.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η οικονομία της Αρχαίας Μεσσηνίας


 Η οικονομία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, είναι ενταγμένη στο ιστορικό γίγνεσθαι και εξελίσσεται παράλληλα με το πολιτιστικό, το πολιτειακό, το κοινωνικό και το λατρευτικό περιβάλλον. Η γεωγραφική θέση της Μεσσηνίας, οι εύφορες κοιλάδες του πλωτού και πλούσιου στην αρχαιότητα σε ψάρια Παμίσου στα ΝΑ της χώρας, (Παυσ. 4.34.1) και του Βαλύρα ποταμού που διασχίζει το Στενυκληρικό πεδίο στα βόρεια, καθώς επίσης το ήπιο μεσογειακό κλίμα την ανέδειξαν σε περιοχή ευνοημένη από τη φύση με μεγάλη ποικιλία ζώων της στεργιάς και των υδάτων, καθώς και με παραγωγή ποικίλων αγροτικών προϊόντων με κυρίαρχο το ελαιόλαδο1. Εκτός από ελαιώνες, αμπελώνες και συκεώνες κυριαρχούσαν στην αρχαιότητα και εξακολουθούν να κυριαρχούν στους μεσσηνιακούς κάμπους2. 
 Το πεδίον της Στενηκλάρου περιλαμβάνεται στη σημερινή πεδιάδα του Μελιγαλά, ενώ το νοτιότερο τμήμα της μεσσηνιακής πεδιάδας ονομαζόταν Μακαρία ή πεδιάδα του κάτω Παμίσου και της Θουρίας3. Αγνοώ την ετυμολογική προέλευση της λέξης «Μελιγαλάς», όμως το μέλι και το γάλα που αναπόφευκτα έρχονται στο νου, παραπέμπουν σε θεϊκές τροφές και σε μυθικών διαστάσεων αγαθά της γης. Δεν είναι επίσης τυχαίο το γεγονός ότι κάπροι, αγελάδες, βουκόλοι, αγριοσυκιές, κρασί, καθώς επίσης διαφόρων ειδών ζώα και φυτά αναμιγνύονται συχνά με συμβάντα των μεσσηνιακών πολέμων μέσα από τις γλαφυρές περιγραφές του Παυσανία, στο τέταρτο βιβλίο του, των Μεσσηνιακών (4.4.3 και 15.6).


 Ο αγροτικός πλούτος της Μεσσηνίας ήταν ανέκαθεν κύριος στόχος της σπαρτιατικής κατακτητικής πολιτικής4. Από τον πρώτο χαμένο πόλεμο του -8ου αι., πολλοί ευγενείς Μεσσήνιοι γαιοκτήμονες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την εύφορη κοιλάδα του άνω Παμίσου, ενώ το πλήθος των μικροκαλλιεργητών ξέπεσε στην τάξη των ειλώτων με την υποχρέωση να παραδίνει τη μισή συγκομιδή στους Λάκωνες, τους νέους κυρίους της μεσσηνιακής γης ως τα χρόνια της απελευθέρωσης, το -369, από τους Θηβαίους του Επαμεινώνδα.
 Όλα τα σχετικά με τη ανεξάρτητη, μετά το -369 Μεσσηνία και την πρωτεύουσα Μεσσήνη δεδομένα αποκαλύπτουν μια κοινωνία συντηρητική, οικονομικά αυτάρκη και κλειστή5, ανταγωνιστικά και με δυσπιστία συμπεριφερόμενη προς την γειτονική Σπάρτη, με πολίτευμα τιμοκρατικό και με οικονομία στηριγμένη κυρίως στη γεωργία. Η μεσσηνιακή οικονομική ζωή εμφανίζεται γενικώς ανεπηρέαστη από τις διοικητικές και νομισματικές αλλαγές τριών αιώνων ως προς το ανταλλακτικό μέσο, έμεινε σταθερή στη χρήση του «χαλκού». Κάλυπτε την απουσία χρυσών και αργυρών ή νομισμάτων από κράμα μεγαλύτερων υποδιαιρέσεων, με ένα πλήθος χάλκινων νομισμάτων μικρής αγοραστικής δύναμης, απόδειξη μιας εσωστρεφούς και ανταλλακτικής οικονομίας6.
 Η αγροτική περιουσία, η γαιοκτησία της οικογένειας αποτελούσε τη βάση του οικονομικού βίου και την προϋπόθεση ανάληψης αξιωμάτων από τα άρρενα μέλη της μεσσηνιακής κοινωνίας, κυρίως μετά την επιβολή της τιμοκρατικής διακυβέρνησης από τον Αντίπατρο, το -323/2. Ο Μακεδόνας στρατηγός είχε επιβάλει ως προϋπόθεση για το δικαίωμα της ψήφου και της απόκτησης αξιωμάτων την ύπαρξη περιουσίας, αξίας τουλάχιστον 2.000 δραχμών, στερώντας με τον τρόπο αυτό τα πολιτικά δικαιώματα από πολλούς πολίτες, που δεν είχαν μεγάλη περιουσία7.

«Ανάκτορο Νέστορος», αποθήκη Οίνου. Πρόκειται για ένα ανεξάρτητο δικάμαρο κτίσμα, μεγάλων διαστάσεων, εκτός των ορίων του ανακτόρου, εμβαδού 250 τ.μ. Είχε ιδιαίτερο Προθάλαμο, προορισμένο για τον υπεύθυνο της διάθεσης του κρασιού, και κύριο Δωμάτιο, που περιείχε 35 πιθάρια για κρασί, διευθετημένα σε σειρές, που βρίσκονταν στις πλευρές του μεγάλου δωματίου και σε διπλή σειρά κατά μήκος του κεντρικού του άξονα. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα από τα 60 πήλινα σφραγίσματα που βρέθηκαν στην Αποθήκη υπήρχε ιδιαίτερο εγχάρακτο σημείο της Γραμμικής Β Γραφής, δηλωτικό του κρασιού.
