.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ανδρομονάστηρο, Μεσσηνία

Στο κέντρο σχεδόν του Νομού Μεσσηνίας, ανάμεσα στις εύφορες κοιλάδες που σχηματίζονται μεταξύ του Ταΰγετου και των βουνών της Κυπαρισσίας, υψώνεται η Ιθώμη, βουνό απότομο και δύσβατο. Στους πρόποδες του, νότια του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Μεσ­σήνης και κοντά στο χωριό Μαγγανιακός, είναι κτισμέ­νη η μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, γνωστή ως "Ανδρομονάστηρο", που αποτελεί ένα από τα σπου­δαιότερα μεσοβυζαντινά μνημεία της περιοχής.


Η μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, γνωστή ως "Ανδρομονάστηρο"
Στο κέντρο σχεδόν του Νομού Μεσσηνίας, ανάμεσα στις εύφορες κοιλάδες που σχηματίζονται μεταξύ του Ταΰγετου και των βουνών της Κυπαρισσίας, υψώνεται η Ιθώμη, βουνό απότομο και δύσβατο. Στους πρόποδες του, νότια του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Μεσ­σήνης και κοντά στο χωριό Μαγγανιακός, είναι κτισμέ­νη η μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, γνωστή ως "Ανδρομονάστηρο", που αποτελεί ένα από τα σπου­δαιότερα μεσοβυζαντινά μνημεία της περιοχής. Κατά μία εκδοχή πήρε αυτή την ονομασία για να ξεχωρίζει από τη γειτονική, γυναικεία, βυζαντινή μονή της Ζωο­δόχου Πηγής Σαμαρίνας1. Αναφέρεται όμως και ως "Ανδριομονάστηρο"2, "Ανδρικομοναστήρι"3 ή "Ανδρονικομονάστηρο"4.


Σύμφωνα με παλαιά τοπική παράδοση, την οποία ανα­φέρουν οι μελετητές του μνημείου Στ. Οικονομάκης, Αθ. Πετρίδης5 και Ν. Βέης6, η μονή είναι κτίσμα του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' του Παλαιολόγου (1282-1328). Ο ίδιος φέρεται να έκτισε και υδραγωγείο στην Ανδρούσα (πιθανώς το κτίσμα που βρίσκεται ανατολι­κά της μονής). 

Σε σιγίλλιο του 1612, απολυθέν από τον πατριάρχη Νεόφυτο Β', αναφέρονται εργασίες ανέγερ­σης από τον μοναχό Άνθιμο7
Η μονή κατ' αρχάς ανήκε στην παλαιά επισκοπή της Ανδρούσης. Επίσημη αναφορά της επισκοπής Ανδρούσης έχουμε το 1292 σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου8, όπου αναφέρεται ότι προστίθενται οι επισκοπές της Ανδρούσης, της Μεθώνης και της Κο­ρώνης στη μητρόπολη Μονεμβασίας, στην οποία ήδη ανήκαν οι επισκοπές Κυθηρίας, Έλους, Μαΐνης, Ρέο­ντος και Ζεμένων. Έκτοτε η επισκοπή Ανδρούσας υπά­γεται στη μητρόπολη Μονεμβασίας, την ιστορική πορεία της οποίας ακολουθεί συνεχώς μέχρι την Επα­νάσταση, αλλά και μετά 9
Όταν επί Όθωνος ανακηρύ­χθηκε ανεξάρτητη η Εκκλησία της Ελλάδος, η Ανδρού­σα ήταν έδρα της επισκοπής Μεσσηνίας, από την οποία προήλθε η Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας. 
Σήμερα η Ανδρούσα σώζει από το βυζαντινό παρελθόν της το ερειπωμένο φρούριο, το, επίσης ερειπωμένο, υδραγω­γείο, το ναό του Αγίου Γεωργίου10 που είναι αλλοιωμέ­νος και τα δύο βυζαντινά μοναστήρια, της Σαμαρίνας και το Ανδρομονάστηρο. 
Από το 1780 η μονή, μετά την καταστροφή της κατά την επανάσταση του 1769, σύμ­φωνα με σιγίλλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σωφρονίου11, παρέμεινε μετόχιο της μονής Σινά έως το 1929, οπότε η περιουσία της απαλλοτριώθηκε και η μονή προσαρτήθηκε ως μετόχι στη γειτονική μονή Βουλκάνου12, στην οποία ανήκει μέχρι σήμερα.


Το συγκρότημα των κτισμάτων της μονής είναι ένα εν­διαφέρον αρχιτεκτονικό σύνολο με φρουριακό χαρα­κτήρα. Αποτελείται από το καθολικό στο νοτιανατολι­κό τμήμα του περιβόλου, τα κελλιά και τους πύργους στα βόρεια και τα δυτικά, και από τον τοξωτό πυλώνα που ήταν η από βορρά παλαιά είσοδος της μονής. Σήμε­ρα η είσοδος γίνεται από τη βόρεια πλευρά, ενώ υπάρ­χει και βοηθητική είσοδος στη νότια.
Το καθολικό της μονής, αφιερωμένο στη Μεταμόρ­φωση του Σωτήρος, είναι δημοσιευμένο αρχικά από τον Φ. Βερσάκη13, παλαιότερα από τον Κ. Καλοκύρη14 και τελευταία από τον Χ. Μπούρα15.

Αποτελείται από έναν εγγεγραμμένο σταυροειδή τετρακιόνιο πυρήνα, που ανήκει τυπολογικά στους ημισύνθετους ή μεταβατι­κούς ναούς με τριμερή νάρθηκα που φαίνεται να ανή­κει στην ίδια οικοδομική φάση. Στο κέντρο του υψώ­νεται κομψός αθηναϊκού τύπου τρούλλος με ψηλό τύ­μπανο. Σε μεταγενέστερη εποχή προσκολλήθηκε μία ακόμα πτέρυγα στα βόρεια, που απολήγει σε παρεκκλήσιο, και ένας εξωνάρθηκας στα δυτικά, που συ­μπληρώνεται με ένα τμήμα στη νότια πλευρά του κυ­ρίως ναού. 
Ο αρχικός ναός χρονολογήθηκε από τους παραπάνω μελετητές στα τέλη του 12ου αιώνα. 
Ωστό­σο, βαριά επιχρίσματα δεν επιτρέπουν την ακριβέστερη χρονολόγηση ούτε του ναού ούτε, πολύ περισσότερο, των προσκτισμάτων.


