.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

26η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων: Έργον 2006



 Η 26η ΕΒΑ λειτούργησε έως του Ιούνιο του 2006 υπό τη διεύθυνση της υπογράφουσας έως τη μετάθεσή της και την ανάληψη της διεύθυνσης της 23ης ΕΒΑ στη Χαλκίδα. Το επιστημονικό προσωπικό ενισχύθηκε από δύο μόνιμους αρχαιολόγους, τους Μ. Κάππα και Ν. Δηλέ, μετά την επιτυχή συμμετοχή τους στο διαγωνισμό του 2004 για πρόσληψη νέων αρχαιολόγων στο ΥΠΠΟ. Το υπόλοιπο επιστημονικό προσωπικό αποτελείται από τη μόνιμη αρχαιολόγο Β. Αλμπάνη και τους συμβασιούχους αρχαιολόγους Σ. Γερμανίδου, Ε. Κατερίνη και I. Αγγελοπούλου, τους μόνιμους αρχιτέκτονες- πολιτικούς μηχανικούς Κ. Ηλιόπουλο, X. Πιερροπούλου και Δ. Πίκουλα και το συμβασιούχο αρχιτέκτονα Ε. Μπιτσάνη. Η Εφορεία εξακολούθησε να βρίσκεται σε συνεχή και άμεση συνεργασία με την Επιστημονική Επιτροπή Κάστρων Πυλίας του ΤΔΠΕΑΕ, καθώς το αντικείμενό της αποτελούν τα τέσσερα μεγάλα κάστρα της Μεσσηνίας (Παλιό Ναβαρίνο, Νιόκαστρο, Μεθώνη, Κορώνη), όπου το έργο επιτελείται από το προσωπικό των δύο φορέων από κοινού. Στον τομέα της αποκατάστασης-αναστήλωσης των μνημείων εργάστηκαν τα ειδικευμένα συνεργεία της Εφορείας με επικεφαλής τους αρχιτεχνίτες Δ. Διακουμέα και Τ. Βαχαβιόλο.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΕΡΟΥΣΗ

 Με την ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Α4/ΠΜΥ/47990/1-6-2006 Απόφαση Γ.Γ., η υπογράφουσα ορίστηκε αναπληρώτρια προϊσταμένη της απουσιάζουσας διευθύντριας Ευ. Χαλκιά. Το μόνιμο επιστημονικό προσωπικό της 26ης ΕΒΑ αποτελούσαν οι αρχαιολόγοι Ευ. Μηλίτση και Μ. Κάππας, η αρχιτέκτων X. Πιερροπούλου, οι πολιτικοί μηχανικοί Κ. Ηλιόπουλος (τεχνικός υπεύθυνος της Εφορείας) και Δ. Πίκουλα, καθώς και οι συντηρητές Μ. Βασιλειάδη, Στ. Δουβόγιαννη και Θ. Κατάκος. Μετά από πολλά χρόνια που υπηρετούσαν ως συμβασιούχοι, η αρχαιολόγος Σ. Γερμανίδου, οι συντηρητές Ου. Θεοδωροπούλου και Γ. Τσαΐρης και οι εργατοτεχνίτες Δ. Αγγελόπουλος, Κ. Γιαννακόπουλος και Ν. Σόφτης έγιναν αορίστου χρόνου. Η Εφορεία στελεχώθηκε και με τους συμβασιούχους Έ. Κατερίνη, αρχαιολόγο, Κ. Μελιγαλιώτη, πολιτικό μηχανικό, και Θ. Αντωνοπούλου και Π. Πανταζόπουλο, συντηρητές.
 Η δραστηριότητα της Εφορείας επικεντρώθηκε κυρίως στην οργάνωση της μόνιμης έκθεσης των βυζαντινών αρχαιοτήτων και στη σύνταξη των μουσειολογικών-μουσειογραφικών δελτίων του υπό ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας σε συνεργασία με τη ΔΜΕΕΠ και τη ΛΗ ' ΕΠΚΑ. Ξεκίνησε μια εντατική προσπάθεια αναζήτησης βυζαντινών αρχαιοτήτων, προερχόμενων από τη Μεσσηνία, σε αποθήκες άλλων Εφορειών, όπως των ΛΗ' ΕΠΚΑ Μεσσηνίας, Ζ' ΕΠΚΑ Αρχαίας Ολυμπίας, ΛΖ' ΕΠΚΑ Κορίνθου, 25ης ΕΒΑ Κόρινθου, σε αποθήκες μουσείων της Αθήνας, όπως το Βυζαντινό και Χριστιανικό, το Νομισματικό, το Επιγραφικό κ.ά. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως με τα ευρήματα από την ανασκαφή του Δ. Πάλλα στην παλαιοχριστιανική βασιλική της Αγίας Κυριακής Φιλιατρών ή τα μετάλλινα ευρήματα από την ανασκαφή του στον Άγιο Ονούφριο Μεθώνης, η προσπάθεια απέβη άκαρπη, στις περισσότερες όμως περιπτώσεις η συνεργασία με τις άλλες Εφορείες έφερε αποτελέσματα. Παράλληλα, άρχισε η συστηματική περισυλλογή καταγεγραμμένων κινητών αρχαίων από εγκαταλελειμμένους ναούς και ο εντοπισμός νέων. Στην περίπτωση των γλυπτών που βρέθηκαν στο προαύλιο της μονής Τιμίου Προδρόμου εντός του Κάστρου Κορώνης, χρειάστηκε η συνδρομή του Αστυνομικού Τμήματος Κορώνης προκειμένου να παραληφθούν από την Εφορεία. Θετική υπήρξε η ανταπόκριση του μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη στο αίτημα για παραχώρηση επί δανεισμώ της σπάνιας, λίθινης σφραγίδας ευχαριστιακών άρτων του 6ου αιώνα, η οποία είχε ανακαλυφθεί στη θέση Κρεμμύδια και περιλαμβανόταν στη Συλλογή Κειμηλίων της Ι.Μ. Μεσσηνίας1 (βλ. παρακάτω, Εικ.2).
 Η 26η ΕΒΑ ήταν μεταξύ των Εφορειών που επελέγησαν από τη Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων προκειμένου να υλοποιηθεί το υποέργο «Ψηφιοποίηση των συλλογών των κινητών μνημείων του ΥΠΠΟ», στο πλαίσιο του οποίου προβλεπόταν η εγκατάσταση του λογισμικού ΠΟΛΕΜΩΝ, καθώς και του απαραίτητου ηλεκτρονικού εξοπλισμού.
 Υποβλήθηκε πρόταση ένταξης στο Ε.Π. «Πολιτισμός» στο μέτρο 3.3 «Μελέτες ωρίμανσης και προετοιμασίας» με τίτλο «Μελέτες αποκατάστασης και συντήρησης μνημείων Ν. Μεσσηνίας» με συνημμένο τεχνικό δελτίο έργου και φυσικό αντικείμενο την εκπόνηση των παρακάτω μελετών, με στόχο την κατά προτεραιότητα υλοποίησή τους στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ:
α) Μελέτη αποκατάστασης του ναού Αγίου Νικολάου Μεσορούγας Αλαγονίας.
β) Μελέτη αποκατάστασης του ναού Αγίας Σοφίας Λαγκάδας.
γ) Μελέτη αποκατάστασης του Καποδιστριακού Σχολείου Μεθώνης.
δ) Μελέτη συντήρησης τοιχογραφιών του ναού Ζωοδόχου Πηγής Σαμαρίνας.
ε) Μελέτη συντήρησης τοιχογραφιών του ναού Αγίου Νικολάου στο Καμπινάρι της Πλάτσας.
Με αφορμή την αξιολόγηση εκ μέρους της ΔΑΒΜΜ της μελέτης αποκατάστασης του ναού Ανάληψης Φιλιατρών ως «πολύ καλής» υπεβλήθη, απευθείας, υποψηφιότητα για τα βραβεία Europa Nostra, στην κατηγορία 2: Μελέτες. Η υποβολή της υποψηφιότητας θα ήταν αδύνατη χωρίς τη συμπαράσταση της Νομαρχίας Μεσσηνίας, η οποία ανέλαβε τη δαπάνη της μετάφρασης του φακέλου υποψηφιότητας στα αγγλικά.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΑΛΜΠΑΝΗ




Κάστρο Κορώνης
 Το Κάστρο της Κορώνης, έκτασης 40.000 τ.μ., χτισμένο πάνω σε χαμηλή χερσόνησο, βρέχεται από Β. και Ν. από τη θάλασσα, ενώ στα δυτικά επικοινωνεί με την ενδοχώρα. Η ιστορία του κάστρου αποτυπώνεται στα τείχη του ξεκινώντας από τους βυζαντινούς χρόνους και συνεχίζοντας με την κατάκτηση από τους Ενετούς (1206-1500 και 1685-1715) και τους Τούρκους (1500-1686 και 1715-1821). Για σύντομο χρονικό διάστημα περνάει στα χέρια των Γενοβέζων υπό του Andrea Doria (1532-1534), ενώ το 1770 πολιορκείται ανεπιτυχώς από τους Ρώσους αδελφούς Ορλώφ. Το 1828, το κάστρο παραδόθηκε στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Maison και στη συνέχεια περνά σε ελληνικά χέρια.
 Η συνολική οικοδομική μορφή του κάστρου ανάγεται στην A' Ενετοκρατία (13ος-15ος αι.), εποχή κατά την οποία αποτελείται από δύο περιβόλους, ανατολικό και δυτικό, μορφή που διατηρεί έως και σήμερα. Οι δύο αυτοί περίβολοι προστατεύονται περιμετρικά με στρογγυλούς προμαχώνες και τετράγωνους πύργους και χωρίζονται μεταξύ τους από ένα ενδιάμεσο τείχος.
 Οι επεμβάσεις της ενετικής περιόδου αφορούν στην προσθήκη ενός μεγάλου περιβόλου στα ανατολικά, νέων πύργων, τειχών αλλά και προμαχώνων. Ανατολικά και έξω από τα τείχη του κάστρου, απλώνεται ένα οροπέδιο που καταλήγει σε γλωσσίδα γης (σημ. χερσόνησος Λειβάδι ή Λειβαδιά). Η πλευρά αυτή του κάστρου ενισχύεται, στην Α' Τουρκοκρατία (1500-1685), με τάφρο και δύο στρογγυλούς προμαχώνες (III-IV), από τους οποίους σήμερα σώζεται μόνον ο νότιος (IV). Ο βόρειος (III) χρησιμοποιείται ως πυριτιδαποθήκη και ανατινάζεται το 1944 από τους Γερμανούς.
 Η Επιστημονική Επιτροπή Κάστρων Πυλίας, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τη στερέωση, αναστήλωση και ανάδειξη του Κάστρου Κορώνης μέσω του εντεταγμένου στο ΤΔΠΕΑΕ ευρύτερου έργου της, έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια, με τη στενή πάντοτε συνεργασία της 26ης ΕΒΑ για την προστασία των επικίνδυνων τμημάτων του κάστρου, πραγματοποιώντας σειρά επεμβάσεων για την επίτευξη του στόχου αυτού. Σκοπός των επεμβάσεων είναι αφ’ ενός να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι φθορές και τα υπό κατάρρευση τμήματα του μνημείου και αφ’ ετέρου να καταστεί το κάστρο ένας ασφαλής, επισκέψιμος και λειτουργικός χώρος, είτε με την κατά τμήματα αναστήλωση, όπως οι στερεωτικές επεμβάσεις στο τείχος μεταξύ των προμαχώνων III και IV, είτε με ευρύτερες δράσεις, όπως η δημιουργία και η ανάδειξη διαδρομών περιήγησης.
 Το 2006 οι εγκεκριμένες Μελέτες που εκπονήθηκαν από το επιστημονικό προσωπικό της Επιτροπής: α) «Εκτέλεσης επειγουσών εργασιών στερέωσης (Α' Φάση) επικίνδυνων τμημάτων του Κάστρου Κορώνης, Ν. Μεσσηνίας» (ΥΠΠΟ/ΔΑΒΜΜ/56885/2181/23-12-2002), β) «Εκτέλεσης εργασιών στερέωσης (Β' Φάση) επικίνδυνων τμημάτων του Κάστρου Κορώνης Ν. Μεσσηνίας» (ΥΠΠΟ/ ΔΑΒΜΜ/94758/3241/04-01-2005), γ) «Εκτέλεσης επειγουσών εργασιών αποκατάστασης της Πύλης Β ' στο Κάστρο της Κορώνης Ν. Μεσσηνίας» (ΥΠΠΟ/ΔΑΒΜΜ/ 63725/2098/15-11-2004), εντάχθηκαν στο Γ' ΚΠΣ ως συνολικό έργο με τίτλο: «Στερέωση και Αποκατάσταση Τμημάτων του Κάστρου Κορώνης» και προϋπολογισμό 600.000 ευρώ. Η υλοποίησή του πραγματοποιείται δι’ αυτεπιστασίας από το προσωπικό της Επιτροπής Πυλίας. Οι θέσεις των προβλεπόμενων παρεμβάσεων καταγράφονται με αρίθμηση σε αεροφωτογραφία του κάστρου (Εικ.1).
Τον Ιούνιο του 2006 ξεκίνησαν οι εργασίες υλοποίησης του Έργου, αφού προηγήθηκε η οργάνωση εργοταξίου εντός του κάστρου για την κάλυψη των εκτεταμένων αναγκών του έργου.
Κατά το 2006 αναλυτικά, πραγματοποιήθηκαν οι παρακάτω προγραμματισμένες εργασίες που εντάσσονται στο φυσικό αντικείμενο του έργου και αφορούν κυρίως την προετοιμασία και την οργάνωση του εργοταξίου: 1. Εγκατάσταση εργοταξιακού οικίσκου-αποθήκης, προμήθεια-οργάνωση εξοπλισμού εργοταξίου. 2. Συνεχείς καθαρισμοί βλάστησης με παράλληλες διευθετήσεις διαδρομών εργασίας-τροφοδοσίας υλικών και επισκεπτών. 3. Εφαρμογή των απαραίτητων υποστυλώσεων για την άρση της επικινδυνότητας σε πιθανές ευρύτερες καταρρεύσεις ή πτώσεις λίθων-λιθοσωμάτων. Στόχος των μέτρων είναι η εξασφάλιση του προσωπικού και των επισκεπτών του χώρου. 4. Εγκατάσταση των αναγκαίων ικριωμάτων για την προσέγγιση καθ’ ύψος σε περιοχές προγραμματισμένων εργασιών.
 Βασικός στόχος της οργάνωσης του έργου και του εργοταξίου ήταν η κατανομή του εργατοτεχνικού προσωπικού σε τέσσερα συνεργεία. Η δυσβατότητα του κάστρου, καθώς και η εξεύρεση υλικού κατάλληλου για τις ανάγκες των αποκαταστάσεων συνιστούν σημαντικές ιδιαιτερότητες του έργου που κατά την υλοποίησή του θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΙΑΣ- ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΜΠΙΤΣΑΝΗΣ- ΙΩΑΝΝΑ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ

Κάστρο Μεθώνης
Ξεκίνησαν οι στερεωτικές εργασίες (συμπληρώσεις- αντικαταστάσεις δόμων, αρμολογήματα κτλ.) σε τμήματα των τειχών του κάστρου που παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα ετοιμορροπίας και χρήζουν άμεσης επέμβασης σε εφαρμογή της υπ’ αριθ. ΥΠΠΟ/ΔΑΒΜΜ/ 20835/1042/25- 06-03 Απόφασης. Τα τμήματα αυτά εντοπίζονται στο αντέρεισμα της τάφρου, στις καμάρες του ανατολικού προτειχίσματος του κάστρου, σε τρεις πύλες, σε τέσσερις συνολικά πύργους, σε τμήματα του ανατολικού και του νότιου τείχους, καθώς και στην πυριτιδαποθήκη του βόρειου περιβόλου (επίμηκες κτίριο που χρονολογείται κατά την περίοδο της Β' Τουρκοκρατίας και σήμερα χρησιμοποιείται από την Υπηρεσία ως αποθήκη αρχαίων και εργαλείων). Συγκεκριμένα:
 Στερεωτικές εργασίες έγιναν σε δυτικό τμήμα του αντερείσματος της τάφρου, όπου υπήρχε μεγάλου μεγέθους σπηλαίωση, μετά την τοποθέτηση ικριωμάτων.
 Επίσης, αποκαταστάθηκε μεγάλο τμήμα πύργου του ενδιάμεσου τείχους του κάστρου, και συγκεκριμένα ολόκληρη η δυτική εξωτερική γωνία του, καθώς με την αποκόλληση των γωνι- αίων πωρόλιθων κατέπεσαν αρκετοί λίθοι και από του πυρήνα της τοιχοποιίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία σπηλαίωσης. Πρόκειται για του πύργο που βρίσκεται ανατολικά της πύλης εισόδου (Porta di Castel da Terra) στον εσωτερικό περίβολο του κάστρου, ο οποίος την περίοδο της τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε κατοικία του Ιμπραήμ (1825-1828) και μετέπειτα του Γάλλου στρατηγού Maison (1828-1830).
 Εργασίες αποκατάστασης έγιναν και στη δυτική παρειά του πύργου της πύλης του εξωτερικού περιβόλου, καθώς είχε καταρρεύσει τμήμα του μετώπου κοντά στη στάθμη του σημερινού εδάφους.
Στερεωτικές εργασίες έγιναν και σε διάφορα τμήματα της πύλης του εσωτερικού περιβόλου, ενώ αντικαταστάθηκε και η υποστύλωση του εσωτερικού τόξου της.
 Τέλος, κατασκευάστηκε και τοποθετήθηκε μία ξύλινη κατασκευή με πλέγμα στην κατεστραμμένη οροφή της μεγάλης υπόγειας δεξαμενής που βρίσκεται στο νότιο περίβολο του κάστρου, για την ασφάλεια του αρχαιολογικού χώρου και των επισκεπτών του μνημείου, κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν νέες ξύλινες κατασκευές στις άνω απολήξεις όλων των φρεάτων και δεξαμενών του κάστρου και, επιπλέον, τοποθετήθηκαν νέα μεταλλικά κιγκλιδώματα ασφαλείας σε δύο πύλες του κάστρου.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΙΑΣ- ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΌΠΟΥΛΟΥ




ΜΟΥΣΕΙΑΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Καλαμάτα
Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας
Με την υπ’ αριθ. πρωτ. ΥΔΕΠΠ/Β/Φ380/773/10-4-2006 Απόφαση εντάχθηκε στο Ε.Π. «Πολιτισμός» η πράξη «Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας», φυσικό αντικείμενο της οποίας ήταν η οργάνωση της μόνιμης έκθεσης προϊστορικών, κλασικών και βυζαντινών αρχαιοτήτων στο Μουσείο της παλαιάς Δημοτικής Αγοράς Καλαμάτας και φορέα υλοποίησης του υποέργου 1 τη ΛΗ' ΕΠΚΑ και του υποέργου 2 την 26η ΕΒΑ. Άμεσης προτεραιότητας δράση για τη συγκρότηση της βυζαντινής συλλογής υπήρξε η μεταφορά αρχαίων στην Καλαμάτα είτε από αποθήκες της Εφορείας σε άλλες περιοχές του νομού (Κορώνη, Πύλο, Μεθώνη, Μάνη) είτε από αποθήκες άλλων Εφορειών είτε ακόμη από άλλες πηγές, όπως προαναφέρθηκε (Εικ.2). Από το Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Καλαμάτας παρελήφθησαν 29 γλυπτά, πολλά εκ των οποίων αποτελούν πλέον εκθέματα του νέου Μουσείου. Επίσης, παρελήφθη πήλινη σφραγίδα άρτου από τους Κωνσταντίνους με εγχάρακτη παράσταση σταυρού και καρδιόσχημο παραπληρωματικό κόσμημα, καθώς και τμήμα λίθινης ενεπίγραφης πλάκας, που προέρχεται από την Κορώνη, ανάγεται στο 13ο-14ο αιώνα και στην οποία ο A. Bon αναγνώρισε το όνομα της ενετικής οικογένειας De Garçon2.
 Μετά από επίσκεψη αρχαιολόγου της 26ης ΕΒΑ στις αποθήκες της Ζ' ΕΠΚΑ στην Ολυμπία και με τη συνεργασία των αρχαιολόγων της αρμόδιας Εφορείας, εντοπίστηκαν πολλά αντικείμενα, τα οποία προέρχονταν από περισυλλογές ή αναστην Καλαμάτα, ώστε τα περισσότερα εξ αυτών να συμπεριληφθούν στη μουσειολογική πρόταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας, ήταν: α) Ιγδίο από την Κυπαρισσία, β) Τρία τμήματα περιθυρώματος με επιπεδόγλυφο ελικοειδή βλαστό, γ) Δύο τμήματα επιστυλίου τέμπλου με σηρικούς τροχούς και κομβίο, δ) Πεσσόκρανο με αετούς, ε) Πεσσίσκος με όμοιο πεσσόκρανο, στ) 152 νομίσματα από τη θέση Ξηριάς Πυλίας, ζ) 37 νομίσματα από τις θέσεις Μούσγα και Φάρος Κυπαρισσίας, η) Δύο χρυσά νομίσματα από Βλαχόπουλο Πυλίας, θ) Οκτώ νομίσματα από Χώρα Τριφυλίας, ι) 91 νομίσματα «Θησαυρός Σφακτηρίας», ια) 19 νομίσματα (συλλογή Περδικέα), ιβ) 2.475 νομίσματα, εκ των οποίων 2.344 από τη θέση Λυκόρεμα Στέρνας (Εικ.3).
 Ο ανασκαφέας της Αρχαίας Μεσσήνης, καθηγητής Π. Θέμελης, ευγενώς παραχώρησε 15 πρωτοβυζαντινά αντικείμενα, φυλασσόμενα στις αποθήκες του Μουσείου Μαυρομματίου, προκειμένου να εμπλουτιστεί η συλλογή του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας. Η ομάδα των αρχαίων αποτελείται από πέντε χάλκινα αντικείμενα (δύο πόρπες, ένα δαχτυλίδι, ένα σταυρό, ένα κουτάλι Θείας Κοινωνίας), οκτώ πήλινα (ένα λύχνο, τέσσερις οινοχόες, δύο προχοΐσκες, μία σφραγίδα) και δύο μαρμάρινα (μία επιτύμβια πλάκα, έναν κοσμήτη). Αρκετά από τα αντικείμενα είναι δημοσιευμένα3 (Εικ.4).
 Από το ναό του Αγίου Προκοπίου Καστάνιας, όπου φυλάσσονταν πρόχειρα, παρελήφθησαν εννέα βυζαντινά γλυπτά, εκ των οποίων δύο επιθήματα, ένα τεκτονικό κιονόκρανο, ένα επιστύλιο και ένας οκτάπλευρος κίονας τέμπλου, και συμπεριελήφθησαν στη μουσειολογική πρόταση.

 Με δεδομένο ότι είχε επιλεγεί η τοπογραφική προσέγγιση του αρχαιολογικού υλικού για την οργάνωση της έκθεσης του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας, οι προσπάθειες εστιάστηκαν στον εντοπισμό νέων, άγνωστων θέσεων. Τέτοια περίπτωση υπήρξαν τα ερείπια τρίκλιτης βασιλικής στη θέση Παλαιά Λουτρά της κοινότητας Δροσιάς Πεταλιδίου, τα οποία είχαν καλυφθεί κατά το παρελθόν με αδρανή υλικά4. Το προερχόμενο από τη βασιλική παλαιοχριστιανικό θωράκιο, που βρισκόταν σε β' χρήση στο κατώφλι της εισόδου του ενοριακού ναού της Αγίας Τριάδος, αποκολλήθηκε κατόπιν συνεννοήσεων με του ιερέα της Δροσιάς και συμπεριελήφθη στα προς έκθεση αντικείμενα (Εικ.5).
 Στο μεταβυζαντινό ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου είχε εντοπιστεί σε παλαιότερη αυτοψία μαρμάρινο φράγμα παραθύρου. Κατόπιν συνεννοήσεων με τη Μητρόπολη Γυθείου και Οιτύλου, το γλυπτό αποκολλήθηκε από το οπίσθιο μέρος της Αγίας Τράπεζας, όπου είχε πακτωθεί, και μεταφέρθηκε στην Εφορεία για συντήρηση.
 Κατά τη διάρκεια αυτοψίας στο Κάστρο Κορώνης για την παρακολούθηση εργασιών εντοπίστηκαν στο προαύλιο της μονής Τιμίου Προδρόμου διάφορα, μη καταγεγραμμένα, αρχαία γλυπτά. Το σημαντικότερο από αυτά είναι μία μαρμάρινη, κυκλικού σχήματος, λεκάνη αγιασμού από ναό καθολικού δόγματος. Διακοσμείται στη βάση με τέσσερα κρινάνθεμα, τέσσερις παλάμες με κάθετη φορά στο χείλος και ανάμεσά τους δύο δίσκους που περικλείουν εξάκτινο αστέρι. 
 Η Κορώνη από το 1205 μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης της Σαπιέντζας το 1209 υπήρξε φέουδο του Φράγκου ηγεμόνα Γοδεφρείδου Βιλλγαρδουίνου και έδρα Λατίνου επισκόπου5. Η επισκοπή Κορώνης είναι από τις πρώτες που ιδρύθηκαν στη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο, όπως μαρτυρούν οι επιστολές που απευθύνει ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' στους Λατίνους ιεράρχες. Το 1209, σε Πράξη της 13ης Σεπτεμβρίου μνημονεύεται ο πρώτος καθολικός επίσκοπος Κορώνης, ο ανεψιός του Γοδεφρείδου ΒιλλΓαρδουίνου, Εύδης6.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΑΛΜΠΆΝΗ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς
 Η 26η ΕΒA συμμετείχε στον εορτασμό των ΕΗΠΚ 2006 με θέμα «Ο πολιτισμός στο τραπέζι - Ποικίλες προσεγγίσεις της ιστορίας της διατροφής» διοργανώνοντας εκδήλωση με τίτλο «Το λιτοδίαιτο των Μανιατών» στον αύλειο χώρο του οχυρού συγκροτήματος των Τρουπάκηδων-Μούρτζινων στην Καρδαμύλη, το πυργόσπιτο του οποίου έχει μετατραπεί σε Μουσείο-Σταθμό ενημέρωσης του Δικτύου Μουσείων Μάνης7. Το πρόγραμμα περιελάμβανε έκθεση ταμπλό με φωτογραφίες τοιχογραφιών που σχετίζονται με τη διατροφή, φωτογραφίες οικιακών σκευών και καλλιτεχνικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες των δεκαετιών 1950 και 1960 αφιερωμένες στις διατροφικές συνήθειες των Μανιατών. Επιπλέον, οι επισκέπτες παρακολούθησαν σε τηλεόραση plasma αποσπάσματα από το ντοκιμαντέρ «Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη», παραγωγής 26ης ΕΒΑ, τα οποία παρουσιάζουν του παραδοσιακό μανιάτικο τρόπο παρασκευής της τροφής. Οι 300 περίπου μαθητές και οι άλλοι επισκέπτες που συμμετείχαν ξεναγήθηκαν από αρχαιολόγους και στο τέλος γεύθηκαν μανιάτικα εδέσματα, προσφορά του Εμπορικού Επιμελητηρίου Μεσσηνίας.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΑΛΜΠΑΝΗ

ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Γ ΚΠΣ

 Στο πλαίσιο του αναστηλωτικού έργου της Εφορείας προχώρησε η υλοποίηση του έργου «Αποκατάσταση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών μνημείων Ν. Μεσσηνίας», το οποίο είχε ενταχθεί στο Γ' ΚΠΣ. Το 2005 ολοκληρώθηκαν τα δύο πρώτα υποέργα (Παναγία Χαλεβιδιώτισσα, το κωδωνοστάσιο της Κοίμησης στα Ξανθιάνικα Μηλέας). Κατά τη διάρκεια του 2006 εκτελέστηκαν εργασίες στα υπόλοιπα πέντε υποέργα.

Μελές Αρτεμίσιας
Καθολικό μονής Τιμίου Προδρόμου
 Στο υποέργο με αντικείμενο την αποκατάσταση του Καθολικού της μονής Τιμίου Προδρόμου Μελέ Αρτεμίσιας, μεταβυζαντινού ναού του τύπου του ελεύθερου σταυρού με τρούλο, κατάγραφου με σημαντικές τοιχογραφίες του 17ου και του 18ου αιώνα, ολοκληρώθηκαν την προηγούμενη χρονιά οι εργασίες αποκατάστασης της στέγης. Εντός του 2007 προχώρησαν και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης του δαπέδου και ο ευπρεπισμός του περιβάλλοντος χώρου του μνημείου (Εικ.6). Τέλος, τοποθετήθηκαν τα κουφωμάτα και το νέο τέμπλο, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη. Με τις εργασίες αυτές ουσιαστικά ολοκληρώθηκε το φυσικό αντικείμενο που αφορούσε στο Γ' ΚΠΣ.

Πραστείο
Παλαιό Καθολικό μονής Αγίων Θεοδώρων
 Σε συνέχεια των εργασιών του 2005, προχώρησε η στερέωση του παλαιού Καθολικού της μονής Αγίων Θεοδώρων Πραστείου (συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού των βυζαντινών χρόνων8), του πιο σύνθετου και απαιτητικού από τα έργα που εκτελεί η Εφορεία στο πλαίσιο του Γ' ΚΠΣ. Η κατάσταση του μνημείου ήταν τραγική (Εικ.7). Ο ημισφαιρικός θόλος του τρούλου, η ανατολική και η νότια καμάρα, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της κόγχης και του νότιου τοίχου είχαν καταρρεύσει. Επιπλέον, οι τρεις πλευρές του τυμπάνου του τρούλου, προς Α., παρουσίαζαν μεγάλη απόκλιση από την κατακόρυφο και κινδύνευαν άμεσα να καταρρεύσουν. Η επικάλυψη της στέγης του μνημείου ήταν ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα ο ζωγραφικός του διάκοσμος να έχει καταστραφεί στο μεγαλύτερο μέρος του. 

Τα ελάχιστα σωζόμενα σπαράγματα τοιχογραφιών, παρά τη στερέωσή τους κατά το παρελθόν από συντηρητές της Υπηρεσίας μας, υφίσταντο συνεχή φθορά από τα όμβρια ύδατα.
 Αρχικά, αποκαταστάθηκε το τόξο του ανατολικότερου από τα τρία τυφλά αψιδώματα που διαρθρώνουν πλαστικά το βόρειο τοίχο του ναού. Η αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε με χρήση λαξευτών θολιτών, σύμφωνα με την καμπύλη που προέκυψε από τους κατά χώραν σωζόμενους λίθους του τόξου του αψιδώματος. Στη συνέχεια, προχώρησε η αποκατάσταση του κεραμοπλαστικού διακόσμου στο τμήμα της τοιχοποιίας που εφάπτεται στα ανατολικά του αντίστοιχου τυφλού αψιδώματος. Στην αποκατάσταση των ζωνών του κεραμικού διακόσμου ακολουθήθηκε η αντίστοιχη οργάνωση του σωζόμενου τμήματος της τοιχοποιίας στο ανώτερο μέρος του βορειοδυτικού συνεπτυγμένου διαμερίσματος. Αποκαταστάθηκε μία φαρδύτερη ζώνη με πλίνθους σε χιαστί διάταξη, θέμα γνωστό και σε άλλα μνημεία της ευρύτερης περιοχής κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο. Τη συγκεκριμένη ζώνη επιστέφει μία στενότερη ταινία με λεπτά ρομβοειδή πλακίδια. Πάνω από τις πλίνθινες ζώνες κατασκευάστηκε λεπτός δόμος με λαξευτούς πωρόλιθους.
 Στην επόμενη φάση η εργασίες επικεντρώθηκαν στην ανακατασκευή της κεντρικής αψίδας του Ιερού Βήματος. Έγινε καθαίρεση των σαθρών τμημάτων της εξωτερικής παρειάς της τοιχοποιίας και αποκαταστάθηκε το τμήμα της έως το ύψος του παραθύρου. Κατά το χτίσιμο έγινε χρήση καλολαξευμένων πωρόλιθων και ειδικής σύστασης συνδετικού κονιάματος. Το παράθυρο αποκαταστάθηκε μονόλοβο με σταθμούς από λαξευτούς πωρόλιθους. Το τόξο του λαξεύθηκε σε μονολιθικό πωρόλιθο, πρακτική που εφαρμόζεται σε μνημεία της ευρύτερης περιοχής ήδη από τον πρώιμο 13ο αιώνα.
 Το επόμενο στάδιο των εργασιών περιελάμβανε τη διερεύνηση της θολοδομίας του νοτιοδυτικού γωνιακού διαμερίσματος. Μετά την αφαίρεση των θολιτών του τόξου που συνέδεε του ανατολικό τοίχο με το κτιστό τέμπλο, διαπιστώθηκε ότι ένα μεγάλο τμήμα της θολοδομίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος, καθώς και μέρος της νότιας παρειάς του ημικυλίνδρου της κόγχης της κεντρικής αψίδας, είχαν υποστεί εκτεταμένη μετασκευή κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, πιθανώς μετά από καταπόνηση του μνημείου από ισχυρό σεισμό. Μάλιστα, στα επισκευασμένα μέρη της τοιχοποιίας και της θολοδομίας είχε γίνει χρήση θολιτών από τα καθηρημένα τμήματα του μνημείου, ορισμένοι από τους οποίους διατηρούν και σπαράγματα τοιχογραφικού διακόσμου. Στα σαθρά τμήματα της νότιας παρειάς της αψίδας εντοπίστηκε λίθος με σπάραγμα γραπτής επιγραφής, που είχε αξιοποιηθεί σε β' χρήση ως δομικό υλικό. Παρόλο που η ακριβής θέση της επιγραφής δεν ήταν βέβαιη, αποφασίστηκε η ανεστραμμένη επανατοποθέτηση του λίθου στην ίδια περίπου θέση, με τρόπο ώστε η επιγραφή να είναι ορατή. Κατά την ανακατασκευή του τόξου μετώπου και του τεταρτοσφαιρίου της κεντρικής αψίδας αξιοποιήθηκε μέρος από το αυθεντικό δομικό της υλικό, διακοσμημένο με σπαράγματα τοιχογραφιών, που φυλασσόταν στο νεότερο Καθολικό της μονής. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκαν μεταλλικοί ελκυστήρες στη βάση των τόξων μετώπου της κατεστραμμένης ανατολικής καμάρας για την ενίσχυση της στατικής τους επάρκειας και αποκαταστάθηκαν το τόξο που συνέδεε του ανατολικό τοίχο με το κτιστό τέμπλο και η διαμήκης ημικυλιδρική καμάρα του διακονικού. Ακολούθως, ανακατασκευάστηκε με χρήση ξυλότυπου το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής καμάρας και αφαιρέθηκε με προσοχή το τμήμα της αργολιθοδομής που είχε κατασκευαστεί στους μεταβυζαντινούς χρόνους επάνω από το κτιστό τέμπλο του ναού. Στη φάση αυτή αποκαλύφθηκε η αρχική απόληξη του τέμπλου, που έφερε γραπτό διάκοσμο με απλά διακοσμητικά θέματα.

