.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Η Μεσσηνία όπως την είδε το 1829 ο Γάλλος ζωγράφος και χαράκτης Amaury- Duval


Είναι γνωστό το σημαντικό επιστημονικό έργο (στους τομείς της Αρχαιολογίας, της Χαρτογραφίας και των Φυσικών Επιστημών) που έφερε εις πέρας η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μοριά το 1829, λίγο μετά το τέλος του Αγώνα της ανεξαρτησίας και στην αυγή του νεοελληνικού κράτους. Εκτός από το μνημειώδες καθαρά επιστημονικό έργο, το οποίο δημοσιεύτηκε σε επτά ογκώδεις και πολύτιμους, από κάθε πλευρά, τόμους, δημοσιεύτηκαν και ορισμένα ξεχωριστά έργα από επιστήμονες και καλλιτέχνες που συμμετείχαν σ' αυτή την Αποστολή. Τα κείμενα αυτά, που περιέχουν τις προσωπικές τους εντυπώσεις και αναμνήσεις από την παραμονή τους στο Μοριά, αποτελούν πολύ σημαντικές πηγές για τον ελλαδικό χώρο αυτής της περιόδου. 
Ένας από τους καλλιτέχνες που πήραν μέρος στην Αποστολή ήταν και ο νεαρός ζωγράφος και χαράκτης Amaury- Duval, ο οποίος συμμετείχε στην αποστολή ως σχεδιαστής του Αρχαιολογικού Τμήματος. Ο Armaury- Duval (1808-1888) υπήρξε μαθητής του φημισμένου ζωγράφου Ingres. Έφτασε στο Ναβαρίνο στις 3 Μαρτίου 1829 και στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Πεταλίδι, το Νησί, την Ανδρούσα και την αρχαία Μεσσήνη. Έπειτα, δια μέσου της ορεινής Τριφυλίας, πήγε στην Ηλεία (όπου εργάστηκε μαζί με τα άλλα μέλη αυτού του Τμήματος, για έξι εβδομάδες, στην αρχαία Ολυμπία). Μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφών στην Ολυμπία θα ταξιδεύσει στην Πάτρα, απ' όπου θα αναχωρήσει άρρωστος για τη Γαλλία στις 29 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Οι αναμνήσεις του από το ταξίδι του στην Πελοπόννησο εκδόθηκαν όταν ήταν πλέον γέρος (το 1885) στο Παρίσι στο έργο του που φέρει τον τίτλο Souvenirs (1829-1830). Πρόκειται για ένα από τα πολλά κείμενα ξένων ταξιδιωτών που διαθέτουμε για τη Μεσσηνία των μεταεπαναστατικών χρόνων. Από αυτό το βιβλίο -μια σημαντική δευτερογενή πηγή που δεν έχει αξιοποιηθεί όσο θα έπρεπε από την ιστοριογραφία μας- θα παρουσιάσουμε, σε μετάφραση ορισμένες μόνο από τις πενήντα συνολικά σελίδες (75-122, 174-176) που αφορούν τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις του Ντυβάλ από τον μεσσηνιακό χώρο.


Οι πρώτες εντυπώσεις του Amaury- Duval από το Ναβαρίνο ήταν πολύ απογοητευτικές. Περνώντας με τη φρεγάτα που τους μετέφερε από τη Γαλλία το στενό της Σφακτηρίας αντικρίζει στα δεξιά τους «την πόλη του Ναβαρίνου, εάν μπορεί κανείς να αποκαλέσει πόλη ένα ερειπωμένο περιτείχισμα με επάλξεις, μερικές καλύβες των οποίων οι μισοερειπωμένοι τοίχοι συγχέονταν ως προς την απόχρωση με το έδαφος που είχε ένα χρώμα καμμένης ώχρας, και στη μέση έναν λευκό μιναρέ που ξεπεταγόταν προς τον γαλάζιο ουρανό. Έπειτα τίποτε ούτε ένα δένδρο, ούτε ένα ίχνος βλάστησης μόνο μερικές περιπλανώμενες στην άκρη της θάλασσας υπάρξεις!» Και συνεχίζει παρακάτω: «Την επομένη της άφιξής μας κατεβήκαμε στη στεριά όπου με περίμενε το πιο φρικτό θέαμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Ανάμεσα σε μερικά ξύλινα παραπήγματα, στημένα στην παραλία, έξω από την πόλη, από την οποία απέμεναν μόνο ερείπια, κυκλοφορούσαν κάτισχνοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά χωρίς τίποτε το ανθρώπινο στα χαρακτηριστικά τους. Άλλοι χωρίς μύτη, άλλοι χωρίς αυτιά όλοι, λίγο πολύ, με πληγές. Αλλά αυτό που πιο πολύ μας συγκίνησε περισσότερο ήταν ένα παιδάκι τεσσάρων ή πέντε ετών που το κρατούσε ο αδελφός του από το χέρι. Πλησίασα. Τα μάτια του ήταν βγαλμένα. Οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι δεν λυπήθηκαν κανένα σ' αυτόν τον πόλεμο.
