.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Βυζαντινά Γλυπτά Κορώνης



 Τα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά γλυπτά, που βρίσκονται σήμερα στην αρχαιολογική συλλογή της Κορώνης, χωρίζονται ως προς την προέλευσή τους σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται αυτά που βρισκόντουσαν από παλιά στη συλλογή, ενώ στη δεύτερη αυτά που μετεφέρθησαν το 1976 από το Γυμνάσιο Πεταλιδιού, όπου μέχρι τότε ήσαν αποθηκευμένα. Η σημασία των γλυπτών αυτών γιά την τοπογραφική και ιστορική διερεύνηση της περιοχής της Κορώνης είναι περιορισμένη και σχετική, μιά και κανένας από αυτούς που τα περισυνέλεξαν δεν εφρόντισε να σημειώση την ακριβή προέλευσή τους. Χονδρικά λοιπόν μαρτυρούν για την ύπαρξη παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών μνημείων στις ευρύτερες περιοχές του Πεταλιδιού και της Κορώνης, ενώ βέβαια υπάρχει και η αξία τους ως καθαυτό έργων τέχνης.
 Η Κορώνη, σύμφωνα με τους περισσοτέρους επιστήμονες που έχουν αξιοποιήσει τις σχετικές ιστορικές πληροφορίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα, πρέπει κατά την αρχαιότητα και την παλαιοχριστιανική εποχή να βρισκόταν στη θέση του σημερινού Πεταλιδιού και η μεταφορά της στην τωρινή θέση να έγινε τον 8ο ή το πολύ τον 7ο αι., ως αποτέλεσμα της αναταραχής που προκάλεσε η σλαβική διείσδυση.
 Τα γλυπτά, που βρίσκονται στη συλλογή της Κορώνης, συμφωνούν χονδρικά με την ιστορική πορεία της πόλεως. Τα περισσότερα από τα παλαιοχριστιανικά προέρχονται από το Πεταλίδι, ενώ τα βυζαντινά από την Κορώνη.


1. ΘΩΡΑΚΙΟ (Пίv. KB 1). Aριθμός καταλόγου συλλογής 9. Προέρχεται από το Πεταλίδι. Σώζεται τμήμα από το κάτω δεξιό μέρος του θωρακίου. Πλάτος: 0,25- 0,32μ. Ύψος, 0,63μ. Πάχος, 0,045- 0,075μ.
 Στο κάτω μέρος του θωρακίου κοίλες παράλληλες χαράξεις δημιουργούν πλαίσιο από τρείς ανίσου πλάτους ταινίες. Στο λείο φόντο διασώζεται τμήμα αναγλύφου σταυρού με πλατυσμένα άκρα, στη βάση του οποίου απολήγει κυματιστός βλαστός με κισσόφυλλο. Στην πίσω πλευρά του διακρίνεται πλαίσιο, που σχηματίζεται από κοιλόκυρτο κυμάτιο, του οπoίoυ οι καμπύλες έχουν πάρει σχεδόν πρισματική μορφή και τμήμα αναγλύφου δίσκου.
 Το διακοσμητικό θέμα του θωρακίου είναι από τα πιό συνηθισμένα κατά τον 5ο και 6ο αι. Στη μέση της επιφάνειας, που διακοσμείται, υπάρχει μέσα σε κύκλο εγχάρακτο μονόγραμμα του Χριστού, που συνδέεται μέσω κυματιστών βλαστών με σταυρούς, οι οποίοι βρίσκονται στα άκρα της συνθέσεως (Πίν. ΚΒ' 2). Η πρώτη εμφάνιση του θέματος (μονόγραμμα ανάμεσα σε σταυρούς, χωρίς όμως βλαστούς) έχει σημειωθή σε ένα υπέρθυρο από το Deir Sambi της Συρίας, που χρονολογείται στα 420.
 Θωράκια με παρόμοια διακόσμηση έχουν βρεθή στη Βασιλική Α. των Φθιωτίδων Θηβών (μέσα 5ου αι.), στις Βασιλικές Β' και Extra Muτοs των Φιλίππων, στον Αγ. Δημήτριο και Αγ. Γεώργιο Θεσσαλονίκης, στη Βασιλική Αφέντελλη Λέσβου, στο χωριό Γεννάδι της Ρόδου (5ου αι.), στη Σικυώνα, Κόρινθο, Ραβέννα, Κωνσταντινούπολη κ.ά.1.
 Το «ύφος» της εκτελέσεως και η απλότητα του πλαισίου, συνηγορούν, νομίζω, για τη χρονολόγηση του θωρακίου μέσα στο α' μισό του 6ου αι.2.


