.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Ο Θολωτός τάφος της Αιπείας- Ανθείας, Γ. Σ. Κορρέ


Η θέσις
Ακριβώς δέκα και ήμισυ χιλιόμετρα βορειοδυτικός της πόλεως των Καλαμών εύρηται το χωρίον Αίπεια, όπερ εκτίσθη κατά τις τελευταίας δεκαετίας (μεταπολεμικώς) εκατέρωθεν της δημοσίας οδού Καλαμών Μεγαλοπόλεως. Το σημερινόν χωρίον, ανήκον εις την κοινότητα Ανθείας, αντικατέστησε το παλαιότερον, κείμενον βορειοανατολικώτερον και υψηλότερον εις την δυτικήν κλιτύν της χθαμαλής οροσειράς των Ελληνικών, ήτις οροσειρά, διήκουσα από Βορρά προς Νότον, δεσπόζει της πεδιάδος του Άριος και παρέχει θαυμαστήν θέαν μέχρι και του Μεσσηνιακού κόλπου (σχέδιον 1).


Διά τον γνωρίζοντα την τοπογραφίας της δυτικώς των Καλαμών περιοχής είναι σαφής η σημασία της υπό συζήτησιν θέσεως καί, ως υποδηλούται διά των επιφανειακών ευρημάτων και άλλων ταφικών μνημείων, ιδία της μυκηναϊκής εποχής, θα είχε διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλον ανά τους αιώνας, καθ' όλας τας περιόδους της πολλά παθούσης, αλλά και επί μακρόν ακμασάσης, Μεσσηνίας.
Την περιοχήν εξηρεύνησαν από των αρχών του αιώνος και εξής οι Α. ΣΚΙΑΣ1, Ν. VALMIN2 και R. HOPE SIMPSON3, οίτινες κατέδειξαν την επί μακρόν κατοίκησιν της περιοχής δι' αντιπροσωπευτικών επιφανειακών ευρημάτων και άλλων μνημείων. Εις την Πρωτοελλαδικήν εποχήν ανάγεται η παλαιοτέρα (μέχρι τούδε γνωστή) κατάληψις της περιοχής εν συνεχεία εις την Μεσοελλαδικήν εποχήν (μινυακή κεραμεική) και μετά ταύτα εις την Υστεροελλαδικήν (μυκηναϊκήν), οπότε και εδημιουργήθη εν όλως σημαντικών κέντρον, ιδία λόγω της στρατηγικής σημασίας της οροσειράς, ήτις προβάλλει εμφαντικώς εις την δυτικώς των Καλαμών περιοχής και παρέχει πλήρη δυνατότητα κατοπτεύσεως και ελέγχου εις την δυτικώτερον κειμένην εκτεταμένην πεδιάδα του Άριος. Γνωσιν του πράγματος έχομεν χάρις εις τας επιτοπίους έρευνας των μνημονευθέντων αρχαιολόγων, ών οι νεώτεροι θεωρούνται άριστοι γνώσται της Μεσσηνίας καθόλου, παρασχόντες άκρως εποπτικήν περί της θέσεως αξιολογικήν εικόνα (σχ. 1).

Οι θαλαμωτοί τάφοι των Ελληνικών
Την πρώτην μνείαν του μυκηναϊκής εποχής εκτεταμένου νεκροταφείου των θαλαμωτών τάφων των Ελληνικών οφείλομεν εις τον Α. ΣΚΙΑΝ, όστις και επεσήμανεν εικοσάδα αυτών κατά τας παλαιάς του εκείνας ανά την περιοχής των αρχαίων Φαρών εξερευνήσεις. Άλλοι επεσημάνθησαν πρό εικοσαετίας περίπου υπό του R. HOPE SIMPSON4, ανελθόντος ούτως αισίως του αριθμού των εις είκοσι πέντε (25). Εκ των τάφων τούτων δύο εύρηνται νοτίως της ακροπόλεως της Θουρίας με την είσοδον εστραμμένην πρός Δυσμάς, και τούτο διότι εύρηνται εις το ανώτατον περίπου σημείον της δυτικής κλιτύος των Ελληνικών, οι λοιποί δε είκοσι τρείς (23) έχουν την είσοδον εστραμμένην πρός Ανατολάς και εύρηνται εις διάφορα σημεία της ανατολικής κλιτύος της αυτής οροσειράς, ή κάλλιον λοφοσειράς, εάν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθή ο όρος, με θαυμαστήν, ως και οι άλλοι, θέαν προς την βαθύσκιον κοιλάδα του Ξερίλα, περί ης ο λόγος και κατωτέρω.
Οι τάφοι ούτοι της ανατολικής κλιτύος σχηματίζουν συστάδας ανά πέντε, τρείς και δέκα τρείς, ανήκουν δε ούτω καθ' ομάδας εις τα διάφορα γένη του μυκηναϊκής περιόδου οικισμού, όστις είχεν αναπτυχθή εις μεγάλην έκτασιν του λόφου. Αντιθέτως προς τους τάφους της ανατολικής κλιτύος, οι τάφοι της δυτικής κλιτύος εμφανίζονται μεμονωμένοι, επιβεβαιουμένης όμως της απόψεως ότι πρόκειται περί εκτεταμένης και, τρόπον τινά, περί μιάς κατά κώμας οικήσεως εις τα Ελληνικά. Βεβαίως, δεν αποκλείεται να επισημανθούν και άλλοι εκατέρωθεν του αυχένος της λοφοσειράς. Όσον αφορά εις τον οικισμόν αυτόν, δεν έχει εισέτι επισημανθή, χαρακτηριστικώς δε οι MCDONALD και HOPE SIMPSON υπεστήριξαν5 ότι η εκτεταμένη περιοχή εις το βόρειον άκρον της λοφοσειράς, ένθα τοποθετείται η ακρόπολις της κλασσικής Θουρίας, υπερβαίνει τα όρια και ενός ανεπτυγμένου μυκηναϊκού οικισμού, ως διαφαίνεται εκ της εκτάσεως του νεκροταφείου, ενώ λόγω της απουσίας επιφανειακών ευρημάτων και δη και οστράκων, δεν ευνοείται η ύπαρξις εκεί οικισμού συγχρόνου προς το νεκροταφείον των θαλαμωτών τάφων.
Ως και εις άλλας μεσσηνιακάς και τριφυλιακάς θέσεις της μυκηναϊκής περιόδου, δείγματος χάριν εις Γουβαλάρη Κουκουνάρας (Πυλία) και εις την Περιστεριάν (BA της Κυπαρισσίας), ούτω και εις την περιοχής των Ελληνικών (Θουρίας) οι θολωτοί τάφοι (ή ο θολωτός τάφος) των προυχόντων απείχον του κυρίου όγκου των συστάδων των θαλαμωτών τάφων, οίτινες, αναμφισβητήτως, ανήκον εις τον πληθυσμός της περιοχής. Βεβαίως, αγνοούμεν εισέτι τας περιόδους χρήσεως (εν τω συνόλω των) τόσον των θαλαμωτών όσον και του ενός ή των τριών, ως πιθανολογούνται, θολωτων τάφων της περιοχής, περί ών ευθύς εν συνεχεία ο λόγος.
Πράγματι, εκ πρώτης όψεως, οι θολωτοί απέχουν των θαλαμωτών και μάλιστα απόστασιν ικανήν. Ούτως και βέβαιος θολωτός τάφος εύρηται εις απόστασιν περίπου 600μ. δυτικώτερον των συστάδων των θαλαμωτών, ενώ οι άλλοι δύο υποτιθέμενοι θολωτοί τάφοι εύρηνται έναντι της ανατολικής κλιτύος των Ελληνικών και δη και είς απόστασιν περίπου 200μ. κατ' ευθείαν γραμμών εις την θέσιν Καστρούλια, ειδικώτερον δε εις τον ανατολικώτερον των Ελληνικών λόφον, μεταξύ των οποίων σχηματίζεται η γραφική φάραγξ του Ξερίλα.6
Είναι δε οι υποτιθέμενοι ούτοι θολωτοί τάφοι δύο ανεξάρτητα τυμβοειδή εξάρματα διαμέτρου 10μ. και ύψους 5 και 4 αντιστοίχως, όμοια πρός πλήθος άλλων ομοίων ανά την Μεσσηνίας και την ανά την Μεσσηνίαν ή την Τριφυλίαν, άτινα υποκρύπτουν είτε θολωτούς τάφους (Γουβαλάρη Κουκουνάρας, Καμίνια Κρεμμυδίων, Πλατανόβρυση Χανδρινού) είτε ταφικούς κύκλους (ομοίως Γουβαλάρη) είτε ασκεπείς, ήτοι ανοικτούς εις τον ουρανόν τύμβους.
Τα ταφικά ταύτα μνημεία εχρησιμοποιήθησαν, επί τη βάσει ευρημάτων επιφανείας επισημανθέντων υπό των McDONALD και HOPE SIM PSON7, κατά την τρίτην μυκηναϊκήν φάσιν, και ουδόλως αποκλείεται να ήσαν θολωτοί τάφοι επί μακρόν (ήτοι από της υστάτης Μεσοελλαδικής ή πρωίμου Μυκηναϊκής εποχής) χρησιμοποιηθέντες. Εν πάση περιπτώσει, ουδόλως επιτρέπεται να ξενίζη περαιτέρω το γεγονός (ή η πιθανότης) να ήσαν τόσον ποικιλόμορφα τα ταφικά μνημεία της περιοχής, διότι η κατάστασις αύτη έχει διαπιστωθή και εις άλλας μεσσηνιακάς και τριφυλιακάς θέσεις.