Ο γλυπτός διάκοσμος του Ανδρομονάστηρου Μεσσηνίας*
Στο ναό βρίσκονται εντοιχισμένα γλυπτά μέλη που ανήκουν γενικά στη μέση βυζαντινή εποχή. Ορισμένα από αυτά έχουν επισημανθεί16, αλλά χωρίς να δημοσι­ευθούν συστηματικά.
Α'. Σώζονται συνολικά εννέα μέλη, τμήματα γλυπτού διακόσμου από υπόλευκο μάρμαρο, συγγενή χρονικά και μορφολογικά μεταξύ τους. Είναι ενσωματωμένα στο άνω μέρος των κτιστών τέμπλων του κυρίως ναού και του βόρειου, μεταγενέστερου, παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης, καθώς και στη βάση του δίλοβου παράθυρου της κεντρικής αψίδας του βήματος. Για το λόγο αυτό μόνο η πρόσθια όψη είναι εμφανής και είναι δύσκολο να τεκμηριωθούν οι άλλες τους διαστάσεις.

Εικ. 1. Καθολικό Ανορομονάστηρον. Άποψη τον τέμπλου.

1. Επιστύλιο τέμπλου (Εικ. 1,2 και 4). Βρίσκεται εντοι­χισμένο στο άνω μέρος του κτιστού, μεταγενέστερου τέμπλου του κυρίως ναού, κάτω από το μέλος υπ' αριθ. 2. Έχει συνολικό μήκος 2,20 και ύψος 0,19 μ., και αποτελείται από έντεκα διάχωρα. Από την απόλυτα συμμετρική διάταξη του το μέλος αυτό φαίνεται να είναι ακέραιο. Ωστόσο, έχει υποστεί φθορές και όλα τα προεξέχοντα στοιχεία του έχουν αποτμηθεί. Η θέση των αποτμήσεων καλύφθηκε με ακαλαίσθητο μαύρο χρώμα. 
Στο κεντρικό διάχωρο βρίσκεται φυλλοφόρος σταυρός με ελαφρώς πεπλατυσμένες κεραίες. Το προεξέχον κιβώριο, που ασφαλώς τον περιέβαλλε, έχει καταστρα­φεί17
 Εκατέρωθεν αναπτύσσονται δύο συμμετρικά διάχωρα με ιδιόρρυθμο κόσμημα. Αποτελείται από συμπλεκόμενους τριταινιωτούς πλοχμούς που σχηματί­ζουν αστερόσχημο κόσμημα το οποίο μοιάζει με το γνωστό θέμα των λημνίσκων. Η μορφή δεν είναι συνη­θισμένη, ωστόσο εμφανίζεται με ελαφρές παραλλαγές στο επιστύλιο του τέμπλου του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά, που είναι σε δεύτερη χρήση, σε δύο σημεία, στο βήμα18 και στο διακονικό19

Εικ. 2. Καθολικό Ανδρομονάστηρου. Λεπτομέρεια του τέμπλου

Η εκτέλεση του θέμα­τος είναι σχετικά αδέξια, σε αντίθεση με άλλα διακο­σμητικά θέματα, που θα δούμε παρακάτω. Τα δύο επό­μενα διάχωρα εκατέρωθεν, που πιθανότατα περιείχαν έξεργα στοιχεία, είναι τελείως κατεστραμμένα. Στα δύο επόμενα διάχωρα σχηματίζονται συμμετρικά εκατέρωθεν μεγάλοι ταινιωτοί ισοσκελείς σταυροί από τριπλή ταινία που πλέκεται ψαθωτά με τετράγωνο. Τα διάκενα που σχηματίζονται στις τέσσερις γωνίες γεμίζουν από τέσσερα καρδιόσχημα ανθέμια όρθια, κατά μήκος των διαγωνίων. Το θέμα είναι, φαίνεται, αρκετά συνηθισμένο. Με αφετηρία τα παλαιότερα χρονολογη­μένα παραδείγματα το συναντούμε σε μαρμάρινη πλά­κα προσκυνηταρίου στο παρεκκλήσιο της Παναγίας στη μονή του Οσίου Λουκά20
Από τα πλησιέστερα πα­ραδείγματα αναφέρουμε το επιστύλιο της πρόθεσης στη γειτονική Σαμαρίνα, εκατέρωθεν του κεντρικού με­ταλλίου21 (χωρίς όμως τα γωνιακά ανθέμια), το κατώ­τερο επιστύλιο του τέμπλου, σε δεύτερη χρήση, του βή­ματος του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά22 (με ημιανθέμια στις γωνίες), το επιστύλιο του ναού της Κοιμήσε­ως στο Καστανοχώρι 23, ενώ παρόμοιας τεχνοτροπίας κόσμημα εμφανίζεται στο σημαντικότερο μνημείο της περιοχής, στη Μεταμόρφωση Σωτήρος Χριστιανών24 στην Τριφυλία.



