.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου- Νιόκαστρο


Από τον Αύγουστο του 2018, που έγιναν τα εγκαίνια της λειτουργίας του, το Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου στεγάζεται επίσημα στο ανακαινισμένο κτήριο Μαιζώνος εντός του φρουρίου της νεότερης Πύλου, του Νιοκάστρου. Το Μουσείο αποτελεί συνέχεια του «Αντωνοπούλειου Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου», το οποίο μέχρι και το 2014 λειτουργούσε στο κέντρο της κωμόπολης της Πύλου, επί της οδού Φιλελλήνων. Το φρούριο Νιόκαστρο Πύλου ή Νέο Ναβαρίνο χτίστηκε το 1573 από τους Οθωμανούς και αποτελεί ένα από τα καλύτερα διατηρημένα φρούρια στην Ελλάδα. Εντός του μεγάλου περιβόλου του Νιόκαστρου, εκτός από το κτήριο του Μουσείου, υπάρχει επίσης, στο κέντρο, ο Ιερός Ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, που αρχικά οικοδομήθηκε ως οθωμανικό τέμενος- τζαμί, μεταξύ 1573-1595, επί σουλτάνου Μουράτ Γ΄ και το οποίο αποτελεί μνημείο στο οποίο υλοποιήθηκαν εργασίες συνολικής αποκατάστασης, στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007- 2013.
Το ανακαινισμένο κτήριο του Μαιζώνος, στο οποίο στεγάζεται σήμερα το σύγχρονο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πύλου, βρίσκεται στα αριστερά της εισόδου του φρουρίου, απέναντι από το φυλακείο. Το κτίριο κτίστηκε αρχικά από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα (Εκστρατεία του Μοριά (Expédition de Morée), υπό την αρχηγία του στρατηγού Νικολάου- Ιωσήφ Μαιζώνος, όταν το φθινόπωρο του 1828 παρέλαβαν το Νιόκαστρο από τους Τουρκο-Αιγύπτιους. Είχε προηγηθεί η νίκη των τριών συμμαχικών δυνάμεων στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, τον Οκτώβριο του 1827. Πρόκειται για ένα μακρόστενο, λιθόκτιστο διώροφο, διατηρητέο κτήριο με δίρριχτη στέγη και πολλά ανοίγματα.

Ιστορικό
Το παλαιότερο κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου κατασκευάσθηκε μεταξύ 1956-1958 και άρχισε να λειτουργεί το 1961, μετά από δωρεά του Ελληνοαμερικανού οδοντιάτρου Χρήστου Αντωνόπουλου, από την Πήδασο, γι’ αυτό και αναφερόταν και ως Αντωνοπούλειο Μουσείο. Το νεότερο κτίριο του Μουσείου άρχισε να λειτουργεί επίσημα από το 2018, στο ανακαινισμένο κτίριο του Μαιζώνος εντός του Νιόκαστρου.

Το παλαιότερο κτίριο
Η ίδρυση του Μουσείου Πύλου αρχικά προέκυψε από την αναγκαιότητα να συγκεντρωθούν και να εκτεθούν συγκροτημένα οι διάφορες αρχαιότητες που είχαν έρθει στο φως από τις ανασκαφές στην περιοχή του Ακρωτηρίου του Κορυφασίου, οι οποίες φιλοξενούνταν σε μια αίθουσα που είχε παραχωρήσει, από το 1949, ο Δήμος Πύλου στο Δημαρχείο. Επιπλέον, χρειαζόταν να εκτεθεί η συλλογή χαλκογραφιών και εγγράφων του φιλέλληνα Ρενέ Πιο (Rene Puaux) (την οποία είχε δωρίσει προς το νεότερο Ελληνικό Κράτος η χήρα του το 1938), καθώς και διάφορα κειμήλια από την Ελληνική Επανάσταση. Ο Rene Puaux, το 1930, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης του πρώην Δήμου Πύλου, ενώ η συλλογή του στεγάσθηκε στην οικία του Ολυμπιονίκη Kωστή Tσικλητήρα. Το Αντωνοπούλειο Μουσείο τελικά λειτούργησε ως Αρχαιολογικό Μουσείο και φιλοξένησε διάφορα ευρήματα από την περιοχή της Πυλίας από τους μεσοελλαδικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Η έκθεση των αρχαιολογικών ευρημάτων του Μουσείου οργανώθηκε από τον τότε επιμελητή Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας Γ. Παπαθανασόπουλο. Από το 1961 που άρχισε να λειτουργεί το Μουσείο πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη σειρά επανεκθέσεων και αναδιατάξεων των εκθεσιακών και αποθηκευτικών χώρων του Μουσείου και των εκθεμάτων του. Το 1992 η έκθεση της συλλογής του René Puaux μεταφέρθηκε από το Αντωνοπούλειο Μουσείο Πύλου στο Νιόκαστρο. Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκε η τελευταία αναδιάταξη των εκτεθειμένων αρχαίων ευρημάτων στις δύο αίθουσες του Αντωνοπούλειου Μουσείου με χρονολογική και τοπογραφική ταξινόμηση.


