.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Παρόδια ταφικά μνημεία παρά το Παλαιόκαστρο Γορτυνίας


 Το Παλαιόκαστρο είναι ένα μικρό απομονωμένο χωριό της δυτικής Γορτυνίας στα σύνορα με την Ηλεία, το οποίο έχει προσφέρει ήδη πολλά στην αρχαιολογική έρευνα της Αρκαδίας από την προϊστορική εποχή έως και τους ελληνιστικούς χρόνους1. Ένας επαρχιακός, σε πολλά σημεία για πρώτη φορά πρόσφατα ασφαλτοστρωμένος οφιοειδής δρόμος ξεκινά από την Καρίταινα, διέρχεται τον Λούσιο ποταμό με τα κρύα αστέρευτα νερά του, φθάνει στον Ατσίχολο, ανεβαίνει στον Βλαχόρραπτη και, εν συνεχεία, στο Σαρακίνι για να φθάσει τελικά στο Παλαιόκαστρο, που απέχει περί τα 20 χλμ. από την καστροπολιτεία της Καρίταινας, έδρας του Δήμου Γόρτυνος (εικ.1).


Εικ. 1. χάρτης με τα σύνορα Αρκαδίας– Ηλείας
Το χωριό, σε υψόμετρο 355μ., είναι σκαρφαλωμένο ανάμεσα σε δύο ισοϋψείς διαδοχικούς λόφους, εκ των οποίων ο μεν ανατολικός ονομάζεται Παλιολυγιά,ο δε δυτικός πήρε το όνομά του από την αρχαία οχύρωση που τον στεφανώνει και ονομάζεται Κάστρο2 (εικ.2). Από την κορυφή του Κάστρου η πανοραμική θέα αποζημιώνει τον κουρασμένο από την ανηφόρα επισκέπτη του χώρου και προσκυνητή του ξωκλησιού της Αγια-Σωτήρας που βρίσκεται εκεί: δυτικά κυλάει γαλήνιος ο Αλφειός μέσα σ’ ένα άγριο φαράγγι που αποτελεί το φυσικό σύνορο των Νομών Αρκαδίας και Ηλείας (εικ.3). Στις βόρειες υπώρειές του ξεκινά ένα ρέμα μήκους 1χλμ., που οι ντόπιοι αποκαλούν Ποταμάκι ή Μικρό Ποτάμι -σε αντιδιαστολή προς τον Αλφειό-,το οποίο δημιουργεί μία καταπράσινη κοιλάδα στα ανατολικά του χωριού και καταλήγει εκβάλλοντας στον Αλφειό.

Εικ. 2. Πανοραμική άποψη του Παλαιόκαστρου από ανατολικά
 Τον μίτο της σημερινής ιστορίας, που αφιερώνεται στον άοκνο ερευνητή της αρκαδικής ιστορίας James Roy, άρχισε να ξετυλίγει στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ο Γιάννης Πισιμίσης, ένας ευπατρίδης εκπαιδευτικός- ιστορικός από το Παλαιόκαστρο. Όπως σημειώνει ο ίδιος στην αρχαιοδιφική μελέτη για το χωριό του που εκδόθηκε το 1987 «...Ένα τσοπανόπουλο με πληροφόρησε ότι στο μέσον του λόφου, που λέγεται Σκήπλια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα, υπάρχει ένας πέτρινος σταυρός. Με κατάπληξή μου και πολλή μου χαρά διαπίστωσα ότι, ο υποτιθέμενος σταυρός, ήταν το ανθέμιο μιας επιτύμβιας στήλης, ενός ηρώου, κομμένης σε δυο κομμάτια. Ψάχνοντας στους θάμνους βρήκα όλους τους ογκόλιθους που αποτελούσαν ένα θαυμάσιο ηρώο»3. Τον σεβαστό πόθο του ευπατρίδη για αποκατάσταση της μνημειακού ύψους στήλης ανέλαβε να φέρει εις πέρας πριν από λίγα χρόνια ο Σύλλογος των Απανταχού Παλαιοκαστριτών με τον δραστήριο Πρόεδρό του κ. Θεόδωρο Πισιμίση και την πολύτιμη οικονομική υποστήριξη των κ. Βαγγέλη Πισιμίση και Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου4. 

Εικ. 3. Το φαράγγι του Αλφειού δυτικά του Κάστρου
 Τον Σεπτέμβριο του 2004 πραγματοποιήθηκε από την υπογραφομένη ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα σε σημείο που υποδείχθηκε από τον κ. Θ. Πισιμίση και θεωρήθηκε ότι αποτελούσε την έδραση της στήλης, και, στη συνέχεια, συντάχθηκε από τους Γ. Αντωνίου, αρχιτέκτονα μηχανικό, και Ν. Νινή, πολιτικό μηχανικό, αρχιτεκτονική και στατική μελέτη αναστήλωσης, διαμόρφωσης πρόσβασης και ανάδειξης του μνημείου. Το καλοκαίρι του 2006, αμέσως μετά από την ενεργοποίηση της ΛΘ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αρκαδίας, ο φάκελλος διαβιβάστηκε με σχετική εισήγηση στο ΥΠ.ΠΟ. και ακολούθησε η έγκριση μετά από γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου5.
 Το Φεβρουάριο του 2008 ξεκίνησαν από τη ΛΘ' ΕΠΚΑ οι υποστηρικτικές εργασίες για τη διαμόρφωση του προς ανάδειξη χώρου. Τα αποτελέσματα των εργασιών αυτών έμελλε να διαφωτίσουν ακόμα περισσότερο τις γνώσεις μας για τη συγκεκριμένη θέση και ανάγκασαν την υπογραφομένη να τροποποιήσει τον τίτλο της παρούσας ανακοίνωσης από «μνημείο» σε «παρόδια ταφικά μνημεία» στο Παλαιόκαστρο6.

Εικ. 4. Γενική άποψη του λόφου Στήπλια ή Σκήλπια ή στα Μάρμαρα από νότια
Η ανασκαφή

 Στη δυτική- νοτιοδυτική κλιτύ του απότομου σήμερα λόφου Σκήπλια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα, σε απόσταση 1χλμ. σε ευθεία ΑΒΑ του Παλαιοκάστρου, πάνω ακριβώς από τον υφιστάμενο αμαξιτό δρόμο που οδηγεί από το χωριό στη Ριζοσπηλιά και από εκεί στην αρχαία Ηραία και την Ολυμπία, εντοπίστηκε και ερευνήθηκε μερικώς παρόδιο νεκροταφείο των ύστερων κλασικών- ελληνιστικών χρόνων (εικ.4, 5). Το νεκροταφείο περιλαμβάνε, εκτός από τους κοινούς τάφους, αξιόλογα ταφικά κτίσματα και το επιβλητικό ταφικό σήμα στον τύπο της στήλης· επιπλέον, δε, προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τα νεκρικά έθιμα της περιοχής7. Το φυσικό ανάγλυφο στην πλαγιά του λόφου με τα ταφικά κτίσματα έχει υποστεί ριζικές μεταβολές όχι μόνο από την εντατική καλλιέργεια με μηχανικά μέσα, αλλά και από τις αλλεπάλληλες διανοίξεις της επαρχιακής οδού προς Ολυμπία στα ριζά του λόφου. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει η αρχαία οδός που διερχόταν μπροστά από τα ταφικά κτίσματα, η οποία, όμως, διασώθηκε σε άλλο σημείο του λόφου, λίγο βορειότερα, και εντοπίστηκε από την ομάδα μας8.

Εικ. 5. Το τοπογραφικό σκαρίφημα της ευρήτερης περιοχής του Παλαιοκάστρου με σημειωμένες τις αρχαίες θέσεις
Συστηματικότερα ερευνήθηκε το νοτιότερο τμήμα του νεκροταφείου, στο οποίο ανασκάφησαν μέχρι στιγμής μία ορθογώνια κατασκευή, η βάση ενός επιτάφιου μνημείου, δύο λάκκοι με αγγεία και τα υπολείμματα της ισχυρής θεμελίωσης ενός άλλου μνημείου (εικ.5, 6). Τα αρχαία κατάλοιπα έχουν λαξευθεί στον φυσικό μαλακό καστανοκόκκινο βράχο (ακόνι) του λόφου, έχουν άμεση οπτική επαφή με την αρχαία ακρόπολη του Παλαιοκάστρου, ενώ η διάταξή τους κατά μήκος ενός άξονα με κατεύθυνση από Β-ΒΔ προς Ν-ΝΑ υποδεικνύει και την πορεία της αρχαίας οδού, η οποία διερχόταν μπροστά από αυτά9.

Εικ. 6. Κοντινή λήψη της ανασκαφής από νότια
 Ακέραια σώζεται η κατασκευή 3, με εξωτερικές διαστάσεις 2.30X 1.00μ.10 (εικ.7). Πρόκειται για ορθογώνιο κτίσμα κατασκευασμένο από αδρολαξευμένους μικρούς και μεσαίου μεγέθους γωνιόλιθους από ασβεστόλιθο και ντόπιο λίθο σε δύο στρώσεις συνολικού ύψους 0.70μ. Το εσωτερικό της κατασκευής, το οποίο είναι γεμισμένο με απολαξεύματα από τον φυσικό μαλακό βράχο, δεν έχει προς το παρόν ερευνηθεί.