Τα παραπάνω πλαισιώνονται από δύο εν μέρει κατε­στραμμένα τμήματα. Αρχικά φαίνεται ότι υπήρχαν με­γάλα ανακαμπτόμενα φύλλα άκανθας, το έξεργο μέρος των οποίων έχει καταστραφεί. Το στέλεχος που απομέ­νει, αποτελείται από σχηματοποιημένα επάλληλα ανθέ­μια σε τέσσερις πυκνές στήλες. Πάνω από το φύλλο το κενό γεμίζει με δύο αντιμέτωπα καρδιόσχημα ανθέμια κατά τον οριζόντιο άξονα. Η μορφή αυτή παρουσιάζει ομοιότητες, όπως και άλλα διακοσμητικά θέματα των μελών που εξετάζουμε, με το γλυπτό διάκοσμο του τέ­μπλου στη γειτονική Σαμαρίνα25 (όπου δεν είναι τόσοέξεργα), αλλά περισσότερες με το επιστύλιο του βήμα­τος του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά26
Στα δύο τελευταία διάχωρα αναπτύσσονται δύο πλού­σιες συνθέσεις όπου κυριαρχεί το καρδιόσχημο ανθέμιο. Στο κέντρο σχηματίζεται ένας μεγάλος σταυρός από τέσσερα αντιμέτωπα μεγάλα καρδιόσχημα ανθέμια. Τα κενά στις τέσσερις γωνίες συμπληρώνουν ισάριθμα μι­κρότερα ανθέμια με τον άξονα τους κατά τις διαγώνι­ους του τετραγώνου. Το θέμα παρουσιάζεται, με μικρές παραλλαγές, σε υπέρθυρο του Αγίου Μελετίου27, αλλά και στο τέμπλο του Αγίου Δημητρίου Μυστρά28 και της Παναγίας στη μονή του Οσίου Λουκά29
Όλα τα διακοσμητικά θέματα έχουν εκτελεσθεί με με­γάλη ακρίβεια και καθαρότητα στο σχέδιο, εκτός από το θέμα του ψευδολημνίσκου. Ασφαλώς και τα αποτετμημένα μέρη θα ήταν ίδιας ποιότητας. Ο σταυρός μτο κιβώριο στο κεντρικό διάχωρο, σε απόλυτα συμμετρική διάταξη με τα εκατέρωθεν θέματα, αποδεικνύει ότι το μέλος σώζεται ολόκληρο. 
2. Τμήμα επιστυλίου τέμπλου (Εικ. 1, 2 και 3). Είναι εντοιχισμένο πάνω από το προηγούμενο και από το ίδιο υπόλευκο μάρμαρο. Έχει ελαφρά απότμηση στο κάτω τμήμα και συμφυή επίπεδο κοσμήτη. Το μήκος του είναι 1,48, το συνολικό του ύψος 0,28 και του λοξότμητου τμήματος 0,18 μ. Το τελευταίο αποτελείται από μια μεγάλη σύνθεση στο κέντρο και από τρία διάχωρα συμμετρικά εκατέρωθεν. Τα άκρα είναι ελαφρώς αποτετμημένα, συνεπώς το συνολικό μήκος θα ήταν λίγο μεγαλύτερο. Η κεντρική σύνθεση έφερε στο κέντρο κυ­κλικό κόσμημα (μετάλλιο αγίου ή διάτρητο κομβίο;), πλήρως κατεστραμμένο. Πλαισιώνεται από σύμπλεγμα διπλών σχηματοποιημένων φυλλοφόρων βλαστών αποτελούμενων από τέσσερις υψηλόκορμους κατακόρυ­φους μίσχους, γύρω από τους οποίους ελίσσονται ανα­διπλούμενοι βλαστοί με πλούσια φυλλώματα. Ανάμεσα τους σχηματίζονται εσώκλειστα καρδιόσχημα ανθέμια και ημιανθέμια, καλύπτοντας συστηματικά τα κενά. 


Αντίστοιχη διάταξη διαπιστώθηκε και στο τέμπλο του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά30, στο επιστύλιο της πρόθεσης στη Σαμαρίνα, στην Κοίμηση στο Καστανοχώρι31 (αλλά με σχοινίο αντί για στέλεχος), ενώ συγγενι­κές διατάξεις παρατηρήθηκαν στο επιστύλιο της Πα­ναγίας στη Νόμια της Μάνης32 και στην Αγία Σοφία του Μυστρά33, του Ανδρομονάστηρου είναι από τα πλουσιότερα και καλύτερα εκτελεσμένα. Εκατέρωθεν υπάρχουν δύο διάχωρα με ανακαμπτόμενα φύλλα άκανθας, των οποίων το έξεργο μέρος έχει επίσης φθα­ρεί, πανομοιότυπα με αυτά του προηγούμενου μέλους (αριθ. 1), αλλά χωρίς τα υπερκείμενα καρδιόσχημα αν­θέμια. Τα δύο τελευταία διάχωρα κοσμούνται με σύνθε­ση από φυλλοφόρα σχηματοποιημένα στελέχη σε σταυροειδή διάταξη και κατά τις διαγώνιους. Τα κενά καταλαμβάνουν καρδιόσχημα ανθέμια. Το θέμα παρουσιά­ζεται παρόμοιο, αλλά προσαρμοσμένο σε τετράγωνο διάχωρο και διπλασιασμένο, στο επιστύλιο του διακο­νικού στο γειτονικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Σαμαρίνα34, ενώ παρόμοια διάταξη, αλλά απλού­στερη, εμφανίζεται και στο επιστύλιο του διακονικού στον Αγιο Δημήτριο του Μυστρά35
Ο συμφυής κοσμήτης φέρει στο κέντρο τετράγωνη σύν­θεση με το θέμα του πλεκτού σταυρού που συμπλέκεται με τετράγωνο. Εκατέρωθεν και μέχρι τις άκρες του μέ­λους αναπτύσσονται επαναλαμβανόμενα, συνδεδεμένα ανά δύο, αντίστροφα καρδιόσχημα ανθέμια σε χαμηλό ανάγλυφο, στα οποία εγγράφονται τρίφυλλα. Παρόμοια διάταξη του κοσμήτη έχουν τα περισσότερα επιστύλια της ομάδας που εξετάσθηκε, αλλά κανένα άλλο δεν φέ­ρει κεντρικό σταυρό. Τα επαναλαμβανόμενα ανθέμια απαντούν σχεδόν πανομοιότυπα στο μεσαίο τέμπλο του ιερού βήματος στον Άγιο Δημήτριο του Μυστρά36. 
3. Μαρμάρινο μέλος (Εικ.5). Είναι εντοιχισμένο στο άνω αριστερό τμήμα του κτιστού τέμπλου του βόρειου μεταγενέστερου παρεκκλησίου. Έχει μήκος 0,66 και ύψος περίπου 0,20μ. Η πλήρης μορφή του δεν είναι δυ­νατόν να διαπιστωθεί, γιατί στο άνω μέρος είναι κατε­στραμμένο και καλυμμένο με πεταχτή τσιμεντοκονία. 
Στο κάτω τμήμα υπάρχει εξέχον ισχυρό βεργίο και απο­τελείται από πέντε, τουλάχιστον, άνισα διάχωρα. Το πρώτο από τα αριστερά κοσμείται με το θέμα των τεσ­σάρων αντιμέτωπων καρδιόσχημων ανθεμίων, όμοιο, με μικρές παραλλαγές, με το αντίστοιχο στο προηγού­μενο μέλος (αριθ. 2), αλλά τοποθετημένων κατά τις δια­γώνιους του τετραγώνου και όχι σε σταυροειδή διάτα­ξη37. Στα δεξιά του υπάρχει ένα στενό διάχωρο που κο­σμείται με ανακαμπτόμενους φυλλοφόρους βλαστούς σε κατακόρυφη διάταξη, παρόμοιο με το αντίστοιχο θέ­μα στο προηγούμενο μέλος, μόνο που αυτό ήταν διπλό και εγγεγραμμένο σε τετράγωνο. Ακολουθεί μια θαυ­μάσια σύνθεση ενός ελαφρά έξεργου κόμβου από τρι­πλή ανισοπαχή ταινία, που σχηματίζει τέσσερις επιμή­κεις συμπλεκόμενους κρίκους. Παρόμοιο κόσμημα, αλ­λά ιδιαιτέρως έξεργο, υπάρχει σε επιστύλιο τέμπλου από την Βλαχέρνα Άρτας38, σε δεύτερη χρήση. Η διά­ταξη κλείνει με ένα ορθογωνικό διάχωρο που καλύπτε­ται πλήρως με πλοχμό από τριπλή ανισοπαχή ταινία. Το θέμα του πλοχμού είναι πολύ συνηθισμένο κυρίως σε σταυρούς39, αλλά η ανάδειξη του σε κύριο διακοσμητι­κό θέμα, που καλύπτει ολόκληρη την επίπεδη επιφά­νεια του διαχώρου, παρουσιάζει κάποια πρωτοτυπία40.


