.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Μυρσινοχώρι Μεσσηνία: Προϊστορικός οικισμός και τάφοι

Η τοποθεσία Ρούτση ευρίσκεται 1,5 χλμ. ΒΑ του Μυρσινοχωρίου (πρώην Πίσπισα) της επαρχίας Πυλίας. Σε ευθεία γραμμή η θέση απέχει ολίγα χιλιόμετρα από το ανάκτορο του Εγκλιανού, αλλά η περιοχή διατέμνεται τόσο βαθειά και απότομα από χαράδρες, ώστε η θέση του Ρούτση αποτελεί «ιδιαίτερον κόσμον». 
Ανασκαφικές έρευνες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τον Μαρινάτο και από τον καθηγητή Κορρέ, έφεραν εις φως τύμβους της ΜΕ εποχής, -2200 έως -1600, οι οποίοι περιείχαν ταφικούς πίθους. Οι τύμβοι ήταν χτισμένοι πάνω σε παλαιότερο οικισμό του  -3000 έως -2500.
Απεκαλύφθησαν, επίσης, δύο θολωτοί τάφοι της Μυκηναϊκής περιόδου, -1600 έως -1100, οι οποίοι είχαν μικρή διάμετρο (περίπου 5 μ.). Οι τάφοι αυτοί του Ρούτση, πιθανότατα περιείχαν τις ταφές ομάδος τοπικών αξιωματούχων ή μεγαλοκτηματιών, αρκετά πλούσιων, όπως δείχνουν τα εντυπωσιακά ευρήματα του δεύτερου θολωτού τάφου, ένας από τους λίγους που βρέθηκε ασύλητος.


Οι Τύμβοι
1χλµ. ΒΑ. του Μυρσινοχωρίου βρίσκεται η τοποθεσία Ρούτσι. Σ’ αυτήν ανασκάφηκαν 3 τυµβοειδή εξάρµατα της ΜΕ II περιόδο, -1800. Αποδείχτηκε ότι δεν πρόκειται για θολωτούς τάφους, αλλά για τύµβους:
Ο πρώτος -τύµβος κτήµατος Γεωργιόπουλου- µε διάµετρο 13µ. και ύψος 5µ. περιείχε πιθοταφές και κιβωτιόσχηµους τάφους, που δεν έχουν περιγραφεί µε λεπτοµέρειες.
Στον δεύτερο – τύµβος κτήµατος Καλογερόπουλου- µε διάµετρο 20,4 – 25,8µ. περίπου,
Έχει θεμελιωθεί πάνω σε κατάλοιπα Πρωτοελλαδικής κατοίκησης ,που υπήρχε αρχικά στην περιοχή, τουλάχιστον γύρω στο -2500/ -2200.
Περιελάμβανε ταφή σε κιβωτιόσχημο τάφο στον οποίο βρέθηκαν 4 κρανία και µικρά οστά, άλλη σε τεράστιο πίθο, ύψους περίπου 2μ., καθώς και παιδική ταφή σε μικρό πίθο. Στο ανατολικό τμήμα του τύμβου υπήρχε οστεοφυλάκειο με τρία-τέσσαρα κρανία. Εντός του συγκεκριµένου τύµβου εντοπίστηκε κτιστός θαλαµοειδής πεταλόσχηµος τάφος µήκους 2µ. περίπου, πλάτους 1,5µ. περίπου και ύψους λιγότερο από 1µ. Ενδιαφέρουσα είναι η ύπαρξη κενοταφίου, που ήταν τοποθετημένο έκκεντρα, προς το ΒΔ τμήμα του τύμβου. Έχει παραλληλόγραμμο σχήμα και είναι κτισμένο με πλακωτές πέτρες. Στο εσωτερικό του δεν βρέθηκε ίχνος οστού, αλλά βρέθηκαν τρία Μεσοελλαδικά αγγεία : δύο στιλπνά "μινύεια" αγγεία, το ένα με ηθμό, και ένα διπλό αγγείο με αμαυρόχρωμη διακόσμηση. Οι γνώσεις µας για τον τάφο αυτό είναι ελλιπέστατες. ∆εν υπάρχει καµία αναφορά για ταφές, ενώ χρονολογείται στην ΜΕ ΙΙ/ΙΙΙ.

