.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Η Αρχαία Φεία


Με αδιάλειπτη κατοίκηση από τα νεολιθικά ως τα μεσαιωνικά χρόνια, η Φειά ή Φεά στο σημερινό κόλπο του Αγίου Ανδρέα, στην περιοχή του Κατακόλου, αποτελούσε από την -3η χιλιετία σημαντικό λιμάνι, επίνειο της Πισάτιδας και όριό της με την βορείως κειμένη περιοχή της Κοίλης Ήλιδας. Όταν η Ήλιδα υπέταξε την Πίσα και τις άλλες πόλεις ως περιοίκιδες, η Φειά λειτούργησε ως το δεύτερο σε σπουδαιότητα μετά την Κυλλήνη λιμάνι του ηλειακού κράτους.
Στη βυζαντινή περίοδο το οικοδομικό υλικό της αρχαίας ακρόπολης χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή κάστρου, στα κατώτερα μέρη της τοιχοποιίας του οποίου διατηρήθηκε το αρχαίο τείχος με εμφανή τα ίχνη επισκευής του από τους μετέπειτα (από το 1204 και εξής) φράγκους κατακτητές του.



 Ο κατ’ εξοχήν λιμήν της Ηλείας ήτο κατά την αρχαιότητα η Φειά. Αύτη κείμενη επί της δυτικής ακτής της Ηλείας απετέλει τον μόνον φυσικόν λιμένα καθ’ όλον το μήκος της αλίμενου ταύτης παραλίας1.
 Αι μεταγενεστέρους επισυμβάσαι εις αυτήν μεταβολαι έκ των επιχώσεων των ποταμών, των θαλασσίων ρευμάτων και των ισχυρών σεισμών, οι οποίοι έπληξαν επανειλημμένους την ανέκαθεν σεισμοπαθή ταύτην περιοχήν, δεν ήλλαξαν την εικόνα της αφιλοξένου αυτής παραλίας. Μόνον ο κόλπος του Αγίου Ανδρέου, όστις ήδη υπό πολλών έχει ταυτισθή προς την αρχαίαν Φειάν, προσφέρεται και σήμερον ως η ασφαλεστέρα από θαλάσσης είσοδος είς την Ηλείαν, αδιάφορον αν τώρα έχη μεταφερθή ο λιμήν εις τον γείτονα του Αγίου Ανδρέου κόλπον του Κατακώλου.
Την Φειάν αναφέρουν πολλάκις οι αρχαίοι συγγραφείς και γραμματικοί και είναι αύτη συνδεδεμένη με μερικά γεγονότα από την μακράν ιστορίαν της Ηλείας, την οποίαν τόσον ολίγον γνωρίζομεν.
 Ο Στραβών (VIII 342-3) περιγράφει την θέσιν αυτής: Μετά δε τον Χελωνάταν ο τών Πισατών έστιν αιγιαλός πολύς, είτ΄ άκρα Φειά· ην δε και πολίχνη, Φειάς πάρ τείχεσσιν, Ιαρδάνον άμφι ρέεθρα· έστι γάρ και ποτάμιον πλησίον, ένιοι δ΄ αρχήν της Πισάτιδος την Φειάν φασι. πρόκειται, δε και ταύτης νησίον και λιμήν, ένθεν εις Ολυμπίαν τώ εγγυτάτω εκ θαλάττης εισί στάδιοι εκατόν είκοσιν. Ολίγον κατώτεροι (VIII 343, 12) προσθέτει: εκπίπτει (ο Αλφειός) μεταξύ Φειάς τε και Επιταλίου.
 Ο Θουκυδίδης (II 25, 3) αφ’ ετέρου διηγείται λεπτομερώς τας κατά τας αρχάς του πελοποννησιακού πολέμου (-431) λεηλασίας των Αθηναίων εις την περιοχήν της Φειάς: Οι δε Αθηναίοι άραντες (από Μεθώνης) παρέπλεον, και σχόντες τής Ηλείας ές Φειάν εδήουν την γην επί δυο ημέρας... ανέμου δε κατιόντος μεγάλου χειμαζόμενοι εν αλιμένω χωρίω, οι μεν πολλοί επέβησαν επί τάς ναύς καί περιέπλεον τον Ιχθύν καλούμενον την άκραν ές τον έν τή Φεια λιμένα, οί δε Μεοοήνιοι έν τούτο καί άλλοι τινες οι ού δυνάμενοι επιβήναι, κατά γην χωρήσαντες την Φειάν αιρούσιν καί ύστερον αι τε νήες περιπλεύσασαι αναλαμβάνουσιν αυτούς καί εξανάγονται εκλείποντες Φειάν...

Εικ.1. Το Ποντικόκαστρο, η ακρόπολις της αρχαίας Φειάς μετά του κόλπου- λιμένος αυτής.
Ο αθηναϊκός στόλος σταθμεύει κατ’ αρχήν εις τον νοτίως του Ιχθύος κόλπον, τον σημερινόν λιμένα του Κατακώλου· εις τον κόλπον αυτόν, ακόμη και τώρα παρά τον κατασκευασθέντα μέγαν λιμενοβραχίονα, χρησιμοποιούμενον ως κυματοθραύστην, είναι αδύνατον κατά τας κακοκαιρίας να σταθούν τα πλοία. Ο στόλος επομένως θα εστάθμευσεν εκεί, διότι θα υπήρχε σημαντικόν τμήμα της πόλεως Φειάς, το οποίον και ελεηλάτησε, μόνον δέ όταν ήρχισε τρικυμία ανεχώρησε διά νά καταφύγη περιπλέων την άκραν του Ιχθύος εις τον λιμένα της Φειάς· η ακρόπολις της πόλεως πρέπει να είναι ο τραπεζοειδής λόφος, το σημερινόν Ποντικόκαστρον (είκ.1), όστις δεσπόζει του λιμένος καί κείται επί του μεταξύ των δύο κόλπων αυχένος. Την ακρόπολιν ταύτην ασφαλώς μετά της πόλεως εκυρίευσαν οι υπολειφθέντες εις την ξηράν Μεσσήνιοι μετά τινων ανδρών, ως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης.
 Φαίνεται ότι η πόλις αυτή είχεν επί της εποχής του Θουκυδίδου σημαντικήν έκτασιν και εξηπλούτο εις την περιοχήν και των δύο κόλπων, οι οποίοι περιβάλλουν το μακρόστενον ακρωτήριον του Ιχθύος, δηλ. το Κατάκωλον άφ’ ενός και τον Αγιον Ανδρέαν άφ’ ετέρου, πλησιάζουσα βορείως προς την Σκαφιδιάν, όπου ο μικρός ποταμός Ιάρδανος. Τούτο αποδεικνύουν και τα σωζόμενα ερείπια τα κατεσπαρμένα καθ' όλην ταύτην την έκτασιν2. Έν τούτοις είναι πιθανόν ότι η πόλις αυτή δεν ήτο πυκνά κατωκημένη, άλλ’ εμεσολάβουν μεταξύ των τμημάτων της εξοχαί και περιβόλια3.
 Κατά τον αυτόν πελοποννησιακόν πόλεμον (-416) εις τον λιμένα της Φειάς ο Δημοσθένης πλέων κατά της Σικελίας κατέστρεψεν ολκάδα των Ηλείων (Θουκυδ.VII 31, 1). Κατά τον πόλεμον Ηλείων και Σπαρτιατών (-401/-399) υποχρεούνται οι Ηλείοι κατά την συνθηκολόγησίν των να κρημνίσουν τα τείχη της Φειάς (Ξενοφ. Ελλην. III 2, 30). Ο Πολύβιος (IV 9, 9) άφ’ ετέρου αναφέρει εις τον πόλεμον του Αράτου κατά των Αιτωλών την προ του λιμένος νησίδα, την ονομάζει δε Φειάδα4 (σήμερον Τηγάνι).
 Ήδη όμως και παλαιότερον, κατά την ομηρικήν εποχήν, είναι η Φειά γνωστή και δή ως πόλις οχυρά. Παρά τα τείχη της ηνδραγάθησε διά πρώτην φοράν ο Νέστωρ έφηβος ακόμη, όταν, όπως μας λέγει ο ποιητής, οι Πύλιοι εμάχοντο κατά των Αρκάδων: Φειάς πάρ τείχεσσιν, Ιαρδάνον αμφί ρεεθρα (Ιλ. Η135). Ο άθλος αυτός του Νέστορος παρά την Φειάν παρίστατο κατά τινας των εξηγητών επί της λάρνακος του Κυψέλου εις Ολυμπίαν (Παυς.V 18,6).
 Επίσης εις την Οδύσσειαν αναφέρεται η πόλις: έξωθι αυτής περνά ο Τηλέμαχος πλέων οπίσω προς την Ιθάκην (Όδ. ο 297 -8): η δε Φεάς επέβαλλεν επειγομένη Διός ούρω, ήδέ παρ Ήλιδα δίαν, όθι κρατέουοιν Επειοί.5 Τους ίδιους στίχους με κάποιας παραλλαγάς ευρίσκομεν εις τον Ομηρικόν ύμνον εις Απόλλωνα 425- 7, όπου αντί Φεάς υπάρχει Φεράς6. Η ιδία προς τον ομηρικόν ύμνον σύγχυσις υπάρχει καί εις τους σχολιαστάς της Ιλιάδος και της Οδυσσείας ως και τους γραμματικούς. Εκ τούτων, άλλοι μεν ορθώς ονομάζουν την πόλιν Φειάν ή Φεάν και την τοποθετούν εις την ανωτέρα ρηθείσαν θέσιν, άλλοι δε συγχέουν ταύτην προς τας Φεράς της Μεσσηνίας ή τας Χάας της Τριφυλίας, θεωρούντες αδύνατον νά είχε λάβει χώραν η μάχη των Πυλίων και Αρκάδων τόσον μακράν των συνόρων των δύο εμπολέμων, είς την Πισάτιδα7. Άλλοι, τέλος, συγχέουν το πρόβλημα της γεωγραφικής εκτάσεως των συνόρων της Αρκαδίας, Τριφυλίας και Ηλείας με την τοποθέτησιν του λιμένος τούτου εις τον γνωστόν καθ’ όλην την αρχαιότητα κόλπον8.