Στη δεξιά απόληξη του μέλους υπάρχει μια ελαφρά έξεργη ταινία με το ίδιο θέμα. Διακρίνεται μια πολύ μι­κρή πατούρα για την ενσωμάτωση τουΠρόκειται καθ' όλες τις ενδείξεις για τμήμα επιστυλίου τέμπλου. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανό­τητα να αποτελεί πολυτελή σταθμό θύρας, τοποθετημέ­νο οριζοντίως· πριν από την απομάκρυνση του όμως δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί η υπόθεση αυτή. Ασφαλώς η ακρίβεια και η καθαρότητα στη σύνθεση δεν αφήνουν αμφιβολία ότι είναι κατασκευασμένο συγ­χρόνως και από το ίδιο συνεργείο με τα προηγούμενα μέλη. 
4. Τμήμα αδιάγνωστου μαρμάρινου μέλους. Είναι εντοιχισμένο στη δεξιά άκρη του κτιστού τέμπλου του παρεκκλησίου της Αγίας Αικατερίνης. Έχει ελαφρά κοί­λη επιφάνεια (Εικ. 6). Το πλάτος του (0,16 μ.) είναι αρκε­τά μικρότερο από των άλλων μελών και είναι απίθανο να συνανήκει με αυτά. Το ορατό του μήκος είναι 0,44 μ. Στο κάτω μέρος κοσμείται με αστράγαλο, το μοναδικό μέ­λος της συλλογής που φέρει αυτό το κόσμημα, συνεπώς το ύψος της κοσμημένης καμπύλης επιφάνειας είναι μόλις 0,13 μ. Ο αστράγαλος έχει βαθιές και έντονες γλυ­φές και είναι απολύτως ανάλογος του αντίστοιχου στο τέμπλο του ναού της Κοιμήσεως στο Καστανοχώρι41
Το μέλος αποτελείται από τρία άνισα διάχωρα. Το πρώ­το αριστερά είναι διακοσμημένο με φυλλοφόρο σταυρό μέσα σε κιβώριο, απλό, σε χαμηλό ανάγλυφο, που φέρει περιμετρικά ρόμβους. Τα κενά επάνω από τα σκέλη του σταυρού κοσμούν μήλα. Το επόμενο διάχωρο κοσμεί το θέμα του ταινιωτού σταυρού που συμπλέκεται με τε­τράγωνο, ίδιο με παρόμοια και σε άλλα μέλη. Στο τελευταίο τμήμα υπάρχει μια πλούσια σύνθεση με φυλλοφόρους βλαστούς σε χιαστί συμμετρική διάταξη. Σχη­ματίζονται δύο συνθέσεις με τέσσερα καρδιόσχημα ανθέμια η καθεμία, τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού, στα οποία εγγράφονται τρίφυλλα ανθέμια. Η αυστηρότητα της σύνθεσης διακόπτεται για τη σύνδεση των δύο θεμάτων, ώστε στο κέντρο να σχηματίζεται ένα νέο κατα­κόρυφο ανθέμιο. 
Η ποιότητα και η λεπτότητα στην εκτέλεση του σχεδί­ου, αλλά και η πρωτοτυπία στη σύνθεση, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ανήκει στο ίδιο σύνολο με τα άλλα μέλη του ναού, χωρίς όμως να συνανήκει με κανένα από αυτά. 
Παρόμοιο θέμα, αλλά όχι τόσο ανεπτυγμένο, σημειώνε­ται στο επιστύλιο του διακονικού του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά42, ενώ αποτελεί το κύριο διακοσμητικό θέμα στο επιστύλιο του διακονικού στη Σαμαρίνα. Η καμπύλη επιφάνεια του μέλους και το χαμηλό ανά­γλυφο δεν αποκλείουν την πιθανότητα να είναι κατώ­φλι προσκυνηταρίου τέμπλου43 ή, πιθανότερα, επιστύ­λιο μικρού τέμπλου. 
5. Τμήμα πεσσίσκου τέμπλου (Εικ. 7, αριστερά). Είναι εντοιχισμένο στο τέμπλο του βόρειου παρεκκλησίου, στη συνέχεια του προηγούμενου μέλους, και έχει ύψος 0,41 και πλάτος 0,08 μ. Κοσμείται, στις δύο τουλάχιστον πλευρές, με ελισσόμενο φυλλοφόρο βλαστό ανάμεσα σε πλατιά πλαίσια, ένα θέμα πολύ συνηθισμένο κατά τον 11ο και το 12ο αιώνα. Η τεχνική κατασκευής του είναι εξίσου προσεγμένη και λεπτή με των άλλων μελών. 
6. Τμήμα κοσμήτη. Είναι εντοιχισμένο αριστερά του μέλους αριθ. 3 και πολύ κατεστραμμένο (Εικ. 7, δεξιά). Σώζονται τρία ανεστραμμένα καρδιόσχημα ανθέμια στα οποία εγγράφονται τρίφυλλα, ένα εξαιρετικά συ­νηθισμένο θέμα στη μεσοβυζαντινή γλυπτική44. Η γλυ­φή είναι απλούστερη από τα προηγούμενα, αλλά η πυ­κνότητα και η ακρίβεια του σχεδίου το τοποθετούν αναμφίβολα στην ίδια ομάδα. 