»Η θέα αυτού του παιδιού έκανε σ' όλους μας μεγάλη εντύπωση και εγώ ο ίδιος σοκαρίστηκα τόσο από το θέαμα που είχα μπροστά στα μάτια ώστε επιθυμούσα να απομακρυνθώ και να πάω στην εξοχή, όπου ήλπιζα τουλάχιστον να αναπνεύσω πιο ελεύθερα. Δεν περίμενα όμως να δω αυτό που θα έβλεπα σε λίγο. Μέσα σε μια χαράδρα την οποία ακολουθούσαμε, δυστυχισμένες υπάρξεις είχαν σκάψει στην κάθε πλευρά σπηλιές, ή πιο σωστά είχαν επωφεληθεί από τις σπηλιές που βρίσκονταν στο βράχο για να φτιάξουν εκεί την κατοικία τους. Έξω στέγνωναν κουρέλια. Στο βάθος, πάνω σε λίγη φωτιά, μέσα σε ένα φρικτό κακάβι έβραζαν αγριόχορτα ανάμεσα στ' άλλα, τεράστιες αγριοαγκινάρες, που μου είπαν ότι ήταν η μοναδική τροφή τους. Ανυπομονούσα να βγω από αυτή τη χαράδρα όταν τράβηξαν την προσοχή μου αναστεναγμοί ή μάλλον αγκομαχητά. Κοιτάζω και βλέπω μια γριά γυναίκα ξαπλωμένη να ψυχοραγεί. Στην είσοδο της σπηλιάς μια νεαρή κοπέλλα έγνεθε με τη λεπτή ρόκα ρίχνοντας κάπου κάπου ένα αδιάφορο βλέμμα προς το μέρος της γυναίκας που πέθαινε. Έστρεψα το βλέμμα μου, ή καλύτερα το σήκωσα πάνω από αυτό το θλιβερό θέαμα. Σε μια παράξενη αντίθεση, σκορπίζονταν στον ουρανό με το έντονο γαλάζιο χρώμα, τα πιο όμορφα άνθη, ωραίες κόκκινες ανεμώνες, ασφόδελοι και κισσάμπελοι, που ξανάπεφταν σαν αχτίνες φωτός στο βάθος της σκοτεινής σπηλιάς».
Λίγες ημέρες αργότερα θα αναχωρήσει με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας για τη Μεθώνη. Βρισκόταν εκεί κατά τη συνάντηση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (που έκανε μια περιοδεία στην Πελοπόννησο) με τον αρχηγό του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, στρατηγό Maison. Ήταν ένα γεγονός «που έκανε μεγάλη εντύπωση και έγινε αντικείμενο συζητήσεων σ' όλη την πόλη. Την ημέρα που είχε προαναγγελθεί, όλα τα σπίτια στολίστηκαν σε μια στιγμή με κλαδιά από μυρτιές και ανθισμένες ροδοδάφνες. Το όμορφο αυτό πρωινό, με έναν ουρανό που δεν τον βλέπει κανείς παρά μόνο σ' αυτή τη θαυμάσια χώρα, πήγαμε στην πλατεία για να παρευρεθούμε στην άφιξη. Εικοσιένας κανονιοβολισμοί θα αναγγείλουν ότι φάνηκε ο πρόεδρος και σχεδόν την ίδια στιγμή ο Καποδίστριας εμφανίστηκε στην πύλη της πόλης. Ανέβηκε γρήγορα την πλαγιά που οδηγεί στη μέση της πλατείας ακολουθούμενος από ένα επιτελείο ήδη ονομαστών ανδρών, ανάμεσα στους οποίους μου έδειξαν τον Νικήτα, τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη. Αυτές οι τόσο γραφικές στολές, αυτές οι λευκές φουστανέλες που τις σήκωνε ο αέρας, αυτά τα τουρμπάνια, αυτά τα χρυσοκέντητα πολύχρωμα γιλέκα που έλαμπαν στον ήλιο, αυτά τα μικρά άλογα που μου θύμιζαν αυτά του Φειδία, και των οποίων ο στολισμός ήταν το ίδιο πλούσιος με τα κουστούμια αυτών που τα ίππευαν, μας πρόσφεραν για κάποια λεπτά ένα θέαμα πραγματικά υπέροχο.
