρόπως. Αναγκάστηκαν τότε ν' αγοράσουν το 1625 τούτο δώ τον τόπο όπου λεγόταν Τζέμη τον παλιό καιρό κι όπου ήτανε κι η μάννα του νερού. Αυτό ήτανε το καλύτερα όπου καναν γιατί από τότε όλ' η Πελοπόννησο έρχεται να προσκυνήση με πιότερην ευκολία την Κυρία Θεοτόκο μας, κουβαλώντας κάθε λογής τάματα από χρυσαφικά, ως τα ζωντανά της, που γεμίζουνε σε ατέλειωτη σειρά το μονοπάτι του βουνού, έτσι ως ανεβαίνουν κάθε δεκαπενταύγουστο απ' όλο τόν κάμπο.
 Ως εδώ πάνω φτάσανε στα παλιά τα χρόνια αρχόντοι και μεγαλουσάνοι, Καπεταναίοι και Πατριαρχάδες, ώς κι ο βασιλέας Όθωνας ήρθε στο μοναστήρι μας με τον υπασπιστή του τον Μπότσαρη κι ανέβη μάλιστα με το άτι του καβάλλα κι απάνω στο «Καθολικό της κορφής». Είχε μεγάλα πλούτη ετούτο δώ, το Μοναστήρι Ευαγγέλια, δισκοπότηρα, ασημένια καντήλια, θυμιατά της Πόλης, σταυρούς μαλαματένιους με τίμιο ξύλο δώρα Πατριαρχάδων και Αυτοκρατόρων. Είχε και πολλά άγια λείψανα του νεομάρτυρα Ιωάννου της Μονεμβασίας καθώς και την κάρα του νεομάρτυρα της Καλαμάτας Ηλία Αρδούνη, που ήταν κουρέας εκείνο τον καιρό κατά το 1680. Τούτος δώ αφού αλλαξοπίστησε κ' έγινε Τούρκος, μετάνιωσε και ξαναγύρισε «εν οδυρμοίς και δάκρυσιν εις τους κόλπους της Χριστιανοσύνης» καθώς γράφει ο Δουκάκης. Οι Τούρκοι τον έκαψαν ζωντανό στη Βέλιουρα.


 Είχε μαζί ετούτο το μοναστήρι μεγάλη και πλούσια ιματιοθήκη, τί ιερά άμφια χρυσοκεντημένα, μίτρες σπουδαίες, εγκόλπια, χρυσομάνικα, ζώνες, πετραχήλια, φελόνια... που να τα ιστορίση κανείς. Μα δεν μας άφησαν τίποτε οι Τούρκοι. Ήρθανε κ’ οι ληστές το Σεπτέμβριο του 1836, ο Δημαράς, ο Φάβος, ο Πουλακίδας, ληστές με τ' όνομα και σήκωσαν μαζί και το ταμείο αφού ελήστεψαν και τον προηγούμενο Χρύσανθο... 
Το δειλινό είχε δόση τη θέση του στο πρώτο μούχρωμα του βραδυού. Ο κάμπος είχε σκεπαστή μ’ ένα σταχτοπράσινο πέπλο και μόνο στις τελευταίες χιονοκορφές του Ταϋγέτου αργοπορούσε ακόμα σαν κάποιο ξέθωρο ροδογάλαζο φώς. Στον πρώτο ήχο τώρα της καμπάνας που μας καλούσε στον εσπερινό, είδαμε μαζί με τους καλογέρους που βγαίναν ανόρεξοι απ' τα κελλιά τους, να ξετρυπώνη κ' ένα σμήνος νυχτερίδες από τα πλατειά γείσα των κεραμιδιών, διαγράφοντας σαστισμένους κύκλους γύρω από τα μαύρα ράσα που περνούσαν σιωπηλά μέσ' απ' την απέραντη πλακόστρωτη αυλή, σαν μακάβρια λιτανία. Έμπαιναν αργά μέσ΄ το μισόφωτο της εκκλησίας μουρμουρίζοντας μέσ’ απ' τα δασάτους γένεια, άλλος «τον ρύπον απόσμιξον της ταλαιπώρου καρδίας μου, Θεοτόκε πανύμνητε» άλλος «Εκ βαθέων εκέκραξά σοι, Κύριε...» Μάταιες κραυγές πνιγμένης διαμαρτυρίας της πιό πνιγμένης κάτω από τα δεσμά του ράσου ταλαίπωρης ανθρώπινης ψυχής.
