.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Τα Ορλωφικά: Η Μεσσηνία σε επαναστατική τροχιά

Την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας (1460-1821) δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου οι κάτοικοι του Μοριά προσπάθησαν -ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές- να απαλλαγούν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία1. Οι Πελοποννήσιοι βασιζόμενοι άλλοτε στις δικές τους δυνάμεις και άλλοτε υποκινούμενοι και βοηθούμενοι από τους Ευρωπαίους διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους. Την επίτευξη όμως του προαναφερθέντος στόχου θα την πραγματοποιήσουν, μόνο όταν η Αυτοκρατορία άρχισε να παρουσιάζει δείγματα κόπωσης και παρακμής2. Προς τα τέλη του 18ου αιώνα η επαναστατική δράση των Ελλήνων εντάθηκε -με αποκορύφωμα τα Ορλωφικά-, ενώ τις πρώτες δεκαετίες του 19ου οι πολεμικές ενέργειες των υποδούλων επέφεραν την απελευθέρωση της Πελοποννήσου από την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης.
Όσον αναφορά τη Μεσσηνία -κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας- διαπιστώνεται πως η περιοχή, λόγω της γειτνιάσεώς της με τη Μάνη, της στρατηγικής της θέσης και των φρουρίων που διέθετε (Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο3), αποτέλεσε συχνά χώρο εξεγέρσεων και πολεμικών αναμετρήσεων, οι οποίες επέφεραν υλικές καταστροφές και δημογραφικές αλλοιώσεις στους κατοίκους της. Στο πλαίσιο λοιπόν των επαναστατικών και πολεμικών ενεργειών που κατά καιρούς σημειώθηκαν στη Μεσσηνία μελετώνται συνοπτικά τα τελευταία 62 χρόνια πριν από την απελευθέρωσή της, σε μια προσπάθεια να αποτυπωθούν αφενός η συμβολή των Μεσσηνίων στον αγώνα της Ανεξαρτησίας και αφετέρου το τίμημα που πλήρωσαν γι’ αυτόν. Η εξεταζόμενη περίοδος καλύπτει τα έτη 1766-1828. Ξεκινά δηλαδή με τις ρωσικές ενέργειες για την προετοιμασία μιας εξέγερσης (Ορλωφικά) στη νότια Πελοπόννησο και καταλήγει με την έλευση στη Μεσσηνία του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος -υπό τη διοίκηση του Maison- και την αποχώρηση του Ιμπραήμ από την περιοχή.


Τα Ορλωφικά
Τους στόχους της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής -έλεγχος των βορείων παραλίων του Εύξεινου Πόντου, ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο- μετά τον θάνατο του M. Πέτρου (1682-1725), ανέλαβε να εκπληρώσει η Αικατερίνη B΄ (1762-1796). Η αυτοκράτειρα, εκτός από εμπλοκή της σε πολέμους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, έθεσε σε εφαρμογή το λεγόμενο ελληνικό σχέδιο, που πιθανόν εμπνεύστηκε ο Γρ. Ποτέμκιν γύρω στα 1780. Το σχέδιο προέβλεπε την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με ηγέτη της τον δεύτερο εγγονό της Αικατερίνης, ο οποίος είχε ονομαστεί για τον σκοπό αυτόν, Κωνσταντίνος. Συγχρόνως, θα ιδρυόταν το βασίλειο της Δακίας (Παραδουνάβιες Ηγεμονίες), ενώ τα σύνορα της Ρωσίας θα επεκτείνονταν ως τα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Τελικός στόχος του σχεδίου -εκτός από τη δημιουργία αδύναμων κρατών-δορυφόρων στην περιφέρεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας- ήταν να μετατραπεί η Ρωσία σε αδιαφιλονίκητο ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων4.
Για την πραγματοποίηση όμως των ανωτέρω, ήταν αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας επαναστατικός αναβρασμός στα Βαλκάνια και ειδικότερα στον ελλαδικό χώρο5. Το έναυσμα για απελευθερωτικούς αγώνες κατά των Οθωμανών έδωσε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1768. Η Αικατερίνη με τον νέο πόλεμο εμφανίστηκε ως προστάτης των ορθοδόξων χριστιανών της βαλκανικής δίνοντας στον πόλεμο θρησκευτική απόχρωση, γεγονός που βρήκε θετική ανταπόκριση και στους Έλληνες6. Η εξέγερση λοιπόν των ελληνοφώνων ορθοδόξων πληθυσμών του Σουλτάνου που έλαβε χώραν στην Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια του 1770 εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της πολεμικής αναμέτρησης (1768-74). Συγχρόνως τα Ορλωφικά, όπως ονομάστηκαν στη βιβλιογραφία, αποτέλεσαν τον προάγγελο της Επανάστασης του 1821.
Την πρωτοβουλία για την επαναστατική κινητοποίηση των Ελλήνων ανέλαβαν οι αδελφοί Γρηγόριος, Αλέξιος και Θεόδωρος Ορλώφ, με πιθανό εμπνευστή της ναυτικής εκστρατείας των Ρώσων στη Μεσόγειο τον Γ. Παπάζολη. Ο τελευταίος σε μια προσπάθεια να προετοιμάσει την εξέγερση στη νότια Πελοπόννησο είχε σταλθεί στην περιοχή λίγα χρόνια πριν από το 1770, ως πράκτορας (τέλη 1766)7. Στην Καλαμάτα η δράση του Παπάζολη εστιάστηκε κυρίως στις επαφές του με τον Π. Μπενάκη και στις προσπάθειές του να πείσει τον τελευταίο να λάβει μέρος στην επικείμενη εξέγερση.