»Ο Καποδίστριας ξεχώριζε ανάμεσα σ' αυτό το λαμπρό σύνολο από το απλό μαύρο κουστούμι των χωρών μας, ραμμένο όπως στα χρόνια της Δημοκρατίας, με ασπρογάλαζη ζώνη, με το μεγάλο παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής και στην κόμη ένα καπέλο με τρεις χαμηλές γωνίες. Ο στρατάρχης προχώρησε μερικά βήματα και κατέβηκε από το άλογο ταυτόχρονα με τον πρόεδρο, ο οποίος πήγε και του έσφιξε το χέρι. Ο Fabvier και οι αρχές της πόλης συνόδευαν τον στρατάρχη.
»Την επομένη ο πρόεδρος μας δέχτηκε σε ακρόαση. Είχα λοιπόν την άνεση να τον παρατηρήσω με άνεση. Ψηλός, με μάλλον αδύνατο σώμα, άσπρα μαλλιά, είχε στις εκφράσεις του και στον χαριτωμένο τρόπο με τον οποίο μας δέχτηκε όλα αυτά που συνιστούν τον πιο ξεχωριστό άνδρα του κόσμου. Μας μίλησε επί μακρόν για τα σχέδιά του για βελτίωση των πραγμάτων. Η αλληλοδιδακτική εκπαίδευση φαινόταν ότι τον απασχολούσε έντονα. Ήλπιζε ότι θα έβγαιναν απ' αυτήν άνδρες που θα τους έστελνε να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους στο εξωτερικό. Επέμεινε πολύ στο ότι μόνο η δικαιοσύνη και όχι η εύνοια έπρεπε να καθορίζει παρόμοιες επιλογές. Είδα ότι απέφευγε να θίξει το ερώτημα των αρχαιοτήτων που θα μπορούσαν να βρεθούν. Πιεσμένος από τον κύριο Dubois (επικεφαλής του Τμήματος της Αρχαιολογίας), ο οποίος ήθελε να γνωρίζει σε τι να στηρίζεται, κατέληξε να προτείνει την ανταλλαγή τους με βιβλία. Εντούτοις, τίποτα δεν αποφασίστηκε οριστικά και αποχωρήσαμε χωρίς να μπορέσουμε να διαβάσουμε τη σκέψη του».
Επόμενος σταθμός του Ντυβάλ και των συναδέλφων του Γάλλων επιστημόνων ήταν η Κορώνη, όπου έμειναν για δύο ημέρες. Μια μέρα μετά την άφιξή τους εκεί θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά μια ελληνική οικογένεια. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μας αφηγηθεί αυτή του την εμπειρία: «Την επομένη ένας νεαρός Έλληνας ήρθε να μας επισκεφτεί στη σκηνή μας. Μας έκανε την προσφορά να μας ξεναγήσει στην πόλη και εμείς την αποδεχτήκαμε με την πιο μεγάλη χαρά. Διατηρώ λίγες αναμνήσεις από την Κορώνη, της οποίας μόνο η θέση μου φάνηκε ωραία. Αλλά αυτό που μ' ενδιέφερε πολύ ήταν να μπω για πρώτη φορά στο σπίτι μιας ελληνικής οικογένειας. Αυτός ο νεαρός Έλληνας, που ονομαζόταν Μπουρνάς (ξαναβρίσκω το όνομά του στις σημειώσεις μου), μας οδήγησε πάρα πολύ ευγενικά στο σπίτι του. Μπαίνοντας σε μια αρκετά ευρεία αλλά λίγο φωτισμένη σάλα, η οποία είχε ως μοναδικό έπιπλο ένα ντιβάνι τοποθετημένο ολόγυρα, είδα σε μια στιγμή πέντε ή έξι νεαρά κορίτσια, που είχαν σηκωθεί κατά την είσοδό μας, και μια γυναίκα μιας κάποιας ηλικίας, την μητέρα τους, η οποία ήρθε μπροστά μας και μας είπε να καθίσουμε στο ντιβάνι. Ένα λεπτό αργότερα μπήκε ο πατέρας, ένας ασπρομάλλης γέροντας, και μας υποδέχτηκε με τον πιο φιλόξενο τρόπο.
»Παρατήρησα με περιέργεια την απλή, αλλά πολύ γραφική, ενδυμασία των Ελληνίδων γυναικών που την έβλεπα για πρώτη φορά. Η μητέρα φορούσε ένα μακρύ σακάκι με χρώμα που άλλαζε και στολισμένο με γούνα. Τα νεαρά κορίτσια φορούσαν μια μικρή μεταξωτή φούστα. Μία ανοιχτή ζακέτα άφηνε να φαίνονται, κάτω από ένα διαφανές ύφασμα από μουσελίνα, τα στήθη τους, που τα χώριζε μια μαύρη κορδέλλα, η οποία, αφού έκανε το γύρο του λαιμού, δενόταν, χωρίς αμφιβολία, κάτω από τη ζακέτα. Τίποτε το πιο χαριτωμένο και το πιο αγνό ταυτόχρονα, αν και η περιγραφή μπορεί να φαίνεται λίγο παράξενη. Δεν έχω ανάγκη να προσθέσω ότι στην ηλικία αυτών των νεαρών κοριτσιών η εντύπωση της ενδυμασίας τους δεν άφηνε να επιθυμήσουμε τίποτε. Τα μαλλιά τους ήταν απλά πλεγμένα στο κεφάλι τους και ένα κόκκινο φέσι, βαλμένο πίσω, έδινε έναν μικρό αέρα υπερηφάνειας και χάρης στη φυσιογνωμία τους.
