.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Οι δρόμοι του μεταξιού και η Μεσσηνία


 Το μετάξι διαδόθηκε από την Άπω Ανατολή στην Δύση μέσω των γνωστών δρόμων του μεταξιού που για αιώνες ολόκληρους δεν λειτουργούν μονάχα σαν κεντρικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά και σαν οδοί επικοινωνίας λαών και πολιτισμών, σαν αρτηρίες ανταλλαγής γνώσης, ιδεών, επιστημών και τεχνολογιών.
 Τα μυστικά της επεξεργασίας και ύφανσης του πολύτιμου υφάσματος έγιναν γνωστά πρώτα στο Βυζάντιο ενώ μετά τον 13ο αιώνα η τεχνική ξέφυγε από τα ανάκτορα και η μεταξουργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό σ΄όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, που ονομάστηκε από τότε Μοριάς, εξαιτίας της καλλιέργειας της μουριάς.
 Η Μεσσηνία εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο παραγωγής του μεταξιού και ιδιαίτερα η πόλη της Καλαμάτας όπου η μεταξουργία άκμασε από το 18ο  μέχρι το μέσα του 20ου αιώνα.




  Η ιστορία του πολιτισμού είναι συνυφασμένη με το ύφασμα και το φόρεμα. Λόγω ανεπαρκών στοιχείων δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια που και πότε ξεκίνησε για πρώτη φορά η τεχνική του υφαντού. 
 Από τότε που ο άνθρωπος αντικατέστησε την προβιά του ζώου μ΄ένα κομμάτι πρωτόγονου υφαντού, επιλέγει τις υφαντικές ύλες σύμφωνα με τις γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες του περιβάλλοντος, σε συνάρτηση πάντα με την κατάκτηση της τέχνης του υφαντού. Οι ύλες χωρίζονται σε φυτικές (βαμβάκι, λινάρι, καννάβι) και σε ζωικές (μαλλί, μετάξι).
 Μιλώντας για το μετάξι και τη σηροτροφία, δηλαδή την εκτροφή του μεταξοσκώληκα για την παραγωγή του κουκουλιού, είναι αδύνατο να μην αναφερθούμε στην Κίνα, την Σηρών χώραν ή Σηρική, όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες ιστορικοί και γεωγράφοι.

Η ανακάλυψη του μεταξιού

 Η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι συνυφασμένη με κινέζικους μύθους. Φαίνετε ότι πολλούς αιώνες πριν αρχίσει η κατεργασία του μεταξιού ο μεταξοσκώληκας ζούσε σε άγρια μορφή πάνω στα μορεόδενδρα. Σύμφωνα με τους Κινέζους συγγραφείς, η τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και η κατεργασία του μεταξιού ανακαλύφθηκε τυχαία από την αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι γύρω στο -2690. 


 Ο Κουφούκιος στο "Χρονιά των τεσσάρων πρώτων δυναστειών" αναφέρει πως η αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι, η οποία ονομάστηκε "Θεά των μορέων και του σηρός", έκανε συστηματική εκτροφή του μεταξοσκώληκα  στα ανάκτορά της και υποχρέωνε τις Κινέζες να παρακολουθούν μαθήματα σηροτροφίας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη που ανήκε η καθεμία. Πρώτη αυτή παρασκεύασε και έβαψε σε ποικίλα χρώματα το μετάξι και κατασκεύασε μεταξωτά υφάσματα για τις ανάγκες του αυτοκράτορα και της αυλής, που θεωρούνταν ιερά πρόσωπα, όπως ιερό και απόκρυφο ήταν και το μετάξι, πριν γενικευθεί η χρήση του στην Κίνα.
 Οι Κινέζοι απαγόρευαν με αυστηρούς νόμους την διάδοση της σηροτροφίας εκτός κίνας, ενώ η εξαγωγή των σπόρων του μεταξοσκώληκα τιμωρούνταν με θάνατο. Επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή κατεργασμένων νημάτων και υφασμάτων. Η Ιαπωνία, οι Ινδίες και η Περσία ήταν κέντρα εμπορίας του εξαγόμενου μεταξιού.
 Κατά τον -8ο αιώνα, παρόλες τις αυστηρές διατάξεις, η σηροτροφία διαδίδεται από την Κίνα στην Ιαπωνία και στην συνέχεια στις Ινδίες και την Περσία.

 Για μιά περίοδο, -141/ -89, οι κυβερνήσεις εισπράττουν τους φόρους σε μετάξι, ενώ αργότερα, γύρω στο +280 το μετάξι παίρνει θέση νομίσματος, καθώς στην Κίνα οι μισθοί πληρώνονταν σε είδος, σε σιτάρι και μεταξωτά υφάσματα. 

