.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Κεφαλόβρυσο: Οι ανασκαφές του Σπ. Μαρινάτου


Πρόλογος
O Σπυρίδων Κ. Μαρινάτος, Προϊστάμενος, Γενικός Επιθεωρητής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, καθηγητής του Πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός, έγινε παγκοσμίως γνωστός χάρη στην ανασκαφή του Ακρωτηρίου στην Θήρα, την οποία επισκέπτονται κάθε χρόνο οι μυριάδες των περιηγητών που έρχονται στην Ελλάδα. Προηγουμένως όμως ήταν επίσης ευρύτατα γνωστός σε όλους τους ασχολούμενους επαγγελματικά η ερασιτεχνικά με την αρχαιογνωσία για τις ανασκαφές και τις έρευνες του στην Κρήτη, την πατρίδα του Κεφαλληνία, τις Θερμοπύλες και τον Μαραθώνα, καθώς και τις πολλές και ποικίλες σχετικές δημοσιεύσεις του.
Η κυριότερη και διαρκέστερη προσφορά του όμως στη μυκηναϊκή αρχαιολογία υπήρξαν οι ανασκαφές του στην Μεσσηνία, που διήρκεσαν χωρίς διακοπή επί 15 χρόνια, από το 1952 έως το 1966. Το 1952 η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία επανέλαβε τις ανασκαφές της στην Πύλο, όπου είχε αρχίσει το 1939 ανασκαφές ο Κ. Κουρουνιώτης σε συνεργασία με αμερικανική αποστολή υπό τον καθηγητή Carl W. Blegen. Η ανασκαφή διακόπηκε λόγω τον πολέμου και ξανάρχισε το 1952 με εκπρόσωπο της Εταιρείας τον Μαρινάτο. Το αντικείμενο ήταν το ανάκτορο στην θέση Εγκλιανός της Πύλου. Οι δύο επιστήμονες συμφώνησαν να μοιραστούν την έρευνα έτσι ώστε ο Blegen με την ομάδα του να αναλάβει το ανάκτορο, ενώ ο Μαρινάτος θα ερευνούσε και θα ανέσκαπτε τους τάφους και τους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή του ανακτόρου, αλλά και παντού αλλού όπου υπήρχαν λείψανα του μυκηναϊκού πολιτισμού, όπως οι μισοσκαμμένοι θολωτοί τάφοι στον Κακόβατο και στην Τραγάνα.

Αρχικά οι έρευνές του τον οδήγησαν στις συστάδες των θαλαμοειδών τάφων στην θέση Βολιμίδια, 6 χιλιόμετρα περίπου βορείως του ανακτόρου, με την πάροδο του χρόνου όμως επεξετάθηκαν από την Περιστεριά και την Μουριατάδα ανατολικά της Κυπαρισσίας προς Βορράν έως το Χαροκοπειό κοντά στην Κορώνη προς Νότον, καλύπτοντας ολόκληρη σχεδόν την Μεσσηνία, Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών δημοσιεύονταν κατά έτος στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας. 
Οι σχετικές του εκθέσεις, γραμμένες με το ζωηρό και ρέον ύφος του, είναι σαφέστατες, περιεκτικότατες και γλαφυρότατες, και καταλήγουν στο να διερευνύσουν και να συμπληρώσουν τις γνώσεις μας για την περιοχή όπου ανακαλύφθηκαν και ανασκάφηκαν 18 εξακριβωμένες μεγάλες (Εγκλιανός) και μικρότερες μιικηναϊκές εγκαταστάσεις. 


Εις αυτές ευρέθηκαν 29 θολωτοι τάφοι, από τους οποίους 10 μεγάλοι και 18 μικροί και απλούστερης κατασκευής (όπως ο Επάνω Φούρνος, ο Κατω Φούρνος και ο Κυκλώπειος των Μυκηνών), που υποδηλώνουν την ύπαρξη ισαρίθμων εδρών τοπικών αρχόντων και αξιωματούχων. Ο Μαρινάτος με τον Blegen ανέδειξαν δηλαδή την Μεσσηνία σε μία περιοχή ίσης σημασίας με τα μεγάλα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού, την Αργολίδα και την Βοιωτία.

