.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Οι θολωτοί τάφοι του βασιλείου του Νέστορος


Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με τις έρευνες του Ερρίκου Σλήμαν και τα εκπληκτικά ευρήματα των ανασκαφών του στην Τροία και στην Ελλάδα1, με τα οποία δόθηκε η ελλείπουσα έως εκείνη την εποχή ιστορική διάσταση στο Ομηρικό Έπος, καθώς και με το ανασκαφικό έργο και τις μελέτες του Χρήστου Τσούντα2 στις Μυκήνες και αλλού στην Ελλάδα, καρπός των οποίων είναι και το συνθετικό του έργο Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός (1893), θεμελιώθηκε η επιστήμη της μυκηναϊκής αρχαιολογίας.
Στις Μυκήνες, με το έργο του Σλήμαν και του συνεργάτη του, αρχαιολόγου Π. Σταματάκη, καθώς και με το έργο του Τσούντα από το 1886, εκτός από τους έξι λαμπρούς βασιλικούς λακκοειδείς τάφους του ταφικού περιβόλου Α, με τα θαυμαστά χρυσά κτερίσματα, αποκαλύφθηκαν και ερευνήθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο μεγάλοι θολωτοί τάφοι. Ο τάφος του Ατρέως (διαμ. 14,40 μ.), που ερεύνησε ο Σταματάκης το 1878, και εκείνος της Κλυταιμνήστρας (διαμ. 13,80 μ.), που ανέσκαψε εν μέρει το 1876 η Σοφία Σλήμαν και εξ ολοκλήρου ο Τσούντας το 1892. Ο Τσούντας, εκτός βέβαια από το ανάκτορο στην ακρόπολη των Μυκηνών, ερεύνησε και τους τέσσερις από τους έξι ήδη γνωστούς, εκτός των τειχών, θολωτούς τάφους.


1,2. Το πλήθος των λαξευτών θαλαμοειδών τάφων και των συγχρόνων τους θολωτών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στην Μεσσηνία. Στις εικόνες χαρακτηριστικοί τύποι λαξευτών θαλαμοειδών τάφων του Μυκηναϊκού νεκροταφείου των Ελληνικών της Άνθειας
Ο τάφος του Ατρέως, το μεγαλοπρεπέστατο αυτό θολωτό ταφικό μνημείο, διατηρείται ακλόνητος και, από τότε που οικοδομήθηκε, στους μυκηναϊκούς χρόνους, έως τις μέρες μας, παραμένει άρτιος. Ο μυκηναίος αρχιτέκτονας έδωσε ένα άνοιγμα στο μνημείο, το οποίο ξεπεράστηκε στην ιστορία της οικοδομικής μόνον όταν (το +115/ +125) ορθώθηκε στη Ρώμη από τον Αδριανό το Πάνθεον, εξ ολοκλήρου λίθινο κτίριο, με διάμετρο 43,5 μ.
 Από τότε που τα μυκηναϊκά κτίσματα απέκτησαν πια ασφαλώς προσδιορισμένη ταυτότητα και υπόσταση, άρχισε με σαφέστερο επιστημονικό ενδιαφέρον η έρευνα και η μελέτη των μυκηναϊκών κέντρων και εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Με τις πολυετείς έρευνες που ξεκίνησαν από το τέλος του 19ου αιώνα και τις οποίες συνέχισαν, εκτός από τον Τσούντα, οι αρχαιολόγοι Π. Σταματάκης, Α. Σκιάς, Κ. Κουρουνιώτης, και άλλοι έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι στον 20ό αιώνα, πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά οι θέσεις με μυκηναϊκά ευρήματα. Αποκαλύφθηκαν οικισμοί, οχυρωματικά και τεχνικά έργα, εγκαταστάσεις, καθώς και νεκροταφεία, συστάδες τάφων και μεμονωμένα ταφικά μνημεία, από τη διερεύνηση και τη μελέτη των οποίων προέκυψαν σημαντικές πληροφορίες και διαπιστώσεις για τον μυκηναϊκό πολιτισμό.
Στη μυκηναϊκή ταφική πρακτική διακρίνονται τέσσερα βασικά είδη τάφων: οι κιβωτιόσχημοι, οι λακκοειδείς, οι λαξευτοί θαλαμοειδείς και οι θολωτοί τάφοι. 
Η κιβωτιόσχημη ταφή, επιβίωση του τύπου της ατομικής ταφής των πρωτοελλαδικών χρόνων, σταδιακά ατονεί. Οι λακκοειδείς είναι οι χαρακτηριστικοί τάφοι των μέσων του -16ου αιώνα, με αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτούς των δύο ταφικών περιβόλων των Μυκηνών. 
 Οι θαλαμοειδείς, που πρωτοεμφανίζονται στα τέλη του -16ου αιώνα, διαδίδονται ευρέως στους επόμενους αιώνες. Είναι οικογενειακοί υπόγειοι θάλαμοι, λαξευμένοι σε μαλακά πορώδη πετρώματα, με ποικιλία σχημάτων, τετράγωνης ή κυκλικής κάτοψης, με επίπεδη ή γωνιώδη στέγη. Αν η οικογένεια επιβιώσει και μετά τη μυκηναϊκή εποχή, ο τάφος, και ιδιαίτερα ο δρόμος του, συνήθως χρησιμοποιούνται και κατά την επόμενη περίοδο των γεωμετρικών χρόνων (ηρωολατρεία). Οι θαλαμοειδείς τάφοι έχουν μέχρι τρεις ή ακόμα και τέσσερις πλευρικούς μικρότερους θαλάμους για μεγάλες οικογένειες. Κατά την πρώιμη περίοδο, ο θαλαμοειδής τάφος μπορεί να βάφεται στην πρόσοψη, για να μοιάζει με οικία ή θύρα ανακτόρου, ενώ το δάπεδό του μπορεί να αποτελείται από στρώμα πατημένης γης. Ανάμεσα στους εκατοντάδες των θαλαμοειδών τάφων της Μεσσηνίας, ιδιαίτερα αξιόλογοι και εντυπωσιακοί είναι αυτοί του μυκηναϊκού νεκροταφείου της Άνθειας, βορειοδυτικά της Καλαμάτας, στη δυτική πλευρά της χθαμαλής λοφοσειράς στη θέση Ελληνικά, κοντά σε μεγαλοπρεπή θολωτό τάφο μεγάλων διαστάσεων (διαμ. μεγαλύτερης των 10 μ.). Οι 24 -τουλάχιστον- θαλαμοειδείς τάφοι στα Ελληνικά, των οποίων ο δρόμος βλέπει στην ανατολή, προς την κοιλάδα Ξερίλα, χρονολογούνται στην ΥΕ III Α-Β περίοδο (-1375/  -1190 3). 
3. Οι τρεις θολωτοί τάφοι Α, Β και C στον Κακόβατο της Ηλείας νότια του Αλφειού. Τάφος Α (τομή και κάτοψη), τάφοι Β και C (κατόψεις). Κατά Dorpfeld.