 Μετά την αποκατάσταση της στατικής επάρκειας των τόξων μετώπου των καμαρών, ανακατασκευάστηκε το τύμπανο του νότιου σταυρικού σκέλους. Στο συγκεκριμένο τμήμα της τοιχοποιίας έγινε χρήση αποκλειστικά λαξευμένων πωρόλιθων με περιορισμένη χρήση πλίνθων στους κατακόρυφους αρμούς, έτσι ώστε να διακρίνεται με σαφήνεια από τα αρχικά τμήματα της τοιχοποιίας του ναού, χωρίς να αλλοιώνεται αισθητικά η φυσιογνωμία του μνημείου. Στη συνέχεια, έγινε προσεκτική αφαίρεση του τοιχισμένου τμήματος του νότιου σταυρικού σκέλους. Αποκαλύφθηκαν και στερεώθηκαν τοιχογραφίες τόσο στο τμήμα του τυμπάνου του νότιου σταυρικού σκέλους όσο και στο ανατολικό μέτωπο της νοτιοδυτικής παραστάδας, που ανήκουν στον αρχικό διάκοσμο του μνημείου.
 Ακολούθησε η στεγάνωση της ανωδομής του ναού, με σκοπό την αποφυγή περαιτέρω φθοράς στις τοιχογραφίες και απόπλυσης του συνδετικού κονιάματος των τοίχων. 

Κατά τη φάση αυτή συμπληρώθηκε ο σωζόμενος κεραμοπλαστικός διάκοσμος του βορειοδυτικού γωνιακού διαμερίσματος και της κόγχης της πρόθεσης και αφαιρέθηκε το ακέραιο ηχητικό αγγείο που ήταν εντοιχισμένο στο βορειοδυτικό γωνιακό διαμέρισμα του ναού. Το αγγείο μεταφέρθηκε στο εργαστήριο συντήρησης της 26ης ΕΒΑ με απώτερο στόχο να ενταχθεί στο υπό σχεδίαση Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας.
 Μετά την πάροδο του αναγκαίου χρόνου για την απόκτηση της απαιτούμενης αντοχής των νέων συνδετικών κονιαμάτων στις καμάρες, επιχειρήθηκε η όρθωση, κατά το δυνατόν, των τριών πλευρών του τρούλου, που παρουσίαζαν πολύ μεγάλη απόκλιση (Εικ.8). Κατ’ αρχάς αφαιρέθηκαν από συντηρητές της 26ης ΕΒΑ τα σωζόμενα σπαράγματα των τοιχογραφιών στα σφαιρικά τρίγωνα και σε διάφορα σημεία του τυμπάνου του τρούλου. Στη συνέχεια, κατασκευάστηκαν ξύλινοι νάρθηκες, οι οποίοι, με τη μεσολάβηση προστατευτικών πλαισίων (φελιζόλ), εγκλώβισαν τα τοιχώματα των τριών πλευρών του τυμπάνου. Ακολούθως, χρησιμοποιήθηκαν συρματόσχοινα για την εφαρμογή δυνάμεων επαναφοράς με τη δέουσα σειρά και προσοχή, ώστε τα τμήματα που είχαν κλίση προς τα έξω να ορθωθούν κατά το δυνατόν, χωρίς να αλλοιωθεί η μορφή τους. Το εγχείρημα στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και ακολούθησε άμεσα η στερέωση των πλευρών του τρούλου στη νέα τους θέση με τη βοήθεια αρμολογημάτων και ενεμάτων και, κυρίως, μέσω της κατασκευής μιας κρυφής δοκού από οπλισμένο σκυρόδεμα (σενάζ) στη στέψη του τυμπάνου (Εικ.9). Οι αποτοιχισμένες τοιχογραφίες επανατοποθετήθηκαν, ενώ τα κατεστραμμένα τμήματα του πώρινου γείσου του τρούλου συμπληρώθηκαν. Οι τρεις κατεστραμμένες πώρινες υδρορροές αντικαταστάθηκαν με νέες κατ’ απομίμηση των αρχικών. Το επόμενο βήμα αφορούσε στην προετοιμασία για την κατασκευή του χυτού ημισφαιρικού θόλου του τρούλου, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη, η κατασκευή του οποίου έλαβε χώρα στις αρχές του επόμενου έτους. Οι εργασίες αποκατάστασης του ναού θα συνεχιστούν.



Μηλέα Μεσσηνιακής Μάνης
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Φαγκριανίκων
 Συνεχίστηκαν και ολοκληρώθηκαν το Νοέμβριο του 2006 οι εργασίες αποκατάστασης του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στα Φαγκριάνικα Μηλέας. Πρόκειται για σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρούλο, της παραλλαγής του απλού δικιόνιου, με μεταγενέστερο νάρθηκα και κωδωνοστάσιο μεταβυζαντινών χρόνων, κατάγραφο με τοιχογραφίες βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων9 (Εικ.10). Εσωτερικά στερεώθηκαν οι τοιχογραφίες του ναού, ενώ όπου κατέστη εφικτό, διερευνήθηκε το α' στρώμα ζωγραφικής, το οποίο καλύπτεται δυστυχώς από νεωτερικά ελαιοχρώματα. Στη συνέχεια, ξεκίνησαν οι εργασίες αποκατάστασης της στέγης του ναού. Αφαιρέθηκαν με ήπια μέσα τα σύγχρονα βιομηχανικά κεραμίδια που είχαν τοποθετηθεί πριν από μερικές δεκαετίες, καθώς και αρκετά από τα αδρανή υλικά που είχαν επιστρωθεί για τη διαμόρφωση των ρύσεων (Εικ.11). Δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατή η αφαίρεση της πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, που καλύπτει το σύνολο σχεδόν της οροφής, μιας και σε δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα σημεία της στέγης διαπιστώθηκε ότι προκαλούνταν ισχυροί κραδασμοί στους θόλους του μνημείου. Ως εκ τούτου, εξυγιάνθηκε στο μέτρο του δυνατού η άνω επιφάνεια της τσιμεντοκονίας και επικαλύφθηκε για λόγους στεγανοποίησης με πίσσα. Στη συνέχεια, βελτιώθηκαν οι απολήξεις της πλάκας, κυρίως στην ανατολική πλευρά του ναού, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα ενιαίο τριγωνικό αέτωμα. Ακολούθησε η ανακατασκευή της κεράμωσης με κορωναίικα κεραμίδια εκ περισυλλογής, κατά το λεγόμενο κολυμβητό σύστημα (Εικ.12). Τέλος, διευθετήθηκαν και οι υπόλοιπες λεπτομέρειες για την τελική διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του μνημείου, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη, και ουσιαστικά ολοκληρώθηκε το φυσικό αντικείμενο του ενταγμένου στο Γ' ΚΠΣ υποέργου.




Ασπρόχωμα Καλαμάτας
Ναός Ταξιάρχη
 Συνεχίστηκαν και κατά το 2006 οι εργασίες αποκατάστασης του ναού Ταξιάρχη Ασπροχώματος, μονόχωρου ναού με σύγχρονο κωδωνοστάσιο, αξιόλογου δείγματος της επίδρασης του νεοκλασικισμού στην περιοχή.
 Ολοκληρώθηκαν τα αρμολογήματα και τα επιχρίσματα σε ολόκληρο το μνημείο, καθώς και η αποκατάσταση του κωδωνοστασίου. Οι στέγες του επιστρώθηκαν με βυζαντινά κεραμίδια εκ περισυλλογής κατά το λεγόμενο ημικολυμβητό σύστημα. Ακολούθησε η στερέωση του γυναικωνίτη (νεότερη προσθήκη από σκυρόδεμα) με τη βοήθεια πολύ λεπτού μανδύα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Κατασκευάστηκε νέα ψευδοροφή κατ’ απομίμηση της παλαιάς και νέα δρύινα κουφώματα, τα οποία και τοποθετήθηκαν εν μέρει. Οι εργασίες αποκατάστασης του ναού θα συνεχιστούν.

Καλαμάτα
Ναός Μικρών Ταξιαρχών
 Στο τελευταίο υποέργο, με αντικείμενο την αποκατάσταση των όψεων του ναού των Μικρών Ταξιαρχών Καλαμάτας, μονόχωρου μνημείου με δίρριχτη στέγη και μονόλοβο κωδωνοστάσιο, εκτελέστηκαν οι ακόλουθες εργασίες:
 Ολοκληρώθηκε η επίχριση και το βάψιμο των όψεών του σε απόχρωση ώχρας, καθώς και η κατασκευή και τοποθέτηση νέων ξύλινων κουφωμάτων. Απέμεινε για το επόμενο έτος η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου ώστε να κλείσει το φυσικό αντικείμενο του έργου.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΕΡΟΥΣΗ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ- ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΙΠΑΣ

Κάστρο Καλαμάτας
 Σε συνέχεια των προσπαθειών του 2005 το πολυαναμενόμενο έργο «Στερέωση και Ανάδειξη Κάστρου Καλαμάτας» εντάχθηκε του Ιανουάριο του 2006 στο Γ' ΚΠΣ με φορείς υλοποίησης τη ΔΑΒΜΜ και την 26η ΕΒΑ.
 Στο πλαίσιο του εξειδικευμένου τεχνικού έργου θα πραγματοποιηθεί μια σειρά δόκιμων στερεωτικών επεμβάσεων για την επίλυση των προβλημάτων που παρουσιάζουν τα αποσαθρωμένα πρανή: οι ασυνέχειες θα καθαριστούν με νερό, τα επισφαλή τμήματα του βράχου θα καθαιρεθούν, τα διάκενα θα πληρωθούν με την κατασκευή λιθοδομών, θα διενεργηθούν τσιμεντοενέσεις και θα τοποθετηθούν ηλώσεις.
 Στο πλαίσιο της προετοιμασίας του υποέργου που ανέλαβε να εκτελέσει η Εφορεία προκειμένου να αποδώσει το χώρο του εσωτερικού περιβόλου στους επισκέπτες, πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα στον Πύργο-καταφύγιο (donjon) που βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία του εσωτερικού περιβόλου (βλ. παρακάτω Ανασκαφικές εργασίες).
 Συγχρόνως, ξεκίνησαν οι εργασίες σε συνεργασία με το Δήμο Καλαμάτας και τις αντίστοιχες υπηρεσίας ΔΕΚΟ για την υπογείωση των δικτύων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, που με τα εναέρια καλώδιά τους τραυμάτιζαν τόσο ακαλαίσθητα την εικόνα του κάστρου. Παράλληλα, προχώρησαν γοργά οι εργασίες διαμόρφωσης του χώρου του θεάτρου, προκειμένου αυτός να είναι κατάλληλος για να φιλοξενήσει τις πο- λιτιστικές εκδηλώσεις του καλοκαιριού. Κατασκευάστηκε καλαίσθητος αναλημματικός τοίχος από ξερολιθιά μεταξύ του χώρου του θεάτρου και της κύριας κλίμακας ανόδου του κάστρου και λίθινος ανοιχτός αγωγός για την απορροή των υδάτων της σκηνής. Κατά τις εργασίες υπογείωσης των καλωδίων εντοπίστηκε τμήμα του παλαιού λιθόστρωτου δρόμου, το οποίο στερεώθηκε και αναδείχθηκε.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΕΡΟΥΣΗ

ΛΟΙΠΕΣ ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
Εκτός Γ'ΚΠΣ και κατά κύριο λόγο από συνεργεία εργατοτεχνιτών της 26ης ΕΒΑ, πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες εργασίες:

Φαράγγι Κοσκάρακας
Γεφύρι Κοσκάρακας
 Ισχυρή νεροποντή την άνοιξη του 2006 προκάλεσε τη μερική καταστροφή των πλευρικών τοιχωμάτων και του καλντεριμιού του λιθόκτιστου τοξωτού γεφυριού της Κοσκάρακας, κτίσματος της τουρκοκρατίας. Δίπλα στο γεφύρι η νεροποντή αποκάλυψε τα ερείπια μονόχωρου ναϋδρίου, πιθανώς βυζαντινών χρόνων. Προκειμένου να αποφευχθεί η ολοκληρωτική καταστροφή του γεφυριού σε περίπτωση επανάληψης του φαινομένου, δρομολογήθηκε η άμεση αποκατάσταση των ζημιών. Οι εργασίες αποκατάστασης εκτελέστηκαν κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο από συνεργείο ειδικευμένων εργατοτεχνιτών της 26ης ΕΒΑ υπό την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού της Εφορείας Κ. Ηλιόπουλου.

Τσέρια
Ναός Αϊ-Στράτηγου
 Στον Αϊ-Στράτηγο Τσερίων, μονόχωρο ναό με ορθογωνική κόγχη του 18ου αιώνα, διαπιστώθηκε ότι η στέγη κινδύνευε άμεσα να καταρρεύσει, ενώ τα όμβρια ύδατα εισέρχονταν στο μνημείο προκαλώντας φθορές στο ζωγραφικό του διάκοσμο. Έπειτα από απόφαση της Εφορείας, επιδιορθώθηκαν τα ξύλινα ζευκτά της στέγης, ενώ στο πέτσωμα χρησιμοποιήθηκαν καλάμια κατά του παραδοσιακό τρόπο. Πάνω από το πέτσωμα τοποθετήθηκε ασφαλτόπανο. Η στέγη επιστρώθηκε με κορωναίικα κεραμίδια εκ περισυλλογής κατά το λεγόμενο ημικολυμβητό σύστημα. Οι εργασίες εκτελέστηκαν από ειδικευμένους εργατοτεχνίτες της 26ης ΕΒΑ υπό την επίβλεψη του πολιτικού μηχανικού της Εφορείας Κ. Ηλιόπουλου.

Άνω Καρδαμύλη
Πυργόσπιτο Μούρτζινων
 Στο συγκρότημα του Πύργου των Μούρτζινων στην Άνω Καρδαμύλη, όπου λειτουργεί το ένα από τα Μουσεία του Δικτύου Μουσείων Μάνης, κατέρρευσε μετά από ισχυρή νεροποντή η ξερολιθιά που οριοθετούσε τη νότια πλευρά της αυλής του Αγίου Σπυρίδωνα. Συνεργείο της 26ης ΕΒΑ αποκατέστησε του περίβολο.