Την βαθειά νύχτα ακούστηκαν μακρυνά ουρλιάσματα κάποιου κουναβιού που μια αλεπού το δάγκωσε, κι ενός γκιώνη το θρηνητικό τροπάρι. Μά έφτασε από τα κάτω ανθισμένα ρουμάνια, σαν από βoυκoλικό ειδύλλιο προμήνυμα, μιανής φλογέρας η σιγανή τρίλλια κ' ενός τροκανιού κουδούνισμα, πούχυσαν ημεροσύνη στην ερεβιακή νύχτα. Απ' το ψηλό παράθυρο έστειλα με δέος το βλέμμα μου στο μαύρο χάος. Μακρυά το μόνο που έλαμπε έντονα και μ' επιμονή στο ίδιο μέρος ήταν ένα πυροφάνι στον ποταμό Βαλύρα, που κάθε νύχτα έψαχνε γιά χέλια στα ρηχά και βαλτωμένα νερά του.
 Από «όρθoυ βαθέως» ύστερ απ την απόλυση, πήραμε τον ανήφορο για την ψιλή Κορφή. Η ανατολή μας βρήκε στην ακρόπολη της αρχαίας Μεσσήνης. Τίποτα πιά δεν μαρτυράει τις παλιές δόξες της. Η καταστροφή της είναι συντελεσμένη από αιώνες. Ο ξανθός Ναζωραίος σάρωσε με το κήρυγμά του τ' αρχαία είδωλα και τους ναούς τους απ' τα ομορφώτερα σημεία της γης όπου είχανε θρονιαστή κι ήρθε αυτός, βασιλιάς και κυρίαρχος να στήση τα τρόπαιά του, ανοίγοντας στη βαρειά από της ύλης τη λατρεία ψυχή του ανθρώπου τη φωτεινή πύλη του απολυτρωμού. Αν οι καλογέροι τη μίκρηναν και την έκαναν ασφυκτικά ατενή κι από παντού κλεισμένη αυτό είναι άλλο ζήτημα. Η πύλη του Χριστού είχε στη μετώπη της γραμμένες τις λέξεις: Αλήθεια, ομορφιά, αγάπη, χαρά, δικαιοσύνη.
Η μικρή παλιά εκκλησία της Παναγίας στέκει στο ψηλότερο μέρος του οροπεδίου της κορφής σαν τελειωτική σφραγίδα ενός κόσμου πούφυγε για πάντα κ' ενός άλλου που ήρθε γιά ν’ ανεβάση το ανθρώπινο στο καθαρά πνευματικό στο υπερούσιο, στο υπεράυλο, εκεί που το σπρώχνει συνειδητά ο ενδόμυχως κι εξελιγμένος πόθος του.
 Το εκκλησάκι της «κορφής» που κλείνει και τρία μικρά, παρεκκλήσια, κτισμένα στ' αρχαία θεμέλια του ναού του Αιός Ιθωμάτα με παλιά μάρμαρα με δωρικές κολώνες κομματιασμένες και πλάκες επιγραφικές, δεν έχει κανένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ρυθμό απ’ έξω.
Κι εδώ φαίνεται πώς έγιναν άλλεπάλληλες επισκευές. Είναι όμως αξιέπαινοι οι άγιοι πατέρες που δεν πείραξαν από τον εσωτερικό τους διάκοσμο. Κι έχει κανείς να χαίρεται έναν κόσμο απ' όμορφες και σχεδόν άθικτες τοιχογραφίες (a tempera), υπέροχες στο χρώμα και στη σύνθεση που απεικονίζουν το Χριστό, την Παναγία, άπειρα επεισόδια της ζωής τους, σκηνές απ' την Αγία Γραφή, καθώς και πλήθος αγίων με χαρακτηριστικές εκφράσεις στη μορφή, κι αισητικώτατο ρυθμό στην πλούσια πτυχολογία της φορεσιάς τους της σχολής των πρώτων Βυζαντινογράφων Γ. και Δ. Μόσχων, που εργάσθηκαν για τη διακόσμηση του Βουλκάνου το 1638 επί Πατριάρχου Νεοφύτου. Αυτό το απόκοσμο ειρηνικό καταφύγιο της προσευχής και της ασκητικής γαλήνης, απρόσιτο στους πολλούς, είν’ ένα σπάνιο κόσμημα στο θησαυροφυλάκιο του βυζαντινού μας πλούτου που όλο και φτωχότερος γίνεται μέρα με την ημέρα.