Τα μεταξωτά υφάσματα στην αρχαία Ελλάδα

Από τον -9ο αιώνα οι Έλληνες, άποικοι της Μ. Ασίας γνώριζαν την ύπαρξη του μεταξιού και των μεταξωτών υφασμάτων, αλλά θεωρούσαν ότι είναι φυτική ίνα. Την εποχή των περσικών πολέμων, οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν το μετάξι και τα μεταξωτά, τα οποία αποκαλούσαν "οθόνιον ή οθόνια εσθής', "θέρματα σηρικά" (Στράβων, 15, 693). "Σηρικοδιαστάς ή σηρικοποιούς" έλεγαν τους μεταξουργούς και "σηρικοφόρους" αυτούς που φορούσαν μεταξωτά ρούχα. Από την λέξη " ο σήρ, του σηρός", όπως αποκαλούσαν το μετάξι παράγεται και η λέξη "σηροτροφία".
Με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου (-336/ -323) το μετάξι και τα μεταξωτά υφάσματα γίνονται περισσότερο γνωστά στην Δύση. Ο Αριστοτέλης, επισημαίνει ότι το μετάξι είναι ζωϊκό προϊόν και όχι φυτικό, όπως νόμιζαν τότε. Στην "Ιστορία περί τα ζώα Ε΄, ΙΘ΄" γράφει σχετικά: "Εκ δε σκώληκος μεγάλου, ος έχει οίον κέρατα και διαφέρει των άλλων, γίνεται πρώτον μεν μεταβαλόντος του σκώληκος κάμπη έπειτα βομβύλος, εκ δε τούτου νεκύδυλος. Εν εξ δε μησί μεταβάλλει ταύτας τας μορφάς πάσας. Εκ δε τούτου του ζώου και τα βομβύκια αναλύουσι των γυναικών τινές αναπηνιζόμενα, κάπειτα υφαίνουσι, πρώτη δε λέγεται υφήναι εν Κω Παμφίλη Πλάτεω θυγατήρ". Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η επεξεργασία του μεταξιού ήταν γνωστή, τουλάχιστον στην Μ. Ασία, χωρίς ωστόσο να έχει διαδοθεί στην αρχαία Ελλάδα.Ο Μέγας Αλέξανδρος μάλιστα έστειλε φούσκες στο δάσκαλό του Αριστοτέλη θέλοντας να μάθει το μυστικό της παραγωγής του μεταξιού, χωρίς όμως αποτελέσματα.

Η επέκταση των δρόμων του μεταξιού

 Οι δρόμοι του μεταξιού επίσημα χρονολογούνται από την εποχή των αυτοκρατόρων της δυναστείας Χαν (-206/ -220), οι οποίοι δημιούργησαν τις πρώτες επαφές με την κεντρική Ασία. Αργότερα ξεκινάνε τα καραβάνια από τη Δυτική και Κεντρική Ασία προς την Κίνα για να αγοράσουν μεταξωτά υφάσματα. Την ίδια εποχή Εβραίοι γυρολόγοι έμποροι πηγαίνουν να εγκατασταθούν στην Κίνα και να εμπορευτούν το μετάξι. Τους ακολούθησαν οι Άραβες, οι οποίοι γίνονται διαμεσολαβητές του εμπορίου της Κίνας με την Δύση. Μετά τους Αλεξανδρινούς χρόνους, με την εξάπλωση των Ρωμαίων στην Ευρώπη, Αφρική και Ασία και την κυριαρχία τους στην επικοινωνία και το εμπόριο μεταξιού με την Άπω Ανατολή, η χρήση των μεταξωτών υιοθετείτε από τους πλούσιους Ρωμαίους.
 Στα Ρωμαϊκά χρόνια συνεχίστηκαν οι εισαγωγές κατεργασμένης και ακατέργαστης σινικής κλωστής και έτοιμων υφασμάτων. Οι πηγές μαρτυρούν ότι κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια το μετάξι είχε τεράστια αξία, ίση με αυτή των πολύτιμων λίθων  και του χρυσού. Ο αυτοκράτορας φορούσε αποκλειστικά την πορφυρή μέταξα, ενώ τα μεταξωτά ενδύματα φορούσαν οι αξιωματούχοι του κράτους και οι ευκατάστατοι πολίτες.


 Η πολυτέλεια των μεταξωτών αργότερα παρατηρείται και στην Χριστιανική εκκλησία, καθώς επιδιώκει την μεγαλοπρέπεια στις τελετές, γεγονός που αναγκάζονται να καυτηριάσουν από τον άμβωνα ο Χρυσόστομος και Μέγας Βασίλειος κατά τον 4ο αιώνα.
 Κατά την Βυζαντινή εποχή, τα καραβάνια με τα πολύτιμα και πανάκριβα μεταξωτά ξεκινώντας από την μακρινή Κίνα διέσχιζαν χιλιάδες χιλιόμετρα και περνώντας τη Μικρά Ασία έφθαναν στην Κωνσταντινούπολη, την Βυζαντινή πρωτεύουσα, για να ταξιδέψουν από εκεί στις μητροπόλεις της Δύσης και να ντύσουν με το εκλεκτό τους φορτίο πριγκίπισσες και βασιλιάδες.