Δεξιά: Άποψη της Κυπαρισσίας με το κάστρο.
Η συμβολή του Μπενάκη στην εξέγερση κρινόταν επιβεβλημένη, καθώς ο καλαματιανός προεστός ασκούσε επιρροή σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο. Στις συζητήσεις των δύο ανδρών ο Μπενάκης υποσχέθηκε να κινητοποιήσει μεγάλο αριθμό Πελοποννησίων για την πραγματοποίηση του επαναστατικού σχεδίου, με την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα παρείχε σημαντική στρατιωτική βοήθεια. Ο Παπάζολης τον διαβεβαίωσε ότι το μέγεθος της ρωσικής στρατιωτικής αποστολής στον Μοριά θα ήταν αξιόλογο. Παρόμοια δράση ανέπτυξαν τις παραμονές των Ορλωφικών στην Πελοπόννησο και άλλοι Ρώσοι πράκτορες, όπως οι Εμ. Σάρρος και Β. Ταμάρας8.
Την ίδια περίοδο οι αδελφοί Ορλώφ βρίσκονταν στην Ιταλία αναζητώντας συμμάχους. Οι επαφές τους περιελάμβαναν συζητήσεις με ξένες δυνάμεις (Βενετία, Μάλτα), αλλά και με Μανιάτες. Η Βενετία δεν αποδέχτηκε τη συμμετοχή της στον επικείμενο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διότι δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο τις εμπορικές της σχέσεις με την Υψηλή Πύλη9. Παρά τις διαπραγματεύσεις που είχαν οι Ρώσοι με τους Μανιάτες, οι τελευταίοι διατηρούσαν επιφυλάξεις για το αίσιο αποτέλεσμα της μελλοντικής εξέγερσης. Περισσότερο πεπεισμένος για τον επαναστατικό ξεσηκωμό στην περιοχή φαίνεται πως ήταν ο Π. Μπενάκης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται ολιγομελής συγκέντρωση αρχηγών και επισκόπων που ο τελευταίος πραγματοποίησε στο σπίτι του. Στη συγκέντρωση συμμετείχαν και ορισμένοι συγγενείς και φίλοι του Μπενάκη από τη Μάνη (6.1.1769)10.

Τις προετοιμασίες της εξέγερσης, όπως και τις ελληνορωσικές συναντήσεις, προφανώς
αγνοούσαν -έως την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου- οι οθωμανικές αρχές. Το συμπέρασμα προκύπτει από το γεγονός ότι τα όποια μέτρα ελήφθησαν για την αποτροπή της επαναστατικής διάθεσης των Ελλήνων σημειώθηκαν μετά την έκρηξη του εν λόγω πολέμου (1768). 
Δεξιά: Η είσοδος του Νιόκαστρου στην Πύλο.
Συγκεκριμένα, η οθωμανική διοίκηση απαγόρευσε στους Έλληνες να οπλοφορούν και να συναθροίζονται σε δημόσιους χώρους -ακόμα και για εκκλησιασμό-, έκλεισε τους ναούς, αύξησε τις πιέσεις και τις οικονομικές επιβαρύνσεις στους υπόδουλους και επιδόθηκε σε διωγμούς. 
 Παρά ταύτα οι επαναστατικές προετοιμασίες στην Πελοπόννησο -με κύρια κέντρα τη Μεσσηνία και τη Μάνη- συνεχίστηκαν με αμείωτους ρυθμούς, αφού οι Έλληνες ευελπιστούσαν σε ένα θετικό αποτέλεσμα της επανάστασης βασιζόμενοι στην άφιξη των Ρώσων στην περιοχή11.
 Στα τέλη Ιουλίου του 1769 αναχώρησαν από τη Ρωσία τα πρώτα πλοία και λίγο αργότερα τα υπόλοιπα. Μια μικρή ρωσική μοίρα από τον στόλο -αποτελούμενη από έξι καράβια με επικεφαλή τον Θ. Ορλώφ- κατέπλευσε στο λιμάνι του Οιτύλου (28.2.1770)12. O αρχικός ενθουσιασμός των Μανιατών μετριάσθηκε αισθητά, όταν διαπίστωσαν το μέγεθος της ρωσικής βοήθειας που είχε αποσταλεί13. Ο Θ. Ορλώφ προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, διακηρύσσοντας ότι σύντομα επρόκειτο να καταφτάσει στον Μοριά ο Αλ. Ορλώφ -απεσταλμένος της Μ. Αικατερίνης- με εξήντα πολεμικά πλοία, στρατό και πολεμοφόδια. Παρά τις υποσχέσεις οι Έλληνες είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους Ρώσους, με αποτέλεσμα λίγοι ήσαν αυτοί που δέχτηκαν να στρατολογηθούν. Είχαν πλέον συνειδητοποιήσει ότι η συμβολή της Ρωσίας στην εξέγερση δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μια κίνηση αντιπερισπασμού για τα οθωμανικά στρατεύματα, η οποία μάλιστα είχε σχεδιαστεί ανεπαρκώς. Στις σκέψεις αυτές συνέβαλε και το ότι ούτε είχε επιτευχθεί η αποστολή ικανοποιητικού όγκου ρωσικών δυνάμεων, ούτε υπήρχε συντονισμός για τις επαναστατικές κινήσεις με τους υπολοίπους ορθοδόξους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων. Παρά ταύτα, η εξέγερση ξεκίνησε και σύντομα οι Μανιάτες με άλλους Πελοποννήσιους και τους ελάχιστους Ρώσους κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους μουσουλμάνους υπηκόους του Σουλτάνου από την Καλαμάτα, τον Μυστρά και τις γύρω περιοχές (1770)14.