Εικ. 7. Το ταφικό κτίσμα 3
 Πίσω από την κατασκευή αυτή και κάτω από το επίπεδο της θεμελίωσής της εντοπίστηκε ένας ελλειψοειδής λάκκος διαστάσεων 0.80X 0.55μ., η περιφέρεια του οποίου οριζόταν από μικρούς πλακοειδείς ασβεστόλιθους (εικ.8). Ο λεπτομερής καθαρισμός του λάκκου δεν απέδωσε κινητά ευρήματα, επιπλέον δεν εντοπίστηκαν ίχνη καύσης ή οστά. Άγνωστη παραμένει η διαμόρφωση της ανωδομής της ορθογώνιας κατασκευής, δεδομένου ότι δεν βρέθηκε κανένα αρχιτεκτονικό στοιχείο κατά τη διάρκεια της ανασκαφής. Πάντως, ως προς την κάτοψη και τις διαστάσεις, το κτίσμα 3 του Παλαιοκάστρου παρουσιάζει ομοιότητες με τον ελληνιστικό συλημένο τάφο Ε της Αλίφειρας, ο οποίος περιγράφεται από τον ανασκαφέα ως «πώρινο περίζωμα»11. 

Εικ. 8. Ταφικό κτίσμα 3. Ο λάκκος
 Η πρόσοψη του τάφου Ε διαμορφώνεται μνημειακή και απαρτίζεται από διβαθμιδωτή κρηπίδα από καλοδουλεμένες λιθοπλίνθους και κορμό ύψους 3 δόμων με στέψη σε μορφή γείσου επί της οποίας έβαινε επιτύμβιος ναΐσκος12. Εάν υποθέσουμε ανάλογη μνημειακή πρόσοψη για το κτίσμα του Παλαιοκάστρου, είναι πολύ πιθανό ότι αυτή καταστράφηκε ή διαλύθηκε από λαθρανασκαφή. Στοιχεία ότι ο λάκκος θα μπορούσε να σχετίζεται με προσφορές προς τον νεκρό ή τους νεκρούς του κτίσματος δεν προέκυψαν κατά την έρευνα, το ενδεχόμενο αυτό, όμως, δεν πρέπει να αποκλειστεί με βάση τα δεδομένα από άλλο σημείο της ανασκαφής13. Από τον επιφανειακό καθαρισμό του κτίσματος περισυνελέγη αργυρό τριώβολον του Κοινού των Φωκέων, που χρονολογείται στα -480/ -421.14 (εικ.9 Α-Β).

Εικ. 9α και β . Μ. Τρ.6071: Νόμισμα Κοινού Φωκέων
 Σε απόσταση 5.5μ. ΝΔ του κτίσματος 3 ερευνήθηκαν συστηματικότερα τα σωζόμενα κατάλοιπα της ισχυρής κατασκευής, η οποία είχε αρχικά αποδοθεί στη θεμελίωση της μνημειακής επιτάφιας στήλης (ταφικό μνημείο 1)15 (εικ.10). Το μπροστινό τμήμα της κατασκευής δεν σώζεται, ενώ σε μικρή απόσταση νότια αυτού βρισκόταν πεσμένο από παλιά το τεμάχιο από τον άνω κορμό της στήλης με την επίστεψη. Μπροστά από τον κατάλληλα λαξευμένο φυσικό βράχο (ακόνι) του λόφου διαμορφώνεται η υποθεμελίωση (σωζόμενες διαστάσεις 2.60μ.Χ 1.30μ.) από επάλληλες στρώσεις αργών πλακοειδών ασβεστολίθων και τεμαχίων από τον φυσικό λίθο του λόφου16.

Εικ. 10 Το ταφικό μνημείο 1

 Το θεμέλιο διασώζει και τμήμα της ευθυντηρίας και ειδικότερα α) την καλοδουλεμένη ασβεστολιθική λιθόπλινθο της ΒΑ γωνίας της κατασκευής μήκους 1.10μ., πλάτους 0.60μ. και ύψους 0.29μ. και β) σε απόσταση 0.70μ. ΝΑ της προηγούμενης σώζεται -εν μέρει θραυσμένη- μία άλλη, όμοιας σύστασης αλλά μικρότερων διαστάσεων, λιθόπλινθος μήκους 0.81μ., πλάτους 0.41μ. και ύψους 0.27μ. Οι πίσω όψεις των λιθοπλίνθων είναι αδρά δουλεμένες, δεδομένου ότι εφάπτονται στον φυσικό βράχο. Το κενό μεταξύ των λιθοπλίνθων έχει γεμιστεί με μικρές και μεσαίου μεγέθους πλακοειδείς πέτρες. Η ανασκαφή στο εσωτερικό αποκάλυψε κάτω από την έδραση του θεμελίου ένα περίπου τετράγωνο όρυγμα διαστάσεων 1.10μ.X 1.30μ., λαξευμένο στον φυσικό βράχο (εικ.11).

Εικ. 11 Ταφικό μνημείο 1. Ο λάκκος πριν την ανασκαφή

 Το γεγονός ότι το όρυγμα βρέθηκε άδειο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι το μνημείο 1 αποτελεί κενοτάφιο, όπως συνηθίζεται να τεκμαίρεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επισημαίνεται ότι το όρυγμα παρουσίαζε ενδείξεις παραβίασης με τις πλάκες που κάλυπταν το δάπεδο πάνω από τον λάκκο παραμερισμένες, ενώ στον πυθμένα του εντοπίστηκαν πεσμένες πλάκες, προφανώς ό,τι απέμεινε από τη δραστηριότητα λαθρανασκαφέων. Με το δεδομένο των διαστάσεων του ορύγματος θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την απόθεση εντός αυτού ενός ή περισσοτέρων τεφροδόχων αγγείων17. Από τους επιφανειακούς καθαρισμούς πάνω από το μνημείο προήλθε χάλκινο δίχαλκον της Ηραίας της περιόδου -370/ -340.18 (εικ.12 Α-Β).

Εικ. 12α και β . Μ. Τρ.6072: Νόμισμα Ηραίας

Ενδείξεις σχετικά με πιθανές τελετουργίες που έλαβαν χώρα μάλλον σε κάποια χρονική στιγμή μετά από την ολοκλήρωση της ταφής προσφέρουν τα ανασκαφικά στοιχεία από το περιβάλλον του ταφικού μνημείου 1. 
 Σε απόσταση 11.05μ. νότια του θεμελίου του μνημείου εντοπίστηκε ελλειψοειδής λάκκος λαξευμένος μέσα στον φυσικό βράχο διαστάσεων 0.40X 0.85 και βάθους 0.40μ., (εικ.13), ο οποίος ήταν ασφυκτικά γεμάτος με πέντε (5) προσεκτικά τοποθετημένα μελαμβαφή αγγεία γεμάτα χώμα (εικ.14). 
 Η ανάλυση φυτικών καταλοίπων με τη μέθοδο της επίπλευσης, που έγινε στα χώματα των αγγείων, κατέδειξε ότι αυτά ήταν εντελώς καθαρά, δεν περιείχαν δηλαδή καύσεις, τέφρα, απανθρακωμένους σπόρους ή καμένα οστά19. Μετά από την πλήρωση του λάκκου με χώμα, αυτός καλύφθηκε επιφανειακά με ασβεστολιθικές πλάκες. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει ίσως να αμφισβητήσουμε τον ταψικό προορισμό του λάκκου, δηλαδή τη χρήση του για πρωτογενή πυρά ή για απόθεση τεφροδόχων αγγείων. 
Δεξιά: Εικ. 13. Ο λάκκος με τα αγγεία. Λήψη από ΝΔ.

Μέσα στο λάκκο-αποθέτη τοποθετήθηκαν ένας κρατήρας, ένας κάνθαρος, μία οινοχόη και δύο σκύψοι, δηλαδή αγγεία πόσης και οίνου (εικ.14). Επομένως, η συγκεκριμένη τελετουργία δεν περιλαμβανόταν στη διαδικασία της συνήθους νεκρώσιμης τελετής, καταληκτικό σημείο της οποίας ήταν το περίδειπνον, γεύμα πλησίον του τάψου προς τιμήν του νεκρού20. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα αγγεία του λάκκου προορίζονταν αρχικά για χοας με κρασί,τελετές για μεταθανάτια τίμηση πολιτών της κοινότητας21.