2. ΚΙΟΝΟΚΡΑΝΟ (Πίν. ΚΓ΄3). Αριθμός καταλόγου συλλογής 13. Προέρχεται από το Πεταλίδι. Σώζεται σχεδόν ακέραιο. Ύψος, 0,118μ. Διάμετρος, 0.11μ. Πλευρά άβακα 0,10μ.
 Μικρό κορινθιακό κιονόκρανο, προερχόμενο πιθανώς από τέμπλο ή κιβώριο Αγ. Τράπεζας, Κοσμείται με τέσσερα μεγάλα ακανθόφυλλα, που έχουν τοποθετηθή κάτω από τις γωνίες του άβακα και εξέχουν έντονα από το βάθος.
 Βρισκόμαστε χρονολογικά σε περίοδο, όπου το γνωστό κορινθιακό κιονόκρανο έχει πιά εκφυλισθή. Έτσι έχει καταργηθή η ανώτερη στεφάνη των ακανθοφύλλων, ο αριθμός των φύλλων αυτής που απέμεινε έχει περιορισθή από οκτώ σε τέσσερα, οι μικρές έλικες έχουν καταργηθή, ενώ οι γωνιακές έχουν αποβή απλές καμπύλες ταινίες με οριζόντια κατεύθυνση, τα φύλλα έχουν χάσει την πλαστικότητά τους και οι γλωσσίδες τους συνδέονται με τις γειτονικές, σχηματίζοντας απλά γεωμετρικά σχήματα. Το ανθέμιο, που συνηθιζόταν στη μέση των πλευρών του άβακα, έχει τώρα αποβή απλό εξόγκωμα. Το έντονα όμως έξεργο ανάγλυφο, μαζί με κάποια πλαστικότητα των φύλλων που ακόμα υπάρχει, μας απομακρύνουν από τα βαριά, μαζώδη, τεκτονικά κορινθιακά κιονόκρανα του 6ου αι. και μας οδηγούν σε χρονολόγηση μέσα στο β ́ μισό του 5ου αι.3



3. KIONOKΡΑΝΟ (Πίν. ΚΔ΄4-5). Αριθμός καταλόγου συλλογής 5. Προέρχεται από το Πεταλίδι. Σώζονται τέσσερα συνολικά κομμάτια του (5, 5Α, 5B, 5Γ.), Ύψος 0.353μ.
 Και τα τέσσερα κομμάτια προέρχονται από το ίδιο κολουροπυραμιδοειδές τεκτονικό κιονόκρανο. Έντονα έξεργη ταινία, που κοσμείται με λεπτούς βλαστούς, από τους οποίους φύονται δαφνόφυλλα, σχηματίζει σε κάθε πλευρά τραπεζιοειδή πλαίσια, που περιβάλλουν τα διακοσμητικά θέματα. Στο τραχύ φόντο διακρίνεται στη μία πλευρά ανάγλυφος ισοσκελής σταυρός με πλατυσμένα άκρα και στη συνεχόμενη οι άκρες από τα φύλλα φυτικού κοσμήματος.
 Ως προς το σχήμα και τη γενική διακοσμητική αντίληψη συγκρίνεται με το κιονόκρανο αριθ. 1240 του Μουσείου Κωνσταντινουπόλεως4. Στο κιονόκρανο αυτό, που έχει επίσης σχήμα κολουροπυραμιδοειδές, με ελαφρά κοιλόκυρτες ακμές, απλή ταινία σχηματίζει τραπεζιοειδή πλαίσια, που κοσμούνται με το μονόγραμμα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας.
 Ταινίες με δαφνόφυλλα όμοιας τέχνης στέφουν επίσης μεγάλα τετράγωνα επιθήματα της Βασιλικής Β' των Φιλίππων (α τέταρτο 6ου αι.)5, ενώ ανάγλυφοι ανισοσκελείς σταυροί με πλατυσμένα άκρα, που προβάλλονται σε άγρια δουλεμένο φόντο, βρίσκονται σε θωράκια των παλαιοχριστιανικών βασιλικών Κρανείου Κορίνθου (498 - 522)6 και Αγίας Σοφίας Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας7.
 Μπορούμε, λοιπόν, να χρονολογήσουμε το κιονόκρανο που μας απασχολεί στο α' μισό του 6ου αι. Ενα όμοιό του ως προς το σχήμα, τις διαστάσεις και τη διακόσμηση, με δαφνόφυλλα όμως περισσότερο στυλιζαρισμένα, βρίσκεται επίσης στο Μουσείο τής Αρχαίας Κορίνθου8 (Πίν.K΄ 6).