7. Τρεις πρόβολοι. Ανήκουν πιθανώς σε προσκυνητάριο τέμπλου. Οι δύο είναι εντοιχισμένοι ως βάσεις του αμφικιονίσκου του δίλοβου παραθύρου στο ιερό, ο ένας στο εξωτερικό (Εικ. 8, δεξιά και 9β) και ο άλλος στο εσωτερικό του ναού (Εικ. 8, αριστερά και 9γ). Ο τρίτος βρίσκεται στο άνω μέρος του κτιστού τέμπλου του βόρειου παρεκκλησίου (Εικ. 9α). Όλα τα μέλη είναι όμοια, λοξότμητα, με ύψος 0,12 και μέγιστο πλάτος 0,18 μ. Το ένα από αυτά αποσπάστηκε από τη θέση του και το μήκος του μετρήθηκε σε 0,41 μ. Κοσμούνται και στις τρεις εμφανείς πλευρές με σειρά ανεστραμμένων καρδιόσχημων ανθεμίων, στα οποία εγγράφονται πεντάφυλλα, ένα πολύ συνηθισμένο θέμα. Η τεχνική της γλυ­φής τους προσεγγίζει περισσότερο τον κοσμήτη του παρεκκλησίου (αριθ. 6). Ωστόσο, οι επισημάνσεις αυτές δεν οδηγούν σε διαφορετική χρονολόγηση των μελών αυτών. Παρόμοιοι πρόβολοι υπάρχουν στην Αγία Σο­φία Μονεμβασίας45 και στα προσκυνητάρια του τέ­μπλου της Σαμαρίνας, αλλά με διαφορετικά διακοσμη­τικά θέματα46

Β'. Στο ναό και σε άλλα κτίρια της μονής καταγράφη­καν ορισμένα λίθινα μέλη ως επί το πλείστον σε δεύτερη χρήση. 
8. Τέσσερις μονολιθικοί μαρμάρινοι κίονες χωρίς γλυ­φές (Εικ.1). Έχουν ύψος 2,75- 2,85 και διάμετρο 0,45 μ. Είναι σε δεύτερη χρήση, πιθανώς μεταφερμένοι από το γειτονικό αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Μεσσήνης. Οι δύο ανατολικοί στηρίζονται σε ανεστραμμένα δωρι­κά κιονόκρανα που μόλις διακρίνονται βυθισμένα στο νεωτερικό δάπεδο. 
9. Μαρμάρινος αμφικιονίσκος στο δίλοβο παράθυρο του ιερού, ύψους 1 μ. Είναι το μόνο μέλος από όσα εξε­τάσαμε που φαίνεται ότι κατασκευάστηκε για τη θέση που βρίσκεται. Φέρει ένα βαρύ τεκτονικό κιονόκρανο με απλή τεταρτοκυκλική διατομή. 
10. Τέσσερα μέλη από γκρίζο γρανίτη εντοιχισμένα ως φουρούσια για κάποιο μη σωζόμενο στέγαστρο (;) στο βυζαντινό κοσμικό κτίριο στα βόρεια του καθολικού. Τα μέλη α και β χρονολογούνται, ενδεικτικά, στο τέλος του 11ου αιώνα. Πρόκειται για: 
α. Ένα φουρούσι ή κιονόκρανο αμφικιονίσκου παρα­θύρου αποτετμημένο στην άκρη. Στη λοξότμητη επιφά­νεια του φέρει έξεργο, αλλά απολαξευμένο, μεγάλο κομβίο που στηρίζεται σε φυλλοφόρους βλαστούς, 
β. Απόληξη πεσσίσκου τέμπλου (ορατό μόνο το επίκρανο). Φέρει και στις τέσσερις πλευρές σχηματοποιη­μένα φύλλα άκανθας, ενώ τη βάση του επικράνου περιθέει αστράγαλος απλής μορφής. 
γ. Ακόσμητο φουρούσι. 
δ.Τμήμα μικρού κυλινδρικού κιονίσκου, ακόσμητου.