Το Κεφαλόβρυσο στην Χώρα Μεσσηνίας
Το Κεφαλόβρυσο αποτελεί πηγή ζωής για την Κοινότητα της Χώρας, με άφθονα νερά, ευρισκόμενο σε απόσταση 3 χλμ. περίπου βορειοανατολικά της κωμόπολης, ανάμεσα σε αιωνόβια πλατάνια και λεύκες. Δυστυχώς, η μορφή της πηγής υπέστη κατά τα τελευταία χρόνια "διαρκείς" αλλοιώσεις από ωμές "στιγμιαίες" επεμβάσεις. Η ύπαρξη του Κεφαλόβρυσου συνετέλεσε σημαντικά στην ίδρυση του Μυκηναϊκού οικισμού των Βολιμιδίων. Το όνομα του χρησιμοποιήθηκε από τον Μαρινάτο για τον ορισμό της παλαιότερης ομάδας τάφων του νεκροταφείου που ερεύνησε στην περιοχή.

Οι ανασκαφές του 1964
Ο «Κεφ. Τ.4», ως ελέχθη, δεν ανεσκάψη εφέτος, διότι είναι πεπληρωμένος έως άνω και ευρίσκεται παρά τα θεμέλια ιδιωτικής οικίας. Ο ιδιοκτήτης, κ. Σ. Κωνσταντακόπουλος, προθυμότατα παρέσχεν ευκολίαν να ανασκαφή ο δρόμος και εφάνη και άλλως χρήσιμος και πρόθυμος, χρηστός πολίτης. Του δρόμου ανεσκάφησαν 5μ. μήκους, έχει δε τα τοιχώματα κάθετα, πλάτος 1.35 εις το εξώτατον σημείον, όπου εφθάσαμεν, και 1.75 εις το βάθος, ένθα κάθετος και ισοπλατής διατηρείται η πρόσοψις του τάφου.Το δάπεδον ευρίσκεται εις βάθος 2.15μ. από της επιφάνειας του βράχου, η δε θύρα διατηρεί μόνον την κατωτάτην σειράν των λίθων της τειχίσεως εις ύψος 0.30μ. Έχει ύψος 1.29, πλάτος δε κάτω 0.92 και άνω 0.87μ. Λείψανον κρανίου, ολίγων οστών, κύλιξ ελλιπής και τινα όστρακα ευρέθησαν εντός του δρόμου.
 Ο  «Κεφ. Τ.2», κείται πυκνώς παρά τους δύο περιγραφέντας. Ο δρόμος, βλέπων ακριβώς προς Β., κείται υπό την οδόν και τμήμα μόνον ανεσκάφη, επί θυσία μικρού μέρους της οδού, διότι φέρει κόγχην εις την δεξιάν παρειάν του. Ενταύθα τα πράγματα ήσαν τεταραγμένα. Η πλάξ, ήτις έφρασσε την κόγχην του δρόμου, ευρέθη εν ελαφρά μετατοπίσει, η δε θύρα του κυρίως τάφου εστερείτο τειχίσεως εις το ανώτερον μέρος, ούσα πλήρης της μελανής γης και τεμαχίων κεράμων, άτινα είναι τυπικά δείγματα της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής εποχής. Οι λίθοι της πάλαι τειχίσεως έκειντο προ της θύρας εν αταξία.
 Το εσωτερικόν της θόλου ήτο κενόν κατά τα ανώτατα 75 εκατοστά. Μελανή επίχωσις εκάλυπτε το υπόλοιπον τμήμα, ης το ανώτατον στρώμα έγεμε κεράμων. Εντός ολίγου (εις βάθος 20 έκ.) ανεφάνησαν κατά το αριστερόν τμήμα της θόλου οστά ζώων μεγάλων (μόσχου ή βοός), λίθοι τινές και το ήμισυ περίπου σκεύους κυκλικού με χαμηλόν χείλος 7- 8 εκατοστών ύψους. Εντός αυτού και παρ’ αυτό έκειντο τα μνημονευθέντα οστά, ολίγον δε βαθύτερον (προς τον μυχόν δηλ. της θόλου) ευρέθησαν έτερα οστά και λείψανον του αυτού ή άλλου παρομοίου «ταψίου», ως οι εργάται ορθώς το απεκάλουν.