 Μια φορά τα χρόνο, το δεκαπενταύγουστο, ανεβάζουν από το μοναστήρι με μεγάλη πομπή την εικόνα της Βουλκανιώτισσας, μέσα σ’ ολόχρυση θήκη στο αρχικό της σπίτι, όπου γίνεται μεγάλη λειτουργία. Είναι συγκινητικό το θέαμα να βλέπης όλους τους παπάδες με τα ιερά τους και με τα ξεφτέρια, σαν χρυσή κορδέλα να ξετυλίγεται αργά αργά προς τ' ανηφορικό βουνό. Κι ακόμα πιό συγκινητικό το θέαμα των "ταματαρέων" που τώχουν τάξη να φτάσουν ξυπόλυτοι ως εκεί απάνω και το κατορθώνουν χάρις στη μεγάλη τους πίστη μ' όλο που στο διάβα τους αφήνουν μέσ’ από τα ξεσκλίδια των βράχων, τ' αγκάθια και τ' αγριοπούρναρα, το αίμα τους τά βάφη σαν άλικες παπαρούνες τις ξερολιθιές του τραχύτατου μονοπατιού. Αλλη μιά φορά γίνεται η μεταφορά της εικόνας από το κάτω Μοναστήρι στο Νησί, σαν εορτάζονται στις 24 Αυγούστου τα Εννιάμερα.
 Τα κελλάκια της κορφής είναι μικρά σαν περιστεριώνες. Σ' ένα απ’ αυτά είν' εντοιχισμένη μιά μαρμάρινη πλάκα με τρείς ρόδακες σκαλιστούς κ’ ένα σταυρό στην άκρη. Γράφει αυτά τα ανορθόγραφα λόγια «Μακάρηως ούτος ο έχον υπακοήν αγαθήν μιμητής γάρ του αγαθού ημών Δεσπότου ΑΨΝΣΤ Μαΐου 18», δηλαδή έτος 1756. Εκείνο που σώζεται ακόμη απ' τα πρώτα χρόνια είναι το εξομολογητήριο, ένα είδος χτιστό λαγούμι βαθύ και σκοταδερό όπου έμπαινε ο παπάς κι άκουγε τ' αμαρτήματα του εξομολογουμένου χωρίς να βλέπη και τον ίδιο, καθώς κ' ένα στρογγυλοχτισμένο διαμέρισμα χωρίς παράθυρα με λίγες οπές στη θολωτή στέγη του, όπου τον παλιό καιρό άναβαν στη μέση μεγάλη φωτιά οι καλόγεροι κι εκάθιζαν ολόγυρα να ζεσταίνωνται σαν γύρω από ένα τεράστιο μαγκάλι, τις κρυαδερές ημέρες και τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες.