Ο μεγάλος θολωτός τάφος της Άνθειας, μαζί με τη γειτονική συστάδα των λαξευτών, αποτελούν ένα εκπληκτικό μυκηναϊκό μνημειακό σύνολο, 10 μόλις χλμ. βόρεια από την Καλαμάτα, από την οποία, σε ανάλογη απόσταση προς τα δυτικά, στην περιοχή Νιχώρια-Καρποφόρα, υπάρχει άλλος εντυπωσιακός θολωτός μυκηναϊκός τάφος και συστάδα θαλαμοειδών. Σήμερα οι χώροι στους οποίους βρίσκονται οι τάφοι είναι δυσπρόσιτοι και γι' αυτό, παράλληλα με τα έργα συντήρησης και προστασίας των μνημείων, επιβάλλονται και έργα που θα τα καταστήσουν προσιτά στους επισκέπτες και ενδιαφερομένους, δεδομένου μάλιστα ότι οι σημαντικοί αυτοί χώροι βρίσκονται σε αρτηρίες που οδηγούν στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα από τα βόρεια και τα δυτικά (εικ. 1-2).



4. Δεξιά: Αγριλιά (Ακούρθι). Παρά την πλούσια βλάστηση που καλύπτει το μνημείο, διακρίνεται η περίμετρος της θόλου 5.Αριστερά: Θολωτός τάφος Μουριατάδας.













Οι θολωτοί τάφοι, εντυπωσιακά ταφικά μνημεία, αξιοθαύμαστα από την αρχαιότητα
Εκτός από τα ίδια τα ανακτορικά ενδιαιτήματα, τεκμήρια θαυμαστά της ισχύος, του πλούτου, του γοήτρου και της υστεροφημίας των μυκηναίων ηγεμόνων αποτελούν και οι επιβλητικοί βασιλικοί θολωτοί τάφοι τους.
Στην Πελοπόννησο πραγματοποιήθηκαν πολλές έρευνες καθώς, μετά την ανακάλυψη των βασιλικών εγκαταστάσεων στην Αργολίδα, κυριαρχούσε στην επιστημονική κοινότητα η αναζήτηση των ανακτορικών εδρών και άλλων βασιλέων που έλαβαν μέρος στη μεγάλη εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας.
Από το 1906 ως το 1908, ο W Dorpfeld ερευνά συστάδα τριών θολωτών τάφων στον Κακόβατο4 (εικ. 3) -σε λοφώδη περιοχή του Κυπαρισσιακού κόλπου, 37 χλμ. νοτίως του Πύργου-τους οποίους χρονολογεί από τον -16ο έως τον -15ο αιώνα.

Από το ταφικό αυτό συγκρότημα, ο τάφος Α, ο νεότερος κατά τον ανασκαφέα, είναι ο μεγαλύτερος και καλύτερα διατηρημένος. Οι δομικοί λίθοι του τοιχώματος του θαλάμου του έχουν έντονη κλίση προς το εσωτερικό, πράγμα που συμβαίνει και στους άλλους δύο τάφους, στους οποίους όμως η κλίση είναι μικρότερη. Το μεγαλύτερο σωζόμενο ύψος του τάφου Α φτάνει τα 2,50 μ. Ο τάφος Β, παρότι δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, είναι ο μοναδικός θολωτός τάφος με πλακόστρωτο δάπεδο. Το μεγαλύτερο σωζόμενο ύψος του είναι 1,75 μ. Ο τάφος 0, που είναι και ο πλησιέστερος προς το μυκηναϊκό οχυρωματικό έργο της περιοχής, είναι κατά τον ανασκαφέα αρχαιότερος από τους άλλους δύο.
 Στην αρχαιότητα, η περιοχή του Κακόβατου βρισκόταν μέσα στα όρια της επικράτειας του μυκηναϊκού βασιλείου του Νέστορος και αυτό -σε συνδυασμό με τα σημαντικά και πλούσια ευρήματα των τάφων, τα οποία τεκμηριώνουν και σχέσεις της περιοχής με την Κρήτη και την Αδριατική- συνέβαλε στο να υποθέσει ο ανασκαφέας ότι στον Κακόβατο θα έπρεπε να τοποθετηθεί η έδρα του βασιλείου του Νέστορος. Ωστόσο, το 1939, εντοπίζεται, από την κοινή έρευνα στη Μεσσηνία του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη και του Carl W. Blegan5, το ανάκτορο του Νέστορος στον Επάνω Εγκλιανό. Έτσι, ο Κακόβατος θεωρείται πια ότι υπήρξε επαρχιακό κέντρο, έδρα τοποτηρητή τοποθετημένου από την κεντρική διοίκηση του βασιλείου της Πύλου6.
6,7. Θολωτός τάφος Βασιλικού. Αποτύπωση των καταλοίπων του τάφου 1976 και πρόσφατη εικόνα του μνημείου, που βρίσκεται δίπλα στον εγκαταλελειμμένο γραφικό σιδηροδρομικό σταθμό.

Το ανάκτορο του Επάνω Εγκλιανού, που αμέσως μετά τον εντοπισμό του χαρακτηρίστηκε από τους δύο ερευνητές ως το «ανάκτορο του Νέστορος», υπήρξε ένα εξαιρετικά σπουδαίο εύρημα, ενώ οι εκατοντάδες ενεπίγραφες πινακίδες της γραμμικής γραφής Β, που βρέθηκαν στο αρχείο του, και που βάσει αυτών αποκαλύφθηκε η αρχαιότερη ελληνική γραφή, συνέβαλαν στο να θεωρηθεί ως μία απο τις σημαντικότερες αρχαιολογικές αποκαλύψεις του 20ού αιώνα.
 Οι εννέα θολωτοί τάφοι της κάτω πόλης των Μυκηνών, αν και όλοι συλημένοι7 ήδη από την αρχαιότητα, χρονολογήθηκαν από τον -16ο έως τον -13ο αιώνα. Συγκεκριμένα, οι τάφοι του Αιγίσθου, ο Κυκλώπειος και ο τάφος του Επάνω Φούρνου τοποθετούνται στον -16ο αιώνα, ο τάφος της Παναγίας, του Κάτω Φούρνου και ο τάφος των Λεόντων στον -15ο, ενώ οι τάφοι των Δαιμόνων, της Κλυταιμνήστρας και του Ατρέως γύρω στο -1250.