Τα μέλη που εξετάσαμε δεν ανήκουν στην ίδια χρονική περίοδο. Η σημαντικότερη ομάδα είναι αυτή των γλυ­πτών αριθ. 1-7. Είναι κατασκευασμένα την ίδια περίο­δο και πιθανότατα από το ίδιο εργαστήριο. Η γραμμικότητα και η κρυστάλλινη καθαρότητα στη σύνθεση, καθώς και η πυκνότητα του σχεδίου, μπορούν να τα χρονολογήσουν στην κλασική εποχή της μεσοβυζαντινής γλυπτικής. Το γεγονός ότι τα σωζόμενα μέλη είναι σε σχετικά κακή κατάσταση, με τα έξεργα στοιχεία τους αποτετμημένα, δεν οδηγεί στην παραπλανητική άποψη ότι δεν ανήκουν στα επονομαζόμενα διπλεπίπεδα. Η συστηματικότερη μελέτη τους δεν οδήγησε σε διαφορε­τικά συμπεράσματα ως προς την ένταξη τους στο εργα­στήριο γλυπτικής που ονομάστηκε «της Σαμαρίνας», με τα αρχιτεκτονικά μέλη του οποίου παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες στη θεματολογία και την τεχνοτρο­πία. Το εν λόγω εργαστήριο χρονολογήθηκε στον όψιμο 12ο αιώνα47, έδωσε δε δείγματα, όπως το τέμπλο του γειτονικού, αδελφού ναού της Σαμαρίνας, το μεσοβυζαντινό τέμπλο σε δεύτερη χρήση του Αγίου Δημη­τρίου και της Αγίας Σοφίας στον Μυστρά, αλλά και δύο μέλη στον Όσιο Μελέτιο και τον Όσιο Λουκά της Βοιω­τίας. Ο Γ. Πάλλης48 πρόσθεσε δύο ακόμη σύνολα, στην Παναγία της Νόμιας στη Μέσα Μάνη και στην Κοίμη­ση της Θεοτόκου στο Καστανοχώρι Μεγαλοπόλεως, ενώ παρατήρησε ότι υπάρχει στενή σχέση και με γλυ­πτά από τη τρίτη φάση της βασιλικής στο Τηγάνι, αλλά και περιόρισε την εμβέλεια του εργαστηρίου αυτού στη νότια Πελοπόννησο49
Αναμφίβολα και τα γλυπτά του Ανδρομονάστηρου ανή­κουν στην ίδια γενική ομάδα, που χαρακτηρίζεται από πολύπλοκο και εξεζητημένο σχεδιασμό και κάλυψη της διατιθέμενης επιφάνειας του μαρμάρου. 
Τα περισσότερα διακοσμητικά θέματα είναι κοινά, με χαρακτηριστικότερα τους κατακόρυφους διαχωριστι­κούς βλαστούς, τους σφιχτοπλεγμένους σταυρούς, τα έξεργα ανακαμπτόμενα φύλλα και τα αξονικά κιβώρια. Επίσης, εμφανίζεται η ίδια εμμονή στην απόλυτη συμμετρία. Παρουσιάζουν, ωστόσο, κάποια πρωτοτυ­πία στη σύνθεση ορισμένων θεμάτων, όπως π.χ. το διάχωρο με τους πλοχμούς που σχηματίζουν αστεροειδές κόσμημα ή εκείνο που καλύπτεται πλήρως με πλοχμό. 
Μεγαλύτερη ομοιότητα έχουν τα διακοσμητικά θέματα του Ανδρομονάστηρου με αυτά του Μυστρά* όμως, στα πρώτα η οργάνωση είναι καλύτερη και ο σχεδιασμός πιο εξελιγμένος. Για το λόγο αυτό ασφαλώς ανήκουν στην ίδια επιμέρους ομάδα50, αλλά φαίνεται ότι αυτά του Ανδρομονάστηρου έπονται χρονικά.
Η χρονολόγηση, λοιπόν, της ομάδας αυτής γλυπτών εί­ναι σχετικώς ασφαλής στα τέλη του 12ου-αρχές του 13ου αιώνα, όσο μπορεί να είναι κανείς βέβαιος, όταν αναφέρεται στη βυζαντινή γλυπτική, αλλά η αρχική τους θέση στο ναό, όπως και η υπόθεση ότι κατασκευά­στηκαν ή είχαν τοποθετηθεί εξαρχής στο ναό αυτό, εγείρει πολλές επιφυλάξεις. Ασφαλώς δεν διακρίνεται ο στυλοβάτης που θα έδινε κάποιες ενδείξεις, γιατί είτε βρίσκεται κάτω από το νεωτερικό δάπεδο είτε δεν σώ­ζεται καθόλου. Ωστόσο, κάποιες παρατηρήσεις μπο­ρούν να διατυπωθούν: 
1. Το μεγάλο επιστύλιο (αριθ. 1) φαίνεται να είναι πλή­ρες ως προς το μήκος του (2,20 μ.) και απολύτως συμμε­τρικό ως προς τον κεντρικό σταυρό με το κιβώριο, όμως υπολείπεται κατά 0,40 μ. του πλάτους του ιερού βήμα­τος. Συνεπώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι τοποθετεί­ται στη θέση αυτή μόνο αν αποδειχθεί ότι υπήρχαν δύο επιπλέον ακραία διάχωρα τα οποία έχουν αποκοπεί, πράγμα μάλλον απίθανο. Εξάλλου, πιθανότατα έχει καταστραφεί ο συμφυής κοσμήτης, που παρατηρήσαμε στο δεύτερο συγγενικό του επιστύλιο. 
2. Και το δεύτερο επιστύλιο φαίνεται πλήρες, αλλά το συμπληρωμένο τελικό του μήκος (χωρίς να υποθέσου­με ότι είχε και άλλα διάχωρα) φθάνει το 1,53 μ., που ξε­περνά κατά 0,11-0,12 μ. το πλάτος του ευρύτερου ανοίγ­ματος από τα παραβήματα, αυτό του διακονικού που είναι 1,41 μ. Συνεπώς δεν κατασκευάστηκε για να τοπο­θετηθεί στη θέση αυτή. Οι μικρές αποτμήσεις στις άκρες πιθανόν να οφείλονται σε αυτή ακριβώς την τοποθέτη­ση του, αλλά σε δεύτερη χρήση. 
3. Το τμήμα επιστυλίου (;) (αριθ. 3), εάν θεωρήσουμε ότι είχε κάποιο κεντρικό διάχωρο και ήταν συμμετρικό ως προς τα διακοσμητικά θέματα (όπως φαίνεται ότι είναι όλα τα μέλη του εργαστηρίου της Σαμαρίνας), τότε το μήκος του θα έφθανε περίπου το 1,50 μ., λίγο μεγαλύτε­ρο από τα όρια των διαστημάτων των παραβημάτων. 
4. Άγνωστο παραμένει το τελικό μήκος και η θέση του στενότερου επιστυλίου με τον αστράγαλο (αριθ. 4). 
5. Το τμήμα του πεσσίσκου (αριθ. 5) είναι πολύ μικρό και θα μπορούσε να ανήκει σε οποιοδήποτε τέμπλο. 
6. Η τοποθέτηση δύο από τους τρεις προβόλους προσκυνηταρίου ως βάσεων στο δίλοβο παράθυρο του ιε­ρού (αριθ. 6) δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι είχαν κα­τασκευασθεί για άλλη θέση και τοποθετήθηκαν εδώ κατά την κατασκευή του ναού. Η περίπτωση να τοπο­θετήθηκαν εδώ κατά τη διάρκεια κάποιας επισκευής, αφού καταστράφηκε το αρχικό τέμπλο, πρέπει μάλλον να αποκλεισθεί, αφού ίχνη της πιθανής αυτής επισκευής δεν είναι σήμερα ορατά. 