Ο θολωτός τάφος
Το ενδιαφέρον όμως ημάς μνημείον της περιοχής είναι και θαυμαστής κατασκευής επιβλητικός θολωτός τάφος (εικ.1) κατά την δυτικήν κλιτύν των Ελληνικών και δή και εις πολύ χαμηλόν σημείον εν σχέσει προς την ακρόπολιν της κλασσικής Θουρίας και τας συστάδας των θαλαμωτών τάφων, γνωσθείς εκ των εις την περιοχήν ερευνών των McDONALD και HOPE SIMPSON8, εις τους οποίους υπεδείχθη υπό του εξαιρέτου πρώην φύλακος του Αρχαιολογικού Μουσείου Καλαμών κ. Ιω. Ταβουλαρέα.
Το σημείον όμως εις το οποίον είρηται ο τάφος ούτος δεν εμποδίζει την θαυμαστήν πράγματι θέαν προς την πεδιάδα του Άριος και περαιτέρω νοτιώτερον προς τον Μεσσηνιακός κόλπον, όστις διακρίνεται εν αιθρία εις το βάθος του ορίζοντος. Είναι ένα πραγματικόν Belvedere, ως συμβαίνει και εις τους άλλους (ουχί όλους) μεσσηνιακούς- τριφυλιακούς θολωτους τάφους, έτι δε και κατά περίπτωσιν είς τινας θαλαμωτούς, και έστω σαν ως παράδειγμα οι τοπικοί του λόφου των Ελληνικών.

Τα Belvedere της Δυτικής-Νοτιοδυτικής Πελοποννήσου
Όντως, η περίπτωσις του θολωτού τάφου της Ανθείας με την θαυμασήν θέαν εις την πεδιάδα του Άριος και την παραλίας του Μεσσηνιακού κόλπου δεν είναι μοναδική. Ανάλογοι περιπτώσεις υπάρχουν γνωσταί και εις άλλα σημεία της Δ-ΝΔ Πελοποννήσου, μεταξύ των οποίων περιοριζόμεθα να μνημονεύσωμεν τον τάφον των Νιχωρίων, τον τάφον του Δάρα, τον τάφον-τύμβος της Βοϊδοκοιλιάς εν μέσω ενός θαυμαστού περιβάλλοντος το οποίον αποτελεί η τροπικής ωραιότητος παραλία του μικρού τούτου όρμου της Βουφράδος (Βοϊδοκοιλιάς)10, τους δύο τάφους της Τραγάνας, τους τρείς θολωτούς τάφους (τρίτον, τέταρτον και πέμπτον του Βαγενά) του Κάτω και του Επάνω Εγκλιανου κατά την αρίθμησιν του ΒLEGEN, τους τάφους του Ρούτση, τον τάφον του Βλαχοπούλου, τους τάφους της Περιστεριάς (νοείται και ο λόφος, αλλά, και έν τινι μέτρω οι τάφοι), τους τάφους του Κακοβάτου, τους τάφους της Μάλθης και άλλους οίτινες έχουν ανασκαφή εις διάφορα σημεία τόσον της Μεσσηνίας όσον και της Τριφυλίας. Συναφή περίπτωσιν αποτελεί και ζεύγος άλλων αναμενομένων τάφων βορείως του χωρίου Ράχες της Περιστεριάς εις θέσιν Παλιόχνη11 με αναπανάληπτον θέαν προς την βορείως της πόλεως της Κυπαρισσίας παραλίαν μέχρι το Βουνάκι.12
Εν παρόδω δυνατόν, τέλος, να σημειωθή ότι δεν ήσαν ολίγα τα σημεία αυτά της Δ-ΝΔ Πελοποννήσου, τα οποία εξεμεταλλεύθησαν οι Μυκηναίοι Μεσσήνιοι διά να δημιουργήσουν τους οικισμούς των και τα ταφικά των ενδιαιτήματα, ακριβώς δε εμποιεί εντύπωσιν η προτίμησης των να επιλέγουν12α σημεία με θαυμασίαν θέαν προς κατασκευής των θολωτών τάφων των δυναστών των, των αρχόντων των και των μεγαλοκτηματιών των, Την κατάστασιν αυτήν, ως προσεφέρετο, των πολλών θέσεων με θαυμαστήν θέαν αντελήφθησαν και οι μεταγενέστεροι επικυρίαρχοι της περιοχής Φράγκοι, οίτινες και ονόμασαν την μείζονα ταύτην περιοχής της ΝΔ-Δ Πελοποννήσου Belvedere προς υποδήλωσιν των φυσικών της καλλονών και μάλιστα των τοποθεσιών εκείνων με θαυμασίαν θέαν.
Αι θέσεις αύται με ωραίαν θέαν έχουν, ώς είναι φυσικόν, και στρατηγικής σημασίας και το πράγμα, ευνόητον, έχει παρατηρηθή ήδη κατ' επανάληψιν. Διά τον λόγον τούτον δεν διστάζω και εγώ να προτρέξω εις ωρισμένας περιπτώσεις των ευρημάτων κατά τας περιηγήσεις μου ανά την Τριφυλίας και Μεσσηνίαν και, επί τη βάσει ελαχίστων ενδείξεων, ιδία όμως της θαυμαστής εκ του σημείου εκείνου του τάφου θέας, να συμπεράνω ότι υπό το αναφαινόμενον έξαρμα κρύπτεται το ταφικών μνημείον των Πρωτομυκηναίων της περιοχής.
Παρομοία, κατά ταύτα, πρός τάς μνημονευθείσας είναι και η περίπτωσις του θολωτού τούτου τάφου της Αιπείας- Ανθείας, όστις έχει ανασκαφή παλαιόθεν μερικώς μόνον πλήν όμως ουχί πλήρως. Ήδη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απεδέχθη πρότασιν του υπογραφομένου να διεξαχθή εν αυτώ πανεπιστημιακή ανασκαφή συμμετοχή μελών και φοιτητών αυτής, ελπίζεται δε ότι η ανασκαφή αυτή θα είναι δυνατόν να διεξαχθή κατά την άνοιξαν και το θέρος του έτους 1981.