 Με βάση τις εξελίξεις ο Μπενάκης -σε συνεργασία με τον Γ. Μαυρομιχάλη- πρότεινε να συγκροτηθούν δύο λεγεώνες -ανατολική και δυτική- με αποστολές την κινητοποίηση ολόκληρης της νότιας Πελοποννήσου και την ανάληψη στρατιωτικής δράσης15. Ο Μπενάκης είχε ήδη συγκεντρώσει με προσωπικά του έξοδα στη Μάνη και στην Καλαμάτα 1.400 άνδρες. Η δυτική λεγεώνα αποτελείτο από 200 χωρικούς και 12 Ρώσους στρατιώτες, με επικεφαλής για μεν την ελληνική πλευρά τους Γ. Μαυρομιχάλη και Κουμουνδούρο (καπετάνιος της Αβίας), για δε τη ρωσική τον αντισυνταγματάρχη Π. Δολγορούκωβ. 
Δεξιά: Το βενετικό κάστρο της Πύλου, γνωστό ώς Παλαιόκαστρο.
 Την ονομασία δυτική έλαβε λόγω της κατεύθυνσης που θα κινείτο. Συγκεκριμένα, η εντολή που είχε ήταν να κινηθεί δυτικά στα μεσσηνιακά παράλια -από την Καλαμάτα έως το Πεταλίδι- και να φτάσει στην Κορώνη. Σκοπός της λεγεώνας ήταν να κυριεύσει την Κορώνη και το κάστρο της σε συνεργασία με τον ρωσικό στόλο16. 
Η δυτική λεγεώνα κατόρθωσε να απελευθερώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα την Καλαμάτα, το Λεοντάρι και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία)17. Οι επιτυχίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν και άλλοι Έλληνες, για να τεθούν με τους εξεγερμένους. Αρκετοί επίσης ήσαν οι Μεσσήνιοι που υπό την καθοδήγηση του Φ. Γρηγοριάδη εξεγέρθηκαν και έλαβαν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Αρκαδιάς. Κάποιοι άλλοι με αρχηγό τον Στασινό Δαριώτη βοήθησαν στην κατάληψη της Ανδρούσας. Η ανατολική λεγεώνα -με αρχηγούς τον λοχαγό Μπάρκωφ και τον υπολοχαγό Ψαρό- κατευθύνθηκε αρχικά στην ανατολική Μάνη και στη συνέχεια, αφού κατέλαβε τον Μυστρά (16.3.1770), πολιόρκησε την Τριπολιτσά18, όπου και διαλύθηκε οριστικά μετά την έξοδο που πραγματοποίησαν οι πολιορκημένοι και τη μάχη που επακολούθησε (9.4.1770)19.
Το σχέδιο για την κατάληψη της Κορώνης τέθηκε σε εφαρμογή, όταν ο ρωσικός στόλος κατευθύνθηκε από το Οίτυλο προς την Κορώνη (27.2.1770). Η δυτική λεγεώνα, πριν αποχωρήσει από την Καλαμάτα, κατέστρεψε περιουσίες μουσουλμάνων και σκότωσε όσους εντόπισε. Η πολιορκία της Κορώνης πραγματοποιήθηκε με ταυτόχρονη επίθεση του στόλου από τα ανατολικά του φρουρίου και του στρατού από τα δυτικά (12.3.1770). Επειδή όμως ύστερα από ενάμιση μήνα όλες οι απόπειρες κατάληψης του κάστρου είχαν αποβεί άκαρπες, αποφασίστηκε ο τερματισμός της επιχείρησης με το αιτιολογικό ότι η συγκεκριμένη πολιορκία κακώς αποφασίστηκε, κακώς εκτελέστηκε και κακώς ολοκληρώθηκε20. Η αποτυχία της άλωσης της πόλης επέφερε προστριβές στους συμμάχους. Οι Έλληνες θεώρησαν ότι οι Ρώσοι τους είχαν εξαπατήσει, όταν τους διαβεβαίωναν για τη μεταφορά στην περιοχή μεγάλων ρωσικών δυνάμεων σε στρατό και στόλο. Οι Ρώσοι με τη σειρά τους ισχυρίζονταν ότι οι Έλληνες τους είχαν υποσχεθεί ότι θα συμμετείχαν σύσσωμοι στην εξέγερση και με μεγάλο όγκο στρατευμάτων. Η αποχώρηση των Ρώσων από την Κορώνη (24.4.1770) συνοδεύτηκε από βιαιοπραγίες των οθωμανικών στρατευμάτων κατά των κατοίκων της περιοχής και καταστροφές των επιχειρήσεων Γάλλων εμπόρων. Με ορατό τον κίνδυνο για επέκταση των αντιποίνων στους αμάχους ο Θ. Ορλώφ διέταξε τα στρατεύματά του να πάρουν μαζί τους κατοίκους της Κορώνης (24.4.1770)21.