Ο δε τρίτος τύµβος ήταν απλός σωρός λίθων.


Στην ίδια θέση έχουν ανασκαφεί και οι «πριγκηπικοί», όπως ονοµάστηκαν, µικρών διαστάσεων θολωτοί τάφοι.

Τάφος 1:
Συληµένος, αλλά καλά διατηρούµενος και µόνο το ανώτερο τµήµα της θόλου είχε καταπέσει. Ο «δρόµος» του προς Β.ΒΑ. χωρίς τοιχοδοµία, το «στόµιον» έχει 2,3µ. ύψος, 1,5µ. πλάτος και 2,3µ. βάθος. Ο θόλος έχει διάµετρο περίπου 5,5µ. Αναφέρεται ένας σκελετός άνδρα, µάλλον Μυκηναίου, σε αδιευκρίνιστο σηµείο του τάφου, και ένα κρανίο, ανήκον µάλλον σε Πρωτοχριστιανική ταφή, στο δρόµο. Κανένας κατά χώρα νεκρός δεν βρέθηκε στο θόλο. Μεταξύ των ευρηµάτων αναφέρονται χάλκινο «θανατωµένο» ξίφος, χρυσά και ασηµένια κοσµήµατα, ασηµένιο αγγείο, χρυσά και άλλα µικροαντικείµενα, χάλκινο τηγάνιο και 2 οµάδες πήλινων αγγείων. Βάσει κεραµικών ευρηµάτων ο τάφος άρχισε να χρησιµοποιείται στην ΥΕΙ, -1600, και η διάρκεια χρήσης του φτάνει ως και την ΥΕΙΙΙΑ, -1300.

Τάφος 2:
Αναζητήθηκε από τους ερευνητές ύστερα από διατύπωση της άποψης ότι, όπως στις Μυκήνες, όπου οι θολωτοί τάφοι βρίσκονται ανά οµάδες των τριών, ίσως έτσι και στη Μεσσηνία οι θολωτοί τάφοι να απαντούν ανά ζεύγη. Ο τάφος 2 είναι λίγο µικρότερος του τάφου 1 και προχειρότερα κτισµένος. Ήταν όµως µερικώς συληµένος. Βρίσκεται 20µ Ν∆. του πρώτου. Ο «δρόµος» προς Β.ΒΑ. χωρίς τοιχοδοµία. Τα «στόµιον» είχε πλάτος 1,3µ. περίπου, βάθος 1,5µ. και ύψος 1,45µ. περίπου. Ο θόλος είχε διάµετρο 5µ. περίπου µε τα τοιχώµατά του να διατηρούνται σε ύψος 3µ. στο Ν. τµήµα του.

Βάσει των κρανίων, ο τάφος δέχτηκε 6 ή 7 νεκρούς. Ο χρονικά τελευταίος θάφτηκε στο δάπεδο της θόλου, πάνω σε κλινοσκέπασµα ή ψάθα, φτιαγµένη βιαστικά, χρώµατος κόκκινου και γαλάζιου. Θεωρήθηκε πολεµιστής που σκοτώθηκε στη µάχη. Κοντά του βρέθηκαν:10 αγχέµαχα όπλα και 10 αγγεία, κάτοπτρο και πλήθος σφραγιδόλιθων, µεταξύ των οποίων δύο ανατολικής προέλευσης κύλινδροι από σάρδιο και σαρδόνυχα. Στο λαιµό φορούσε βαρύ περιδέραιο από βαλτικό ήλεκτρο. Κάτω από το δάπεδο ήταν θαµµένα 6 άτοµα σε δύο λάκκους -αλλού χαρακτηρίζονται «κιβωτιόσχηµοι τάφοι»- µε τις εξής διαστάσεις: λάκκος 1: 2Χ0,9µ. και λάκκος 2: 2,4Χ1,6Χ1µ. (οι διαστάσεις υπολογίζονται από τα σχέδια των τάφων). 
 Ο νεκρός του Λάκκου 1 χαρακτηρίστηκε «νεαρή πριγκήπισσα», ηλικίας 15 χρόνων. Γύρω από το λαιµό της υπήρχε σύνολο χαντρών, προφανώς περιδέραιου και δίπλα της υάλινο πρίσµα. 
θολωτός τάφος 2• άποψη του θαλάµου και του φραγµένου «στοµίου». 