 Το λάδι δεν ήταν μόνο βασικό στοιχείο διατροφής με ιδιαίτερη οικονομική αξία, αλλά είχε και ιδεολογική σημασία για το θεσμό του Γυμνασίου και της εφηβείας στην αρχαιότητα8. Σε ελληνιστική εναγική πυρά ιερού ήρωος, στη Μεσσήνη, βρέθηκε μεγάλος αριθμός πυρακτωμένων σπόρων: ɛλιάς (olea europea), σταφυλιού (vitis vinifera), κουκουνάρας (pinus pinea), αμυγδάλων (amygdalus communis) και κάστανων (castanea sativa), που μελετήθηκαν από ερευνήτρια του CNRS9. Παρόμοιοι πυρακτωμένοι καρποί και σύκα μαζί εντοπίστηκαν και σε ταφές νηπίων του +2ου/ +3ου αι. στο ταφικό μνημείο 17 έξω από την Αρκαδική Πύλη10.
 Ο Παυσανίας (6.26.6) σημειώνει ότι στη γειτονική Ηλεία καλλιεργούσαν κάνναβη, λινάρι και βύσσο και ότι υπήχε αναπτυγμένη σηροτροφία. Τα ίδια προϊόντα καλλιεργούνταν προφανώς και στη Μεσσηνία. Το καλαματιανό μάλιστα μετάξι φημιζόταν για την ποιότητά του, σύμφωνα με μαρτυρίες που σώζονται από τα χρόνια της Ενετοκρατίας και εξής11.
 Κατά την προβιομηχανική εποχή στη χώρα μας, όπου η πέτρα, το ξύλο και η σωματική δύναμη ανθρώπων και ζώων έπαιζαν πρωταρχικό ρόλο στην παραγωγή λαδιού, η σχετική τεχνολογία δεν άλλαξε ουσιαστικά ως τον 19ο και 20ο αιώνα12. Τα δεδομένα της Ενετοκρατίας δεν απέχουν επομένως πολύ από εκείνα της αρχαιότητας. Για την παραγωγή λαδιού στη Βενετοκρατούμενη Μεσσηνία, τις ποσότητες για εγχώρια κατανάλωση και εξαγωγή και τους σχετικούς δασμούς, μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από την αναφορά του προβλεπτή Zacharia Bembo13. Οι ελαιώνες ήταν δημόσιοι και νοικιάζονταν από τους Ενετούς σε καλλιεργητές. Το 1690 μαρτυρείται συστηματική φύτευση ελαιών στην περιοχή της Κορώνης. Η υψηλής ποιότητας τοπική ποικιλία είναι γνωστή από τότε μέχρι σήμερα ως κορωνέικη ελιά. Η καλλιέργεια της ελιάς πήρε μεγάλη διάδοση στη Μεσσηνία κατά την δεύτερη Ενετοκρατία (1665-1715). Το 1710, σύμφωνα με ενετικά έγγραφα, η παραγωγή και η τιμή του λαδιού αυξήθηκαν. Από τα 7.000 βαρέλια λάδι που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Κορώνης από ολόκληρο το νομό Μεσσηνίας, τα 5.000 προορίζονταν για εξαγωγή στη Βενετία14.



 Το 1829 ο Καποδίστριας επισκέφτηκε την Κορώνη προκειμένου να ενθαρρύνει την επαναφύτευση της ελιάς. Σύμφωνα με την απογραφή που πραγματοποίησε το 1830, στην Πελοπόννησο μετρήθηκαν 1.034.027 ελαιόδενδρα, ενώ λίγο αργότερα, το 1834 υπήρχαν 2.300.000 ελαιόδενδρα, σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Ματσόλα, ενώ το 1861 αυξήθηκαν θεαματικά και έφτασαν τα 7.500.000 δένδρα.
 Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες σήμερα σε 817.537 στρέμματα σε ολόκληρη τη Μεσσηνία είναι η κορωνέικη, η μαυρολιά και η μαστοειδής, που στην τοπική λαλιά ονομάζεται και ματσολιά ή τσουνάτη. Η ποιοτικά ανώτερη ποικιλία βρώσιμης επιτραπέζιας ελιάς είναι η χονδρολιά της Καλαμάτας. Τα παραγωγικά ελαιόδενδρα υπολογίζονται σε 14.799.000, η ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 50.000 τόνους, ενώ οι ελαιοπαραγωγοί είναι 60.000, παρατηρείται δηλαδή μεγάλος κατακερματισμός σε μικροϊδιοκτησίες. Τα ελαιοτριβία είναι 250 περίπου.



 Οι Μεσσήνιοι, δεν ήταν αυτάρκεις μόνο στην παραγωγή λαδιού, αλλά και τοπικού οίνου που αποθηκευόταν και μεταφερόταν σε ντόπιους οξυπύθμενους αμφορείς κνιδιακού τύπου χωρίς όμως σφραγίσματα στις λαβές τους με τα ονόματα των υπεύθυνων για το εμπόριο του κρασιού αρχών15. Η αυτάρκεια των Μεσσήνιων σε κρασί συνάγεται έμμεσα από την εύρεση μικρού σχετικά αριθμού εισηγμένων αμφορέων οίνου από τα φημισμένα κέντρα παραγωγής της αρχαιότητας, όπως ήταν η Θάσος, η Ρόδος και η Κνίδος. Από τους 124 συνολικά εισηγμένους αμφορείς κρασιού που έχουν έλθει στο φως ως σήμερα στη Μεσσήνη, 66 προέρχονται από τη Ρόδο, 41 από την Κνίδο, 7 από την Κω, ενώ από ένας αμφορέας αποδίδεται στην Κόρινθο, την Κέρκυρα και τη Χίο. Ο μεγαλύτερος αριθμός εισηγμένων αμφορέων κρασιού χρονολογείται στα χρόνια της πρώιμης ρωμαιοκρατίας, μεταξύ του -146 και του -30.16 Η παραγωγή κρασιού στη Μεσσηνία πρέπει να ήταν ανάλογη με εκείνην της όμορης Ηλείας, όπου, στην περιοχή τουλάχιστον της Πίσας, γινόταν συστηματική αμπελοκαλλιέργεια, σύμφωνα με τον Παυσανία (6.22.1)17.