 Ο Τσούντας, στο Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, έκτος από τους θολωτούς τάφους των Μυκηνών, γνωρίζει τους τάφους στο Μενίδι8, στο Ηραίο του Άργους9, τους δύο θολωτούς τάφους στο Θορικό, που αποκάλυψε ο Β. Στάης10, τους ερευνημένους το 1886 από τον ίδιο δύο τάφους, έναν στο Βαφειό στη Λακωνία (διαμ. 10,35 μ., με μήκος δρόμου 29,80 μ.), που, λόγω του πλούτου των ευρημάτων του, χαρακτηρίστηκε από τον ανασκαφέα πριγκιπικός, και έναν άλλον, στον Κάμπο Αβίας12 στη Μεσσηνία - ατυχώς και οι δύο συλημένοι. Γνωρίζει επίσης ο Τσούντας τον μνημειώδη θολωτό τάφο στον βοιωτικό Ορχομενό13 και έναν μικρό στον Ταΰγετο, κοντά στο χωριό Άρνη14 της Λακωνίας. 
8. Ο Θολωτός τάφος Διοδίων

Είχε δηλαδή ο Τσούντας υπόψη του έναν ικανό αριθμό θολωτών τάφων, που του επέτρεψε να εξαγάγει βασικά πορίσματα σχετικά με τα ταφικά έθιμα των Μυκηναίων.
 Από την αρχαία παράδοση είναι γνωστό ότι ο Παυσανίας, αντικρίζοντας θαμπωμένος στον βοιωτικό Ορχομενό τον θολωτό τάφο του Μινύου γράφει: 
«...είναι κτίσμα θαυμαστό κι από κανένα άλλο κατώτερο μέσα στην ίδια την Ελλάδα ή αλλού και έχει οικοδομηθεί ως εξής: "είναι λίθινος, κυκλικού σχήματος και όχι υπερβολικά οξυκόρυφος· ο λίθος της κορυφής λενε πως εξασφαλίζει τη συνοχή σ’ ολόκληρο το οικοδόμημα”». 
Ο περιηγητής, που επισκέπτεται τον τάφο και τον βλέπει ακέραιο δεκαπέντε αιώνες μετά την κατασκευή του, εκφράζει την απορία του ως εξής: 
«Οι Έλληνες είναι, φαίνεται, δεινοί να λογαριάζουν περισσότερο τα αξιοθαύμαστα που υπάρχουν έξω από τη χώρα τους κι όχι του τόπου τους· έτσι διακεκριμένοι συγγραφείς περιέγραψαν λεπτομερέστατα τις πυραμίδες των Αιγυπτίων, ενώ δεν έκαναν τον παραμικρό λόγο για το θησαυρό του Μινύα και για τα τείχη τής Τίρυνθας που είναι εξίσου αξιοθαύμαστα»15.


9. Χαλκιάς. Ο θολωτός τάφος I. 10. Χαλκιάς. Ο θολωτός τάφος II.
 Στα χρόνια μας, το επάνω μέρος του τάφου του Μινύου δεν διατηρείται, αλλά το ύψος του υπολογίζεται περίπου στα 14,20 μ., όσο δηλαδή είναι και η διάμετρος της θόλου. Ο τάφος, εκτός από τις μεγάλες διαστάσεις του, μοιάζει με τον αντίστοιχο «θησαυρό» του Ατρέα, όσον αφορά τόσο στον πλευρικό του νεκρικό θάλαμο, όσο και στο γεγονός ότι ο περιμετρικός τοίχος της θόλου έφερε χάλκινα στολίδια, ίσως ρόδακες.
 Περίπου δεκαοκτώ αιώνες αργότερα, ο σοφός αρχαιολόγος Χρ. Τσούντας, θαυμάζοντας τον τάφο του Ατρέα, γράφει:
«...την αληθή όμως εντύπωσιν, ην προξενεί, ούτε λόγοι ούτε εικόνες δύνανται να παραστήσωσιν [...] Εν Ελλάδι σώζονται και άλλα μνημεία των αρχαίων έξοχα υπό πάσαν άποψιν, νομίζω όμως ότι ουδέν εξ αυτών παρουσιάζεται τόσον καταπληκτικόν και τόσον σοβαρώς μεγαλοπρεπές· ίσως επαυξάνει την εντύπωσιν και τούτο, ότι το κτίριον όχι μόνον μακρόθεν δεν είναι ορατόν, αλλά και όταν φθάση τις πλησιέστατα αυτού, πάλιν ουδέν βλέπει- αίφνης δε κάμπτων ευρίσκεται προ μεγάλης και πλατειάς τομής εν τω όρει, ήτοι προ του δρόμου, εις το πέρας του οποίου βλέπει την υψηλήν και αγέρωχον θύραν... Ουχ ήττον όμως θαυμασία είναι και η εντύπωσις του εσωτερικού της θόλου, ήτις κατά την επιτυχή έκφρασιν του αρχιτέκτονος Αdler παρίσταται ως έργον της φύσεως· τόση είναι η αρμονία μεταξύ ιδέας και εκτελέσεως, ώστε νομίζει τις ότι δεν ήτο δυνατόν να κατασκευασθή άλλως»16.



12. Τραγάνα. Ο θολωτός τάφος 1, αμέσως μετά την ανασκαφή
13. Τραγάνα. Όψη του εσωτερικού του θολωτού τάφου 1.