 Στο Λάκκο 2 ο νεκρός του ανώτερου στρώµατος φέρει κοσµήµατα και στο αριστερό χέρι εγχειρίδιο µε ναυτίλους εναλλάξ χρυσών και αργυρών µέσα σε βαθυµπλέ niello.

Λίγο µακρύτερα βρέθηκαν 13 χρυσές ψήφοι σχήµατος και µεγέθους κοχλία, µάλλον από τελαµώνα εγχειρίδιο. Στο δεξί χέρι του νεκρού υπήρχε δεύτερο εγχειρίδιο, παρόµοιο µε το πρώτο, µε ολόχρυση λαβή και παράσταση λεοπαρδάλεων. 
Οι ταφές του Λάκκου 2 είναι οι πρωιµότερες. Τα υπόλοιπα κτερίσµατα είναι διάσπαρτα στους λάκκους και το δάπεδο. Στη βιβλιογραφία δεν δίνεται η ακριβής θέση εύρεσής τους. 
Στον δρόµο και το θάλαµο του τάφου βρέθηκαν δεκάδες λίθινες και χάλκινες αιχµές βελών - φαινόµενο σύνηθες στην Πύλο. Είναι σηµαντικό ότι δεν είχαν αποτεθεί ως κτερίσµατα. 
Οι παρατηρήσεις έδειξαν ότι τα βέλη εκτοξεύονταν κατά τη διάρκεια της ταφής ως «οµοβροντία» προς τιµήν του νεκρού και ίσως προς εκφοβισµό των κακών πνευµάτων. Βάσει της κεραµικής του, ο τάφος χρονολογείται στην ΥΕΙ – ΥΕΙΙΑ, -1600/ -1450.


Ρούτσι Μεσσηνία:
Ελεφαντοστέϊνη πυξία με δελφίνια.
Εντυπωσιακή λεπτομέρεια ότι ο στεριανός τεχνίτης (αν ήταν ντόπιος, ζούσε μόλις 25 χλμ από την Πύλο) σχεδίασε βράγχια στο θαλάσσιο θηλαστικό. Θολωτός
Τάφος 2, Ρούτσι Μεσσηνίας, -15ος αιώνας. Ε.Α.Μ.








Χάλκινο εγχειρίδιο που έφερε διακόσμηση από νίελλο, δηλαδή κράμα χαλκού, αργύρου και σουλφιδίων του μολύβδου. Ο νεκρός του λάκκου 2, προφανώς άνδρας και πολεμιστής, ήταν πλούσια κτερισμένος με περιδέραιο από χάντρες ήλεκτρου και με δύο εγχειρίδια, μεταξύ άλλων αντικειμένων. Η διακόσμηση από νίελλο αποτελεί τεχνική των Αιγυπτίων. Με αυτό το κράμα διακοσμούνταν εγχάρακτες ή ένθετες παραστάσεις σε μεταλλικά αντικείμενα. Διαδόθηκε αρκετά στον Μυκηναϊκό κόσμο και στη συνέχεια πέρασε και στη Βόρεια Ευρώπη, κυρίως κατά την Ύστερη Εποχή του Σιδήρου. Μουσείο Χώρας Μεσσηνίας
Xάλκινο εγχειρίδιο με εμπίεστη διακόσμηση από χρυσό και άργυρο. Διακοσμείται με ναυτίλους σε θαλάσσιο τοπίο.Θολωτός τάφος Μυρσινοχωρίου Πύλου, -15ος αιώνας. Ε.Α.Μ.
Μυρσινοχώρι θολωτός τάφος 2: Χάλκινο ξίφος. Μουσείο Καλαμάτας
Χάλκινο εγχειρίδιο με χρυσή λαβή. Η λεπίδα διακοσμημένη κατά την εμπίεστη τεχνική με περίτμητα χρυσά και αργυρά ελάσματα που απεικονίζουν αιλουροειδή σε θαμνώδες τοπίο. Θολωτός τάφος στο Μυρσινοχώρι Μεσσηνίας, -15ος αι. Ε.Α.Μ.