Το μετάξι στο Βυζάντιο

 Σύμφωνα με την παράδοση η διάδοση της μεταξοκαλλιέργειας από την Ανατολή στη Δύση έγινε από μοναχούς του Βυζαντίου. Ο Προκόπιος αναφέρει ότι δύο Βυζαντινοί μοναχοί με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για την μετάδοση της χριστιανικής θρησκείας περιηγήθηκαν στην Περσία και την κίνα και κατά την διέρκεια των περιηγήσεών τους μελετούσαν κάθε τι που είχε σχέση με τον μεταξοσκώληκα και την επεξεργασία του.
Έτσι στο τέλος της περιοδείας τους το +554 μετέφεραν κρυφά μέσα στις κούφιες μαγκούρες τους αυγά μεταξοσκώληκα. Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση μ΄αυτόν τον τρόπο περιήλθε η σηροτροφία στο Βυζάντιο, καθιστώντας έτσι πιό ασφαλή την εύρεση πρώτης ύλης, αν και τόσο το ακατέργαστο μετάξι όσο και το έτοιμο ύφασμα εξακολουθούσαν να εισάγονται.
 Τα Βυζαντινά υφάσματα υψηλής ποιότητας ήταν από μετάξι, το οποίο στους πρώιμους χρόνους εισαγόταν σε ακατέργαστη μορφή από την Άπω Ανατολή σε Βυζαντινά εργαστήρια που ελέγχονταν από το κράτος. Η παραγωγή υφασμάτων τεκμηριώνεται σε πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια, η Τύρος και η Σιδώνα.
 Τα βυζαντινά μεταξωτά ήταν διακοσμημένα  με υφαντά γεωμετρικά σχέδια, ζώα, πουλιά και φυτικά μοτίβα. καθώς ήταν πολύτιμα και εύκολα στην μεταφορά, αποτελούσαν ένα ιδανικό διπλωματικό δώρο για αποστολή σε πρεσβείες στη Δύση, όπου μερικά χρησιμοποιήθηκαν για να τυλιχτούν λείψανα αγίων, κληρικών και βασιλέων. Η εικόνα παραγωγής υφασμάτων στο Βυζάντιο συμπληρώνεται επιπλέον από λινά και μάλλινα υφάσματα της κοπτικής Αιγύπτου. Μεγάλοι χρωματιστοί τάπητες κοσμούνταν με θέματα τόσο από την κοσμική όσο και από τη θρησκευτική-ειδωλολατρική ή χριστιανική-εικονογραφία.

 Όπως σημειώνει ο ιστορικός Βασίλιεφ στο βιβλίο του "Η ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας", στην Κωνσταντινούπολη συναντάμε μια ανεπτυγμένη υφαντουργία μεταξωτών, ιδιαίτερα μετά την καλλιέργεια του ντόπιου μεταξιού.
 Η τέχνη της υφαντικής στο Βυζάντιο θα δώσει τα καλύτερά της δείγματα, όταν την εποχή του Ιουστινιανού θα ξεκινήσει η καλλιέργεια και η παραγωγή του μεταξιού αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και μετά θα επεκταθεί  στην ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας, στα ανατολικά παράλια της θάλασσας του Μαρμαρά, στην Κίο, στα Μουδανιά και τη γύρω περιοχή.
 Στα "Ανέκδοτα XXV, 22" του Προκόπιου διαβάζουμε ότι την εποχή του Ιουστινιανού, το Βυζάντιο κρατάει το μονοπώλιο των μεταξωτών υφασμάτων και παίζει σημαντικό ρόλο σαν εμπορικό κέντρο, εξάγοντας μεταξωτά υφάσματα στην Δύση από την ξηρά και ιδιαίτερα από τη θάλασσα, χάρη στην αναπτυγμένη ναυτιλία του.
 Στο Βυζάντιο η παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων ήταν οργανωμένη σε συντεχνίες κατά κλάδο. Υπήρχαν η συντεχνία των παραγωγών μεταξιού, η συντεχνία των βαφέων, η συντεχνία των υφαντουργών, η συντεχνία των εμπόρων μεταξιού κ.ἁ. Κυριότερη προϋπόθεση για την αποδοχή νέου μέλους στην συντεχνία, ήταν η υψηλή επαγγελματική του κατάρτηση, πράγμα που διασφάλιζε την ποιότητα των προϊόντων.
 Την εποχή των βυζαντινών στην Κωσταντινούπολη, τα πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα με τις χρυσοκλωστές και ασημοκλωστές στεγάζονταν στον "Οίκο των Λαμπτήρων". Αργότερα, στον ίδιο χώρο, επί Οθωμανών, συνέχισε να λειτουργεί η κλειστή αγορά, το Μπεζεστένι.
Στο Βυζαντινό κρατικό μονοπώλιο ανήκα και τα λεγόμενα πορφυρά ενδύματα, τα οποία ήταν αριστοκρατικά μεταξωτά ενδύματα, βαμμένα με έντονο κόκκινο χρώμα πορφύρας: βαφή που εξάγεται από κοχύλια αλιευόμενα στα βαθιά νερά του Αιγαίου.
 Σιγά σιγά όμως η τεχνική ξέφυγε από τα ανάκτορα και η μεταξουργία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό σ΄όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, που ονομάστηκε από τότε Μοριάς, εξαιτίας της καλλιέργειας της μουριάς. 