Εικ. 14. Τα αγγεία του λάκκου

 Από τα αγγεία του λάκκου, ο κάνθαρος Μ. Τρ.6075 (εικ.16) με το βαθύ ημισφαιρικό σώμα, που επιστέφεται από παχύτερο χείλος, ανήκει στην ομάδα των λεγόμενων ηλειακών κανθάρων, εντάσσεται στον τύπο 1 της κατηγορίας Β κανθάρων με τονισμένο χείλος της A. Georgiadou και μπορεί να χρονολογηθεί στο γ' τέταρτο του 4ου αι.22. Μετά τα μέσα του ίδιου αιώνα χρονολογούνται και οι δύο σκύψοι Μ. Τρ.6076 και Μ. Τρ.6077 (εικ.17,18) με τις πεταλόσχημες λαβές και το σώμα με το κοιλόκυρτο περίγραμμα· πρόκειται για αγγείο με πλατιά γεωγραφική εξάπλωση καθ’ όλο τον 4ο αι.23. Η τριψυλλόστομη οινοχόη Μ. Τρ.6074 (εικ.15), με τη λαβή που υψώνεται πάνω από το στόμιο και απολήγει κάτω σε έκτυπο ανθέμιο, υπογραμμίζει τη στενή εξάρτηση των υστεροκλασικών πήλινων αγγείων από τα πολυτελή μεταλλικά πρότυπά τους24. Με βάση τα πλησιέστερα παράλληλά της χρονολογείται στα τέλη του -4ου αι.25. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κωδωνόσχημος κρατήρας Μ. Τρ.6073 (εικ.14) με τα συμπαγή τετράπλευρα αυτιά για λαβές, για τον οποίο δεν στάθηκε δυνατόν προς το παρόν να βρούμε ακριβές παράλληλο. Αυτός ο τύπος του κωδωνόσχημου κρατήρα, δημοφιλής κατά τον 5ο αι., εξαφανίζεται οριστικά από το ρεπερτόριο των αττικών κεραμέων κατά την ύστερη κλασική περίοδο26. Από τα αγγεία, ο λάκκος προσφορών χρονολογείται στη μετάβαση από τον -4ο στον -3ο αι.
Πρόκειται για:
1.Μ. Τρ. αριθ. ευρ. 6073. Κωδωνόσχημος κρατήρας μελαμβαφής (εικ.14).
Ύψος 0.230μ., διάμ. βάσης 0.11μ., διάμ. χείλους 0.208μ.
Σχεδόν ακέραιος, συγκολλημένος από περισσότερα κομμάτια, με λιγοστές ελλείψεις στο σώμα. Πηλός ανοικτός καστανός, θαμπό, εξίτηλο μαύρο γάνωμα, που καλύπτει όλο το αγγείο εσωτερικά και εξωτερικά. Σώμα περίπου κυλινδρικό, με έντονη μείωση προς τη βάση, καλύπτεται από κατακόρυφες αυλακώσεις εκτός από μία στενή ζώνη πάνω από τις λαβές- ωτία τετράγωνης διατομής που κλίνουν προς τα κάτω. Η σχήματος ανεστραμμένου εχίνου βάση φέρει πλαστικό δακτύλιο στη μετάβαση προς το σώμα.

Εικ. 15. Λάκκος. Η οινοχόη Μ. Τρ.6074 Εικ. 16. Λάκκος. Ο κάνθαρος Μ. Τρ.6075
2.Μ. Τρ. αριθ. ευρ.6074. Τριφυλλόστομη οινοχόη μελαμβαφής (εικ.15).
Ύψ. 0.167 μ., ύψ. με λαβή 0.225 μ., διάμ. βάσης 0.07μ.
Συγκολλημένη από πολλά θραύσματα, με λίγες ελλείψεις στον κορμό. Πηλός ανοικτός καστανός, θαμπό, μελανό γάνωμα που καλύπτει όλο το αγγείο.
 Βάση δακτυλιόσχημη, ευρύ σφαιρικό σώμα που καλύπτεται από κατακόρυφες αυλακώσεις εκτός από τη λεπτή ζώνη του ώμου που κοσμείται με έντυπο φυλλόσχημο μοτίβο. Ο λεπτός, χαμηλός λαιμός απολήγει επάνω σε τρεις έντονες συμπιέσεις που σχηματίζουν το τρίλοβο στόμιο. Η ταινιωτή λαβή υψώνεται αρκετά πάνω από το στόμιο και απολήγει κάτω σε έκτυπο ανθέμιο.
3.Μ. Τρ. αρ. ευρ.6075. Κάνθαρος μελαμβαφής (εικ.16).
Ύψ. 0.101μ., διάμ. χείλ. 0.08μ., διάμ. βάσ. 0.051μ.
Συγκολλημένος από περισσότερα τεμάχια, σχεδόν ακέραιος εκτός από μικρές ελλείψεις στο σώμα. Πηλός ανοικτός καστανός. Καλύπτεται εσωτερικά και εξωτερικά από μελανό, εξίτηλο γάνωμα. Η, σε σχήμα ανεστραμμένου εχίνου, βάση φέρει βαθύ, ημισφαιρικό σώμα που καλύπτεται από κατακόρυφες αυλακώσεις. Χείλος παχύτερο από το κατακόρυφο τοίχωμα του σώματος, λαβές κατακόρυφες ταινιωτές που στο πάνω τμήμα τους έχουν επίθετη οριζόντια πλαστική ταινία.

Εικ. 17. Λάκκος. Ο σκύφος Μ. Τρ.6076 Εικ. 18. Λάκκος. Ο σκύφος Μ. Τρ.6077
4. Μ. Τρ. αρ. ευρ. 6076. Σκύφος μελαμβαφής (εικ.17).
Ύψ. 0.14μ., διάμ. βάσης 0.072μ., διάμ. χείλους 0.13μ.
Συγκολλημένος από περισσότερα όστρακα. Λείπει μικρό τμήμα του χείλους. Πηλός καστανός. Γάνωμα εξίτηλο, θαμπό, με χρωματικές διαβαθμίσεις από μελανό έως σκούρο ερυθρό. Βάση δακτυλιόσχημη, σώμα με κοιλόκυρτο περίγραμμα, δύο οριζόντιες πεταλόσχημες λαβές ακριβώς κάτω από το χείλος που νεύει ελαφρά προς τα έξω. Η κάτω επιφάνεια της βάσης είναι «εδαφόχρωμη» και στο κέντρο της υπάρχει ακανόνιστη μελανή κηλίδα.
5. Μ. Τρ. αρ. ευρ. 6077. Σκύφος μελαμβαφής (εικ. 18).
Υψ. 0.08μ., διάμ. βάσης 0.044μ., διάμ. χείλους 0.081μ.
Όμοιος με τον προηγούμενο, αλλά μικρότερος. Συγκολλημένος από περισσότερα όστρακα, με λιγοστές ελλείψεις στο σώμα.

Εικ. 19. Άποψη ορθογώνιας κατασκευής με λάκκο αγγείων.

Τα τέσσερα αγγεία που περισυνελέγησαν πολύ πρόσφατα από έναν άλλο λάκκο πλησιέστερα προς το μνημείο 1 και σε απόσταση 5μ. περίπου νότια αυτού, έχουν συνθλιβεί από την πίεση των χωμάτων και των υπολειμμάτων μιας ορθογώνιας κατασκευής που κάλυπτε το εύρημα (εικ.19). Το έργο της συγκόλλησης και συντήρησης των αγγείων αυτών δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά γνωρίζουμε ότι πρόκειται και εδώ για μελαμβαφή αγγεία πόσης και οίνου27.
 Τον μίτο της ιστορίας μας συνέχισε να ξετυλίγει ο Ηλίας Λιακόπουλος, κτηνοτρόφος της περιοχής και ιδιοκτήτης του αγροτεμαχίου όπου ανασκάφησαν τα νεκρικά κτίσματα28. Αυτός υπέδειξε αρχαίους τάφους σε άλλο σημείο της ιδιοκτησίας του, στη δυτική κλιτύ του λόφου Σκήπλια ή Στήπλια, περί τα 80μ. βορειοδυτικά από το μνημείο 1. Εδώ η εντατική καλλιέργεια κατάφερε να τραυματίσει αλλά όχι να διαλύσει το οδόστρωμα αρχαίας αμαξήλατης οδού πλάτους 2.76 μέτρων, η οποία αποκαλύφθηκε σε συνολικό μήκος 6.50μ. (εικ.5, 20).

Εικ. 20. Μερική άποψη της αρχαίας οδού από νότια.

Το οδόστρωμα αποτελείται από τεμάχια του τοπικού μαλακού βράχου, αργούς πλακαρούς λίθους, κομμάτια από κεραμίδια και χώμα. Δυτικά του αρχαίου δρόμου και σε μικρή απόσταση από αυτόν εντοπίστηκε και καθαρίστηκε επιφανειακά το περίγραμμα τεσσάρων τάφων. Από αυτούς ερευνήθηκαν συστηματικά προς το παρόν δύο. Ειδικότερα:

Τάφος 1
Λακκοειδής, μισοκατεστραμμένος. Σωζ. μήκος 1.15μ., σωζ. πλάτος 0.35μ. Σώθηκε μόνο το κάτω τμήμα του σκελετού. Ανάμεσα στα σκέλη βρέθηκε ένα μυροδοχείο (Μ.Τρ.6078) και δίπλα στη δεξιά κνήμη ένας λύχνος (Μ. Τρ.6079). Από τα αγγεία ο τάφος χρονολογείται στο β' μισό του -2ου αι.29.
Μ. Τρ.6078: Μυροδοχείο ατρακτόσχημο. (εικ.21). Ύψ. 0.137μ., διάμ. βάσης 0.016μ. Λείπει τμήμα του χείλους. Πηλός γκριζωπός. Πόδι λεπτό, όχι ιδιαίτερα ψηλό, που καταλήγει σε επίπεδη δισκοειδή βάση. Λαιμός ψηλός, κυλινδρικός που διευρύνεται ελαφρά προς τα πάνω και απολήγει σε έξω νεύον χείλος.
Μ. Τρ.6079: Λύχνος. (εικ.22). Ύψ. 0.031μ., διάμ. βάσης 0.042μ., διάμ. οπής πλήρωσης 0.03μ., μήκος σωζ. 0.11μ. Ο μακρύς μυκτήρας είναι συγκολλημένος και σώζεται αποσπασματικά. Πηλός καστανός. Βάση επίπεδη. Μεγάλη οπή πλήρωσης. Πλαστικός δακτύλιος γύρω από την οπή πλήρωσης. Στον ώμο σώζεται η έκφυση του ωτίου.