Έναν αιώνα αργότερα, όταν με την αρχαιολογική έρευνα οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά στην ελληνική γη17, η μελετητρια της μυκηναϊκής εποχής Εmily Vermeule, εντυπωσιασμένη, γράφει:
«Οι θολωτοί τάφοι της εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα αποτελούν ακόμη σχεδόν τα πιο αξιοθέατα χτίσματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μας. Καμιά εικόνα δεν μπορεί να τους μεγαλοποιήσει ψεύτικα· είναι πάντοτε μεγαλύτερα απ’ όσο θυμάσαι ή ελπίζεις»18.
 Οι θολωτοί τάφοι είναι κυκλικοί, κατασκευασμένοι μέσα σε διαμορφωμένες αντίστοιχες τεχνητές κοιλότητες στο επίπεδο ή το «λοφοειδές» έδαφος, οι πιο πλούσιοι κατά το ισοδομικό σύστημα, με τέλεια προσαρμογή των μεγάλων λίθων, χωρίς συνδετική ύλη μεταξύ τους -όπως ο θολωτός τάφος του Ατρέα, της Κλυταιμνήστρας ή του Μινύου- και οι λιγότερο σημαντικοί από πλακαρές πέτρες που ορθώνονται κατά το εκφορικό σύστημα. Αυτή η τυπική για δεκάδες ταφικά μνημεία αρχιτεκτονική σύλληψη συνθέτει λειτουργίες και ικανοποιεί ανάγκες μερικών ημερών και μιας αιωνιότητας: ο μακρύς δρόμος του τάφου οδηγεί τελετουργικά το φέρετρο του -ενδεχομένως ταριχευμένου- νεκρού στην τελευταία του κατοικία, ενώ οι οικείοι του τελούν τους καθιερωμένους εναγισμούς. Η γιγαντιαίων αντοχών στατική επάρκεια της κατασκευής εξασφαλίζει τον αδιατάραχτο αιώνιο ύπνο του νεκρού. Το χώμα που τα καλύπτει όλα, εκτός από την απόλυτη ησυχία, εξασφαλίζει και σηματοδοτεί διακριτικά τη μεγαλοπρεπή τελευταία κατοικία του ηγεμόνα. Μετά την ταφή, οι Μυκηναίοι έφραζαν επιμελώς με λίθους (σπάνια με πλίνθους) την είσοδο μέχρι το υπέρθυρο. Το χώμα που κάλυπτε την κτιστή θόλο και το δρόμο, σχηματίζοντας τύμβο, προστάτευε και σηματοδοτούσε διακριτικά τη μεγαλοπρεπή τελευταία κατοικία του. Όταν στον ίδιο τάφο (θολωτό ή θαλαμοειδή) έπρεπε να ταφεί και άλλος νεκρός της οικογένειας, τότε οι οικείοι ήταν αναγκασμένοι να ανοίγουν εκ νέου το δρόμο και το στόμιο. Αυτή η διαδικασία ήταν απλούστερη στον τάφο του Ατρέα, όπου υπήρχαν θεόρατες δίφυλλες θύρες, πράγμα που σημαίνει ότι ο δρόμος έμενε ακάλυπτος. Από το Έπος γνωρίζουμε ότι οι βασιλικές σοροί έμεναν πολλές ημέρες και εβδομάδες θρηνούμενες σε λαϊκό προσκύνημα πριν ταφούν. Αυτό σημαίνει, ότι οι νεκροί υφίσταντο κάποιου είδους ταρίχευση19.

Ο Τσούντας αρχικά και οι μεταγενέστεροι μελετητές, βασισμένοι στα αρχαιολογικά ευρήματα και στην κριτική θεώρηση του Έπους, αναπαρέστησαν τα έθιμα και την τελετή της ταφής20. Στους μυκηναϊκούς χρόνους οι νεκροί ουδέποτε καίγονταν. Ο νεκρός, ντυμένος, σε ύπτια ή και λιγότερο συχνά σε συνεσταλμένη εμβρυακή στάση, μεταφερόταν στον τάφο με φορείο ή νεκροφόρα από ελαφρύ ξύλο καλυμμένο με δέρμα ή ύφασμα, ή επιχρισμένο με κονίαμα και τοποθετείτο στο πιο ελεύθερο μέρος του δαπέδου.
Ο ακαδημαϊκός Σπ. Ιακωβίδης, γράφει:
«...το έθιμον της θεαματικής και θορυβώδους θρηνήσεως των νεκρών, γνωστόν εις την Ελλάδα από τους ιστορικούς χρόνους μέχρι και σήμερον, ήτο ήδη μυκηναϊκόν αν μη και παλαιότερον»21.
14. Τραγάνα. Θολωτός τάφος ΙΙ
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη τεχνητή θόλο του τάφου, που ασφαλώς συμβολίζει το στερέωμα της ζωής στον Άδη, τον ουρανό της άλλης, της αιώνιας ζωής, δεν θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι θα μπορούσε, γύρω από τον νεκρό, ή ακόμα και έξω, στο δρόμο, να οργανώνονταν συμπόσια-νεκρόδειπνα, με συζητήσεις και αναφορές στα κατορθώματα και τις αγαθοεργίες του νεκρού, και να ακούγονταν τα μοιρολόγια και τα άσματα. Ενδεχομένως να χορεύονταν μέσα στη θόλο αποχαιρετιστήριοι κύκλιοι συρτοί χοροί, να σουβλίζονταν αρνιά και να προσκομίζονταν αμφορείς για την οινοποσία22, που θα συνόδευε το τελευταίο δείπνο στο οποίο θα «παρευρισκόταν» ο νεκρός. Τα χρυσά κύπελλα και οι διασκορπισμένες στο δάπεδο των θολωτών τάφων πυρές, που συχνά βρίσκονται στους τάφους, μαζί με τα αγαπημένα αντικείμενα του νεκρού, ίσως να είναι και τεκμήρια εκείνου του τελευταίου δείπνου23. Όταν το γλέντι τελείωνε, έμπαινε η κλείδα στην κορυφή της θόλου, γέμιζε με χώμα ο δρόμος και άρχιζε η συσσώρευση των χωμάτων για τη δημιουργία του τύμβου.
 Ο αρχαιολόγος Γ. Μυλωνάς24, από τους κυριότερους έλληνες μελετητές της μυκηναϊκής περιόδου, θεωρούσε ότι οι Μυκηναίοι πίστευαν πως η τελευταία κατοικία του νεκρού ήταν προσωρινή, μέχρις ότου δηλαδή συντελεστεί η αποσάρκωσή του, οπότε και τα οστά μετατοπίζονταν ή αποβάλλονταν στο δρόμο του τάφου για να ταφεί ο επόμενος νεκρός της οικογένειας. Το στόμιο του θολωτού τάφου, κατά τον Μυλωνά, είναι το όριο της μετά θάνατον ζωής, το τέρμα του τάφου, ο οποίος γι’ αυτό το λόγο «και εφράσσετο»25.

 Λίγο πριν, το 1959, ο Σπ. Μαρινάτος είχε γράψει σχετικά ότι «...αν ο Κρης έζη την παρούσαν ζωήν, ο Μυκηναίος εφρόντιζε περισσότερον διά την μετά θάνατον»26. Ανεξάρτητα όμως από τη διάρκεια αυτής της «μετά θάνατον ζωής», ο θολωτός τάφος, αυτό το γιγαντιαίων αντοχών αριστούργημα της τέχνης και της τεχνικής των μυκηναίων αρχιτεκτόνων έχει τέτοια στατική επάρκεια, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί αιώνιος. Την αιώνια αυτή αντοχή των θολωτών τάφων διατάραξαν οι κάθε είδους ιερόσυλοι και τυμβωρύχοι όλων των εποχών, με τις τρύπες που άνοιγαν για να φτάσουν στους ταφικούς θησαυρούς, καταργώντας τη στατική συνοχή, με αποτέλεσμα οι θόλοι, και κατά συνέπεια τμήματα των τοιχωμάτων, να καταρρέουν εύκολα μετά από σεισμούς και βροχοπτώσεις27.
15. Ο πρωιμότερος θολωτός τάφος, στο χωριό Κορυφάσιο (Οσμάν Αγά), πίσω από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Πρόκεπαι ίσως για τον παλαιότερο θολωτό τάφο της ηπειρωτικής Ελλάδας, και βρίσκεται όχι στην Αργολίδα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στη Μεσσηνία.