Αριστερά: Ρούτσι Θολ. τάφος 2, -1500 .Τρίωτος πιθοειδής αμφορέας που μιμείται τον θαλάσσιο ρυθμό. Προέρχεται από τον πρώιμο μυκηναϊκό θολωτό τάφο ΙΙ στο Ρούτσι Μυρσινοχωρίου, που έχει δώσει κι άλλα αντικείμενα μινωικής προέλευσης ή έμπνευσης. Η διακόσμηση συνίσταται σε παράσταση χταποδιού, σε αρκετά φυσιοκρατική απόδοση, εντός πλοχμών. Η χρωστική είναι σε σκούρο καστανό χρώμα επί ανοιχτόχρωμου πηλού και, εκτός από τα διακοσμητικά θέματα, καλύπτει σχεδόν εξ ολοκλήρου τον λαιμό και το κάτω μέρος της βάσης. Δεξιά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2, Αμφορέας με ελλειψοειδές πεπιεσμένο στόμιο
Ρούτσι Θολ. τάφος 2. Αριστερά: -1700/ -1500. Χαμηλό αλάβαστρο δίχρωμο (μελανό και ωχροκίτρινο) με κυματοδειδή διάκοσμο στο κάτω μέρος. Δεξιά: – 1500/ -1400. Δίωτη κύλικα με πόδι που φέρει ίχνη επικασσιτέρωσης. Οι λαβές είναι ψηλές και ραδινές ενώ το πόδι στηρίζεται σε στενή βάση. Οι κύλικες ήταν τυπικά αγγεία πόσης και τα συναντούμε συχνά στους δρόμους και τους ταφικούς θαλάμους μυκηναϊκών τάφων, αφού χρησίμευαν για τις τελευταίες σπονδές και τα νεκρόδειπνα προς τιμήν του νεκρού.

Ρούτση Θολωτός τάφος 2.
Αριστερά: Λοξότμητη πρόχους, -1500/ -1300
Δεξιά: Μικρός Πιθαμφορέας

Αριστερά: Ρούτση Θολωτός τάφος 1, Ημισφαιρικός ασκός
Δεξιά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2. Υψηλό Αλάβαστρο

Αριστερά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2. Μικρό τρίωτο πιθοειδές αγγείο
Δεξιά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2, περιοχή θύρας. Αμφορεύς με ελλειψοειδές στόμιο







Αριστερά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2. Ρομφόστομη Προύχος
Δεξιά: Ρούτση Θολ. Τάφος 2. Ψευδόστομος Αμφορεύς

Ρούτση,θολωτός τάφος 2,
Σφραγιδόλιθοι
Χρονολόγηση : -1400/ -1300
Αριστερά: Παράσταση πεταλούδας
Δεξιά: Απεικόνιση Γρύπα

Ρούτση, θολωτός τάφος τάφο 2,
Σφραγιδόλιθοι
Χρονολόγηση : -1400/ -1300
Αριστερά: Απεικόνιση πτηνών εν πτήση
Δεξιά: Απεικόνηση δικέφαλου λέοντος
 










Ευρήματα Μυρσινοχωρίου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα


Ευρήματα Μυρσινοχωρίου, Μουσείο Χώρας Μεσσηνίας


Αριστομένης ο Μεσσήνιος

Βιβλιογραφία και πηγές:
Σαρατσιώτη Νικόλαου: "Ταφικά κτίσµατα της Μεσσηνίας στην Εποχή του Χαλκού. Μια τυπολογική ανάλυση"
Αφροδίτη Χασιακού: "Μεσοελλαδική Κεραμεική από την Μεσσηνία"

Μαρινάτος 1953, 238, 250. Έργον 1956, 93-6.

Μαρινάτος 1956, 203-6. Έργον 1957, 70-5.
Μαρινάτος 1957, 118-20.
Μαρινάτος 1960β, 114-5.
Παντελίδου 1969, 313.
Παντελίδου 1970, 125-8.
Pelon 1976, 75-76, 200.
Vermeule 1983, 141-143.
Κορρές 1988, 40.
Hewitt 1993, 20.
Cavanagh and Mee 1998, 52.
Papadimitriou 2001, 37.
Παπαδηµητρίου 2001-2002, 149. Boyd 2002, 153-157.







Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Αρχαιολογικός χώρος Μουρατιάδας, Τριφυλία.