Τάφος 4
 Κιβωτιόσχημος, ακέραιος, διαστάσεων 2μ.X 0.50μ., με καλυπτήριες πλάκες από ασβεστόλιθο και κοκκινωπό τοπικό φυσικό λίθο του βράχου. Περιείχε ύπτιο σκελετό με το κρανίο προς βορράν. Η ταφή ήταν ακτέριστη.
 Ο περαιτέρω συστηματικός καθαρισμός από την πυκνή αυτοφυή βλάστηση αποκάλυψε την προς βορράν πορεία της οδού σε συνολικό μήκος 11μ. Εδώ δεν σώζεται το οδόστρωμα, αλλά μόνο τα προσεκτικά λαξευμένα πρανή της οδού πάνω στον φυσικό βράχο και το κατάστρωμά της πλάτους 2.55μ. στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η λατύπη του φυσικού βράχου. Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, στις συνεχείς διανοίξεις του επαρχιακού δρόμου προς Ριζοσπηλιά πρέπει να οφείλεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι δεν διεσώθησαν ίχνη της οδού μπροστά από το νοτιότερο τμήμα του νεκροταφείου, εντούτοις η διάταξη των νεκρικών κτισμάτων υποδεικνύει και επιβεβαιώνει τη διέλευσή της από εκεί.
 Γνωστή επιγραφικά και τεκμηριωμένη ανασκαφικά είναι η συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να θάβουν τους νεκρούς τους στις παρυφές των οδών30. Ο αρχαίος δρόμος, που εντοπίστηκε και ανασκάφηκε στην πλαγιά του λόφου Σκλήπια, συνέδεε το Παλαιόκαστρο με τον πλησιέστερο αρχαίο οικισμό, τη Γόρτυνα, και αποτελούσε πιθανότατα τμήμα του μεγαλύτερου οδικού άξονα που οδηγούσε από την Ηραία της δυτικής Αρκαδίας στη Γόρτυνα31.

Η μνημειακή στήλη

 Στο τμήμα του νεκροταφείου με τα αξιόλογα νεκρικά κτίσματα δέσποζε με το ύψος της η στήλη, η οποία αποκαταθΐαταται σχεδόν ακέραιη από τα κομμάτια που περισυνελέγησαν από την περιοχή του ταφικού μνημείου 1 και πρόκειται σύντομα να αναστηλωθεί32. Η στήλη είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένη από υπόλευκο ασβεστόλιθο, παρόμοιο με τον λίθο της αρχαίας οχύρωσης του Παλαιόκαστρου33. Δεν διασώζει ίχνη ανάγλυφης ή γραπτής διακόσμησης ή επιγραφής. Όλες οι πλευρές της στήλης είναι καλοδουλεμένες πλην της οπίσθιας, η οποία είναι αδρότερα λαξευμένη, παρουσιάζει ελαφρά κύφωση και, ως εκ τούτου, δεν ήταν ορατή.

Τα συνανήκοντα τεμάχια του μνημείου είναι:
1. Το άνω τμήμα του κορμού της στήλης με την επίστεψη (εικ.23, δεξιά). Μέγ. σωζ. ύψος 1.23μ., πλάτος 0.75 μ. (κυμάτιο)- 0.67μ. (κορμός), πάχος 0.30-0.33μ. Η επίστεψη, «ωμεγάσχημη», είναι λαξευμένη μόνο ως προς το περίγραμμά της. Το σχήμα της υποδηλώνει ότι στην κύρια όψη έφερε άλλοτε πλούσια γραπτή διακόσμηση με μεγάλο ανθέμιο κατά τα πρότυπα των υψηλών επιβλητικών αττικών στηλών με ανθεμωτή επίστεψη της υστεροκλασικής περιόδου34. Η μετάβαση από τον κορμό στην επίστεψη γίνεται μέσω ενός κυματίου. Υπολείμματα λάξευσης κάτω από το κυμάτιο της επίστεψης θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ό,τι απέμεινε από την περιφέρεια ανάγλυφης ασπίδας35.
2. τεμάχιο του κορμού της στήλης (εικ.24). Μέγ. σωζ. ύψος 2.50μ., πλάτος 0.70-0.74μ., πάχος 0.28-0.32μ.
3. Η βάση της στήλης (εικ.25). Ο κορμός της βάσης, ύψους 0.40μ. και μήκους 0.95μ., απολήγει κάτω σε σπείρα και επιστέφεται από ταινία και απλό κυμάτιο. Στην άνω επιφάνεια της βάσης έχει λαξευθεί κατάλληλα ορθογώνια υποδοχή με λοξότμητα τοιχώματα για την αρμογή του κορμού της στήλης, διαστάσεων 0.68X 0.28μ. (πυθμένας) και 0.74X 0.34 (χείλος) και βάθους 0.13μ. Η πίσω πλευρά της βάσης είναι αδρότερα λαξευμένη και δεν φέρει κυμάτια. Στο μέσο της κάτω επιφάνειας της βάσης υπάρχει οπή.

Εικ. 24 πάνω. Τεμάχιο του κορμού της στήλης. Εικ. 25 κάτω. Η βάση της στήλης
4. Η λιθόπλινθος της βάσης (εικ.26). Σχεδόν τετράγωνη με μήκος πλευράς 1.065μ. Πρόκειται για στιβαρή λιθόπλινθο, η οποία ήταν ορατή από παλιά σε απόσταση 11μ. περίπου ΝΔ του μνημείου 136. Η άνω όψη της λιθοπλίνθου περιγράφεται στις τρεις πλευρές της από ταινία βαθύτερα δουλεμένη, ενώ οι πλάγιες όψεις της φέρουν αγκώνες.

Εικ. 26. Η λιθόπλινθος της βάσης. 
 Με βάση, λοιπόν, τα ασφαλώς συνανήκοντα τεμάχια, το συνολικό ύψος της στήλης από την κορυφή της επίστεψης έως την πλίνθο της βάσης ξεπερνά τα 4.5μ. Αυτό το επιβλητικό ταφικό σήμα είναι αττικού τύπου, μιμείται, δηλαδή, σε γενικές γραμμές τις επιτύμβιες στήλες με ανθεμωτή επίστεψη και σημαντικό ύψος, που έχουν μακρά παράδοση στην αττική επιτάφια τέχνη ήδη από την υστεροαρχαϊκή περίοδο37. Κατά τον -4ο αι. επιβλητικές επιτάφιες στήλες με ανθεμωτή επίστεψη ανιδρύονταν μέσα στους οικογενειακούς ταφικούς περιβόλους στον Κεραμεικό και στα άλλα νεκροταφεία των αττικών δήμων, και αποτελούσαν μαζί με άλλα ταφικά μνημεία ένα μέσον επίδειξης που πρόβαλλε την κοινωνική θέση των ανθρώπων στους οποίους ανήκαν38. Αντίθετα, η ανίδρυση επιτάφιων στηλών μνημειακού ύψους δεν φαίνεται να είναι συνηθισμένη στην Πελοπόννησο των ύστερων κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Μοναδικό γνωστό έως σήμερα παράδειγμα είναι μία στήλη από την Πάτρα, σωζόμενου ύψους 1.84μ. μαζί με την ανθεμωτή επίστεψη, η οποία χρονολογείται στο γ' τέταρτο του -4ου αι. και θεωρείται προϊόν αττικού εργαστηρίου39.

Εκτίμηση των δεδομένων της ανασκαφής

 Στην περιοχή Παλαιοκάστρου Δήμου Γόρτυνος εντοπίστηκε ένα οργανωμένο νεκροταφείο ύστερων κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, το οποίο αναπτύσσεται κατά μήκος μιας αρχαίας αμαξήλατης οδού (εικ.4, 5). Η εντοπισθείσα οδός (εικ.20) θα μπορούσε να αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου οδικού άξονα, που οδηγούσε από την Ηραία στη Μεγαλόπολη, ακολουθώντας τον ρου του Αλφειού, αν και η πορεία του άξονα αυτού δεν είναι πλήρως καθορισμένη40. Το νεκροταφείο συνδέεται με τον οχυρωμένο οικισμό του τύπου των villes acropoles που στέκεται επιβλητικός πάνω από το σημερινό χωριό41 (εικ.27). Με βάση το σύστημα τοιχοδομίας η ακρόπολη του Παλαιοκάστρου φαίνεται ότι οχυρώθηκε στα τέλη του -4ου, αρχές -3ου αι. και θεωρείται έργο των Μακεδόνων42. Παραδοσιακά η έρευνα ταυτίζει την ακρόπολη του Παλαιοκάστρου με το Βουφάγιον και το Μικρό Ποτάμι του χωριού με τον Βουφάγο ποταμό που αναφέρει ο Παυσανίας43. Το ζήτημα της ταύτισης της αρχαίας ακρόπολης του Παλαιοκάστρου με κάποιον αρχαίο οικισμό παραμένει ανοικτό, καθώς η έρευνα όλο και πιο έντονα τελευταία απορρίπτει την ταύτιση Παλαιοκάστρου- Βουφαγίου44. Το βέβαιο είναι ότι ο οικισμός του Παλαιοκάστρου βρίσκεται στα σύνορα των επικρατειών της Ηραίας και της Μεγαλόπολης και έχει σχέσεις με τις δύο κραταιές πόλεις της δυτικής και νοτιοδυτικής Αρκαδίας. Διαφωτιστικός για τις στενές σχέσεις Παλαιοκάστρου- Γόρτυνος είναι ο πρόσφατος εντοπισμός ενός αρχαίου λατομείου στην περιοχή του χωριού45 (εικ.28). Πρόκειται για λατομείο πωρολίθου στη θέση Ταβέρνα, σε απόσταση 700μ. περίπου ΒΔ του νεκροταφείου, το οποίο προμήθευε τις απαραίτητες ποσότητες υλικού για την ανέγερση των δημόσιων κτιρίων της Γόρτυνος46.