Επισκέψεις εις τον τάφον. 
Τον τάφον της Αιπείας επεσκέφθην· το πρώτον την 17ης Ιουλίου 1975 κατά την διάρκειαν των εις Κουκουνάραν της Πυλίας διεξαγομένων ανασκαφών της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τον τάφον είχεν υποδείξει μέχρι τότε ο πρώην φύλαξ του Αρχαιολογικού Μουσείου Καλαμών κ. Ιω. Ταβουλαρέας εις διαφόρους αρχαιολόγους, ημετέρους και ξένους. Δευτέραν επίσκεψιν επραγματοποίησα την 10ης Σεπτεμβρίου 1976 και, τελευταίως, επανειλημμένως, κατά Ιούλιον του διανυομένου έτους, 1977, έτι δε άπαξ κατά μήνα Σεπτέμβριον. Κατά μήνα Ιούλιον ελήφθησαν πλείσται- φωτογραφίαι, εγένoντo πλήρεις περιγραφα των φαινομένων μερών του τάφου, εγένετο δε αποτύπωσις αυτού υπό του αρχιτέκτονος ΕΜΠ κ. Δημ. Ιω. Κορρέ. Το χρονικόν της προανασκαφικής περιόδου του τάφου μοι εγνώρισε προθύμως ο Γραμματεύς της κοινότητος Ανθείας κ. Δημ. Φατούρος, όστις και τυγχάνει ανεψιός του προπεντηκοντετίας και πλέον ανακαλύψαντος τον τάφον, ως εκ της συγγενείας του δε ταύτης ήτο εις θέσιν να παράσχα πολλάς και μάλιστα αξιολόγους- αξιοπίστους πληροφορίας. Ομοίως προθύμως παρέσχε την συγκατάθεσιν του προς επιτόπιον εργασίας (ήτοι μετρήσεις) ο νέος ιδιοκτήτης του ελαιώνος κ. Παναγιώτης Χαρ. Κρίγκας.
Ούτως, εκ των διηγήσεων των ανωτέρω, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Ο τάφος ανεκαλύφθη το 1925 (περίπου) υπό του εντοπίου-χωρικού Στυλιανού Φατούρου (Πούλου) εις την νοτίαν ή κάλλιον νοτιοδυτικήν κλιτύς του λόφου, η οποία, ειδικώς εις το σημείον τούτο, φέρει το όνομα Ράχη και το οποίον αποτελεί ελαιώνα, ως όλη η πέριξ περιοχή (εικ. 2). Παλαιότερον το σημείον εκείνο ήτο αμπελών εις μεγάλης έκτασιν13, πλην όμως από πολλών δεκαετιών έχει μετατραπή εις ελαιώνα ως και όλη η μείζων περιοχή των Ελληνικών. Βορείως και εις απόστασιν 300μ. ευρηται το παλαιόν χωρίον της Αιπείας. Ο τάφος υπέρκειται κατά 30μ. της σημερινής δημοσίας οδού, η οποία διασχίζει το σημερινόν χωρίον, και εύρηται εις απόστασιν 300μ. απ' αυτού νοτιοανατολικώτερον. Ήδη έχει αρχίσει η κατασκευή μεγάλων έργων υδρεύσεως της πόλεως των Καλαμών εις απόστασιν 50- 60μ. δυτικώτερον του τάφου, προβλέπεται δε η κατασκευή της νέας Εθνικής οδού έτι εγγύτερον του τάφου και δη και εις ελαχίστην απόστασιν υπ' αυτόν.
Ο Στυλιανός Φατούρος ανεύρεν εις σημείον χαμηλότερον πρό της προσόψεως του τάφου την αρχήν αμφοτέρων των πλευρών του επενδεδυμένου αυτού δρόμου και ήρχισε να προχωρή προς ανατολάς, προς την πρόσοψιν του τάφου υπογείως, αφαιρών συγχρόνως λίθους εκ των κάτω προς τα άνω επί τω σκοπώ όπως επενδύση διά λίθων φρέαρ εις την αυλήν της 150- 200μ. νοτιώτερον κειμένης αγροτικής του οικίας. Όντως οι εξ αχθέντες λίθοι της επενδύσεως αμφοτέρων των πλευρών του δρόμου μετ' άλλων εκ της προσόψεως του τάφου επήρκεσαν διά να κτισθή το βάθους 18μ. φρέαρ του οποίου είχεν ανάγκην... Ούτως εκοιλάνθη αρκούντως καθ' όλον του το μήκος ο δρόμος του τάφου, ο οποίος δρόμος υπολογίζεται ότι είχεν επενδυθή εις μήκος, τουλάχιστον, 7,75μ. Ειδικώτερον εκοιλάνθησαν τα κατώτερα μέρη αυτού τα υπερκείμενα του δαπέδου (σχ. 2).



Σήμερον ο δρόμος έχει πληρωθή πάλιν διά χωμάτων (σχ. 2), υφίστανται δε μία οπή (τούνελ)14, διήκουσα κατά μήκος αυτού και αντιστοιχούσα εις τα κατώτερα σημεία της δεξιάς επενδεδυμένης πλευράς, ής αφηρέθησαν υπό του Στυλιανού Φατούρου αι κατώτεραι στρώσεις (εικ. 3-4). Ότι αφήρεσεν ο Φατούρος αμφοτέρων των πλευρών το κατώτερον τμήμα της επενδύσεώς των δεν είναι βέβαιον και τούτο διότι η αριστερά πλευρά του δρόμου δεν είναι πλέον προσιτή μετά την πρόσχωσιν η οποία εσχηματίσθη μεταπολεμικώς εκ νέου εις το αρχικώς (1925) εκκενωθέν χωμάτων οπίσθιον τμήμα (εσώτερον νούμενον) του δρόμου. Ότι αφηρέθησαν όμως της δεξιάς πλευράς οι κατώτεροι δόμοι είναι βέβαιον (πίν. 3-4), ως φαίνονται ότι υπέρκεινται οι ανώτεροι λίθοι εις την «στέγην» της οπής ταύτης (πίν. 4).
Εις το τέλος του δρόμου και Φατούρος εχρησιμοποίησε «βαριάν» και έθραυσεν ωρισμένους λίθους της δεξιάς (τα εισερχομένων και προσβλέποντι) πλευράς της προσόψεως (εικ. 1). Συγκεκριμένως έθραυσεν ολίγον το πρόσθιον τμήμα του δευτέρου εκ των άνω λίθου-δόμου της δεξιάς παραστάδος και περισσότερον τους τρίτον, τέταρτον και πέμπτον (πάν τοτε εκ των άνω λογιζομένους) λίθον της αυτής πλευράς της προσόψεως. Είς κατώτερον σημείον, κατά τό γε νύν έχον, δεν διακρίνονται άλλοι λίθοι-δόμοι. Ταύτα όσον αφορά εις την δεξιάν παραστάδα.


Της αριστεράς ελλείπει, ίσως διά τον αυτόν ως άνω λόγον, η μείζων γωνία του ανωτέρου προσθίου λίθου-δόμου, αποσπαθείσα προφανώς υπό του Φατούρου, ενώ του δευτέρου (άνωθεν) λίθου το πρόσθιον τμήμα έχει καλώς. Ακριβώς περί του τρόπου σχηματισμού υπό γωνίαν του προσθίου τμήματος του δευτέρου τούτου λίθου θα επανέλθωμεν και τούτο διότι είναι διάφορος ή τεχνική η εφαρμοσθείσα κατ' εκείνο το σημείον. Ειδικώς διά τους λίθους τούτους θα ληφθή μέριμνα να αναγνωρισθούν κατά την διάλυσιν του επενδυθέντος φρέατος του Φατούρου, ώστε να αποκατασταθή η πρόσοψις του τάφου εις όλην της την παλαιάν μορφήν. Σημειωτέον ότι είναι δυνατόν να κερδηθή το πλάτος των λίθων τούτων, οι οποίοι έχουν τοποθετηθή συγχρόνως κατά μήκος του στομίου του τάφου και δη και κατά την δεξιάν αυτού πλευράν. Ούτως ο πρώτος άνωθεν λίθος έχει πλάτος (κατά την πρόσοψιν) πλέον του 1,16μ., ο δεύτερος 0,815μ., ο τρίτος άδηλον λόγω θραύσεως και ο τέταρτος 0,93μ. Τα ισχυρότερα διά της «βαριάς» πλήγματα υπέστησαν ο τρίτος και ο τέταρτος. Διά συνεχίσεως της ανασκαφής και εις αυτό το δεξιά της δεξιάς παραστάδος σημείον, εκ του οποίου ελλείπουν οι ύστατοι λίθοι της επενδύσεως της δεξιάς πλευράς του δρόμου, θα είναι δυνατόν να κερδηθή το πάχος όλων των μετωπικών λίθων της δεξιάς ταύτης παραστάδος.

Ινα συμπληρωθή η εικών εκ της όλης αυτής ανασκαφικής παρεμβάσεως του Φατούρου, δέον όπως μνημονευθή και το μοναδικόν υπ' αυτού γενόμενον εύρημα. Το 1925, πάντοτε, κατά την απομάκρυνσιν των χωμάτων του στομίου κατά την κοίλανσιν αυτού, ο Φατούρος ανεύρε σκελετόν ατόμου, υψηλού εν ζωή αναστήματος, ούτινος η κεφαλή ήτο προς το εσωτερικόν του τάφου και οι πόδες προς την είσοδον. Εις την περιοχής της κεφαλής, αλλά και των ποδών, υπήρχεν ανά εις λίθος, είναι άγνωστον όμως είς ποίον βάθος εν συγκρίσει προς το ανώφλιον είχε ταφή ο νεκρός αυτός, όστις ήτο προφανώς ακτέριστος, δοθέντος ότι ουδεμία σχετική περί ευρέσεως αγγείου τινός ή ετέρου κτερίσματος διεσώθη πληροφορία. Υπάρχει, κατά ταύτα, πιθανότης να απετέλει μεταγενεστέραν ταφήν, να είχε δηλαδή χρησιμεύσει το στόμιον του τάφου διά ταφήν εις πρωτοχριστιανικούς ίσως χρόνους ή και παλαιοτέρους, ώς ήτο σύνηθες ανά την Μεσσηνίαν. Ο σκελετός, κατά την διήγησιν του ανεψιού του ανευρόντος τον τάφον Φατούρου, διελύθη ευθύς αμέσως. Ο αυτός Φατούρος εκοίλανε στόμιον του τάφου, (εικ. 5) αφήρεσε δηλαδή τα χώματα εκ του υπερτέρου και εν ταύτα μεγαλυτέρου τμήματος του εσωτερικού του στομίου, ελευθερωθέντος ούτω τμήματος ύψους, τουλάχιστον, 1.70μ.
Εξ αυτής της προ 50ετίας παρεμβάσεως του Φατούρου προέρχονται (πιθανώς) και τμήματα λίθων τα οποία εύρηνται σήμερον προ της προστάσεως, σημειωτέον δε ότι τότε ανελήφθη, προφανώς θραυσθέν, και το εξώτερον των τριών ευμεγέθων λίθων οι οποίοι απήρτιζον το ανώφλιον του στομίου του τάφου.