Πάντα ταύτα φαίνονται καλώς επί του πίν84δ, διότι συνέκειντο εξ αθλίως ωπτημένου ή όλως αόπτου πηλού και δεν επέζησαν προς καθαρισμόν. Τεμάχιον εκ χείλους πίθου ευρέθη ωσαύτως. Περί το ήμισυ μέτρον βαθύτερον, σχεδόν εις το Μυκηναϊκόν δάπεδον της θόλου, ευρέθη πλησίον του πίθου πινάκιον ανάστροφον εις την θέσιν του, αν και τεθραυσμένον εις τεμάχια. Εις το αυτό προς τα «ταψία» βάθος, αλλά δεξιά τω εισερχομένω, ήτοι εις το Δυτικόν μέρος της θόλου, ευρέθη κρανίον μικρού βοός. Είναι σαφές, ότι πρόκειται περί θυσίας, και μάλιστα μεγαλοπρεπούς, ην Έλληνες «απόγονοι» προσέφερον προς τιμήν των Μυκηναϊκών προγόνων. Το βουθυτείν έπρεπε να συνοδεύη και εκλεκτός οίνος. Πράγματι, εκ των ανά την επίχωσιν συλλεγέντων οστράκων απηρτίσθη ολόκληρος αιχμηρός αμφορεύς. Επί του ώμου φέρει εξίτηλον επιγραφήν διά μελάνης γραφείσαν μετά την όπτησιν (πίν. 92β). Η ανάγνωσις της επιγραφής και η ακριβεστέρα χρονολόγησις θα απαιτήσωσι χρόνον. (Ίσως ρλγ ήτοι 133 Σελευκ. χρονολ., άρα -179;).


Ο τάφος, ως είναι επόμενον, παρουσίασε ταραχήν εις τας ταφάς και τα κτερίσματα. Άμα τη εισόδω κατέκειντο επί του δαπέδου δύο εκτεταμένοι σκελετοί εν σχήματι Λ με τας κεφαλάς συγκλινούσας μήκους 1.61 ο αριστερός, 1.56 ο δεξιός, αλλ’ άνευ κτερισμάτων και επομένως άδηλου εποχής. Υπό τον δεξιόν (δυτικόν) νεκρόν υπάρχει λάκκος ή δυο λακκοειδείς κοιλότητες, ένθα, αν και άνευ σκελετού, ευρέθησαν μόνον YE I-II αγγεία. Της αυτής εποχής είναι και εν κύπελλον «Kefti» ευρεθέν εντός της πρώτης δεξιά τω εισερχομένω κόγχης.
Ο τάφος φαίνεται να περιέχη οκτώ κόγχας κατά την περιφέρειαν της θόλου. Η δευτέρα εξ αριστερών τω εισερχομένω εφράσσετο εισέτι υπό πλακός και η παρ’αυτήν δι’ ωμής πλίνθου, ης μία γωνία (20X 29 έκ.) ευρέθη. Αμφότεραι όμως αι κόγχαι ήσαν κεναί. Πάσαι αι λοιπαί περιέχουσι πολλά οστά και αφέθησαν, όπως καθαρισθώσι παρά του καθηγ. κ. Breitinger. Το υπόλοιπον δάπεδον της θόλου περιείχεν αρκετά κρανία και αγγεία ή ομάδας αγγείων (θήλαστρα, αλάβαστρα, πρόχους, ψευδοστ. αμφορείς) εν αταξία. Τα αγγεία ταύτα, ανάγονται από της ΙΙΙΑ πρωίμου εποχής μέχρι της ΙΙΙΒ, άλλ’ ουδέν είναι μεταγενέστερον. Αι διαστάσεις της θόλου είναι: Διάμ. από θύρας μέχρι μυχού 3.70μ. Η κάθετος προς ταύτην (Α- Δ) μ. 10. Το ύψος μέχρι της κορυφής της θόλου (μη σωζούσης ενταύθα μαστοειδή κοιλότητα) είναι +1.85 της θύρας αι παραστάδες είναι εφθαρμέναι. Παρά το ανώφλιον το πλάτος αυτής ήτο 1.10, το δε ύψος ασφαλώς μεν 1.70, ίσως δε και μεγαλύτερον κατά τι. Η θόλος διατηρείται πλήρως, αλλ’ έχει φθοράν εις το άνω μέρος λόγω αποπτώσεως στιβάδος του πετρώματος. Η κόγχη του δρόμου, αρκούντως ευρύχωρος ίνα ταφή νεκρός εντός αυτής εκτάδην, παρουσίασε σημαντικόν ενδιαφέρον: Έφερε δύο ειδών επίχωσιν μελανήν άνω (=Ελληνικήν) και λευκωπήν κάτω (=Μυκηναϊκήν).
Εντός της μελανής επιχώσεως είχε ταφή νεκρός, ου ο σκελετός ήτο ευδιάκριτος. Παρά τον σκελετόν ευρέθησαν εις το άνω μέρος (κεφαλή προς Β.) δίωτος βίκος και μελαμβαφές κύπελλον, μεταξύ δε των σκελών του νεκρού άωτος μελαμβαφής λύχνος. Το κύπελλον κατά την στιγμήν της ανακαλύψεως έφερεν εισέτι περί το χείλος στεφάνην κισσοειδή διά κιτρινωπού χρώματος. Η απρόσεκτος πλύσις του αγγείου, παρά την σύστασίν μου, εξηφάνισε το χρώμα. Ο νεκρός κατά ταύτα ετάφη εκεί περί το -300 ή κατά τι βραδύτερον.


