.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Μάϊκλ Βέντρις (1922-1956), γιά πάντα νέος!


"H Ζωή γεννά τούς χαρισματικούς γιά νά γκρεμίζουν όσα χτίζουν οί πολέμιοί της στήν άμμο.
Τα μωροφιλολογήματα ,περί ινδοευρωπαϊκής φυλής , περί φοινικικού αλφαβήτου , περί αρχανθρώπου τής Αφρικής , περί φαντασιόπληκτου Ομήρου γιά νά αναφέρουμε μόνο μερικά , όσο τά φωτίζουν οί πραγματικοί επιστήμονες , τόσο χλωμιάζουν…"

Γιώργου Γάκη

Ο αρχιτέκτονας που αποκρυπτογράφησε τη γραμμική γραφή Β’
Τον Ιούνιο τού 1952, πριν από 50 ακριβώς χρόνια, ένας Αγγλος αρχιτέκτονας, ο Μάικλ Βέντρις (Michael Ventris), ηλικίας τότε 30 ετών, ανακοίνωσε δημόσια ότι μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει μιαν άγνωστη μέχρι τότε γραφή, την κρητομυκηναϊκή γραμμική γραφή τύπου Β’, στην οποία βρίσκονται γραμμένες πολλές πήλινες πινακίδες από την Κρήτη, τις Μυκήνες, την Πύλο κ.α. και, το κυριότερο, ότι η γλώσσα των πινακίδων αυτών είναι η Ελληνική.
Η σπουδαιότητα τής ανακοίνωσης τού Βέντρις για την επιστήμη γενικότερα (που έλυνε, επιτέλους, το μυστήριο των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’) αλλά ιδίως για τον ελληνικό πολιτισμό, που η γραπτή του παράδοση μεταφερόταν επτά περίπου αιώνες νωρίτερα (από τον 8ο αιώνα π.Χ. στον 15ο), ήταν ανυπολόγιστης σημασίας. Αλλαζαν άρδην τα δεδομένα τής ιστορίας μας, αφού αυτή εξαρτάται και προσδιορίζεται χρονικά κατά κύριο λόγο από τις γραπτές μαρτυρίες.Ο Μ. Βέντρις (1922-1956) ήταν χαρισματικό πνεύμα. Μπορούσε να μαθαίνει εύκολα ξένες γλώσσες, είχε μια σπάνια συνδυαστική φαντασία, ήταν ικανός να ξεχωρίζει τις κανονικότητες μέσα στην ποικιλία και γενικά, όπως γράφει ο J. Chadwick, ο Μ. Βέντρις «είχε τη δύναμη να διακρίνει την τάξη μέσα στο φαινομενικό χάος, το χάρισμα δηλ. που χαρακτηρίζει το έργο όλων των μεγάλων ανδρών».
Δεκατεσσάρων χρονών παιδί ακόμη (το 1936), ακούγοντας τον μεγάλο Αγγλο αρχαιολόγο Σερ Αρθρουρ Εβανς να εξηγεί σε μια διάλεξη στο Βρετανικό Μουσείο τα μυστήρια των αναποκρυπτογράφητων γραφών τής Κρήτης, αυτών που ο ίδιος ο Εβανς ονόμασε «μινωικές γραφές», και τη σημασία τους για τη γνώση τού μινωικού αλλά και τού μυκηναϊκού κόσμου, ο μικρός Βέντρις αποφάσισε να λύσει το μυστήριο τής ανάγνωσης των μινωικών γραφών. Ετσι άρχισε να ασχολείται από νωρίς με το θέμα, διαβάζοντας ό,τι σχετικό υπήρχε. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ασχολήθηκε επίσης με το «σπάσιμο» μυστικών κωδίκων, γεγονός που όξυνε την ικανότητά του στη διερεύνηση τής λειτουργίας διαφόρων κωδικών συστημάτων. Με το θέμα τής αποκρυπτογράφησης τής γραμμικής γραφής Β’ συνέχισε να ασχολείται ερασιτεχνικά, η δε ενασχόλησή του αυτή εντάθηκε μετά την επαγγελματική του αποκατάσταση ως επιτυχημένου αρχιτέκτονα.
Ο Βέντρις χρησιμοποίησε αρχικά το περιορισμένο υλικό που είχε δημοσιεύσει ο Εβανς από την Κνωσό. Το υλικό τής έρευνάς του αυξήθηκε με τις πινακίδες γραμμικής γραφής Β’ από την Πύλο που βρήκε το 1939 ο Αμερικανός αρχαιολόγος Carl Blegen και που δημοσιεύτηκαν το 1951. Η μελέτη τού διευρυμένου υλικού ενίσχυσε την υπόθεση τού Βέντρις ότι η γλώσσα των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’ είναι η Ελληνική αντίθετα προς την άποψη που είχε μέχρι τότε επιβάλει με το κύρος του ο Εβανς, ότι οι μινωικές γραφές (τόσο η γραμμική Α’ – που δεν έχει μέχρι σήμερα αποκρυπτογραφηθεί – όσο και η γραμμική Β’) περιείχαν μια μινωική, μη ελληνική γλώσσα, αφού ο Εβανς πίστευε στη δύναμη τού μινωικού κόσμου και στην κυριαρχία των Μινωιτών και στον χώρο τής ηπειρωτικής Ελλάδας (Μυκήνες κ.α.).