Περιγραφή
Γενικώς η δεξιά παραστάς προέχει ως πρόσοψις της αριστεράς. Το γεγονός τούτο, εν συνδυασμό προς την διαμόρφωσιν ουχί κατ' ορθήν γωνίαν αλλά κατά οξείαν του δευτέρου άνωθεν λίθου της αριστεράς παραστάδος, δημιουργεί την εύλογον υποψίαν και υπόνοιαν ότι όλη η πρόσοψις εξετείνετο έτι πλέον και όσον σήμερον νομίζομεν, ήτοι ότι το αρχικόν μήκος του στομίου ήτο μεγαλύτερον ή σήμερον νομίζομεν. Δεν είναι δηλαδή απλώς το φαινόμενον και κατ' επέκτασιν νομιζόμενον εκ της απουσίας του προσθίου τμήματος του τριπλού ανωφλίου βάθος όπερ θα ήτο δυνατόν να συμπληρώση το αρχικόν μήκος του στομίου, αλλ' έτι πλέον. Βεβαίως, η εξέτασις της διαμορφώσεως των παρά τις παραστάδας σημείων των πλευρών του δρόμου, έτι δε η αναμενομένη ανεύρεσις των κατωτέρων τμημάτων αυτών των πλευρών και, τέλος, η τυχόν ανεύρεσις των ελλειπόντων μερών των λίθων της αρχικής-κυρίας προσόψεως, θα βοηθήσουν εις την επανάκτησιν του αρχικού μήκους (βάθους καθ' οριζοντίως νουμένην καταεύθυνσιν) του στομίου.
Εν των πλέον διαφερόντων στοιχείων άτινα προήλθον εξ αυτής της αρχικής γνωριμίας του μνημείου είναι η ιδιόρρυθμος κατ’ οξείαν και ουχί κατ’ ορθήν γωνίαν του προσθίου τμήματος του δευτέρου άνωθεν λίθου της αριστεράς παραστάδος του στομίου. Ο τοιούτος σχηματισμός υποδηλοί δύο τινά:
α) ότι το μήκος της πλευράς αυτής του στομίου ήτο μεγαλύτερον ή όσον είναι, δυνατόν κατά τό γε νύν έχον, να νομισθή και β) ότι υφίστατο κυρία πρόσοψις προ των σήμερον σωζομένων μερών της πιστευομένης προσόψεως του τάφου. Πράγματι εις αυτήν την άποψιν οδηγεί και άλλη διαπίστωσις γενομένη εκ της απλής των λίθων της αριστεράς αυτής παραστάδος θεωρήσεως, διότι άπαντες οι λίθοι προέχουν κατά διάφορον έκαστον μήκος μεταξύ των. Αρα δέον όπως δεχθώμεν ότι υπήρχεν ιδιαιτέρα κατασκευή, ήτις εδημιούργει μεγαλοπρεπεστέραν καί, εν ταυτώ, στερεωτέραν την πρόσοψιν15.
Λύσιν εις το θέμα φαίνεται να δίδη η κατ' αρχήν μελέτη άλλων ομοίων περιπτώσεων, ων μεταξύ προσφορωτέρα εμφανίζεται η περίπτωσις του πρώτου θολωτού τάφου της Περιστεριάς. Η πρόσοψις του τάφου τούτου έχει σχηματισθή εκ πελεκητών πώρων λίθων16, η δε προσαρμογή πολλών εξ αυτών προς τους κατά δόμον ακολουθούντας δευτέρους λίθους είναι ανάλογος προς την μνημονευθείσαν του τάφου της Ανθείας, υπηγορεύθη δε εκ λόγων τεχνικής, ήτοι ώστε να επιτευχθή στερεωτέρα ή προσαρμογή του προσθίου πρώτου προς τον συνεχόμενον δεύτερον λίθον. Τούτο παρετηρήθη υπό του αρχιτέκτονος κ. Δημ. Κορρέ, όστις και έδωσε την ως άνω ερμηνείαν.
Όσον αφορά εις το ύψος (πάχος) των επιμήκων λίθων που αποτελούν τας πλευράς του στομίου φαίνεται ότι υπάρχει μία κατ' αρχήν αντιστοιχία μεταξύ των πλευρικών αυτών δόμων. Ούτως οι υπέρτεροι λίθοι είναι μεταξύ των ισοπαχείς, οι ευθύς υποκείμενοί των κατά τι παχύτεροι και οι κατώτεροι παχύτεροι πάντων. Ο ακολουθών τέταρτος δόμος είναι όμως λεπτότερος όλων των υπερκειμένων (εικ. 6-7). Περαιτέρω το πάχος των υποκειμένων πέμπτου και έκτου αυξάνεται και πάλιν, αντιστοίχως δηλαδή προς τους δεύτερον και τρίτον. Γενικώς οι δόμοι του στομίου σχηματίζονται οριζόντιοι. Σημειωτέον προς τούτοις ότι η τάσις σχηματισμού συνεχών επιμήκων οριζοντίων δόμων εις τας πλευράς του στομίου είναι λίαν περιορισμένη και απαντάται εις τάφους των Μυκηνών, εις τον τάφον 1 της Τραγάνας,17 εις τον τάφον 1 της Περιστεριάς,18 εις τον του Καμπου, εις τον τάφον εις Σερεμέτι Αιτωλίας19 και εις τους τάφους Μαραθιά (1, 2 και 3) του Αγίου Ηλιού Ιθωρίας20. Έκ των τελευταίων δ υπ' αριθμ. 1 (υπό ΜΑΣΤΡΟΚΩΣΤΑ ανασκαφείς)21 παρουσιάζει γενικώς οριζοντίους δόμους, πλήν όμως ουχί ευθυγραμμισμένους. Ο υπ' αριθ. 22, τουλάχιστον 11 επιμήκεις ευθυγραμισμένους και ο υπ' αριθ.3 23 ουχί απολύτως ευθυγραμμισμένους.
Όσον αφορά εις τον αριθμόν των λίθων εκάστου δόμου δεν παρατηρείται αντιστοιχία ως προς το μήκος των χρησιμοποιουμένων λίθων. Κατά μεν την δεξιάν πλευράν (σχ. 5) εχρησιμοποιήθησαν τρείς λίθοι διά τον ανώτερον δόμον, πέντε διά τον υποκείμενον, τρείς διά τόν άνωθεν τρίτον, τέσσαρες διά τον τέταρτον, τρείς διά τον πέμπτος και τέσσαρες διά τον κατώτερον φαινόμενον. Εις την αριστεράς πλευράς του στομίου (σχ. 4) εχρησιμοποιήθησαν δύο κατά μήκος λίθοι εις τον υπέρτερον δόμον, ανά τρείς εις τους δεύτερον, τρίτον και τέταρτον, τέσσαρες εις τον πέμπτον και τέσσαρες εις τον κατώτερον φαινόμενον (έκτον).