Μόλις 20 εκ. βαθύτερου ανεφάνη έτερος σκελετός, Μυκηναϊκός την φοράν ταύτην. Επρόκειτο περί παιδιού, αλλ’ ο εκτεταμένος σκελετός διετηρείτο ευδιακρίτως. Παρ αυτόν, τεταραγμένον πως λόγω της υπερκειμένης Ελληνιστικής ταφής, ευρέθησαν τέσσαρα κτερίσματα (πίν.92α) ήτοι: ειδωλιον Φ, προχοΐδιον, ψευδόστομος αμφορεύς και μικρόν μόνωτον κύπελλον μετά προχοής. Ο ρυθμός των αγγείων ως και τα σχήματα της προχοΐσκης και του κυάθου είναι πρώιμα (ΙΙΙΑ, διακόσμησις αγκωνογράμμων ή ομορρόπων γωνιών πρωίμου σχήματος). Ενδιαφέρουσα είναι και η παρουσία του ειδωλίου (Θεά τροφός- Μήτηρ;) πλησίον του μικρού παιδός.


Ο τάφος 1
Ο τάφος «Κεφ.1» αφέθη να περιγραφή τελευταίος. Είναι ο σπουδαιότατος πάντων. Η τάφρος του υδραγωγείου είχε καταστρέφει ένα σκελετόν κείμενον ολίγον υπό την σημερινήν επιφάνειαν του εδάφους και είχε δείξει μικρόν σημείον λαξεύσεως του βράχου. Πέραν του σημείου τούτου προς Β. η ανασκαφή ημών έδειξε την αρχήν λαξεύσεως ακανόνιστου σπηλαίου, κειμένου υπό το κατάστρωμα της οδού, επομένως μη δυναμένου να ανασκαφή. Αχρηστεύσαντες και πάλιν μικρόν τμήμα της οδού, εδοκιμάσαμεν να σκάψωμεν τουλάχιστον το πρόσθιον τμήμα του σπηλαίου, διότι παρουσίαζεν ασυνήθη φαινόμενα.



 Μετά πολλών ημερών προσπάθειας λόγιο της αφαντάστου σκληρότητος του χώματος, εξηκριβώθησαν τα εξής:
 To Ν. τμήμα, το βλαβέν υπό του υδραγωγείου, ήτο μικρός λάκκος σκαφείς εντός του πετρώματος, όστις περιείχε συνεσταλμένον σκελετόν. Μικρόν κυκλικόν όρυγμα έκτος του λάκκου προς Ν. ήτο ίσως βόθρος θυσιών. Ο λάκκος προφανώς εκαλύπτετο υπό δοκών και λίθων πλακωτών, ων τινες ευρέθησαν εντός αυτού. Συναπτόμενος προς Β. ανεκαλύφθη ο κύριος μέγας λάκκος, έχων μήκος (από Β. προς Ν.) 3.60 και πλάτος 1.25. Ο λάκκος διεμορφώθη κτισθέντος εντός του σπηλαιώδους ορύγματος στερεού τοίχου (πάχος 0.88), όστις απετέλει την Δυτ. μακράν πλευράν του λάκκου και εχώριζε τούτον του υπολοίπου ορύγματος.
 Εις το πρώτον στάδιον της σκαφής παρετηρήθησαν επί των χειλέων του λάκκου πλακωτοί λίθοι κλίνοντες εμφανώς προς το εσωτερικόν τούτου, εντός ολίγου δ’ ανεφάνησαν και άλλοι όμοιοι λίθοι δεικνύοντες την εμφανή κοίλην μορφήν καταπεσούσης στέγης. Τούτο έδωκεν εις ημάς την πρώτην υπόνοιαν περί ταφικού λάκκου (Shaftgrave, Schachtgrab) κεκαλυμμένου υπό ξύλων και πλακών. Προχωρούσης της σκαφής ανεκαλύφθησαν εντός των χωμάτων, άτινα κατά τα άλλα ήσαν καθαρά, δύο όστρακα, αμφότερα της αμαυροχρώμου ΜΕ κατηγορίας. Όταν επροχωρήσαμεν βαθύτερον (πλέον του 1μ. από του καταστρώματος της οδού), ήρχισαν να αναφαίνωνται τα πρώτα σημεία, ότι πράγματι περί ταφικού λάκκου επρόκειτο, και δη άθικτου (εικ. κάτω).