4. ΕΠΙΘΕΜΑ (Πίν. ΚΕ΄ 7) Αριθμός καταλόγου συλλογής 8. Πρoέρχεται από το Πεταλίδι. Διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος της μιας λοξής του πλευράς και μικρό τμήμα του κορμού του.
 Η σωζομένη λοξότμητη (και κύρια) πλευρά διακοσμείται με πλατύ φύλλο μαλακής άκανθας, σε ανθεμωτή διάταξη. Στην άκρη διακρίνεται ελαφρά καμπύλος, στενόμακρος βλαστός, που πλαισίωνε το θέμα (πιθανώς είναι υπόλειμμα λογχοειδούς υδροφύλλου, που συνηθιζόταν σ’ αυτή τη θέση).
 Το χαμηλό ανάγλυφο, που μόλις εξέχει από το βάθος, το μαλακό πλάσιμο και η ζωγραφική διάθεση μας απομακρύνουν από τα γλυπτά των μέσων του 5ου αι., στα οποία παρατηρείται ακόμα κάποια οργανική πνοή (Βασιλική Α. Νέας Αγχιάλου)9. Ως όριο ante quem από την άλλη μπορούμε να θεωρήσουμε τα κοσμημένα με άνθη και ανθέμια θωράκια της Βασιλικής των Φιλιατρών (μέσα 6ου αι.)10, με τα μακρόστενα και άκαμπτα. φύλλα, το ασταθές σχέδιο και τη μέτρια τεχνική. Το επίθημά μας βρίσκεται πλησιέστερα στο πνεύμα των γλυπτών της Βασιλικής του Κρανείου στην Κόρινθο (498 - 522), όπου συναντιέται «καλλιτεχνική μορφή μαλακή και παρέχουσα την εντύπωση πλασίματος εκ ζύμης, ωσάν εστερημένη της βουλήσεως του υπάρχειν»11. Στην Κόρινθο, επίσης, έχουν βρεθή αρκετά παλαιοχριστιανικά επιθήματα, που έχουν στη στενή λοξότμητη πλευρά διακόσμηση πλατειάς άκανθας, σε χαμηλό ανάγλυφο. Κατά κανόνα οι άκανθες αυτές πλαισιώνονται στις άκρες από ήμίφυλλα άκανθας ή λογχοειδή υδρόφυλλα12.


5. KIONOKPΑNO (Πίν. KE΄ 8). Αριθμός καταλόγου συλλογής 79. Άγνωστη η προέλευσή του. Βρίσκεται από χρόνια στη συλλογή της Κορώνης. 'Εχει αποκοπή μεγάλο τμήμα του επάνω και μικρό τμήμα του κάτω μέρους του. Διαστ. Ύψος, 0,21μ. Διάμ. άνω 0.31μ. και Διάμ. κάτω 0,28μ.
 Κυλινδρικός κορμός μεγάλου κιονοκράνου. Διακοσμείται με 4 πλατιά ακανθόφυλλα, που καθένα αποτελείται από πέντε τρίλοβα φυλλάρια. Ο μεσαίος λοβός του κορυφαίου φυλλαρίου κάμπτεται ισχυρά προς τα έξω. Το ανάγλυφο είναι, όπως και στο επίθημα αριθ.8, ελαφρά έξεργο και τα φύλλα χωρίς οργανική πνοή, με άκρες που ενώνονται δημιουργώντας γεωμετρικά σχήματα. Κάτω από τα φύλλα διακρίνεται η βαρειά τεκτονική μάζα του κιονοκράνου.
 Το απόλυτο κυλινδρικό σχήμα του κορμού και η ύπαρξη καθέτων, παραλλήλων χαράξεων επάνω από τα ακανθόφυλλα βοηθούν, πιστεύω, στην αποκατάστασή του. Πρόκειται, πιθανώτατα, για ογκώδες κιονόκρανο, τού οποίου η επάνω ζώνη ήταν διακοσμημένη με στενά υδρόφυλλα και η κάτω με τα πλατιά φύλλα άκανθας, που σώζονται. Ο τύπος αυτός του κιονοκράνου (Blattkelchkapitell lotus and acanthus capital), γνωστός από την κλασσική και κυρίως τη ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα κατά την παλαιοχριστιανική εποχή στη νότια Ελλάδα (Αθήνα, Σπάρτη, Χαλκίδα, Αίγινα, Χαιρώνεια, Δαφνί κ.ά.), το Μπάρι, το Οτράντο, το Γκράντο, τη Λέπτις Μάγκνα (της Τριπολίτιδας)13 κ.ά., με τη διαφορά ότι στην κάτω ζώνη είχε συνήθως σειρά από οκτώ ακανθόφυλλα.