Το Ποντικόκαστρο που ταυτίζεται με την ακρόπολη της Προϊστορικής και Ιστορικής Φείας

Έκ των παρατεθέντων χωρίων συνάγεται ότι ενώ η Φειά των ιστορικών χρόνων σαφώς τοποθετείται παρά των αρχαίων εις τον ανωτέρω ρηθέντα κόλπον του Αγίου Ανδρέου, αντιθέτως διά την ομηρικήν και προϊστορικήν Φειάν διετυπώθησαν ήδη από των ελληνιστικών χρόνων αντιρρήσεις· έν τούτοις ο μεγαλύτερος φιλόλογος της αρχαιότητος, ο Αρίσταρχος, διορθώνει το «Φεράς» των χειρογράφων της Οδυσσείας εις «Φεάς», ως πόλεως και λιμένος της Ηλείας9.
 Η σύγχυσις μεταξύ των αρχαίων γραμματικών, οφειλομένη και εις το γεγονός ότι επί των ημερών των ουδέν σχεδόν ίχνος συνοικισμών και πολιχνών μυκηναϊκών διεκρίνετο πλέον επί της πλευράς αυτής της Πελοπόννησου10, επεξετάθη, ως ήτο επόμενον, καί εις τινας των λογίων των νεωτέρων χρόνων. Ούτω ο Bolte τοποθετεί την ομηρικήν Φειάν νοτίως του Αλφειού, δηλών αδυναμίαν νά προσδιορίση ακριβέστερον την θέσιν της. Ως προς την ομηρικήν μάχην, όπου ηνδραγάθησεν ο Νέστωρ και η οποία έλαβε χώραν πλησίον της Φειάς και του Ιαρδάνου ποταμού, αυτή πρέπει να τοποθετηθή κατ’ αυτόν κάπου μεταξύ Τριφυλίας και Αρκαδίας11.
Άντιθέτως ταυτίζει ό Leake τήν Φειάν προς τήν περιοχήν τού Κατακώλου καί δή προς τον ορμίσκον τού Αγίου Άνδρέου καί τό Ποντικόκαστρον ή τον ορμίσκον Χόρταις, όπου τό κτήμα Μερκούρη12.
Ό Ε. Curtius τοποθετεί παρομοίως τήν Φειάν ώς καί ό Leake13.
 Επίσης και ο Philippson14 τοποθετεί την Φειάν είς την αυτήν ως άνω θέσιν, πιστεύων μάλιστα ότι αύτη μέ τον ωχυρωμένον λόφον (το Ποντικόκαστρον), το οποίο δεσπόζει του λιμένος, ακόμη και κατά τον Μεσαίωνα θα πρέπει να είχε διατηρήσει την σπουδαιότητά της15.
 Εκ των Ελλήνων ερευνητών, οι περισσότερον ασχοληθέντες με την τοπογραφίαν της Ηλείας, ο Παπανδρεου16 και ο Ψυχογιός17, καταλήγουν εις τά αυτά, ως οι ανωτέρω, συμπεράσματα.
 Εκ των παρατεθέντων ανωτέρω χωρίων καθίσταται πλέον ή σαφές ότι κατά τους ιστορικούς χρόνους η Φειά έκειτο εις τον κόλπον του Αγίου Ανδρέου. Το ότι εις την αυτήν θέσιν έκειτο και η ομηρική (μυκηναϊκή) Φειά, παρά τας διατυπωθείσας αμφισβητήσεις, τας οποίας ανωτέρω επραγματεύθημεν, αποδεικνύεται εκ μόνου του γεγονότος ότι ο φυσικός ούτος λιμήν, προστατευόμενος εις το στόμιον αυτού υπό νησίδος, απετέλει και αποτελεί ακόμη την μοναδικήν εκ θαλάσσης είσοδον εις την Ηλείαν. Το ότι η μάχη μεταξύ Αρκάδων και Πυλίων έλαβε χώραν τόσον μακράν των συνόρων των δύο τούτων περιοχών, δεν είναι παράδοξον, παρά την αντίθετον γνώμην τόσον των αρχαίων σχολιαστών όσον και τινων νεωτέρων λογίων, εάν ληφθή ύπ’ όψιν ότι η αγαθή και εξειργασμένη διά πάσης (Παυς.V4,1) αύτη περιοχή είχε προκαλέσει κατ’ έπανάληψιν τας αρπακτικάς διαθέσεις τόσον του βασιλείου του Νέστορος όσον και των Αρκάδων.
 Ας υπομνησθή ότι οι κάτοικοι των δύο τούτων ομόρων προς την Ηλείαν περιοχών είχον και κατά τον Μεσαίωνα, ως έχουν επίσης και σήμερον, μεγάλα συμφέροντα εις την ευφορωτάτην πεδιάδα της Ηλείας. Ιδιαιτέρως μάλιστα οι Αρκάδες, λόγω του αγόνου και πετρώδους της γης των, είναι ιδιοκτήται μεγάλων εκτάσεων εις την Ηλείαν, πολλαί δέ των πλουσιωτάτων οικογενειών της Ηλείας είναι αρκαδικής προελεύσεως.
 Επί πλέον, ως τονίζει ο Curtius18, οι Αρκάδες ήσαν οι πρώτοι θαλασσοπόροι του Ιονίου και είχον αποικήσει πολύ ενωρίς ούκ ολίγας πόλεις εις την Ιταλίαν, ως και εις το Αρχιπέλαγος. Επομένως δεν είναι απορίας άξιον διά τον λιμένα ακριβώς τούτον και παρ’ αυτόν να είχον συγκρουσθή οι Αρκάδες προς τους επικινδύνους γείτονάς των Πυλίους, ίνα εξασφαλίσουν την ελευθέραν επικοινωνίαν των με το Ιόνιον και την Ιταλίαν19.