Η γλώσσα των πινακίδων
Ο Βέντρις βοηθήθηκε αρχικά στην αποκρυπτογράφηση συγκρίνοντας τα γράμματα τής γραμμικής Β’ με υλικό από τις πινακίδες τής επίσης γραμμικής κυπριακής συλλαβικής γραφής («κυπριακό συλλαβάριο»). Τον βοήθησε ακόμη και το υλικό από τις έρευνες που είχαν πραγματοποιήσει άλλοι ερευνητές (Alice Kober, Emmett Bennett κ.ά.). Ετσι δοκίμασε δειλά και τελείως υποθετικά την ανάγνωση των πινακίδων τής γραμμικής Β’ με βάση την ελληνική γλώσσα. Ο Chadwick αναφέρει: «Ο Ventris ξεκίνησε να δοκιμάσει την υπόθεση ότι η γλώσσα ήταν ελληνική, χωρίς να προσδοκά ότι θα οδηγούσε πουθενά. Αλλά καθώς εφάρμοζε τις αξίες του σε περισσότερες και περισσότερες λέξεις, συνέχιζαν να εμφανίζονται ελληνικές λέξεις».
Ο Βέντρις δεν ήταν φιλόλογος και δεν μπορούσε να συνεχίσει την ανακάλυψή του χωρίς την επικουρία ενός κλασικού φιλολόγου που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ταυτίσει τις αναγνώσεις του με αρχαιοελληνικές λέξεις και μάλιστα αρχαιότατες, ενίοτε και μη παραδεδομένες στη μετέπειτα Ελληνική. Αυτό επετεύχθη στο πρόσωπο τού Τζων Τσάντγουικ (John Chadwick), υφηγητή των κλασικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο τού Καίμπριτζ. 
Μαζί επεξεργάστηκαν την επίσημη παρουσίαση τής αποκρυπτογράφησης τής γραμμικής γραφής Β’, σε άρθρο τους που δημοσιεύθηκε στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Hellenic Studies» το 1953 με τίτλο «Μαρτυρίες για ελληνική διάλεκτο στα μυκηναϊκά αρχεία» (Evidence for Greek Dialect in Mycenaean Archives). Αντίγραφο τού άρθρου αυτού, προτού δημοσιευθεί, δόθηκε στον αρχαιολόγο Carl Blegen, ο οποίος μπόρεσε να διαβάσει την περίφημη «οιονεί δίγλωσση» πινακίδα τής Πύλου, την «πινακίδα των τριπόδων», εφαρμόζοντας τις αξίες των συλλαβογραμμάτων που είχαν επισημάνει οι Βέντρις – Τσάντγουικ. Αυτό έπεισε τους περισσότερους επιστήμονες να δεχθούν ότι η ανάγνωση ήταν ορθή και ότι έχρηζε περαιτέρω βελτιώσεων.