Ενώ ακόμα εκκρεμούσε η κατάληψη της Κορώνης, οι Ρώσοι απέστειλαν μέρος του στόλου τους στο Ναβαρίνο, θεωρώντας ότι η πόλη αποτελούσε στρατηγικής σημασίας λιμάνι για τη συνέχιση της εξέγερσης. Συγχρόνως η επιλογή του εγχειρήματος αυτού έγινε και για έναν πρόσθετο λόγο, την αναπτέρωση του ηθικού των αγωνιζόμενων σε περίπτωση νίκης. Την πολεμική επιχείρηση ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας ο ταξίαρχος του πυροβολικού Αννίβας και ο αντισυνταγματάρχης Δολγορούκωβ υποβοηθούμενοι από τα πολεμικά πλοία Άγιος Ιανουάριος, Τρεις Ιεράρχες και Άγιος Νικόλαος. Στις 15.4.1770 άρχισε η πολιορκία του Ναβαρίνου, η οποία διήρκησε συνολικά έξι ημέρες. Στις 21.4.1770 οι ρωσικές δυνάμεις κατάφεραν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές με τα κανόνια τους στο φρούριο, αναγκάζοντας τους πολιορκημένους να τον παραδώσουν, μαζί με όλα τους τα πολεμοφόδια. Η συγκεκριμένη επιτυχία όντως τόνωσε το ηθικό των επαναστατών και ανύψωσε το γόητρο των Ρώσων, το οποίο είχε πληγεί από την αποτυχία στην Κορώνη22.
 Στα μέσα Απριλίου (1770) κατέφτασε στη Μεσσηνία ο Αλ. Ορλώφ, ο οποίος, αφού ενέκρινε την αναστολή της πολιορκίας της Κορώνης, ανακοίνωσε την προέλαση των στρατευμάτων του προς το εσωτερικό της χώρας. Θεωρούσε πως με την κίνηση αυτήν θα επιτυγχανόταν η άμεση παράδοση των φρουρίων που κατείχε ο εχθρός, εξαιτίας του μη ανεφοδιασμού τους. Ως κύριος συντονιστής των πολεμικών ενεργειών ο Αλέξιος συγκέντρωσε όλες τις στρατιωτικές του δυνάμεις από την Κορώνη στο Ναβαρίνο, χρησιμοποιώντας το εκεί φρούριο ως ορμητήριό του. Στο εν λόγω φρούριο πραγματοποιήθηκαν βελτιώσεις στην οχύρωσή του -με μέριμνα του φρουράρχου Αννίβα-, ενώ συγχρόνως μετατράπηκε το λιμάνι της περιοχής σε πολεμικό23.
Στη νότια Πελοπόννησο η κατάσταση στα τέλη Απριλίου (1770) ήταν ήδη εκρηκτική. Επαναστατικές εστίες εξακολουθούσαν να υπάρχουν στον Μυστρά, την Καλαμάτα και σε άλλες περιοχές του μεσσηνιακού κάμπου. Ο Αλέξιος παρά τις εξαγγελίες του για σχηματισμό τακτικού στρατού ασχολήθηκε τελικά με την πολιορκία της Μεθώνης, ευελπιστώντας πως με την ενέργεια αυτήν θα τόνωνε επιπρόσθετα το ηθικό των Ελλήνων. Είχε πλέον διαπιστώσει ότι το Ναβαρίνο δεν του παρείχε τις κατάλληλες υποδομές για την επίτευξη των μελλοντικών του πολεμικών σχεδίων. Για να λάβει οριστικές αποφάσεις για τις επόμενες κινήσεις του, συγκάλεσε μυστικό συμβούλιο με τους στρατιωτικούς του συνεργάτες (9.5.1770), όπου αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί αιφνιδιαστική επίθεση στη Μεθώνη. Το στρατιωτικό σώμα που ανέλαβε την επίθεση -αποτελούμενο από 500 Ρώσους, 150 Μαυροβούνιους και 2.000 περίπου Μεσσήνιους και Μανιάτες- διηύθυνε ο Δολγκορούκωφ. Ο τελευταίος θεωρώντας ότι οι οθωμανικές δυνάμεις στο φρούριο ήταν ισχυρές, επέλεξε αντί της κατά μέτωπο επίθεσης, την πολιορκία. Το αρχικό σχέδιο τροποποιήθηκε ως εξής: ο Δολγκορούκωφ με τις δυνάμεις του πολιόρκησε τη Μεθώνη από την ξηρά και ο ναύαρχος Greyg με τα πολεμικά πλοία Τρεις Ιεράρχες και Άγιος Νικόλαος από τη θάλασσα. Στις 10.5.1770 άρχισε η σφοδρότατη ρωσική επίθεση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να προκληθούν σοβαρά πλήγματα στα οθωμανικά στρατεύματα24.