 Τα ώς άνω συμπεράσματα επικυρώνονται αποφασιστικώς από τα αποκαλυψθέντα κατά το παρελθόν φθινόπωρου ευρήματα εντός του κόλπου του Αγίου Ανδρέου και επί τής ακτής αυτού.
 Εις την ερευνάν του κόλπου αυτού ήχθημεν εκ τυχαίος αποκαλυψθέντων εκεί αρχαίων υπό νεαρών ερασιτεχνών της υποβρυχίου αλιείας, του Ανδ. Μαλιού και του Νικ. Παναγοπούλου, ως και υπό του συμβολαιογράφου Πύργου κ. Νικ. Δασιού, όστις εύρεν εις την ακτήν του ιδίου κόλπου ικανόν αριθμόν αρχαίων χαλκών (νομίσματα, μικρά θραύσματα αγάλματος κ.ά.)20.
Ούτως ήρχισεν η έρευνα εις τον Άγιον Ανδρέαν, εκτελεσθείσα διά χρηματοδοτήσεως κατά μικρόν μεν μέρος παρά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας, κατά το μεγαλύτερον δε παρά του Συλλόγου των Ροταριανών Πύργου21.
 Λόγω του προκεχωρημένου του φθινοπώρου δεν προέβημεν εις μεγάλης κλίμακος εργασίας, περιορισθέντες το μεν είς την αναζήτησιν και εξέταση των σωζομένων ερειπίων εντός του κόλπου και επί της ξηράς, το δε είς την εκτέλεσιν δοκιμαστικών ανασκαφών είς διάφορα σημεία της ακτής, όπου εφαίνοντο ερείπια ή υπωπτεύθημεν την ύπαρξίν των προς τούτοις ηρευνήθη και η είς το στόμιον του λιμένος νησίς. Εκ της ερεύνης εντός της θαλάσσης διεπιστώθη καθ’ όλον το μήκος του ως άνω κόλπου, ως και είς τον συνεχόμενον του κτήματος Μερκούρη (Χόρταις), ικανός αριθμός κτηρίων. Τα ερείπια μερικών εκ τούτων διακρίνονται επί της ακτής εν μέσω της απολιθωμένης άμμου συνεχιζόμενα εντός της θαλάσσης. Σαφέστερον όλων φαίνεται κτήριον ευρισκόμενον κάτωθι του υπερκειμένου της παραλίας εξοχικού κέντρου Λυρή. Έτερα κτήρια είναι σαφώς ορατά εντός της θαλάσσης του κόλπου του Αγίου Ανδρέου κατεσπαρμένα είς απόστασιν από της ακτής μέχρι 200μ. και είς βάθος μέχρι 5μ.
 Ούτω διακρίνει τις σαφώς, εκτός των άλλων αρχιτεκτονικών τεμαχίων, ορθοστάτας, σφονδύλους δωρικούς και ιωνικούς, κιονόκρανα ιωνικά και δωρικά, ένα ακέραιον κίονα ρωμαϊκής εποχής άνευ ραβδώσεων (πίν.7α) κλπ. Εκ των κιονοκράνων ανεσύραμεν είς την ακτήν έξ ιωνικού ρυθμού, είναι ρωμαϊκής εποχής. Τα δωρικά κιονόκρανα παραμένοντα ακόμη εντός του βυθού είναι υστέρας κλασσικής εποχής.
 Μάκρος τοίχος πλάτους 0.70μ. και μήκους 80μ., εκτισμένος εκ καλώς κατειργασμένων ογκολίθων, κείται κατά μήκος του δεξιού βραχίονος του κόλπου (ακτή Μαντζάκουρα) και εις βάθος μόλις 0.20μ. από της επιφανείας της θαλάσσης.
 Εκτός των ως άνω κτηρίων και αρχιτεκτονικών τεμαχίων ευρέθη εντός της θαλάσσης και πολύ πλησίον της ακτής μέγας αριθμός θραυσμάτων αγγείων εξ όλων των εποχών, από της μυκηναϊκής μέχρι και της υστέρας ρωμαϊκής εποχής (πίν.7β και 6α). Άξια ιδιαιτέρας μνείας είναι:
α) Θραύσμα κορινθιακού (εικ.2) αγγείου διακοσμημένου με έγχρωμον φολιδωτόν κόσμημα καί
β) Βάσις ποδός περιρραντηρίου με εγχάρακτον γεωμετρικήν διακόσμησιν, αρχαϊκής εποχής (εικ.3).


 Άφ’ ετέρου εις τον αριστερόν βραχίονα του κόλπου και καθ’ όλον το μήκος αυτού ευρέθησαν μεγάλα τεμάχια αμφορέων ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Εκ τούτων ανεσύρθησαν μερικά εκ της θαλάσσης και φυλάσσονται.
 Εις μεγάλην όμως πλησμονήν υπάρχουν αμφορείς και άλλα μεγάλα αγγεία εις το μεταξύ της νοτίου άκρας της νήσου και του ακρωτηρίου του Ιχθύος μέρος, εις απόστασιν 300μ από του πρώτου (πίν.6α και 7β). Είς το μέρος τούτο σχηματίζεται εντός του πυθμένος της θαλάσσης εις βάθος 4μ. μακρόστενος λωρίς πλάτους 15μ. περίπου βαίνουσα από του νοτίου της νήσου προς το ακρωτήριον. Το εκατέρωθεν της λωρίδος ταύτης βάθος της θαλάσσης γίνεται αποτόμως μεγάλον.
 Ο πυθμήν του κόλπου είναι κατά το μέγιστον της εκτάσεως αυτού κατάμεστος έκ κατατεμαχισμένων φυσικών βράχων ερριμμένων του ενός επί του άλλου ή παρουσιάζει ο πετρώδης βυθός του παντού τεράστια ρήγματα.
 Επίσης και τα ανωτέρω μνημονευθέντα αρχιτεκτονικά τεμάχια εντός του κόλπου παρουσιάζουν την αυτήν αναστάτωσιν, ώς να έχουν καταρρεύσει και σωριασθή αποτόμως. Τοιαύτη κατάστασις των ερειπίων και του πετρώδους βυθού δεν δύναται να αποδοθή παρά εις γιγαντιαίαν σεισμικήν δόνησιν. Τούτο επιβεβαιούται και εκ της διαμορφώσεως την οποίαν έχει λάβει η ακτή, ήτις καθ’ όλην της την έκτασιν παρουσιάζει σαφώς αποτόμους καθιζήσεις, ώστε η υπολειφθείσα ξηρά να φαίνεται ωσάν αποκεκομμένη διά μαχαίρας.
 Ιδίως κατά τον αριστερόν βραχίονα του κόλπου καταπίπτει η ξηρά αποτόμως προς την θάλασσαν, παρουσιάζουσα καθ’ όλον το ύψος της τομής της, είς διαφόρους στρώσεις, παντοειδείς μεγάλας κεράμους και υπολείμματα τοίχων ελληνικής και ρωμαϊκής εποχής.
 Καθ’ όλον το μήκος της ακτής του κόλπου του Αγίου Ανδρέου και εις ικανήν απόστασιν απ’αυτής εγένετο επί της ξηράς συστηματική ερευνά προς εξακρίβωσιν υπάρξεως ερειπίων και συγκέντρωσιν οστράκων.


 Η ερευνά επεξετάθη και πέραν της ακτής Μαντζάκουρα, είς τον κόλπον του κτήματος Μερκούρη και μέχρι της Σκαφιδιάς, όπου ο μικρός ποταμός Ιάρδανος (νυν Βουβό ποτάμι), ομοίως ηρευνήθη και η ανατολικώς και νοτίως του Ποντικοκάστρου ανοιγομένη κοιλάς. Κατά τας έρευνας ταύτας συνεκεντρώθη μέγας αριθμός οστράκων προϊστορικών ελληνικών και ρωμαϊκών χρόνων. Ιδιαιτέρας μνείας άξια είναι
α) δυο υπομυκηναϊκά αγγεία ευρεθέντα είς το κτήμα Κουλή είς τοποθεσίαν «Αλκυώνα» του Κατακώλου (εικ.4) και
β) δύο πλήρη τεμάχια σίμης επαετίδος μεγάλου κτηρίου του 6ου αιώνος, ίσως ναού (αμφότερα διαστάσεων 0.64X 0.66).