6. ΕΠΙΣΤΥΛΙΟ (Πίν, ΚΣΤ' 9), Αριθμός καταλόγου συλλογής 44. Προέρχεται, σύμφωνα με πληροφορίες, από την περιοχή του χωριού Λογγά. 'Εχουν αποκοπή τμήματα και από τις δύο άκρες του. Διαστ.: Μήκος 0,95μ. Ύψος, 0.165μ. Πλάτος, 0,14μ. Στην εμπρόσθια επιφάνεια έχει εγχάρακτη επιγραφή, (Θ) EIΣTON (.......) NAONTOY ΣΡΟΣ/ ΧΩΡΑΦΙΑ/ (ΤΩΝ) ΠΟΛΛΩΝ ΜΟΥ ΑΜΑΡΤΙ(ΩΝ)/ Ο ΔΕ ΕΧΩΝ ΤΗ
 Στη μέση περίπου της επιγραφής παρεμβάλλεται κύκλος από δισχιδή ταινία, που περιβάλλει ισοσκελή σταυρό με καμπύλες κεραίες. Από την επιγραφή μαθαίνουμε ότι κάποιος ευσεβής χριστιανός εδώρησε χωράφια στον (άγνωστό μας) ναό του Σωτήρος, προκειμένου να εξιλεωθή από τις πολλές του αμαρτίες. Η τεχνική, με την οποία έχει εκτελεσθή ο σταυρός, καθώς και το σχήμα των γραμμάτων, που μας θυμίζουν την κτητορική επιγραφή της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη (1028), χρονολογούν με πολλές πιθανότητες το επιστύλιο στο α' μισό του 11ου αι.


7. ΠΕΣΣΙΣΚΟΣ (Πίν. ΚΣΤ΄10). Αριθμός καταλόγου συλλογής 42. Αγνωστης προελεύσεως. Βρίσκεται από πολλά χρόνια στη συλλογή. Έχει αποκοπή η μία άκρη του. Διαστ.: Μήκος 0,57μ. Πλάτος: 0,12- 0,17μ.
 Μία από τις πλευρές του φέρει σε όλο της το μήκος προεξοχή πλάτους 0,10μ. γιά την πάκτωση του πεσσίσκου σε άλλο αρχιτεκτονικό μέλος. Η συνεχομένη πλευρά κοσμείται με συριακούς τροχούς από δισχιδή ταινία, που περικλείνουν πυροστρόβιλο, δωδεκάκτινο αστέρι, ισοσκελή σταυρό με τριφυλλόμορφες κεραίες και πολύφυλλο ρόδακα. Τα κενά μεταξύ των κύκλων γεμίζουν με τρίφυλλα. Η διακόσμηση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη σε γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη του 10ου και 11ου αι.
Η καλή σχεδίαση και η ισορροπημένη και ευκρινής εκτέλεση μας οδηγούν στον 11ο αι. και μάλιστα στην τέχνη του Νικήτα Μαρμαρά, ο οποίος εργάσθηκε στη Μάνη γύρω στα 1075.14