Κουτήφαρι Θαλαμών
Ναός Αγίου Βασιλείου
 Στο ναό του Αγίου Βασιλείου στο Κουτήφαρι Μεσσηνιακής Μάνης - μονόχωρος τρουλαίος ναός βυζαντινών χρόνων με τοιχογραφίες δύο φάσεων- διαπιστώθηκε η ύπαρξη κατακόρυφης ρωγμής στο μονολιθικό υπέρθυρο του νότιου θυραίου ανοίγματος. Το πρέκι υποστυλώθηκε και η ρωγμή σφραγίστηκε με ειδική ρητίνη. Στη συνέχεια, κατασκευάστηκαν και τοποθετήθηκαν νέα ξύλινα κουφώματα στη νότια θύρα και στο παράθυρο της δυτικής πλευράς.
 Κατά τη διάρκεια αυτοψίας στο μνημείο το Σεπτέμβριο του 2006 διαπιστώθηκε ότι στο εσωτερικό του ναού είχε κατασκευαστεί δάπεδο από ορθογωνισμένους πωρόλιθους. Παρόλο που οι εργασίες εκτελέστηκαν χωρίς τη σχετική έγκριση της Υπηρεσίας, το αποτέλεσμα κρίνεται αρκετά ικανοποιητικό.

Κούμανι Νομιτσίου
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
Αντικαταστάθηκε η δυτική θύρα του ναού.



Ξανθιάνικα Μηλέας
Ενοριακός ναός Κοίμησης της Θεοτόκου
 Στον ενοριακό ναό της Κοίμησης Ξανθιανίκων, μία από τις σπάνιες περιπτώσεις ημισύνθετων τετρακιόνιων ναών με τρούλο στη χερσόνησο της Μάνης10, αναστηλώθηκε τα προηγούμενα χρόνια το μαρμάρινο κωδωνοστάσιο, έργο που χρηματοδοτήθηκε από το Γ' ΚΠΣ. Η επέμβαση αυτή κινητοποίησε του εφημέριο του ναού, πατέρα X. Μαλαντζή, ο οποίος, με τη συνδρομή των λιγοστών μόνιμων κατοίκων του χωριού, συγκέντρωσε χρήματα για την αντικατάσταση της στέγης του μνημείου, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Μετά από σχετική έγκριση της Υπηρεσίας μας, ένα τοπικό συνεργείο ανέλαβε το έργο υπό την επίβλεψη του επιστημονικού προσωπικού της 26ης ΕΒΑ. Οι εργασίες ξεκίνησαν με την προσεκτική αφαίρεση των κεραμιδιών. Στη συνέχεια, εξυγιάνθηκαν οι θόλοι και διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες ρύσεις με τσιμεντοκονία. Τοποθετήθηκαν κοίλα «βυζαντινά» κεραμίδια (Χαλκίδας) κατά το λεγόμενο κολυμβητό σύστημα. Ταυτόχρονα, με την παρουσία εργατοτεχνίτη της Υπηρεσίας μας, καθαιρέθηκαν τα σαθρά κονιάματα που κάλυπταν τις όψεις του μνημείου και αποκαλύφθηκε η τοιχοποιία του, στοιχείο που διευκόλυνε την κατανόηση της οικοδομικής του ιστορίας (Εικ.13). Στο τύμπανο του τρούλου αποκαλύφθηκαν δύο εντοιχισμένα πινάκια. Το ένα εξ αυτών ήταν σπασμένο και χρειάστηκε να αφαιρεθεί. Μετά τη συντήρησή του επανατοποθετήθηκε. Ορισμένα τμήματα του τυμπάνου του τρούλου καλύπτονταν με υδραυλικό κονίαμα, το οποίο στερεώθηκε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλεκτική εφαρμογή πλινθοπερίκλειστης τοιχοποιίας μόνο σε τμήμα της νότιας όψης του κυρίως ναού, καθώς και η αποκάλυψη στοιχείων του αρχικού παραθύρου που ανοιγόταν στο τύμπανο του βόρειου σταυρικού σκέλους. Βάσει των μορφολογικών και των κατασκευαστικών στοιχείων που αποκαλύφθηκαν, ο ναός θα μπορούσε να τοποθετηθεί μεταξύ Μου και 15ου αιώνα (Εικ.14). Έτσι, επιβεβαιώνεται η άποψη του Ν. Δρανδάκη ότι τα τέσσερα εξαιρετικής ποιότητας μεσοβυζαντινά μαρμάρινα κιονόκρανα, με τα ισάριθμα επιθήματα που τα επιστέφουν, έχουν χρησιμοποιηθεί εδώ σε β' χρήση11.

Λαγκάδα
Πύργος Καπιτσίνου
Κατά τη διάρκεια του 2006 εκτελέστηκαν, βάσει εγκεκριμένης μελέτης, εργασίες αποκατάστασης στον πύργο του Καπιτσίνου, υπό την επίβλεψη του επιστημονικού προσωπικού της 26ης ΕΒΑ. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στις αρχές του επόμενου έτους (2007) και υλοποιήθηκαν με δαπάνες του Δήμου Λεύκτρου.

Νιόκαστρο Πύλου
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
Ισχυρή νεροποντή προκάλεσε την κατάρρευση τμήματος του περιβόλου του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος εντός του Νιόκαστρου, που χτίστηκε αρχικά ως τζαμί του κάστρου που ανήγειραν οι Τούρκοι το 1573. Συνεργείο της 26ης ΕΒΑ αποκατέστησε το μαντρότοιχο με το ίδιο οικοδομικό υλικό.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΠΑΣ

ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ - ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
Η Εφορεία συνέχισε την προσπάθεια που άρχισε την προηγούμενη χρονιά με τους καθαρισμούς των κάστρων, επικεντρώνοντας την προσπάθεια σε εκκλησιαστικά μνημεία που είχαν καλυφθεί από την οργιώδη βλάστηση. Πρόκειται κυρίως για μικρών διαστάσεων ναούς, διαφόρων αρχιτεκτονικών τύπων. Καθαρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ο Άγιος Νικόλαος στην Αίπεια, ο Άγιος Βλάσιος και η Παναγίτσα Βαλύρας, ο Άγιος Δημήτριος στις Τούρλες, ο Άγιος Νικόλαος Αρσινόης, ο Άγιος Λάζαρος Ανδρομονάστηρου, η Κλησά-Πόρτη και η Κλησά-Κούκιε στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης κ.ά.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΕΡΟΥΣΗ

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
 Κατόπιν πρωτοβουλίας του ιερέα της κοινότητας Μίλα πραγματοποιήθηκε αυτοψία στο σπηλαιώδη ναό της Ζωοδόχου Πηγής ή Βραχοπαναγίτσα του Μίλα -το μνημείο δεν ήταν καταγεγραμμένο στα αρχεία της Εφορείας. Το εκκλησάκι βρίσκεται σε απόσταση 500 μ. περίπου από το φραγκικό Κάστρο του Μίλα, λαξευμένο σε φυσικό βράχο που υψώνεται πάνω από την αριστερή όχθη ενός μικρού ποταμού. Υπό το αμυδρό φως των κεριών διαπιστώθηκε η ύπαρξη ίχνους αγιογραφίας κάτω από την ασβεστωμένη επιφάνεια του βράχου. Μετά την επίσκεψη συντηρητών της Υπηρεσίας και την πραγματοποίηση ερευνητικών τομών, επιβεβαιώθηκε ότι σωζόταν στρώμα τοιχογράφησης και προγραμματίστηκαν εργασίες για την άνοιξη του επόμενου έτους. Στο ναό Αγίου Νικολάου, της οικογένειας Καμαρινέα, στους Δολούς, που σώζει τοιχογραφικό διάκοσμο του 18ου αιώνα, έγινε επικόλληση προστατευτικών γαζών σε όλο το μήκος των τοιχογραφιών πριν από την έναρξη των εργασιών αναστήλωσης. Στο ναό Αγίων Θεοδώρων Πραστείου, στο ναό Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Φαγκριανίκων Μηλέας και στο ναό Τιμίου Προδρόμου μονής Μελέ Αρτεμίσιας συνεχίστηκαν οι εργασίες συντήρησης τοιχογραφιών στο πλαίσιο του έργου αναστήλωσης των μνημείων (έργο Γ' ΚΠΣ). Στο ναό Αγίας Βαρβάρας Πηγών Αλαγονίας επανατοποθετήθηκαν στο τέμπλο ο αξιόλογος σταυρός επίστεψης και τα λυπηρά. Στο ναό Ζωοδόχου Πηγής, εντός του Κάστρου Ζαρνάτας, επανατοποθετήθηκε το ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο είχε συντηρηθεί στο εργαστήριο συντήρησης της Εφορείας (έργο Γ' ΚΠΣ)12. Συντηρήθηκε εφυαλωμένο πινάκιο που διακοσμεί του τρούλο του ναού Κοίμησης της Θεοτόκου στα Ξανθιάνικα Μηλέας και άρχισε η συντήρηση των μαρμάρινων, των κεραμικών και των μεταλλικών αντικειμένων που επιλέγονταν προκειμένου να συμπεριληφθούν στη μουσειολογική-μουσειογραφική μελέτη του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας.

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΩΝ
Παραδόθηκε στην Εφορεία από του Στ. Φλώρο ακέραιο κεραμικό χρηστικό αγγείο, προερχόμενο από τυχαία περισυλλογή σε αγροτεμάχιο του Δ.Δ. Αρτικίου, Δήμου Αετού, περιοχή εντελώς άγνωστη αρχαιολογικά. Πρόκειται για αβαφή οινοχόη με τριφυλλόσχημο χείλος, ωοειδές σώμα και κυλινδρικό λαιμό, που χρονολογείται στους υστερορρωμαϊκούς χρόνους. Η Εφορεία κίνησε τη διαδικασία χορήγησης αμοιβής στον Στ. Φλώρο, προκειμένου να επιβραβευθεί η πράξη του.

ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ - ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ - ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Καρδαμύλη
Αρχαιολογικός χώρος Καρδαμύλης
Σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Υπηρεσίες ΛΗ' ΕΠΚΑ και ΥΝΕΜΤΕΔΕ προωθήθηκε η προσωρινή οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου της Καρδαμύλης και προτάθηκε η επέκταση της προστατευόμενης περιοχής προς Α., ώστε να συμπεριληφθεί ο αξιόλογος οικισμός του Πετροβουνίου και η περιοχή του σημαντικού μεταβυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας Γούρνιτσας.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΑΛΜΠΑΝΗ

Αλτομιρά
Μονή Αγίου Γεωργίου
Η μονή του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στους προβούνους του Ταϋγέτου, πάνω από τα Σωτηριάνικα, μερικά μόνο χιλιόμετρα πριν από του οικισμό των Αλτομιρών (Εικ.15). Το συγκρότημα της μονής και κυρίως ο χώρος δυτικά και βόρεια του Καθολικού έχει αλλοιωθεί τα τελευταία χρόνια από πολύ κακής αισθητικής επεμβάσεις. Το Καθολικό ανήκει στον τύπο των μονόχωρων καμαροσκέπαστων ναών με μία τρίπλευρή αψίδα Ιερού Βήματος, χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής (Εικ.16). Παρόλο που η τοιχοποιία της αψίδας θυμίζει ανάλογες κατασκευές των βυζαντινών χρόνων, οι λεπτομέρειες στον τρόπο κατασκευής του παραθύρου της υποδεικνύουν οψιμότερη χρονολόγηση
για το κτίσμα, μάλλον στα πρώιμα χρόνια της τουρκοκρατίας. Το συγκρότημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.
 Στο χώρο του ναού φυλασσόταν μαρμάρινος οκταγωνικός κιονίσκος τέμπλου με συμφυές κιονόκρανο, πανομοιότυπος ως προς το διάκοσμο και τις τεχνικές λάξευσης με μανιάτι- κα γλυπτά του 12ου αιώνα. Ο κιονίσκος μεταφέρθηκε πριν από μερικά χρόνια στην αποθήκη της 26ης ΕΒ A προκειμένου να συντηρηθεί, ενώ πρόκειται να περιληφθεί στη σχεδιαζόμενη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας. Μαρμάρινος πεσσίσκος μέσο βυζαντινών χρόνων έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη της βόρειας πτέρυγας της μονής.

Κέντρο (πρώην Γαϊτσές)
Ναός Αγίου Θεοδώρου Ανατολικού
 Στην πλαγιά του λόφου ανατολικά του μικρού οικισμού Ανατολικό (πρώην Νερίντα ή Πρίντα) του οροπεδίου των Γαϊτσών Μεσσηνιακής Μάνης, πραγματοποιήθηκε αυτοψία στον ερειπωμένο ναό του Αγίου Θεοδώρου καθ’ υπόδειξη του αρχαιοφύλακα Μάνης Σπ. Νίκα. Πρόκειται για μικρό μονόχωρο οικοδόμημα με μία ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά. Δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί εάν επρόκειτο για θολοσκεπές ή ξυλόστεγο κτίσμα. 
Η τοιχοποιία του συνίσταται από αργούς ή ημίεργους λίθους, συνδετικό κονίαμα και τεμάχια πλίνθων. Το τόξο μετώπου του τεταρτοσφαιρίου της αψίδας είναι φτιαγμένο από λαξευτούς θολίτες καλά συναρμοσμένους. Διακρίνονται ελάχιστα σπαράγματα τοιχογραφιών. Η μορφή της τοιχοποιίας υποδεικνύει χρονολόγηση του κτίσματος στους βυζαντινούς χρόνους, πιθανώς στην ύστερη βυζαντινή περίοδο. Για την ακριβέστερη χρονολόγηση του ναού απαιτείται η διεξαγωγή πρόσθετης αρχαιολογικής έρευνας στο μνημείο.

Ναός Αγίου Ιωάννη
Στις παρυφές του συνοικισμού της Χώρας Γαϊτσών, στην αρχή του μονοπατιού που οδηγεί προς την ερειπωμένη μονή Χελμού13, σώζεται σε ερειπιώδη κατάσταση ο ναός του Αγίου Ιωάννη. Πρόκειται για μονόχωρο καμαροσκέπαστο κτίσμα, οι πλάγιοι τοίχοι του οποίου διαρθρώνονται εσωτερικά με δύο τυφλά αψιδώματα σε κάθε πλευρά. Ελλείψει ανασκαφικών ή επιγραφικών δεδομένων, θα προτείναμε μια γενική ένταξη του μνημείου στα πρώιμα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου Κέντρου (πρώην Μπίλιοβα)
Μονόχωρο ξυλόστεγο ναΰδριο με μία κρεμάμενη ορθογωνική αψίδα στα ανατολικά που στηρίζεται σε μονολιθικό πώρινο πρόβολο (Εικ.17). Στη δυτική πλευρά, δεξιά της θύρας, διαμορφώνεται τυφλό αψίδωμα. Οι τοίχοι είναι χτισμένοι με αργούς ή ημίεργους λίθους, άφθονα τεμάχια πλίνθων και συνδετικό κονίαμα. Ο ναός, λόγω του μικρού μεγέθους του, δεν διέθετε τέμπλο.
 Στο εσωτερικό του διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση αξιόλογες τοιχογραφίες14. Στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας παριστάνεται στηθαία η Θεοτόκος δεόμενη με το μικρό Χριστό μπροστά της να ευλογεί και με τα δύο του χέρια (Εικ.18). Στον ημικύλινδρο εικονίζονται τέσσερις συλλειτουργούντες ιεράρχες, από αριστερά ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος και ο Αθανάσιος. Στην όψη της κτιστής τράπεζας παριστάνεται, ως συνήθως, ο προφήτης Ιωνάς να εξεμείται από το στόμα οφιοειδούς κήτους. Το τύμπανο του ανατολικού αετώματος κοσμεί η Φιλοξενία του Αβραάμ και πιο κάτω μοιρασμένη στα δύο μέτωπα της αψίδας η παράσταση του Ευαγγελισμού. Στο βόρειο τοίχο της πρόθεσης έχει ιστορηθεί, κατά τα συνήθη, το όραμα του Πέτρου Αλεξανδρείας. Οι πλάγιοι τοίχοι του ναού χωρίζονται σε δύο ζώνες. Στην κάτω εικονίζονται ολόσωμοι άγιοι και η τρίμορφη Δέηση με του Χριστό ένθρονο, ενώ η πάνω ζώνη περιλαμβάνει σκηνές του χριστολογικού κύκλου, μικρογραφικά αποδοσμένες. Βάσει εικονογραφικών και τεχνοτροπικών στοιχείων το έργο, που διακρίνεται για την ποιότητά του, θα μπορούσε να χρονολογηθεί γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα.