Τα παραπάνω ενισχύει η παρατήρηση ότι το μοναδικό μέλος που αναμφίβολα κατασκευάστηκε για το ναό αυ­τό, δηλαδή ο αμφικιονίσκος του δίλοβου παραθύρου της αψίδας, δεν ταυτίζεται τεχνοτροπικά με τα άλλα γλυπτά. Όλες οι παραπάνω επιφυλάξεις μας οδηγούν στις εξής δύο υποθέσεις εργασίας: 
1. Τα γλυπτά μέλη που εξετάσαμε απλώς ανήκουν σε ναό του τέλους του 12ου- των αρχών του 13ου αιώνα και μεταφέρθηκαν εδώ. Η ύπαρξη και άλλων σπολίων μπορεί να σημαίνει τη συγκέντρωση μελών από το Ανδρομονάστηρο στην εποχή της ακμής του. Είναι γνωστό ότι το εμπόριο των γλυπτών μελών ήταν σε άν­θηση καθ' όλη τη βυζαντινή εποχή, ώστε δεν αποκλείε­ται η μεταφορά περιορισμένου αριθμού μελών από απο­μακρυσμένη περιοχή. 
2. Ανήκουν σε ναό που προϋπήρχε στη θέση αυτή και ενσωματώθηκαν στον παρόντα ναό, που στο σύνολο του είναι μεταγενέστερος. Η υπόθεση αυτή μπορεί να φαίνεται καταρχήν αστήρικτη, αλλά ενισχύεται από δύο ενδείξεις: 
α. Το γεγονός ότι, παρά την αναμφισβήτητη παρουσία δύο φάσεων κατασκευής του ναού51, δηλαδή του σταυ­ροειδούς εγγεγραμμένου πυρήνα και του περίστωου- εξωνάρθηκα, το βάθρο στο οποίο πατούν είναι κατα­σκευασμένο σε μία και μόνο φάση. 
β. Την πολύ ισχυρή παράδοση για τις επεμβάσεις του Ανδρόνικου Παλαιολόγου στην περιοχή. 
Η έρευνα για την τελική χρονολόγηση του ναού δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την προγραμματιζό­μενη καθαίρεση των επιχρισμάτων του. Προς το παρόν θα περιοριστούμε στην παρατήρηση της ενδιαφέρου­σας αυτής συλλογής γλυπτών του τέλους του 12ου- των αρχών του 13ου αιώνα, που ανήκει στο λεγόμενο εργα­στήριο «της Σαμαρίνας», μια σημαντική ομάδα γλυ­πτών, ενδεικτική της άνθησης της λιθοξοϊκής κατά το 12ο αιώνα στη νότια Ελλάδα. 

Σωτήρης Βογιατζής: "Ο γλυπτός διάκοσμος του Ανδρομονάστηρου Μεσσηνίας"