Το μετάξι στη Δύση
 
Κατά την περίοδο των σταυροφοριών, οι Φράγκοι έπαιρνα αιχμαλώτους σηροτρόφους από το Βυζάντιο και τους μετέφεραν στις πατρίδες τους, όπου και τους χρησιμοποιούσαν για την μετάδοση της τεχνογνωσίας που κατείχαν για την βελτίωση της οργάνωσης των σηροτροφικών μονάδων που λειτουργούσαν στη Δύση.
 Δύο αιώνες μετά την καλλιέργεια της σηροτροφίας από τους βυζαντινούς, οι Άραβες θα κατακτήσουν την Ισπανία και θα διαδώσουν την εκτροφή του κουκουλιού. Το 730 Άραβες πειρατές μετέφεραν μέσω των αιχμαλώτων τους τη σηροτροφία στη Σικελία και τη νότια Ιταλία. Πολύ αργότερα, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204), ο δόγης της Βενετίας Δάνδαλος θα εισάγει τη σηροτροφία στη Βενετία εκμεταλλευόμενος τους αιχμαλώτους και φυγάδες. 
 
 Όταν ο πάπας Κλήμεντος Α΄ μεταθέτει την έδρα του από την Ρώμη στην Αβινιόν, στις αρχές του 14ου αιώνα, η σηροτροφία εισάγεται στη Γαλλία, όπου επί Λουδοβίκου XI (1461-1483) ιδρύονται στη Λιόν και την Τούρ τα πρώτα μεταξουργεία.
 Για αιώνες ολόκληρους οι χερσαίοι και οι θαλάσσιοι δρόμοι του μεταξιού δεν λειτουργούν μονάχα σαν κεντρικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά και σαν οδοί επικοινωνίας λαών και πολιτισμών, σαν αρτηρίες ανταλλαγής γνώσης, ιδεών, επιστημών και τεχνολογιών.




Βιομηχανίες μεταξιού

Από τις αρχές του 16ου αιώνα η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα και η παραγωγή μεταξιού παίρνει πλέον βιομηχανική μορφή και γνωρίζει μια συνεχή τεχνολογική ανάπτυξη κατά τον 18ο αιώνα. Το μετάξι αποτέλεσε ένα εξαιρετικό Γαλλικό προϊόν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η Λυών έγινε το βιομηχανικό κέντρο του μεταξιού.Τα σημαντικότερα κέντρα επεξεργασίας και εμπορίας του μεταξιού που υπήρχαν την εποχή αυτή εκτός της Λυών, η Τούρ και η Αβινιόν της Γαλλίας καθώς και η Γένοβα, η Βενετία, η Φλωρεντία και το Κόμο της Ιταλίας. Το 1822 η παρουσίαση της συνθετικής ίνας στην διεθνή εμπορική έκθεση του Παρισιού αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός που μείωσε την παραγωγή μεταξιού στην Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες. Επίσης στη μείωση της παραγωγής του μεταξιού στη Γαλλία συντέλεσε και η μεγάλη επιδημία της πιπερίτιδας που έπληξε τους μεταξοσκώληκες (1820-1825).
Αρχικά το ακατέργαστο μετάξι συλλεγόταν στη νότια Γαλλία, μέχρι που σιγά σιγά το παράγγελναν από την Ιταλία, την Ισπανία, την Αυστρία, τον Καύκασο και από την Ιαπωνία. Στο 1875, από πέντε εκατομμύρια κιλά ακατέργαστου μεταξιού, υπήρχαν μόνο τετρακόσιες χιλιάδες κιλά Γαλλικού μεταξιού.
Η ύφανση μεταξιού άρχισε να αναπτύσσετε στην Ζυρίχη, όπου το Bale έγινε μεγάλο κέντρο του εμπορίου του μεταξιού. Στον Καύκασο οι Γεωργιανοί επίσης ανέπτυξαν την τέλεια εκτροφή των μεταξοσκωλήκων και την τέχνη της μετατροπής του μεταξιού σε βιομηχανικά προίόντα. Ακολούθησε η Αυστρία, και η Γερμανία όπου χτίστηκαν μεγάλα εργοστάσια μεταξιού. Στις Ηνωμένες πολιτείες έκαναν το ίδιο στο Πάτερσον. Το εμπόριο μεταξιού δεν είναι πιά Γαλλικό μονοπώλιο. Μεταξωτά φτιάχνονται στη Γερμανία, την Αυστρία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αγγλία.
Στον Ελλαδικό χώρο, όπου ευνοείται η καλλιέργεια της μουριάς, η σηροτροφία αναπτύχθηκε από τον 16ο- 19ο αιώνα από την Λακωνία ως τη Θράκη, η χρυσή εποχή όμως ήταν η περίοδος 1920- 1940.