Σε απόσταση 7 χιλιομέτρων ΒΑ από την πόλη της Κυπαρισσίας βρίσκεται το Δημοτικό Διαμέρισμα Μουριατάδας, στο οποίο ανήκουν το χωριό Μουριατάδα και ο οικισμός Καρβούνι. Η Μουριατάδα ιδρύθηκε το 1800 περίπου.
Ένα χιλιόμετρο περίπου μετά το χωριό, στην λόφο του Ελληνικού, βρίσκετε ο αρχαιολογικός χώρος, όπου έχουν αποκαλυφθεί ερείπια εκτεταμένης και οχυρωμένης εγκατάστασης της ύστερης εποχής του χαλκού (ΥΕΙΙΙΒ- Γ περιόδου), όπου εξέχουσα θέση κατέχει μεγάλο κτίριο με διάταξη χώρων ανακτορικού τύπου. Σε χαμηλότερη (νότια) πλαγιά του λόφου αποκαλύφθηκε κοντά σε πύργο της οχύρωσης "μέγαρον" που έσωζε τέσσερις βάσεις κιόνων, ενώ στη νότια πλαγιά παρακείμενου λόφου και 200 μ. ΒΑ των προηγούμενων εγκαταστάσεων αποκαλύφθηκε θολωτός μυκηναϊκός τάφος της ΥΕΙΙΙΒ περιόδου.



 Άμεση πρέπει να θεωρείτε η διασύνδεση του Μυκηναϊκού πολίσματος της Μουριατάδας με τον σπουδαίο αρχαιολογικό χώρο της Περιστεριάς που βρίσκεται 3 χιλιόμετρα στα Βόρεια. Η Περιστεριά, που χαρακτηρίστηκε από τον Μαρινάτο ως το πάρισον των Μυκηνών στην δυτική Ελλάδα λόγω των πλούσιων ευρημάτων και των εντυπωσιακών θολωτών τάφων, δείχνει να παρακμάζει γύρω στα -1400. Την ίδια περίοδο χτίζεται το πόλισμα της Μουριατάδας στα νότια σε υψηλότερο και πιό οχυρό σημείο ενώ κτίζονται ισχυρά τείχη για την προστασία της. Στην βόρεια Τριφυλία (βόρεια του ποταμού της Νέδας) οι ανασκαφές καταδεικνύουν την πτώση των μεγάλων Μυκηναϊκών κέντρων στα -1400. Η πόλη στην θέση Κλειδί εγκαταλείπετε ενώ το σπουδαίο κέντρο του Κακοβάτου καταστρέφεται από πυρκαγιά. Η πτώση των μυκηναϊκών κέντρων της βόρειας Τριφυλίας ίσως να συνδέεται με την εμφάνιση πληθυσμών που καταλαμβάνουν την περιοχή. Είναι λοιπόν πιθανόν η πόλις στην Μουριατάδα να χτίζεται για να αντιμετωπιστεί ο εκ του βορρά κίνδυνος.

Οι ανασκαφές του Σπ. Μαρινάτου (ΠΑΕ 1960. 201-206)
Το χωρίον Μουριατάδα κείται προς ΒΔ της Χώρας και εις απόστασιν νοητής ευθείας ουχί μείζονος των 20-25 χλμ. Επειδή όμως μεταξύ αμφοτέρων απλούται ο όγκος του Αιγαλέου, η περιοχή είναι ευκολώτερον προσιτή εκ Κυπαρισσίας, ής απέχει περί τα 8- 9 χλμ. προς Ανατολάς. Η φύσις είναι ορεινή και υδατοβριθής, τά υψώματα όμως, αν και λιθοβριθή, είναι χωματόβουνα κυρίως. Η βλάστησις υλομανεί δια την υγρασίαν της ατμοσφαίρας της Δυτ. Ελλάδος. Από τα πάλαι πυκνά δάση διατηρούνται ακόμη συστάδες δρυών και μεγαλοπρεπείς πρίνοι, σφένδαμοι και αριαί, ενώ ο τερέβινθος και ο σχίνος προσλαμβάνουν διαστάσεις μεγάλων δένδρων. Οι λίθοι είναι σκληροί ασβεστόλιθοι κατά ευκόλως αποσπωμένας στρώσεις. Διά τούτο και αφθονούν οι ορθογώνιοι λίθοι εις τα κατωτέρω περιγραφόμενα κτίσματα. Εις βαθύτερον μέρος, περί την ημίσειαν ώραν προς Ανατολάς, υπάρχει μαλακός πώρος λίθος.