Αριστομένης ο Μεσσήνιος




Σημειώσεις:
* Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εικοστό Έκτο Συμπόσιο της ΧΑΕ, Αθήνα 2006,15-16. Η ευκαιρία της μελέτης του γλυπτού αυτού συνόλου δόθηκε με αφορμή τη μελέτη αποκατάστασης του μνημείου, που μας ανατέθηκε από τη Νομαρχία
Μεσσηνίας. Ευχαριστώ την Ασπασία Κούρεντα-Ραπτάκη, αρχαιολόγο, για τη συμβολή της στο ιστορικό μέρος της μελέτης.Τα σχέδια αποτύπωσης των μελών εκπονήθηκαν με μεγάλη
προσοχή από την αρχιτέκτονα Βασιλική-Ελένη Καμηλάρη.
1 Δ. Δουκάκης, 'Εκκλησιαστικός Φάρος 9 (1912), 341.
2 Στ. Οικονομάκης, Τά σωζόμενα Ιθώμης Μεσσήνης, Αθήναι 1879,53.
3 G. Millet, L'école grecque dans l'architecture byzantine, Παρίσι 1916, 146, σημ. 2 και σ. 192.
4 Οικονομάκης, ό.π.
5 Αθ. Πετρίδης, «Περί των εν Μεσσηνία μεσαιωνικών πόλεωνΆνδρούσης καί Νησίου», Παρνασσός Γ (1886), 7.
6 Ν. Βέης, «Χριστιανικαί έπιγραφαί Μεσσηνίας», ΔΙΕΕ 6 (1901),372-396.
7 Ν. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. Γ, Βενετία 1872,558.
8 Γ. Ράλλης - Μ. Τίοχλης, Σύνταγμα των θείων καί ιερών Κανόνων, τ. Ε, 'Αποφάσεις σννοοικαί καί διατάξεις τών Κωνσταντινουπόλεως' Αρχιεπισκόπων και Πατριαρχών 'έτι δε νεαραί διατάξεις τών βυζαντινών αυτοκρατόρων, Αθήνησιν 1855, 338, καθώς και F. Miklosich - Ι. Müller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana,τ. II, Βιέννη 1887,155-161.
9 Πετρίδης, ό.π., 18.
10 Χ. Μπούρας, «Ό Αγιος Γεώργιος Άνδρούσης», Χαριστήριον εις Ά. Κ. Όρλάνδον,τ. Β', Αθήναι 1966,270-285.
11 Μ. Φερέτος, ΘΗΕ 2,707.
12 Οικονομάκης, ό.π., 55.
13 Φ. Βερσάκης, «Μεσσηνίας ßυζαvτιακoίvαoί»,yl.E, 1919,89.
14 Κ. Καλοκΰρης, Βυζαντιναί έκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1973, 85-109.
15 Χ. Μπούρας - Λ. Μπούρα, Ή ελλαδική ναοδομία κατά τόν 12ο αιώνα, Αθήνα 2002,64-65 (στο εξής: Ελλαδική ναοδομία).
16 Καλοκύρης, ό.π., 92. Μπούρας - Μπούρα, Ελλαδική ναοδομία,65. Επίσης αναφορά γίνεται στο άρθρο του Γ. Πάλλη, «Νεότεραγια το εργαστήριο γλυπτικής της Σαμαρίνας (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.)», ΔΧΑΕ ΚΖ' (2006), 91-99.
17 Για συλλογή σχετικών παραδειγμάτων βλ. Μπούρας - Μπούρα, Ελλαδική ναοδομία, 551-552.
18 Γ. Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος. Η Μητρόπολη τον Μνστρά, Αθήνα 2002,81, πίν. 56β (στο εξής: Άγιος Δημήτριος).
19 Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος, 82, πίν. 59α.
20 Λ. Φιλιππίδου-Μπούρα, Ό γλυπτός διάκοσμος τοϋ ναοϋ της Παναγίας στό μοναστήρι τοϋ 'Οσίου Λουκά, Αθήνα 1980,107, εικ. 174. Ο σταυρός είναι εδώ με διπλή ταινία, όπως άλλωστε και στα περισσότερα παραδείγματα.
21 Ανεπαρκώς δημοσιευμένο.
22 Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος, 81, πίν. 57β.
23 Γ. Πάλλης, «Βυζαντινά γλυπτά στο ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου Καστανοχωρίων (Κραμποβού)», Πρακτικά του ΣΤ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Α, Αθήνα 2001-2002, 309, εικ. 10-11.
24 Σ. Βογιατζής, «Ο γλυπτός διάκοσμος του Ι. Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστιανών Μεσσηνίας», Εικοστό Τέταρτο Συμπόσιο ΧΆΕ, Αθήνα 2004,22-23.
25 Πάλλης, ό.π. (υποσημ. 16), 92, εικ. 1.
26 Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος, 82, πίν. 57β. 
27 Α. Grabar, Sculptures byzantins du Moyen Âge, II (Xle-XIVe siècles), Παρίσι 1976, πίν. LXXIII. C. Vanderheyde, «La sculpture architecturale du katholikon d'Hosios Mélétios et l'émergence au début du Xllesiècle», Byzantion 64 (1994), 394, εικ. 3.
28 Μαρίνου, Άγιος Δ ημήτριος, 82, πίν. 57β.
29 Φιλιππίδου-Μπούρα, ό.π. (υποσημ. 20), 87, εικ. 137.
30 Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος, 81, πίν. 57α-β.
31 Πάλλης, «Βυζαντινά γλυπτά», ό.π. (υποσημ. 23), 307.
32 Ν. Δρανδάκης, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης, Αθήνα 2002,253- 254, εικ. 384.
33 Μπούρας - Μπούρα, Ελλαδική ναοδομία, 249, εικ. 282.
34 Προσωπικές παρατηρήσεις.
35 Μαρίνου, Άγιος Δ ημήτριος, 85, πίν. 60β.
36 Ό.π.,82,πίν.56α-β.
37 Παρόμοια διάταξη παρατηρήθηκε σε επιστύλιο εντοιχισμένο στον ερειπωμένο ναό της Αγίας Σοφίας Ανδραβίδας (Μπούρας - Μπούρα, Ελλαδική ναοδομία, 64, εικ. 44).
38 Ό.π., 88-89, εικ. 77-78. Η ομοιότητα των θεμάτων είναι τέτοια που ενισχύει την άποψη του Χ. Μπούρα ότι το μέλος της Βλαχέρνας χρονολογείται στο 12ο αιώνα και πιθανώς προήλθε από τη νότια Ελλάδα, ίσως μάλιστα μπορούμε να το συμπεριλάβουμε στο «εργαστήριο της Σαμαρίνας».
39 Θ. Παζαράς,Τα βυζαντινά γλυπτά τον καθολικού της μονής Βατοπεδίον,Θεσσαλονίκη 2001,76-77
40 Παρόμοιας διάταξης διακοσμητικά θέματα, χωρίς να παρουσιάζουν τεχνοτροπική συγγένεια με το εν λόγω, παρατηρήθηκαν σε γλυπτά από τη μονή Λιβός στην Κωνσταντινούπολη και σε γλυπτά στη Μακρυνίτσα (Grabar, ό.π. (υποσημ. 27), πίν. CV και CXXXIX αντιστοίχως). 
41 Πάλλης, ό.π. (υποσημ. 16), 94, εικ. 5. 
42 Μαρίνου, Άγιος Δημήτριος, 83,πίν. 60β. 
43 Στο τέμπλο της Σαμαρίνας υπάρχει ένα ίδιο μέλος με παρόμοια διατομή, αλλά σχεδόν τελείως ακόσμητο.
44 Πα παράδειγμα στον Ταξιάρχη Μεσαριάς Άνδρου (Μπούρας - Μποΰρα, Ελλαδική ναοοομία, 88-99, εικ. 77-78).
45 Μπούρας - Μπούρα, Ελλαδική ναοδομία, 449, εικ. 487-488.
46 Λ. Φιλιππίδου-Μπούρα, «Architectural Sculptures of the Twelfthand the Early Thirteenth Centuries», ΔΧΑΕ & (1977-1979), 69, figs 22-23.
47 Ό.π., 63-72.
48 Πάλλης, ό.π. (υποσημ. 23).
49 Πάλλης, ό.π. (υποσημ. 16), 94, εικ. 5.
50 Ό.π., 98
51 Καλοκύρης, ό.π. (υποσημ. 14), 93.





Printfriendly