Εικ. 27. Άποψη της οχυρωμένης ακρόπολης του Παλαιοκάστρου.

 Στο νεκροταφείο του Παλαιοκάστρου, εκτός από τους κοινούς τάφους, ανασκάφησαν και τα πρώτα σωζόμενα κατάλοιπα από αξιόλογα κτίσματα επιμελημένης κατασκευής και με ιδιαίτερη το καθένα φυσιογνωμία. Κατά μήκος της οδικής αρτηρίας, τα κτίσματα αυτά έκαναν αισθητή την παρουσία τους προκαλώντας το ενδιαφέρον των λαθρασκαφέων, οι οποίοι και πρέπει να τα σύλησαν. Το κτίσμα 3 (εικ.7) αποτελεί πιθανόν τον τάφο ενός μνημείου με επιβλητική πρόσοψη47. Τα δύο ισχυρά θεμέλια με το δομικό υλικό από ασβεστολιθικές και πώρινες λιθοπλίνθους έφεραν προφανώς επιβλητικά μνημεία (εικ.10). Από αυτά τα επιτάφια σήματα διασώθηκε μόνο η στήλη, η οποία είναι η πρώτη αυτού του ύψους που εντοπίζεται στην Πελοπόννησο48 (εικ.23-26).
 Σε μία μόνη περίπτωση, στο ταφικό μνημείο 1, μολονότι αυτό δεν επιβεβαιώθηκε ανασκαφικά, πρέπει να θεωρήσουμε ως πιθανότερο τρόπο ταφής την καύση, λαμβανομένων υπόψη των μικρών διαστάσεων του ανεσκαμμένου ορύγματος. Η καύση, δαπανηρότερος του απλού ενταφιασμού τρόπος ταφής, είναι γνωστή και από τα ελληνιστικά ταφικά μνημεία της Αλίφειρας49.
 Αναμνηστικές τελετές προς τιμήν νεκρών της κοινότητας έλαβαν πιθανόν χώρα στο νοτιότερο τμήμα του νεκροταφείου, όπως διαφωτίζει το εύρημα του λάκκου με τα αγγεία πόσης και οίνου (εικ.13,14). Οι φιλολογικές μαρτυρίες μνημονεύουν μία σειρά από ετήσιες τελετές των πόλεων προς τιμήν των νεκρών και των προγόνων, όπως τα Νεκύσια, «ημέρες των νεκρών», ή τα Γενέσια, «ημέρες των προγόνων», μέσα από τις οποίες εκπληρωνόταν το χρέος της πολιτείας για συνεχή φροντίδα των νεκρών της50. Η ευλαβική επίσκεψη στους τάφους των προγόνων περιελάμβανε και χοές ως προσφορές, «χοές που πίνει η γη», όπως αναφέρει ο Αισχύλος, Χοηφ. 164, μεταξύ των οποίων κύριο ρόλο έπαιζε το κρασί51.
 Το είδος των αγγείων από τον λάκκο του Παλαιοκάστρου υπογραμμίζει τον πρωτεύοντα ρόλο του κρασιού στη συγκεκριμένη τελετή, η οποία πιθανότατα περιελάμβανε και οινοποσία. Επειδή τα προσφερόμενα αγγεία συνδέονται με τον κόσμο των ανδρών ως συμποσιαστών, είναι εύλογο να θεωρήσει κανείς ότι το ή τα τιμώμενα πρόσωπα προέρχονταν από τον άρρενα πληθυσμό της κοινότητας. Ταυτόχρονα, ο κάνθαρος, η οινοχόη, οι σκύφοι και ο κρατήρας υπογραμμίζουν τη σχέση των προσώπων αυτών με τον Διόνυσο, έναν θεό με διττό χαρακτήρα: κοσμικό με την ιδιότητά του ως θεού του συμποσίου και της χαράς, αλλά και χθόνιο, αφού είναι γιος της Περσεφόνης52.

Εικ. 28. Παλαιόκαστρο, θέση Ταβέρνα. Αρχαίο λατομείο πωρόλιθου.

 Μέσα στο νεκροταφείο η επιβλητική στήλη δέσποζε με το ύψος της, που ξεπερνούσε τα 4 μέτρα, και ξεχώριζε από τον δρόμο. Εντάσσεται και αυτή σε μία γενικότερη τάση που παρατηρείται στη δυτική Αρκαδία από το τέλος της κλασικής περιόδου και εξής για τον μνημειακό χαρακτήρα των επιτάφιων σημάτων, με απώτερο στόχο την επίδειξη και προβολή των κατόχων αυτών των τάφων και των οικογένειών τους53. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η τάση αυτή δεν περιορίζεται γεωγραφικά σε μία περιοχή της Πελοποννήσου. Πρόκειται για ένα γενικότερο ρεύμα, που οι απαρχές του εντοπίζονται στα πολυτελή αττικά επιτάφια μνημεία του 4ου αι., το οποίο θα κυριαρχήσει στον ελληνικό κόσμο από τον ύστερο 4ο αι. και εξής, προβάλλοντας ιδέες όπως τη μεταθανάτια τίμηση και εξύψωση των νεκρών έναντι των ζώντων,τον αφηρωισμό των νεκρών και τη «θεοποίηση των επιφανών τεθνεώτων»54.
 Ως χρονική περίοδος για την ανέγερση των ταφικών κτισμάτων του Παλαιοκάστρου προτείνεται, με τα μέχρι στιγμής ανασκαφικά δεδομένα, η περίοδος του ύστερου 4ου και των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Αν και από το -318 και εξής η Πελοπόννησος γίνεται στόχος των βλέψεων και θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, φαίνεται ότι, όπως προκύπτει από πρόσφατη ιστορική έρευνα, που βασίστηκε και στα αρχαιολογικά δεδομένα, οι τοπικές κοινωνίες δεν επηρεάστηκαν δραματικά από τις διενέξεις αυτές και ότι σε αυτές συνέχισε να κυριαρχεί και μία ομάδα πλούσιων γαιοκτημόνων, η οποία νέμονταν και τα ανώτερα δημόσια αξιώματα55. Η μνημειακή στήλη, η οποία πρέπει να ενταχθεί σε αυτό το χρονικό διάστημα, αποτελεί ένα επιτάφιο σήμα αττικής εμπνεύσεως και η ανίδρυσή της χρηματοδοτήθηκε μάλλον από μία εύπορη τοπική οικογένεια. Όταν το -317 ο φιλομακεδόνας και έμπιστος του Κασσάνδρου περιπατητικός Δημήτριος Φαληρεύς ανέλαβε επιμελητής της πόλεως των Αθηνών, θέσπισε ένα νόμο για τη χρήση συγκεκριμένων τύπων ταφικών μνημείων με σκοπό τη μείωση των υπέρογκων δαπανών των Αθηναίων για την ανίδρυση πολυτελών ταφικών μνημείων56. Η επιβολή του νόμου αυτού είχε ως αποτέλεσμα να εξαφανιστεί η ζήτηση των ιδιωτών για μεγάλα, εντυπωσιακά, πολυδάπανα γλυπτά νεκρικού προορισμού και συνακόλουθα πολλοί τεχνίτες, οι οποίοι ειδικεύονταν στην παραγωγή τέτοιων δημιουργιών -όπως για παράδειγμα λιθοξόοι, μαρμαροτεχνίτες, γλύπτες κά.- έμειναν χωρίς δουλειά και αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου για να βρουν αγορές57. Η επιβλητική στήλη του Παλαιοκάστρου με το αττικό ύφος της αποτελεί πιθανόν ένα παράδειγμα της δραστηριοποίησης αθηναίων τεχνιτών λίθου, οι οποίοι βρήκαν πρόσφορους παραγγελιοδότες στη δυτική Πελοπόννησο.
 Πολύ σύντομα το τηλεφανές αυτό μνημείο θα αναστηλωθεί μέσα στο αρχικό περιβάλλον του από μία άλλη ομάδα λιθοξόων από την Αθήνα, οι οποίοι δουλεύουν στην περιοχή για την αποκατάσταση της στήλης58. Η επιβλητική στήλη, στημένη μέσα στο ειδυλλιακό γορτυνιακό τοπίο, όχι μόνο θα ικανοποιήσει την επιθυμία του ευπατρίδη Γιάννη Πισιμίση, ο οποίος δυστυχώς δεν πρόλαβε να την δει αποκατεστημένη, αλλά και θα προκαλεί τον θαυμασμό των επισκεπτών και οδοιπόρων αποκαλύπτοντας άλλη μία πτυχή της ιστορικής διαδρομής της Αρκαδίας διαμέσου των αιώνων.

ΑΝΝΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Παρόδια ταφικά μνημεία παρά το Παλαιόκαστρο Γορτυνίας

Το παρόδιο ταφικό μνημείο του Παλαιοκάστρου μετά την αναστήλωσή του.

Το παρόν κείμενο ακολουθεί σε γενικές γραμμές τη μορφή της ανακοίνωσης με την προσθήκη των απαραίτητων υποσημειώσεων. Δεδομένου ότι η ανασκαφή στην περιοχή του Παλαιοκάστρου βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, το άρθρο είναι αποτέλεσμα μιας πρώτης προσέγγισης του ευρήματος. Η συμβολή αυτή οφείλει πολλά στις χρήσιμες επισημάνσεις και παρατηρήσεις του Προϊστάμενου της ΛΘ' ΕΠΚΑ δρ. Μιχάλη Πετρόπουλου και του συναδέλφου Γρ. Γρηγορακάκη, καθώς και στην υποστήριξη του λοιπού προσωπικού της Εφορείας και ειδικότερα της αρχιτέκτονος μηχανικού Αθηνάς Κούτση, της σχεδιάστριας Σοφίας Σταυροπούλου και των συντηρητριών Κλειούς Παπάζογλου και Κωνσταντίνας Κιρκιλή. Όλες οι φωτογραφίες, εκτός των εικ.1 και 5,  προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο της ΛΘ' ΕΠΚΑ.
1. Για το εκτεταμένο προϊστορικό νεκροταφείο στη θέση Παλαιόπυργος ή Τρύπες Δ-ΝΔ από το χωριό βλ. βιβλιογραφία τελευταία Καραπαναγιώτου, 262 και αναλυτική πραγμάτευση Σαλαβούρα, Α' 183-190. Β' 333-338, 377-433. Οι δύο βασικές μελέτες για την οχυρωμένη ακρόπολη κλασικών - ελληνιστικών χρόνων του Παλαιοκάστρου είναι των Meyer 103-106 (με σχέδιο) και Charneux - Ginouves 523-538. Βλ. επίσης τελευταία Σαλαβούρα, Α' 179-182.
2. Βλ. σημ. 1.
3. Πισιμίσης 57. Η ακριβής χρονολογία εντοπισμού του μνημείου δεν προσδιορίζεται από τον Πισιμίση αλλά αυτό πρέπει να ήταν ήδη γνωστό το 1955, αφού μνημονεύεται από τους Charneux- Ginouves 536 εικ.16, 537, οι οποίοι ευχαριστούν στον πρόλογο της μελέτης τους τον κ. Πισιμίση για τις υποδείξεις του σχετικά με τις αρχαιολογικές θέσεις της περιοχής.
4. Το αίτημα για την αναστήλωση του μνημείου υποβλήθηκε στην πρώην εποπτεύουσα τον Νομό Αρκαδίας Ε' ΕΠΚΑ το έτος 2003 από τον υπερήλικα Γ. Πισιμίση, ο οποίος υπέδειξε εγγράφως στην Υπηρεσία την ύπαρξή του, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το αναφερόμενο από τον Παυσανία (VIII 28,7) Παραιβασίον μνήμα. Ακολούθησαν διαδοχικές αυτοψίες της υπογραφομένης, αρχαιολόγου τότε της Ε' ΕΠΚΑ, στην περιοχή με τη συμμετοχή του Προέδρου του Συλλόγου των απανταχού Παλαιοκαστριτών «Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» Θεόδωρου Πισιμίση, συγγενούς του υποδείξαντος εκπαιδευτικού. Οι αυτοψίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να επανεντοπισθούν στη θέση Σκλήπια Παλαιοκάστρου Δήμου Γόρτυνος τα κομμάτια της στήλης, το συνολικό ύψος της οποίας υπερέβαινε σύμφωνα με τους πρώτους πρόχειρους υπολογισμούς τα 3.5μ. Στη συνέχεια, η Ε' ΕΠΚΑ διαβίβασε το αίτημα των ενδιαφερομένων στην αρμόδια Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., εισηγούμενη θετικά για την αναστήλωση του μνημείου.
5. Η αρ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΔΑΑΜ/2116/96376/2.11.2006 Υπουργική Απόφαση.
6. Η ανασκαφή αυτή χρωστά πολλά στο μεράκι των δύο μόνιμων εργατοτεχνιτών της Εφορείας, του ντόπιου Δημήτρη Τερζή και του Βυτιναίου Γιώργου Τζέμη, τους οποίους ευχαριστώ θερμά.
7. Ταφικά μνημεία επιμελημένης κατασκευής και ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής είναι ήδη γνωστά στην αρχαιολογική έρευνα για την Αλίφειρα (Ορλάνδος 203-243) και τη Φιγάλεια (Αραπογιάννη 2005) της αρχαίας δυτικής Αρκαδίας και χρονολογούνται στους ελληνιστικούς χρόνους. Μνημειακά ταφικά κτίσματα έχουν ερευνηθεί και σε διάφορες θέσεις της γειτονικής προς το Παλαιόκαστρο Ηλείας όπως στο Μάζι: Παρλαμά, 214-215 (-4ος αι.) και στο Μάκιστο: Αραπογιάννη 2005, 92 σημ.4.
8. Βλ. παρακάτω αναλυτικά σσ.239, 243.
9. Η συνέχιση της ανασκαφής κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 2008 έφερε στο φως το περίγραμμα και άλλων παρόμοιων με τα ερευνηθέντα κτισμάτων, τα οποία αναμένεται να ανασκαφούν πλήρως σύντομα.
10. Η αρίθμηση ακολουθεί την αρίθμηση του ημερολογίου της ανασκαφής.
11. Ορλάνδος 233 εικ.164, 238.
12. Ορλάνδος 232-238. Το νεκρικό μνημείο της Αλίφειρας έχει δεχθεί επιδράσεις ως προς την αρχιτεκτονική διαμόρφωσή του, όπως σωστά επισημαίνει ο Ορλάνδος, από τα πολυδάπανα ταφικά μνημεία της Αττικής του -4ου αι. Γενικά για ταφικούς ναΐσκους στην Πελοπόννησο των ελληνιστικών χρόνων και τον υπαινιγμό της ιδέας και της αρχιτεκτονικής μορφής ηρώου, βλ. τελευταία Καράγιωργα-Σταθακοπούλου 127-128.
13. Βλ. παρακάτω σσ.236-237, 244-245. Στο κλασικό νεκροταφείο του Σταφιδοκάμπου Ηλείας αποκαλύφθηκε πλησίον τάφων μία αβαθής κυκλική πυρά διαμέτρου 0.60μ. με λεπτό στρώμα στάχτης και μικροσκοπικά μελαμβαφή αγγεία, η οποία συνδέεται κατά την ανασκαφέα με τελετουργίες προς τιμήν των νεκρών: Αραπογιάννη 1999,176-177 και 176 σημ.40 για παρόμοιους λάκκους από τα ελληνιστικά νεκροταφεία της Μεσσηνίας, που παραδοσιακά ταυτίζονται με ταφικές πυρές.
14. Μουσείο Τρίπολης (στο εξής: Μ.Τρ.) αρ. ευρ.6071: SNG, Cop. 100.
15. Πρόκειται για το σημείο στο οποίο πραγματοποιήθηκε ολιγοήμερη ανασκαφή το 2004, κατόπιν σχετικής υπόδειξης του Θεόδ. Πισιμίση. Η αρχικά εγκριθείσα μελέτη αποκατάστασης της στήλης προέβλεπε την αναστήλωσή της πάνω σε αυτό το θεμέλιο, την πιο ισχυρή, δηλαδή, κατασκευή κατά την περίοδο σύνταξης της μελέτης. Λίγες ημέρες πριν από το συμπόσιο στο Ψάρι εντοπίστηκαν δύο πώρινες λιθόπλινθοι ενός άλλου ισχυρότερου θεμελίου, σε μικρή απόσταση νότια της βάσης 1. Η ανασκαφική διερεύνηση του θεμελίου ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2008. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον αρχιτέκτονα μελετητή του μνημείου κ. Γιώργο Αντωνίου στην τροποποίηση της μελέτης μόνο ως προς την έδραση και την πρόταση αναστήλωσης της στήλης στο πολύ πρόσφατα ερευνημένο πώρινο θεμέλιο.
16. Παρόμοιες διαστάσεις έχει και η ορθογώνια υποθεμελίωση από τρεις σχιστολιθικές πλάκες ενός κιονωτού επιτύμβιου μνημείου του ύστερου -4ου αι. από το Ικάριον της Αττικής, Βαλαβάνης 281, 282 εικ.1Ε. Το αρχικό ύψος του πρόσφατα αναστηλωμένου κίονα από την Αττική εκτιμάται σε 7μ. στον ίδιο 289-291.
17. Πήλινη υδρία του -3ου αι χρησιμοποιήθηκε ως τεφροδόχο αγγείο σε μία από τις θήκες που ανασκάφηκαν κάτω από τα θεμέλια του ταφικού μνημείου Ζ της Αλίφειρας: Ορλάνδος 238-241 και κυρίως 240 εικ.169.
18. Μ.Τρ. αρ. ευρ.6072: Walker 326 αρ.1360.
19. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε στο Wiener Laboratory της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών από την αρχαιοβοτανολόγο δρ. Εύη Μαργαρίτη, την οποία ευχαριστώ θερμά για τη βοήθειά της.
20. Για την ταφική διαδικασία κατά την αρχαιότητα, βλ. Kurtz - Boardman 133-137.
21. Στοιχεία για παρόμοιες αναμνηστικές προσφορές προέκυψαν και από την ανασκαφή σε ταφικά μνημεία της Βόρειας Οδού του Ραμνούντος, βλ. Πετράκος 385-386.
22. Georgiadou 54 εικ. 7.122 αρ.43 και 44 πίν.57 (γ' τέταρτο 4ου αι.).
23. Από το πλήθος των δημοσιευμένων παραλλήλων για την Πελοπόννησο αναφέρονται ενδεικτικά: Κόλλια - Σταυροπούλου-Γάτση 50-51 εικ. 9 (μετά τα μέσα του 4ου αι.)· Georgiadou 55-56 εικ. 8.124-125 αρ.56 πίν.61 (τελευταίο τέταρτο 4ου αι.).