 Ο Όμηρος ωνόμασε την απόρθητη και οχυρή Ιθώμη «κλιμακόεσσαν» για την πετρώδη και τραχειά κλιμακωτή ανηφοριά της. Από την κορυφή της Ιθώμης, λέει η παράδοση ότι ο αντρειωμένος Αριστομένης άρπαζε τους βράχους και τους έρριχνε ως τη Μήλο. Σε άπειρες μεριές του απότομου βουνού υπάρχουνε βαθειά φαράγγια, λαγούμια και βάραθρα. Όπως του "καιρού η τρούπα" που ανάφερα στην αρχή και που καθώς λένε συγκοινωνεί από ένα βαθύτατο υπόγειο λαγούμι με τις υπώρειες του αντικρυνού βουνού της Εύας (αυτό το εξακρίβωσαν από μια γάτα που έρριξαν μέσα στο βάραθρο και που βγήκε από τη θέση «Λιγίδι» στα νότια της Εύας). Και άλλο ένα βάραθρο ανάμεσα σε βράχους απότομους στα δυτικά της Ιθώμης και που το λένε «αραπότρυπα». Τ' όνομά της η Ιθώμη επήρε ή από μια πελασγική πόλη της Θεσσαλίας ή κατά τον Παυσανία,  μιά αρχαία νύφη Ιθώμη που μαζί με τη Νέδα (κι αυτή η τελευταία έδοσε τ’ όνομά της στο Νέδα ποταμό) παρέλαβαν το Δία από τους Κουρήτες όπου τον είχε παραδώση η μάννα του Ρέα για να μη τόνε φάη ο πατέρας του ο Κρόνος όπως συνήθιζε να κάνη να στ' άλλα του παιδιά. Αυτή φαίνεται η σωστότερη παράδοση. Και αφού τον έλουσαν πρώτα στην πηγή της Κλεψύδρας που βρίσκεται στα ριζά του βουνού, από κάτω στο χωριό Μαυρομάτι, τον ανέβασαν στην κορφή. Εκεί τον ανάθρεψαν μακρυά από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Εχτίστηκε το ιερό του Διός Ιθωμάτα και κοσμήθηκε από το άγαλμά του καμωμένο από ένα γλύπτη ονομαζόμενο Αγελάδα. Αυτό το άγαλμα το αφιέρωσαν στο Δία οι Μεσσήνιοι, που πολλές φορές ζήτησαν άσυλο στην κορφή της Ιθώμης, μετά από τον τρίτο Μεσσηνιακό πόλεμο σαν έφυγαν κυνηγημένοι από τους αδιασώπητους Σπαρτιάτες και πήγαν στη Ναύπακτο.
 Εδώ πάνω εγίνονταν τον παλιό καιρό μεγάλες γιορτές που τις ονόμαζαν Ιθωμαία, καθώς και αγώνες μουσικής όπου εβραβεύονταν οι περισσότερο προικισμένοι από τα δώρα του Απόλλωνα νέοι της εποχής. Στ' ανατολικά του καθολικού βρίσκονται θεμέλια από τετράγωνο κτίριο πολλοι φαντάζονται ότι μπορεί εκεί να ήταν κτισμένο το ανάκτορο του Αριστοδήμου και ο τάφος της κόρης του, πάνω στον οποίο εσκοτώθηκε θεληματικά ο ηρωϊκός όσο και άτυχος αυτός βασιλιάς1. Στα νότια της κορφής βρίσκεται και μια δεξαμενή από τ΄ αρχαία χρόνια λαξεμένη μέσα σ’ ένα σπηλαιώδη βράχο γεμάτο πάντα κρύο κι ολοκάθαρο νερό, όπου σβύνει τη δίψα του ο βαλαντωμένος στρατοκόπος και τ' αποκαμωμένα ζά.
 Γιά την Ιθώμη λένε πώς ο Δημήτριος Φαληρεύς έλεγε στο γυιό του Φίλιππο: «Αν θέλεις να είσαι κύριος του ταύρου κράτα τον καλά από τα δυό του κέρατα». Ταύρο εννοούσε την Πελοπόννησο και δύο κέρατα, τον Ακροκόρινθο και την Ιθώμη.
 Τα τεράστια βραχοκότρωνα που σχηματίζουν το οροπέδιο της κορφής μας βεβαιώνουν ότι πατούμε σε στέρεο έδαφος ειδ' άλλως θα λέγαμε πως βρισκόμαστε κρεμασμένοι στο κενό, τέτοια εντύπωση μας δίνει ο κυκλοτερής και απεριόριστος ορίζοντας γύρω μας, με το απέραντο Μεσσηνιακό πεδίο που μας περιζώνει από παντού, σκεπασμένο απ' την πρωϊνή ομίχλη. Μια διάφανη πάχνη σαν αραχνοϋφαμένο τουλπάνι ανάμεσα γης και ουρανό πότε οριζόντια απλωμένο, πότε κάθετα, ίδιο με τεράστια κουρτίνα γαντζωμένη σε αθώρητους χαλκάδες, ξεχύνει τις πυκνότερες δίπλες του μέσα στ’ απόσκια των μακρυνών βουνών και στις λουλουκάτες λαγκαδιές. Κι' όσο ο ήλιος ανεβαίνει χύνοντας σαν ψιλή χρυσόσκονη το φως του πάνω απ' τα ταφροφαράγγια και τις κορφοσειρές της αποσκιαδερής Μάνης, τόσο κ΄ η κουρτίνα της πάχνης σκίζεται, τόπους τόπους για να μας φανερώση σε απέραντες σκηνογραφίες, μέσ’ απ' τις αλυσίδες των βουνών, πότε του Πάνα τα λημέρια απ’ τ’ Αρκαδικά όρη και το ιστορικό Λυκαίο ώς τις βαθιές χαράδρες του Ταϋγέτου, πότε δροσόχαρα μακρυνά τοπεία που ξεκαθαρίζονται λίγο λίγο ανάμεσα στο αχροπράσινο φόντο όπου λαμπυρίζουν τα ψιλοδιάμαντα της αυγινής δρoσιάς.