 Η κατάληψη της πόλης τελικά δεν ολοκληρώθηκε, επειδή ο Αλ. Ορλώφ πληροφορήθηκε πως ισχυρές τουρκαλβανικές δυνάμεις (6.000-8.000 άνδρες) με αρχηγό τον Χατζή Οσμάν κατευθύνονταν από την Τριπολιτσά -μέσω του μεσσηνιακού κάμπου- στη Μεθώνη (14.5.1770)25. Το πέρασμα του ανωτέρω στρατεύματος από την πόλη της Καλαμάτας συνοδεύτηκε από δηώσεις και λεηλασίες ναών και οικιών26. Το πολυπληθές αυτό σώμα ανέλαβαν να αναχαιτίσουν οι 400 Μανιάτες του Ι. Μαυρομιχάλη στα στενά του Ριζόμυλου, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα.
Οι ελάχιστοι διασωθέντες από το σώμα του Μαυρομιχάλη (24 άτομα) κατέφυγαν στο Νησί (Μεσσήνη), όπου συνέχισαν να αμύνονται. 
Δεξιά: Η Πύλη της Ξηράς στο κάστρο της Μεθώνης
 Οι επιτιθέμενοι, αφού λεηλάτησαν και κατέστρεψαν το Νησί, είχαν πλέον στην κατοχή τους ολόκληρη τη μεσσηνιακή πεδιάδα. Στη συνέχεια, ο κύριος όγκος των Τουρκοαλβανών κινήθηκε προς την Κορώνη, όπου ενώθηκε με ένα μέρος της φρουράς της πόλης και κατόπιν κατευθύνθηκε στη Μεθώνη, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους και να λύσει την πολιορκία. Η αποστολή του Δολγκορούκωφ ήταν πλέον τριπλή: να εμποδίσει την έξοδο των υπερασπιστών της Μεθώνης, να αντιμετωπίσει τους επιτιθέμενους Τουρκαλβανούς και να διατηρήσει ανοικτή τη διάβαση προς το Ναβαρίνο, στην περίπτωση που χρειαζόταν να διατάξει υποχώρηση.
 Στη μάχη που τελικά δόθηκε κοντά στο ρωσικό στρατόπεδο επικράτησαν εύκολα οι Τουρκαλβανοί και ανάγκασαν τις επαναστατικές δυνάμεις να υποχωρήσουν στο Ναβαρίνο. Σύντομα όμως οι εξεγερμένοι έπρεπε και πάλι να εγκαταλείψουν την περιοχή, καθώς οι Τουρκοαλβανοί πλησίαζαν. Ο Αλ. Ορλώφ συνειδητοποιώντας την τραγική τροπή που είχε πάρει η πολεμική επιχείρηση διέταξε την εκκένωση της πόλης. Τρεις μέρες χρειάστηκαν για την επιβίβαση του στρατεύματος και των αποσκευών του στα πλοία. Τους Ρώσους ακολούθησαν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης Μπενάκης, Μελιτάκης, Πούλος και οι αρχιερείς Μονεμβασίας και Καλαμάτας Άνθιμος, Μεθώνης Άνθιμος, Κορώνης Μακάριος, Παλαιών Πατρών Παρθένιος και Ωλένης Φιλάρετος. Οι εχθρικές δυνάμεις φτάνοντας στο Ναβαρίνο προσπάθησαν να εμποδίσουν τον απόπλου του στόλου χωρίς αποτέλεσμα27. Εγκαταλείποντας το Ναβαρίνο το ρωσικό στράτευμα άφησε στο έλεος των Οθωμανών και των Αλβανών τους κατοίκους της Μεσσηνίας. Ο ρωσικός στόλος ανοίχτηκε στο Αιγαίο, για να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο του. Στη ναυμαχία που ακολούθησε -στο στενό Xίου-Tσεσμέ- (7.7.1770) οι Ρώσοι κατέστρεψαν τον οθωμανικό στόλο28.
 Στην πραγματικότητα η ήττα των επαναστατικών δυνάμεων στη Μεθώνη (28.5.1770), έθεσε τέλος στα οράματα των Ελλήνων για την απελευθέρωση του Μοριά. Τα βαθύτερα όμως αίτια της αποτυχίας ήταν άλλα. Η κακή οργάνωση των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τον χρόνο που ξοδεύτηκε σε δευτερεύουσας σημασίας επιχειρήσεις -πολιορκία της Kορώνης- και η ελάχιστη υλική βοήθεια που δόθηκε στους επαναστατημένους επέτρεψαν στα οθωμανικά στρατεύματα να καταστείλουν την εξέγερση σε σύντομο χρονικό διάστημα (Φεβρουάριος-Μάιος 1770). Η εξέγερση του 1770 στηρίχτηκε σε μια παρεξήγηση: Oι Ρώσοι θεωρούσαν ότι θα νικούσαν βασιζόμενοι στις ελληνικές δυνάμεις, ενώ οι Έλληνες χάρη στις ρωσικές29.