 Παρ’ όλες τις έρευνες και τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, δεν έχει μέχρι σήμερα δοθεί μία απολύτως ικανοποιητική απάντηση στο θέμα της προέλευσης του θολωτού τάφου, αυτού του τόσο χαρακτηριστικού μυκηναϊκού αρχιτεκτονήματος. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι η καταγωγή αυτών των ταφικών μνημείων θα έπρεπε να αναζητηθεί στους κυκλικούς, προφανώς θολωτούς, τάφους της Μεσσαράς στην Κρήτη28. Κατά τη Vermeule πρόκειται για το αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων, όπως της αυτόχθονης τάσης των Μυκηναίων προς τα κυκλικά ταφικά οικοδομήματα και το μεγαλιθισμό, με αναφορές στην Κρήτη και στις πυραμίδες της Αιγύπτου, με την οποία υπάρχουν επαφές και σχέσεις, σε συνδυασμό με μια «νέα αίσθηση πολιτικού ανταγωνισμού» των μυκηναίων βασιλέων29. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι δεν μπορεί να έχουν την παραμικρή σχέση με τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι οι θολωτοί τάφοι, ως σύλληψη και ως κατασκευή, «γεννήθηκαν», στον ελλαδικό χώρο, ακριβώς όπως αργότερα οι πρώτοι ναοί των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων καθώς και το αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Οι θολωτοί τάφοι στη Μεσσηνία
Στα χρόνια του Νέστορος, το μυκηναϊκό κράτος της Πύλου, με έδρα το ανάκτορο στον Εγκλιανό, περιλάμβανε ολόκληρη τη Μεσσηνία, με όριο στα ανατολικά τον Ταΰγετο και στα βόρεια τον Αλφειό. Με τις δεκάδες των θολωτών και θαλαμοειδών τάφων που αποκαλύφθηκαν μέχρι σήμερα στη Μεσσηνία από την Αρχαιολογική Εταιρεία30, και ιδιαίτερα με το σωστικού κυρίως χαρακτήρα έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας31 -με βάση το οποίο τεκμηριώνεται ότι τα ταφικά μνημεία είναι περισσότερα και από αυτά της ίδιας της Αργολίδας- θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί ότι, ακόμα και αν δεν είχε βρεθεί στον Εγκλιανό το ανάκτορο, εδώ άκμασε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου. Με τα διάσπαρτα παντού στη μεσσηνιακή γη ταφικά μνημεία αποδείχτηκε ότι η περιοχή κατοικείται συνέχεια. Τα παλαιότερα κέντρα, όπως ο Κακόβατος, τα Βολιμίδια, η Τραγάνα, η Ίκλαινα, στο Μυρσινοχώρι στου Ρούτση32 και η Κουκουνάρα ακμάζουν περί το -1400, διοικούμενα από τοπικούς ηγεμόνες· η εξαιρετικά σημαντική και οχυρή θέση της Περιστεριάς είναι ακόμα αρχαιότερη33. Η ανασκαφική έρευνα αποκαλύπτει μικρότερους θολωτούς τάφους, μεμονωμένους - όλοι για τις οικογένειες τοπικών αρχόντων και αξιωματούχων: στην Αγριλιά (Ακούρθι κατά Valmin) (εικ. 4), στη Μουριατάδα (εικ. 5), στο Βασιλικό (εικ. 6,7), στα Διόδια34 (εικ. 8), αλλά και σε συστάδες δύο ή τριών, στο Καπλάνι35, στον Χαλκιά36 (εικ. 9-11) η στο Ψάρι37.


16. Μάλθη. Ο θολωτός τάφος I, με το στέγαστρο προστασίας. 17.Περιστέρια. Στο βάθος της εικόνας η απο κατεστημένη θόλος του τάφου I. και μπροστά ο εξαιρετικά σπάνιος ορθογώνιος τάφος με τις αποστρογγυλεμένες γωνίες, που απέδωσε σπουδαία χρυσά ευρήματα, συγκρίσιμα με αυτά των Μυκηνών.



Στην Τραγάνα, ο Σκιάς38 είχε εντοπίσει και εν μέρει αποκαλύψει έναν θολωτό τάφο, που ερευνήθηκε αργότερα από τον Κουρουνιώτη39 και, πολύ αργότερα, από τον Μαρινάτο, ο οποίος το 1955 ανέσκαψε το δρόμο του τάφου, καθώς και τον -σε απόσταση 15 μόλις μ - δεύτερο θολωτό τάφο που εντόπισε στην ίδια θέση40.
Ο πρώτος τάφος της Τραγάνας (διαμ. 8,50 μ.) (εικ. 12) χρησιμοποιήθηκε για τέσσερις αιώνες περίπου πριν καταρρεύσει η οροφή του. Εκτός δηλαδή από τις αρχικές ταφές, τους λακκοειδείς τάφους στο δάπεδο της θόλου -όπου βρέθηκαν όστρακα ανακτορικού ρυθμού- υπήρχαν και νέες ταφές, για τις οποίες μεταφερόταν χώμα, που συσσωρευόταν επάνω στις προηγούμενες. Στις ταφές που βρίσκονταν στο κάθε φορά υπερυψούμενο δάπεδο, ο Κουρουνιώτης παρατήρησε ότι τα κτερίσματα των νεότερων ταφών μαρτυρούν «την προϊούσα πτωχεία των θαπτομένων». Στον ίδιο αυτόν τάφο της Τραγάνας αποκαλύφθηκαν στο δάπεδο, στο τέλος του δρόμου και στην αρχή του στομίου, δύο επιμήκη λαξεύματα, καθένα από τα οποία είχε μήκος 0,50 μ., πλάτος 0,25 μ. και βάθος 0,30 μ., ενώ απείχαν μεταξύ τους 1 μ. (εικ. 13).
Στο δάπεδο του δεύτερου θολωτού τάφου (διαμ. 7,20 μ.) (εικ. 14) βρέθηκαν στη θέση τους δύο κρατευτές, για να περιστρέφονται οβελοί, ενώ υπήρχαν και δύο, ίσως και τρεις λακκοειδείς τάφοι- τα ευρήματα του ενός από αυτούς χρονολογούνται στον -14ο αιώνα41. Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι στο θολωτό τάφο II της Τραγάνας, η κατωφέρεια του δρόμου δεν σταματά στο στόμιο της εισόδου, αλλά συνεχίζεται σε μικρότερο πλάτος μέχρι το κέντρο του δαπέδου της θόλου. Αυτή η ιδιορρυθμία, την οποία ο Μαρινάτος θεωρεί μυκηναϊκής εποχής, αλλά όχι της αρχικής κατασκευής, μαζί με τα δύο λαξεύματα του πρώτου τάφου και τις δύο παρόμοιες αύλακες του θολωτού τάφου Μυρσινοχωρίου (στου Ρούτση)42 -οι οποίες οδηγούσαν στο κέντρο περίπου της θόλου-, ερμηνεύονται από τον ίδιο μελετητή ως απαραίτητα για την «ομαλότερη κίνηση» του άρματος που έφερε τον νεκρό. Κατά τη γνώμη μου όμως, τα επιμήκη αυτά λαξεύματα και των τριών θολωτών τάφων πιθανότατα εξασφάλιζαν όχι την κίνηση αλλά αντίθετα τη σταθεροποίηση και την ακινησία του άρματος που χρησίμευε προφανώς στη μεταφορά και απόθεση του νεκρού στην τελική του θέση στον τάφο.