 Η «Μακαρία» λεγόμενη και καλλίκαρπη πεδιάδα, το αιώνιο «μήλο της έριδος» ανάμεσα Λακεδαιμονίων και Μεσσηνίων, που ξαπλώνεται απέραντη μπροστά μας ως κάτω στην ασπρογάλανη θάλασσα, μας γεμίζει από μιά μακάρια ειδωλολατρική έκσταση. Ξεχνάμε τις χριστιανικές, μοναστηρήσιες μονοθεϊστικές πεποιθήσεις μας και γινόμαστε παγανοί, πανθεϊστές άπληστοι για της αρχαίας ζωής τις ομορφάδες. Τα μάτια μας πλαταίνουν, μεγαλώνουν, γίνονται τεράστιοι καταπατήρες απ' όπου λαίμαργα η ψυχή  πίνει μέσ’ απ' τις δροσάτες γουλιές του αιθέρα και τις πεμπτουσίες των λουλουδιών την απεραντωσύνη του ορίζοντα, την απεραντωσύνη των καιρών, με των πόθων μας τις απεραντοσύνες που δεν υποτάζονται στου χρόνου τους περιορισμούς.
 Κάνοντας το γύρο της κορφής βλέπομε στο βοριά τα Νόμια ορη, όπου ηταν το κατάλυμα του Πάνα και της Νομίας νύφης, στη μέση εκεί και το βουνό της Είρας όπου έντεκα ολόκληρα χρόνια ύστερα από την ήττα της Μεγάλης Τάφρου έμειναν πολιορκημένοι οι Μεσσήνιοι με τον Αριστόδημο.
Η Στενύκληρη πεδιάδα όπου ο Αριστομένης ανδραγάθησε και ο Τυρταίος τραγούδησε τά έπη και τα έλεγεία του, η ηρωϊκή Ανδανία, το παλιό Καρνάσιο Αλσος "αι Αρχαίαι Φαραί" στο βάθος η αρχαία Ασσίνη, σημερινή Κορώνη, πιο πέρα το Λυκόδημο και τα βουνά της Αγυιάς άλλα βασίλεια της Αλήθειας και τής Φαντασίας που δεν έχουν τελειωμό. Και  μπρός μας κάτω από το ιστορικό βουνό ανάμεσα από μια θάλασσα γηλόφους ανθισμένους ξαπλώνεται μια από τις κυριώτερες μεγαλοπολιτείες του παλιού καιρού, η αρχαία Μεσσήνη πάνω στ’ άψυχα συντριμμένα μάρμαρά της, αλλά και τα ζωντανεμένα από τους  θρύλους που διηγούνται.