Μία διάκριση που δεν ήρθε
Ως προς την υφή τής γραμμικής γραφής Β’, πρόκειται για «συλλαβογραφική γραφή», κάθε σημείο (γράμμα) δηλαδή δηλώνει συλλαβή και όχι μεμονωμένο φθόγγο. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο αριθμός των συλλαβών σε μια γλώσσα είναι τεράστιος, καταλαβαίνει ότι μια συλλαβογραφική γραφή – για λόγους οικονομίας – χρησιμοποιεί έναν μικρό μόνο αριθμό συλλαβογραμμάτων (γύρω στα 90), για να δηλώσει όλες τις συλλαβές.
Ετσι λ.χ. το συλλαβόγραμμα πε δηλώνει επίσης και το βε και το φε. Δηλώνει ακόμη τις μακρόφωνες συλλαβές: πη, βη, φη. Και δηλώνει και τις συλλαβές με ­ει και ­ηι: πει-πηι, βει-βηι, φει-φηι. Το ίδιο συλλαβόγραμμα δηλαδή έχει 12 δυνατές αναγνώσεις! Πρόκειται δηλαδή για ένα ατελές σύστημα γραφής, το οποίο οι Ελληνες αντικατέστησαν με μια καθαρώς αλφαβητική γραφή, το γνωστό και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενο ελληνικό αλφάβητο, το οποίο οι ίδιοι οι Ελληνες εδημιούργησαν, επινοήσαντες χωριστά γράμματα να δηλώνουν τα φωνήεντα και χωριστά γράμματα να δηλώνουν τα σύμφωνα.
Οπωσδήποτε, οφείλουμε στη μεγαλοφυΐα τού Βέντρις το γεγονός ότι η ιστορία τής ελληνικής γλώσσας δεν αρχίζει πλέον όπως γνωρίζαμε μέχρι το 1952 τον 8ο αιώνα με την αλφαβητική γραφή τής οινοχόης τού Διπύλου (ή, κατ’ άλλους, τού «ποτηρίου τού Νέστορος» που ανήκει στην ίδια περίοδο) αλλά από τα μέσα τού 15ου αιώνα με την ανάγνωση των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’ (Κνωσός, Φαιστός, Πύλος, Μυκήνες, Θήβα).
Αλήθεια, υπάρχει κανένας δρόμος τής Ελλάδος που να φέρει το όνομα αυτού τού μεγάλου επιστημονικού ευεργέτη τού Ελληνισμού; Ας σημειωθεί ότι η Μ. Βρετανία ετίμησε εν ζωή τον Βέντρις με το παράσημο τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας, το Πανεπιστήμιο τού Λονδίνου τον ανακήρυξε επίτιμο ερευνητή και το Πανεπιστήμιο τής Ουψάλα τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα, προφταίνοντας να τον τιμήσουν, προτού χαθεί πρόωρα από τη ζωή (το 1956) σε ηλικία 34 ετών.

Συνέδριο στο Κέμπριτζ για την αποκρυπτογράφηση της εκπληκτικής Γραμμικής Β’ 
Συνέδριο στο Cambridge, στην νοτιοανατολική Αγγλία, θα σηματοδοτήσει την 60ή επέτειο από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ γραφής από τον Michael Ventris, που θεωρείται ως πρώιμη μορφή της αρχαίας ελληνικής. Η εκπληκτική επιτυχία του επέκτεινε σημαντικά τα σύνορα της γνώσης μας σχετικά με τον αρχαίο κόσμο.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι αρχαιολόγοι διενεργούν ανασκαφές σε μερικά από τα πιο διάσημα μνημεία της Αρχαίας Ελλάδας – κυρίως στην Κνωσό στο νησί της Κρήτης και στις Μυκήνες και στην Πύλο στην ηπειρωτική χώρα – ανακαλύπτοντας μεγάλο αριθμό από πήλινες πινακίδες, χαραγμένες με ένα είδος γραφής που τους προκαλεί σύγχυση.
Η γραφή ήταν σημαντικά διαφορετική σε σχέση με οποιοδήποτε άλλη γνωστή γραφή εκείνη την περίοδο. Επιπλέον, ήταν άμεσα σαφές ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο παραλλαγές αυτού του τύπου γραφής.
Η γραφή αυτών των αρχαίων κειμένων – χαρακτηρίζεται από περίπου 90 διαφορετικούς χαρακτήρες, ενώ οι πήλινες πινακίδες διανθίζονται με σήματα για αριθμούς, και απεικονίζουν αντικείμενα και εμπορεύματα της καθημερινής ζωής, όπως αγγεία, υφάσματα και σιτηρά – απέκτησε το όνομα «Γραμμική». Γραμμική επειδή ήταν πιο αφηρημένη και χαρακτηρίζεται από ένα πιο γραμμικό ύφος σε σχέση με την προηγούμενου τύπου ιερογλυφική γραφή, που επίσης, βρέθηκε στην Κρήτη.
Στις δύο παραλλαγές δόθηκαν τα ονόματα «Γραμμική Α» και «Β». Ήταν σαφές ότι η «Γραμμική Α» ήταν ο πρώιμος τύπος, πολύ πιο σπάνιος και περιορισμένος στο νησί της Κρήτης. Η νεότερη τύπου Β βρέθηκε σε σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό και ανακαλύφθηκε στην Κνωσό, στις Μυκήνες και την Πύλο. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως το ίδιο είδος γραφής και σε άλλα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των Θηβών και της Τίρυνθας στην ελληνική ηπειρωτική χώρα και τα Χανιά στην Κρήτη.