 Έκ τούτων το εν (είκ.5 και πίν.8α) ευρέθη εντοιχισμένον είς οικίσκον όπισθεν της οικίας Λυρή και είναι διακοσμημένον διά λωτών και ανθεμίων ερυθρού και καστανοφαίου χρώματος, το δε έτερον, ευρεθέν είς την παραλίαν κάτωθι του κέντρου Λυρή, έχει χάσει έκ του θαλασσίου ύδατος παν ίχνος της αρχικής του διακοσμήσεως (πίν.8β). Η θέσις του εις ο ανήκον ταύτα κτηρίου δεν είναι γνωστή, πιθανότατα έκειτο τούτο ουχί μακράν της παραλίας, όπου ευρέθησαν τα δύο ως άνω τεμάχια.


 Κτηρίων επεσημάνθησαν πλείστα όσα ερείπια:
α) Επί του ακρωτηρίου του Ιχθύος και δή κατά την δυτικήν ήτοι την προς τον Άγιον Ανδρέαν πλευράν. Καθ’ όλον το μήκος της πλευράς ταύτης σώζονται ερείπια κτηρίων ωκοδομημένων διά μεγάλων ακατεργάστων ογκολίθων ή και έκ καλώς πελεκημένων λίθων. Ομοίως σημαντικός είναι ο αριθμός των οστράκων από της αρχαϊκής μέχρι και της ρωμαϊκής εποχής, έν οις και δύο αγγεία «ηλειακά» του 5ου και του 4ου αιώνος (πίν.9α.β.γ)
β) Ανατολικώς του Ποντικοκάστρου εις τα κτήματα των κκ. Μήτσου και Παρασκευοπούλου υπάρχουν πολλά ερείπια κτηρίων καιτάφοι κλασσικής και ρωμαϊκής εποχής, πολλαί δέ είναι αι εκεί κατεσπαρμέναι εκ διαφόρων εποχών κέραμοι.
γ) Όπισθεν της ακτής Μαντζάκουρα υπάρχουν επίσης κατεσπαρμένα πολλά τεμάχια αρχιτεκτονικά, έξ ων το σημαντικώτερον είναι το δεξιόν ήμισυ τυμπάνου αετώματος εκ του εγχωρίου σκληρού αμμολίθου του Κατακώλου (πίν.10α).


 Τέλος αυτός ούτος ο λόφος του Ποντικοκάστρου παρουσιάζει σαφείς ενδείξεις ότι ήτο ωχυρωμένος ήδη κατά τους προχριστιανικούς χρόνους. Το σήμερον εις την ιδίαν θέσιν σωζόμενον βυζαντινόν κάστρον είναι κατά μέγα μέρος ωκοδομημένον διά του υλικού του αρχαίου ελληνικού φρουρίου (καλώς πελεκημένοι λίθοι μετά κεράμων ελληνικών και ρωμαϊκών), εις τμήματα δε της κατωτέρας δομής του σώζεται το αρχαίον τείχος, ούτω επιβεβαιούται η τοποθέτησις της ακροπόλεως της αρχαίας Φειάς εις τον λόφον τούτον22. Ο Sperling κατά την προπολεμικώς γενομένην υπ’ αυτού εξερεύνησιν εις την περιοχήν αυτήν είχε διαπιστώσει εις το Ποντικόκαστρο την υπαρξιν ιχνών ΥΕ συνοικισμού, ως και της πρωίμου εποχής του χαλκού23. Προσφάτως ο καθηγητής W. McDonald και ο R. Hope-Simpson περισυνέλεξαν εκ των πρανών του Ποντικοκάστρου και εκ των πέριξ αυτού ικανόν αριθμόν ΜΕ και ΥΕ Ι-ΙΙΙ οστράκων. Ταύτα είναι με αμαυρόχρωμα κοσμήματα, μινύεια κιτρινωπά, ανακτορικού ρυθμού, μονόχρωμα ερυθρωπά κ.ά.24 (πίν.10β.γ.δ).
 Αί δοκιμαστικαί τομαί εις τας οποίας προέβημεν είναι αί έξης:
α) Επί του αριστερού βραχίονος του κόλπου, όπου διεπιστώθη η ύπαρξις των ως άνω μνημονευθέντων κτηρίων. Τα συγκεντρωθέντα εκ των προχείρων τούτων ανασκαφικών τομών ευρήματα είναι θραύσματα αγγείων ελληνικής και ρωμαϊκής εποχής, ως και ωραιότατοι κέραμοι στρωτήρες και καλυπτήρες τού -4ου αιώνος.
β) Εις το κτήμα του Τάσου Παρασκευοπούλου και εις απόστασιν 100μ. βορείως της αυτόθι αγροικίας του απεκαλύφθησαν πέντε μεγάλοι καλώς πελεκημένοι ογκόλιθοι ορθογωνίου σχήματος (διαστάσεων  0.94X 0.79X 0.50, 0.77x 0.98x 0.49, 0.81x 0.93x 0.49, 0.91x 0.80x 0.49, 0.47x 1.1x 0.89). Ούτοι είναι έκ του εγχωρίου αμμολίθου, προέρχονται δέ άνευ αμφιβολίας έκ μνημειώδους κτηρίου, ως η καλή κατεργασία αυτών και αι διά την μεταξύ των στερέωσιν εγκοπαί επ’ αυτών μαρτυρούν. Δεν ευρίσκονται κατά χώραν, το έξ ου όμως προέρχονται κτήριον δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται μακράν της θέσεως ταύτης, λόγω του δυσμετακινήτου των ογκολίθων αύτών. Η ποιότης της εργασίας αυτών επιτρέπει να χρονολογηθούν το αργότερον εις την ελληνιστικήν εποχήν.
γ) Εις το προ του κέντρου Λυρή και της εκκλησίας του Αγ. Ανδρέου προαύλιον (όπου η στάθμευσις των αυτοκινήτων) εγένετο πλέον συστηματική έρευνα, διότι εκεί είναι ιδιαιτέρως μεγάλος ο αριθμός των κατεσπαρμένων ή εντοιχισμένων αρχιτεκτονικών τεμαχίων, επίσης δε διότι προ τετραετίας είχεν ευρεθή εντοιχισμένον εις την οικίαν του Λυρή το κάτω ήμισυ αρχαϊκού κούρου (πίν.11)25. Ηνοίγησαν τέσσαρες τάφροι, αί οποίαι ηρευνήθησαν μέχρι και του φυσικού εδάφους και εδικαιολόγησαν απολύτως τας υποψίας μας.
 Η πρώτη τάφρος εγένετο είς την ΝΔ. πλευράν του ώς άνω προαυλίου (μέγιστον βάθος 2.50), η δεύτερα τάφρος είς την δυτικήν πλευράν της εκκλησίας (μέγιστον βάθος 2μ.), η τρίτη τάφρος είς το βόρειον της εκκλησίας (μέγ. βάθος 2μ.), η τετάρτη τάφρος είς την νοτίαν πλευράν της εκκλησίας (μέγ. βάθος 2μ.). Και είς τας τέσσαρας ως άνω τάφρους ευρέθησαν διαδοχικώς είς αλλεπάλληλα στρώματα κατά κύριον λόγον όστρακα, επίσης όμως καί μεταλλικά αντικείμενα, από της βυζαντινής και της ρωμαϊκής μέχρι και της μυκηναϊκής εποχής. Τα πλείστα των ρωμαϊκών οστράκων είναι αβαφή και χονδροειδή την κατασκευήν, ως φαίνεται οικιακής χρήσεως. Τα ελληνιστικά όστρακα ανήκουν είς πινάκια, σκύφους, κρατήρας, κάλυμμα πυξίδος κ.ά. Τινά τούτων διατηρούν γάνωμα, όχι όμως καλής ποιότητος. Τα όστρακα κλασσικής εποχής ανήκουν είς κύλικας, ληκύθους, κρατήρας, αμφορείς κ.ά. Πολλά είναι μελαμβαφή με αρίστης ποιότητος γάνωμα, τινά δέ εξ αυτών φέρουν την έξ ανθεμίων έντυπον ή εξ αναγλύφων ραβδώσεων διακόσμησιν, την χαρακτηριστικήν είς τα λεγάμενα «ηλειακά» αγγεία του 5ου και του -4ου αιώνος. Ας προστεθούν δύο έτερα όστρακα, ήτοι λαβή αμφορέως έχουσα κατά το εξωτερικόν μέρος δύο γράμματα εγχάρακτα XΛ και τμήμα ληκύθου μετά ωραιοτάτου γανώματος και μαιάνδρου. Τα αρχαϊκά όστρακα είναι μελαμβαφή και μελανόμορφα ανήκοντα είς σκύφους, κύλικας των διαφόρων γνωστών τύπων, αμφορείς, κρατήρας, ληκύθους, πινάκια, οινοχόας, υδρίας κ,λ,π. Τινά τούτων έχουν άριστον γάνωμα και φέρουν ώς διακόσμησιν ανθέμια, λωτούς, κάλυκας ανθέων, ακτίνας κ,λ,π. Πολλά τούτων είναι άνευ αμφιβολίας αττικά. Μεταξύ των αρχαϊκών τούτων ευρημάτων άξια ιδιαιτέρας μνείας είναι τα ακόλουθα:
1) Το άνω τμήμα κορινθιακού σκύφου του 7ου αιώνος.
2) Κομβιοειδής άνω απόληξις πυξίδος κορινθιακής, επίσης του 7ου αιώνος.
3) Τεμάχιον εκ του χείλους πηλίνου πίθου ή περιρραντηρίου αρχαϊκού, διακοσμημένον δι’ εντύπου πλοχμού (πίν.8γ).
4) Θραύσμα αρχαϊκού περιρραντηρίου.
5) Μικρόν τμήμα ποδός πηλίνου περιρραντηρίου διακοσμημένου διά παραλλήλων ραβδώσεων και μιας νευρώσεως σχοινοειδούς.
6) Το ήμισυ πήλινου λύχνου (είκ.6).
7) Δυο θραύσματα μελανόμορφου αττικής ληκύθου των αρχών του 5ου αιώνος επ’ αυτών σώζονται τρεις κεφαλαί ίππων τεθρίππου και μαίανδρος (πίν. 9δ).
8) Κάτω ήμισυ πρόχου μελαμβαφούς (είκ.7).
9) Σκύφος μελαμβαφής -5ου (είκ.8).
10) Θραύσματα λακωνικής κύλικος (πίν.9ε).
11). Τέλος θραύσματα χαλκής προτομής γρυπός σφυρήλατου, κακής διατηρήσεως, του 7ου αίώνος. Επ’ αυτών διακρίνονται αί χαρακτηριστικοί του γρυπός φολίδες καί πλόκαμοι.