»Σε λίγο μας έφεραν τον καφέ και τις πίπες έπειτα, προτού να φύγουμε, μας έδειξαν πολλά δωμάτια του σπιτιού. Ένα κυρίως μας φάνηκε πραγματικά όμορφο και περίεργο το ταβάνι από ξύλο βελανιδιάς, πλούσια σκαλισμένο και με επίχρυση διακόσμηση και, όπως όλα τα σπίτια που μπόρεσα να επισκεφτώ, έκτοτε, οι τοίχοι του ήταν ασπρισμένοι και εντελώς γυμνοί. Οφείλω να ομολογήσω ότι, στα μάτια μας, αυτή η αντίθεση ήταν αρκετά σοκαριστική. Αλλά αυτό που μ' έκανε να ξεχάσω όλες τις επιχρυσώσεις και τα ταβάνια ήταν η θαυμάσια θέα που είχαμε της θάλασσας και της οροσειράς του Ταΰγετου από μια μακριά αψιδωτή αίθουσα, όπου μας είχαν οδηγήσει οι οικοδεσπότες μας. Ήταν πραγματικά ένα θαυμάσιο θέαμα, το τελευταίο αυτού του είδους που είδα πριν μπούμε την ενδοχώρα».
Μετά από δύο ημέρες παραμονής στην Κορώνη η επιστημονική αυτή ομάδα θα κατευθυνθεί προς την αρχαία Μεσσήνη. Η αρχαία αυτή πόλη με την ένδοξη ιστορία της, τα ονομαστά τείχη και όλα τα άλλα λαμπρά μνημεία, «αναγκαστικό» πέρασμα όλων των ξένων ταξιδιωτών τους προηγούμενους αιώνες, δεν θα μπορούσε βέβαια να μείνει έξω από τα ενδιαφέροντα των Γάλλων αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και ζωγράφων. Η γλαφυρή όσο και παραστατική περιγραφή αυτής της διαδρομής και της αρχαίας Μεσσήνης από τον Ντυβάλ είναι από τις ωραιότερες σελίδες των Ενθυμίσεών του: «Ο δρόμος που ακολουθούσαμε έμοιαζε πολύ περισσότερο με ένα δρομάκι αγγλικού κήπου παρά με δρόμους πολιτισμένων χωρών. Σε κάθε στιγμή περνούσαμε μικρά ρυάκια, πάνω από τα οποία μυρτιές και ροδοδάφνες σχημάτιζαν έναν θόλο, και όταν το καραβάνι μας σταματούσε για φαγητό ήταν σχεδόν πάντα κάτω από κάποιο τεράστιο πλατάνι οι ρίζες του οποίου προχωρούσαν μέσα στο ρυάκι και δημιουργούσαν, φράζοντας το ρεύμα, αυτούς τους μικρούς καταρράκτες που γυρεύει κανείς συχνά να μιμηθεί στα πάρκα μας, χωρίς να μπορεί να το πετύχει.
»Από το λιμάνι του Πεταλιδιού, όπου σταματήσαμε, δεν απέμενε τίποτε άλλο παρά ένα μόνο σπίτι και ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι, γεμάτο από βυζαντινές τοιχογραφίες. Ήμουν προορισμένος να βλέπω σ' αυτή τη χώρα μόνο ερείπια, αρχαία χαλάσματα, τα οποία μου έφερναν στη μνήμη μου υψηλές και ποιητικές αναμνήσεις σύχρονα ερείπια που δεν θύμιζαν τίποτε άλλα παρά μόνο έναν πρόσφατο πόλεμο,
»Την επομένη, αφού περάσαμε δίπλα από το Νησί, φθάσαμε στην Ανδρούσα, πόλη εντελώς κατεστραμμένη, και κατασκηνώσαμε έξω απ' αυτή. Τα καλυμμένα με βλάστηση και άνθη ερείπια, παρουσίαζαν ταυτόχρονα μια θλιβερή και μια όμορφη εικόνα. Μυρίζαμε το άρωμα ανθισμένων πορτοκαλιών και τριανταφυλλιών που φύτρωναν ελεύθερα μέσα σε μικρούς εγκαταλελειμμένους κήπους.