Κατά την ΒΑ. γωνίαν του λάκκου ανεφάνησαν «τεϊέρα» μετά τοξοειδούς λαβής και κάνθαρος, όστις έφερε και λείψανα χρώματος1. Εις την έναντι ΒΔ. γωνίαν του λάκκου έκειντο δύο διπλά κύπελλα βραδύτερον δ’ ανεφάνη και τρίτον αγγείον και χαλκούν μονόστομον μαχαίριον. Μετά τον πλήρη καθαρισμόν ο τάφος παρουσίασε την εξής εικόνα: Ο νεκρός έκειτο συνεσταλμένος επί του δεξιού πλευρού. Προγενέστεροι νεκροί, δύο ή και τρεις, είχον παραμερισθή, ίνα ταφή ούτος. Τεμάχια κρανίων και άλλων οστών έκειντο κυρίως κατά την Δ. πλευράν του λάκκου ομού μετά των αγγείον. Οι πόδες δ’ ενός προγενεστέρου νεκρού φαίνονται υπό τον οκλάζοντα επί της φωτογραφίας. Πέριξ του νεκρού έκειντο άνω των 20 αγγείων. (Τινά αγγεία περιείχον έτερα μικρότερα, ως ο σκύφος του, όστις περιείχε μικρότερον σκύφον και μόνωτον κύαθον.) Δύο κρατήρες, μέγας σκύφος μετά τεσσάρων συμφυών διατρήτων κοτυλίσκων, σκύφος μετά τοξοειδούς λαβής εσωτερικώς εξελέγησαν ως τα ασυνηθέστερα προς απεικόνισιν ενταύθα. Ημίσεια δωδεκάς διπλών κυπέλλων έκειτο εντός του τάφου. Τινά σύγκεινται εκ μελανού πηλού, άλλα ήσαν εκ κίτρινου Μινυείου ή ερυθρωπού και εν τοιαύτη περιπτώσει έφερον αμαυρόχρωμον διακόσμησιν (ζώνας). Επειδή μας ήτο ήδη γνωστόν, ότι το χρώμα αποπίπτει ομού μετά του μαλακού, κονιορτώδους πηλού, εφωτογραφήθη εν τοιούτον κύπελλον προ της αποπερατώσεώς του.
Τα πλην των πήλινων αγγείων ευρεθέντα έτερα αντικείμενα είναι τα εξής: Τέσσαρα σφονδύλια, ων τρία πήλινα (εν αμφικωνικόν και δύο κωνικά) και εν εκ στεατίτου, κωνικόν. Τέσσαρα χαλκά μαχαίρια, ων δύο λεπτά, άνευ ράχεως, αμφίστομα και δύο μονόστομα, φέροντα το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν, ότι πλησίον της αιχμής υπάρχει ελαφρά προεξοχή επί της ράχεως δίκην στοχάστρου. Προ του προσώπου του νεκρού (δύο δε επ’ αυτού τούτου του κρανίου) έκειντο 41 αιχμαί βελών εκ πυρίτου (μία εισέτι ευρέθη κατόπιν). Επειδή αι πλείσται είχον την αιχμήν προς τα άνω, επρόκειτο ίσως περί δέσμης βελών είτε ελευθέρως τεθέντων προ του νεκρού είτε εντός φαρέτρας. Ολίγον περαιτέρω έκειτο στενόμακρος μικρά ακόνη μετά οπής προς ανάρτησιν. Παρά τα βέλη και γενικώς περί το κρανίον του νεκρού ευρέθησαν δεκάδες απολεπισμάτων εκ πυρίτου ομού δε μετ’ αυτών και μικρόν ορθογώνιον πλακίδιον εκ του αυτού υλικού (έχει απεικονισθή ομού μετά των βελών επί του. Προφανώς τούτο ήτο το εργαλείον, δι’ ου κατεσκευάζοντο διά πιέσεως και απολεπίσεως αι αιχμαί των βελών. Ο νεκρός ελάμβανε μαζί του και το πρώτον υλικόν προς κατασκευήν περαιτέρω βελών. 
Επανειλημμένως μέχρι τούδε εύρομεν απολεπίσματα πυρίτου εντός των τάφων της Πύλου. Πλην μικρού πλακιδίου εκ χαυλίου, φέροντος και δύο οπάς, ουδέν έτερον περιείχεν ο τάφος.