18. Μάλθη. Θολωτός τάφος I 19. Η περιοχή του ανακτόρου του Νέστορος στον Επάνω Εγκλιανό, όπου φαίνονται ο θολωτός τάφος IV, ο «ταφικός κύκλος» και, στα νότια, η κατεύθυνση του τάφου III.
Το 1926 ο Κουρουνιώτης εντοπίζει και ανασκάπτει κοντά στο χωριό Κορυφάσιο (Οσμάν Αγά) συλημένο από την αρχαιότητα θολωτό τάφο43 διαμέτρου περίπου 6 μ., με δρόμο, του οποίου οι πλευρές ήταν χωρίς λίθινη επένδυση (εικ. 15). Με τη μελέτη του τάφου ασχολήθηκε ο Βλεγεν44, ο οποίος, βασισμένος στα ευρήματα του Κουρουνιώτη, τα οποία μελέτησε στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τον χρονολόγησε στις αρχές του -16ου αιώνα, τον χαρακτήρισε δηλαδή ως έναν από τους παλαιότερους αν όχι τον παλαιότερο θολωτό τάφο στην Ελλάδα.
Η οχυρωμένη ακρόπολη της Περιστεριάς, 8 χλμ. βορειοανατολικά της Κυπαρισσίας, ήταν, κατά τον Μαρινάτο, το σημαντικότερο κέντρο της προμυκηναϊκής και μυκηναϊκής εποχής στην περιοχή. Στον φυσικά οχυρό λόφο, με οχύρωση στη νοτιά πλευρά και πλούσια πηγή στα ριζά του, ο ηγεμόνας που έδρευε εκεί έλεγχε τη διάβαση του μεσσηνιακού αυλώνα προς την πεδιάδα Σουλιμά, το Στενυκλάριο πεδίον. Στο λόφο βρίσκονται και τρεις μεγάλοι και χρυσοφόροι θολωτοί τάφοι, που ανέσκαψαν οι Σπ. Μαρινάτος45 (1960-1965) και Γ. Κορρές (1976-1977) (εικ. 17).
Ο θολωτός τάφος I, περίπου του -1500, ήταν σε χρήση έως τους ελληνιστικούς χρόνους, όπως αποδείχθηκε κατά την ανασκαφή. Ο τάφος αυτός, που αναστηλώθηκε το 1970, είναι ένας από τους μεγαλύτερους μυκηναϊκούς τάφους στην Ελλάδα, και μπορεί να συγκριθεί με τους τάφους του Ατρέως και του Μινύου.


23. Βοϊδοκοιλιά. Ο θολωτός τάφος του Θρασυμήδη. Πίσω του το Κορυφάσιο, με το Παλιόκαστρο να το στεφανώνει, και στο βάθος η Σφακτηρία. 20. Ο αναστηλωμένος θολωτός τάφος του ανακτόρου του Νέστορος (Επάνω Εγκλιανού), διαμέτρου 9,35 μ. (τάφος IV κατά τον ανασκαφέα).
Στη Μάλθη, ο σουηδός αρχαιολόγος Νatan Valminα αποκάλυψε, το 1926, δύο θολωτούς τάφους (I και II) της τελευταίας περιόδου της μυκηναϊκής εποχής. Οι τάφοι βρίσκονται στα νοτιοδυτικά του λόφου της προϊστορικής ακρόπολης της Μάλθης, την οποία ο ίδιος ερεύνησε και ταύτισε με το αρχαίο Δώριον, περίπου 20 χλμ. ανατολικά της Κυπαρισσίας και 8 χλμ. βόρεια της Ιθώμης46. Ο θολωτός τάφος II δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση, ενώ ο θολωτός τάφος I (εικ. 16,18) είναι ο καλύτερα διατηρημένος ακέραιος τάφος της Μεσσηνίας. Η Ζ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την προστασία του τάφου, κάλυψε το θάλαμο και το δρόμο με ειδικό στέγαστρο.