 Η Ρωσία θεώρησε υπεύθυνους για την αποτυχία της εξέγερσης τους Πελοποννήσιους, οι οποίοι τόσον κακώς ηκολούθησαν το παράδειγμα της ανδρείας (των Ρώσων) και δεν ήθελον να τύχουν της εκ του ζυγού ανεξαρτησίας, ένεκα της ιδίας αυτών δειλίας, απιστίας και απάτης…30. Οι προαναφερθείσες κατηγορίες όχι μόνο δεν ευσταθούν, αλλά θα πρέπει να ερμηνευτούν -όπως και οι ειδήσεις που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη για υποτιθέμενες νίκες των ρωσικών δυνάμεων επί των οθωμανικών στην Πελοπόννησο- ως προσπάθεια να μην πληγεί το γόητρο του «ανίκητου» ρωσικού στρατού.


Οι συνέπειες των Ορλωφικών
Τα αποτελέσματα της εξέγερσης του 1770 για τους Έλληνες -όσους έλαβαν ή δεν έλαβαν μέρος- ήταν ολέθρια. Τον επαναστατικό αναβρασμό στον Μοριά ανέλαβαν να καταστείλουν άτακτα στρατεύματα εξισλαμισμένων Αλβανών (15.000 άτομα), τα οποία συνεργάζονταν με την οθωμανική εξουσία. Οι ορδές αυτές διέσχισαν ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο -από την Ήπειρο έως την Πελοπόννησο- καταστρέφοντας στο πέρασμά τους οτιδήποτε έβρισκαν. Για περίπου εννιά χρόνια η Πελοπόννησος, η Θεσσαλία και οι υπόλοιπες περιοχές δοκιμάστηκαν σκληρά από τις επιδρομές των Αλβανών και ερημώθηκαν. Η κατάσταση των Ελλήνων επιδεινώθηκε και για δύο πρόσθετους λόγους: την παράδοση των όπλων τους ύστερα από την προτροπή του πατριάρχη Σαμουήλ Χατζερή και την καταστροφή της παραγωγής λόγω της βαρυχειμωνιάς των ετών 1774-1775. Η Μάνη κατόρθωσε επιτυχώς να αντισταθεί στις επιδρομές των Τουρκαλβανών, ενώ τα νησιά του Αιγαίου απέφυγαν τις καταστροφικές συνέπειες των αντιποίνων, χάρη στην αμνηστία που έδωσε σ’ αυτά ο Καπουδάν Πασάς Χασάν Μπέης31.


 Κατά τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων και τις επιδρομές των Αλβανών η Μεσσηνία υπέστη σημαντικές φθορές. Οι τελευταίοι με πρόσχημα ότι δεν λάμβαναν εγκαίρως τους μισθούς τους από τους πασάδες της περιοχής για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν, κατέφευγαν συχνά σε λεηλασίες32. Για τον λόγο αυτόν πολλοί ήσαν οι Μεσσήνιοι που αναγκάστηκαν εξαιτίας των συνθηκών να μεταναστεύσουν στα νησιά του Ιονίου, του Αιγαίου και τη Μ. Ασία33. Η γεωργική παραγωγή μειώθηκε σημαντικά, καθώς όσοι παρέμειναν στις πατρογονικές τους εστίες αρνούνταν να παράγουν τις παλαιότερες ποσότητες γεωργικών προϊόντων. 
Δεξιά: Ο πορφυρός γρανιτένιος κίονας, γνωστός και ως κίονας του Μοροζίνι, στο κάστρο της Μεθώνης
 Η αποψίλωση των ορεινών περιοχών και η καταστροφή των δασών οδήγησε σε ξηρασία που επέφερε επιπρόσθετη μείωση της παραγωγής. Ο πλούσιος στο παρελθόν μεσσηνιακός κάμπος απέδιδε πλέον το ένα τρίτο της προ του 1770 παραγωγής34.
 Για την κατάσταση που επικρατούσε στη Μεσσηνία και γενικότερα στην Πελοπόννησο τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά και για τα μεταναστευτικά κύματα προς τη Μ. Ασία ως συνέπεια των Ορλωφικών, διαφωτιστική είναι η επιστολή που ο μετέπειτα Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ως αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Σμύρνης απέστειλε στον εξόριστο επίσκοπο Μεθώνης Άνθιμο Καράκαλο (4.8.1776). Στην επιστολή ο Γρηγόριος ανέφερε: …Κυβερνώμαι, δεσπότη μου, και εγώ ολίγον δια να προφθάνω τους συγγενείς μου˙ πλην η ακαταστασία της πατρίδος και ημάς δεν αφίνει να ησυχάσωμεν, και εκείνους ο Θεός να ελεήση. Επειδή καθώς βλέπομεν δεν είναι πλέον ελπίς σωτηρίας από εκείνον τον τόπον, ότι ήλθε το πράγμα εις αύξησιν μεγάλην. Ούτε Βασιλέα μέλλει δι’ εκείνον τον τόπον, ούτε πασιά, ούτε Αγά, ούτε άλλον τινά. Μόνον θεία παραχώρησις έγεινε να ερημώση εκείνος ο τόπος και καθημερινώς ξεμπαρκάρονται εδώ συν γυναιξί και τέκνοις και βρίσκουν, δεσπότη μου, και την κυβέρνησίν τους. Ο άγιος Θεός προσθέτει, εκεί τους ωργίσθη, αλλά εδώ τους ευσπλαχνίσθη, επειδή οι αγάδες της Ανατολής συνερίζονται ποιος να τους πρωτοπάρη εις των τόπον των, και τους κτίζουν εκκλησίας, τους φθιάνουν οσπίτια, ρωμαίϊκα χωριστά, με ασυδοσίαν, δέκα χρόνους δηλαδή του χαρατσίου… Είναι αρκεταίς φαμελιαίς από την πατρίδα μας35