 Γύρω στο -190, στον οπισθότυπο μιας κοπής νομισμάτων της Μεσσήνης εμφανίζεται βότρυς σε κληματίδα πλάι στο μονόγραμμα του εθνικού ME(σσηνίων) και τα αρχικά του ονόματος του υπεύθυνου άρχοντα ΔΙ(---) σε στεφάνι. Διαφορετική είναι η κατάσταση στην νομισματική παραγωγή της αρχαίας Κορώνης, που βρίσκεται στο Πεταλίδι. Εδώ ο Διονυσιακός κύκλος έχει έντονη παρουσία. Η πίσω όψη όλων των αργυρών τριωβόλων της πόλης, του -146/ -130, φέρει τσαμπί στάφυλου (βότρυ) μαζί με το εθνικό ΚΟΡ(oναιέων) και το αριθμητικό γράμμα του έτους κοπής μέσα σε στεφάνι κισσού που συμβολίζει το θεό Διόνυσο. Στα σπανιότατα τετράχαλκα νομίσματα της ίδιας πόλης επανέρχεται ουσιαστικά το ίδιο θέμα.
 Ως μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας η Ασίνη, η σημερινή δηλαδή Κορώνη, κόβει νομίσματα μεταξύ των ετών -183 και -146, αλλά δεν χρησιμοποιεί διονυσιακούς τύπους με βότρυ στις κοπές της. Εντούτοις η περιοχή της Ασίνης μπορεί να συνυπολογιστεί στις δραστήριες αμπελουργικά μικρο-οικονομίες της Πελοποννήσου κατά την ελληνιστική περίοδο.
 Στα δασωμένα βουνά της Μεσσηνίας υπήρχε πάντοτε, εκτός από ξυλεία και άφθονο κυνήγι. Δεν έλειπαν τα αγριογούρουνα, οι λαγοί, τα κόκκινα ελάφια και οι καφέ αρκούδες18. Στις πλαγιές και τα λιβάδια έβοσκαν άλογα, βοωειδή και αιγοπρόβατα, που σημαίνει γάλα, τυρί, κρέας, μαλλί, δέρμα και κόκκαλο, ενώ δεν έλειπαν τα πουλερικά από τις αυλές των σπιτιών και τα μελίσσια, όπως δείχνουν τα θραύσματα πήλινων κυψελών που έχουν έλθει στο φως κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ανασκαφών μας στην αρχαία Μεσσήνη. Η παρασκευή παραδοσιακού τύπου τυριών, όπως η μεσσηνιακή σφέλα, ξεκινά από την αρχαιότητα19. Μεγαλόσωμα βόδια εκτρέφονταν στις περιοχές επιρροής της Ρώμης, όπως ήταν η Μεσσηνία, κατά τον αρχαιοζωολόγο Gunter Νobis, ενώ πολλά οστά νεαρών αλόγων προέρχονται από την περιοχή του Ασκληπιείου της Μεσσήνης. Οστά μικρόσωμων πετεινών, μιας αρχέγονης ράτσας έχουν επίσης έλθει στο φως στην περιοχή του Ασκληπιείου.
 Για τα άλογα και τα λοιπά βοσκήματα της Μεσσηνίας χαρακτηριστικό είναι το χωρίο του Πλάτωνα (Αλκιβιάδης 1.122d): «ουδέ μήν ίππων γε, ουδέ όσα άλλα βοσκήματα κατά Μεσσήνην νέμεται»20. Από τα συμπαγή οστά της κνήμης των βοδιών κατασκευάζονταν ποικίλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως κοχλιάρια, βελόνες, περόνες, λαβές σκευών, χτένια, καθώς και διακοσμητικά εγχάρακτα και ανάγλυφα πλακίδια. Τα οστέϊνα αυτά αντικείμενα, προϊόντα τοπικών εργαστηρίων, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή σε όλη την διάρκεια της ρωμαιοκρατίας και κατά την ύστερη αρχαιότητα21. Δεν έλειπαν βέβαια τα χοιροστάσια από τις αγροικίες της Μεσσηνίας. Το χοιρινό, η ντόπια «γουρουνοπούλα» ήταν για τους Μεσσήνιους, ειδικά στα ρωμαϊκά χρόνια, το εθνικό φαγητό τους και εξακολουθεί να είναι22. 
 Κάθε σπιτικό είχε τον αργαλιό του για την ύφανση ενδυμάτων και κλινοσκεπασμάτων, όπως φανερώνουν οι χιλιάδες αγνύθες, τα υφαντικά δηλαδή βάρη κάθε τύπου ύστερων ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων που έχουν έλθει στο φως με τις πρόσφατες ανασκαφές23.
 Τα σιτηρά δεν περίσσευαν βεβαίως, γιατί οι καλλιεργήσιμες πεδινές περιοχές ήταν μικρής σχετικά έκτασης. Ωστόσο ο μεγάλος αριθμός από μυλόπετρες κυκλικές και τετράγωνες, που έχει έλθει στο φως με τις πρόσφατες ανασκαφές μας, σημαίνει ότι κάθε οικογένεια άλεθε το σιτάρι και το κριθάρι της, είχε το αλεύρι και το ψωμί της24. Σε περιόδους ανάγκης (εχθρικής εισβολής ή σιτοδείας) οι εισαγωγές σιταριού φαίνεται ότι γινόταν κυρίως από την Ιταλία με τη μεσολάβηση των μεσσηνιακών αρχών25. Την αγορά σιτηρών με δημόσια χρήματα και τη διανομή του πλεονάσματος σε πολίτες με τη μεσολάβηση αξιωματούχων πραγματεύεται επιγραφή (IG V1 1379) του -1ου αι. από τη Θουρία.

Αρχαία Θουρία. Βάση ελαιοπιεστηρίου μετά τον καθαρισμό της.