8. ΕΠΙΘΗΜΑ (Πίν. ΚΣΤ΄ 11). Αριθμός καταλόγου συλλογής 61. Προέρχεται πιθανώτατα από τη Βασιλική της Αγ. Σοφίας στην Κορώνη. Διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Έχει σπάσει κομμάτι από το επάνω δεξιό μέρος της κυρίας όψεώς του. Διαστάσεις: Άβακας 0,90Χ 0,58μ. Βάση 0,46Χ 0,46μ. Υψος, 0,20μ.
 Η κύρια από τις λοξές πλευρές του έχει διακοσμηθή με δύο αντιμετώπους γρύπες, που σπεύδουν πατώντας σε κυματιστά φυλλώματα προς αναβρυτήρα, από τον οποίο αναβλύζει το Ύδωρ της Ζωής. Με το ένα εμπρόσθιο πόδι τους πατούν ήδη στη λεκάνη του περιρραντηρίου, ενώ στρέφουν με ζωηρή κίνηση το κεφάλι προς τα πίσω.
 Οι γρύπες, μυθικά ζώα με σώμα λιονταριού και κεφάλι και φτερά αετού, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Αίγυπτο σε μνημεία της 12ης Δυναστείας και είναι αγαπημένο διακοσμητικό θέμα του αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου. Αντιμέτωποι γρύπες σε εραλδική σύνθεση, με λουτροφόρος θυμιατήριο ή φλογοφόρο κιονίσκο ανάμεσά τους, συναντιούνται συχνά στην πίσω πλευρά αττικών σαρκοφάγων του +2ου- +3ου αι15. Οι γρύπες συμβόλιζαν την αποθέωση,οδηγώντας προς τον ουρανό το άρμα του νεκρού, ο οποίος κάποτε εικονιζόταν ως αναβάτης επάνω στο μυθολογικό αυτό ζώο.
 Κατά τη χριστιανική εποχή είναι πάλι συνηθισμένο θέμα η απεικόνιση πτηνών ή ζώων, που σπεύδουν να πιούν από αναβρυτήρα, που απολήγει σε κουκουνάρι πεύκου (σύμβολο ευφορίας) το Ύδωρ της Ζωής (σύμβολο του Χριστού και της Εκκλησίας)16. Αντιμέτωποι γρύπες με περιρραντήριο ανάμεσά τους συναντιούνται σε θωράκιο του Μουσείου Θηβών (πιθανώς του 10ου αι.)17 σε θωράκιο του Αγ. Γεωργίου (Ροτόντας) Θεσσαλονίκης, του 10ου αι.18, σε δύο ανάγλυφα που έχουν εντοιχισθή στην Παναγία Γοργοεπήκοο των Αθηνών και χρονολογούνται στον 11ο αι.19 (Πίν. KZ' 12) κ.ά.
 Ως προς την τεχνική, παρατηρείται απομάκρυνση από τη μόδα, που κυριάρχησε στο Βυζάντιο κατά το 10ο και το α' μισό του 11ου αι. για μίμηση σασανιδοϊσλαμικών θεμάτων, που εισέδυσαν κυρίως μέσω των κεντημάτων και διεκρίνοντο για την εραλδική σκληρότητα των θεμάτων και τις απότομα εξέχουσες επίπεδες επιφάνειες (όπως στα ανάγλυφα της Γοργοεπηκόου)20. Οι γρύπες στο επίθημα της Κορώνης έχουν σωματικότητα και κίνηση, που τονίζεται και από τον κυματισμό των φυλλωμάτων. Βρίσκονται πλησιέστερα προς τα ζώα που κοσμούν αμφίγλυφο θωράκιο του Staatliche Museen του Βερολίνου (Πίν. ΚΖ΄ 13 και KH΄ 14), που προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη και χρονολογείται στο 12ο αι21. Και στα δύο έργα παρατηρείται κάπως μαλακή εκτέλεση, σπάσιμο της ακαμψίας και ύπαρξη κινήσεως. Η ουρά του πετεινού και η φτερούγα του αετού του θωρακίου συσχετίζονται προς τις φτερούγες των γρυπών, οι ανορθωμένοι βλαστοί με την ελικοειδή κίνηση προς την ουρά του γρύπα, τα τρίφυλλα του πλαισίου προς τα δίφυλλα και τρίφυλλα του επιθήματος. Μια κάποια όμως ανάμνηση της Ανατολής και σχετική ακαμψία, που υπάρχει στη σύνθεση του επιθήματος, ωθεί σε χρονολόγησή του προς το τελευταίο τέταρτο του 11ου αι.