13ος- 18ος αιώνας
 
Ο Γάλλος βυζαντινολόγος Αντουάν Μπον μας πληροφορεί ότι το μετάξι ήταν βασικό προϊόν της περιοχής κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (13ος- 14ος αιώνας). Μάλιστα σημειώνει ότι το μετάξι χρησιμοποιήθηκε και σαν ετήσιος φόρος προς τον δόγη της Βενετίας.
 Ο Δημ. Ζακυνθηνός εκτιμά, επικαλούμενος χρυσόβουλο του Ανδρόνικου του Γ΄ με το οποίο επιβαλλόταν φόρος εργαστηρίων μεταξιού το "μεταξιάτικον", ότι ήδη από τον 14ο αιώνα έχουμε επεξεργασία μεταξιού στην Πελοπόννησο.
Στην Καλαμάτα, η επεξεργασία του μεταξιού φαίνεται ότι είχε αναπτυχθεί πολύ πριν την επανάσταση λόγω του πλήθους των μορεόδενδρων που υπήρχαν σε όλη την Μεσσηνία και οι ποσότητες που εξάγονταν για τις ξένες αγορές ήταν σημαντικές. Όλοι οι εμπορικοί οδηγοί των διαφόρων κρατών μιλούσαν για τα "μεταξωτά Καλαμών".
Αναφορά στα περίφημα μεταξωτά της Καλαμάτας γίνεται από τον Τούρκο περιηγητή Ελβιγιά Τσελεμπί που πραγματοποίησε ταξίδι στην Καλαμάτα το 1667. Εκτός από την περιγραφή της πόλης, δεν παραλείπει ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα να μνημονεύσει και τα περίφημα μεταξωτά της Καλαμάτας: "Έχουν λογής μεταξωτά και εμπριμέ καλύπτρες, καλύτερες από τις Αλγερινές... Τυλίγουν μ΄αυτές το κεφάλι τους  και δένουν τη μέση τους αντί ζώνης. Έχουν ολομέταξα πουκάμισα... Ένα πουκάμισο ζυγίζει 7- 8 δράμια, τόσο λεπτό είναι... Στην Ευρώπη εξάγουν χιλιάδες δέματα μετάξι...".

Αρχές 19ου αιώνα


 Ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας παρέχει ο Άγγλος περιηγητής William Gell, ο οποίος 
επισκέφτηκε την Καλαμάτα στις αρχές του 1805: "Στο υπόλοιπο της διαδρομής μας μας συνοδεύουν, χωρίς διακοπή, ελιές, μουριές, συκιές, κυπαρίσσια, πορτοκαλιές και λεμονιές".

Σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου, η σηροτροφία και η επεξεργασία του μεταξιού ήταν τόσο πολύ ανεπτυγμένη, ώστε το μετάξι αποτελούσε κύριο εξαγωγικό προϊόν. κατά την επίσκεψή του στην Καλαμάτα βρήκε εργαστήρια μεταξιού στην πόλη, καθώς επίσης και ένα δωμάτιο για την σηροτροφία σχεδόν σε κάθε σπίτι. Αναφέρει επίσης ότι ήδη πριν την Γαλλική επανάσταση κατέφθαναν στην Καλαμάτα γαλλικά πλοία, για να φορτώσουν μετάξι και βαμβάκι για την Μασσαλία.
 Μαρτυρίες αναφέρουν ότι και στην υπόλοιπη Μεσσηνία είχε αναπτυχθεί η παραγωγή μεταξιού. Ο σημερινός οικισμός Μεταξάδα (Σαπρίκι) ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα παραγωγής μεταξιού (εκεί οφείλει τη σημερινή του ονομασία). 