Περί τα 1500 μ. προς Α. του χωρίου υπάρχει μικρός λόφος, όστις χαρακτηριστικώς καλείται Ελληνικό. Ανέκαθεν ήσαν ορατά εκεί λείψανα κτισμάτων, ενώ οι λιθοσωροί (έρμακες, σήμερον αρμακάδες λεγόμενοι) εντός των αγρών δεινύουν την καταστροφήν, ην υπέστησαν τα αρχαία κτίσματα υπό της καλλιέργειας. Τα φαινόμενα λείψανα, εξ οχυρώσεων ή αναλημματικών τοίχων, είναι Κυκλωπείου κατασκευής, η όποια υπάγεται ουχί εις την αργολικήν, αλλά είς την βοιωτικήν τεχνικήν, παρουσιάζουσα μεγάλην ομοιότητα προς τα τείχη της Άρνης (Γλα) της Κωπαΐδος (τοπογραφικόν σχέδιον).

Ήδη επί της επιφανείας των αγρών ου μόνον η κεραμεική ήτο αποκλειστικώς υστερομυκηναϊκή, αλλά και τεμάχια δαπέδων και κονιαμάτων της αυτής εποχής συνελέγησαν. Η εντοπία παράδοσις αρέσκεται να αποδίδη τα ερείπια είς την Ομηρικήν Αμφιγένειαν, της οποίας το όνομα και αμφισβητούν ζωηρώς τα δυο γειτονικά χωρία Βρύσες και Μουριατάδα. Το πράγμα, φυσικά, εξαρτάται εκ του κατά πόσον η σημερινή Κυπαρισσία δύναται να ταυτισθή προς τον Κυπαρισσήεντα του Ομήρου, όστις αναφέρεται ομού μετά της Αμφιγενείας (Ίλ. Β 593). 
Ο Στράβων όμως ρητώς βεβαιοί, ότι ο Κυπαρισσήεις ούτος έκειτο (και ομού η Αμφιγένεια) κατά την Μακιστίαν, προς Ν. τής Νέδας, και ότι άλλη ήτο η μεσσηνιακή Κυπαρισσία (Στράβ. Η 3.25=349).
Αι προκαταρκτικαί ημών ανασκαφαί ενταύθα διήρκεσαν από 25ης Αυγούστου μέχρις 7ης Σεπτεμβρίου, τα δε αποτελέσματα εν επιγραμματική συντομία είναι τα ακόλουθα:
Ορατά ερείπια φαίνονται αρκετά, κυρίους επί της Ν. κλιτύος του Ελληνικού. Μέγας προμαχών ή πύργος συνήπτετο προς Δ. μετά τειχών ή τοίχων αναλημματικών, ών διατηρούνται εισέτι σημαντικά τμήματα.
Επί της κορυφής του Ελληνικού ανεκαλύφθη μέγα κτίσμα, πιθανώς το ανάκτορον του τοπικού Μυκηναίου δυνάστου (σχ.β). Ο κυρίως πυρήν, έχων προσανατολισμόν εκ. Δ. προς Α., αποτελείται εκ των τριών τυπικών χώρων (αιθούσης, προδόμου και μεγάρου) και έχει μήκος 18,50, πλάτος δε 7,50 μ. Προς Β. εκτείνεται καθ’ άπαν το μήκος του κτίσματος ευρύχωρος διάδρομος (σχ.β), πάντες δε οι χώροι (άριστα πάντων ο διάδρομος) διατηρούν δάπεδον εκ κονιάματος επί υποστρώματος μικρών χαλίκων (το τυκτόν δάπεδον του Ομήρου), το οποίον αναρριχάται και επί των τοίχων είς ύψος 5-8 έκ. Οι τοίχοι έφερον επίχρισμα γραπτού κονιάματος (χρώματα κυανά, ερυθρωπά, κιτρινωπά αραιά και κακής ποιότητος).