»Το τελευταίο τμήμα της διαδρομής μου φάνηκε πολύ μακρύ, στην ανυπομονησία που είχα να φτάσω στη Μεσσήνη. Αυτό το όνομα, οι μνήμες που συνδέονταν μ' αυτή την πόλη, τα ερείπια που θα έβλεπα και των οποίων μου είχαν εξάρει την ομορφιά, έκαναν να δημιουργούνται στο μυαλό μου ένα σωρό σκέψεις, αλλά δεν περίμενα να νοιώσω τον θαυμασμό που με συγκλόνισε καθώς βρέθηκα μπροστά στα σχεδόν άθικτα τείχη, με τους τεράστιους και θαυμάσια πελεκημένους πέτρινους όγκους, που ήταν τοποθετημένοι χωρίς τσιμέντο ο ένας πάνω στον άλλο. Τί τέχνη σ' αυτή την πρωτόγονη απλότητα! Έμεινα αποσβολωμένος. Κατά διαστήματα, ένας πύργος πρόσθετε έναν γραφικό χαρακτήρα, διακόπτοντας την ομοιόμορφη γραμμή του τείχους, που ακολουθούσε τις κινήσεις του εδάφους για μερικές στιγμές, για να ξαναφανεί στο τέλος ενός λόφου. Αν θέλει κανείς να φανταστεί τον εαυτό του ανάμεσα σ' αυτά τα τείχη, σε μαρμάρινους όγκους και κολώνες, ανάμεσα σε μια βλάστηση σ' όλη της την ομορφιά, σε κάθε είδους δένδρα που φύονται ελεύθερα (ελιές, μυρτιές και σχίνα): μέσα σε ένα μέρος πιο κοίλο και το οποίο διατηρούσε το σχήμα ενός ιπποδρόμου, σ' ένα χωράφι με σιτάρι, τέλος, σ' ένα μικρό χωριό, το Μαυρομμάτι, που αποτελείται από μερικά άθλια σπίτια τα οποία ακουμπούσαν στο όρος Ιθώμη, -θα έχει, περίπου, μια ιδέα γι' αυτό που απομένει από το δημιούργημα του Επαμεινώνδα.
»Ένα πράγμα με παραξένεψε, μόνο στη σκέψη είναι το πολύ μικρό μέγεθος του χώρου όπου συνέβησαν αυτά τα δράματα των γιγάντων. Ποια δύναμη έχει η ποίηση, ή πόσο εύκολο είναι οι άνδρες είναι να ξεγελούν τους άλλους! Μόλις είχα διαβάσει τον Παυσανία: ο ατέλειωτος πόλεμος των Μεσσηνίων και των Λακεδαιμονίων μου φαινόταν ότι δεν συνέβηκε, παρά μόνο ανάμεσα σε δύο γειτονικές δυνάμεις- έθνη, των οποίων τα πολύ μεγάλα σε έκταση εδάφη δικαιολογούσαν αυτές τις κατά σειρά μάχες, αυτές τις πολιορκίες που ήταν πιο μακρές από αυτήν της Τροίας και, στην πραγματικότητα, δεν έβλεπα παρά μία έκταση στην οποία δύο καντόνια των δικών μας γαλλικών γεωγραφικών- διοικητικών διαμερισμάτων θα μπορούσαν να είχαν συγκρουστεί για το ζήτημα ενός καμπαναριού! Αλλά, αν και υπήρχε έκπληξη από την πλευρά μου, δεν υπήρχε απογοήτευση. Η παράδοση ήταν πιο δυνατή και ο θαυμασμός δεν μειώθηκε.
Από τη Μεσσήνη ο Ντυβάλ θα ανεβεί, συντροφιά με τον συμπατριώτη του αρχαιολόγο Charles Lenormant και έναν στρατιώτη- σκαπανέα, στην κορυφή της Ιθώμης, όπου βρισκόταν η εγκαταλελειμμένη (από τις αρχές του 18ου αιώνα) παλαιά μονή του Βουλκάνου. Από κει οι δύο Γάλλοι ταξιδιώτες- επιστήμονες κατευθύνθηκαν προς τη νέα μονή Βουλκάνου, για την οποία ο Duval μας δίνει κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες, γνωστές λίγο πολύ και από άλλους σύγχρονούς του ή προγενέστερους ταξιδιώτες. Πολύ ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και προσλαμβάνει την ορθόδοξη εικονογραφία. Δεν στερούνται, επίσης, ενδιαφέροντος, όσα λέει για τους μοναχούς της ιστορικής αυτής μονής. Ας τον ακολουθήσουμε λοιπόν και σ' αυτό το μέρος του ταξιδιού του στην μεσσηνιακή γη την άνοιξη του 1829 (μάλλον τις ημέρες του Πάσχα) , όπως το θυμόταν και το κατέγραψε πολλά χρόνια αργότερα, γέροντας πλέον.