 Η ονομασία του χωριού Σκάρμηγκα μάλλον προέρχεται από την κινεζική λέξη Σκάρμινξ που σημαίνει δρόμος του μεταξιού. Το μετάξι αυτό μεταφερόταν μέσα από καρόδρομο που περνούσε από το χωριό στο λιμάνι της Πύλου για την εξαγωγή του και την περαιτέρω επεξεργασία του.
 Η διαδρομή Σαπρίκι- λιμάνι Πύλου με φορτωμένα άλογα και μουλάρια, ήταν διάρκεις 8 ωρών περίπου. Ξεκινούσαν το απόγευμα από το σαπρίκι, συνήθως έκαναν στάση στο Σκάρμηγκα για διανυκτέρευση και το πρωί συνέχιζαν το ταξίδι τους για την Πύλο. Κατά μήκος της διαδρομής υπήρχαν ταβέρνες και χάνια.
 Επίσης η Αρτεμισία, το μεγαλύτερο χωριό του Ταϋγέτου που ανήκει σήμερα στον δήμο Καλαμάτας, ονομαζόταν μετά την κάθοδο των Σλάβων, Τσερνίτσα (περιοχή με πολλές μουριές, αφού είχε αναπτυγμένη σηροτροφία) και η παλιότερη θέση της ήταν στην Κάτω Χώρα, θέση της αρχαίας Δενθαλιάτιδας, στην οποία σήμερα βρίσκουμε μόνο κήπους και χαλάσματα.
 Στη Μάνη όλα τα κινητά αντικείμενα της προίκας μεταφέρονταν με καραβάνι από μουλάρια και άλογα στο σπίτι του γαμπρού. Τα ζώα αυτά ήταν στολισμένα με μεταξωτά μαντήλια, χρωματιστά από καθαρό μετάξι, που ύφαιναν οι ίδιες οι μανιάτισσες.
Τα τελευταία χρόνια πριν την επανάσταση, επισκέφτηκαν την Καλαμάτα αρκετοί ξένοι περιηγητές, οι οποίοι μας έδωσαν αξιόλογες πληροφορίες για τα ήθη, τα έθιμα και τις ασχολίες των κατοίκων της. Από την καλαμάτα εξάγονταν μεταξωτά μαντήλια, περιζήτητα σε κάθε μέρος της Ανατολής, καθώς και ένα είδος αραχνοϋφαντου υφάσματος "που συνδυάζει τις ιδιότητες της διαφάνειας και της αντοχής", περιζήτητου σε Ελλάδα, δυτική Μικρά Ασία και Κωνσταντινούπολη, το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως για κουνουπιέρες.
Ένας από τους πιό σημαντικούς ταξιδιώτες ήταν ο Βρετανός αξιωματικός και ιστοριοδίφης William Martin Leake, ο οποίος έφτασε στην Καλαμάτα τη Μεγάλη εβδομάδα του 1805. Αναφέρεται στη σηροτροφία, τα μεταξωτά, στη διοίκηση της Καλαμάτας και το εμπόριό της: "Η Καλαμάτα με τα "καλύβια" της έχει 400 οικογένειες, από τις οποίες έξι μόνο είναι τούρκικες. Η διοίκηση βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων προκρίτων... 1500 οκάδες ακατέργαστο μετάξι καταναλώνεται κάθε χρόνο για μαντήλια και κουνουπιέρες, των οποίων η αξία, μετά την κατεργασία, αυξάνει εξήντα φορές".
 Το 1811 επισκέφθηκε την Καλαμάτα, ο Εσθονός Otto Magnus von Stackeiberg, ο οποίος στο βιβλίο που εξέδωσε το 1825 αναφέρει: " Τα νήματα του μεταξιού, τα ξερά σύκα και τα λεπτά υφάσματα με χρυσοκλωστές, με τα οποία οι κάτοικοι διεξάγουν ένα μεγάλο εμπόριο, τους παρέχουν ασφαλώς ευπορία". Μεγάλες ποσότητες ακατέργαστου μεταξιού και μάλιστα σε τρεις ποιότητες μεταφέρουν κυρίως στις αγορές του Τορίνο, της Σμύρνης, της Χίου, της Κωνσταντινούπολης, των Σκόρδων και των Ιωαννίνων.
 Ένας άλλος επισκέπτης της Καλαμάτας, στα μέσα του 19ου αι., ήταν ο Sir Thomas Wyse, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα το 1849- 1862. Το 1858 περιόδευσε στην Πελοπόννησο με ειδική αποστολή, προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία για τις "φυσικές πηγές πλούτου της Ελλάδας". Σε βιβλίο του, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, αφιερώνει αρκετές σελίδες στην Καλαμάτα και τη Μεσσηνία γενικότερα. Επισκέφτηκε την Μονή των Καλογραίων, για την οποία γράφει:"Πολύ λίγες από τις μοναστικές κοινότητες αυξάνονται στην Ελλάδα, όπως αυτή η Μονή". Εν συνεχεία ο Γουάιζ αναφέρεται στα μεταξωτά της Μονής και στον τρόπο βαφής τους: "... η κατασκευή και η σχολή για το μετάξι που ίδρυσε η μονή είναι προς την σωστή κατεύθυνση... αυτό που γίνεται από τη μονή Καλογραίων μπορεί να εξελιχθεί σε μια πρακτική βοηθητική κατάσταση για τη γενική εκπαίδευση των θηλέων, θα αποδεικνυόταν, έπειτα από μια τέτοια εκπαίδευση, επικερδής τόσο για την Καλαμάτα όσο και για παρόμοιες κοινωνίες."
Η συμβολή της μονής Καλογραίων των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην ανάπτυξη της μεταξουργίας της Καλαμάτας ήταν σημαντική, καθώς έχουμε τη μετάβαση από την φάση της οικοτεχνίας σε μια πιό "βιομηχανική βάση" παραγωγής μεταξωτών για τα δεδομένα της εποχής.