24. Γενικά για τη σχέση κεραμικής και μεταλλοτεχνίας κατά την ύστερη κλασική και πρώιμη ελληνιστική περίοδο, βλ. Zimmermann σποράδην. Παρόμοια διακόσμηση με ανθέμια στη λαβή φέρει και η χαλκή υδρία- τεφροδόχο αγγείο του Μουσείου της Ολυμπίας ΒΕ 1461 από το Στρέφι, η οποία χρονολογείται στον ύστερο -4ο αι.: Χωρέμης 210-212 πίν.34, 36α.
25. Από το Ελληνικό Κυνουρίας: Abadie- Spyropoulos 393-395. 396 εικ. 17 (τελευταίο τέταρτο 4ου αι.). Βλ. επίσης Zimmermann 178 αρ. FT 36 εικ. 16.2 πίν.27.3 (περί το -300).
26. Για τον τύπο αυτό κωδωνόσχημου κρατήρα, βλ. Δρούγου 85κε. και κυρίως 87-88· Καθαρί-ου 100 σημ. 181.
27. Πρόκειται για 1) κωδωνόσχημο κρατήρα με πλατύ στραμμένο προς τα έξω χείλος και οριζόντιες κυλινδρικές υπερυψωμένες λαβές. Στα χώματα εντός του αγγείου, στα οποία δεν έχει γίνει ακόμα ανάλυση, εντοπίστηκαν πολλά ίχνη καύσης 2) δύο σκύφοι του ίδιου τύπου με αυτούς που περισυνελέγησαν από τον άλλο λάκκο και 3) τριφυλλόστομη οινοχόη. Φαίνεται ότι και τα αγγεία αυτά χρονολογούνται στους ύστερους κλασικούς- πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους.
28. Με συμβολαιογραφική πράξη ο κ. Λιακόπουλος παραχώρησε τμήμα της ιδιοκτησίας του στο Υπουργείο Πολιτισμού για την αποκατάσταση και ανάδειξη της στήλης.
29. Για το μυροδοχείο Μ. Τρ.6078 πρβλ. ενδεικτικά Ginouves 139. 140 εικ.163 (τέλος -2ου αι.)· Αραπογιάννη 2005, 85 εικ.5, 90-91 Π6858. Π6859 (μέσα - β' μισό -2ου αι.).
30. Για τις επιγραφικές μαρτυρίες βλ. Πετράκος 335 σημ.527.
31. Η πορεία της αρχαίας οδικής αρτηρίας από Γόρτυνα προς Ηραία περιγράφεται από τον Pikoulas 295-296 αρ.45, με βάση αρματροχιές που εντόπισε ο μελετητής.
32. Από παλιά κείτονταν το ανώτερο τεμάχιο της στήλης σε απόσταση περί τα 5μ. νοτιοδυτικά του θεμελίου του ταφικού μνημείου 1. Τα υπόλοιπα κομμάτια είχαν κατρακυλήσει στα ριζά του λόφου, παραμερίστηκαν πρόχειρα, όπως μας ενημέρωσε ο Θ. Πισιμίσης, από το μηχανικό εκσκαφέα, ο οποίος πραγματοποίησε στη δεκαετία του 1990 τη διάνοιξη του αγροτικού δρόμου, και, τέλος, επαναποκαλύφθηκαν από το συνεργείο μας, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Θ. Πισιμίση. Μια ιδέα του υπό αναστήλωση μνημείου δίνει το σκαρίφημα του Πισιμίση σ.59.
33. Στην εγκεκριμένη μελέτη αποκατάστασης του μνημείου των Γ. Αντωνίου και Νινή σ.4 σημειώνεται ότι: «Όλοι οι αποδιδόμενοι στο μνημείο λίθοι είναι από λευκόγκριζο ιζηματογενή ασβεστόλιθο, ο οποίος όταν δεν βρέχεται διατηρεί υπόλευκο χρώμα ενώ όταν βρέχεται αποκτά γκρίζο χρώμα. Χαρακτηρίζεται από εμφανείς ασβεστιτικές λευκές φλέβες και αργιλοπυριτικές φλέβες (στυλόλιθοι) ενώ οι τυχαίας διεύθυνσης διαθλάσεις του λίθου είναι πολύ λιγότερο εμφανείς. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά αντιστοιχούν κατά πολύ σε αυτά του λίθου του Ναού του Επι-κουρίου Απόλλωνος... Πιθανά να πρόκειται και εδώ για ασβεστόλιθο Σενωνίου- Μαιστρικτίου που επικρατεί στην περιοχή ανατολικά της Φιγάλειας...».
34. Μία ιδέα για τον γραπτό διάκοσμο της επίστεψης θα μπορούσε να μας δώσει η, ύψους 3.40μ., επιτύμβια στήλη με ανθεμωτή επίστεψη του Ραμνούσιου Αθηνοδώρου, των μέσων του -4ου αι., βλ. Πετράκος 406 εικ. 303 ή η στήλη του ίδιου τύπου των αδελφών Αγάθωνος και Σωσικράτη από την Ηράκλεια του Πόντου, ύψους 3.20μ., στον Κεραμεικό, βλ. Bergemann 184 Α2 πίν.1.3 (-346/5).
35. Την υπόδειξη οφείλω στον Προϊστάμενο της ΛΘ' ΕΠΚΑ δρ. Μ. Πετρόπουλο.
36. Η πρόσφατη αποκάλυψη του πώρινου θεμελίου λίγο ανατολικότερα και στον ίδιο άξονα με την πεσμένη από παλιά λιθόπλινθο της βάσης αποτελεί ένα επιπλέον επιχείρημα, ύστερα από την ταυτοποίηση της λιθοπλίνθου από την Εφορεία ως συνανήκουσας, έτσι ώστε η μνημειακή στήλη να αποκατασταθεί πάνω στο πώρινο θεμέλιο, βλ. και σημ. 15.
37. Richter 3 με σχέδιο και κυρίως 37κε. Για υστεροαρχαϊκές αττικές στήλες σημαντικού ύψους, με ανθεμωτή επίστεψη, βλ. ενδεικτικά τη στήλη του Θήρωνος, ύψους 3.66μ.: Richter 43-44 αρ. 60Α + 60Β εικ. 148-150. 209 (-525) και τη στήλη του Αντιγένους με αρχικό ύψος 2.25μ.: Richter 44-45 αρ. 61 εικ. 147.188. 210 (-510/ -500).
38. Για χαρακτηριστικά αναστηλωμένα παραδείγματα βλ. παραπάνω σημ.34.
39. Μουσείο Πατρών αρ. ευρ. 1452: Papapostolou 93 αρ.12 με εικόνα.
40. Αυτόν τον οδικό άξονα μνημονεύει ο Παυσανίας (VIII 26, 8): Κατά δέ την έξ Ήραίας άγουσαν ές Μεγάλην Πόλιν...
41. Για τον τύπο των villes - acropoles στην αρχαία Αρκαδία βλ. Jost 1999,193κε. και κυρίως 196.
42. Charneux - Ginouves 532. Πάντως, ο λόφος κατοικείται ήδη από τους αρχαϊκούς- κλασικούς χρόνους, με βάση τις περισυλλογές κεραμικής των δύο ερευνητών.
43. Παυσ. VIII 26, 8: Μελαινων δέ τεσσαράκοντά έστιν άνωτέρω σταδίοις Βουφάγιον, καί ο ποταμός ένταΰθα εχει πηγάς ο Βουφάγος κατιών ές τον Αλφειόν τοϋ Βουφάγου δέ περί τάς πηγάς όροι πρός Μεγαλοπολίτας Ήραιεΰσίν εΐσιν.
44. Όπως η Jost 1985, 76-77, η οποία, μάλιστα τελευταία (1999,196) προτείνει διστακτικά την ταύτιση της ακρόπολης με τις Μελαινέας. Ο Nielsen 513-514 δεν αποκλείει το γεγονός ότι η ακρόπολη του Παλαιοκάστρου αποτελεί έναν από τους εννέα (9) αγροτικούς δήμους, οι οποίοι σύμφωνα με τον Στράβωνα (VIII 3, 2 /337) συνοικίστηκαν για την ίδρυση της Ηραίας. Ο Πισιμίσης (32-33, 35. 55-62) θεωρεί ότι το Βουφάγιον του Παυσανία δεν είναι οικισμός, αλλά όρος, παραφυάδα του Μαινάλου, κοντά στο χωριό Κρυονέρι. Ταυτίζει την αρχαία ακρόπολη με την αρκαδική Βρένθη και το Μικρό Ποτάμι με τον Βρενθεάτη, που μνημονεύει ο Παυσανίας (VIII 28, 7), αν και η έρευνα θεωρεί γενικά ότι η αρχαία Βρένθη βρίσκεται πλησίον της Καρίταινας. Υποστηρίζει, τέλος, ότι η μνημειακή στήλη που περιγράψαμε πιο πάνω αποτελεί το Παραιβασίον μνήμα του Παυσανία, το μνημείο δηλαδή που έστησαν οι Μεγαλοπολίτες ύστερα από την κατάληψη της Μεγάλης Πόλεως από τον Κλεομένη Γ' της Σπάρτης το -223, στην περιοχή της Βρένθης.
45. Το λατομείο εντοπίστηκε από τον εργατοτεχνίτη της ΛΘ' ΕΠΚΑ Δημήτρη Τερζή.
46. Ginouves 89κε.
47. Βλ. παραπάνω σ.234-235.
48. Αν και διαφορετικός τύπος επιτάφιου σήματος αξίζει εδώ να αναφερθεί κανείς στο κιο-νωτό ενεπίγραφο επιτάφιο- αναθηματικό μνημείο του γλύπτη Δαμοφώντος στην Αγορά της αρχαίας Μεσσήνης, ύψους 3.26μ., το οποίο αναστηλώθηκε πρόσφατα, βλ. Θεμέλης 89κε. και κυρίως 91-94.
49. Ορλάνδος 238-241 και ιδίως 240 εικ.169.
50. Burkert 404-405· Kurtz - Boardman 137-139.
51. Burkert 405 σημ.41.
52. Για τον χθόνιο χαρακτήρα του Διονύσου βλ. γενικά Burkert 419, 596-597 και πρόσφατη βιβλιογραφία Georgiadou 40 σημ.126. Ιδιαίτερα διαδεδομένη υπήρξε η λατρεία του Διονύσου στη Φιγάλεια της δυτικής Αρκαδίας, βλ. σχετικά Roy και ιδίως 21-22.
53. Βλ. και παραπάνω σ.233 σημ.7.
54. Καράγιωργα-Σταθακοπούλου 137κε. και κυρίως 145-146.
55. Shipley σποράδην.
56. Cicero, De legibus II 25, 66.
57. Βλ. αναλυτικά με βιβλιογραφία Πετράκος 337κε. και ιδίως 338-339.
58. Πρόκειται για το συνεργείο μαρμαροτεχνιτών της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. με επικεφαλής τον Κ. Μακαντάση, το οποίο αποκαθιστά τα προσωρινά μεταφερμένα κομμάτια της στήλης στο οργανωμένο εργοτάξιο στο Θέατρο της Μεγαλόπολης. Η εργασία πραγματοποιείται υπό την εποπτεία του δρ. Δ. Ζιρό, Προϊσταμένου της ΔΑΑΜ, και συντονίζεται από τον Κ. Στρατή, αρχαιολόγο της ΔΑΑΜ.