Λαμπρά μυαλά
Σήμερα οι ερευνητές συγκεντρώνονται στο πανεπιστήμιο του Cambridge για ένα συνέδριο που σηματοδοτεί την εκπληκτική ιστορία της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β’, μιας αφήγησης που θα συγκεντρώσει μερικά από τα πιο λαμπρά μυαλά του 20ού αιώνα στους τομείς, όχι μόνο της κλασικής αρχαιολογίας, αλλά και άλλων εξειδικευμένων ειδικοτήτων που κυμαίνονται από την φιλολογία και την επιγραφική μέχρι ειδικών για την αρχαία ελληνική οικονομία και θρησκεία. Οι επιστήμονες που συμμετέχουν θα εξετάσουν επίσης τις προκλήσεις που παραμένουν ανοιχτές, συναρμολογώντας την ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, έναν πολιτισμό γνωστό για την πολύπλοκη εκπληκτική τέχνη του αλλά και για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η ανακάλυψη της Κνωσού
Στον απόηχο μιας από τις πιο διάσημες ανασκαφές στην ιστορία, οι κλασικιστές που βάζουν το μυαλό τους το παζλ της δελεαστικής αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β’ αποτελούν τα πιο γνωστά ονόματα στο χώρο. Μετά το Γερμανό Ερρίκο Σλήμαν που είχε ανασκάψει την Τροία (ή έναν αρχαιολογικό χώρο συμβατό με την περίφημη πόλη του Ομήρου) και τις Μυκήνες, ανοίγοντας την πόρτα για την ελληνική αρχαιολογία της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., ο Βρετανός αρχαιολόγος Arthur Evans ανακαλύπτει μεγάλο αριθμό αυτών των ενεπίγραφων πινακίδων το έτος 1900 στην Κνωσό. Ο Evans και άλλοι επιστήμονες γνώριζαν ότι οι πινακίδες κατέχουν το κλειδί για την πληρέστερη κατανόηση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Αλλά η αποκρυπτογράφηση των χαραγμένων συμβόλων φαινόταν ανέφικτη, δεδομένου ότι τόσο η γραφή όσο και η γλώσσα πίσω από αυτή ήταν άγνωστη.


Ξεκλειδώνοντας τα μυστικά
Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες από επίδοξους αποκρυπτογράφους από όλο τον κόσμο, ένας λαμπρός Βρετανός ερασιτέχνης που ονομάζεται Michael Ventris, αποδείχθηκε καθοριστικός για το ξεκλείδωμα των μυστικών της Γραμμικής Β’. Ο Ventris ήταν εξαιρετικός λόγιος, σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος, με εκπληκτικό ταλέντο στις γλώσσες. Η πρώτη του επαφή με το αρχαίο κείμενο συνέβη όταν ως μαθητής είχε δει κάποιες από τις πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Κνωσό από τον Arthur Evans.
Αυτή η τυχαία συνάντηση του προκάλεσε μια γοητεία που διήρκεσε μέχρι και τον τραγικό θάνατο του Ventris σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1956. Έθεσε τον εαυτό του στο καθήκον της εργασίας καθορισμού της φύσης του συστήματος γραφής και της αποκρυπτογράφησης. Εργάστηκε σε μεγάλο βαθμό και μόνο για να κατανοήσει το νόημα του αρχαίου κειμένου και κυκλοφόρησε όλες τις σκέψεις του στους σημαντικούς μελετητές του τομέα σε μια σειρά από «Σημειώσεις εργασίας για την έρευνα μινωικής γλώσσας», ενώ παράλληλα ακολουθεί καριέρα ως αρχιτέκτονας. Στη συνέχεια, την 1η Ιουνίου 1952, έστειλε την «Work Note 20» με τίτλο, «Είναι οι πινακίδες της Κνωσού και της Πύλου γραμμένες στα ελληνικά;». Με βάση προηγούμενες εργασίες, κυρίως από την αμερικανίδα λόγιο Alice Kober, είχε – μέσω ενός συνδυασμού ψύχραιμων εκτιμήσεων, ανάπτυξης αυστηρής μεθοδολογίας, έξυπνης ενσωμάτωσης ενδείξεων των διαφορετικών ειδών, λαμπρές παραδοχές και υπομονετικό πειραματισμό – αποκρυπτογραφήσει το αρχαίο κείμενο.