 Εις το κατώτατον στρώμα των τάφρων ευρέθησαν ολίγα όστρακα μυκηναϊκής εποχής διακοσμημένα διά παραλλήλων αμαυροχροόμων ταινιών. Επίσης ευρέθησαν θραύσματα αγγείων γεωμετρικών. Εις το μέσον της πρώτης τάφρου καί εις βάθος 1.20μ. ευρέθησαν τα δύο άκρα λίθινου λουτήρος, του μεσαίου τμήματος αυτού ελλείποντος. Εντός της αυτής τάφρου και εις το ανατολικόν της άκρον ευρέθη εις το ως άνω βάθος έτερος λουτήρ, κατεσκευασμένος ούτος από οπτάς πλίνθους κεκαλυμμένας διά στερεού επιχρίσματος (stucco). Οί δύο ούτοι λουτήρες έχουν ασφαλώς σχέσιν προς την παρακειμένην πηγήν, η οποία, ως εκ της κατασκευής της και του παρακειμένου άφθονου αρχαίου οικοδομικού υλικού συνάγεται, είναι αρχαιοτάτη. Κατά δοθείσας πληροφορίας τα ύδατα αυτής έχουν ιαματικάς ιδιότητας.
 Εις το δυσμικόν άκρον της αυτής ως άνω τάφρου και εις βάθος 1.20μ. ευρέθη τοίχος πλάτους 0.40. Επ’ αυτού έτερος λίθος τετράγωνος εχρησίμευε διά την υποδοχήν κίονος, ως η εγκοπή εις το μέσον και το κυκλικόν περίγραμμα επ’ αυτού φανερώνει (πίν.6β). Κάτωθι του τοίχου τούτου ευρέθησαν αγγεία του -4ου αιώνος.


 Εις την δευτέραν τάφρον ευρέθησαν πολλοί πελεκητοί λίθοι κατεσπαρμένοι, προερχόμενοι ασφαλώς έξ αρχαίου κτηρίου. Εις την τρίτην και τετάρτην τάφρον ευρέθησαν επίσης τοιχία, ρωμαϊκής εποχής ταύτα, πλάτους 0.40 και κατεσκευασμένα εκ μικρών λίθων και κεράμων.
 Επί της ακτής Μαντζάκουρα (κατά το δυσμικόν μέρος αυτής προς την παραλίαν) μετά το πέρας της ως άνω ερεύνης ευρέθησαν τυχαίως δύο κυκλαδικά μαρμάρινα ειδώλια (πίν.12). Η εύρεσις εις τον κόλπον των ειδωλίων τούτων, χρονολογουμένων, ως γνωστόν, εις το τελευταίον τέταρτον της -3ης χιλιετηρίδος, είναι όλως ιδιαιτέρας σημασίας, διότι φανερώνει ότι ο λιμήν ούτος, αποτελών την μοναδικήν εκ Δυσμών είσοδον εις Ηλείαν, ήτο έν χρήσει ήδη κατά την ως άνω εποχήν. Είναι τά πρώτα κυκλαδικά ειδώλια τα ευρισκόμενα εις Ηλείαν, αποδεικνύοντα την ύπαρξιν σχέσεων του Αιγαίου κόσμου μετά του Ηλειακού εις τόσον παρωχημένην εποχήν. Η εξαγωγή περισσοτέρων συμπερασμάτων έξ αφορμής των οις άνω ειδωλίων θα ήτο πρόωρος. Μία έρευνα εις την θέσιν ταύτην ίσως θα χύση περισσότερον φως εις όσα τώρα διά των δύο ως άνω ειδωλίων μόνον να εικάσωμεν δυνάμεθα.
 Έκ της επιφανείας της νησίδος του Αγίου Ανδρέου περισυνελέγησαν διάφορα θραύσματα αγγείων ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Άξιον μνείας είναι μέγα τεμάχιον πήλινου καλυπτήρος κλασσικής εποχής.
Επί της νησίδος ταύτης υπήρχεν εκτεταμένον νεκροταφείον ρωμαϊκής εποχής καταλαμβάνον την ανατολικήν, την νοτίαν και την ΒΔ. πλευράν της νησίδος. Τούτου οι περισσότεροι των τάφων ευρέθησαν συλημένοι, άπαντες ήσαν λακκοειδείς κεκαλυμμένοι διά μεγάλων πήλινων κεράμων.
Εις τάφος εις το ανατολικόν άκρον της νήσου ευρέθη ακέραιος (διαστάσεων 1.80X 0.45X 0.45), ουδέν όμως κτέρισμα περιείχε. Νοτίως του τάφου τούτου και εις παόστασιν 2.50μ. ευρέθη χαλκούν νόμισμα ρωμαϊκής εποχής. Εντός ετέρου τάφου ολίγον νοτιώτερον του προηγουμένου και εις απόστασιν 10μ. απ’ αυτού ευρέθησαν πολλά πήλινα θραύσματα αγγείων ρωμαϊκής εποχής. Εντός του αυτού τάφου ήσαν δύο αργυρά ενώτια καλής διατηρήσεως, ως και δύο χάνδραι περιδέραιου έξ υαλομάζης, κατά συνέπειαν ο τάφος ούτος ανήκεν είς γυναίκα. Εντός του ίδιου τάφου ευρέθησαν και οστά μικρού πτηνού -ίσως να ήτο το αγαπημένον της θανούσης πτηνόν, το οποίον ετάφη μετ’ αυτής. Πλησίον ετέρου τάφου, κειμένου εις την νοτίαν ακτήν της νήσου, ευρέθη βυζαντινόν χαλκούν νόμισμα. Επί της ΒΔ. ακτής ευρέθησαν εντός εκεί ημικατεστραμμένου τάφου θραύσματα υστερορρωμαϊκών (ή βυζαντινών) πήλινων αγγείων, ως και ήλος χαλκούς.
 Επί της αυτής νησίδος ηρευνήθησαν επιφανειακώς δύο κτίσματα ορθογωνίου σχήματος (9.10X 6.15 και 7.80X 6.60), αμφότερα είναι υστερορρωμαϊκής εποχής, ως τα εις την θεμελίωσιν αυτού ευρεθέντα υστερορρωμαϊκά όστρακα μας διδάσκουν.
 Προς τούτοις ευρέθησαν εις το Δ. και ΒΔ. άκρον της νήσου δύο δεξαμεναί (3.55X 3.55 και 2.90X 2.90) λαξευμέναι είς τον φυσικόν βράχον.