Εξ όλων των λίθων αμφοτέρων των πλευρών του στομίου έχουν θραυσθή ωρισμένοι και δή και οι εσώτεροι του πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου άνωθεν δόμου της δεξιάς πλευράς (εικ. 6). Των δύο υπερτέρων δόμων η ρωγμή διήκει δι' όλου του ύψους των, είναι δε ενδεικτικόν το γεγονός της ευπαθείας του σημείου καθόλου. Εις τον υποκείμενον τρίτον λίθον ή κατακόρυφος ρωγμή είναι μικρά και περιορίζεται εις το ανώτερον τμήμα. Αντιθέτως των υποκειμένων δύο δόμων (τέταρτος και πέμπτος) τα εσώτερα άκρα των λίθων έχουν βλαβή, ειδικώτερον του ετέρου τούτων, και δέον όπως ευρεθούν και επανατοποθετηθούν ταύτα.
Οι λίθοι ούτοι των εσωτερικών άκρων των πλευρών του στομίου, διατηρούντες ως δόμοι απολύτως την αρχικήν των οριζοντίαν τοποθέτη σιν, παρουσιάζουν μεγάλην κλίσιν (ενδόκλισιν) λόγω της επιθυμητής της θόλου εκφοράς. Συγκεκριμένως σχηματίζεται ισχυρά κοίλανσις κατ' αυ τήν την εσωτερικήν καμπυλουμένην θόλωσιν (εν τομή λαμβανομένη), γε γονός επιβεβαιούν την ώριμον φάσιν καθ' ην κατεκευάσθη ο τάφος (εικ. 8). Πέρα τούτου και το εσωτερικόν ανώφλιον εμφανίζει σαφή την τελειότητα της κατασκευής του διά του σχηματισμού της οριζοντίας κοιλάνσεώς του (εικ. 9) εν απολύτω αρμονία προς τον αντίστοιχον κατ' εκείνο το ύψος δακτύλιον της θόλου, προς τον οποίον συμπίπτει απολύτως. Έν σχέσει προς τον πρώτον άνωθεν δόμον το εσωτερικόν ανώφλιον εισέχει κατά 1,18 μ. προς το κέντρον της θόλου. Έστω, κατά ταύτα, και τούτο ως απόδειξις ότι ευρισκόμεθα -κατά τον έκτον άνωθεν δόμον του στομίου- εις σχετικών όψος από του αρχικού δαπέδου. Εις ποίον ύψος σώζεται η θόλος, αγνοούμεν. Την μόνην ένδειξιν -και αυτήν ούχί απόλυτον- παρέχει ένα σημείον του νοτίου τμήματος αυτής, το οποίον έχει γυμνωθή εξωτερικώς και διακρίνονται οι λίθοι αυτής. Συγκεκριμένως, εις απόστασιν 8,33μ προς τα Νοτιοανατολικά από της γωνίας του μεσαίου ανωφλίου του τάφου και της δεξιάς πλευράς του στομίου, διακρίνεται η εξωτερική όψις των λίθων της θόλου, είναι δε ούτοι ακανόνιστοι και συχνάκις ομοιάζουν κατά το σχήμα προς τους όλουτρόχους (πίν. 10). Κατά τους εντοπίoυς όμως και τον κ. Ιω. Ταβουλαρέα οφείλεται εις καταστραφέντα μικρόν φούρνον.
Εν συγκρίσει προς την ανωτέραν επιφάνειας του ανωφλίου το σημείον τούτο της εξωτερικής όψεως του νοτίου τμήματος της θόλου εύρη ται εις το αυτό περίπου ύψος, είναι δε σαφές εκ της διαμορφώσεως του εδάφους κατ' εκείνο το σημείον ότι κινδυνεύει να διαβρωθή και να αποσχισθή κατακρημνιζόμενος το νότιον τούτο τμήμα της θεωρουμένης θόλου ή του φούρνου.


Τα ανώφλια του τάφου
Τα κατά χώραν σωζόμενα δύο εσώτερα τμήματα του αρχικώς τριπλου ανωφλίου διατηρούνται άριστα και αλώβητα, είναι δε σαφές ότι λόγω της συμπαγούς των συστάσεως αντέστησαν εις τα υπερθεν ένασκόύμενα βάρη και τελικώς η θόλος συνέπεσεν εκ καταστροφής ετέρου ευπαθούς σημείου. Το απολεσθέν εξώτερον τμήμα του τριπλού ανωφλίου είχε βάθος και πλάτος (ήτοι μήκος από της προσόψεως προς τα ενδότερα του στομίου) ούχι απλώς τουλάχιστον, αλλά πλέον του 1,19μ., ήτοι το υφιστάμενον βάθος από του πλέον προέχοντος τμήματος της σημερινής προσόψεως μέχρι του μεσαίου τμήματος του ανωφλίου συν το ελλείποντι υποτιθεμένω τμήματα της αρχικής προσόψεως (εικ. 1).
Ούτως, αντιστοίχως, επί τη βάσει των μετρήσεων και διά τα δύο λοιπά εσώτερα ανώφλια, το ολικόν μήκος του στομίου υπερέβαινεν αρ κούντως τα 5,20μ. (σχ. 5). Βεβαίως, το μέγιστον μήκος (βάθος) του στο μίου εις το αρχικόν του δάπεδον και ουχί το εξ επιχώσεως φαινόμενον σημερινόν δεν μας είναι γνωστόν. Το ανώτερόν του όμως σημείον εμετρήθη και ευρέθη, ως έσημειώθη ήδη, 5,20μ., εις το οποίον δέον όπως προστεθή το πάχος της εξωτερικής αρχικής και εν ταύτώ μετωπικής επενδύσεως της προσόψεως (σχ. 2).
Αι διαστάσεις των δύο ευμεγέθων εσωτερικών εξ ασβεστολίθου άνωφλίων δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν πλήρως και τούτο διότι το φαινόμενον πλάτος αυτών δεν είναι το πραγματικόν. Πάντως, κατά την προσεχή ανασκαφήν του τάφου, θα είναι δυνατόν να αφαιρεθή το χώμα εκατέρωθεν των δύο κατά χώραν παραμενόντων εσωτέρων τμημάτων του ανωφλίου, ώστε να μετρηθή και το πλάτος των ανωφλίων και, ιδία, να μελετηθή η όλη οικοδόμησις κατά τας πλευράς αυτού, του στομίου του τάφου (σχ. 2).
Το πλάτος του μεσαίου ανωφλίου, καλυπτομένου διά μερικών δεκάδων εκατοστών χώματος, παρηκολουθήθη επί τι διάστημα άνωθεν και εμετρήθη 2,815μ. Το πάχος του κατά την πρόσοψίν του είναι εις το κέντρον 43, εις το νότιον σημείον 46 και εις το βόρειον (αριστερόν) 45-46 εκ. κατά προσέγγισιν. Το βάθος του (κατά μήκος του στομίου) εμετρήθη εις το βόρειον (αριστερά τω εισδύοντι) 1,48μ., ενώ εις το νότιον (δεξιά) 1,50μ.
Ο μικρός αριθμός των ανωφλίων εν σχέσει προς τας μεγάλες δια στάσεις του στομίου οφείλεται πρωτίστως εις την επιθυμίαν των κατασκευαστών και κατόχων του τάφου να χρησιμοποιήσουν τα μεγαλύτερα το δυνατόν ανώφλια δια λόγους εντυπώσεων. Ο αριθμός, εξ άλλου, των τριών ανωφλίων είναι ο συνηθέστερος, ενώ, καθώς γνωρίζομεν, ο αριθμός των ποικίλλει από ενός (Μάλθη24-Μουριατάδα24α) μέχρις εξ (Βόλος Καπακλή)25.
Το αποτέλεσμα εκ της χρήσεως αυτών των ευμεγέθων ασβεστολίθων υπήρξεν απολύτως ικανοποιητικών και τούτο διότι το ανώφλιον εν τω συνόλω του επέτυχε να διατηρήση αμετακινήτους αμφοτέρας τάς πλευράς του στομίου, το ευπαθέστερον σημείον του τάφου.
Το πλάτος του εσωτερου ανωφλίου παραμένει άδηλον, διότι είναι κεκαλυμμένον διά χωμάτων κατά το σημείον του εσωτερικού που σχηματίζει κατά την θόλον τοξου. Ούτως αγνοούμεν και το μέγιστον κατά τα άκρα του μήκος, όπερ θα αποκαλυφθή κατά την προσεχώς γενησομένην ανασκαφήν, οπότε θα είναι δυνατόν να μελετηθούν πλείστα όσα μέρη του τάφου τούτου. Το βάθος (μήκος) του εις την εσωτερικής αριστεράς του στομίου πλευράν εμετρήθη 2,515 ή 2,50μ., ενώ εις την νοτίαν 2,53μ. Σημειωτέον ότι άπασαι αι ανωτέρω μετρήσεις εγένοντο επί τη βάσει της κατωτέρας φαινομένης επιφανείας των ανωφλίων.
Αντιστοίχως το άνοιγμα του στομίου εις τον δεύτερον άνωθεν κατά την πρόσοψιν δόμον είναι 1,72μ., ενώ προ του μεσαίου ανωφλίου 1,64 και εις το βάθος κατά την θόλον 1,65μ.