Ευρύτερα σχόλια περί των ευρημάτων του λάκκου τούτου δεν είναι δυνατά ενταύθα. Θα σημειώσωμεν μόνον τα εξής: Τα περίεργα σκυφοειδή σκεύη τα φέροντα εσωτερικώς τοξοειδή λαβήν δεν είναι άγνωστα εις την περιοχήν του Αιγαίου. Είναι ωσαύτως εν χρήσει εις την Αίγυπτον (ίσως την αρχικήν αυτών πηγήν), την Συρίαν και φθάνουν μέχρι και της Κεντρικής Ευρώπης. Ήσαν σκεύη της υφαντικής και δι’ αυτών τα χωριστά νήματα -μίτος- δύο αγαθίδων (κουβαριών) ενήθοντο εις εν -δίμιτον- νήμα παχύτερον και στερεώτερον. Προτείνω όθεν την ονομασίαν διμιτεύς διά το σκεύος τούτο. Πιθανώς όμοιας χρήσεως ήτο και το σκεύος προς εξυπηρέτησιν δύο γυναικών ομού η προς νήσιν τετραμίτου νήματος. Η συνεύρεσις και σφονδυλίων της ατράκτου καθιστά πιθανωτέραν την ερμηνείαν των αγγείων τούτων.
Τα διπλά κύπελλα πιθανώς δίδουν την ερμηνείαν της Ομηρικής τυποποιημένης εκφράσεως (stock expression) «δέπας αμφικύπελλον». Πολλάς ερμηνείας απεπειράθησαν αρχαίοι και νέοι ερμηνευταί, αλλ’ είναι σαφές, ότι ουδ’ ο Όμηρος εγνώριζε πλέον τι σημαίνει η έκφρασις, ην χρησιμοποιεί κατά παράδοσιν ως ισοδύναμον προς το απλούν ποτήριον, δέπας ή άλεισον. Είς τι εχρησίμευε το διπλούν δέπας δεν δύναται να συζητηθή ενταύθα. Ίσως πρόκειται περί θρησκευτικής ιδέας. Δύο εκ των ευρεθέντων αμφικυπέλλων συγκοινωνούσι διά της υπό την λαβήν γεφύρας, ούσης διατρήτου. Τα άλλα έχουσιν αυτοτελή κύπελλα. Το αγγείον δεν είναι άγνωστον, αλλ’ είναι σπανιότατον. Εν είναι γνωστόν εκ του Μαύρου Σπήλιου της Κνωσού2, Δεν αποκλείεται η ξενική καταγωγή, διότι υπάρχουσιν ανάλογα σκευή εκ της νεωτέρας Νεολιθικής περιόδου της Ουκρανίας και προφανώς και άλλων περιοχών.
Σπανιώτατα είναι και τα μονόστομα μαχαίρια, τα φέροντα την κερατοειδή προεξοχήν. Η Sandars καταλέγει πέντε εν συνόλω ανάλογα παραδείγματα (ανά εν εκ Δωδώνης, Λευκάδος, Ελατείας και δυο εξ Ιθάκης) ο δε Desborodgh ευρίσκει χαρακτηριστικήν την περιοχήν της εξαπλώσεως αυτών. Πράγματι (πλην του εξ Ελατείας) πάντα ανήκουν εις την Δυτικήν περιοχήν της Ελλάδος (συμπεριλαμβανομένων νυν και των δυο νέων παραδειγμάτων της Χώρας- Πύλου. Ανάλογα είναι γνωστά εκ της Ιταλικής Peschiera και δεν αποκλείεται η έξωθεν καταγωγή των εν λόγω ευρημάτων της Δυτικοελληνικής περιοχής. Εξ ίσου δυνατόν είναι και το αντίστροφον3.
Ως είναι επόμενον, δοκιμαί εγένοντο εις τα πέριξ του λακκοειδούς τάφου, αν και εξαιρετικώς δύσκολοι, διότι δεξιά, είναι η οδός και αριστερά θαλερός αμπελών. Ευτυχώς μας διηυκόλυνεν η καλωσύνη του ιδιοκτήτου κ. Κωνσταντακοπούλου, όστις ουδέ πληρωμήν εδέχθη δια τα ολίγα αχρηστευθέντα κλήματα. Αι προοπτικαί είναι ευχάριστοι, διότι εφάνησαν ίχνη και τοίχων και σπηλαιωδών ορυγμάτων, άτινα θα έρευνηθώσι βραδύτερον.
 Κατά τας δοκιμάς ταύτας ανευρέθη και μικρόν δίωτον κύπελλον, όπερ πιθανώς είναι το χρονικώς έσχατον Μυκηναϊκόν αγγείον των Βολιμιδίων. Έκειτο έκτος σπηλαιώδους ορύγματος μετά τοίχου ολίγα μέτρα προς Β. του λάκκου Κεφ.1 εντός τεταραγμένων, σχεδόν επιφανειακών στρωμάτων, ένθα όμως εφαίνοντο και τινα οστά και προφανώς πρόκειται περί ταφής.

