.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η Δενθεαλιάτις και το οδικό της δίκτυο



Στο Πρόγραμμα του Συνεδρίου, στη σελίδα 9, ο σεβαστός Πρόεδρος της Εταιρείας μας σημειώνει:... και Ανατολικά το τμήμα μέχρι το Δυρράχι και τα λεγόμενα Πισινά χωριά, δηλ. της παλαιάς Αλαγονίας, έχει δημιουργήσει στενούς δεσμούς και παλαίους αγώνες σ' ένα τριεθνή -ας το πούμε, χώρο, μεσσηνιακόν, λακωνικόν και αρκαδικόν, γύρω από τον βόρειον λεγόμενον Ταΰγετο. Ακριβώς σ’ αυτήν την περιοχή αναφέρεται η ανακοίνωσή μου1, περιοχή που κατά την αρχαιότητα κάλυπτε το τοπωνύμιο Δενθελιάτις.

Ι.
 Η Δενθελιάτις εκτεινόταν δυτικά από την κορυφογραμμή του Ταϋγέτου. Πιό συγκεκριμένα από τον Άγιο- Λιά (2407μ., την κορυφή) και το Χαλασμένο Βουνό (2203) στα νότια, ως το Μαλεβό (1607) και την Ξεροβούνα (1522) στα βόρεια. Το νότιο όριο μπορεί να ορισθή ακριβέστερα κατά μήκος του φαραγγιού, του γνωστού ως Κοσκάρακας ή Σάνταβας ή Γ(ου)ρουνολάγκαδο, η αρχαία Χοίρειος νάπη δηλαδή, το οποίο από τη Νεραϊδοβούνα (2031) του Ταϋγέτου καταλήγει στον όρμο των Κιτριών2. Η Δενθελιάτις εκτεινόταν ώς τα κράσπεδα της μεσσηνιακής πεδιάδος και είχε ώς πυρήνα της την κοιλάδα του ποταμού Νέδοντος, την περιοχή δηλαδή των Πισινών χωριών του τέως δήμου Αλαγονίας (:Σίτσοβα/ Αλαγονία/ Μικρή Αναστάσοβα/ πηγαί, Μεγάλη Αναστάσοβα/ Νέδουσα, Τσερνίτσα/ Αρτεμισία, Λαδά και Καρβέλι). Περιελάμβανε επίσης το μεγαλύτερο μέρος από την περιοχή των χωριών Γιάνιτσα/ Ελαιοχώριον (ανατολικό άκρο του τ. δήμου Καλαμών) και Πηγάδια (βόρειο τμήμα του τ. δήμου Αβίας), αμφότερα με μία πληθώρα, και άλλοτε πολυάνθρωπων, δορυφόρων οικισμών στα πέριξ τους3.
 Η Δενθελιάτις εμφανίζεται στο προσκήνιον της ιστορίας τον -8ο αιώνα4. Η Σπάρτη, αφού ισχυροποίησε την πολιτεία της στην Κοίλη Λακεδαίμονα, κατέλαβε την Αιγύτιν και προσάρτησε τη Σκιρίτιν, θέτοντας τις βάσεις γιά την υπερκέραση του Ταϋγέτου. Η κατάκτηση της Δενθελιάτιδος συνεπαγόταν τον έλεγχο του οδικού δικτύου προς τη Μεσσηνία, παράλληλα με την επέκταση σε χώρους παραγωγικούς: Τα υψίπεδα και οι μικρές κοιλάδες του δυτικού Ταϋγέτου προσφέρονται για γεωργική εκμετάλλευση, ενώ οι κατάφυτες πολύπτυχες πλαγιές του βουνού είναι τόπος ιδανικός για την κτηνοτροφία. Η Σπάρτη κατέλαβε τη Δενθελιάτιδα περί τα μέσα του -8ου αιώνα με το βασιλιά της Τήλεκλο Αρχελάου Αγιάδη, προετοιμάζοντας το δρόμο για τη Στενύκλαρο και την υπόλοιπη Μεσσηνία. Λίγα χρόνια αργότερα ο Τήλεκλος δολοφονήθηκε στο πολυθρύλητο ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος, κάπου στη Δενθελιάτιδα, γεγονός που απετέλεσε την αφορμή του Α΄ Μεσσηνιακού πολέμου.