 Η ως άνω εκτελεσθείσα έρευνα, μολονότι περιωρισμένης εκτάσεως και επιφανειακή, επιβεβαιώνει τα στηριχθέντα επί των αρχαίων μαρτυριών συμπεράσματα διά την ταύτισιν της αρχαίας Φειάς των ιστορικών και προϊστορικών χρόνων με τον σημερινόν κόλπον του Αγίου Ανδρέου. Το εςπιχείρημα μερικών ερευνητών, το στηριχθέν εις τον ισχυρισμόν ότι ουδέν αρχαίον ερείπιον υπάρχει εις την θέσιν ταύτην, διά νά την αποκλείσουν ως αντιστοιχούσαν προς την αρχαίαν Φειάν, καταπίπτει διά των πολλαπλών ως άνω ευρημάτων ολοσχερώς. Ερείπια και κινητά ευρήματα απεκαλύφθησαν ούκ ολίγα και δή εξικνούμενα όχι μόνον είς τας αρχάς των ιστορικών χρόνων, αλλά και μέχρι της μυκηναϊκής εποχής, ετι δέ υψηλότερου είς την 3ην χιλιετηρίδα. Τα υπομυκηναϊκά αγγεία, τα υστεροελλαδικά, μεσοελλαδικά όστρακα, προς δε τα δύο κυκλαδικά μαρμάρινα ειδώλια είναι προς τούτο αψευδείς μάρτυρες. Τα κατεσπαρμένα άφ’ ετέρου ερείπια κτηρίων, τα οποία επραγματεύθημεν συνοπτικώς, φανερώνουν σημαντικήν την εκτασιν του επινείου τούτου της Ηλείας. Είς ουδέν έτερον μέρος καθ’ όλον το μήκος της ηλειακής παραλίας υπάρχει τοιαύτη πλησμονή ερειπίων και κινητών ευρημάτων.
 Η πόλις αυτή ευρίσκεται όμως τώρα εν μέρει εντός του ως άνω κόλπου, ποία ήτο η μορφή αυτού κατά την αρχαιότητα, ποία η έκτασις της νησίδος και πόσον το άνοιγμα του δι’ αυτής σχηματιζομένου στομίου του κόλπου, είναι εν πρόβλημα το οποίον μόνον υπηνίχθημεν προ παντός οριστικού συμπεράσματος απαιτείται συστηματική μελέτη και έρευνα του πυθμένος του κόλπου μετ’ αποτυπώσεως όλων των ανωμαλιών αυτού, οπότε και μόνον θα καταστή δυνατόν να δοθή απάντησις εις τα ως άνω ερωτήματα. Βέβαιον πάντως είναι ότι ο μερικός καταποντισμός της πόλεως οφείλεται είς σεισμόν, ως η μορφή της ακτής του κόλπου και η κατάστασις του βυθού αυτού μαρτυρούν.
 Ο Στράβων (VIII 342-3) γράφει περί της Φειάς ήν δε και πολίχνη τούτο πρέπει να σημαίνη ότι επί των ημερών του ο λιμήν της Φειάς δεν ήτο πλέον κατωκημένος. Κατά την υστέραν πάντως ρωμαϊκήν εποχήν πρέπει η πολίχνη να είχεν ανασυσταθή, ως τα σωζόμενα ερείπια και τα άφθονα υστερορρωμαϊκά όστρακα δεικνύουν.
 Ο καταποντισμός της Φειάς πρέπει να προεκλήθη κατά τον +6ον αιώνα λόγω του επισυμβάντος τότε ισχυρού σεισμού, εκ του οποίου, ώς παραδίδεται, κατεστράφη έξ ολοκλήρου η πόλις των Πατρών και εις τον οποίον αποδίδεται και η τελειωτική καταστροφή του ναού του Διός της Ολυμπίας26. Φαίνεται ότι εκ του σεισμού τούτου εδοκιμάσθη μεγάλως ολόκληρος η ΒΔ. Πελοπόννησος, είς αυτόν δε ίσως να οφείλεται και ο σχηματισμός της λίμνης της Αγουλινίτσης, ήτις κατέκλυσε την κάτω πόλιν του Σαμικού. Τα ερείπια και ταύτης της πόλεως είναι ορατά είς πολλά σημεία της αβαθούς λίμνης.
 Η συσχέτισις του καταποντισμού της Φειάς προς τον ως άνω σεισμόν ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι πάντα τα εντός της θαλάσσης αποκαλυφθέντα ευρήματα δεν είναι παλαιότερα της υστέρας ρωμαϊκής ή το πολύ της πρωίμου βυζαντινής εποχής.
 Η ως άνω τυχαία ανακάλυψις μας έθεσεν επί τα ίχνη του μοναδικού λιμένος της Ηλείας, της Φειάς. Η τοποθέτησις αυτής εις την ως άνω θέσιν του Αγίου Ανδρέου και την πέριξ αυτού περιοχήν είναι τώρα πλέον η βεβαία. Ας ελπίσωμεν ότι τόσον επί της ξηράς όσον και εντός της θαλάσσης του κόλπου του Αγίου Ανδρέου η φθορά του χρόνου και ακόμη περισσότερον αι χείρες των ανθρώπων δεν εξηφάνισαν πολλά από την πόλιν ταύτην, ώστε η αρξαμένη έρευνα εκεί να μας διδάξη εις το μέλλον περισσότερα και να μας πλουτίση διά νέων αξιολογωτέρων ευρημάτων.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΙΑΛΟΥΡΗΣ
ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΛΠΟΝ ΤΗΣ ΦΕΙΑΣ ΗΛΕΙΑΣ