Ενώ θα περίμενε κανείς γύρω από την έδρα της κεντρικής εξουσίας, στο ανάκτορο του Εγκλιανού, να υπάρχουν οι μνημειώδεις θολωτοί τάφοι της δυναστείας των Νειληδών, μόνο δύο βασιλικοί θολωτοί τάφοι έχουν βρεθεί: ο ένας περίπου 180 μ. βορειοανατολικά του ανακτόρου, και ο άλλος σε ίση απόσταση στα νότια· από τον δεύτερο τάφο σώζεται μόνον το περίγραμμα της κυκλικής κάτοψης (ταφικός κύκλος κατά τον Βlegen).
 Ο -σε κακή κατάσταση διατήρησης- θολωτός τάφος του Κάτω Εγκλιανού (τάφος III κατά τον ανασκαφέα Blegen) (εικ. 19-22) βρίσκεται 1 χλμ. νοτιοδυτικά του ανακτόρου, 40 περίπου μ. από τον δημόσιο δρόμο Πύλου- Χώρας.
Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος ο λεγόμενος «του Θρασυμήδη», στη Βοϊδοκοιλιά (εικ. 23) -στην ευρύτερη περιοχή της οποίας έχουν επισημανθεί ίxνη που αποδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία ήδη από τα μέσα της -6ης χιλιετίας-, βρίσκεται σε μια θέση όπου αποκαλύφθηκαν υπολείμματα πρωτοελλαδικού οικισμού και ταφής μεσοελλαδικών χρόνων. Ο καθηγητής Γ. Κορρές, ο οποίος ολοκλήρωσε την ανασκαφή στη Βοϊδοκοιλιά, έχει προτείνει για την προστασία και την ανάδειξη του προϊστορικού αυτού μνημειακού θησαυρού, που καλύπτει περίοδο τουλάχιστον μιας χιλιετίας, τη δημιουργία κατά χώραν ενός ημιυπαίθριου μουσείου. 21. Ανάκτορο Νέστορος, θολωτός τάφος III Κάτω Εγκλιανού. Ο Βlengen χρονολόγησε το βασιλικό τάφο στα μέσα του -15ου αι., αν όχι παλαιότερα. 22. Ανάκτορο Νέστορος, θολωτός τάφος III Κάτω Εγκλιανού. Σχέδια κάτοψης και τομής .

Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Κουκουνάρας, με τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πλούσια ευρήματα από τους συλημένους θολωτούς τάφους, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συστάδων δύο ή τριών κατά κανόνα μικρών τάφων (εικ. 24).
Οι θολωτοί και οι θαλαμοειδείς τάφοι της Μεσσηνίας (εικ. 25), αυτά τα θαυμαστά μνημεία του μυκηναϊκού κόσμου, οι αψευδείς μάρτυρες της εποποιίας του μυκηναϊκού πολιτισμού, τα οποία βέβαια είναι πολύ περισσότερα από όσα αναφέρθηκαν εδώ, στην πλειονότητά τους ξεχασμένα ή άγνωστα ακόμα και σε προϊδεασμένους που θα ενδιαφέρονταν να τα επισκεφθούν, χρήζουν μέτρων συντήρησης, προστασίας, αναστήλωσης και ανάδειξης, ανάλογα φυσικά με την κατάσταση διατήρησης τους και τις ειδικές για το καθένα από αυτά ανάγκες.


24. Κουκουνάρα (Φυτιές). Θολωτός τάφος II.


Θολωτοί τάφοι των οποίων οι κατώτερες στρώσεις της λιθοδομής τους διατηρούνται στη θέση τους θα μπορούσαν να συντηρηθούν ως έχουν. Οι τάφοι που σώζουν την είσοδό τους με το υπέρθυρο στη θέση του θα μπορούσαν να αποκατασταθούν μέχρι το επίπεδο της τοξογένεσης, με την προσθήκη ενδεχομένως κατάλληλου προστατευτικού στεγάστρου. Στους μεγαλύτερους θολωτούς τάφους θα μπορούσε να αποκατασταθεί η θόλος και να καλυφθεί με χώμα, ώστε να διασφαλιστεί η απόλυτη προστασία τους και να αποκτήσουν τα μνημεία και το μοναδικό εξωτερικό γνώρισμά τους, αυτό του τύμβου.

Θάνος Παπαθανασόπουλος Αρχιτέκτων

• Ο Θάνος Παπαθανασόπουλος. αρχιτέκτων στο Τμήμα Μελετών Προϊστορικών Μνημείων της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων (ΔΑΑΜ) του Υπουργείου Πολιτισμού, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Το άρθρο αυτό προέκυψε ύστερα από εκπόνηση προγράμματος -που διαμόρφωσε ο γραφών, εκ μέρους της ΔΑΑΜ, σε συνεργασία με την αρχαιολόγο της Ζ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Γεωργία Χατζή-Σπηλιοπούλου- το οποίο υποβλήθηκε για έγκριση χρηματοδότησης έργων προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης, στο πλαίσιο του Γ' ΚΠΣ.