Δύσκολα και αρχαϊκά ελληνικά
Βασισμένος σε πολλές από τις αρχικές του υποθέσεις, ο Ventris ήταν σε θέση να αποδείξει, όλο και πιο καθαρά κατά τη διάρκεια των μηνών που ακολούθησαν, ότι η γλώσσα πίσω από το αρχαίο κείμενο ήταν ελληνική – μιλώντας με δικά του λόγια «μια δύσκολη και αρχαϊκή ελληνική, αλλά παρ ‘όλα αυτά ελληνική».
Καθώς είχε σημαντικές ελλείψεις στην ελληνική φιλολογία και γλωσσολογία, τον Ιούλιο του 1952 στράφηκε στον John Chadwick, έναν πρόσφατα διορισμένο λέκτορα Κλασικής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Cambridge, για επαγγελματική υποστήριξη. Ο Chadwick ήταν εξαιρετικός κλασσικός μελετητής, ο οποίος είχε εργαστεί στην αποκρυπτογράφηση κωδικών κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βοήθησε στην ανάπτυξη της αρχικής αποκρυπτογράφησης του Ventris και ήταν σε θέση να διευκρινίσει το ιστορικό γλωσσικό υπόβαθρο ενώ παρείχε πολλές ερμηνείες από μεμονωμένα πλακίδια.
Με τον τρόπο αυτό, το Cambridge σύντομα καθιερώθηκε ως ένα από τα κορυφαία κέντρα του κόσμου για τις σπουδές του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ ο Δρ. Chadwick συνέχισε να εργάζεται στην Γραμμική Β μέχρι το θάνατό του το 1998.

«Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β άνοιξε, και μάλιστα δημιούργησε, ένα εντελώς νέο κλάδο έρευνας. Πρόσθεσε περίπου 500 χρόνια στην γνώση μας για την ελληνική γλώσσα, εκτοξεύοντας την κατανόηση της πρώιμης ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας πίσω στη δεύτερη χιλιετία π.Χ., μέχρι το τέλος της Εποχής του Χαλκού, περίπου το 1200 π.Χ», είπε ο Δρ. Torsten Meissner, διοργανωτής του σημερινού συνεδρίου. «Ξαφνικά οι θέσεις των φιγουρών της ελληνικής μυθολογίας – όπως του μυθικού βασιλιά Μίνωα της Κνωσού ή οι ομηρικοί ήρωες όπως του Νέστορα, βασιλιά της Πύλου, ή του Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών – θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε ένα πραγματικό περιβάλλον μέσω των πήλινων πινακίδων που καταγράφουν την διοικητική και πολιτική τους οργάνωση».
Πολλά μέρη του παζλ του μυκηναϊκού κόσμου εξακολουθούν να λείπουν – για παράδειγμα, οι σχέσεις των διαφόρων τόπων μεταξύ τους. Ωστόσο, οι τρόποι με τους οποίους οι Ventris και Chadwick εργάστηκαν από διάφορους κλάδους και ειδικότητες έθεσε τα θεμέλια για την έρευνα που βλέπει τα κομμάτια να ενώνονται μαζί, ένα προς ένα.

[Πηγή: pasthorizonspr.com]

Michel Ventris: A Very English Genius







Printfriendly