Δημιουργία των πρώτων μεταξουργείων από "ξένους"

 Η παραγωγή της μεταξοκλωστής απ΄το κουκούλι ήταν συνηθισμένη ενασχόληση των καλαματιανών νοικοκυριών ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας. Η  επεξεργασία του όμως τέθηκε σε ακόμα πιο οργανωμένη βάση, όταν ο Γάλλος Άλεξ Φουρναίρ, πλοίαρχος στην εκστρατεία του Μαίζονος στην Πελοπόννησο (1828), ίδρυσε στην πόλη το πρώτο μηχανοκίνητο κατάστημα αναπήνισης (επεξεργασίας) μεταξιού. Έτσι δημιούργησε μια μικρή βιομηχανία το 1837 στη συνοικία Πενταχώρι, στη σημερινή συνοικία του Αγίου Νικολάου. Είχε άμεση πρόσβαση στην αγορά της πρώτης ύλης (κουκούλι), αλλά και στους θαλάσσιους δρόμους εξαγωγής του προϊόντος.
 Ο Γουάιζ που επισκέφτηκε το χώρο αυτό μας ενημερώνει για τις συνθήκες εργασίας: εργάζονταν 60 κορίτσια από 10- 15 ετών, από τις 6 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα, με διάλειμμα μιας ώρας για φαγητό. Το εργοστάσιο του Φουρναίρ ευδοκιμεί μέχρι τον θάνατό του (1875).
 Το 1853 παρήχθησαν στην Καλαμάτα 30,000 οκάδες μετάξι, ενώ η συνολική παραγωγή στην Ελλάδα ήταν 150,000 οκάδες. Το 1862 ξέσπασε η επιδημία του μεταξοσκώληκα, που κατέστρεψε τη σηροτροφία και διέλυσε τα μεταξουργεία. Τα εργοστάσια έκλεισαν και η ανεργία έπληξε την πόλη.
 Σχετικά με τα μεταξουργεία ο Γ. Κυριακός αναφέρει ότι κατά την περίοδο 1853- 1859 ιδρύθηκαν σταδιακά πέντε μεγάλα ατμοκίνητα μεταξουργία, με αποκορύφωμα το πολύ μεγάλο εργοστάσιο του εμπορικού οίκου Φελς & Σία. Η εταιρεία Φελς το 1859 συστήνει στην πόλη το δεύτερο αναπηνιστήριο (1859- 1883). Το μεταξουργείο αυτό αποκτά σημασία στη δεκαετία του 1870, όταν φέρνει στην πόλη την πρώτη ατμομηχανή.

Μεταξουργεία Ελλήνων

 Το πετυχημένο παράδειγμα των πρωτοπόρων ξένων, αλλά και το ευνοϊκό δασμολόγιο του Μεσσήνιου πολιτικού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (1868), θα ωθήσει πολλά μέλη της τοπικής κοινωνίας να ασχοληθούν με την μεταξουργία, όπως οι αδελφοί Αποστολάκη, οι αδελφοί Μαρκόπουλοι, οι αδελφοί Λυμπερόπουλοι, ο μαμαλούκας, ο Ευμορφόπουλος, ο Ταβουλάρης, ο Θ. Μαραβάς, ο Ροδοκανάκης, ο Π. Ψάλτης, ο Ν. Παπαφωτεινός και άλλοι. Αρκετοί μάλιστα από αυτούς είναι έμποροι και μεγαλοεξαγωγείς, οι οποίοι επιθυμούν να προσθέσουν στο εμπορικό ενεργητικό τους και το προϊόν του μεταξιού.
 Σημαντικότερη επιχείρηση, μετά από αυτή του Φελς, υπήρξε το εργοστάσιο του Θ. Μαραβά, το οποίο σύντομα θα γίνει επίσης ατμοκίνητο.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1870 η Καλαμάτα αποτελεί το πρώτο μεταξοπαραγωγικό κέντρο του κράτους. Διαθέτει 5 μεταξουργεία, με συνολική ατμοδύναμη 43 ίππων και δυνατότητα παραγωγής 40 τόνων μεταξιού όλων των ποιοτήτων. Βασική αγορά του μεταξιού είναι η Γαλλία, ενώ σημαντικό μέρος της παραγωγής καταναλώνεται από τους τοπικούς αργαλειούς. Πεντακόσιοι περίπου εργάτες, κυρίως γυναίκες, απασχολούνται στην ακμάζουσα βιομηχανία της πόλης.
Ο Κουμουνδούρος για να δώσει και νέα ώθηση στην μεταξοκαλλιέργεια, ίδρυσε το 1880 στην πόλη, σηροτροφικό σταθμό και ρύθμισε ευνοϊκά για τους σηροτρόφους τη φορολογία της μετάξης.  