 Ο τοπικός πηλός, μολονότι όχι άριστης ποιότητας, πρόσφερε στους Μεσσήνιους την πρώτη ύλη για την κατασκευή δοχείων κάθε μεγέθους και μορφής, πήλινων αντικειμένων και σκευών στη διάρκεια των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων, όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες και αναλύσεις. Η παραγωγή κεραμεικών προϊόντων, κυρίως πιθαριών συνεχίστηκε στην περιοχή της Ασίνης-Κορώνης στη διάρκεια του Μεσαίωνα, της Τουρκοκρατίας, καθώς και στα νεότερα χρόνια. Στα χωριά Χαροκοπιό, Πετριάδες, Κάμποι και Βουνάρια υπήρχαν ακμαία εργαστήρια πήλινων αποθηκευτικών αγγείων, τα γνωστά κορωνέικα, που διακινούνταν σε ολόκληρο το Αιγαίο από το λιμάνι της Κορώνης26. Εργαστήριο υαλουργίας της ύστερης αρχαιότητας έχει εντοπιστεί στην περιοχή ανατολικά του Ασκληπιείου27.
 Η θάλασσα που αγκαλιάζει ολόκληρη τη δυτική και νότια πλευρά της Μεσσηνίας δεν τροφοδοτούσε μόνο με ψάρια τον πληθυσμό της, αλλά έφερνε τη χώρα σε επικοινωνία μέσω των λιμανιών της, των Φαρών, της Ασίνης, της Κορώνης, της Πύλου και της Κυπαρισσίας με τον κόσμο της Μεσογείου και της Αδριατικής.
 Οι πολιτιστικοί και εμπορικοί δεσμοί Κρήτης Μεσσηνίας μέσω των Κυθήρων και των Αντικυθήρων είναι πανάρχαιοι και αδιαμφισβήτητοι28. Οι Μεσσήνιοι είχαν απευθείας εμπορικές επαφές με την Αλεξάνδρεια, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τη συχνή μετάβαση του μεσσήνιου μεγαλεμπόρου Νικαγόρα το δεύτερο μισό του -3ου αι., στην αυλή του Πτολεμαίου Δ΄ Φιλοπάτορα (-221/ -203) στην Αλεξάνδρεια, για να παραδώσει δυνατά μεσσηνιακά πολεμικά άλογα («Ίππους άγειν των βασιλεί καλούς των πολεμιστηρίων») και όπλα, που του είχαν παραγγείλει. (Πλούταρχος, Κλεομένης 35).29
 Ο γεωγραφικός παράγοντας καθόριζε και τον προσανατολισμό των εμπορικών σχέσεων της Μεσσηνίας, όπως και της όμορης Ηλείας προς τη Δύση με σημείο επαφών το λιμάνι της Κυλλήνης, την οποία ο Παυσανίας περιγράφει προσφυώς ως «τετραμένην προς Σικελίαν και όρμον παρεχομένην νανσίν επιτήδειον»30. Τον ίδιο ρόλο με εκείνον της Κυλλήνης είχαν για τη Μεσσηνία τα λιμάνια των Φαρών, της Πύλου και κυρίως της Κυπαρισσίας31. Η παραλία της Κυπαρισσίας αντίκρυζε τις γνώριμες ανέκαθεν δυτικές θάλασσες και τις πόλεις με τις οποίες είχαν και διατηρούσαν οι Μεσσήνιοι ισχυρούς πολιτικούς, φιλικούς αλλά και εμπορικούς δεσμούς, όπως ήταν το Ρήγιο και η Μεσσάνα (σημ. Messina), καθώς επίσης η Κεφαλληνία και η Ναύπακτος, όπου είχαν καταφύγει πολλοί Μεσσήνιοι της διασποράς. Στην Κυπαρισσία μετέφεραν τιμητικά με πλοίο οι Λευκάδιοι τον Μεσσήνιο γλύπτη Δαμοφώντα, ο οποίος είχε μεταβεί στο νησί τους για να επισκευάσει το λατρευτικό άγαλμα της Αφροδίτης Λιμενίδος32.
 Μεταξύ Κυπαρισσίας και Πύλου βρίσκεται η νήσος Πρώτη, έρημη στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (4.1.3.3), ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια υπήρχε εκεί ομώνυμο πολίχνιον, που μνημονεύει ο Στράβων (8.3.23)33. Για τη ναυσιπλοΐα ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι διερχόμενοι έμποροι ναυτικοί, που προσορμίζονταν στον κολπίσκο Γραμμένο, στην ανατολική πλευρά του νησιού, και χάραζαν στα βράχια τις ευχές τους για ευπλοΐαν, προέρχονταν κυρίως από την Μικρά Ασία (Μίλητο, Σμύρνη, Έφεσο, Άσσο, Σελεύκια), τη Λέσβο, την Αθήνα και τη Σικελία34. Οι εμπορικού χαρακτήρα σχέσεις της Μεσσηνίας με την Μικρά Ασία, παρά τις δυσκολίες της αποστάσεως και των κινδύνων του θαλάσσιου περίπλου της Πελοποννήσου και του διάπλου του Αιγαίου, επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τις επιγραφές της Πρώτης, αλλά και από αριθμό μικρασιατικών νομισμάτων που έχουν βρεθεί σε μεσσηνιακό έδαφος. Ο Ισθμός της Κορίνθου παρά την εντυπωσιακή επιχείρηση του Νέρωνα (Σουετώνιος, Νέρων 19), δεν είχε ακόμη ανοιχτεί35.
 Οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων στη Μεσσηνία και τη Δυτική Ελλάδα από την Αδριατική πολλαπλασιάζονται, όπως ήταν αναμενόμενο, μετά το -146 και κορυφώνονται στα χρόνια των αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβερίου, περίοδο κατά την οποία ζουν στην πόλη της Μεσσήνης Ρωμαίοι πολίτες και Έλληνες από άλλες πόλεις, οι οποίοι μεταφέρουν τις συνήθειες και τις προτιμήσεις τους σε αγγεία και σκεύη, τα οποία όμως παράγονται στα τοπικά εργαστήρια με περιορισμένες τις εισαγωγές από την Ιταλία36. 