Βιβλιογραφία
Abadie, C.- Spyropoulos,Th., Fouilles a Helleniko (Eua de Thyreatide), BCH 109(1985)385-454.
Αραπογιάννη, Ξ., Νεκροταφείο κλασικών χρόνων στον Σταφιδόκαμπο Ηλείας, ΑΕ 1999,155-217.
Αραπογιάννη, Ξ., Οι ελληνιστικοί τάφοι της Φιγάλειας, στο ΥΠ.ΠΟ- ΣΤ ΕΠΚΑ, Ελληνιστική Κεραμική από την Πελοπόννησο, Αθήνα 2005, 83-94.
Βαλαβάνης, Π., «Επί κίονος εν μάλα υψηλού». Κιονωτό επιτύμβιο μνημείο στο Ικάριον Αττικής, στο E. Σημαντώνη-Μπουρνιά - Α. Α. Λαιμού- Λ. Γ. Μενδώνη- N. Κούρου (eds.), άμύμονα έργα. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Βασίλη K. Λαμπρινουδάκη, Αθήνα 2007, 281-296.
Bergemann, J., Demos und Thanatos. Untersuchungen zum Wertsystem der Polis im Spiegel der attischen Grabreliefs des 4. Jhs. v. Chr. und zur Funktion der gleichzeitigen Grabbauten, Munchen 1997.
Burkert,W., Griechische Religion der archaischen und klassischen Epoche, Stuttgart 1977 (Αρχαία Ελληνική Θρησκεία. Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή, μτψρ. Ν. Π. Μπεζαντάκος- Α. Αβαγιανού, Αθήνα 1993).
Charneux, P.- Ginouves, R., Reconnaissances en Arcadie, BCH 80(1956)522-546
Δρούγου, Στ., Ερυθρόμορφος κρατήρας του 4ου π.Χ. αιώνα από τη Βέροια. O ζωγράφος της Toya, ΑΕ 1982, 85-98.
Georgiadou, A., Totenkult und elische Grabkeramik spatklassischer und hellenistischer Zeit, Teil 1:Text,Teil 2:Tafeln,Thessaloniki 2005.
Ginouves, R., L’ etablissement thermal de Gortys d’ Arcadie, Paris 1959.
Θέμελης, Π. Γ., Ήρωες και ηρώα στη Μεσσήνη, Αθήνα 2000.
Jost, M., Sanctuaires et cultes d’ Arcadie, Ecole Fran$aise d’Athenes, Etudes Peloponnesiennes 9, Paris 1985.
Jost, M., Les schemas de peuplement de l’ Arcadie aux ipoques archaique et classique, στο T. H. Nielsen- J. Roy, Defining Ancient Arkadia, CPCActs 6, Copenhagen 1999,192-247.
Καθαρίου, Κλ., Το Εργαστήριο του Ζωγράφου του Μελεάγρου και η Εποχή τον, Θεσσαλονίκη 2002.
Καράγιωργα-Σταθακοπούλου, Θ., Αρτέμιδος φίλος,ΑΔ 54(1999) [2003] Α', Μελέτες, 115-154.
Καραπαναγιώτου, Α. Β., Λουτρά Ηραίας: Νέο μυκηναϊκό νεκροταφείο στη βορειοδυτική Αρκαδία, στα: Πρακτικά του Ζ' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος -Γαστούνη - Αμαλιάδα, 11-17.9. 2005, Πελοποννησιακά Παράρτημα 27, Β', Αθήναι 2007, 260-272.
Κόλια, Ε. - Σταυροπούλου-Γάτση, Μ., Το βόρειο νεκροταφείο των αρχαίων Πατρών: Οικόπεδα οδών Νόρμαν-Κωνσταντινουπόλεως και Κατερίνης 14-16, στο ΥΠ.ΠΟ - ΣΤ' ΕΠΚΑ, Ελληνιστική Κεραμική από την Πελοπόννησο, Αθήνα 2005, 47-57.
Kurtz, D. - Boardman, J., Greek Burial Customs, London 1971 (Εθιμα ταφής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, μτψρ. Ουρ. Βιζυηνού- Θ. Ξένος,Αθήνα 1994).
Meyer, E., Peloponnesische Wanderungen, Zurich- Leipzig 1939.
Nielsen, T. H., Arkadia, στο M. H. Hansen- T. H. Nielsen (eds.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2002, 505-539.
Ορλάνδος, Α. Κ., Ή άρκαδική Αλίφειρα και τα μνημεία της, εν Αθήναις 1967-1968.
Papapostolou, J. A., Achaean Grave Stelai, Athens 1993.
Παρλαμά, Λ., Νεκροταφείον τού Δ'αι. π.Χ. παρά το Μάζι Όλυμπίας, ΑΑΑ5.2(1972)206-223.
Πετράκος, Β. X., Ό Δήμος τού Ραμνούντος. Ι. Τοπογραφία, Αθήναι 1999.
Pikoulas,Y. A., The Road-Network of Arkadia, στο T. H. Nielsen - J. Roy (eds.), Defining Ancient Arkadia, CPCActs 6, Copenhagen 1999, 248-319.
Πισιμίσης, Γ. Θ., Μια μεγάλη μυκηναϊκή πόλη στο Παλαιόκαστρο Αρκαδίας. Αθήνα 1987.
Richter, G. M.A., The Archaic Gravestones of Attica, London 1961.
Roy, J., Η λατρεία του Διονύσου (και η κατανάλωση οίνου) στην κλασική Αρκαδία, στο Γ. Α. Πίκουλας (ed.), Οίνον ιστορώ VI. Αρκαδικά θίνολογήματα, Κτήμα Σπυρόπουλου, 2.12.2006, Αθήνα 2007,17-23.
Σαλαβουρα, Ε., Μυκηναϊκή Αρκαδία. Αρχαιολογική και τοπογραφική θεώρηση, (αδημ. διδακτορική διατριβή) Αθήνα 2007.
Shipley, G., Between Macedonia and Rome: Political Landscapes and Social Change in Southern Greece in the early Hellenistic period, BSA 100 (2005) 315-330
Walker, A. S., Coins of Peloponnesos: the BCD Collection. Auction LHS 96, 8-9 May 2006, Zurich 2006.
Χωρέμης, Α. Κ., Χαλκαι υδρίαι έξ Ηλείας, ΑΕ 1969, 208-214, πίν. 31-37.
Zimmermann, N., Beziehungen zwischen Ton-und Metallgefassen spatklassischer und fruhellenistischer Zeit, 1998.




Printfriendly