Οικοδομικών υλικών και επεξεργασία αυτού 
Το αποκλειστικώς χρησιμοποιηθέν οικοδομικών υλικών είναι εντόπιος ασβεστόλιθος26, ο οποίος δυνατόν να προέρχεται είτε εκ της ανωτέρας δυτικής κλιτύος του λόφου Ελληνικά, όπου και διακρίνονται μακρόθεν αι παράλληλοι στρώσεις των επιμήκων λίθων (εικ. 11), είτε έκ τινος σημείου βορείως του αυτού λόφου εις την θέσιν την καλουμένην σήμερον υπό των εντοπίων «Πριονιστά»27. Εκεί υπήρχε κατά την αρχαιότητα ασφαλώς λατομείον, ούτινος την εκ μετάλλευσιν ενήσκησαν οι γηγενείς. Σημειωτέτον, ώσαύτως, ότι ακόμη σήμερον φαίνονται τα σημεία εκ των οποίων αφηρούντο οι λίθοι διά διαδικασίας αναλόγου προς το σημερινόν τοπωνύμιον. Αυτήν, τέλος, την τεχνικήν μαρτυρούν ότι υπέστησαν και οι χρησιμοποιηθέντες κατειργασμένοι λίθοι της σημερινής προσόψεως και του στομίου του τάφου.
Ίνα συμπληρωθή και η περιγραφή του στομίου δέον όπως γίνουν ωρισμέναι εισέτι παρατηρήσεις και δη και αφορώσαι εις την επεξεργασίαν των λίθων και εις την προσαρμογήν αυτών εις το ενιαίον σύνολον του εσωτερικού του στομίου. Η επεξεργασία των χρησιμοποιηθέντων ευμεγέθων ασβεστολίθων εγένετο διά πριόνων, δεν ελήφθη όμως πρόνοια απολύτου ευθυγραμμίσεώς των (μορφοποιήσεώς των) και ούτω σπανίως συναντάται ευθεία γραμμή. Όπου παρουσιάζονται ανωμαλίαι, υπάρχουν συμπληρώσεις εξ άλλων μικρών λίθων. Πέρα τούτου όμως και ευθύς μετά την συμπλήρωσιν του στομίου, ελήφθη μέριμνα συμπληρώσεως των αρμών διά βυσμάτων. Τα βύσματα ταύτα ετέθησαν τόσον πρός οριζοντίωσιν όσον και πρός στερέωσιν τών δόμων, ήτοι διά δομικούς λόγους εις όλους τους οριζοντίους αρμούς του στομίου, σπανιότατα δε εις τους κατακορύφους (εικ.13). Ειδικώτερον εις την δεξιάν πλευράς του στομίου βύσματα συναντώνται μόνον εις τους οριζοντίους αρμούς. Εις την αριστεράν πλευραν υπάρχουν βύσματα εις όλους τους οριζοντίους αρμούς, επίσης δε μεταξύ των λίθων του ανωτέρου δόμου (εικ.13). Βύσματα ετέθησαν ώσαύτως και μεταξύ των λίθων του ανωτέρου δόμου εκατέρας των πλευρών του στομίου και του υπερκειμένου ανωφλίου (εικ.12-13). Ως έσημειώθη και ανωτέρω, τα βύσματα ταύτα, υπό μορφήν μικρών ασβεστολιθικών λιθαρίων, ετίθεντο μετά την τοποθέτησιν των λίθων των διαφόρων δόμων και τελικώς υπεράνω αυτών άνω και μετά την τοποθέτησιν των ανωφλίων.
Ενεπηγνύοντο, δηλ., τα λιθάρια ταύτα και ακολούθως απεκόπτοντο τα εξέχοντα μέρη των. Λόγω, τέλος, της χρήσεως αυτών των λιθαρίων και λόγω της ωραίας, εντυπωσιακής κάλλιον ειπείν, εμφανίσεως των λίθων του στομίου δεν εχρησιμοποιήθη προφανώς κονίαμα προς επικάλυψιν των αρμών των δόμων ή αυτών τούτων των λίθων του στομίου28. Την τελικήν όμως λέξιν θα έχη το μη εισέτι ανασκαφές κατώτερον τμήμα αυτού.
Αι διαστάσεις των φαινομένων λίθων του στομίου ποικίλλουν πολύ (σχ.3-4). Ούτως εις τους φαινομένους εξ (6) ανωτέρους δόμους το μήκος των χρησιμοποιηθέντων λίθων κυμαίνεται μεταξύ 37,5εκ. (και δεύτερος έσωθεν του δευτέρου άνωθεν δόμου της δεξιάς πλευράς του τάφου) μέχρι 2,81μ. (του πρώτου έσωθεν του τρίτου άνωθεν δόμου της δεξιάς ομοίως πλευράς του στομίου). Αλλοι επιμήκεις λίθοι είναι ο πρώτος έξωθεν του πρώτου άνωθεν δόμου της δεξιάς πλευράς (2,59μ.), έτι δε ο πρώτος έσωθεν του πρώτου άνωθεν δόμου της αριστεράς πλευράς του στομίου (2,37μ.). Μικρότερος είναι ο δεύτερος έσωθεν λίθος της δευτέρας άνωθεν σειρας της δεξιάς πλευράς του στομίου.
Κατά τα λοιπά, ο παχύτερος λίθος είναι ο πρώτος έξωθεν της τρίτης άνωθεν σειράς της δεξιάς πλευράς (37,5 εκ.), ενώ ο λεπτότερος είναι ο κεντρικός της τετάρτης άνωθεν σειράς της αριστεράς πλευράς (18 εκ.). Εξ άλλου, εκ των τεσσαράκοντα και ενός φαινομένων λίθων οι είκοσι και είς είναι ήδη τεθρυσμένοι, ενώ οι είκοσι μόνον λοιποί σώζονται ακέραιοι και τούτο διότι πολλοί εξ αυτών είναι μικρών διαστάσεων και δεν υπήρχε περιθώριον να θραυσθούν. Μη συναγόμενα εισέτι συμπεράσματα. Τα ανωτέρω παρατεθέντα στοιχεία είναι τα προσωρινώς δυνάμενα να δοθούν. Η συμπλήρωσις της ανασκαφής εις όλα τα μέρη του τάφου, θα επιτρέψη την συναγωγήν και άλλων απαραιτήτων συμπερασμάτων, τα οποία δεν είναι δυνατόν εισέτι να προέλθουν. Ουδε αυτή η ακριβής διάμετρος της θόλου είναι δυνατόν να υπολογιστή και τούτο διότι το τόξον του εσωτερικού ανωφλίου απέχει πολύ από του δαπέδου του τάφου. Ούτω θα είναι δυνατόν να γίνουν κατά την ανασκαφών και αι αναγκαίαι συγκρίσεις των διαστάσεων των διαφόρων μεγεθών του στομίου (βάθος-ύψος, προφανώς όμοια) του εσωτερικού του κ.ο.κ. Εν πάση περιπτώσει η διάμετρος του δαπέδου δεν είναι δυνα τον να είναι ηττων των 8μ.
Ενδιαφέρον, επίσης, θα ήτο να μάθωμεν κατά πόσον υπήρχε περίβολος διά τον τάφον ή, απλώς, είς αναλημματικός τοίχος κατά τας πλευράς που είχαν ανάγκην αυτού. Σημασίαν θα έχη, αναμφισβητήτως, και η μυκηναϊκή φάσις (περίοδος), κατά την οποίαν κατεσκευάσθη ο τάφος. Περί αυτής θα μάθωμεν μόνον μετά την ανασκαφήν αυτού. Λοιπά στοιχεία. Όσον αφορά εις την μεταγενεστέραν -των τελευταίων χρόνων- ιστορίας του τάφου κατά την περίοδος της κατά της Ελλάδος μεταπολεμικής επιθέσεως, το υπό του Φατούρου κοιλανθέν στόμιον του τάφου εχρησίμευσεν ως καταφύγιον (και υπ’ αυτό το όνομα -Καταφύγιον- ήτο πλέον γνωστή η θέσις Ράχη) προς πάντα ζητούντα να ασφαλισθή από της εκδικητικής μανίας έχθρών του. Τότε έσχηματίσθη και η «ξερολιθιά», την οποίαν, ουσιαστικώς, απετέλει συσσώρευσις άργών λίθων και χώματος εις το πρόσθιον τμήμα του στομίου, ουδεμία δε τοίχισις εις την κυριολεξίαν εσχηματίσθη. Κατά πόσον υπήρχεν ή όχι η συνήθης των μυκηναϊκών χρόνων αργολιθοδομή θα διαπιστωθή κατά την προσεχή του τάφου ανασκαφήν εις τα κατώτερα σημεία της επιχώσεως του στομίου. Συγκεκριμένως, εφ' όσον ο Φατούρος δεν ανέσκαψε το σύνολον της επιχώσεως του στομίου, θα είναι δυνατόν να γίνουν αι αναγκαίαι διαπιστώσεις επί του θέματος τούτου της υπάρξεως ή όχι αργολιθοδομής εν τω στομίω.
Εσχάτως, τέλος, προ δεκαετίας, το 1967, εγένετο έρευνα του τάφου πρωτοβουλία του καθηγητού κ. W. A. McDonald (University of Minnesota) δι' ενός Electrical Resistivity Meter προς διαπίστωσιν της υπάρξεως έκτισμένων σημείων όπισθεν του προσιτού στομίου. Αι ενδείξεις ήσαν ευοίωνοι, αν και η έρευνα περιωρίσθη εις ώρισμένα μόνον σημεία του τάφου (Δυτικόν και Νότιον κυρίως)29.