 Με τους Ρωμαίους διατηρούσαν ανέκαθεν φιλικές σχέσεις οι Μεσσήνιοι. Αυτοκράτορες, όπως ο Τιβέριος, ο Κλαύδιος και κυρίως ο Νέρων, αλλά και οι Τραϊανός, Αδριανός, Μάρκος Αυρήλιος και Λούκιος Βέρος τιμήθηκαν από τους Μεσσήνιους με την ανέγερση ανδριάντων τους στην αγορά και το θέατρο37. Ακόμη και τον Σύλλα, καθώς και τον στρατηγό του Μουρήνα τίμησαν με ανδριάντες οι ευπατρίδες της πρωτεύουσας Μεσσήνης38. Στα χρόνια του Αυγούστου μια πολυάνθρωπη ομάδα εφήβων η οποία αναγράφεται στους εφηβικούς καταλόγους ως ομάδα «Ξένων και Ρωμαίων» ήλθε να προστεθεί στις πέντε φυλές της Μεσσήνης, που μαστίζονταν από ολιγανθρωπία. Στη νέα αυτή ομάδα εφήβων περιλαμβάνονταν γόνοι οικογενειών Ελλήνων μεταναστών από πόλεις της ρωμαϊκής provincia Achaiae και κυρίως γιοί και εγγονοί Ρωμαίων εποίκων από την Καμπανία και άλλες περιοχές της Ιταλίας, όπως σημειώσαμε παραπάνω39. Η πρώτη φάση της μετανάστευσης από την Ιταλία πρέπει να έλαβε χώρα στα χρόνια της ύστερης δημοκρατίας, με πιθανότερη περιοχή προέλευσης την Καμπανία, με την οποία μεσσηνιακές οικογένειες, όπως αυτή των Σαϊθιδών, διατήρησαν δεσμούς τουλάχιστον ως τα χρόνια των Αντωνίνων40. Οι έφηβοι της «φυλής» των Ξένων και Ρωμαίων ενσωματώθηκαν πλήρως στις πέντε μεσσηνιακές φυλές (Αριστομαχίς, Δαϊφοντίς, Κρεσφοντίς, Υλλίς και Κλεολαία) προς τα τέλη του +1ου αι.41. Μια ομάδα από τους ασκούμενος επί τρία χρόνια στο Γυμνάσιο της Μεσσήνης έφηβους ονομαζόταν «οι έφηβοι από τις πόλεις», δηλαδή από τις πόλεις της Μεσσηνίας, όπως η Κυπαρισσία, η Μεθώνη, το Κορυφάσιον και η Ασίνη, η σημερινή Κορώνη.
 Επώνυμος ιερέας της πόλεως Ασίνης ήταν αυτός του Απόλλωνα Μαλεάτα, θεότητας που συνδεόταν στενά με την προέλευση των Ασιναίων από την Αργολίδα και την Δρυοπική τους εθνική ταυτότητα. Οι Ασιναίοι είχαν εκδιωχθεί από τους Αργείους και αναζήτησαν νέα πατρίδα στο νότιο άκρο της Μεσσηνιακής γης, όπου τους εγκατέστησαν οι Λακεδαιμόνιοι το -710/ -700 (Ηρόδ. 8.73.1-3, Παυσ. 4.34.9-12). Ο Στράβων (8.4.4), τον -1ο αι., αναφέρει την Ασίνη ως πολίχνη. Εκτός από το ιερό του Απόλλωνα, υπήρχε στην πόλη και ιερό του Ασκληπιού, καθώς και του Ερμή.
 Σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή και την επικοινωνία της Μεσσηνίας με τον έξω κόσμο έπαιζε και η χάραξη της αρχαιότερης επιγραφικά μαρτυρημένης ρωμαϊκής δημόσιας οδού των χρόνων του Τραϊανού στην Πελοποννήσο (+115), που οδηγούσε από τη Νικόπολη στη Μεσσήνη με πορεία κατά μήκος της δυτικής ακτής της Πελοποννήσου42. Την συνέχεια της πορείας της από την Κυπαρισσία προς την Πύλο βεβαιώνει η εύρεση ενός μιλιαρίου του +323/ +326, ανάμεσα στο Βρομονέρι Γαργαλιάνων και το ποτάμι του Ρωμανού απέναντι περίπου από το νησί Πρώτη43.

Φωτογαφίες από την δεκαετία του ΄60 και την παραγωγή των περίφημων "τζαρών" όταν ακόμα η πανάρχαια αγγειοπλαστική παράδοση στην περιοχή των Βουναρίων ήταν ακόμα ζωντανή.

Η μεσσηνιακή αριστοκρατία

Μεγάλες πολυτελείς αστικές επαύλεις με γλυπτικό διάκοσμο, μεγάλες οικογένειες, μεγάλα κτήματα χαρακτηρίζουν την μεσσηνιακή αριστοκρατία κατά την ύστερη ρωμαιοκρατία44. Οι οικονομικές εξελίξεις της περιόδου είχαν οδηγήσει στην καταστροφή πολλές μικρές και μεσαίες ιδιοκτησίες και συνέβαλαν στο να αναπτυχθούν τα τεράστια κτήματα των ιππέων και κυρίως των συγκλητικών45. Η ευημερία στηρίζεται κυρίως στην καλλιέργεια της γης από τους μισθωτές και τους δούλους46, στα σιτηρά και κυρίως το ελαιόλαδο, όπως συνέβαινε σε περιοχές της βόρειας Αφρικής και της Κρήτης47. 