 Στη δεκαετία του 1880, παρά την ασθένεια του μεταξοσκώληκα (πεπερίνη) που έχει ήδη ενσκήψει στην ελληνική σηροτροφία, οι επενδύσεις στο μετάξι συνεχίζονται. Τότε (1882) ιδρύεται η "φάμπρικα" των αδελφών Στασινόπουλων από το Βυζίκιο της Αρκαδίας, επί της οδού Φαρών, στη συνοικία της Φυτειάς, κέντρο της εργατιάς στον μεσοπόλεμο. Στο γύρισμα του αιώνα λειτουργούν επίσης η επιχείρηση του Ι. Δανασσή, Κωνσταντινουπολίτη, στη συνοικία Αγιάννη (1885) και το παλιό εργοστάσιο του Θ. Μαραβά υπό την διεύθυνση των ανιψιών του. 
 Από μια σειρά δημοσιευμάτων στην εφημερίδα "Ελευθερία" του ερευνητή Μ. Φερέτου, πληροφορούμαστε ότι το 1890 λειτουργούσαν στη Καλαμάτα τα εξής ατμοκίνητα μεταξουργεία: του Στασινόπουλου στη Φαρών (εικ. δεξιά) με 160 εργάτες, του Ι. Δανασή στον Αγιάννη με 120 εργάτριες, των αδελφών Μαραβά στην ενορία Αγίου Νικολάου με 120 εργάτριες. Λειτουργούσαν ακόμη πυροκίνητα μεταξουργεία: των αδελφών Στασινόπουλου- Σταματέα με 60 εργάτριες, του Παπαδόπουλου με 70 εργάτριες, του Μαμαλούκα με 50 εργάτριες.


 Από την εφημερίδα  "Ευνομία" πληροφορούμαστε ότι το 1897 στην Ελλάδα λειτουργούσαν 12 μεταξουργεία, εκ των οποίων τα πέντε στην Καλαμάτα.
 Σε όλο το 19ο αιώνα και μέχρι τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο η επεξεργασία του μεταξιού αποτελεί βασική πηγή προσπορισμού εισοδήματος για εκατοντάδες οικογένειες της πόλης. Γυναίκες, κορίτσια και παιδιά εργάζονταν 10- 12 ώρες μέσα στην ανθυγιεινή ατμόσφαιρα που προκαλούν οι αναθυμιάσεις των κουκουλιών.



Παραλία Καλαμάτας



















Τα μεταξουργεία του 20ου αιώνα

 Πριν από το γύρισμα του αιώνα (1897) εμφανίζονται στην πόλη τα δύο πρώτα μεταξοϋφαντουργεία ιδιωτών, του Δ. Μαλεύρη και του Κ. Πάτσου. 
 Η διαδεδομένη πρακτική της εργασίας με το κομμάτι δίνει δουλειά σε εκατοντάδες νοικοκυριά της πόλης. Πεντακόσιοι περίπου αργαλειοί ή λάκκοι, όπως τους ονόμαζαν στην Μεσσηνία, δούλευαν με παραγγελίες από τις βιοτεχνίες και ιδιώτες. Σιγά σιγά τα υφαντήρια παίρνουν την σκυτάλη από τα παλιά μεταξουργεία, αναπηνίζοντας τα ίδια το αναγκαίο για την ύφανση μετάξι.
Στο μεσοπόλεμο λειτουργούν η επιχείρηση του Δ. μαλεύρη "Θαϊς", η βιοτεχνία του Π. Γκόνου και το μεγάλο εργοστάσιο του Αρ. χριστόπουλου. Ο τελευταίος θα ιδρύσει το 1934 και δεύτερο εργοστάσιο στην Αθήνα με την επωνυμία "Χρυσαλλίς".
Στις 15 Μαΐου του 1913 οι εργάτριες της φάμπρικας του Στασινόπουλου απήργησαν με αφορμή το εξαντλητικό ωράριο. Ο Στασινόπουλος αντέδρασε απεργώντας και αυτός. Ήταν ο πρώτος βιομήχανος που εφάρμοσε λοκ- άουτ. Γύρω στο 1930 η φάμπρικα των Στασινόπουλων κλείνει οριστικά και μαζί της σιγεί η "πρώτη βιομηχανία των Καλαμών'.
 Τα μεταξουργεία μέσα από διάφορες δυσκολίες συνέχισαν τις εργασίες τους μέχρι και τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Σε έκδοση του Επιμελητηρίου Μεσσηνίας το 1940, αναφέρονται στον κατάλογο των βιομηχανιών μεταξουργίας τα ονόματα των: Π. Γκόνου, Ι. Δραγώνα, Α. Χριστόπουλου, Δ. Μαλεύρη και φυσικά η Μονή των Καλογραιών.
Αυτό αποδεικνύει πως η Μονή από την ίδρυσή της και μετά έχει ταυτίσει την ιστορία της και την εξέλιξή της με τον πολιτισμό της Καλαμάτας εξ αιτίας της αδιάκοπης γιά 200 χρόνια παραγωγής υψηλής ποιότητας μεταξωτών.


Βιβλιογραφία
"Χορός από Μετάξι": Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καλαμάτας
Αριστομένης ο Μεσσήνιος


Printfriendly