Μετεγκατάσταση - μεταφορά του Μουσείου
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 τέθηκε το ζήτημα της επέκτασης και στη συνέχεια της μεταφοράς σε νέο κτίριο του Μουσείου Πύλου. Οι λόγοι που επέβαλαν την αλλαγή αυτή ήταν κυρίως, οι περιορισμένες διαστάσεις του Αντωνοπούλειου Μουσείου, το οποίο αδυνατούσε πλέον να φιλοξενήσει τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των νέων ευρημάτων, που έρχονταν στο φως από τις νεότερες ανασκαφές, καθώς και τις παραδόσεις αρχαιοτήτων από τους πολίτες. Επίσης, το κτίριο παρουσίαζε βασικές ελλείψεις σε βοηθητικούς χώρους, όπως χώρους υγιεινής και φύλαξης, ενώ ο τρόπος παρουσίασης της αρχαιολογικής και ιστορικής πληροφορίας ήταν παρωχημένος. Τελικά το 2012, με σχετική υπουργική απόφαση, εγκρίθηκε η μεταφορά και λειτουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου στο κτήριο των στρατώνων του Μαιζώνος στο Νιόκαστρο της Πύλου. Το έργο ανακαίνισης για το νεότερο κτήριο με τίτλο «Επανέκθεση Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου, Δήμου Πύλου-Νέστορος Περιφέρειας Πελοποννήσου» εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα» (ΕΠΑΝ ΙΙ) του ΕΣΠΑ (2007-2013) με προϋπολογισμό 1,099,750.00 € και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2015. Με την ολοκλήρωση της μεταφοράς του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου στο Νιόκαστρο, οι χώροι του παλαιότερου κτηρίου πρόκειται να μετατραπούν σε αποθήκες και εργαστήριο συντήρησης.

Το νεότερο κτίριο
Μετά την αποχώρηση των Γάλλων, στο κτήριο Μαιζώνος, εντός του Νιόκαστρου, εγκαταστάθηκαν στρατιωτικοί και το φρούριο χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Αργότερα, λειτούργησε ως διοικητήριο της χωροφυλακής, καθώς η ακρόπολη του φρουρίου είχε εν τω μεταξύ μετατραπεί σε φυλακή βαρυποινιτών. Την περίοδο 1960- 1983 χρησιμοποιήθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ως αποθήκη και εργαστήριο συντήρησης αρχαίων, ενώ το 1984 το κτήριο στερεώθηκε και αναστηλώθηκε για τις ανάγκες του Υποβρύχιου Κέντρου Ενάλιας Αρχαιολογίας. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό ανακαινίσθηκε ολόκληρο το Νιόκαστρο κατά τα έτη 1982- 1987 με πρόγραμμα της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων. Το ισόγειο του κτηρίου διαμορφώθηκε σε εκθεσιακό χώρο, που από το 1992 μέχρι το 2012 στέγασε την πινακοθήκη της Πύλου, με πυρήνα τη συλλογή του R. Puaux, ενώ στον δεύτερο όροφο, για τις ανάγκες του Κέντρου, δημιουργήθηκε ξενώνας και οργανώθηκε βιβλιοθήκη, στην οποία ο Πύλιος εκδότης Νότης Καραβίας δώρισε την πλούσια ιδιωτική του συλλογή με παλαιές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία, που αναφέρονται στη νεότερη ιστορία της Πύλου και της Πελοποννήσου.