 Επτά αγροτικές εγκαταστάσεις με επαύλεις ή αγροικίες, χρονολογημένες από τον +1ο ως τον +2ο αι., έχουν εντοπιστεί στην περιοχή Νιχωρίων Μεσσηνίας στο πλαίσιο επιφανειακών ερευνών48. Η παρουσία, ωστόσο, ικανού αριθμού αστικών επαύλεων δηλώνει ότι το αστικό κέντρο της πόλης δεν είχε εξασθενίσει σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διότι είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτείται σταθερά από την γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή της υπαίθρου49. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι η Μεσσηνία βρισκόταν μακριά από τα πεδία των μαχών του Βορρά και της Ανατολής. Την εποχή που η δημοσιονομική κρίση οξύνθηκε, παρά τις προσπάθειες του Διοκλητιανού να σταθεροποιήσει την οικονομία με το περίφημο διάταγμά του, το +301, ένα σεξτάριο (0,547 λίτρα) κρασί κόστιζε από 8 ως 30 δηνάρια, ένα σεξτάριο λάδι από 8 ως 40 δηνάρια ανάλογα με την ποιότητα, όταν το μεροκάματο ενός εργάτη της γης ήταν 25 δηνάρια και ενός ξυλουργού 50, χωρίς να υπολογίζεται η ωμή καταπίεση για την αύξηση της παραγωγικότητας και την καταβολή των φόρων50. Για την απληστία των ισχυρών και την καταπίεση των χωρικών στα χρόνια του Καρακάλλα ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρέμβαση του αυτοκράτορα, προκειμένου να απαλλαγούν οι φτωχότεροι από τον ενοποιημένο φόρο, τη «μονοδεσμία» που είχε επιβληθεί από τους βουλευτές51.


Η Μεσσήνη είχε καταφέρει να αποφύγει τη συρρίκνωση, όπως και η Αθήνα που ζούσε τότε μια δεύτερη χρυσή εποχή, χάρη κυρίως στον Ηρώδη τον Αττικό και τον φωτισμένο αυτοκράτορα Αδριανό με την νέα του πόλη (Παυσανίας 1.20.7).52 Διατηρούσε επί ρωμαιοκρατίας ορισμένα προνόμια, καθώς και την ελευθερία να αυτοδιοικείται με βάση τους αρχαίους θεσμούς της, όπως η Σπάρτη53. Η πόλη είχε κρατήσει το μέγεθος και την ιπποδάμεια πολεοδομική μορφή της ως τα τέλη περίπου του +4ου αι. Θα πρέπει εντούτοις να τονισθεί ότι, μολονότι τα τείχη μήκους 9.5 χιλιομέτρων περιέβαλαν έκταση 290 εκταρίων, μεγαλύτερη δηλαδή από αυτήν της Αθήνας και της Σπάρτης, έκλειναν μέσα τους έναν τεράστιο αδόμητο χώρο ευρύτερο από τον δομημένο. Ο αδόμητος αυτός ελεύθερος εντός των τειχών χώρος, rus in urbe (αγροί εν πόλει)54 σύμφωνα με ανάλογο παράδειγμα της Πομπηίας,55 περιελάμβανε τον ορεινό όγκο της Ιθώμης για υλοτομία, λατόμευση και βοσκή, καθώς και ομαλές εκτάσεις στα νότια, αλλά και στα δυτικά και ανατολικά του κέντρου της πόλης για καλλιέργεια σε αγρούς με οπωροφόρα, ελιές, αμπελώνες και οικόσιτα ζώα, κυρίως σε περίπτωση πολιορκίας56. Η εικόνα που παρουσίαζε το αστικό τοπίο, ο ευρύτερος χώρος της τειχισμένης πόλης στην αρχαιότητα δεν διέφερε ουσιαστικά από τη σημερινή όψη του αρχαιολογικού πάρκου, με τα μεγαλειώδη αρχαία οικοδομήματα πολιτικού και λατρευτικού χαρακτήρα να δεσπόζουν ανάμεσα σε σύγχρονους ελαιώνες, αμπελώνες και αγρούς με φρούτα και λαχανικά. Μεγάλο μέρος του εντός πόλεως ελεύθερου αυτού αγρού, στη νότια ειδικά περιοχή της εκατέρωθεν του Σταδίου, περιλαμβάνει και μεγάλο σχετικά αριθμό τάφων και ταφικών μνημείων57.

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΝΜΕΛΗΣ, "Μεσσηνιακή οικονομία"

Σημειώσεις:
1 Τυρταίος, απόσπ.4.3(Diehl). "Mεσσήνην αγαθόν με αρούν, αγαθόν δε φυτεύειν".Roebuck 1945,149
2 Για το κλίμα της Μεσσηνίας βλ. Jardέ 1925, 109-112 Δικαιάκος 1969. Για τα ψάρια του Πλωτού Παμίσου: Παυσανίας 4.34.1-2. Αναγνωστάκης 2007, 51-56. Για την παραγωγή λαδιού στη Βενετοκρατούμενη Μεσσηνία, τις ποσότητες για εγκώρια κατανάλωση και εξαγωγή και τους σχετικούς δασμούς μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από την αναφορά του προβλεπτή Zacharia Bembo: Topping 1981. O καλλιεργούμενες ποικιλίες σήμερα σε 817.537 στρέμματα σε ολόκληρη τη Μεσσηνία είναι η κορωνέικη, η μαυροελιά και η μαστοειδής. Τα παραγωγικά ελαιόδενδρα υπολογίζονται σε 14.799.000, η ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 50.000 τόνους, οι ελαιοπαραγωγοί είναι 60.000, παρατηρείται δηλαδή μεγάλος κατακερματισμός σε μικροϊδιοκτησίες, ενώ τα ελαιοτριβία ήταν 250.
3 Στράβων 8.4.6.
4 Τυρταίος, απόσπ. 4,3 (Diehl). "Mεσσήνην αγαθόν με αρούν, αγαθόν δε φυτεύειν".
5 Rizakis, Touratsioglou 2005, 69-82.
6. Τα νομίσματα σε Χρυσό ή άργυρο ήταν το κύριο ανταλλακτικό μέσο του διακρατικού εμπορίου: Duncan 142 και 166.
7 Finley 1988, 138. Roebuck 1945, 149-165.
8 Amouretti, J.P. Brun 1993 πρβλ Σταϊνχάουερ 2008, 201-202 και 206-210.
9 Megaloudi 2004.
10 Θέμελης 1996, πίν. 55α.