Είς το κυρίως μέγαρον δεν υπάρχουν ίχνη εστίας ούτε και κιόνων. Θύρα εκ του προδόμου οδηγεί προς τον βόρειον διάδρομον. Δεν ευρέθησαν ίχνη θύρας ή στοάς είς την αίθουσαν, λόγω κακής διατηρήσεως του τοίχου. Προς Β. και Ν. υπάρχουν λείψανα κτισμάτων, άτινα θα ερευνηθούν είς επομένην περίοδον. Δυστυχώς το πάν καλύπτεται υπό επιχώσεως ουδαμού υπερβαινούσης τα 0,20 μ. δια τούτο η καταστροφή είναι σχεδόν πλήρης. Ελάχιστα δείγματα κεραμεικής ευρέθησαν επί των δαπέδων, βεβαιούντα την χρονολόγησιν της καταστροφής κατά την υστάτην (ΙΙΙΒ- Γ) Μυκηναϊκήν περίοδον. Ευρέθη ωσαύτως μικρόν τεμάχιον αγγείου εκ Κροκεάτου λίθου και αρκετά τεμάχια συντετηγμένου μόλυβδου, προσκεκολλημένου εισέτι επί λίθων εντός του προδόμου. Ίχνη πυρκαϊάς όμως δεν δεικνύει το παρόν μέγαρον.


Εις όλας τας κλιτύς του Ελληνικού, πλήν της βόρειας, υπάρχουν άφθονα ίχνη οικημάτων κυρίως είς το Ν. και Α. πλευρόν. 
Είναι εν μέρει διά κοινών, εν μέρει δια μεγάλων λίθων κυκλώπειους εκτισμένα. Πυργοειδής γωνία περί τά 50 μ. προς Α. του μνημονευθέντος προμαχώνος είναι επιμελώς εκτισμένη, αλλά διατηρείται κακώς εντός των πρίνων. 


Παρ’ αυτήν ανεσκάφη έτερον σημαντικόν κτίσμα. Αποτελείται εκ μεγάλου μεγάρου μετά τεσσάρων ογκωδών λιθίνων βάσεων δια τους κίονας, ων αί τρεις διατηρούνται κατά χώραν. Δεν υπάρχει ίχνος εστίας, υπάρχουν όμως μία σειρά πωρίνων πλακών προς το Ν. μέρος του μεγάρου (το υπόλοιπον κτίσμα σύγκειται έξ ασβεστόλιθου). Δύο μικρότερα δωμάτια, εν είδει προδόμου και οπισθοδόμου, συμπληρώνουν το κτίσμα, το οποίον εις τον πρόδομον (προς Β.) διατηρεί εισέτι πωρίνην πλάκα κατά χώραν (σχ.γ). 
Δεν θα ήτο αδύνατον, να σκεφθώμεν περί ναού. Δυστυχώς και πάλιν το άροτρον κατέστρεψε το παν, διότι το κτίσμα ήτο σχεδόν επί της επιφανείας. 
Συνολικόν μήκος 16,80μ. Πλάτος 7,95. Του κυρίως μεγάρου διαστάσεις εσωτερικοί 7.70x 5.90.