Ναός Αγίου Νικολάου Κέντρου
 Πρόκειται για μικρό ξυλόστεγο κοιμητηριακό ναό με μία ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά. Στο μέσον της δυτικής πλευράς ανοίγεται η μοναδική τοξωτή θύρα εισόδου στο μνημείο (Εικ.19). Οι σταθμοί και το τόξο της είναι φτιαγμένα από λαξευτούς πωρόλιθους, ενώ μονή σειρά πλίνθων οριοθετεί μόνον το εξωρράχιο του τόξου. Πάνω από την είσοδο διαμορφώνεται τυφλό υψίκορμο αψίδωμα, που προοριζόταν προφανώς για την ιστόρηση του επώνυμου αγίου. Στο εσωτερικό διακρίνονται σε κακή κατάσταση δύο στρώματα εντοίχιου ζωγραφικού διακόσμου, τα οποία είχαν επισημανθεί ήδη κατά την πρώτη συνοπτική παρουσίαση του μνημείου από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό την εποπτεία του αείμνηστου Ν. Δρανδάκη15. Το αρχαιότερο διατηρείται στην αψίδα και αποσπασματικά στο νότιο τοίχο. Στο τεταρτοσφαίριο εικονίζεται η Θεοτόκος δεομένη και πιο κάτω τέσσερις συλλειτουργούντες ιεράρχες, ενώ στον άξονα της αψίδας διακρίνεται η τράπεζα από την παράσταση του Μελισμού. Στο νότιο τοίχο, κάτω από την εντυπωσιακή έφιππη μορφή του αγίου Δημητρίου, που ανήκει στο δεύτερο στρώμα τοιχογράφησης, διακρίνεται το κεφάλι της Θεοτόκου από την αρχική ιστόρηση, στραμμένο κατά τα τρία τέταρτα προς τα δεξιά (Εικ.20). 
 Η μορφή της Θεοτόκου, προφανώς μέρος μιας μεγαλύτερης παράστασης με θέμα την τρίμορφη Δέηση, που ακόμη πρέπει να σώζεται κάτω από του έφιππο άγιο της Θεσσαλονίκης, δεν ήταν ορατή το 1981, όταν επισκέφθηκε το μνημείο η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι αρχικές τοιχογραφίες αποτελούν καλής ποιότητας έργο της ύστερης βυζαντινής περιόδου, πιθανώς του Μου αιώνα. Αξιόλογες είναι και οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος, το οποίο μπορεί να χρονολογηθεί, βάσει τεχνοτροπικών κριτηρίων, περί τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οροβά
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
 Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων νοτιοανατολικά του μικρού οικισμού της Οροβάς, στην περιοχή του Κάμπου Αβίας, βρίσκεται η ερειπωμένη εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (Εικ.21). Πρόκειται για σταυρεπίστεγο ναό της A3 παραλλαγής, σύμφωνα με την κατάταξη του Α. Ορλάνδου, η θολοδομία του οποίου έχει καταρρεύσει, σώζεται ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των πλάγιων τοίχων του και τμήματα των τυμπάνων της εγκάρσιας κεραίας. 
Ο δυτικός τοίχος έχει, σχεδόν στο σύνολό του, γκρεμιστεί. Στα ανατολικά προβάλλει μία τρίπλευρη εξωτερικά αψίδα, χτισμένη στο ανώτερο τμήμα της κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής. Οι ορθογωνικοί πωρόλιθοι έχουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, λιθολογηθεί (Εικ.22). 

Διακρίνονται πια μόνον τα αποτυπώματά τους. Στα κατώτελοιπά τμήματα είναι χτισμένα με ημίεργους λίθους, τεμάχια πλίνθων και άφθονο συνδετικό κονίαμα. Κατά τόπους διατηρούνται δείγματα αυθεντικών πατητών αρμολογημάτων. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος περιορίζεται σήμερα σε μία πλίνθινη ταινία τεθλασμένης γραμμής που διαθέει τη νότια όψη, ορίζοντας τη γένεση του τυμπάνου της εγκάρσιας κεραίας (Εικ.21).



 Στο εσωτερικό διακρίνονται δύο στρώματα αξιόλογων τοιχογραφιών, αμφότερα της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Το παλαιότερο σώζεται αποσπασματικά κυρίως στο εσωρράχιο του νοτιοδυτικού αψιδώματος και η ακριβής χρονολόγησή του στην παρούσα φάση κρίνεται επισφαλής. Το δεύτερο στρώμα σώζεται σε μεγαλύτερη έκταση και καλύπτει μέρος των επιφανειών της αψίδας, καθώς και του ανατολικού και του νότιου τοίχου. Το τεταρτοσφαίριο της κόγχης κοσμεί εντυπωσιακή παράσταση ένθρονης βρεφοκρατούσας Θεοτόκου, το πρόσωπο της οποίας έχει δυστυχώς καταστραφεί λόγω της αποκόλλησης δύο εκ των κορυφαίων θολιτών του τόξου μετώπου του τεταρτοσφαιρίου. Πιο κάτω, στον ημικύλινδρο παριστάνονταν τέσσερις συλλειτουργούντες ιεράρχες με πολυσταύρια, από τους οποίους σώζονται μόνον οι τρεις. Αριστερά της αψίδας του διακονικού εικονίζεται μετωπικά διάκονος σε φυσικό μέγεθος. Το νότιο τύμπανο της εγκάρσιας κεραίας κοσμούσε η παράσταση της τρίμορφης Δέησης, από την οποία διατηρείται μόνον η μορφή του Προδρόμου. Ο τελευταίος στρέφεται δεόμενος προς του άξονα της παράστασης, όπου κάποτε θα δέσποζε η μορφή του Χριστού. Στα μέτωπα του νοτιοδυτικού αψιδώματος εικονίζονται από ένας όρθιος στρατιωτικός άγιος, ενώ το τύμπανο του ίδιου αψιδώματος κοσμεί μετωπική μορφή αρχαγγέλου σε φυσικό μέγεθος (Εικ.23). Οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος αποτελούν έργο ζωγράφου ενήμερου για τις προοδευτικές τάσεις της παλαιολόγειας ζωγραφικής, όπως αυτές αποτυπώνονται σε κορυφαία έργα της πρωτεύουσας του Δεσποτάτου του Μορέως, τον Μυστρά. Η χρονολόγησή τους στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα, ίσως και λίγο αργότερα, φαίνεται αρκετά πιθανή. Η αναλυτική δημοσίευση του μνημείου πρόκειται να μας απασχολήσει σε αυτοτελή μελέτη.




Λάκκος
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

 Καθ’ υπόδειξη του αρχαιοφύλακα Μάνης Σπ. Νίκα, πραγματοποιήθηκε αυτοψία στον ερειπωμένο ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στις νότιες παρυφές του μικρού οικισμού του Λάκκου, στην περιοχή του Πραστείου Μεσσηνιακής Μάνης. 
Πρόκειται για μονόχωρο ξυλόστεγο ναΰδριο των βυζαντινών χρόνων, άγνωστο στην επιστημονική κοινότητα. Η κεντρική αψίδα του Ιερού Βήματος προβάλλει ελαφρώς στο μέσον του ανατολικού τοίχου και έχει σε κάτοψη ορθογώνιο σχήμα. 
Οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού είναι μικρότερες και εγγράφονται στο πάχος του ανατολικού τοίχου (Εικ.24). Η μοναδική θύρα εισόδου στο ναό ανοιγόταν στο μέσον της δυτικής του πλευράς. 
Η τοιχοποιία του συνίσταται από ημίεργους λίθους, ορθογωνισμένους πωρόλιθους, συνδετικό κονίαμα και λιγοστά τεμάχια πλίνθων. Με καλύτερο τρόπο είναι δομημένη η αψίδα του Ιερού, στην οποία έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευτοί πωρόλιθοι. Με ορθογωνισμένους πωρόλιθους είναι φτιαγμένες και οι γωνίες του ναού. 
Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος περιορίζεται σε μία ταινία τεθλασμένης γραμμής, που φαίνεται ότι περιέτρεχε εξωτερικά και τις τρεις πλευρές της αψίδας. Ίχνη τοιχογραφιών δεν διακρίνονται. 
Στην πρόθεση του ναού είναι αποτεθειμένη μαρμάρινη βάση ιωνικού τύπου, πιθανώς παλαιοχριστιανικών χρόνων. 
Στο μνημείο απόκεινται και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη, μεταξύ αυτών και απότμημα γείσου από ταινάριο λίθο, αβέβαιης χρονολόγησης, που μάλλον είχε επαναχρησιμοποιηθεί στην κατεστραμμένη σήμερα δυτική θύρα του ναού. 
Ο ναός, βάσει μορφολογικών και κατασκευαστικών στοιχείων, θα μπορούσε να χρονολογηθεί στην ύστερη βυζαντινή περίοδο.



Καστάνια
Ναός Αγίου Πέτρου
Κατά τη διάρκεια αυτοψίας στο ναό του Αγίου Πέτρου16 εντοπίστηκαν αφημένα στο χώρο του Ιερού Βήματος δύο λίθινα φράγματα παραθύρων. Το ένα εξ αυτών ήταν αρχικά τοποθετημένο στο δυτικό λοβό του δίλοβου παραθύρου που ανοίγεται στο τύμπανο του νότιου σταυρικού σκέλους του ναού και παραμένει άγνωστο το πότε ακριβώς αποσπάστηκε από την αρχική του θέση17. Τα δύο φράγματα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη της 26ης ΕΒΑ, στην Καλαμάτα, προκειμένου να συντηρηθούν, ενώ πρόκειται να συμπεριληφθούν στο σχεδιαζόμενο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας.

Ναός Αγίου Προκοπίου
Μεταφέρθηκαν για λόγους φύλαξης και συντήρησης όλα τα αρχιτεκτονικά γλυπτά που φυλάσσονταν στο εσωτερικό και στον προαύλιο χώρο του ναού του Αγίου Προκοπίου Καστάνιας18. Ορισμένα από αυτά, όπως λ.χ. ο μεγάλος μαρμάρινος οκταγωνικός κιονίσκος με το συμφυές κιονόκρανο19 και ένα τραπεζιόσχημο επίθημα, προφανώς από το ίδιο σύνολο, πρόκειται να εκτεθούν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας.

Άμφεια (πρώην Γαρδίκι)
Σπηλαιώδης ναός Αγίων Αναργύρων
Έξω από του οικισμό της Άμφειας, πολύ κοντά στις όχθες του χειμάρρου Ξερίλα, βρίσκεται ο σπηλαιώδης ναός των Αγίων Αναργύρων. Το μνημείο είναι γνωστό στην επιστημονική κοινότητα χάρη στη δημοσίευση του Κ. Καλοκύρη, ο οποίος περιορίστηκε στη μελέτη των μεταβυζαντινών τοιχογραφιών που κοσμούν την κύρια όψη του κτιστού τέμπλου του20. Προσεκτικότερη παρατήρηση αποκάλυψε ίχνη διαχρονικής λατρείας στο σπήλαιο. Σε έναν από τους παράπλευρους χώρους του, βορείως του ναού, σώζεται λαξευμένη κόγχη διακοσμημένη με ανάγλυφο σταυρό (Εικ.25), με πεπλατυσμένα άκρα κεραιών, που δεν αποκλείεται να ανάγεται ακόμη και στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους ή στους λεγάμενους σκοτεινούς αιώνες. Η αρχαιότερη φάση τοιχογράφησης του σπηλαίου σώζεται πίσω από το κτιστό τέμπλο, στο χώρο που επέχει θέση Ιερού Βήματος. Σε ένα λάξευμα που μοιάζει με τεταρτοσφαίριο κόγχης εικονίζεται η Θεοτόκος δεομένη, με του Χριστό σε μετάλλιο, σήμερα κατεστραμμένο (Εικ.26). 
 Πιο κάτω παριστάνεται ο Χριστός σε κόκκινου χρώματος δόξα, στον τύπο του Αναπεσόντος, πλαισιωμένος από τη Θεοτόκο και όμιλο αγγέλων. Ο σπάνιος αυτός εικονογραφικός τύπος, πηγή έμπνευσης του οποίου υπήρξε ένα κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, κάνει την εμφάνισή του στη μνημειακή ζωγραφική γύρω στα τέλη του 13ου αιώνα. Ευάριθμα είναι τα παραδείγματα παλαιολόγειων εκκλησιών της Πελοποννήσου που έχουν συμπεριλάβει την παράσταση αυτή στο εικονογραφικό τους πρόγραμμα, τα οποία χρονολογούνται κυρίως περί τα μέσα του Μου αιώνα. Στον ίδιο χώρο του σπηλαίου, αριστερά του Χριστού, διακρίνεται ζεύγος ολόσωμων ιεραρχών, εκ των οποίων ο ένας είναι μετωπικός με τα χέρια προτεταμένα σε στάση δέησης, ενώ ο άλλος στρέφει ελαφρώς το κεφάλι του προς τα δεξιά. Ο τρόπος εκτέλεσης των τοιχογραφιών είναι επίπεδος και γραμμικός, με το πράσινο χρώμα να κυριαρχεί στους προπλασμούς. Η χρονική ένταξή τους γύρω στα μέσα του Μου αιώνα φαίνεται πιθανή.
Σε άλλο σημείο του Ιερού Βήματος, στο θόλο του σπηλαίου, σώζεται αποσπασματικά και σε κακή κατάσταση παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα σε μετάλλιο, πλαισιωμένου από τα ζώδια των ευαγγελιστών. Η κατάσταση διατήρησης της ζωγραφικής επιφάνειας δεν επιτρέπει προς το παρόν την ακριβέστερη χρονολόγηση της παράστασης.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων βορειοδυτικά του ναού των Αγίων Αναργύρων σώζεται μικρότερος σπηλαιώδης ναός με λιγοστά σπαράγματα τοιχογραφιών των μεταβυζαντινών χρόνων, που οι ντόπιοι θεωρούν ότι ήταν επίσης αφιερωμένος στους Αγίους Αναργύρους.

Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου (Παναγίτσα)
 Ο ναός της Παναγίτσας, παρά τη μονή Γαρδικίου, πίσω από το γήπεδο της Άμφειας, έχει δημοσιευθεί από του Κ. Καλοκύρη, ο οποίος εστίασε κυρίως στη μελέτη των τοιχογραφιών που σώζονται αποσπασματικά στο εσωτερικό του μνημείου. Οι τοιχογραφίες αυτές, που ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους, χρονολογήθηκαν στις αρχές του 17ου αιώνα και συνδέθηκαν πειστικά με το φημισμένο εργαστήριο των Μόσχων21. Προσεκτική παρατήρηση της τοιχοποιίας κατέδειξε ότι αρχικά επρόκειτο για σταυρεπίστεγο ναό της Α2 παραλλαγής, ολόκληρη η θολοδομία του οποίου έχει καταρρεύσει. Σώζονται, ωστόσο, τμήματα από τα τυφλά αψιδώματα που διάρθρωναν την εγκάρσια κεραία του σταυρού, θυμίζοντας την παρόμοια περίπτωση του Αγίου Δημητριού στις Τούρλες Καλαμάτας. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι τόσο η τοιχοποιία όσο και ο τρόπος κατασκευής του παραθύρου της αψίδας υποδεικνύουν ότι ο αρχικός ναός είναι κατά πολύ αρχαιότερος του Που αιώνα. Βάσει μορφολογικών στοιχείων, μια χρονολόγηση του αρχικού ναού στο 14ο αιώνα δεν φαίνεται αβάσιμη. Στο νότιο τοίχο του Ιερού Βήματος, κάτω από τις μεταβυζαντινές τοιχογραφίες, διαπιστώθηκε η ύπαρξη παλαιότερου στρώματος ζωγραφικής, πιθανώς της ύστερης βυζαντινής περιόδου.
 Δυστυχώς, το 2006 το μνημείο υπέστη βέβηλη ανακαίνιση που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την κατασκευή δαπέδου με νεωτερικά κεραμικά πλακίδια, κτιστού τέμπλου και κτιστών προσκυνηταρίων στους πλάγιους τοίχους του κυρίως ναού, που κάλυψαν ευτυχώς λιγοστές μόνον από τις πολύ αξιόλογες τοιχογραφίες του μνημείου.
 Στον αύλειο χώρο του ναού εντοπίστηκε και μεταφέρθηκε στην αποθήκη της 26ης ΕΒA κυλινδρική πλίνθος από στυλίσκο υποκαύστων ρωμαϊκού ή παλαιοχριστιανικού λουτρού. Σημειώνουμε ότι σε μικρή απόσταση από την Παναγίτσα, νότια του παρακείμενου οικισμού της Άνθειας, σώζονται τα εντυπωσιακά κατάλοιπα λουτρού των ρωμαϊκών χρόνων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε σπάνιες περιπτώσεις παρόμοιες κυλινδρικές πλίνθοι έχουν χρησιμοποιηθεί σε β' χρήση στον κεραμοπλαστικό διάκοσμο μνημείων της ύστερης βυζαντινής περιόδου22.

ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗΣ

Αρχαία Μεσσήνη (πρώην Μαυρομάτι Ιθώμης) 
Ναός Κλησά-Πόρτη
Κατά τη διάρκεια του καθαρισμού του ναού Κλησά- Πόρτη, πολύ κοντά στην Αρκαδική Πύλη της Αρχαίας Μεσσήνης, εντοπίστηκε η λίθινη βάση περιρραντηρίου, φωτογραφία της οποίας είχε δημοσιεύσει πριν από 40 και πλέον χρόνια ο Α. Ορλάνδος23. Επειδή ο ναός βρίσκεται μακριά από το φυλασσόμενο αρχαιολογικό χώρο αποφασίστηκε η μεταφορά του αρχιτεκτονικού μέλους στην αποθήκη της 26ης ΕΒΑ.

Αρσινόη (πρώην Σιμίζα)
Ναός Αγίου Νικολάου
Σε λόφο νοτιοδυτικά του οικισμού της Ασινόης (πρώην Σιμίζα) βρίσκεται ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Νικολάου. Πρόκειται για μονόχωρο ναΰδριο, πιθανώς ξυλόστεγο, στα ανατολικά του οποίου προβάλλει μία ημικυλινδρική αψίδα (Εικ.27). Ο δυτικός τοίχος του έχει καταρρεύσει. Στο ανατολικό πέρας των πλάγιων τοίχων ανοίγονταν μικρές τοξωτές θύρες, σήμερα τοιχισμένες. Ίχνη από δοκοθήκες κατά μήκος της βόρειας και της νότιας πλευράς υποδεικνύουν ότι ο ναός πλαισιωνόταν από πλάγιους ξυλόστεγους χώρους. Με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί εάν οι χώροι αυτοί ήταν περίκλειστοι, είχαν δηλαδή τη μορφή πλάγιων κλιτών, ή ημιυπαίθριοι (πλάγιες στοές). Η τοιχοποιία του ναού συνίσταται από μεγάλες πέτρες- συλήματα από τα μνημεία της πλησιόχωρης Αρχαίας Μεσσήνης- μικρότερους λίθους και συνδετικό κονίαμα, ενώ στους αρμούς παρεμβάλλονται άφθονα τεμάχια πλίνθων. Σε ορισμένα σημεία διακρίνονται εντοιχισμένες σε β' χρήση βάσεις από αρχαίες επιτύμβιες στήλες, προφανώς από το γειτονικό νεκροταφείο της Μεσσήνης. Στις πλάγιες όψεις του ναού, μεταξύ των λίθων, παρεμβάλλονται και σειρές πλίνθων. Τα τόξα των πλάγιων θυρών και του παραθύρου της αψίδας είναι πλίνθινα, ενώ οι σταθμοί τους είναι φτιαγμένοι από κανονική τοιχοποιία. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος περιορίζεται σε μία οδοντωτή ταινία που περιτρέχει τον ημικύλινδρο της κόγχης οριοθετώντας και το εξωρράχιο του τόξου του παραθύρου της. Παρόμοια ταινία σώζεται αποσπασματικά στο σωζόμενο τμήμα του δυτικού τοίχου, η οποία θα οριοθετούσε, μάλλον, το τόξο της κατεστραμμένης σήμερα δυτικής εισόδου. Ο ναός μπορεί να χρονολογηθεί, βάσει μορφολογικών και τυπολογικών στοιχείων, στα τέλη του 10ου ή στο α' μισό του 11ου αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Μεσσηνία έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα μια αρ- κετά διευρυμένη ομάδα ναών με παρόμοια χαρακτηριστικά (Άγιος Νικόλαος Ριζοχωριού, Άγιος Νικόλαος Κουρτακίου, Άγιος Ιωάννης Ριγανάς Μαυροματίου κ.ά.) που μπορούν να χρονολογηθούν στην περίοδο αυτή24.

Ναός Αγίου Δημητριού
Σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων βορειοανατολικά του Αγίου Νικολάου σώζεται ο μονόχωρος ξυλόστεγος ναός του Αγίου Δημητρίου, στα ανατολικά του οποίου προβάλλει μια ημικυλινδρική αψίδα. Η τοιχοποιία του ναού αποτελείται από ημίεργους λίθους και συνδετικό κονίαμα. Σε αρκετά σημεία έχουν επαναχρησιμοποιηθεί βάσεις αρχαίων επιτύμβιων στηλών από το παρακείμενο νεκροταφείο της Μεσσήνης. Εσωτερικά ο ναός δεν έχει επιχριστεί, ενώ δεν σώζεται τέμπλο. Βάσει μορφολογικών δεδομένων, η ανέγερση του ναού θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο 19ο αιώνα.

Βαλύρα
Ναός Αγίας Τριάδας
Στη θέση Μυλόλακκα Βαλύρας, βορείως της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίτσας25, στα δυτικά του Δ.Δ. Βαλύρας, Δήμου Ιθώμης, σώζονται τα ερείπια μικρού ναού των βυζαντινών χρόνων, αφιερωμένου πιθανώς σύμφωνα με την προφορική παράδοση στην Αγία Τριάδα (κατά άλλους στην Αγία Παρασκευή). Πρόκειται για μονόχωρο ναΰδριο, η αψίδα του οποίου έχει εσωτερικά και εξωτερικά ημικυκλικό σχήμα26. Η τοιχοποιία του συνίσταται από ημίεργους λίθους, τεμάχια πλίνθων και άφθονο συνδετικό κονίαμα και προκρίνει τη χρονολόγηση του ναού στην ύστερη βυζαντινή περίοδο.

Ναός Αγίου Πέτρου
Στη θέση Σέλικα, στα όρια των οικισμών Βαλύρας και Λάμπαινας, υψώνονται τα ερείπια ναού που, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν αφιερωμένος στον άγιο Πέτρο. Από το μνημείο σώζεται καλύτερα ο βόρειος τοίχος του, που σε κάποια σημεία ξεπερνά σε ύψος τα 2μ. Ο ανατολικός τοίχος και η αψίδα έχουν καταστραφεί. Η τοιχοποιία του συνίσταται από εναλλασσόμενες σειρές λίθων και πλίνθων. Πρόκειται για κτίριο των βυζαντινών χρόνων, η ακριβέστερη χρονολόγηση του οποίου προϋποθέτει τη διεξαγωγή σε αυτό ανασκαφικής έρευνας.

Ανω Βούταινα
Κάστρο
 Τον Απρίλιο του 2006, καθ’ υπόδειξη του Ν. Παναγιωτόπουλου, πραγματοποιήθηκε αυτοψία στο ερειπωμένο Κάστρο της Βούταινας. Πρόκειται για ένα μικρό οχυρό, στην κορυφή υψώματος δυτικά του οικισμού της Ανω Βούταινας. Από το κάστρο διατηρούνται μόνο λείψανα ενός πύργου και μία κτιστή καμαροσκέπαστη δεξαμενή ορθογώνιας κάτοψης (Εικ.28). Τα τείχη που προστάτευαν το μικρό οχυρό έχουν σχεδόν στο σύνολό τους καταρρεύσει, δεν είναι δύσκολο όμως να παρακολουθήσει κανείς την πορεία τους. Το κάστρο φαίνεται ότι ακολουθούσε τη διαμόρφωση του εδάφους, οχυρώνοντας την κορυφή του υψώματος.
 Το μικρό οχυρό της Βούταινας δεν είναι άγνωστο στην επιστημονική κοινότητα27. Μνημονεύεται στις γραπτές πηγές με διάφορα παρεμφερή τοπωνύμια, που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ταύτισή του. Το 1422 στο «Χρονικό των Τόκκων» αναφέρεται ότι ο Ercole Tocco (νόθος γιος του Carlo A' Tocco) προσέτρεξε σε βοήθεια του τελευταίου πρίγκιπα της Αχαΐας Centurione B' Zaccaria, στην κυριότητα του οποίου είχε στο μεταξύ απομείνει μόνον το Κάστρο της Αρκαδιάς/Κυπαρισσίας. Από εκεί ο Ercole «εξόρμησεν και εκούρσευσε εις των Ρωμαίων του τόπον / την Γιάννιναν, την Γούταιναν, τα Χιλιοχώρια όλα»28. Λίγες δεκαετίες αργότερα το οχυρό της Βούταινας αναφέρεται σε δύο καταλόγους κάστρων του 1450 (Vurinax)29 και του 1463 (Vutina)30.



ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΥΛΙΑΣ

Κυνηγός
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
 Μερικά χιλιόμετρα βόρεια του Δ.Δ. Κυνηγού, Δήμου Πύλου, σώζεται ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Πρόκειται για σταυρόσχημης κάτοψης ναΰδριο, χωρίς τρούλο, με μία ημικυλινδρική αψίδα στα ανατολικά (Εικ.29). Στα δυτικά του ναού προστέθηκε στους νεότερους χρόνους προστώο από οπλισμένο σκυρόδεμα, που επιβάρυνε αισθητικά την εικόνα του μνημείου. Η τοιχοποιία του καλύπτεται εξωτερικά και εσωτερικά με επίχρισμα, που δυσκολεύει τη μελέτη της οικοδομικής του ιστορίας. Διαφαίνεται, ωστόσο, ότι πρόκειται για κτίριο του τέλους του 19ου ή των αρχών του 20ού αιώνα, το οποίο ενσωμάτωσε έναν ερειπωμένο βυζαντινό ναό του τύπου του ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι έργο των νεότερων χρόνων. Το δάπεδο του ναού είναι επιστρωμένο με τετράγωνες μαλτεζόπλακες. Εσωτερικά ο ναός είναι ασβεστωμένος. Ίχνη τοιχογραφιών δεν διακρίνονται. Το κατώτερο τμήμα του ημικυλίνδρου της αψίδας παραμένει εξωτερικά ανεπίχριστο και ανήκει, καθώς φαίνεται, στον αρχικό ναό. Είναι χτισμένο με εναλλασσόμενες σειρές λίθων και πλίνθων. Στους κατακόρυφους αρμούς παρεμβάλλονται τεμάχια πλίνθων. Με βάση τα λιγοστά αξιοποιήσιμα μορφολογικά και τυπολογικά στοιχεία, θα προτείναμε μια γενική χρονολόγηση του μνημείου στη μέση βυζαντινή περίοδο, εποχή κατά την οποία χρονολογούνται και τα τέσσερα γνωστά μεσσηνιακά παραδείγματα εφαρμογής του τύπου του ελεύθερου σταυρού με τρούλο31.
 Νότια του ναού σώζεται ερειπωμένη πτέρυγα κελλιών ορθογώνιας κάτοψης, κτίσμα και αυτό της βυζαντινής εποχής, που υποδεικνύει ότι ο ναός υπήρξε Καθολικό μικρής μονής. Στον αύλειο χώρο του μνημείου, σε μία από τις λιθόκτιστες οριοθετήσεις των ελαιοδένδρων έχει ενσωματωθεί μαρμάρινο αρχιτεκτονικό μέλος -μάλλον σχηματοποιημένο ιωνικό κιονόκρανο ή βάση κίονα- πιθανώς παλαιοχριστιανικών χρόνων.
 Από το ναό της Μεταμόρφωσης προέρχεται και ένα μικρό μαρμάρινο κορινθιακό κιονόκρανο της ίδιας εποχής, που φυλασσόταν στο σπίτι του Ν. Αρβανίτη, κάτοικου Κυνηγού. Το κιονόκρανο μεταφέρθηκε στην αποθήκη της 26ης ΕΒΑ.

Κουρτάκι
Ναός Αγίου Νικολάου
Σε ερημική τοποθεσία νοτιοανατολικά του Δ.Δ. Κουρτακίου, Δήμου Βουφράδος, βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου (Εικ.30). 
Πρόκειται για μονόχωρο ξυλόστεγο ναό που απολήγει στα ανατολικά σε μία δυσανάλογα μεγάλη ημικυλινδρική αψίδα (Εικ.31). 
Ο ναός σωζόταν σε ερειπιώδη κατάσταση μέχρι πριν από μερικά χρόνια, όταν οι κάτοικοι του οικισμού προχώρησαν, χωρίς έγκριση, στην ανακαίνισή του. Παρά την επέμβαση, έχουν διατηρηθεί αρκετά από τα αυθεντικά στοιχεία της πρώτης οικοδομικής φάσης, πολύ σημαντικά για τη μελέτη της οικοδομικής ιστορίας του μνημείου. 
Στα ανατολικά πέρατα των πλάγιων πλευρών ανοίγονται μικρές θύρες, όπως ακριβώς στην περίπτωση του Αγίου Νικολάου Αρσινόης. 
Ο ναός φαίνεται ότι αρχικά ήταν πλαισιωμένος από πλάγιους ξυλόστεγους χώρους, όπως πιστοποιούν οι σωζόμενες δοκοθήκες στη νότια όψη του. Δεν είναι βέβαιο ένα επρόκειτο για περίκλειστους ή ημιυπαίθριους χώρους (πλάγια κλίτη ή στοές). Στην αψίδα ανοίγονταν τρία μονόλοβα παράθυρα, εκ των οποίων μόνον το βόρειο είναι αυθεντικό. Τα υπόλοιπα ανακατασκευάστηκαν στη φάση της ανακαίνησης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. 

Η αρχική τοιχοποιία του ναού συνίσταται από ημίεργους λίθους, άφθονο συνδετικό κονίαμα και πολυάριθμα τεμάχια πλίνθων στους αρμούς. Ο κεραμοπλαστικός του διάκοσμος φαίνεται ότι περιοριζόταν σε μία οδοντωτή ταινία που περιέτρεχε του ημικύλινδρο της κόγχης οριοθετώντας και τα εξωρράχια των παραθύρων της. Το δάπεδο έχει επιστρωθεί κατά την ανακαίνιση με ωραία χειροποίητα κεραμικά πλακίδια, τετράγωνου σχήματος. Ίχνη τοιχογραφιών ή μαρμάρινα αρχιτεκτονικά γλυπτά βυζαντινών χρόνων δεν εντοπίστηκαν. Η ανέγερση του ναού θα μπορούσε να χρονολογηθεί, βάσει τυπολογικών και μορφολογικών κριτηρίων, στο β' μισό του 10ου ή στο α' μισό του 11ου αιώνα, και παρουσιάζει στενές αναλογίες με μια διευρυμένη ομάδα μεσσηνιακών μνημείων που έχει εντοπιστεί και μελετηθεί τα τελευταία χρόνια από του υπογράφοντα32.

Ναός Αγίου Αθανασίου
Πρόκειται για μονόχωρο ξυλόστεγο ναό με μία ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά, που βρίσκεται σε ερημική τοποθεσία κοντά στον οικισμό του Κουρτακίου. Σύμφωνα με μαρμάρινη επιγραφή εντοιχισμένη στη νότια πλευρά του κτιρίου, ο ναός καταστράφηκε από τους Τούρκους και ανακαινίστηκε το 1998. Πράγματι, φαίνεται ότι η εκκλησία του 1998 ενσωμάτωσε τα κτιριακά κατάλοιπα ενός παλαιότερου ναΐσκου, τα λείψανα του οποίου διακρίνονται κυρίως στο δυτικό και το νότιο τοίχο. Επρόκειτο, μάλλον, για κτίσμα των βυζαντινών χρόνων, όπως υποδεικνύει η τοιχοποιία του (μικρές πέτρες, άφθονο συνδετικό κονίαμα και τεμάχια πλίνθων στους αρμούς).

Ναός Αγίας Κυριακής
Σε μικρή απόσταση από του οικισμό του Κουρτακίου εντοπίστηκε και καταγράφηκε ο μικρός μονόχωρος ξυλόστεγος ναός της Αγίας Κυριακής. Στα ανατολικά προβάλλει μία ημικυκλική αψίδα Ιερού Βήματος. Ο ναός είναι χτισμένος από αργολιθοδομή και αποτελεί μάλλον κτίσμα της περιόδου της τουρκοκρατίας.