 Η Μεσσήνη είχε πάρη τ' όνομά της από την πρώτη της Βασίλισσα Μεσσήνη γυναίκα του Βασιλιά Πολυκάονος. Γεμάτη σπουδαία ερείπια του αρχαίου της μεγαλείου περικαλλέστατη πολιτεία είχε χτιστή -370. Από τα σωζόμενα καλύτερα ερείπια της είναι η αγορά, το θέατρο, το στάδιο, τάφοι, επιγραφές καθώς και ανάγλυφα σε πλάκες και σπασμένα αγάλματα, όπλα, ιατρικά εργαλεία, πήλινα εκμαγεία που φυλάγονται, στο μικρό Μουσείο του χωριού Μαυρομάτι. Ο δροσερός και αστέρευτος από αιώνες κρουνός της Κλεψύδρας που τον λένε και κρήνη Καλλιρρόης, διασκορπίζεται σε μύρια αυλάκια ποτίζοντας τη γη όπου ορθόνωνταν ο Ναός του Ποσειδώνα, της Αφροδίτης, το ιερό της Δήμητρας, το Ασκληπιείο, το μέγαρο των Κουρήτων, το Γυμνάσιο, το ιερό των Διοσκούρων, της Αρτέμιδος κι άλλα με τα περικαλλέστατα χρυσά χάλκινα αγάλματα των αρχαίων θεών. Αλλ' απάνω απ' όλα αυτά τα μεγαλεία στέκει πανώριος ο ίσκιος του θρυλικού βασιλιά Αριστοδήμου που σκότωσε με τα χέρια του τη μονάκριβή του κόρη για να σώση την πατρίδα του επειδή του το παράγγειλε το Μαντείο των Δελφών. Κι' όταν είδε πως άδικα την εθυσίασε, έβαλε τέλος και στην ίδια του ζωή απάνω από τον τάφο της.
 Η αρχαία Μεσσήνη είναι ολόκληρη οχυρωμένη κυκλικά από τα τεράστια τείχη που έχτισε ο Θηβαίος στρατηγός Επαμεινώνδας το -371, σαν ενίκησε οριστικά τους Λακεδαιμονίους στα Λεύκτρα και ξανάφερε πια τους διασκορπισμένους Μεσσηνίους στην πατρίδα τους. O Παυσανίας στα Μεσσηνιακά του (κεφ.31) μιλεί για τη μεγαλεπήβολη αρχιτεκτονική τους: «περί δε την Μεσσήνην τείχος κύκλος μεν πάς λίθου πεποίηται πύργοι δε και επάλξεις εισίν εν ωκοδομημέναι».
Από την Ακρόπολη ψηλά τα βλέπομε ν' ακολουθούνε όλους τους εδαφικούς κυματισμούς της γής σε κυκλικό μάκρος ατελείωτο που το υπολογίζουν σε 8920 μέτρα. Aναμεσά τους και κατά διαστήματα άνισα ορθώνονται τεράστιοι πύργοι τετραγωνικοί, που άλλοι διατηρούνται ακόμη, άλλοι έχουνε σωριαστή σε άμορφους όγκους. Κατά τον αββά Fourmont που περιόδευε το 1729 στην Ελλάδα, το τείχος είχε τότε 38 πύργους. Η καταστροφή του τείχους της Μεσσήνης έγινε κατά πρώτο το +396 από τους Οστρογότθους και το βασιλιά τους Αλάριχο. Μέσα στην αρχαία αυτή μεγαλόπολη έμπαιναν από τέσσερις κεντρικές πόρτες, αλλά η μεγαλοπρεπέστερη και πολυτελέστερη ήταν η Αρκαδική Πύλη, κατά τον Παυσανία «Πύλαι», στολισμένη με του Ερμή το άγαλμα καθώς και με άλλα σπουδαία αγάλματα στις κόγχες της κυκλικής αυλής της μαζί κι επιγραφές. Αυτή η πύλη είναι χτισμένη με ισόμετρους πελωρίους ογκολίθους και το υπερθυρό της ένα τεράστιο μονοκόματο μάρμαρο μακρύ ως έξη μέτρα πεσμένο από τη μιά μεριά κι από την άλλη μόλις στεκούμενο στο σαν κυκλώπιo τείχος στήριγμά του, μοιάζει με γιγάντεια λαιμητόμο. Στα κάτω μάρμαρα οι βαθειές αυλακιές που φαίνονται λένε πως είναι από τα πέταλα του αλόγου του Αριστοδήμου. Τα ρωμαϊκά χρόνια αυτή η πύλη επισκευάστηκε από τον Κοΐντο- Πλώκο Ευφημίωνα, καθώς αναφέρει μια επιγραφή απάνω απ' την αριστερή θυρίδα. Και στα χριστιανικά χρόνια στάθηκε σπουδαία πολιτεία η Μεσσήνη για τις εκκλησίες της και τις επιτύμβιες επιγραφές. 