 Εκτοτε η Δενθελιάτις, από τα τέλη του -8ου αιώνα ως και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, υπήρξε το μήλον της έριδος Σπάρτης και Μεσσηνίων, ιδίως από τον 4ο αιώνα, μετά την ίδρυση της Μεσσήνης, πρωτεύουσας πόλεως των απελευθερωμένων Μεσσηνίων. Σημειώνω επιγραμματικά ότι η Δενθελιάτις άλλαξε επικράτεια πάμπολλες φορές5: 
Το -338 αποδίδεται στους Μεσσηνίους από το Φίλιππο Β' (Στράβ. VΙΙΙ 4, 6, 361). 
Στις άρχές του 3ου αιώνα καταλαμβάνεται(;) από τη Σπάρτη και το 222/1 ο Αντίγονος (Δώσων;) την επαναφέρει στην επικράτεια της Μεσσήνης (Tac. Ann. IV 43). 
Επιγραφή στο βάθρο της Νίκης του Παιωνίου διασώζει την κρίση των εξακοσίων Μιλήσιων διαιτητών, λίγο μετά το -146, οι οποίοι γνωμοδοτούν ότι ανήκει στη Μεσσήνη (ΙvO 52=Syll3 683) 
Το -44 οι Καίσαρ και Αντώνιος την προσφέρουν στη Σπάρτη (Tac., όπ. π.). 
Tο -25 o praetor Achaiae Atidius Geminus την επαναδίδει στους Μεσσηνίους (Tac., őrt. t.). Τότε περίπου έγινε και η χάραξη της οροθετικής γραμμής, για την οποία θα αναφερθώ παρακάτω.




ΙΙ.
 Η διεκδίκηση της Δενθελιάτιδος δεν δικαιολογείται μόνον εξαιτίας της οικονομικής της σημασίας, ως εύφορης και παραγωγικής περιοχής. Η κατοχή της Δενθελιάτιδος συνεπαγόταν τον έλεγχο του οδικού δικτύου του Ταϋγέτου και ιδίως των διαβάσεων προς τη Μεσσηνία.
 Να γίνω πιό σαφής δικαιολογώντας το δεύτερο σκέλος του τίτλου της ανακοινώσεώς μου. Τα τελευταία χρόνια οι απόψεις μας γιά το οδικό δίκτυο των αρχαίων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Σπάρτης, έχουν διαφοροποιηθή άρδην. Επικρατούσε η άποψη ότι οι ορεινοί δρόμοι ήταν μόνο γιά υποζύγια και είχαν τη μορφή καλοπατημένων μονοπατιών. Έχω όμως ήδη αποδείξει σε δημοσιεύσεις μου6 ότι οι αμαξήλατοι οδοί, δρόμοι δηλαδή γιά άμαξες, διέσχιζαν τα βουνά και χρησιμοποιούσαν για διάβαση και την αλπική ζώνη, πολύ πιο επάνω από τα έλατα, σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 1500μ. Το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί η οδός του Μαλεβού στο βόρειο Ταύγετο, όπου ο αρχαίος δρόμος διέρχεται από υψόμετρο 1607μ.7. Ειδικά στον Ταΰγετο οι αμαξιτοί δρόμοι κάλυπταν ολόκληρη την πολύπτυχη επιφάνεια του βουνού και σε συνδυασμό με τα πολυπληθή μονοπάτια για τα υποζύγια δημιουργούσαν ένα πυκνότατο οδικό δίκτυο.