Σημειώσεις
1. Ο Ερρίκος Σλήμαν (1822-1890) ανέσκαψε την Τροία (1870-1873.1878-1879,1882-1883 και 1890), τους λακκοειδείς τάφους του Α’ ταφικού περιβόλου στις Μυκήνες (1876). τον τάφο του Μινύου στον βοιωτικό Ορχομενό (1880-1881) και το ανάκτορο στην Τίρυνθα (1884-1885). Βλ. Γ. Κορρές, Βιβλιογραφία Ερρίκου Σλήμαν. Αθήνα 1974· Ίρβιγκ Στόουν, Ο ελληνικός θησαυρός, Αθήνα 1984.
2. Ο Χρ. Τσούντας (1857-1934) ήταν αρχαιολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός. Από το 1886 συνέχισε τις ανασκαφές στις Μυκήνες, όπου αποκάλυψε μεταξύ άλλων και λείψανα από το ανάκτορο. Με βάση τις μελέτες και τις έρευνές του σε συνοικισμούς και νεκροταφεία στις Κυκλάδες, θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της έρευνας του κυκλαδικού πολιτισμού. Το 1887 διεξήγαγε έρευνες στην Τανάγρα, το 1889-1891 στον τάφο του Βαφειού και στον Κάμπο Αβίας, ενώ το 1894-1898 πραγματοποίησε ανασκαφές στις Κυκλάδες.
3. Η θέση είναι γνωστή ήδη από τις έρευνες του Σκιά, ΑΕ 1911, σ. 117-118. Η πιο πρόσφατη αναφορά για τα Ελληνικά είναι της Ξένιας Αραπογιάννη, ΑΔ 50 (1995), σ. 178-179. Για συγκεντρωμένη βιβλιογραφία για τα Ελληνικά, βλ. Γ. Σ. Κορρές, «Ο θολωτός τάφος της Αιπείας-Ανθείας», Πρακτικά Α' Συνεδρίου Μεοσηνιακών Σπουδών, Αθήνα 1978.
4. W Dorpfeld 1906, σ. 205' 1907, σ. IV· 1908,
5. Ο αμερικaνός αρχαιολόγος Carl Blegan (1887-1971), με πλούσιο συγγραφικό και ανασκαφικό έργο στην Ελλάδα και την Τροία, διετέλεσε διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.
6. Όπως είναι γνωστό, εξαιτίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και λόγω του θανάτου του Κουρουνιώτη (1872-1945), το ανάκτορο ερευνήθηκε από τον Βlegan, από το 1952. Βλ. Carl Blegan, Marion Rawson, The palace of Nestor at Pylos in Western Messinia, I 1966.
7. Ελάχιστοι θολωτοί τάφοι βρέθηκαν ασύλητοι. Βλ. Γ. Μυλωνάς, “Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 12 (1961-1962), σ. 293. σημ 1.
8. Η. Lollind1880.
9. Ο τάφος που ερευνήθηκε από τον Σταματάκη το 1878 έχει επίσης πλευρικό δωμάτιο, όπως οι «θησαυροί» του Ατρέα και του Μινύου.
10. Από τους δύο μεγάλους θολωτούς τάφους του θορικού, ο ένας είναι κανονικός, κυκλικής κάτοψης (διάμετρος θόλου 9,15 μ. και μήκος δρόμου 8,20 μ.), ενώ ο δεύτερος, που έχει κάτοψη ελλειπτική (9x3,50 μ.), είχε και το δρόμο καλυμμένο με τυπική οξυκόρυφη εκφορική κατασκευή, ΑΔ 1890, σ.159. ΠΑΕ 1893, σ. 12, ΑΕ1895, σ.221.
11. ΑΕ 1888, σ. 197, ΑΕ 1889, σ.130κ.ε.
12. ΑΕ 1891, σ. 189.
13. Η. Shliemann 1881.
14. Χρ. Τσούντας, Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, Αθήνα 1893, σ. 123.
15. Ν. Παπαχατζή, Παυοανίου Ελλάδος Περιήγηοις (Βοιωτικά-Φωκικά), Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1981, σ. 232 (9.36.5).
16. Χρ. Τσούντας, Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός, Βιβλιοπω-λείοντης Εστίας, Αθήνα 1893, σ. 127.
17. Βλ. Ο. Ρelon1976.
18. Ε. Vermeule1964· ελλ. μτφρ.: Ελλάς. Εποχή του Χαλκού (μτφρ. Θ. Ξένος), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1983, σ. 129.
19. Τσούντας, ό.π., σ. 114.
20. Βλ. Γ. Μυλωνάς, «Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών 12 (1961-1962).
21. Σπ. Ιακωβίδης, «Τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής», ΑΑΑ 2/1 (1969). σ. 120.
22. Βλ. και Ε. Vermeule, ό.π., σ. 325.
23. Βλ. σχετικά πορίσματα από τα ευρήματα στο θολωτό τάφο Μυρσινοχωρίου, ΠΑΕ 1957, σ. 118.
24. Ο Γεώργιος Μυλωνάς (1898-1988) ήταν αρχαιολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός. Σπούδασε αρχικά στη Σμύρνη και στην Αθήνα, όπου μαθήτευσε με τον Χρ. Τσούντα. Το 1922 πήρε το πτυχίο του, ενώ υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό στη στρατιά της Μ. Ασίας. Το 1923 δραπέτευσε από το στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Σμύρνη και ήρθε στην Αθήνα, όπου συμμετείχε στις ανασκαφές της Ολύνθου. Το 1927 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή, με θέμα «Η Νεολιθική Εποχή στην Ελλάδα». Το 1930 άρχισε την ανασκαφική του δραστηριότητα, ξεκινώντας από τον Άγιο Κοσμά Αττικής, και σε συνεργασία με τον Κ. Κουρουνιώτη στην Ελευσίνα. Από το 1931 έως το 1967 δίδαξε στις ΗΠΑ.
25. Γ. Μυλωνάς, ό.π., σ. 297.
26. Σπ. Μαρινάτος, Κρήτη και Μυκηναϊκή Ελλάς, σ. 60.
27. Εδώ αξίζει να σημειωθεί άτι, ιδιαίτερα σπς νεότερες ανασκαφές, με φροντίδα της Ζ' ΕΠΚΑ, το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού υλικού της θόλου των τάφων σώζεται και έχει συγκεντρωθεί από τους ανασκαφείς στην ευρύτερη περιοχή του μνημείου.
28. Ντόρα Βασιλικού, Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1995, σ. 122.
29. Ε. Vermeule, σ. 129-130.
30. Τις έρευνες, από τις αρχές της δεκαεπαςτου 1950, συνεχίζει η Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών διά του καθηγητού Σπ. Μαρινάτου, ο οποίος ερευνά εις βάθος από παλαιά γνωστές θέσεις, εντοπίζει και ανασκάπτει πολλές άλλες, όπως την Περιστεριά, τη Μουριατάδα, την Κουκουνάρα, τη Βοϊδοκοιλιά, τα Βολιμίδια. Εκθέσεις των ανασκαφών έχουν δημοσιευθεί στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, από το 1952 έως το 1966. Τη σκυτάλη στην αναζήτηση νέων θέσεων, και κυρίως στην έρευνα των πορισμάτων παλαιότερων ανασκαφών, παίρνει στη συνέχεια ο καθ. Γ. Κορρές, το έργο του οποίου δημοσιεύται στα ΠΑΕ (1975-1978 και 1980).
31. Για τις μυκηναϊκές θέσεις στη Μεσσηνία και το έργο της Ζ' ΕΠΚΑ, καθώς και συγκεντρωμένη βιβλιογραφία για τις παλαιότερες έρευνες, βλ. Γεωργία Χατζή-Σπηλιοπούλου, «Μυκηναϊκή Μεσσηνία. Το πρόσφατο έργο της Ζ' Αρχαιολογικής Εφορείας 1996/7», Πρακτικά Ε' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Β’, Αθήνα 1998. σ. 534-556.
32. Ε. Vermeule, ό.π, σ. 141 και321.
33. Μ. Παντελίδου, «Το πρόβλημα της Ομηρικής Πύλου». ΑΑΑ 212 (1969), σ. 309-316.
34. ΑΔ 47 (1992), Χρονικά, σ. 221- ΑΔ 50 (1995), Χρονικά, σ. 180-182, πίν. 71 β-γ.
35. D. Blackman "Messinia" 1997, σ. 48.
36. ΑΕ 50 (1995), σ. 182-184, πίν. 72α και 73α.
37. Γ. Ε. Χατζή, «Ψάρι», Πρακτικά Β' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, Πελοποννησιακά 15 (1984), σ. 262-268, πίν. ΚΓ’, ΚΔ'.
38. ΠΑΕ 1909, σ. 274 κ.ε.
39. ΑΕ 1914,0.99-117.
41. ΠΑΕ 1955,0.251.
42. ΠΑΕ 1957, σ. 118-119.
43. ΠΑΕ 1925-1926,0. 140-141.
44. C. Blegan, "An early tholos tomb in Western Messinia"VI., Ηesperia 23 (1954), σ. 158-162, πίν. 37-38.
45. ΠΑΕ 1960, σ. 206-2,09, πίν. 158-159,161 α, β.
46. Νathan Valminα 1930, σ. 234.






Printfriendly