Τα σημαντικότερα ευρήματα του Τάφου 1



Δέπας αμφικύπελλον, σύνθετο Αγγείο Πιθανότατα τοπικό εργαστήριο Κτέρισμα Βολιμίδια, λακκοειδής τάφος 1 Δίδυμο αγγείο αποτελούμενο από δύο κύπελλα σφαιρικού σώματος τα οποία φέρουν χείλος που στρέφεται προς τα έξω. Ενώνονται σε δύο σημεία: α) στο επίπεδο του χείλους με τοξωτή κάθετη λαβή και β) στο ύψος της κοιλιάς με σωληνίσκο ή δεύτερη λαβή. Πατούν σε επίπεδη βάση. Τα σύνθετα αγγεία είναι διαδεδομένα σ’ όλη την Κρήτη και τα ανασκαφικά δεδομένα συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι χρησιμοποιούνταν σε ιεροτελεστίες λατρευτικού τύπου. Αντίστοιχα αρχαιολογικά παράλληλα έχουν αποκαλυφθεί σε μυκηναϊκούς οικισμούς και νεκροταφεία αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Η ονομασία "δέπας αμφικύπελλον" απαντά στον Όμηρο υποδηλώνοντας το κύπελλο από το οποίο οι ήρωες κάνουν σπονδές και στη συνέχεια πίνουν κρασί. Δίδυμα αγγεία συναντώνται συχνά στην Ευρώπη κατά την Εποχή του Χαλκού. Η επικρατέστερη θεωρία είναι ότι χρησιμοποιούνταν σε τελετουργίες και είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο όρος «Δέπας αμφικύπελλον» χρησιμοποήθηκε από τις προηγούμενες γενιές αρχαιολόγων στη λογική ονοματοδοσίας αρχαιολογικών ευρημάτων με λόγιες φράσεις που απαντώνται στα Ομηρικά έπη. Βιβλιογραφικά χρησιμοποιείται συνήθως για τα κύπελλα που βρέθηκαν στην Τροία, τα οποία όμως διαφέρουν ως προς το σχήμα από το συγκεκριμένο εύρημα.