11 Σε απογραφή των ιδιοκτησιών του Nicola Acciaioli στο Μοριά αναφέρεται συχνά και το Βουλκάνο (Ιθώμη), όπου ανάμεσα σε άλλες παραγωγές μνημονεύεται και η παραγωγή κουκουλιών μεταξοσκώληκα (cuculium sirici) που φορολογείτε κανονικά από τον φεουδάρχη: Longon, Topping 1969, 95-101. Για το μετάξι, την εισαγωγή και καλλιέργειά του στην Ελλάδα γενικώς βλ. Richter 1929, 27-33. Έξι κομμάτια μεταξωτού υφάσματος έχουν βρεθεί σε τάφο του -5ου αι. στον Κεραμεικό της Αθήνας, που πιθανολογείται ότι κατασκευάζονταν στην Αμοργό. Miller 1979, 77-79 με προγενέστερη βιβλιογραφία.
12 Ν. Γάσπαρης, Παλαιά ελαιοτριβεία της Μεσσηνίας, Αρχαιολογία 97 (Δεκ. 2005), 55-61.
13 Topping 1981.
14 Δ. Γιαννοπούλου, Ελιά και λάδι, στο Ν. Χαϊδεμένος (εκδ.), Μεσσηνία: Τόπος, Χρόνος, Άνθρωποι, Αθήνα 2007, 320.
15 Tsilogianni 2006, 4-13; Πρβλ. Ιλιάδα 9.152 για την "οινόεσσα" Μεθώνη. Γενικά για την παραγωγή λαδιού βλ. Hitchner 2002, 71-83.
16 Τζόμπολας, Τζαμουράνη 2009 (αδημοσίευτη μελέτη).
17 Zoumbaki 2001, 172-177.
18 Θέμελης 1987, 103-104 ο ίδιος 2001, 84, πίν. 51α. Για αρκούδες πρβλ. Comstock, Vermeule 1971, 147, αρ. 172 και 346- 347, αρ.486.
19. Πρβλ. Oουin 1993 37-52 και 1994, 147-160 για παρασκευή τυριών στο Αϊ Χανούμ του Αβγανιστάν και την Κρήτη. Ικανός αριθμός θραυσμάτων από πήλινες κυψέλες των ρωμαϊκών κυρίως Χρόνων έκει έλθει στο φως με τις πρόσφατες ανασκαφές σε διάφορες θέσεις της πόλης.
20 Έχει υπολογισθεί ότι στις μεσσηνιακές πεδιάδες γύρω από την Ιθώμη έβοσκαν περίπου 1000 άλογα, 2.100 ημίονοι και 1.500 όνοι: Roebuck 1945, 158. Για το μεσσηνιακό ιππικό βλ. Πολύβιος 4.15.6 και 5.20.1.
21 Θέμελης 1990,66, πιν. 378. ο ίδιος ΠAE 1995, 68, πιν. 20α-γ.
22 Η αύξηση κατανάλωσης χοιρινού στα ρωμαϊκά χρόνια προκύπτει από τη μελέτη των οστών των ζώων της Μεσσήνης σύμφωνα με τον αρχαιοζωολόγο Ούnter Νobis. Οι Χοίροι της Μεσσήνης, σύμφωνα με τον Nobis, ανήκουν σε μικρόσωμη αρχέγονη ράτσα πολύ διαδομένη στην αρχαιότητα (ΠΑΕ 1987, 103-104. Στην Ρώμη από τα χρόνια της ύστερης Ρωμαιοκρατίας και εξής, ενώ από τον +3ο/ +4ο αι. και στην Αλεξάνδρεια και στην Κων/πολη, διανέμονταν τρόφιμα, όχι μόνο αραποσίτι ή ψωμί, αλλά και λάδι, φθηνό κρασί και χοιρινό. Oι χασάπηδες χοιρινών (suarii) το προμηθεύονταν από τις πόλεις που το διέθεταν ή λάμβαναν χρήματα για να το αγοράσουν.
23 Η μελέτη τους βρίσκεται σε εξέλιξη από την αρχαιολόγο Ελένη Γκίκα.
24 Οι μυλόλιθοι και τα πήλινα Πύραυνα αποτελούν αντικείμενο ειδικής μελέτης.
25 Roebuck 1945, 153.
26 Γιαννοπολυλου 2004.
27 Θέμελης 2002b, 9-92.
28 Marinatos 1962, 907-916. Θέμελης 1969, 248-256. Πετρόχειλος 1984, 127-131.
29 Ο Νικαγόρας είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του στη Μεσσήνη τον Αρχίδαμο, τον εξόριστο αδελφό του βασιλιά Άγι της Σπάρτης. Πολύβιος 537 και Πλούταρχος, Κλεομένης 35 Roebuck 1941, 68 για το εμπόριο αλόγων βλ. Rostonτzeff 1922, 167-168. Για τα οστά αλόγων από τη Μεσσήνη βλ. παραπάνω σημ. 6. Η εύρεση κάλκινου εξαρτήματος από το καλινάρι αλόγου στην οδό που οδηγεί από το Ασκληπιείο στο Στάδιο ενισχύει την μεσσηνιακή ιπποτροφία. Θέμελης 1998, 122, πίν, ό3β. Για τους Μεσσήνιους ιπποτρόφους βλ. Θέμελης 2007, 509-528.
30 Στράβων, 8.537- Παυσανίας, 6.264. πρβλ Lepeniotis 1991, 586 για εισηγμένους από την Ιταλία αμφορείς κρασιού. Από την Κυλλήνη απέπλευσαν οι φυγάδες Μεσσήνιοι για τη Ζάγκλη της Σικελίας επί τυράννου Αναξίλα (Παυσ. 4.23.1). Στην Κυλλήνη αποβιβάστηκε ο Αλκιβιάδης εγκαταλείποντας τους Αθηναίους στη Σικελία πριν καταφύγει στη Σπάρτη (Θουκ. 2,84 και 6,88).
31 Βλ. τον ναυτεμπορικό νόμο του πρώιμου -5ου αι. από την Κυπαρισσία για την καταβολή φόρου 1/50 από τους εισπλέοντες και αποπλέοντες εμπόρους: GV 1, 1421.
32 Themelis, Damophon 1996, 174-176.
33 Πάνω από τον όρμο της Βουρλιάς σώζεται μέρος οχυρωματικού περιβόλου κλασικών χρόνων που περιέβαλλε την πολίχνη Πρώτη, με κατοίκους ως τα χρόνια του Στράβωνα.