Λογγά
Ναός Αγίου Ανδρέα
Στο πολύ σημαντικό αυτό μνημείο με σύνθετη οικοδομική ιστορία, που παραμένει δυσερμήνευτη παρά τη σχετική δημοσίευση του Γ. Δημητροκάλλη33, καθαιρέθηκε με πρωτοβουλία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου το κωδωνοστάσιο από οπλισμένο σκυρόδεμα που υψωνόταν στο μέσον της βόρειας πλευράς του ναού, χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία. Επιπλέον, του Ιούνιο του 2006 εκτελέστηκε στο μνημείο σειρά καταστροφικών εργασιών, με αποκορύφωμα την καθαίρεση των παλαιών κονιαμάτων του με υδροβολή και την εκ νέου αρμολόγηση των όψεων του ναού, επέμβαση που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πλήθους αυθεντικών κατασκευαστικών και μορφολογικών στοιχείων (Εικ.32, 33).

Αχλαδοχώρι (πρώην Χαϊκάλι)
Ναός Αγίου Γεωργίου
Στον αύλειο χώρο του ενοριακού ναού του Αγίου Γεωργίου, στο μέσον του Δ.Δ. Αχλαδοχωρίου, Δήμου Πεταλιδίου, φυλασσόταν μαρμάρινο τεκτονικό κιονόκρανο διακοσμημένο με υδροχαρή φύλλα (Εικ.34), παρόμοιο τόσο ως προς τις διαστάσεις όσο και ως προς το διάκοσμο με τα δύο κιονόκρανα που απόκεινται στο ναό του Αγίου Θεοδώρου, σε ερημική τοποθεσία, νότια του Αχλαδοχωρίου34. Η μορφή, οι τεχνικές λάξευσης και ο διάκοσμός τους υποδεικνύουν τη χρονολόγησή τους στην όψιμη παλαιοχριστιανική περίοδο ή πιθανότερα στους λεγομένους σκοτεινούς αιώνες. Τα κιονόκρανα αυτά, που προέρχονται μάλλον από έναν από τους παράκτιους οικισμούς που ήκμασαν στην πρωτοβυζαντινή περίοδο μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα (Πεταλίδι, Κορώνη, Αγιο Ανδρέα Λογγάς κ.ά.)35 έχουν χρησιμοποιηθεί σε β' χρήση στη μεσοβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου, που ήταν στην αρχική της μορφή ένας ημισύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο και ισοπλατή νάρθηκα στα δυτικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εκκλησία αυτή, που ξεχωρίζει ποιοτικά από τα υπόλοιπα γνωστά μεσοβυζαντινά μνημεία της Πυλίας, δεν χρησιμοποιήθηκαν μόνο συλήματα αλλά λαξεύτηκαν ειδικώς για την περίσταση καλής ποιότητας γλυπτά. Ο Γ. Δημητροκάλλης χρονολόγησε τα γλυπτά αυτά και το μνημείο στον 11ο αιώνα. 

Ωστόσο, τα μορφολογικά και τα κατασκευαστικά του χαρακτηριστικά υποδεικνύουν τη μετάθεση της χρονολόγησης του ναού στο α' μισό ή γύρω στα μέσα του 12ου αιώνα. Ένα παρόμοιο κιονόκρανο -προφανώς το υπολειπόμενο του Αγίου Θεοδώρου- φυλάσσεται σήμερα χωρίς ένδειξη προέλευσης στο συνοδικό μέγαρο της Μητροπόλεως Μεσσηνίας. Είναι γνωστό ότι ο μακαριστός μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης μετέφερε δεκάδες αρχιτεκτονικά γλυπτά από ναούς της περιφέρειάς του, που φυλάσσονται σήμερα στο επισκοπείο της Καλαμάτας, τα περισσότερα δυστυχώς χωρίς ενδείξεις.
Το κιονόκρανο του Αγίου Γεωργίου Αχλαδοχωρίου μεταφέρθηκε στην αποθήκη της Εφορείας για να συντηρηθεί, μιας και πρόκειται να συμπεριληφθεί στην έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας.

Ναός Ζωοδόχου Πηγής
 Στις βορειοδυτικές παρυφές του Αχλαδοχωρίου βρίσκεται ο μονόχωρος ξυλόστεγος ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Εικ.35). Στα ανατολικά του προβάλλει μία ημικυλινδρική αψίδα Ιερού Βήματος. Ο ναός αποτελεί, σύμφωνα με επιγραφή λαξευμένη σε ορθογώνια πλάκα εντοιχισμένη στη δυτική όψη του, κτίσμα του 1879. Το ξύλινο τέμπλο είναι λίγο μεταγενέστερο, ενώ οι εικόνες, που σώζονται σε κακή κατάσταση, κατασκευάστηκαν, σύμφωνα με σωζόμενη επιγραφή, από τον Η. Μπαρλετίδη, του Οκτώβριο του 1890.
 Στο παράθυρο της κόγχης έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινος αμφικιονίσκος και κιονόκρανο με σταυρό, spolia των βυζαντινών χρόνων (Εικ.36). Δύο ακόμη αποτμήματα από μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, μάλλον παλαιοχριστιανικά, έχουν εντοιχιστεί στον ημικύλινδρο της αψίδας. Το ένα εξ αυτών διακοσμείται με σταυρό και έχει τοποθετηθεί σε περίοπτη θέση.

Κρήνη Αγίου Γεωργίου
Στη μικρή λιθόκτιστη κρήνη που βρίσκεται στα βορειοανατολικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, έχει ενσωματωθεί μαρμάρινο επίθημα διακοσμημένο με σταυρό με πεπλατυσμένες άκρες κεραιών. Πρόκειται, μάλλον, για έργο της παλαιοχριστιανικής περιόδου ή των λεγάμενων σκοτεινών χρόνων.



ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Λατζουνάτο
Σπηλαιώδης ναός Παναγίτσας
 Στο όρος Μπούρα, πολύ κοντά στο φραγκικό Κάστρο του Λατζουνάτου (Saint Sauveur36), στα όρια των επαρχιών Τριφυλίας και Μεσσήνης, εντοπίστηκε σπηλαιώδης ναός με τοιχογραφίες, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου37. Η εξίτηλη παράσταση της τρίμορφης Δέησης στο νότιο τοίχο του ναού επιστεφόταν από κτιστό προσκυνητάρι, αρκετά έξεργο, που έφερε γραπτό διάκοσμο. Παρόμοιας μορφής προσκυνητάρια κάνουν την εμφάνισή τους στον ελλαδικό χώρο σε εκκλησίες του 13ου αιώνα, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονται σε λατινοκρατούμενες περιοχές38. Έργα εμπνευσμένα από τη σταυροφορική τέχνη θυμίζει και η τοιχογραφία της Σταύρωσης επάνω από την είσοδο του ναού (Εικ.37). Η σχεδίαση είναι μάλλον αδέξια και η εκτέλεση συνοπτική, με σκληρά περιγράμματα και πράσινο χρώμα στις σκιές. Στα αξιομνημόνευτα εικονογραφικά στοιχεία της παράστασης περιλαμβάνονται η έκφραση ανείπωτης θλίψης στο πρόσωπο της Θεοτόκου, που αποστρέφει το βλέμμα της από το σταυρό (Εικ.38), καθώς επίσης η προσωποποίηση της Εκκλησίας, που συλλέγει σε δισκοπότηρο το αίμα από τη λογχισμένη πλευρά του Χριστού. Οι τοιχογραφίες αποτελούν έργο της περιόδου της φραγκοκρατίας. Η αναλυτική τους παρουσίαση πρόκειται να μας απασχολήσει σε αυτοτελή δημοσίευση.



Κόκλα
Ναός Αγίου Κωνσταντίνου
Καθ' υπόδειξη του συναδέλφου Γ. Φουστέρη, πραγματοποιήθηκε αυτοψία στον ανακαινισμένο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, στις νοτιοανατολικές παρυφές του ΔΑ. Κόκλας, Δήμου Δωρίου (Εικ.39). Διαπιστώθηκε ότι ο σημερινός μονόχωρος ξυλόστεγος ναός με πλατύτερο νάρθηκα στα δυτικά, ενσωμάτωσε τα ερείπια εκκλησίας των βυζαντινών χρόνων. Ο αρχικός ναός είχε ορθογώνια κάτοψη, διαστ. 5,50Χ 4μ. περίπου με μία ημικυλινδρική αψίδα στα ανατολικά. Η αρχική τοιχοποιία διατηρείται μέχρι το ύψος του 1,50μ. περίπου. Οι πλάγιες όψεις διαρθρώνονταν εσωτερικά με τυφλά αψιδώματα, εκ των οποίων διατηρούνται ακόμη οι ενδιάμεσες παραστάδες. Τα μεσαία αψιδώματα είναι εμφανώς πλατύτερα από εκείνα που τα πλαισιώνουν, διάταξη που καθιστά αρκετά πιθανό στον αρχικό ναό να εφαρμοζόταν ο τύπος του συνεπτυγμένου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ίχνη τοιχογραφιών δεν διασώθηκαν.
Στο ναό φυλάσσονταν δέκα τμήματα ενός μαρμάρινου τέμπλου των μεσοβυζαντινών χρόνων (πεσσίσκοι με συμφυείς οκταγωνικούς κιονίσκους, καθώς και τέσσερα συνανήκοντα τμήματα ενός επιστυλίου). Τα γλυπτά (Εικ.40, 41), που χρονολογούνται βάσει του διακόσμου τους και των τεχνικών λάξευσής τους μεταξύ 10ου και 11 ου αιώνα, μεταφέρθηκαν για συντήρηση και φύλαξη στην αποθήκη της Εφορείας, ενώ πρόκειται να συμπεριληφθούν στην έκθεση του σχεδιαζόμενου Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας39.



Ριζοχώρι Κοπανακίου 
Ναός Αγίου Νικολάου
 Λίγο έξω από το Κοπανάκι Τριφυλίας βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, κοιμητηριακός ναός του μικρού συνοικισμού Ριζοχώρι (πρώην Λάπι). Πρόκειται για μονόχωρο, σήμερα ξυλόστεγο ναό, διαστ. 7,50x 4,30μ., με μία προεξέχουσα ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά (Εικ.42, 43). Στα δυτικά κατασκευάστηκε πριν από μερικά χρόνια ισοπλατής νάρθηκας. Στο ανατολικό πέρας των πλάγιων τοίχων διαμορφώνονταν δύο μικρές τοξωτές θύρες, σήμερα σφραγισμένες, ενώ δύο μεγαλύτερα ανοίγματα ανοίγονταν στο μέσον περίπου των ίδιων πλευρών, και αυτά τοιχισμένα. Η συγκεκριμένη διάταξη των ανοιγμάτων, σε συνδυασμό με την ύπαρξη δοκοθηκών για τη στήριξη στέγης κατά μήκος της βόρειας και της νότιας πλευράς, υποδεικνύουν ότι ο ναός στην αρχική του μορφή πλαισιωνόταν στις πλάγιες όψεις του από ξυλόστεγους χώρους. Η μορφή των χώρων αυτών, εάν δηλαδή ήταν περίκλειστοι με τοίχους (πλάγια κλίτη) ή ημιυπαίθριοι (πλάγιες στοές), δεν είναι προς το παρόν εύκολο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι στη Μεσσηνία έχουν επισημανθεί τα τελευταία χρόνια και άλλοι ναοί με παρόμοια χαρακτηριστικά, που χρονολογούνται, βάσει μορφολογικών κριτηρίων, στο β' μισό του 10ου ή στις πρώτες δεκαετίες του 11ου αιώνα. Η εκκλησία, μάλιστα, του Ριζοχωριού είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα μνημεία της ομάδας αυτής. Αξίζει να σημειωθεί ότι πάνω από στέγες των πλάγιων χώρων διαμορφώνεται σειρά μονόλοβων παραθύρων, εν είδει φωταγωγού, για την εξασφάλιση φυσικού φωτισμού στο κεντρικό κλίτος. Ο ναός είναι χτισμένος με ημίεργους λίθους και συνδετικό κονίαμα, ενώ στο αρμολόγημα παρεμβάλλονται άφθονα τεμάχια πλίνθων. Μόνο στο ανώτερο τμήμα του ημικύλινδρου της αψίδας εφαρμόζεται ένα πιο επιμελημένο σύστημα τοιχοποιίας, που θυμίζει το αμελές πλινθοπερίκλειστό. Τα τόξα των ανοιγμάτων είναι πλίνθινα, ενώ οι σταθμοί τους συνίστανται από κανονική τοιχοποιία. Αποκλειστικά με πλίνθους είναι δομημένο το τεταρτοσφαίριο της αψίδας, το τόξο μετώπου του οποίου είναι διβαθμιδωτό. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος περιορίζεται σε οδοντωτές ταινίες που οριοθετούν τα εξωρράχια των τόξων τόσο των παραθύρων του φωταγωγού όσο και του τρίλοβου παραθύρου της αψίδας. Κατά τόπους στην τοιχοποιία σχηματίζονται με πλίνθους διάφορα απλά διακοσμητικά θέματα, κυρίως σχηματοποιημένα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου. Στο εσωτερικό, κυρίως στο χώρο της αψίδας και των πλάγιων τοίχων του Ιερού Βήματος, σώζονται σπαράγματα αυθεντικού επιχρίσματος με ίχνη χρώματος. Γλυπτά των βυζαντινών χρόνων δεν εντοπίστηκαν.
Η συνεξέταση μορφολογικών και τυπολογικών δεδομένων δεν αντιβαίνει στην ένταξη του μνημείου στα τελευταία χρόνια του 10ου ή στο α' μισό του 11ου αιώνα.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΆΠΠΑΣ

ΑΝΑΣΚΑΦΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Καλαμάτα
Κάστρο
 Στο πλαίσιο της ένταξης του έργου «Στερέωση και Ανάδειξη Κάστρου Καλαμάτας» στο Γ' ΚΠΣ και προκειμένου η Εφορεία να αποδώσει το χώρο του εσωτερικού περιβόλου στους επισκέπτες, πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα στον Πύργο-καταφύγιο (donjon) που βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία του εσωτερικού περιβόλου. Σύμφωνα με το «Χρονικό του Μορέως», στη θέση αυτή προϋπήρχε βυζαντινό μοναστήρι και την άποψη αυτή συμμερίζεται ο Α. Bon, ο οποίος θεώρησε τα σωζόμενα λείψανα τμήμα του ναού του μοναστηριού, που οι Φράγκοι διατήρησαν ενσωματώνοντάς το στον οχυρό πύργο.
 Ο πύργος-καταφύγιο, ο οποίος υπέστη μεγάλη καταστροφή από την ανατίναξη του 1685 40, αποτελεί σήμερα ένα μίγμα κατασκευών διαφόρων εποχών, οι οποίες αποτελούν είτε προσθήκες κατ’ επέκταση είτε καθ’ ύψος. Σε επαφή με τη βορεινή πλευρά του σώζεται μεγάλη κινστέρνα ορθογωνικής κάτοψης, επενδεδυμένη με υδραυλικό κονίαμα. Από το κυρίως σώμα του πύργου σώζεται αποσπασματικά η ισόγεια στάθμη του. Το βόρειο τμήμα της καταλαμβάνει τετράγωνος χώρος, στεγασμένος με χαμηλό τυφλό τρουλίσκο (φουρνικό), που έχει ταυτιστεί με το βορειοδυτικό γωνιακό διαμέρισμα στραυροειδούς εγγεγραμμένου ναού του 11ου- 12ου αιώνα και ανήκε προφανώς στο μοναστήρι που αναφέρεται στο «Χρονικό του Μορέως»41. Στα ανατολικά τόσο ο Bon όσο και ο Andrews έχουν διακρίνει τμήμα τρίπλευρης αψίδας, που σήμερα δύσκολα αναγνωρίζεται. Η ανατολική αυτή πλευρά έχει ενισχυθεί από συμπαγή σκάρπα, με σχετικά αμελή χάραξη, χτισμένη από επιχρισμένους ημίεργους λίθους. Οι τρεις σωζόμενοι τοίχοι του κεντρικού αυτού χώρου -νότιος, βόρειος και δυτικός -έχουν μεγάλο πάχος και σώζουν γενέσεις τόξων από πωρόλιθους και πλίνθους.
Η ανασκαφική διερεύνηση που επιχειρήσαμε στο εσωτερικό του πύργου περιορίστηκε στο νοτιοδυτικό τμήμα του, το οποίο θεωρήθηκε και το πιο ασφαλές. Η ανασκαφή δεν ήταν δυνατόν να επεκταθεί σε όλο το εσωτερικό του, επειδή μεγάλο τμήμα του καταλαμβάνεται από ολόκληρα κομμάτια της ανωδομής που έχουν καταρρεύσει, ενώ η επέκταση της ανασκαφής θα απαιτούσε εκτεταμένες αντιστηρίξεις αμφιβόλου ασφάλειας. Στα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα περιλαμβάνονται δύο λίθινες μπάλες κανονιού και ένα σπάραγμα λίθινης επιγραφής της ύστερης αρχαιότητας, που σε β χρήση λαξεύθηκε στην πίσω όψη και χρησιμοποιήθηκε ως θωράκιο. Φέρει ανάγλυφη διακόσμηση από ρόδακα με σταγονοειδή φύλλα, που εγγράφεται σε κύκλο, ο οποίος συμπλέκεται με το πλαίσιο. Πρόκειται, προφανώς, για τον έναν από τους τέσσερις γωνιακούς ρόδακες που αλληλοσυμπλέκονταν πλαισιώνοντας έναν πέμπτο στο κέντρο του θωρακίου. Η όλη σύνθεση θυμίζει ανάλογα παραδείγματα του 11ου-12ου αιώνα42.
ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΕΡΟΥΣΗ

Μεταμόρφωση (πρώην Σκάρμιγκας)
Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος
Στο ναό της Μεταμόρφωσης στο ομώνυμο χωριό της Πυλίας, που ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού και χρονολογείται στο 12ο αιώνα43, πραγματοποιήθηκαν κάποιες διερευνητικές εργασίες, προκειμένου να εκπονηθεί μελέτη για τη συνολική αντιμετώπιση των προβλημάτων του μνημείου. Καθαιρέθηκε το νεότερο ασβεστοκονίαμα που κάλυπτε εξωτερικά τη δυτική πλευρά του ναού και αποκαλύφθηκε στη χαμηλότερη στάθμη η τοιχοποιία της πρώτης φάσης, χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Εσωτερικά, στη βορειοανατολική γωνία του βόρειου σταυρικού σκέλους, πραγματοποιήθηκε μικρή τομή κάτω από το νεωτερικό δάπεδο από τσιμεντένια πλακάκια, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη παλαιότερου δαπέδου. Σε βάθος 0,30μ. αποκαλύφθηκε δάπεδο από συμπιλητό χώμα. Το υπόστρωμα του δαπέδου ήταν κατασκευασμένο από μικρές πέτρες, ενώ κάτω από αυτό αποκαλύφθηκε ο φυσικός βράχος.

Δροσιά
Θέση Παλαιά Λουτρά. Ερειπωμένος ναός
 Τον Αύγουστο του 2006 και μετά από υπόδειξη του αείμνηστου αρχιτέκτονα της ΥΝΜΤΕΔΕ στο κλιμάκιο Καλαμάτας, Α. Αναστασόπουλου, συνεργείο της 26ης ΕΒΑ ασχολήθηκε με του καθαρισμό ερειπωμένου κτιρίου, στη θέση Παλαιά Λουτρά, νότια του Δ.Δ. Δροσιάς, Δήμου Πεταλιδίου, γνωστού στους ντόπιους ως Αγία Σοφία. Μετά του καθαρισμό της οργιώδους βλάστησης και την απομάκρυνση των λίθων και άλλων αδρανών υλικών που είχαν επί χρόνια απορρίψει στο χώρο οι καλλιεργητές των γειτονικών κτημάτων, αποκαλύφθηκε τμήμα της κόγχης και του ανατολικού τοίχου (Εικ.44) μιας τρίκλιτης πιθανώς βασιλικής, στην οποία αναγνωρίζονται δύο τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις44. Από τη βασιλική αυτή προέρχεται, σύμφωνα με τη μαρτυρία των κατοίκων, τμήμα μαρμάρινου θωρακίου (6ος-7ος αι.), που είχε τοποθετηθεί σε β' χρήση στον αύλειο χώρο του ενοριακού ναού της Αγίας Τριάδας στο ίδιο χωριό, και αποσπάστηκε από την Υπηρεσία μας προκειμένου να συμπεριληφθεί στη σχεδιαζόμενη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μεσσηνίας. Η βασιλική είχε εντοπιστεί λίγο μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο από τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι είχαν προχωρήσει στη διεξαγωγή πρόχειρης ανασκαφικής έρευνας στο μνημείο. Τότε είχαν εντοπιστεί, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, και σπαράγματα ψηφιδωτού, ενδεχομένως από το δάπεδο της βασιλικής. Από του ίδιο χώρο προέρχονται και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη (βάση κίονα, βάση περιρραντηρίου), με τα οποία έχει κατασκευαστεί η Αγία Τράπεζα του ενοριακού ναού της Δροσιάς. Κατά τις εργασίες καθαρισμού εντοπίστηκε τμήμα κορμού αρράβδωτου κίονα, περιορισμένα όστρακα ακόσμητων αγγείων, καθώς και μία ακέραιη πλίνθος με χαράξεις σε σχήμα X για την καλύτερη πρόσφυση του συνδετικού κονιάματος, τα οποία και μεταφέρθηκαν στην αποθήκη της 26ης ΕΒΑ στην Καλαμάτα.
 Μετά το πέρας των εργασιών καθαρισμού, διαπιστώθηκε ότι στο χώρο της αψίδας είχε αφαιρεθεί στο παρελθόν η επίχωση, ενδεχομένως κατά την πρόχειρη ανασκαφική έρευνα για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Στον άξονα της κόγχης πραγματοποιήθηκε μικρή διερευνητική τομή προκειμένου να εντοπιστούν στοιχεία του δαπέδου. Σε βάθος 0,30μ. περίπου εντοπίστηκε το υπόστρωμα πλακόστρωσης, καθώς και αποτμήματα μιας μαρμάρινης πλάκας. Μετά το πέρας των εργασιών και προκειμένου να αποφευχθεί η συγκέντρωση των όμβριων υδάτων στο χώρο της αψίδας αποφασίστηκε η κατάχωσή της με αδρανή υλικά (άμμο).
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΠΑΣ

Μεθώνη
Καποδιστριακό Σχολείο
Στο πλαίσιο εκπόνησης μελέτης αποκατάστασης του μνημείου πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες εργασίες:
Αρχικά καθαιρέθηκαν και απομακρύνθηκαν από το χώρο του κτιρίου τα υλικά της κατεστραμμένης στέγης, δηλαδή των ξύλινων φερόντων στοιχείων και των λοιπών φθαρμένων υλικών της παλιάς κεράμωσης, ενώ κατά τη διαδικασία αυτή δεν αφαιρέθηκαν λίθοι από τις τοιχοποιίες του μνημείου. Εν συνεχεία, και με σκοπό την τεκμηρίωση των στοιχείων της μελέτης αποκατάστασης του μνημείου, διενεργήθηκαν διερευνητικές τομές τόσο στα δάπεδα και την υποθεμελίωση όσο και στα λοιπά αρχιτεκτονικά στοιχεία των όψεων του κτίσματος.
ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΌΠΟΥΛΟΥ

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ 61 (2006)

Σημειώσεις:
1. Θ. Προβατάκης, Ανέκδοτα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κειμήλια της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1976, σ.23-29.
2. A. Bon, Pierres inscrites ou armoriées de la Morée franque, ΔΧΑΕ Δ' (1964-1965), σ.101.
3. Π. Θέμελης- Β. Κόντη (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία. Αστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002.
4. Τη θέση υπέδειξε ο αγαπητός συνάδελφος, αρχιτέκτονας της ΥΝ-ΜΤΕΔΕ Θ. Αναστασόπουλος (42007), το ενδιαφέρον του οποίου για τον τόπο καταγωγής του ήταν μεγάλο.
5. A. Bon, La Morée franque, Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la Principauté d’Achaïe (1205-1430), Paris 1969, τ.1, σ.61,92.
6. A. Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου, H Επισκοπή Κορώνης στις αρχές του 1Γ' αιώνα, ο επίσκοπος Αθανάσιος, Πελοποννησιακά ΙΣΤ' (1985-1986), σ.377-378.
7. Με τη διοργάνωση της εκδήλωσης απασχολήθηκαν οι αρχαιολόγοι Ευ. Μηλίτση, Μ. Κάππας, Έ. Κατερίνη και I. Γρηγοροπούλου και ο συντηρητής αρχαιοτήτων Γ. Τσαΐρης.
8. X. Μπούρας- Λ. Μπούρα, Η ελλαδική ναοδομία κατά του 12ο αιώνα, Αθήνα 2002, σ.274-276, όπου και συγκέντρωση της παλαιότερης βιβλιογραφίας για το μνημείο.
9. Ν.Β. Δρανδάκης, Έρευναι εις την Μεσσηνιακήν Μάνην, ΠΑΕ 1976, σ.220-221.
10. Δρανδάκης, ό.π., σ.170-171, όπου ωστόσο δεν επισημαίνεται ότι ο ναός είναι η μισύνθετος.
11. Ν.Β. Δρανδάκης, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης, Αθήνα 2002, σ.298.
12. ΑΔ 56-59 (2001-2004): Χρονικά, Β4, σ.346.
13. Δρανδάκης, Έρευναι εις την Μεσσηνιακήν Μάνην, ό.π., σ. 234-235.
14. Ν.Β. Δρανδάκης- Ε. Δωρή- Σ. Καλοπίση- Β. Κέπετζη- Μ. Παναγιωτίδη, Έρευνα στη Μάνη, ΠΑΕ 1981, σ.459-460.
15. Ό.π., σ.460-461.
16. Για το σπουδαίο αυτό μεσοβυζαντινό μνημείο, βλ. Ν. Μπούζα, Παρατηρήσεις στο ναό του Αγίου Πέτρου στην Καστάνια της Μεσσηνιακής Μάνης, Ανταπόδοση, Μελέτες βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης προς τιμήν της καθηγήτριας Ελένης Δεληγιάννη-Δωρή, Αθήνα 2010, σ.247-266.
17. Δρανδάκης, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης, ό.π. (υποσημ.11), Εικ.280. Μπούρας- Μπούρα, ό.π. (υποσημ.8), Εικ.413.
18. Ν.Β. Δρανδάκης- Σ. Καλοπίση- Μ. Παναγιωτίδη, Έρευνα στη Μεσσηνιακή Μάνη, ΠΑΕ 1980, σ. 443-447.
19. Δρανδάκης, Βυζαντινά γλυπτά της Μάνης, ό.π., σ.313, Εικ.461-462.
20. Κ. Καλοκύρης, Βυζαντινοί εκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 221-222. Μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή του σπηλαιώδους ναού από το μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας Γρηγόριο Εφέσιο το 1700 σώζεται στο αρχείο Grimani, πρβλ. Β. Μπόλιου-Σταμάτη, Συμβολή στην Ιστορία της Καλαμάτας γύρω στα 1700, Πρακτικά του A' Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 2-4 Δεκεμβρίου 1977, Αθήναι 1978, σ.271-272.
21. Καλοκύρης, ό.π., σ.165-168
22. Γ. Βελένης, Ερμηνεία του εξωτερικού διακόσμου στη βυζαντινή αρχιτεκτονική (διδ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1984, σ.275, πίν.96α. P.L. Vοcotopoulos, Church Architecture in the Despotate of Epirus: The Problem of Influences, Zograf 27 (1998-1999), σ.79-92, κυρίως σ. 88, σημ.99-100.
23. A.Κ. Ορλάνδος, Εκ της Χριστιανικής Μεσσήνης, ΑΒΜΕ ΙΑ' (1969), σ. 135-140, Εικ.46.
24. Μ. Kappas, The Church of Hagia Paraskevi at Trikorfo, Messenia. A Few Remarks about the Ecclesiastical Architecture in the Southwestern Peloponnese during the Period of the Macedonian Dynasty, στο Architecture of Byzantium and the Kievan Rus. From the 9th to 12th Centuries, Materials of the International Seminar, November 17-21, 2009, St. Petersburg 2010, σ.58-73, κυρίως σ.66. Ο ίδιος, Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στη Μεσσηνία 7ος-12ος αν, Χριστιανική Μεσσηνία. Μνημεία και ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήνα 2010, σ.153.
25. Γ. Δημητροκάλλης, Αγνωστοι βυζαντινοί ναοί Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, τ.Β , Αθήνα 1998, σ.19-31.
26. Μ. Κόππας, Εκκλησίες της Μητροπόλεως Μεσσηνίας από το 1204 έως και το 1500, Χριστιανική Μεσσηνία, ό.π., σ.225.
27. Α.Α. Παναγιωτόπουλος, Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεω- γραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά, Ιστορικογεωγραφικά 10 (2004), σ. 9-105, κυρίως σ. 34-36.
28. G. Schirӧ (επιμ.), Cronaca dei Tocco di Cefalonia di Anonimo (Cor- pus Fontium Historiae Byzantinae 10), Roma 1975, στ. 3891-3897.
29. E. Fenster, Nochmals zu den venezianischen Listen der Kastelle auf der Peloponnes, BZ 72 (1979), σ.332.
30. Bon, La Morée franque, ό.π. (υποσημ. 5), τ.I, σ.693.
31. Άγιοι Απόστολοι Καλαμάτας, Άγιος Νικόλαος στη θέση Μαυρίνιτσα Σωτηρινίκων, Άγιος Κωνσταντίνος Χριστιανούπολης και, ενδεχομένως, η πρώτη φάση του Αγίου Παντελεήμονα Πολιανής.
32. Κόππας, Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στη Μεσσηνία, ό.π., (υποσημ. 24), σ.153
33. Γ. Δημητροκάλλης, Εκκλησιαστικά Μνημεία της Μητροπόλεως Μεσσηνίας. Αθήναι 1990,σ.15-40.
34. Δημητροκάλλης, Αγνωστοι βυζαντινοί ναοί, τ.Β , ό.π. (υποσημ.25), σ.267-294.
35. Η. Αναγνωστάκης, Παράκτιοι οικισμοί της πρωτοβυζαντινής Μεσσηνίας. Η σιωπή των πηγών και η αποσπασματική μαρτυρία της αρχαιολογίας, στο Θέμελης- Κόντη, ό.π. (υποσημ.3), σ.150-151.
36. Μ. Breuillot, Châteaux oubliés de la Messénie médiévale, Paris 2005, o. 140-154.
37. Κάππας, Εκκλησίες της Μητροπόλεως Μεσσηνίας, ό.π. (υποσημ. 26), σ. 257.
38. S. Kalopissi-Verti, The Proskynetaria of the Templon and Narthex: Form, Imagery, Spatial Connection, and Reception, Thresholds of the Sacred, Architectural, Art Historical, Liturgical, and Theological Perspectives on Religious Screens, East and West (επιμ. S.E.J. Gerstel), Washington D.C. 2006, σ.118-121.
39. Η σχεδιαστική αποκατάσταση του τέμπλου φιλοτεχνήθηκε από τη σχεδιάστρια της Εφορείας Μ. Γεωργούντζου.
40. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1685, κατά τη διάρκεια του Β Ενετοτουρκικού πολέμου, μετά από μάχη στα περίχωρα της Καλαμάτας, οι ενωμένες δυνάμεις Ενετών, Σαξόνων και Μανιατών υποχρέωσαν τους Οθωμανούς να εγκαταλείψουν την πόλη και κατά τη διάρκεια της υποχώρησης η οθωμανική φρουρά ανατίναξε τις πυριτιδαποθήκες του κάστρου.
41. A. Bon, Eglises Byzantines de Kalamata, Actes du Vie Congrès International des Études Byzantines II, Paris 1951, σ.46-50. K. Andrews, Castles of the Morea, Revised Edition, Princeton- New Jersey 2006, σ. 34.
42. Ν. Δημητρακοπούλου-Σκυλογιάννη, Ανάγλυφα θωράκια από το Βυζαντινό Μουσείο, ΑΧΑΕ ΙΓ'(1985-1986), σ. 157-174.
43. Δημητροκάλλης, Αγνωστοι βυζαντινοί ναοί, τ. Β ', ό.π. (υποσημ. 25), σ. 179-199. Α. Καββαδία - Κ. Τσουρής, Δύο βυζαντινές εκκλησίες στη Μεσσηνία, ΑΔ 47 (1992): Μελέτες, σ. 179-199.
44. Ε. Χαλκιά, Παλαιοχριστιανική Μεσσηνία, Αρχαιολογικά δεδομένα, Χριστιανική Μεσσηνία. Μνημεία και ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήνα 2010, σ. 84.




Printfriendly