«Θυμάμαι έναν περίπατο που έκανα μαζί του με τον Charles Le normant στο όρος Ιθώμη όπου με βοήθησε να αναγνωρίσω την αρχαία ακρόπολη. Εκεί βρισκόταν μια μικρή εκκλησία, αλλά η πόρτα της ήταν κλειστή και αυτό μας λύπησε, επειδή μας φαινόταν ότι έπρεπε να ήταν ενδιαφέρουσα. Ένας από τους σκαπανείς μας, που μας συνόδευε, δεν άργησε να μας απαλλάξει από αυτή τη στενοχώρια. Με ένα χτύπημα του χεριού του η πόρτα υποχώρησε και έτσι βρήκαμε πάρα πολύ περίεργες τοιχογραφίες πάνω σε θέματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ένας αρχαίος βωμός χρησίμευε ως βαπτιστήριο. Αλλά εκείνο που κυρίως με ενδιέφερε ήταν οι νωπογραφίες, στις οποίες το βλέμμα μου δεν είχε συνηθίσει και που, από τότε, ο Cimabué και ο Giotto με έμαθαν να τις θαυμάζω. Ένας Αϊ Δημήτρης μου φάνηκε αξιοσημείωτος, ως προς την στάση και την κίνηση, και, γενικά, αυτές οι τοιχογραφίες, ως προς το ύφος και ως προς την αποτύπωση, με έκαναν να σκεφτώ τα έργα του κυρίου Ingres, ο οποίος δεν είχε χάσει ακόμη στα μάτια μου την απλοϊκή πλευρά, την οποία τόσο του είχαν προσάψει στις αρχές του.
»Κατεβαίνοντας από την κορυφή της Ιθώμης, πήγαμε να επισκεφτούμε το μοναστήρι που βρισκόταν στη μέση της πλαγιάς του βουνού. Προτού μπούμε, είδα μπροστά στην πόρτα σφηνωμένα στα τείχη, ή μάλλον που χρησίμευαν ως πέτρες για το χτίσιμο, δύο πόδια ενός μαρμάρινου αγάλματος, που τα επεσήμανα στον κύριο Lenormant. Μας φαίνονταν πολύ ωραία, αλλά, όντας τοποθετημένα λίγο ψηλά, δεν μπορούσαμε να τα εκτιμήσουμε με βεβαιότητα. Σκαρφάλωσα, δεν ξέρω πώς, στον τοίχο και μπόρεσα να πλησιάσω αρκετά ώστε να διαπιστώσω την πολύ ρεαλιστική ομορφιά τους. Άφησα να φανεί, χωρίς αμφιβολία, υπερβολικά έντονα η εντύπωσή μου, επειδή αργότερα, όταν κάναμε μια προσφορά στους μοναχούς να τα αγοράσουμε, οι απαιτήσεις τους φάνηκαν υπερβολικές. Έθεσαν ως πρώτη δικαιολογία τη δυσκολία να τα βγάλουν από κει και να τα αντικαταστήσουν. Ο φόβος μήπως προσθέσουμε στα πράγματά μας ένα αρκετά μεγάλο βάρος, στην αρχή της αποστολής μας, πιστεύω ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο σ' αυτή την απόφαση, για την οποία μετάνοιωνα πάντοτε έντονα.
»Οι μοναχοί τελούσαν τη λειτουργία και μη βρίσκοντας κανέναν για να μας οδηγήσει, αποφασίσαμε να μπούμε σχεδόν σαν στο σπίτι μας. Πηγαίνοντας στην τύχη φθάσαμε μπροστά σε μια πόρτα πάνω στην οποία μια υπήρχε επιγραφή η οποία τράβηξε τα βλέμματά μας. Διάβαζε κανείς: ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΘΟΥ (sic) KΡΗΣΙΜΕΥΕ (sic) ΤΩ ΒΙΩ.
»Η πρώτη μου σκέψη μου ήταν ότι σ' αυτή την αίθουσα έβαζαν τους νεκρούς και πριν μπούμε πήρα, όπως και ο κύριος Lenorman, την προφύλαξη να βάλω το μαντήλι μου στο στόμα... Ποια ήταν η έκπληξη μας όταν ανακαλύψαμε στη θέση πτωμάτων προμήθειες κάθε είδους, ασκιά με κρασί, τέλος όλα όσα αποτελούν μια πάρα πολύ γλυκιά καθημερινότητα! Δεν είναι ανάγκη να πω ότι μια ανακάλυψη αυτού του είδους μας φάνηκε πολύ πιο ευχάριστη και ότι γελάσαμε για αρκετό χρόνο μ' αυτή την περιπέτεια.