 Στο χάρτη κυριαρχεί ο εγκάρσιος άξονας από τη Σπάρτη προς τη Μεσσηνία. Ολες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι διερχόταν από Μυστρά, Παρόρι, Αναβρυτή (βορειότερα), Παξιμάδι (διάβαση στα 1730/40μ.) και κατέληγε στη Γιάνιτσα/ Ελαιοχώριον8. Παράλληλα με τον κύριο εγκάρσιο άξονα υπήρχε ο κατά μήκος της Ταϋγέτειας οροσειράς οδικός άξονας, ο δρόμος του Μαλεβού, που διέτρεχε το βόρειο Ταΰγετο με προορισμό τη βορειοτάτη απόληξη του βουνού, το Λεοντάρι/ αρχαίο Λεύκτρον. Προς τη Μεσσηνία υπήρχαν και άλλοι άξονες, όπως αυτός από το Δυρράχι και την Πολιανή για τη Φρουτζάλα/ Θουρία διά μέσου του Ξερίλα ή Τζιρορέματος (νότιο Μακρυπλάγι) ή από το Μπάλα/ Πεύκον προς του Κατσαρού και του Μελιγαλά. Στο χάρτη σημείωσα και ένα δρόμο για υποζύγια: Είναι ο νοτιότερος, από την Αναβρυτή διά μέσου του Αϊ -Νίκου και της Κοσκάρακας.  Με την παραπάνω θεώρηση μπορεί να γίνη κατανοητή η σημασία της Δενθελιάτιδος για τον έλεγχο του οδικού δικτύου. Οι δύο κύριοι οδικοί άξονες διέρχονται από την καρδιά της. Ηταν επόμενο λοιπόν ως γεωγραφικός χώρος να βρίσκεται υπό συνεχή διεκδίκηση.
 Έτσι κατά τη ρωμαιοκρατία η Ρώμη απηύδησε να ασχολήται με τη διαμάχη Μεσσηνίων και Σπάρτης για την κατοχή της Δενθελιάτιδος και περί το +25 χάραξε μόνιμη οροθετική γραμμή επάνω στον Ταύγετο. Το +78, επί αυτοκράτορος Βεσπασιανού, ο χωρομέτρης Τίτος Φλάβιος Μονόμιτος έλεγξε τους όρους κατά μήκος της Ταϋγέτειας κορυφογραμμής. Η επιγραφή που χαράχθηκε γιά την καταγραφή του γεγονότος στήθηκε στην αρχαία Μεσσήνη. Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης το 1896 βρήκε το κατώτερο μέρος της επιγραφής, που δημοσίευσε ο Walter Kolbe στα AM του 1904 και αργότερα στις IG V1 με τον αριθμό 1431.
 Η οροθετική γραμμή, που λεπτομερώς τόπο προς τόπο κατέγραψε η επιγραφή, διαγραφόταν από 50 σχεδόν όρους με κατεύθυνση από βορράν προς νότον. Στο σωζόμενο τμήμα της επιγραφής αναγράφονται οι όροι από τον 23ο και εξής. Στον Ταΰγετο έχουν βρεθεί συνολικά 8 όροι. Δύο BBA από την Αλαγονία, αντίστοιχα στου Γώλου και στη Γραμμένη Πέτρα [εύρεση Περικλής Ζωγράφος, δημοσίευση Ludwig Ross, IG V1, 1372]9 και έξι ανάμεσα στο Παξιμάδι (1752μ.) και τη Νεραϊδοβούνα (2031μ.) [τρεις βρήκε και δημοσίευσε ο Walter Kolbe, IG V1, 1371a-c και τρείς ο Νικόλαος Γιαννουκόπουλος10].
 Ακριβώς κάτω από τη Νεραϊδοβούνα αρχίζει το φαράγγι της Κοσκάρακας. Τον Ιούλιο του 1987 έλεγξα επισταμένα την Κοσκάρακα, από την κορυφογραμμή Κόζα ώς το Πηγαδιώτικο Γεφύρι (βλ. Επίμετρο) αναζητώντας τους τελευταίους όρους, χωρίς όμως αποτέλεσμα11. Είχε προηγηθή ο έλεγχος του βόρειου Ταϋγέτου και ειδικά του Μαλεβού. Η επάνοδός μου πάντως κρίνεται αναγκαία.