Σημειώσεις:
1. Ο λιμήν της Κυλλήνης, κείμενος επί τής ΒΔ. ακτής της Ηλείας, δεν εξετάζεται εδώ, ώς μή εχων άμεσον σχέσιν προς τήν παρούσαν ερευνάν.
2. Βλ. κατωτέρω σ. 43.
3. Ώς πρός την πληροφορίαν του ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ (VIII 343) ότι ή Φειά απέχει τής Ολυμπίας 120 στάδια, η απόστασις αϋτη πρέπει νά ύπολογισθή άπό του πρός τον κόλπον του Κατακώλου τμήματος τής πόλεως όπερ, ώς φαίνεται, ήτο καί τό σημαντικώτερον. Δεδομένου δτι ό κόλπος ούτος άνευ αμφιβολίας είσεχώρει κατά τήν αρχαιότητα πολύ βαθύτερον πρός τήν κατεύθυνση του Πύργου, τής σημερινής πρωτεύούσης του Νομού καί πρός τό χωρίον Βολάντζα, δπου έκειτο τό Ιερόν τής Άλφειούσης Άρτέμιδος (βλ. χάρτην Kaupert- DcJrpfekd: Ε. Curtids- F. Adeer, Olympia und Umgegend, Berlin 1882, όπου σημειοΰται ή πιθανή εκτασις καί τό βάθος του παλαιοτέρου κόλπου), τό τμήμα τούτο τής πόλεως τής Φειάς ήτο αποφασιστικός εγγύτερον προς τήν Ολυμπίαν. Ούτω ή κατά μήκος του Αλφειού αρχαία οδός από τής ακτής πρός Ολυμπίαν άγουσα έχει μήκος αντιστοιχούν πρός τήν απόστασιν τήν οποίαν δίδει ό Στράβων, ήτοι περίπου 120 στάδια, δηλαδή περίπου 22,5, χιλ. ή ανωτέρω άποψις ενισχύεται καί εκ του ότι ό ΣΤΡΑΒΩΝ υπολογίζει τήν απόστασιν από του εγγυτάτου πρός τήν Ολυμπίαν σημείου τής παραλίας :... εις Ολυμπίαν τω εγγυτάτω εκ θαλάττης εστί στάδιοι εκατόν είκοσι. Αντιθέτους ό λιμήν του Άγ. Ανδρέου απέχει της Ολυμπίας περί τά 38 χιλιόμετρα, εις γραμμήν δέ αέρος 30 χιλιόμετρα. Ό Leake (Travels in Morea III 124) υπολογίζει την απόσταση της Ολυμπίας από τών αρχαίων εκβολών του Αλφειού εις ογδοήκοντα στάδια.
4. Πρβ. Leake, ε.ά.
5. Βλ. ΣΤΕΦ. ΒΥΖΑΝΤ. είς λέξιν Φεά, πόλις τής Ηλείας. Ομηρος διά τον ι «Φιάς πάρ τείχεοσι». το εθνικόν Φεαίος. επίσης ΣΧΟΛ. HQ είς Όδ. III 488 εις Φηράς] Φηραι μεν τής Λακωνικής, Φεραί δε τής Θεσσαλίας, Φειαί δε τής Ήλιδος.
6. ... βή δε παρά Κρουνούς και Χαλκίδα και παρά Δύμην ηδέ παρ Ήλιδα δίαν όθι κρατέουσιν Επειοί. εύτε Φεράς επέβαλλεν αγαλλομένη Διός ούρω.
7. Βλ. ΣΧΟΛ. Α είς Ιλ. Η 135: Φειάς πάρ τείχεσ(σ)ιν] και ή Φειά παραθαλάσσιός εστι, και Ιάρδανος ονχ όράται ποταμός αυτόθι άμεινον ουν ώς Δίδυμος «Φηράς» γράψειν «και Δαρδάνον αμψί ρέεθρα ούτω γάρ και Φερεκύδης ιστορεί. Επίσης ΣΧΟΛ. είς Όδ. ο 297: Τάς Φηράς λέγει. είπε δέ διά τό μέτρον, Φεράς γρ. καί, Φεάς. περί ής ψησι «Φειάς πάρ τείχεσσιν Ιαρδάνον άμψι ρέεθρα». Ετυμ. GEN.299: ό δέ Δίδυμος φηράς λέγει παρά τό Φηράς (πάρ τείχεσσι Φηράς:) γενική γάρ εστι. Βλ. κατωτ. σημ. ο καί σημ.3 σ.34.
8. ΔΙΔΥΜΟΣ εις Σχόλ. είς Ίλ. Η 135: Φεά πόλις τής Ηλιδος άλλοι δέ τής Αρκαδίας βλ. καί ΣΤΕΦ. ΒΥΖ. εϊς λέξιν Φιά: πόλις τών περιμάχων Μεσσηνίοις και Λάκωσιν. Ομηρος «Φιάς πάρ τείχεσσιν 3Ιαρδάνον άμψι ρέεθρα» τά δέ] εθνικόν [ταυτής] Φιενς καί Φιάτης καί Φιαΐος: Έν τούτοις ό ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ πληροφορεί (147 7, 62 είς Όδ. γ 489) Ά Οτι Φεραί μέν, πόλεις Θεσσαλίας. Φειαί δέ Ηλιδος αί καί Φεαί. Φηραι δέ, τής Λακωνικής. 0 αυτός αντιθέτους είς 1781, 61 (είς Όδ. ο 297) γράφει: Εισί δέ Φεραί μέν περί Θετταλίαν, ώς ή Ιλιάς δηλοΐ, Φηραί δέ ανται περί τήν έν Πελοποννήσω Μεσσηνίαν γήν καί περί που τήν Ηλιδα καί τους Επειούς, ώς δηλοϊ τό, ήδέ παρά Ηλιδα οΐαν, οθι κρατέουσιν Επειοί. δήλον δέ δτι οί έκ Πύλου προς Ιθάκην πλέοντες διά τών ενταύθα δηλουμένων τόπων ΐενται, τών Φερών, τής Ηλιδος, καί τών εξής. Έδώ ό ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ αντιφάσκει προς εαυτόν αποδεχόμενος όχι τήν γραφήν «Φειαί» άλλα «Φηραί» ή σύγχυσις είναι σαφής καί οφείλεται είς τήν λανθασμένην γραφήν, τήν οποίαν υιοθέτησαν οί πλειστοι τών σχολιαστών, τούς οποίους διορθώνει ό Αρίσταρχος. Είς τήν ορθήν γραφήν επανέρχεται ό Ευστάθιος εις Ίλ. Η 135 (671): Φειά δέ πόλις παρά την Ήλιν, περί ην ο Ιάρδανος ρέει ποταμός,...ταύτης της Φειάς η παραλήγουσα διφορειται. φέρεται γαρ εν τή κατά στοιχείον αναγραφή των εθνικών τοιαύτα τινά. Φεά πόλις Ηλείας, ην Όμηρος μετά τον ϊ γράφει, Φειάς πάρ τείχεσι’ ταντης ο πολίτης Φεαΐος παρακατιών δε ό ταντα εκεί γράψας και οίον εκλαθόμενος φησϊ το αυτό άλλως Φειάν πόλις τών περιμάχων Μεσσηνίοις και Λάκωσιν. Όμηρος, Φιάς πάρ τείχεσι. το δε εθνικόν ταύτης Φιεύς και Φιάτης και Φιαΐος. και οντω μεν εκείνος, αί μέντοι αλλαχού φερόμεναι Φηραί Γερήνοις όμορουσι κατά τον γεωγράφον, άφ ών ό Νέστωρ Γερήνιος. Τον Ιάρδανον ον μέγαν ποταμόν ή ιστορία εχει, ώς ό αυτός γεωγράφος δηλοϊ έν οις λέγει: Φειά άκρα και πολίχνη, εστι δε καί ποτάμιον πλησίον ό Ιάρδανος. λέγει δ3 δ αυτός καί δτι μετά τον αίγιαλόν τών Πισατών άκρα Φειά. ήν δε καί πολίχνη, ώς δ ποιητής, Φειάς πάρ τείχεσι. τοντο δέ τινες Χάας φασί δεΐν γράφειν, πόλις δέ υπήρξε πλησίον Λεπρέον, περί ής γενέσθαι φασί πόλεμον, δν εφρασεν Όμηρος, Αρκάσι προς Πνλίονς· έχόντων δή καί τών είρημένων όντως, ο Νέστωρ προσφνώς τω παρόντι τόπφ παλαιάν μονομαχικήν ώς προσεχώς έλέχθη ανδραγαθίαν εκτίθεται...
9 Βλ. άνωτ. οημ.5 σ 33. Bolte, RE2 19, 2 (1938) σ.1918 εις λ. Pheia ό ίδιος RE2 11,1 (1921) είς λ. Keladon. Ετεροι περί Φειάς βλ. ΜΕΓΑ Ετυμ. 410, 17: Τά εις άλφα τή ει διφθόγγω παραληγόμενα ή τω ι, επί μεν ουσίας, όξννεται, ζειά, Φειά, γειά επί 5έ πράγματος, βαρννεται’ οϊον, μνεία, χρεία. Βλ. επίσης Cramer, Epimerismen An(ecdota) Ox(oniensium) I 181, 21: σεσημείωται τό Φθιά τά δέ άπ3 ουσίας όξννεται, Φειά, Φαιά, ζειά.