34 ΙG V1, 1557-1558 Valmin 1929, 45 Σ. Λυριτζής, Πλάτων 1973, 88-90. Crandjean 2003, 84-85.
35 Alcock 1993, 141, eik.53.
36 Καλτσάς 1985, 41-44, σx. 10.
37 IG V1, 1448-1452 Themelis 2009. Οι μεγάλες τιμές στην εποχή του Νέρωνα οφείλονται προφανώς στην ανακήρηξη της Αχαΐας ως ελεύθερης το +67. Alcock 1993, 16 Grandjean 2003, 250.
38 Themelis 2001, 199-216-Dohnicht, Heil 2004, 255-242, οι οποίοι αγνοούν την δημοσίευση του μνημείου και παραπέμπουν μόνο στις εκθέσεις μου στα ΠΑΕ. Ο Σύλλας τιμάται και στη Σπάρτη: Cartledge, Sρawforth 1989, 95. Στην Αιδηψώ που είχε εξελιχθεί σε κοσμοπολίτικο Ιαματικό κέντρο στα ρωμαϊκά xρόνια, κυρίως την ύστερη περίοδο, είχε μεταβεί και ο Σύλλας για να θεραπεύσει την ποδάγρα που τον βασάνιζε.
39 Themelis 2001, Grandjean 2003, 265-266.
40 Ιταλική μετανάστευση στα Χρόνια της Δημοκρατίας και αργότερα στα αυτοκρατορικά χρόνια γνώρισαν πολλές περιοχές της κυρίως Ελλάδας και των νησιών, όπως η Αθήνα, η Δήλος, η Βοιωτία, η Κρήτη, η Μακεδονία κτλ. Για την Μακεδονία Rizakis 2002, 102-109: Grandjean 2003, 256-258.
41. Thernelis 1998/9, 66-67 και στην Αθήνα Ρωμαίοι Πολίτες εγγράφονται σε εφηβικούς καταλόγους και αναλαμβάνουν αξιώματα: Βλαχόπουλος, 2008, 152.
42 Θέμελης 1969, Παράρτημα 16-17. Prichett 1980, 269. Alcock 1995, 121, εικ. 59 χωρίς αναφορά στην ανασκαφή και τη δημοσίευση του 1969. Πίκουλας 1992-1998, 309. Αξιώτη, 1980, 189-191. πρβλ. Σταϊνχάουερ 1992-1998, 287. Ζournbaki 2001, 172-177.
45 Πίκουλας 1992-1998, 307 από το Βρωμονέρι προέρχεται και η επιγραφή IG V1, 1420 των πρώτων xρόνων της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
44 Percival1976 (μεγάλες επαύλεις στην Καρχηδώνα και στο Mangersdorf). Για τις μεγάλες κτηματικές περιουσίες και τις οικογένειες της ύστερης ρωμαιοκρατίας βλ. Whittaker 1958, 165-185. Papaioannou 2007, 351-361.
45 Alföldy 1988, 334.
46 Rihil 2004 συζητά το θέμα των σκλάβων και των μηχανών στην αρχαία Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι παρά τη διάδοση της δουλείας, η τεχνολογική ανάπτυξη δεν αναχαιτίστηκε. Σκλάβοι που ήταν επιδέξιοι τεχνίτες αμείβονταν και μπορούσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Η προσμονή της ελευθερίας με κάποιο τίμημα θα αποτελούσε ισχυρό κίνητρο για τους σκλάβους να αυξάνουν την παραγωγικότητα, συμβάλοντας έτσι στην εξέλιξη των εργαλείων και των τεχνικών.
47 Leρelleγ 1979 (για την ευημερία των ρωμαϊκών πόλεων στη βόρειο Αφρική και την ελαιοπαραγωγή), πρβλ. Cameron 1993, 31 -Θέμελης 2002ς, 66-80 (μεγάλες, διώροφες αστικές επαύλεις με Πολυτελή αντικέιμενα από ελεφαντόδοντο, γυαλί και μέταλλο). Για τις μεγάλες γαιοκτησίες και τους κολλήγους: Kotula 1991, 71-83. Γιά την οικονομία κατά τον +4ο αι. βλ. Morrison, Lefort 1989. Pleket 1948, 23-29. Bλ. και. La Rocca, de Vos 20025, 40-85, για λόγους σύγκρισης των πρώιμη αστικών επαύλεων της Πομπηίας με τις ελλαδικές.
48 McDonald, Rapp 1972, 98-99- Alcock 1993, 63-71. Grandjean 2005, 257-258.
49. Για τις αγροικίες και την οικονομική τους διάσταση βλ. Τουράτσογλου 2006, 59-60, σημ. 195 με πλούσια βιβλιογραφία.
50 Lauffer 1971, 1988, 301 - 302. Μέρος από το διάταγμα του Διοκλητιανού σώζεται στην πίσω όψη προγενέστερης επιγραφής που βρέθηκε στην Καλαμάτα και φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο (IG V1, 1359).
51 Oliver 1989, 267 Σταϊνχαουερ. 2008, 199-200.
52 Για το ρόλο και την προσωπικότητα του Ηρώδου Αττικού: Graindor 1930, Passim Ameling 1983 πρβλ. Habicht 1985, 62, 123, 131. Παπαχατζής 1984, 10-11.
53 Πρβλ.. Rostovtzef 1957.
54 Η λέξη μεταφράζεται στα αγγλικά: the country, lands, fields, farm, estate (Lewis 19892).
55 Greene 1986, 94-97.
56 Πρβλ. Cartledge, Sροwforth 1989, 183, σημ. 14, όπου αναφέρονται τα εξής για την πόλη της Σπάρτης. The impression is created of an urban habitat in Roman times which continued to comprise, alongside public buildings and private dwellings, a fair amount of vacant plots, perhaps to be imagined as under cultivation in the form of market-gardens, orchards and vineyards".
57. Η συμπλήρωση πολεοδομικών νησίδων (insulae) στην περιοχή αυτή είναι αυθαίρετη. S. Mueth Herda 2005.




Printfriendly