III. 
Στην ανακοίνωση θα αναφερθώ μόνο σε τρεις λέξεις της επιγραφής. Τις σχολιάζω εκ νέου με οδηγό τις παρατηρήσεις μου από τα περπατήματα στον Ταΰγετο.

1. Στίχ. 5, 6: το δε γράμμα σημαίνει καμ/[...
 O εκδότης Walter Kolbe πρότεινε καμ/[πή. Εύστοχα επιχειρηματολόγησε ότι πρόκειται για μία καμπή στροφή της οροθετικής γραμμής, την οποία τοποθέτησε στο Μαλεβό. Έχοντας εντοπίσει την αμαξήλατο οδό του Μαλεβού, εξέφρασα την άποψη ότι η οροθετική γραμμή πιθανότατα είχε παράλληλη, αν όχι κοινή διαδρομή με την αρχαία οδό. Συνακόλουθα η καμπή ων ορίων πρέπει να γινόταν επί του Μαλεβού ή, λιγότερο πιθανόν, αμέσως βόρεια από την κορυφή του, στον αυχένα που δημιουργεί με την απέναντί του και βορειότερα Κακή Ράχη (1512μ.). Σημειώνω ότι δεν θεωρώ τυχαίο, πως και σήμερα οι τρείς νομοί (Μεσσηνίας, Αρκαδίας και Λακωνίας) έχουν ως κοινό σημείο επαφής των συνόρων τους την κορυφή του Μαλεβού, το Τριεθνές, όπως το ονομάζουν οι ντόπιοι. Προεκτείνοντας λοιπόν την υπόθεση του Kolbe, υπεστήριξα ότι όχι μόνον η καμπή γινόταν στο Μαλεβό, αλλά επιπλέον ότι το όριον κατευθυνόταν προς τη δυτικά ευρισκόμενη Ξεροβούνα (1522μ.)12. Άλλωστε η προσφυγή στην αρχαία γραμματεία συνηγορεί σε μία ανάλογη χρήση της λέξεως καμπή (LSJ9 s.ν.). 
 Εκ των υστέρων δύο ενδείξεις ενίσχυσαν την πρότασή μου: Κατ' αρχήν επεσήμανα αρχαίο αμαξιτό δρόμο επί της Ξεροβούνας (από Αγία Παρασκευή, Άγιο-Νικήτα, Φτερούγι) με κατάληξη(;) την Παναγία Βολιμιώτισσα, όπου βρισκόταν ένα τουλάχιστον από τα ιερά της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος13. Επιπλέον ΝΝΔ από την Πολιανή κατέγραψα το τοπωνύμιο Γραμμένη Πέτρα. Κατά τη μοναδική μου επίσκεψη στη θέση δεν εντόπισα επιγραφή, χωρίς αυτό να αποκλείη την πιθανότητα το τοπωνύμιο να παραπέμπη σε όρο της επιγραφής μας.

2. Στίχ. 20: έν συνροία, ήν και Νάπην ΚΑ/ [-λούσιν ή - καλούσιν;
Εδώ τοποθετείται κατά προσέγγιση ο 35ος όρος. Η συνροία ονομαζόταν και Νάπη KA[. Ο εκδότης Walter Kolbe την ταύτισε με τη Λαγκάδα, τη γνωστή Λαγκάδα που χρησιμοποιεί σήμερα ο δρόμος από τη Σπάρτη για την Καλαμάτα. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν και ενισχύουν την ταύτιση του γνώστη του τόπου Kolbe και θεωρώ περιττό να αναφερθώ σε απόψεις ξένων συναδέλφων, που ασχολούνται με το θέμα αυτό μέσα από το γραφείο τους.