 Οι δημογραφικές μεταβολές που επακολούθησαν την εξέγερση του 1770 ήταν μεγάλες. Όσοι από τους Μεσσήνιους δεν σφαγιάστηκαν ή δεν αιχμαλωτίστηκαν, ακολούθησαν την αποδημία ή οργανώθηκαν σε ομάδες κλεφτών, για να μπορέσουν να αντισταθούν. Χαρακτηριστικό, άλλωστε, των αυθαιρεσιών που σημειώθηκαν από τους Αλβανούς κατά τα έτη 1770-1779 είναι το ότι ζημιώθηκαν από τη δράση τους ακόμα και οι ίδιοι οι Οθωμανοί. Οι τελευταίοι υποχρεώνονταν συχνά από τους Αλβανούς να τους νοικιάζουν τις δημόσιες προσόδους36, με συνέπεια οι έως τότε εκμισθωτές των φόρων να χάνουν μεγάλο τμήμα των εισοδημάτων τους37. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου διαμαρτυρήθηκαν στην Πύλη, αναγκάζοντάς την να διατάξει την αποχώρηση των Αλβανών από την περιοχή (1777). H διαταγή έμεινε ανεκτέλεστη για περίπου δύο χρόνια (1779), οπότε και έφτασε στον Μοριά για την εκδίωξή τους ο Καπουδάν Πασάς Xασάν Τζεζάερλη Mαντάλογλου (1779). Ο τελευταίος για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου ζήτησε τη συνδρομή των κλεφτών της Πελοποννήσου με αντάλλαγμα τη χορήγηση αμνηστίας38.
 Ο Μαντάλογλου, πριν αποχωρήσει από τον Μοριά (Νοέμβριος 1779), φρόντισε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση της τάξης. Συγκεκριμένα, μερίμνησε για τη δημογραφική επανοίκιση της περιοχής, μέσω της εξαγοράς αιχμαλώτων και τον επαναπατρισμό προσφύγων. Οι κάτοικοι άρχισαν πλέον να επιστρέφουν στις εστίες τους και σύντομα η κοινωνικοοικονομική ζωή βρήκε τους προ του 1770 ρυθμούς της. Γενικά, πάντως, ο πληθυσμός της Πελοποννήσου την περίοδο 1793-1821 γνώρισε συχνά αυξομειώσεις και μόνο μετά το 1810 γνώρισε μια σταθερή εξέλιξη39. Παράλληλα στη Μεσσηνία εγκαταστάθηκαν Ευρωπαίοι (Γάλλοι, Ολλανδοί, κλπ.), οι οποίοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο, ιδρύοντας εμπορικούς σταθμούς και τοποθετώντας προξενικούς υπαλλήλους, για να προστατεύσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μετατραπεί η Καλαμάτα στα τέλη της δεκαετίας του 1780 σε σημαντικό οικονομικό κέντρο, με καλά οργανωμένη κοινοτική διοίκηση40.


NIKOΣ Φ. TOMΠΡΟΣ
Ο κ. Νικόλαος Τόμπρος είναι πρώην διδάσκων του μαθήματος της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Βιβλιογραφία:
Από την έκδοση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου: "Μεσσηνία: Συμβολές στην ιστορία και στον Πολιτισμό της", εκδοτ. εποπτεία καθηγ. Γ. Ξανθάκη- Καραμάνου

Εικόνες: Χρονολογία έκδοσης: 1831-1838. Έκδοση: BLOUET, Guillaume-Abel. Expédition scientifique de Morée, Ordonnée par le Gouvernement français: Architecture, Sculptures, Inscriptions et Vues du Péloponèse, des Cyclades et de l'Attique, mesurées, dessinées, recueillies et publiées par Abel Blouet, Architecte, Directeur de la Section de l’Architecture et de Sculpture de l’Expédition, Ancien Pensionnaire de l’Académie de France à Rome; Amable Ravoisié et Achille Poirot, Architectes; Félix Crézel, Peintre d’Histoire, et Frédéric de Gournay, Littérateur. Ouvrage dédié au Roi, τ. I-VI, Παρίσι, Firmin Didot, 1831-1838. Συλλογή Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη

1. Για τις επαναστατικές εξεγέρσεις στην Πελοπόννησο στα προ του 1770 έτη ενδεικτικά αναφέρουμε τα κινήματα του Κροκόδειλου Κλαδά στη Μάνη (1479-1481, 1490), την εξέγερση στη Μάνη (1571), την επανάσταση των αδελφών Μελισσηνών (1571-1572), το επαναστατικό κίνημα του Νεόφυτου Μάνης (1612). Βλ. σχετικά Miller 1960: 560-561. -Χασιώτης 1974: 278-279, 311-312, 321-322. -Παπαδόπουλος 1974: 324, 330-333. -Δουκάκης 1999: 103-107, 110-113, 118-121.