9. ΚIONOKPΑNO (Πίν. KH΄15, KΘ΄16,17, ΚΛ΄18,19). Προέρχεται πιθανώτατα από τη Βασιλική της Αγ. Σοφίας στην Κορώνη. Η ποιότητα του μαρμάρου είναι ίδια με αυτήν του επιθήματος αριθ. 61 και γλυπτών αρχιτεκτονικών μελών που βρίσκονται ακόμη στη Βασιλική. Η διάμετρός του ταιριάζει επίσης με τη διάμετρο αρκετών κιόνων, που διατηρούνται in situ. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Διαστάσεις: Άβακας 0,53X 0,42μ. Διάμετρος: 0,32 μ. Υψος: 0,274μ.
 Το μεγάλο τεκτονικό αυτό κιονόκρανο ανήκει στην ίδια εποχή και προέρχεται πιθανώτατα από το ίδιο εργαστήρι με το επίθημα αριθ. 61. Στις δύο από τις γωνίες του υπάρχουν μετωπικοί αετοί με ορθάνοιχτα φτερά, που πιάνουν μεγάλο μέρος των πλευρών. Στις άλλες δύο γωνίες του υπάρχουν ογκώδη τσαμπιά σταφυλιών, που φαίνονται σαν να κρέμωνται με τους χονδρούς μίσχους τους από τον άβακα. Οι τρείς πλευρές του κοσμούνται με πενταόμφαλα από δισχιδή ταινία.
 Στο μεσαίο κύκλο έχουν κατά σειρά σταυρό με τριφυλλόμορφες κεραίες, δωδεκάκτινο αστέρι και πυροστρόβιλο. Η τετάρτη πλευρά κοσμείται με μακρόστενο ακανθοειδές ανθέμιο, στο κέντρο του οποίου σχηματίζεται και άλλο μικρότερο ανεστραμμένο ανθέμιο.
 Παρόμοιο, ως προς τις διαστάσεις και τη διακόσμηση, κιονόκρανο βρίσκεται επίσης στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Καλαμάτας (Πίν. ΛA' 20,21). Η Μ. Παναγιωτίδη, που το εδημοσίευσε22 το χρονολογεί επίσης στο β ́ μισό του 11ου αι. Προς τη χρονολόγηση αυτή συνηγορεί και η σύγκριση των αετών, προς μετωπικούς αετούς που με ανοιχτά φτερά εικονίζονται σε θωράκια της Κρύπτης του Αγ. Δημητρίου και του Αγ. Γεωργίου (Ροτόντας) της Θεσσαλονίκης και που ανάγονται στο 10ο - 11ο αι.23 Ενώ το σχέδιο είναι περίπου το ίδιο (τριγωνική ουρά που αποδίδεται με παράλληλες χαράξεις, φολιδωτό φτέρωμα και φτερούγες με παράλληλες, επίσης, γωνιώδεις χαράξεις), η επιπεδικότητα και τα δυνατά περιγράμματα δημιουργούν ξηρότητα που τους απομακρύνουν χρονολογικά από τους αετούς των κιονοκράνων της Κορώνης και της Καλαμάτας.



Ισίδωρος Ι. Κακούρης
"Βυζαντινά Γλυπτά της Αρχαιολογικής Συλλογής Κορώνης"
Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 1977