3. Στίχ. 26: εν τη διόδω
 Η λέξη αναμφίβολα παραπέμπει σε οδική διάβαση και πιθανότατα σχετίζεται μ' ένα των περασμάτων του Ταϋγέτου από και προς τη Μεσσηνία, νοτιότερα από τη Λαγκάδα ή πιό σωστά βορειότερα από τη Νεραϊδοβούνα. Ο Kolbe σημείωσε ότι μπορεί να ταυτισθή με το πέρασμα/ οδό από Μυστρά και Μπαρσινίκο/ Ταϋγέτη γιά το Παξιμάδι. Ομολογώ ότι η έρευνά μου δεν έχει να επιδείξη ακόμη αρματροχιές στο Παξιμάδι, εύρημα που θα συνδυάζοταν ιδανικά με τη δίοδο. Το υψόμετρο των 1730/ 40μ. του περάσματος, η μορφολογία του εδάφους και, το κυριότερο, η απουσία πλέον των ορεσίβιων βοσκών από τον Ταύγετο δυσχεραίνουν υπερβολικά την έρευνα. Εχω όμως να παρουσιάσω μία θετική ένδειξη: Στο διάσελο με το χαρακτηριστικό τοπωνύμιο Σέλα, όπου συμβάλλουν όλα τα μονοπάτια, αντίστοιχα από Αναβρυτή, Περγανταίικα και από Μυστρά, Μπαρσινίκο -που ανεβαίνουν προς δυσμάς για να υπερκεράσουν τον κεντρικό Ταΰγετο από το Παξιμάδι- εντόπισα αρχαίο ιερό14. Η κεραμεική του ιερού χρονολογείται από τα πρωτογεωμετρικά ως και τα ελληνιστικά χρόνια. Χαρακτήρισα ανεπιφύλακτα το ιερό ως παρόδιο, εξαιτίας της θέσεως και του υψομέτρου του (1110μ.), θεωρώντας την ύπαρξή του ασφαλή ένδειξη γιά την τελική και επακριβή χάραξη της διαδρομής του αρχαίου δρόμου από Σπάρτη προς Μεσσηνία. Η συγκεκριμένη οδός ήταν υποχρεωμένη να διέλθη από το Παξιμάδι, το πιό χαρακτηριστικό και σημαίνον πέρασμα σ' όλη της τη διαδρομή, πέρασμα που νομίζω ότι ταυτίζεται ιδανικά με τη δίοδο της επιγραφής. Για μία φορά δηλαδή ακόμη δικαιώνονται οι προτάσεις του Kolbe.
 Η έρευνα συνεχίζεται από θέρος σε θέρος. Απώτερος στόχος της είναι η επανέκδοση της επιγραφής, επανέκδοση που θα εξαρτηθή από τα όσα ήθελε προσφέρει ο βουβός πλέον Ταΰγετος. Βουβός μετά την εγκατάλειψη του από τους γηγενείς κατοίκους του.

Ταΰγετος (Παξιμάδι) Όρος του +1ου αι. στη συνοριακή γραμμή Μεσσηνίας - Λακωνίας 

EΠIMETPO
Οδοιπορικόν: Αναβρυτή - Πηγάδια - Αναβρυτή*

I. Αναβρυτή- Αϊ- Νίκων, 3 ώρες 45΄**
Από Αναβρυτή προς Λακκώματα (δημοσιά), Μεγάλη Βρύση, Πλατανίτσα (:αφήνουμε δρόμο, δεξιά/δυτικά το μονοπάτι). πηγή στο Καρπενόρρεμα, άνοδος στο Λιβάδι (αριστερά γιά Σπανακάκι, δεξιά/ΒΑ για τον αυχένα), υποτυπώδης αυχένας πέρασμα στα 1760μ. ανάμεσα Σπανακάκι (2024μ.) και Κόζα (1865μ.) [η άνοδος μπορεί να γίνη και βορειότερα από το Μαυρόλoγγo].
Από τον αυχένα σε 15΄ κάθοδος (δύσκολη σάρα) στην πηγή του Αϊ-Νίκου [την παρακείμενη βραχοσκεπή -1,70Χ 0,80μ., φραγμένη με ξερολιθιά- θεωρεί η παράδοση ως κατοικία του Οσίου. λίγο βορειότερα κατάλοιπα αγροικιών].