Προοπτικαί εκ της προσεχούς ανασκαφής
Πέρα της επιβαλλομένης εξερευνήσεως του συνόλου του αρχαιολογικού χώρου του λόφου των Ελληνικών, διά της αναμενομένης ανασκαφής του ήδη γνωστού θολωτού τάφου θα έλθη εις φώς έν των πλέον διαφερόντων μνημείων της Υστέρας Εποχής του Χαλκού του ηπειρωτικού χώρου. Ο τάφος, ο οποίος, αντιθέτως πρός τάς διαστάσεις του, στερείται μεγάλου δρόμου, θα καταστη δυνατόν να μελετηθή επισταμένως εις όλα τα μέρη αυτού, ένα διαπιστωθή πρωτίστως η περίοδος κατασκευής του, περαιτέρω η μέθοδος κατασκευής τόσον του μη φαινομένου (εσωτερικού) τμήματος εκατέρας των πλευρών του στομίου όσον και της θόλου, τέλος δε η κατασκευή της προσόψεώς του και η μέθοδος προσαρμογής επί του στομίου του ανωφλίου του τάφου.
Ωσαύτως, διά χρησιμοποιήσεως και των απαραιτήτων μηχανικών μέσων θα αναληφθή το σύνολον της συμπεσούσης θόλου εκ του εσωτερικού αυτής και θα επιδιωχθή ή αναστήλωσης αυτής, εφ' όσον -και το πράγμα φαίνεται πιθανώτατον- υφίσταται το σύνολον του ως άνω οικοδομικού υλικού. Εις την προσπάθειαν αυτήν τα μέγιστα θα συντελέση και η καλή κατασκευή του τάφου, ιδία δε το επιλεγέν οικοδομικών υλικών και έτι ειδικώτερον οι ευμεγέθεις λίθοι, οι οποίοι θα έχουν χρησιμοποιηθή διά την κατασκευής της θόλου.
Το ταφικόν τούτο μνημείον, ο θολωτός τάφος της Αιπείας- Ανθείας, μετά την αναστήλωσίν του και ευρισκόμενον εις ιδιαιτέρως περίοπτον θέσιν υπεράνω και εγγύτατα της Νέας Εθνικής οδού Καλαμών Τριπόλεως, θα αποτελή μίαν σεβαστην προσφοράς του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών εις την αρχαιολογικής επιστήμην. Κατά την κατασκευήν φαίνεται ότι σαφώς υπερέχει και αυτού του πρώτου θολωτού τάφου της Περιστεριάς χάρις εις το χρησιμοποιηθέν οικοδομικόν υλικών και διά τον λόγον τούτον ελπίζεται ότι θα χαρακτηρισθή ώς και καλλίτερον εκτισμένος θολωτός τάφος της Μεσσηνίας και της Τριφυλίας καθόλου.