Παραλειπομένων άλλων κτισμάτων, ων δύο (5 και 6) δια πελωρίων λίθων, περιγράφομεν τελευταίον τον θολωτόν τάφον, όστις κείται περί τα 200μ. προς ΒΑ. επί της κλιτύος λόφου. Διατηρείται είς καλήν κατάστασιν. 
Μικρόν μέρος της κορυφής της θόλου έχει καταρρεύσει, η δε σχηματισθείσα οπή ήτο είς πάντας γνωστή ως «τρύπα του βασιληά», έχουσα διάμ. 2,65. Ο τάφος είναι μικρός άλλά αρχιτεκτονικώς ενδιαφέρουν. Ενώ η διάμετρος της θόλου είναι 4.80, ο τάφος προσπίπτει λίαν υψηλός διότι διατηρείται σήμερον εις ύψος 4,60, επομένως θα έφθανε τουλάχιστον 6 μ. ύψος. Τούτο συμβαίνει, διότι ο αρχιτέκτων από σκοπού κατεσκεύασε τα τοιχώματα της θόλου σχεδόν κάθετα μέχρι του ύψους του ανωφλίου, εκείθεν δε μόνον ήρχιζεν η θόλωσις. Αί παραστάδες της εισόδου εσωτερικώς (το ευπαθέστερον μέρος παντός θολωτού τάφου) είναι ενταύθα σχεδόν κάθετοι. Εντεύθεν και η καλή διατήρησις του τάφου. Το ανωτέρω χαρακτηριστικόν συναντώμεν και εις τινας των θαλαμωτών τάφων Βολιμιδίων, οίτινες ίσως θα αποδειχθούν σπουδαίοι, ώς προς το ζήτημα της καταγωγής των θολωτών τάφων.
Ο τάφος Μουριατάδας είχε τμήμα του δρόμου (μήκους 3,10 μ.) επενδεδυμένον διά αργών λίθων. Η θύρα έχει ύψος 1,80, πλ. 1,05 κάτω και 0.85 άνω, το δε επικαθήμενον ανώφλιον έχει μήκος μόνον 1,25. Η θύρα έφερε κανονικήν τείχισιν ύψους 0,60, υπέρ αυτήν ακανονίστως λίθους εις ύψος 0.80, τα δε τελευταία 0.35 ήσαν κενά. Μεταξύ τών ακανόνιστων λίθων και επί της παρυφής της κανονικής τειχίσεως ευρέθησαν τα λείψανα ουχί ολιγωτέρων των οκτώ ζώων, θυσιασθέντων εις την είσοδον του τάφου.
Συνήθως οι σκελετοί ήσαν ολόκληροι, άπαξ ίσως μικρού μόσχου, άπαξ κυνός, οι δε λοιποί χοιριδίων. Αί θυσίαι δεν είναι σύγχρονοι και δεν είναι χρονολογήσιμοι. Εσωτερικώς ευρέθησαν εις ύψος υπέρ το ανώφλιον, ευθύς μετά την αφαίρεσιν των συμπεσόντων λίθων της θόλου, τα λείψανα εξ άλλων θυσιών, ένθα εκάησαν τμήματα ζώων μόνον. Μέχρι του δαπέδου της θόλου η επίχωσις συνίστατο εκ χώματος και αραιών λίθων. Ελάχιστα λείψανα ευτελών αγγείων ευρέθησαν, μυκηναϊκών και πρωτοχριστιανικών. Ο τάφος είχε καθαρισθή πολλάκις και τελείως.
Άνθρακες και ζωικά οστά υπήρχον αρκετά, ώς και πολλά κελύφη χελωνών (έξ τουλάχιστον), αλλά ίσως αύται απεσύρθησαν εκεί εκουσίως. Τρεις ήσαν πλησίον αλλήλων, η μία ανάστροφος, όπερ υπό τών σοφωτέρων θεατών ηρμηνεύθη ως μονομαχία μεταξύ αρρένων.
 Ότε η κένωσις της επιχώσεως της θόλου έφθανε προς το δάπεδον, το έναντι της εισόδου τμήμα παρουσίασε τόσα αναρίθμητα οστά ζώων, ώστε να δίδουν την εντύπωσιν ότι έκειντο εκεί ώς απορρίμματα. Περίπου είς το κέντρον του δαπέδου τα μαλακά χώματα υπεδείκνυον ύπαρξιν λάκκου. Πράγματι, είς βάθος 1μ. ευρέθη μικρός τάφος κιβωτιόσχημος μετά κτιστών τοιχωμάτων και λεπτών πλακών καλυπτήρων. Είχε διαστάσεις 1.05x 0.57μ. και περιείχε μόνον ελάχιστα λείψανα οστών παιδιού. Λείψανά τινα κτιστά είς το αυτό βάθος παρατηρηθέντα άφέθησαν προς έρευναν διά το επιόν έτος.


Ο αρχαιολογικός χώρος σήμερα
Μετά τις ανασκαφές του Μαρινάτου καμιά άλλη δεν έχει γίνει στην Μουριατάδα αλλά και δυστυχώς καμιά απολύτως μέριμνα δεν λήφθηκε για την προστασία του αρχαιολογικού χώρου. Δεν έχει περιφραχτεί και δεν έχει καθαριστεί ποτέ. Έτσι έχει πνιγεί στην άγρια βλάστηση ενώ συχνά ο αρχαιολογικό χώρος γίνεται βοσκότοπος και χώρος απόθεσης σκουπιδιών. Ακόμα και μια ταμπέλα που υπάρχει για να ενημερώνει τον κόσμο ότι εκεί υπάρχουν προϊστορικές αρχαιότητες τοποθετήθηκε, απ΄ότι πληροφορήθηκα, από ιδιώτη.









Printfriendly