II. Αϊ-Νίκω(ν)- Καρέα, 2 ώρες
Από Αϊ-Νίκω(ν) κάθοδος στης Καλόγριας το λαγκάδι (το μονοπάτι χάνεται, πορεία στην απότομη και δύσβατη δεξιά όχθη, κοίτη). Το λαγκάδι συμβάλλει στο Ρέμα του Σoπoτού [έρχεται από δεξιά/ βόρεια, τις υπώρειες της Νεραϊδοβούνας, και αποτελεί το ανώτερο σκέλος της Κοσκάρακας]. Αμέσως αριστερά η Καρέα (πολλές καρυδιές), όπου στη δεξιά/ βόρεια όχθη η πηγή Αυλός.
III. Καρέα- Πηγάδια, 2 ώρες 30
 Πορεία στις κροκάλες της κοίτης Μοναστηράκι [κωνικός λόφος μέσα στην κοίτη], Μπονικίστι (πηγή στην αριστερή/ νότια όχθη), από αριστερά/ ανατολικά συμβάλλει το ρέμα της Βίτολης, Κλίμα [η ευρύτερη τοποθεσία], όπου η Παναγία Καψοδεματούσα [βάναυσα ανακαινισμένη, εορτάζει στις 2 Ιουλίου].
Στην Καψοδεματούσα συμβάλλει από ανατολικά η ευρύχωρη κοίτη του Ρέματος του Ρίντομου [ο τελευταίος ακραιφνής οικισμός κτηνοτρόφων στον Ταΰγετο, 1 ώρα από την Καψοδεματούσα].
Σκάλες [καλντερίμι στην αριστερή όχθη, που παρακάμπτει μία απότομη καμπή του ρέματος], Ντίλιοβο, Πηγαδιώτικο Γεφύρι [το μονότοξο γεφύρι είναι χτισμένο στο πιό στενό σημείο του φαραγγιού με τα πανύψηλα τοιχώματα. Λίγο πιό κάτω το νεώτερο τσιμεντένιο].
Άνοδος στα Πηγάδια σε 30΄ από ανηφορικό καλντερίμι [την άλλοτε πολυάνθρωπη κοινότητα συγκροτούσαν τα Δένδρα, Κρύα Βρύση, Ριζανά, Ρίντομο, Καρέα και Βελιτσί -τα δύο τελευταία ακατοίκητα πλέον].



IV. 
Η επιστροφή μπορεί να γίνη από τον Αγιο Παντελεήμονα [η ΓΥΣ λανθασμένα τον καταγράφει ως Αγία Παρασκευή. εξωκλήσι σε περίοπτη θέση (1200μ.), κοντά στα Ριζανά, όπου γίνεται το κυρίαρχο πανηγύρι των κτηνοτρόφων του ΝΑ Ταϋγέτου, 2 ώρες από τα Πηγάδια και από το χωματόδρομο, αφού είναι κλειστό το μονοπάτι] με διττή επιλογή: α) Άγιος Παντελεήμονας προς Σιλίμποβες (όπου το τουριστικό περίπτερο του δρόμου Σπάρτη προς Καλαμάτα) περίπου 2 ώρες, το περισσότερο από τη δημοσιά. β) Άγιος Παντελεήμονας προς Κεφαλόβρυσα, Κοντοβούνια, Κερασιά, Μαλαμαίικες Κορύτες, Παξιμάδι και κάθοδος στην Αναβρυτή, 3 και 30΄ + 3 ώρες.

Γ. Α. Πίκουλας
Η Δενθεαλιάτις και το οδικό της δίκτυο
Πρακτικά Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 1989.

1. Η ανακοίνωση παρατίθεται, όπως ακριβώς έγινε. Επιμένω ότι οι όποιες εκ των υστέρων προσθαφαιρέσεις αλλοιώνουν τη μορφή της, ενώ επιθυμώ οι αναγνώστες των Πρακτικών να διαβάζουν, ό,τι άκουσαν οι σύνεδροι. Προσέθεσα μόνο τις αναγκαίες υποσημειώσεις.