2. Για τα αίτια παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ. Sugar 1994: Β΄ 145- 160.
3. Ναβαρίνο ή Πύλος. Βακαλόπουλος 1973: 391.
4. Βακαλόπουλος 1973: 372-373. -Gordon 18442: 26. -Σταματόπουλος 1996: 59. Βλ. επίσης Καλαντζής 1959: 169-177. -Κοντογιάννης 1903: 89-91. -Βακαλόπουλος 1974: 86-88. -Τζάκης 2003: 143-144.
5. Γριτσόπουλος 1967: 40-41.
6. Παπαδόπουλος 1974: 64.
7. Κανδηλώρος 1924: 65-66. -Τζάκης 2003: 122-123.
8. Δουκάκης 1999:190. -Σάθας 1869: 454. -Κοντογιάννης 1903:70.-Γριτσόπουλος 1967:43-45,47-48.
9. Βακαλόπουλος 1973: 382-383. -Γριτσόπουλος 1967: 51-54. -Παπαδόπουλος 1974: 59.
10. Δουκάκης 1999: 192-193. -Γριτσόπουλος 1967: 49-50, 53.
11. Παπαδόπουλος 1974: 64.
12. Μέξης 1977: 347. -Δουκάκης 1999: 193. -Σακελλαρίου 1978: 162-163.
13. Κανδηλώρος 1924: 70-71. -Τζάκης 2003: 126-127.
14. Παπαδόπουλος 1974: 66.
15. Σακελλαρίου 1978: 165, 168-170. -Δουκάκης 1999: 193.
16. Καλαντζής 1959: 173. -Γριτσόπουλος 1967: 66. -Δουκάκης 1999: 193-194. -Παπαδόπουλος 1974: 66.
17. Ευρετήριο πολεμικών γεγονότων 1989: 362.
18. Από τον Φεβρουάριο του 1770 (9.2.1770) έως και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου Μόρα Βαλεσί (Mora-vali-si), δηλαδή διοικητής Πελοποννήσου, διορίστηκε ο Μεχμέτ Μουχσινζαντέ, ο έως τότε διοικητής του φρουρίου Ναυπλίου και τέως μεγάλος βεζίρης. Ο Μεχμέτ ανέλαβε και το αξίωμα του Σερασκέρη, για να καταστείλει τα Ορλωφικά. Θεωρήθηκε, μάλιστα, δική του επιτυχία η μη εξάπλωση της εξέγερσης σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο. Κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών (1770-1779) το αξίωμα του Μόρα Βαλεσί ανέλαβαν οι ακόλουθοι: Γενισεχιρλί Οσμάν μπέης (1770-1773), Τσαταλτζαλί Αλή πασάς (1773-1774), Μουσταφάς (1774), Αχμέτ (1777-1778) και Μεχμέτ (1779). Κυρκίνη-Κούτουλα 1996: 99-101.
19. Βακαλόπουλος 1973: 388-391. -Δουκάκης 1999: 194.
20. Γριτσόπουλος 1967: 71.
21. Δουκάκης 1999: 194. -Γριτσόπουλος 1967: 68-72, 97. -Σακελλαρίου1978: 166-168, 184-185.
22. Γριτσόπουλος 1967: 93-98. -Παπαδόπουλος 1974: 74.
23. Δουκάκης 1999: 195.
24. Γριτσόπουλος 1967: 103-105.
25. Σακελλαρίου 1978: 188.
26. Ζερβής 1984: 107-108. -Σταματόπουλος 1996: 60-61.
27. Δουκάκης 1999: 196. -Παπαδόπουλος 1974: 75. -Γριτσόπουλος 1967: 105-108, 117-118, 127, 129. -Σακελλαρίου 1978: 191. -Μπιτσάνης 2005: 20-23.
28. Φίνλεϋ 1958: 309-313. -Γριτσόπουλος 1967: 121-123, 125-126. -Κανδηλώρος 1924: 81. -Τζάκης 2003: 135.
29. Βακαλόπουλος 1973: 388. -Παπαδόπουλος 1974: 69.
30. Παλαιολόγος 1881: 150.
31. Γριτσόπουλος 1967: 132-133. -Παπαδόπουλος 1974: 81-82. -Τζάκης 2003: 139-140.
32. Δουκάκης 1999: 198. -Σακελλαρίου 1978: 206.
33. Γριτσόπουλο 1967: 139-144.
34. Pouqu eville 1805: 63-64. -Castellan 1820: 93-94. -Δουκάκης 1999: 197. -Λυριτζής 19982: 120.
35. Κανδηλώρος 1924: 8
36. Για τις οικονομικές προσόδους που λάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από την επικράτειά της (π.χ. δεκάτη) και για την εκμίσθωση της συγκέντρωσής τους από ιδιώτες βλ. Ασδραχάς 2003: 550.
37. Γριτσόπουλος 1924: 144-146. -Σακελλαρίου 1978: 194, 196, 199.
38. Δουκάκης 1999: 198. -Παπαδόπουλος 1974: 82. -Γριτσόπουλος 1967: 151-152. -Κανδηλώρος 1924: 88-89, 96. -Τζάκης 2003: 140-141.
39. Κρεμμυδάς 1980: 42-44.






Printfriendly