Σημειώσεις
1. Ισιδ. Κακούρης, Βυζαντινά κιονόκρανα από την Ανακτορόπολη Καβάλας, Μακεδονικά, τ. ΙΣΤ', 1976, σ.218.
2. Συσχετίζεται πρός το θωράκιο ΑΣ 83 από την Αγ. Σοφία Θεσ/νίκης, που χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. Θεοχάρης Παζαράς, Κατάλογος χριστιανικών αναγλύφων πλακών εκ Θεσσαλονίκης, με ζωομόρφους παραστάσεις, Βυζαντινά, τ.9, 1977, σ.41, αρ.1.
3. Σχετικά με την εξέλιξη τού κορινθιακού κιονοκράνου βλ. Aναστ. Ορλάνδου, Η ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική τής μεσογειακής λεκάνης, τ. Β', Αθήναι 1954, σσ.285 - 287.
4. R. Kautzsch, Kapitellstudien, Leipzig 1936, σ.191 πίν. 38/618.
5. P. Lemerle, Philippes et la Macédoine Orientale, Paris 1945, πίν.XLVI, Χi. VII α και β.
6. Δημ. Πάλλας, Ανασκαφή τής Βασιλικής του Κρανείου, ΠΑΕ 1972, σ.236, Πίν.220 β.
7. Παν. Βοκοτόπουλος, Ανασκαφή Βασιλικής Αγ. Σοφίας Μύτικα, ΠAE 1972, σ.1122, πív, 190 a.
8. Robert Scrameton, Mediaeval Architecture, ord Corinth XVI, 1957, αριθ. 186, σ.122.
9. Γ. Α. Σωτηβίου, Αι Χριστιανικαί Θήβαι της Θεσσαλίας, ΑΕ 1929, σσ.52 - 97.
10. Δημ. Πάλλας, Ανασκαφή εις Φιλιατρά τής Τριφυλίας, ΠΑΕ 1960, σ.85, πίν.147 α και γ.
11. Δημ. Πάλλα, Ανασκαφή τής Βασιλικής του Κρανείου, ΠΑΕ 1972, σ.236, πίv. 216- 218α.
12. R. Scrantοn, ό.π., αριθ. 78, 79, 80, 82 και 87. Μεγαλύτερη όμοιότητα, ώς πρός τη σχεδίαση και την εκτέλεση, παρατηρείται πρός τό αριθ. 80.
13. Για τα κιονόκρανα του τύπου βλ.. Jean- Pierre Sodini, kSculpÉure architecturale à l’epoque Paleochrctienne» στο B.C.H., vol.CI, 1977, σ.428, όπου και προγενέστερη βιβλιογραφία.
14. Για συγκριτικό υλικό, ώς πρός την επιλογή τών διακοσμητικών θεμάτων και την τεχνική, μπορούν από τά έργα του Νικήτα να χρησιμοποιηθούν α) ό βόρειος μαρμάρινος ελκυστήρας τών Αγ. Θεοδώρων Μπάμπακα (1075), Β. Δρανδάκης, Νικήτας Μαρμαράς, «Δωδώνη» 1972, σ.27, Πίν. ΙVγ) β) Ο πεσσίσκος, που βρίσκεται στό κτιστό τέμπλο του Αγ. Νικολάου Λαγκάδας. N. B Δρανδάκης, ό.π., σ.37, Πιν.XVIγ γ) Ο βόρειος πεσσίσκος του τέμπλου τών Αγ. Θεοδώρων Καφιόνας. N. B., δρανδάκης, ό. π., σ.34, Πίν. XIΗία, καθώς και το κομμάτι του επιστυλίου, που έχει εντοιχισθή στην αψίδα της Αγ. Τριάδας, κοντά στο Μπρίκι, έργο της ίδιας εποχής, αλλά όχι του Νικήτα. Ν.Β. Δρανδάκης, σ.35, πιν. XIV β.
15. Βασίλειος Καλλιπολίτης, Η Διονυσιακή Σαρκοφάγος του Μουσείου Ιωαννίνων, ΑΕ1956, σσ.24- 26, όπου και σχετικά παραδείγματα.
16. Περισσότερα γιά το θέμα βλ. Θεοχ. Γιαζαράς, Κατάλογος αναγλύφων πλακών, αριθ.24, σ.58, όπου προγενέστερη βιβλιογραφία.
17. A. Ορλάνδος, Γλυπτά του μουσείου Θηβώ,, ABME E, 1939/40, σ.130, εικ.12.
18. Θεοχ. Παζαράς, ό,π., αριθ.33, σ.68.
19. André Grabar, Sculptures Byzantines du moyen agc, II (XI- XIV siècle), Paris 1976,σ.97.
20. Βλ. σχετικά και Μαρία Παναγωτιδη, Βυζαντινά κιονόκρανα με ανάγλυφα ζώα, ΔΧΑΕ, περ.δ,τ. Στ', 1970-72, σ.87, όπου και προγενέστερη βιβλιογραφία.
21. André Grabar, σ.95.
22. Mαρία Παναγιωτίδη σ.103-122. 
23. Θεοχάρης Παζαράς, ό.π., αριθ.46 και 47.





Printfriendly