2. Βλ. Σ. Β. Κουγέα, Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της ΒΑ Μάνης, Ελληνικά 6(1933) 261-324, ειδικά 269-270.
3. Βλ. Ιωάννου . Εμμ. Νουχάκη, Ελληνική Χωρογραφία, εν Αθήναις 1901, σσ.682/5, 765/7.
4. BA. RE IIIA (1929) 2. Sparta, ειδικά 1312/5 (F. Bởlte).
5. BA. W. Kolbe, Die Grenzen Messeniens in der ersten Kaiserzeit, AM 29(1904) 364-378, Eiöuxi. 375 ki. RE IIIA (1929). Sparta, 1422.57, 1445.13, 1446.58, 1448.59 (V. Ehrenberg). Natan Valmin, Etudes topographiques sur la Messénie ancienne, Lund 1930, 26-33. U. Kahr stedt, Zwei Geographica im Peloponnes, ei81ks II. Die Westgrenze Spartas in der Kaiserzeit, RhM 93(1950) 232–242. P. Cartledge, Sparta and Lakonia, London 1979, 323, P. Cartledge - A. Spaw forth, Hellenistic and Roman Sparta, London 1989, 136, 138/9. W. K. Pritchett, SAGT VII (1991) 160;!3.
6. Βλ. Γ. Α. Πίκουλας, Η Νότια Μεγαλοπολιτική Χώρα..., Αθήνα 1988, σσ.198 Βλ. ακόμη τις περιλήψεις του International Colloquium, Land Routes in Greece, 23-25/5/1991 (διοργάνωση Καναδικόν Αρχαιολογικόν Ινστιτούτον Αθηνών).
7. Bλ. Γ. Α. Πίκουλας, NMX, σσ.221/5.
8. Γιά το οδικό δίκτυο του Ταϋγέτου. RE IIIA (1929) λ. Sparta, 1343/6 (F. Bölte). C. Roebuck, A history of Messenia from 369 to 146 B.C., Chicago Diss. 1941, 1415. R. Hope Simpson, Identifying a Mycenaean state, BSA 52(1957) 231-259, ειδικά 236, 242 και The Seven cities offered by Agamemnon to Achilles, BSA 61 (1966) 13-131, ειδικά 119-121, 125/6. W. K. Pritchett, SAGT III (1980) 258-261. Γ. Α. Πίκουλα, Αναβρυτή..., Λακωνικαι Σπουδαι 8(1986) 442/4. Συνειδητά δεν παραπέμπω στο άρθρο της J. Christien.
9. Πρβλ. E. Pernice, Aus Messenien 1 Γραμμένη Πέτρα, AM 19(1894) 351/5 και τις παρατηρήσεις του Kolbe, 373 σημ.1 και IG W1, 1372.
10. Βλ. Νικ. A. Γιαννουκοπούλου, Τα ορόσημα της αρχαίας Μεσσηνίας και Λακωνικής (Ανακοίνωσις εις την Ακαδημίαν Αθηνών), εν Αθήναις 1954 [Ανάτυπο με αυτοτελή σελιδαρίθμηση και πρόλογο, 16 σσ. 3 πίν, και τίτλο = Πλάτων 5(1953) 147-158 στη δεύτερη δεν δημοσιεύτηκαν οι πίνακες, ενώ λανθασμένως αναγράφεται ώς Γιαννακοπούλου], SEG 13(1956) 269. Επειδή θεωρώ απίθανο ο Kolbe να μην ανέγνωσε το M στον όρο IG V1, 1371b =Γιαννουκόπουλος 3 =SEG 269c. Έχω την ανεπιβεβαίωτη, προς το παρόν, υποψία, ότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς και παρακείμενους όρους, οπότε έχουμε 7+2 το σύνολον.