ΓΕΩΡΓ. ΣΤΥΛ. ΚΟΡΡΕ
Επικ. Καθηγητού της Α' έδρας Αρχαιολογίας

Σημειώσεις
Γενική περί της περιοχής βιβλιογραφία: Α. ΣΚΙΑΣ, Φαρών τοπογραφικά και επιγραφικά, ΑΕ 1911, σσ. 117-118· Ν. VALMIN, Études topographiques sur la Messénie Ancienne, Lund 1930, σσ. 56-63: R. HOPE SIMPSON, Identifying a Mycenaean State, BSA 52, 1957, σσ. 243-245, εικ. 6 (τοπογραφικόν σχέδιον): BCH 83, 1959, σσ.640-641: Θ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ανθεια- Ελληνικά, Αρχείον. Τριμηνιαίον Όργανον Μητροπόλεως Μεσσηνίας 1959, αρ. φύλλου 36-37, Καλάμαι σσ. 145-149. Ειδική περί των μυκηναϊκών μνημείων της περιοχής βιβλιογραφία: Θ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, έ.ά., σσ. 147-148: W.Α. McDONALD-R. HOPE SIM PSON, Where a whole Mycenaean World awaits the spade! A Search for the lost cities of Nestor's kingdom in SW Messenia, Illustrated London News, April 30, 1960, σ.740 εικ.1 (είσοδος θολωτού τάφου): W.Α. McDONALD-R. HOPE SIMPSON, Prehistoric Habitation in Southwe stern Peloponnese, AJA 65, 1961, σσ. 250-251 αριθ. 78, εικ. 14 (τοπογρα φικόν σχέδιον), σ.253 αριθ.78, πίν.77d (είσοδος θολωτού τάφου): Ρ. ÅLIN, Das Ende der mykenischen Fundstätten auf dem griechischen Fest land, Lund 1962, σσ. 76, 90 αριθ. 3· Κ ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η Προϊστο ρία της Πελοποννήσου, Εν Αθήναις 1964, σ. 64 αριθ. 77, σ. 475 αριθ. LIX (126): R. HOPE SIMPSON, A Gazetteer and Atlas of Mycenaean Sites, London 1965, σ. 58 αριθ. 174: W.Α. McDONALD-G.R. RAPP, Jr., The Minnesota Messenia Expedition. Reconstructing a Bronze Age Re gional Environment, Minneapolis 1972, σ.131, σ.236 εικ.15-1 (σχέδιον εισόδου θολωτού τάφου), εικ.15-2 (αποτύπωσις), σσ. 288-289 αριθ. 137 (78), πίν. 1-3: Γ.Σ. ΚΟΡΡΕΣ, Ανασκαφαι Πύλου, ΠΑΕ 1975, σ.514, πίν. 327 (είσοδος θολωτού τάφου). Υπό του OL. PELON δεν μνημονεύεται και τάφος ούτος εις το έργον του «Tholoi, Ttumuli et Cercles Funéraires»,Paris 1976. Τέλος, υπό του Π. ΘΕΜΕΛΗ μνημονεύονται και ωρισμένα αντικείμενα Πρωτογεωμετρικής εποχής προερχόμενα εκ της νεκροπόλεως των Ελληνικών [ΑΔ20, 1965 (Β'2- Χρονικά), σ. 195, 207, πίν. 215 α-γ) περί ών ιδε και P. of N., ΙΙΙ, σ.242, ενώ παραδίδονται και μινυακά κατάλοιπα (W.A. McDONALD-R. HOPE SIMPSON, έ.ά., σσ. 158-159 και G. GRAZIADIO,SMEA XIX. 1975, σ. 190 σημ. 131).
1) Α. ΣΚΙΑΣ, ΑΕ 1911, σσ.117-118. 2) Ν. VALMIN, Etudes, σσ. 56-63.
3) R. HOPE SIMPSON, BSA52, 1957, σσ.243-245 και μετά του W.A. McDONALD, AJA65, 1961, σσ. 250-251.
4) Πρβ. Minnesota Messenia Expedition, ed. by W.Α. McDONALD-G. R. RAPP, Minneapolis 1972, (ΜΜΕ), σ.131 (αριθ. 137), σ.236 εικ. 1-5, 1-6; πίν. 1-3.
4α) Πρβ. AJA 65, 1961, σ.250, πίν. 77d.
5) AJA 65, 1961, σ.251. Πρβ. και Θ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΝ, ε. α., σ. 146. Ομοίως την ύπαρξιν μυκηναϊκής εποχής οικισμού επί της ακροπόλεως της μεταγενεστέρας Θουρίας ηρνήθη και ο Ν. VALMIN, Études, σ.60 («Outre les tombeaux, il n'y a donc rien qui nous oblige de croire que l'acropole ait été habitée à l'époque mycénienne (= Skias, op. cit. parle de fragments en or dans un torrent sur le versant ouest, qu'il pense provenir de quelque tombeau rupestre ou même à coupole. C'est possible mais non prouvé.»). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι διά τον τάφον, διά τον οποίον εμνημονεύθη παλαιότερον υπό του ΣΚΙΑ ότι προήρχοντο τα υπό ομβρίων υδάτων παρασυρθέντα χρυσά κτερίσματα, και VALMIN υπεστήριξεν ότι δυνατόν να ήτο και θολωτός. Ποίος όμως ήτο ούτος δεν καθορίζεται επακριβώς. Πάντως, δεν ήτο ούτος και απασχολών ημάς τάφος.
6) Πρβ. το κατατοπιστικόν τοπογραφικόν σχέδιον 14 εν AJA 65, 1961, σ. 250.
7) Αυτόθι, σ.251. 8) Αυτόθι, σ.250 εικ. 14.
9) Την πληροφορίας οφείλω εις την δίδα Λιάναν Παρλαμά, ήτις και ανέσκαψε το 1973 τον πρώτον τάφον της περιοχής. Τα πορίσματα της ανασκαφικής ερεύνης της δίδος Παρλαμά θα δημοσιευθούν προσεχώς εις τον τόμον 28 του Αρχαιολογικού Δελτίου (1974 -Χρονικά).
10) Κατόπιν της επαναλήψεως κατά Σεπτέμβριος του έτους 1977 των ανασκαφών του πρώην απλώς ως θολωτου τάφου νομιζομένου, νύν δε εις τύμβον αναδειχθέντος ταφικού μνημείου της Βοϊδοκοιλιάς (όρμου ΒΔ του όρμου του Ναυαρίνου) επιστοποιήθη ότι ο χώρος είχε χρησιμοποιηθή ώς οικισμός ήδη από των Νεολιθικών χρόνων και ως νεκροταφείον από των υστάτων Πρωτοελλαδικών χρόνων αδιαπτώστως μέχρι και της Μυκηναϊ κής εποχής. Ο θολωτός τάφος, και περιλαμβανόμενος εις τύμβον, φαίνεται να ανήκη εις τους πρωίμους Μυκηναϊκούς χρόνους, ως πιστοποιείται εκ της ανευρέσεως συγχρόνων αιχμών βελών εξ οψιανού, εξ οστράκων ΥΕΙ κυπέλλου ή κυπέλλων Κεφτιού εκ των δράμου, ενώ ο τύμβος φαίνεται να ανήκη εις τους Μεσοελλαδικούς χρόνους, ως αντιλαμβανόμεθα εξ ενός παραδείγματος αγγείου όπερ αποκαλείται γενικώς «δέπας αμφικύπελλον» και περιορίζεται εις Μεσοελλαδικά πλαίσια. Αλλα παραδείγματα έχουν ευρεθή εις Νυδρί Λευκάδος, εις την ακρόπολιν της Μάλθης, εις τον τάφον Κεφαλοβρύσου 1, εις τον Μεσοελλαδικών ομοίως θολωτός τάφον του Όσμάναγα Πυλίας και εις το Νησακούλι Μεθώνης. Κατά ταύτα, η επιλογή του χώρου είχεν ήδη γίνει πολύ πρό της Μυκηναϊκής εποχής.
11) Η θέσις μοι υπεδείχθη υπό του κ. Κων. Βαρελά.
12) Πρβ. AJA 65, 1961, σ. 253c.
12α) Όσον αφορά εις την εκάστοτε κατά την μυκηναϊκήν έποχήν επιλεγομένην θέσιν ανιδρύσεως των θολωτών τάφων, κρίνεται σκόπιμον όπως μνημονευθούν αι κυριώτεραι απόψεις αι οποίαι έχουν διατυπωθή κατά καιρούς υπό διαφόρων μελετητών
13) Προ της εις την θέσιν ταύτην επισκέψεως των W.Α. McDONALD και R. HOPE SIMPSON (πρβ. ΠΝ, April 30, 1960, σ.740) είχε μετατραπή εις ελαιώνα όλη η περιοχή.
14) Πρβ. την άποψιν ταύτην των W.Α. McDONALD-R. HOPE SIMPSON (AJA 65, 1961, σ. 250: «Two large slabs, now out of place, were the vertical jambs of the borway»).
15) Ούτως αρχικώς ο Ν. VALMIN, Tholos Tombs and Tumuli. Some Remarks on the question of the Homeric Tomb Form, Corolla Archaeolo gica Gustavo Adolpho dedicata, Lund 1932, σσ. 218 κ. εξ., εξέφρασε την άποψιν ότι ικανός αριθμός θολωτών τάφων φαίνεται ότι είχαν τοποθετηθή πλησίον των οδών επικοινωνίας του μυκηναϊκού κόσμου διά να είναι ορατοί από αποστάσεως. Οι W.Α. McDONALD και R. HOPE SIM PSON, Prehistoric Habitation in Southwestern Peloponnese, AJA 65, 1961, σ. 257 σημ. 13, υπεστήριξαν ότι οι θολωτοί τάφοι εκτίζοντο πλησίον ή εις μικράν απόστασιν οικισμών της εποχής, ενίοτε δε κατά μήκος των οδών επικοινωνίας της εποχής και δη και εις απόστασιν εξ ορισμένων πόλεων. Ειδικώς περί του ομηρικού τύμβου και καθηγητής Μ. ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ , Επιτάφια Μνημεία, ΑΔ 17, 1961/62, σσ. 176, 209-210, ετόνισεν ότι ούτος ήτο «σήμα επιφανές και τηλεφανές» του υποκειμένου τάφου. Τέλος, ο PELON, Tholoi, Tumuli et Cercles Funeraires, Paris 1976, επανέλαβε τάς παλαιοτέρας απόψεις και εσημείωσε τον σκοπόν διά τον οποίον ιδρύοντο μεγάλου μεγέθους τύμβοι πέριξ των θολωτών τάφων: επρόκειτο περί επιθυμίας επιδείξεως και επιτεύξεως μεγαλοπρεπείας. Τούτο, βεβαίως, αληθεύει, πλην όμως δέον όπως σημειωθή ότι οι θολωτοί τάφοι εκτίζοντο κατά βάσιν, ως οικογενειακοί τάφοι, πλησίον των κοσμικών κτισμάτων των ιδιοκτητών των. Τούτο είναι απολύτως βέβαιον και ασφαλώς εις αρχούσας οικογενείας ανήκουν οι πλουσιώτεροι, τουλάχιστον των τάφων τούτων της Μεσσηνίας-Τριφυλίας. Το γεγονός ότι πλείστοι θολωτοί τάφοι εις την περιοχής του χωρίου Κουκουνάρα Πυλίας ενεφανίσθησαν -ανασκαφέντες- κατά ζεύγη και ότι πλησίον αυτών, κατά περιπτώσεις, υπήρχε το νεκροταφείον του πληθυσμού, συγκείμενον εκ θολωτών τάφων, πτωχών βεβαίως, υποδηλοί την τότε υφισταμένην κατά στασιν: υπήρχεν οικισμός πέριξ μιας μεγάλης αγροικίας (φόρμας) και που πλησίον δύο μεγαλύτεροι θολωτοί τάφοι και άλλοι μικρότεροι. Οι μεγαλύτεροι ανήκον εις την οικογένειας του μεγαλοκτηματίου και οι μικρότεροι και πτωχοί εις τον πληθυσμός της περιοχής. Τα πράγματα είναι σαφή και δεν επιδέχονται αμφισβήτησιν.
16) ΣΠ. ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, ΠΑΕ 1960, πίν, 159α και 1961, πίν. 128α.
17) Έργον 1976, σ. 140 εικ. 117.
18) Ιδε σημ. 16.
19) ΕΥΘ. ΜΑΣΤΡΟΚΩΣΤΑΣ, ΠΑΕ 1963, σσ. 205-208.
20) Αυτόθι, σσ. 208, 208-210, 216 αντιστοίχως.
21) Αυτόθι, πίν. 1756, 1772-6, 1786.
22) Αυτόθι, πίν. 1796, 180α-6, 1816.
23) Αυτόθι, πίν. 183α.
24) M. NATAN VALMIN, The Swedish Messenia Expedition, I. Lund 1938, σ. 210.
24α) ΣΠ. ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, Ανασκαφαί Πύλου, ΠΑΕ 1960, σ. 205.
25) Κ. ΚΟΥΡΟΥΝΙΩΤΗΣ, Ανασκαφή θολωτού τάφου εν Βόλω, ΑΕ 1906, στ. 216.
26) Πρβ. AJA 65, 1961, σ. 250.
27) Περί της θέσεως διέλαβε και ο Θ. Σπυρόπουλος, Επιμελητής Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας. Πρβ. Αρχείον, 1959, αρ. φύλλου 36-37, σ. 148.
28) Κονίαμα έχει και ο θολωτός τάφος του Βαφειου εις το στόμιόν του, στερεώτατον και γενικώς αρίστης κατασκευής, ως διεπίστωσα προσφάτως. Όντως, αν και εκτεθειμένος από εννέα ήδη δεκαετιών εις την ατμόσφαιραν, εν τούτοις παραμένει τούτο απολύτως συμπαγές, ως κατά την εποχήν κατά την οποίαν ευρέθη. Ασβεστοκονίαμα διεπιστώθη ότι υφίστατο και εις αμφοτέρας τάς πλευράς του στομίου του θολωτού τάφου 1 της Περιστεριάς (ΣΠ. ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, ΠΑΕ 1961, σ. 170, πίν. 128α).
29) ΜΜΕ, έ. α., σ. 236 εικ. 15-1, 15-2.






Printfriendly