»Επιτέλους, οι θρησκευτικοί ύμνοι θα μας ελκύσουν προς το μέρος της εκκλησίας όπου μας περίμενε ένα γραφικό όσο και ταυτόχρονα επιβλητικό θέαμα. Οι μοναχοί έκαναν μια ιερή ακολουθία. Όλοι κρατούσαν στο χέρι ένα κερί, των οποίων το αμυδρό φως σκορπούσε στο πρόσωπό τους και στη μακρυά γενιάδα τους ένα κιτρινωπό χρώμα. Οι κατατομές αποσπώνταν σαν φως σε ένα ύφασμα γαλαζόχρυσο που ήταν απλωμένο στο βάθος της εκκλησίας και ο ήλιος, που εκείνη τη στιγμή χαμήλωνε, φώτιζε ακόμη με κάποιες αχτίδες το επάνω μέρος του θόλου και τις τοιχογραφίες, του ιδίου στυλ μ' αυτές που μόλις είχαμε δει. Ήταν ένας πίνακας φτιαγμένος ακριβώς για τον Granet. Δεν κράτησα απ' αυτόν παρά μία ανάμνηση, αλλά που έμεινε για πολύ καιρό μπροστά στα μάτια μου.
Ανακοινώσαμε στους συντρόφους μας αυτή τη μικρή εκδρομή και αποφασίστηκε ότι θα πηγαίναμε την επομένη να γευματίσουμε κοντά στο μοναστήρι. Είχαμε μόλις καθήσει, κάτω από ένα υπέροχο πλατάνι όταν πολλοί μοναχοί ήρθαν πολύ εύθυμα να ενωθούν μαζί μας φέρνοντας κρασί και κάποιες θαυμάσιες προμήθειες που μας έλειπαν. Μόνο δύο από αυτούς θα δεχτούν την πρόσκλησή μας και πήραν μέρος στο γεύμα. Ένα παιχνίδι που φαινόταν να τους διασκεδάζει πολύ, και που μας το έμαθαν, ήταν το να χτυπάνε (τσουγκρίζουν) ένα κόκκινο αυγό με ένα άλλο που το κρατούσε ο διπλανός τους και το αυγό που άντεχε έδειχνε ποιος από τους δύο παίκτες ήταν ο καλός χριστιανός. Αυτό το παιχνίδι, λίγο αφελές, ερχόταν σε αντίφαση με τους τρόπους, την ενδυμασία και τις μορφές των μοναχών με τα μακρυά γένια. Μας έκαναν την τιμή να μας δείξουν το μοναστήρι και στη διάρκεια αυτής της ξενάγησης ένας από αυτούς, που γνώριζε λίγες γαλλικές λέξεις, μας είπε ότι δεν περνούσε ούτε μία ημέρα χωρίς να απευθύνουν στον ουρανό προσευχές για τους Γάλλους, οι οποίοι τους είχαν ελευθερώσει από τον Ιμπραήμ. Διαπιστώνω αυτή την αναγνώριση. Η περίπτωση αυτή είναι αρκετά σπάνια. Αποχωριστήκαμε αυτούς τους μοναχούς και δεν μπόρεσα να κρατηθώ, αφήνοντάς τους, από το να ρίξω ακόμη μια ματιά στα ωραία μαρμάρινα πόδια που δεν θα τα ξανάβλεπα πλέον»,
Την επομένη οι Γάλλοι επιστήμονες θα αναχωρήσουν για την αρχαία Ολυμπία, όπου, επί έξι εβδομάδες, θα κάνουν αποτυπώσεις των μνημείων της και ανασκαφές. Ο Ντυβάλ, εκτελώντας εντολή του αρχηγού της ομάδας, θα πάει για «αναγνώριση» του Μελιγαλά, για τον οποίο θα σημειώσει επιγραμματικά: «Δεν βρήκα στη θέση (του Μελιγαλά) παρά ένα μισοερειπωμένο χωριό και δεν είδα τίποτε το παράξενο, εκτός από τεράστιους κάκτους που το περιέβαλλαν σαν ένα τείχος».