Είχαμε ξεχαστεί βυθισμένοι στου αρχαίου κόσμου την ονειροφαντασία. Ο νους μας έπλαθε χωρίς σειρά κάθε λογής φευγάμενα οράματα. Από τα βάθη των καιρών πρόβελναν αλαργινές γιγαντομαχίες κάτω στον κάμπο, έφοδοι στα κυκλώπεια οχυρώματα της Μεσσήνης, μια έντονη γεμάτη πολεμικό σφρίγος ζωή που τη ζήσαμε μόνο στα παραμύθια. Ακούγαμε μέσ’ από ένα μυστηριακό βουητό δόρατα και ασπίδες να γεμίζουν τον αέρα με τον ατσάλινο αχό τους, βλέπαμε να λαμποκοπάνε στο ήλιο μαζί με περικεφαλαίες και, σιδερένιους θώρακες, μπρούντζινα αθλητικά κορμιά μέσ’ από πολύχρωμους κοντούς χιτώνες και πυρόξανθα μαλλιά σαν χαίτες λιονταρίσιες ν' ανεμίζωνται στο σάλο τον πολεμικό. Κ΄ ύστερα σαν από μιας ειρηνιστικής αντίδρασης ανάγκη μια πομπή από χλαμυδοφόρες γυναίκες ανέβαιναν αργά το τραχύ βουνό.
 Κ΄ έφερναν στον Ιθωμάτα κάνιστρα καρπούς γιομάτα, πεπλοφόρες, μυροφόρες, των βουνών νεραϊδοκόρες όπως κάνουν τώρα για την Παναγία οι σημερινές Μεσσήνιες γυναίκες. Μ' αμέσως σαν από πείσμα τους, ένας ολόκληρος κόσμος από Σατύρους και Σειλινούς, στο απέναντι βουνό της Εύας, έστηνε ξέφρενο γιορτάσι, ένα τρελλό ξεθεωτικό πανηγύρι, στεφανωμένος από κισσούς και αμπελόφυλλα μαζί με αναμαλλιασμένες ροδόσαρκες Βαχκίδες που κροτάλιζαν χορεύοντας τα ολόγιομα χρυσά τους κύπελλα. Zευγάρια ερωτεμένα σα να κυνηγούσανε μέσα στο λαύρο μεσημέρι την ερωτική αποθυμιά τους στις βελουδάτες λουλουδοστρωμένες πλαγιές του διονυσιακού βουνού. Ευοί ευάν...  αντηχούσε όλος ο κάμπος γύρω. Ευοί ευάν τραγούδαγαν οι όχθες του Παμίσου και τα νερά του στο κατρακυλισμά τους.
 Ένας μεσόκοπος καλόγερος σαν βάκχος ρασοφορεμένος, γεμίζοντας και ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια μας από το πυρρό μοναστηρίσο κρασί, μας έλεγε κάθε λίγο με πονηρό χαμόγελο, ανάμιχτο με μιάν ασκητική σοβαροφάνεια, κατεβάζοντας μονορούφι τις ξέχειλες κούπες. «Και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου». Κι εμείς του απαντούσαμε με υποκριτική αυστηρότητα, έτσι που βλέπαμε τα μάτια του παράξενα να σπιθίζουν ανάμεσ’ από του ποτηρίου το γιάλισμα - Ναί Πάτερ μου, αλλά και "μή μεθύσκεσθε οίνον ενώ έστιν ασωτεία...». Σαν φεύγαμε τ’ άλλο πρωί, έτσι ως αγνατέψαμε από μακρυά την Ιθώμη τυλιγμένη μέσα στην ανοιξιάτικη σιντεφένια πάχνη της, δεν μπορούσαμε να ξεκαθαρίσωμε μέσα μας αν είχαμε φύγει από κεί, περισσότερο χριστιανοί ή περισσότερο ειδωλολάτρες.

*Αι παρεντιθέμενα εικόνες πλην της τρίτης είναι έργα της Κυρίας Ταρσούλη.

Αθηνά Ν. Ταρσούλη
"Η Ιθώμη και το Μοναστήρι του Βουλκάνου"
Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδας 1933




Printfriendly