10. Στράβων VIII 350-351. Βλ. επίσης Bolte, εά. σ.1918, 15.
11. Bolte, έ.ά. σ. 1915-8. Έκεΐ εκτίθενται λεπτομερώς αί γνώμαι τών συνηγόρων τής άπόψεως νά μετατεθή αλλαχού ή Φειά καί ό ποταμός Ίάρδανος τήν άποψιν ταύτην στηρίζουν εις πληροφορίαν του ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ (VIII 348): ρεΐ δέ παρά τάφον Ιαρδάνου καί Χάαν πόλιν ποτέ νπάρξασαν πλησίον Λεπρείον όπου καί τό πεδίον τό Αίπάσιον. περί ταύτης δέ τής Χάας γενέσθαι φασίν ενιοι τον πόλεμον τοΐς Αρκάσι προς τους Πυλίους, δν εφρασεν Όμηρος,... τω γάρ τάφω του Ιαρδάνον τούτον πλησιάζειν καί τοις Αρκάσι τον τόπον μάλλον ή εκείνον. Οτι ό ΣΤΡΑΒΩΝ δεν είναι πεπεισμένος περί αυτής τής γνώμης φαίνεται έκ τών παραγράφων VIII 34 - 3, 11- 12 350,26- 351,27.
12. Leake, Travels in the Morea I 420, II 188-191, III 124. Του ίδιου, Peloponnesiaka, Supplement to Travels in the Morea, London 1846, 213 κ ε. Βλ. επίσης M. Puillon BoblayE, Recherches geographiques sur les mines de la Moree, σ.131. Βλ. καί άνωτ. σημ.5 σ.33.
13. Ε. Curtius, Peloponnesos (Gotha 1852) II 44 κ.έ. Πρβ. Ε. Curtius- F. Adler, Olympia und Umgegend, έ.ά. σ.. C. Bursian, Geographie von Griechenland (Leipzig 1868- 72) 274. 301 οΰτος διαφωνεί προς τον Curtius ώς προς τήν τοποθέτησιν του Ίαρδάνου παρά τήν Σκαφιδιάν.
14. Philippson, Der Peloponnes, Berlin 1892, 323 σημ.2. Sperling, Explorations in Elis, AJA 46,
1942, 82, 10. Βλ. τελευταίως Ε. Meyer, Neue Peloponnesische Wanderungen, Bern 1957, 60.
15. Παραπέμπει καί υιοθετεί ό Philippson τήν γνώμην τών SprunER- Marke (Hist.- Atlas), οί όποιοι
τοποθετούν εις τό Ποντικόκαστρον τό Μεσαιωνικόν Belvedere (άλλως Beauvoir). Βλ. καί W. G. Clark, Peloponnesus, London 1858, 273 κ έ. Sperling, έ.ά. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Φειά- Ποντικόν - Κατάκωλον: Ήλειακά 1955, 118. Περί τής ετυμολογίας τοΰ ονόματος Ποντικόκαστρον (όρθότερον Ποντικόν Κάστρον) βλ. ΨΥΧΟΓΙΟΝ.έ.ά., όπου ή παλαιοτέρα βιβλιογραφία.
16. Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Ήλειακά, Πύργος 1896, 13. 18. 31. 36. 164 κ.έ. τοΰ ίδιου. Ή Ηλεία διά μέσου τών αιώνων, Άθήναι 1924, 25 κ.έ. 56.110 κ.έ.286. 308.
17. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, έ.ά. 1955, 116-119- 1956, 134 κ.έ.· 1959, 235 κ.έ.
18. Ε. Curtius, Peloponnesos, I 167.
19. Ό χαρακτηρισμός τοΰ Πύλου ώς «ήμαθόεντος» (Όδ. α,93- Άσπϊς 360), έρμηνευθείς ώς σημαίνων ότι ή πόλις Πύλος έκειτο πλησίον άμμώδους παραλίας έπεισε τινας τών ερευνητών νά τήν ταυτίσουν μέ τό παρά τόν Κακόβατον αποκαλυφθέν μυκηναϊκόν μέγαρον (Dorpfeld, Alt- Pylos, AM 33, 1908, 295 κ.έ.·34, 1909, 269 κ.έ.·38,1913,97 κ.έ. Meyer, έ.ά.61 κ.έ.78 κ.έ.). Έν τούτοις ας ύπομνησθή ότι υπό τών άρχαίων παραδίδονται τρεις πόλεις μέ τό ονομα αύτό, ή Μεσσηνιακή Πύλος, ή Τριφυλιακή καί ή παρά τόν Πηνειόν, έξ αύτών δέ μόνον ή πρώτη δύναται νά είναι ή του Νέστορος, ήδη ταυτισθεΐσα ύπό του Blegen πρός τό ύπ’ αύτοΰ καί του Κουρουνιώτη άνακαλυφθέν εις τόν Έγλιανόν τεράστιον μυκηναϊκόν άνάκτορον μετά νεκροταφείου. Άφ’ έτέρου διέφυγε τής προσοχής τών ερευνητών ότι ολόκληρος ή έκτασις τής Ηλείας καί τής Δυτικής Μεσσηνίας είναι άμμώδης' ή ύπαμμος σύστασις του εδάφους τής περιοχής αυτής (ΘΕΟΦΡ. Άπόσπ.167) έπεκτείνεται και επί τών λόφων και τών ορέων της ακόμη. Οθεν ή ιδιομορφία αΰτη τοϋ εδάφους, τόσον ασυνήθης είς τήν λοιπήν Ελλάδα, θά έπρεπε νά άποτελέση πολύ πλέον εύλογον αιτίαν διά νά χαρακτηρισθή ή περιοχή ώς «ημαθόεσσα», παρά μία αμμώδης παραλία της, διότι τοιαΰται αφθονούν τόσον είς τήν Πελοποννησιακήν ακτήν, όσον καί είς τήν λοιπήν Ελλάδα. Δι’ δ θεωροϋμεν ότι τό «ήμαθόεις Πόλος» άναφέρεται είς τήν μοναδικώς αμμώδη σόστασιν του εδάφους ολοκλήρου τής ώς άνω περιοχής, του ονόματος Πύλου δηλωτικού όχι μόνον τής πόλεως, αλλά καί όλης τής έκτάσεως, τήν όποιαν κατελάμβανε τό βασίλειον τών Νηλειδών καί Νεστοριδών.
20. Τήν ύπαρξιν αρχαίων είς τόν κόλπον τοϋ Άγ. Άνδρέου καί επί τής νησΐδος αύτοΰ είχεν έπισημάνει ό ΠΥΡΡΩΝ Ο ΕΦΕΚΤΙΚΟΣ, Ήλειακά 1957, 227 κ.έ. καί ό Ν. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, ε.ά.235 κ.έ.- αί πληροφορίαι όμως αυτών εΐχον περάσει απαρατήρητοι, μέχρις δτου έπεβεβαιώθησαν διά τών πλουσίων ευρημάτων τής παρούσης έρεύνης.
21. Διά τήν συμπαράστασιν ταύτην τών φίλων του Ροταριανού Όμίλου κατά τήν ώς άνω έρευναν καί τήν άλλην πρόθυμον ήθικήν ύποστήριξιν επιθυμώ καί ενταύθα νά έκφράσω τάς θερμάς μου ευχαριστίας. Κατά τάς υποβρυχίους ταύτας έρεύνας εκτός τών Ά. Μάλλιου καί Ν. Παναγοπούλου συνέπραξαν καί οί έρασιτέχναι τής υποβρυχίου αλιείας κκ. Ίγκώρ Παυλώφ, Πέτρος Μπρούσαλης καί Νικόλαος Πουρνάρας διά τήν πολύτιμον προσφοράν των ευχαριστώ αυτούς θερμότατα.
22. Βλ.καί SpBRLING,ε.ά. ΨΥΧΟΓΙΟΣ, ε.ά.1955,119.τήν πρόθυμον άνακοίνωσιν τών συμπερασμάτων των.
23. Sperling, ε.ά. ως καί τήν άδειαν φωτογραφήσεως των εύρεθέντων
24. Εκφράζω θερμάς ευχαριστίας εις άμφοτέρους διά υπ’ αύτών ώς άνω οστράκων.
25. Ευχαριστώ θερμώς τόν συνάδελφον κ. Ν. Ζαφειρόπουλον διά τήν άδειαν δημοσιεύσευις φωτογραφιών τοΰ κούρου.
26. Olympia. Ergebnisse I, 96 κ.έ.




Printfriendly