Μετά τις εργασίες στην Ολυμπία, θα επιστρέψει, για λίγο, στη Μεσσηνία και θα καταγράψει στις Αναμνήσεις του όσα είδε σ' αυτή τη δεύτερη επίσκεψη. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πληροφορία που μας δίνει για την πληθυσμιακή ερήμωση της δυτικής Πελοποννήσου και για την επάνοδο στις προγονικές τους εστίες όσων κατοίκων είχαν αναγκαστεί να τις εγκαταλείψουν, λόγω του πολέμου. Οπωσδήποτε η παρατήρησή του -που μας θυμίζει την ίδια ακριβώς παρατήρηση του Σωτομπριάν στις αρχές του 19ου αιώνα- ότι βάδιζε κανείς ολόκληρες ημέρες χωρίς να συναντήσει ούτε έναν άνθρωπο είναι σίγουρα υπερβολική. Συμφωνεί όμως, σε γενικές γραμμές, με τις πληροφορίες που μας δίνουν και άλλες πηγές (ελληνικές και ξένες) αυτής της περιόδου για τη μεγάλη αραίωση του πληθυσμού, γενικότερα της Πελοποννήσου, εξαιτίας του επταετούς πολέμου ιδίως στα χρόνια των καταστροφικών επιδρομών του Ιμπραήμ πασά (1825-1827). Πολύ σημαντικά είναι, επίσης, όσα γράφει για τον χαρακτήρα και για το πνεύμα φιλοξενίας που χαρακτήριζε τους μεσσήνιους αγροτοποιμένες παίρνοντας αφορμή από τη συνάντηση με την οικογένεια ενός βοσκού σε μια ερημική περιοχή της Άνω Μεσσηνίας. Πληροφορία που συμφωνεί με αυτές που μας δίνουν όλοι σχεδόν οι ξένοι ταξιδιώτες που πέρασαν από τη Μεσσηνία πριν και μετά την Επανάσταση. Η τελευταία όμως παρατήρησή του ότι η σκηνή που περιγράφει «αποδείκνυε μία απόλυτη απουσία πολιτισμού» έρχεται σε καταφανή αντίφαση με αυτά που γράφει προηγουμένως και δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα.
Όπως γράφει, «Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, από τότε που ταξίδευα στην Ελλάδα, η απίστευτη σπανιότητα κατοίκων. Μας συνέβαινε να ταξιδεύουμε ολόκληρες ημέρες χωρίς να συναντήσουμε ζωντανή ψυχή και καταλήξαμε να συνηθίσουμε σ' αυτή την ερημιά, σε τέτοιο σημείο που παραξενευόμαστε όταν, κατά τύχη, βλέπαμε σε ένα ακαλλιέργητο χωράφι έναν γεωργό να ξελογγώνει ένα κομμάτι γης. Οι Έλληνες του Μοριά που δεν μπόρεσαν να πάρουν μέρος στον πόλεμο, οι γυναίκες και τα παιδιά και είχαν απομακρυνθεί από τα μέρη όπου ζούσαν και είχαν καταφύγει στα νησιά, μόλις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν στις εστίες τους. Έτσι ήταν πάντα μία ευχάριστη έκπληξη για μας η συνάντηση με μερικούς από αυτούς τους μετανάστες. Είναι αυτό που μας συνέβη στη μέση αυτού του δρόμου, πολύ μακριά ακόμη από κάθε κατοικημένο χώρο και σε ένα μέρος όπου τίποτε δεν μπορούσε να μας κάνει να προβλέψουμε μια παρόμοια ανέλπιστη ανακάλυψη. Ένας Έλληνας ήταν εγκατεστημένος, με όλη την οικογένειά του, κάτω από ένα τεράστιο πλατάνι. Κατσίκες και μερικά πρόβατα βοσκούσαν εκεί γύρω. Καθώς πλησιάζαμε σηκώθηκε και, αφού μας χαιρέτησε με τον ανατολίτικο τρόπο, φέρνοντας το χέρι στην καρδιά του, στο στόμα του και στο μέτωπό του, προχώρησε προς το μέρος μας, κρατώντας στα χέρια δοχεία γεμάτα με γάλα, που τα πρόσφερε σε μας και στους οδηγούς μας. Η πολύ αξιοπρεπής απλότητα με την οποία μας είχε προσκαλέσει να πιούμε μας έφερε σε μεγάλη αμηχανία όταν θελήσαμε να πληρώσουμε και η κίνησή του για να αποφύγει την πληρωμή ήταν τόσο ευγενική που δεν υπήρχε τρόπος να επιμείνουμε σ' αυτό. Αυτή η μικρή σκηνή μου θύμησε τα αρχαία ήθη, τέτοια τουλάχιστον που μας τα είχαν μάθει. Σε κάθε περίπτωση, αυτή αποδείκνυε μία απόλυτη απουσία πολιτισμού. («elle prοuναit une absence complete de civilisation»).
Ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε στο μέλλον να παρουσιάσουμε μια ολοκληρωμένη και σχολιασμένη μελέτη αυτού του σημαντικού ταξιδιωτικού κειμένου, αξιοποιώντας όλες τις πληροφορίες που μας δίνει και για για τις άλλες περιοχές της Πελοποννήσου που επισκέφτηκε ο Amaury- Duval.


Γιώργος Β. Νικολάου
Η Μεσσηνία όπως την είδε το 1829 ο Γάλλος ζωγράφος και χαράκτης Amaury- Duval






Printfriendly