Συλλογές- Μόνιμη Έκθεση
Ανάμεσα στα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύλου βρίσκονται συλλογές κεραμικών, χαλκών και λοιπών γλυπτών, καθώς και πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων από διάφορους θολωτούς τάφους της περιοχής της Πυλίας, όπως ο θολωτός τάφος της Κουκουνάρας στα Παλαιοχώρια, που περιλαμβάνει σφραγιδόλιθο, χρυσές ταινίες, ταφικό πίθο και δύο περιδέραια. Επίσης εκτίθενται μεγάλος αστράγαλος από τον ελληνιστικό τύμβο της Τραγάνας, καθώς και πλήθος κτερισμάτων, αγγείων και χάλκινων σκευών.
Η νέα μόνιμη έκθεση, στο κτήριο Μαιζώνος, στο Νιόκαστρο Πύλου, σύμφωνα με τους διοργανωτές,χρειάστηκε να ενταχθεί αρμονικά στο επίμηκες διατηρητέο κτήριο με τα πολλά ανοίγματα και τον περιορισμένων διαστάσεων εκθεσιακό χώρο. Επιλέχθηκε να παρουσιαστούν οι συστηματικά ανεσκαμμένες και δημοσιευμένες αρχαιολογικές θέσεις, οι οποίες απέδωσαν ανασκαφικά ευρήματα, τα οποία μπορούν να εκτεθούν και αποτελούν τους δυνατούς κρίκους στο ταξίδι της αναζήτησης της αρχικής τοποθεσίας της Αρχαίας Πύλου. Θέσεις, επίσης, που αποτελούν ενδιάμεσους σταθμούς της ιστορίας της περιοχής, όπως προκύπτουν κυρίως μέσα από τις γραπτές πηγές και τα σποραδικά αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. η Πύλος των Ρωμαϊκών χρόνων, η μάχη της Σφακτηρίας) παρουσιάζονται κυρίως με διάφορες ψηφιακές εφαρμογές.
Η κεντρική ιδέα της έκθεσης των αρχαιοτήτων, με τίτλο «Στα ίχνη της Πύλου…», καλεί τον επισκέπτη να περιηγηθεί και να ανακαλύψει την ιστορία της δυτικής Πυλίας από τους ρωμαϊκούς χρόνους έως τα βάθη της προϊστορίας στην παλαιολιθική εποχή. Με βάση την κεντρική ιδέα της έκθεσης διαμορφώνονται δύο κύριοι θεματικοί άξονες περιήγησης που αναπτύσσονται παράλληλα στις δύο επιμήκεις πλευρές του κτηρίου του Μαιζώνος:
Ο πρώτος θεματικός άξονας με τίτλο: «…ἐπί τοῦ ὡραιοτέρου κόλπου τοῦ κόσμου …» (Ερρίκος Σλήμαν, 1874) παρουσιάζει τις αρχαιολογικές μαρτυρίες στα παράλια της Πυλίας, όπου η πολύχρονη παρουσία του ανθρώπου φτάνει πίσω στην παλαιολιθική εποχή.
Ο δεύτερος θεματικός άξονας με τίτλο: «Στην Πυλιακή ενδοχώρα», προβάλλει την ενδοχώρα της Πυλίας για την οποία τα αρχαιολογικά τεκμήρια προέρχονται κυρίως από την προϊστορική περίοδο και ειδικότερα την μυκηναϊκή εποχή .
Και οι δύο άξονες καταλήγουν στο κεντρικό σημείο της έκθεσης, όπου και παρουσιάζεται η ακμή του μυκηναϊκού ανακτόρου, το οποίο φέρει τον τίτλο: «…ἐς δέ Νέστορα… περιῆλθε Μεσσηνίων ἡ ἀρχή…».Εκεί προβάλλεται το παλίμψηστο της Βοϊδοκοιλιάς με τη συνεχή κατοίκηση από τα νεολιθικά έως τα μεσαιωνικά χρόνια, ο θολωτός τάφος που αποδίδεται στον Θρασυμήδη, γιο του Νέστορα, βασιλιά της Πύλου, ενώ ανοίγεται με την όλη παρουσίαση της έκθεσης ένα «παράθυρο θέασης» προς την Ομηρική Πύλο (μυκηναϊκή γραφή: pu- ro), που κατά την επικρατέστερη άποψη βρίσκεται στον Άνω Εγκλιανό, εκεί όπου η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως το Ανάκτορο του Νέστορος.

Μουσείο Ενάλιων Αρχαιοτήτων ΠύλουΣτην Πύλο, εκτός από το Αρχαιολογικό Μουσείο, λειτουργεί από το 2012, στο «κτήριο Πασά» και το πρώτο Μουσείο Ενάλιων Αρχαιοτήτων στον Ελλαδικό χώρο. Στις δραστηριότητες του Μουσείου Ενάλιων Αρχαιοτήτων Πύλου περιλαμβάνεται περιοδική έκθεση με τίτλο: «Βυθισμένα ταξίδια, ανθρώπινες εξερευνήσεις: Ίχνη σημαίνοντα στις θάλασσες της Πελοποννήσου». Επίσης στον προμαχώνα του Μακρυγιάννη έχει οργανωθεί η έκθεση «Βυθισμένοι Οικισμοί της Νότιας Πελοποννήσου», ενώ στις ανοικτές θόλους της ακρόπολης του Νιόκαστρου υπάρχει διαρκής έκθεση αμφορέων από διάφορα ναυάγια πλοίων. Τέλος στη μεγάλη θόλο της ακρόπολης του φρουρίου προβάλλεται ψηφιακή αναπαράσταση της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου.

Κείμενο: wikipedia


















Printfriendly