11. Δεν γνωρίζω, εάν αποδεχόμενοι την πληροφορία του Curtius, II 157 (:ότι οι όροι καταστράφησαν τον 19ο αιώνα για προφανείς λόγους) επιλύουμε το πρόβλημα. Πιστεύω όμως ότι, και αν ακόμη είχαν καταστραφή, θα άφηναν στον τόπο τα ίχνη τους (:παραδόσεις, μνήμες, τοπωνύμια). Θεωρώ πιό πιθανό να υπήρχαν περισσότεροι όροι στην κορυφογραμμή και στα διεκδικούμενα λιβάδια (Λαγκάδα-Παξιμάδι-Νεραϊδοβούνα), όπου υπήρχε πράγματι πρόβλημα ορίων, γεγονός άλλωστε που απέδειξαν τα ευρήματα του Γιαννουκόπουλου. Αντιθέτως μετά τη Νεραϊδοβούνα, η βαθειά κοίτη της Κοσκάρακας/ Χοιρείου νάπης αποτελούσε αδιαμφισβήτητο και απαραβίαστο όριο, αχρηστεύοντας τη λειτουργική αξία ορισμένων όρων. Πιθανότατα λοιπόν να υπήρχαν σ' αυτό το τμήμα της οροθετικής γραμμής μόνον ένας ή δύο όροι, και αυτοί στο άκρον του ορίου, κάπου δηλαδή στις Γαΐτσες κοντά στο αναφερόμενο ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος.
12. δεν αντέχει κρητική η άποψη της K. M. T. Chrimes, Ancient Sparta, Manchester 1949, 60/7, για μία καμπή προς τα ανατολικά [το χωρίον του Ιnnοcentius, Gromatici Veteres I (άνατ.1962) σ.322, δεν συνεπάγεται κάτι τέτοιο], άποψη που αβασάνιστα υιοθετεό A. Spawforth, όπ.π.,136.
13. B. L. Ross, Reisen und Reiserouten durch Griechenland, Berlin 1841, 5 κέ.
Ομολογώ πάντως ότι δεν είμαι ακόμη «έτοιμος» να αντιμετωπίσω το πρόβλημα των ιερών της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος, ενώ πρέπει να θεωρήται ως βέβαιο ότι δεν υπήρχε ένα μόνο ιερό, αλλά περισσότερα.
14. Βλ. Γ. Α. Πίκουλα, Αναβρυτή..., Λακωνικα Σπουδαι 8(1986) 444 και του ιδίου, Το ιερό στη Σέλα Ταυγέτου, τιμητικός τόμος Δικαίου Βαγιακάκου, Λακωνικαι Σπουδαι 11 (υπό εκτύπωση).
* Η διάσχιση έγινε στις 25-2/7/87. Συνοδούς, όπως πάντα, είχα τους αδελφούς Αλέκο και Σαράντο Βερούτη. Διανυκτερεύσεις στον Αϊ-Νίκων και στον Αγιο Παντελεήμονα. Πληροφορίες έλαβα από τους βοσκους Αντώνιο Κουκούτση και Σωτήριο Βαβαρούτσο του Σταύρου (Πηγάδια) και Παναγιώτη Κλύδωνα του Γεωργίου (Κάμπος), επίσης από το φωτογράφο Ευάγγελο Νίκα του Σωτηρίου (Κάμπος). Το Δεκέμβριο του 91 εντόπισα στην Αθήνα και το Νικόλαο Γιαννουκόπουλο (1911), τόν όποιο και ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες του,
** Στη βιβλιογραφία το πέρασμα από τον Αϊ-Νικων αναφέρεται δύο φορές, από όσο γνωρίζω, Patrick Leigh Fermor, Mani..., London 1958, μετάφραση στα ελληνικά Τζ. Τζαννετάκης, Κέδρος 1981, 36-50 (αρχές δεκαετίας του '50 και Βασίλης Γεωργιάδης, Το φαράγγι της Κοσκάρακας, Kορφές 89(199l) 26/7.







Printfriendly