Βολιμίδια, Κεφαλόβρυσο, τάφος 1. Πήλινο ανοικτό αγγείο σύνθετης μορφής το οποίο περιμετρικά του χείλους εμπεριέχει τέσσερα μικρά συμφυή διάτρητα κύπελλα (κοτυλίσκους). Το ημισφαιρικό σώμα του φέρει δύο τοξωτές οριζόντιες λαβές λίγο κάτω από το χείλος και απολήγει σε χαμηλό πόδι. Το συγκεκριμένο αντικείμενο ανήκει στην κατηγορία των ανοικτών προς ερμηνεία ευρημάτων. Σύμφωνα με μία εκδοχή πρόκειται για κέρνο. Ένα τελετουργικό αγγείο δηλαδή, στο οποίο τοποθετούσαν μικρές ποσότητες βρώσιμων προϊόντων (φυτικής αλλά και ζωικής προέλευσης) ως πολλαπλή προσφορά προς τους θεούς που σχετίζονταν με τις δυνάμεις αναπαραγωγής της φύσης. Πολλές φορές κέρνοι, επιμελημένης ή πολυτελούς κατασκευής, χρησιμοποιούνταν ως αναθήματα που αφιερώνονταν σε χώρους λατρείας μετά από την τέλεση μίας ιεροτελεστίας. Αναλόγως σε ποια θέση αποκαλύπτεται κατά τη διαδικασία της ανασκαφής (π.χ. εντός του τάφου, στο δρόμο, στο κατώφλι του θυρώματος, σε ιερό κλπ.) ερμηνεύεται και η χρήση του.Το παραπάνω πήλινο σκεύος βρέθηκε στον τάφο 1 στο Κεφαλόβρυσο. Συνεπώς αποτελεί κτέρισμα (ταφικό δώρο) των συγγενών που αποτίει φόρο τιμής στον προσφιλή νεκρό και τον συνοδεύει στο μεταθανάτιο βίο του.
Ο κέρνος σχετιζόταν και με την τελετουργία της πανσπερμίας, όπου οι πιστοί προσέφεραν, ως συμβολική θυσία, μέρος από την πρώτη συγκομιδή και στο τέλος της τελετής κατανάλωναν τις προσφορές (προσφόρια). Ως είδος αγγείου, χρησιμοποιήθηκε αδιάλειπτα από την προϊστορική εποχή (κέρνοι απαντώνται ήδη από την Προανακτορική περίοδο) έως και την ελληνιστική εποχή με ποικίλες παραλλαγές, ενώ συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη λατρεία της Δήμητρας και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Η μεγάλη απήχηση του εορτασμού της πανσπερμίας οδήγησε στην επιβίωση του εθίμου έως και τους χριστιανικούς χρόνους (πανκαρπία, πολυκάρπια). Τα Ψυχοσάββατα των Χριστιανών και το μοίρασμα των κολλύβων ανάγεται στις αρχαίες δοξασίες, ενώ λατρευτικά σκεύη ανάλογης χρήσης με αυτής του κέρνου, αποτελούν τα αρτοφόρια (συμβολική θυσία) και τα πολυκάνδηλα/μανουάλια.



 Ανοικτό αγγείο κωνικού σχήματος, τα τοιχώματα του οποίου διευρύνονται προς τα έξω. Καταλήγει σε επίπεδη βάση, ενώ στο εσωτερικό φέρει τοξοειδή λαβή συμφυή με τον πάτο του αγγείου. Στην κορυφή του τόξου, που σχηματίζει η εσωτερική λαβή, αναπτύσσεται στέλεχος υποδοχής κωνικού σχήματος. Οι γνώμες των μελετητών διίστανται για τη χρήση του εν λόγω αντικειμένου. Ο Μαρινάτος επισημαίνει ότι τέτοιας μορφής κεραμεική δεν είναι άγνωστη στην περιοχή του Αιγαίου, της Συρίας και της Αιγύπτου (απ’ όπου πιθανολογεί και την προέλευσή του) και ότι η γεωγραφική διασπορά του φθάνει μέχρι και την Κεντρική Ευρώπη. Θεωρεί ότι ο σχηματισμός στο κέντρο του αγγείου υποβοηθά το διαχωρισμό των νημάτων (μίτων) από δύο διαφορετικά κουβάρια, προκειμένου να πλεχθεί παχύτερη και σταθερότερη κλωστή, δηλαδή «δίμιτον νήμα». Κατ’ αναλογίαν προτείνει τον όρο «Διμιτεύς» ως ονομασία του σκεύους. Την υπόθεση ότι το αγγείο σχετίζεται με την τεχνική του γνεσίματος ενισχύει και η άποψη του Γ. Κορρέ.

Οι ανασκαφές του 1965
Ο θαλαμωτός τάφος Κεφαλοβρύσου 2 έχει την θόλον  εκτός της οδού, εντός της αυλής της οικίας του κ. Σταυρου Κωνσταντακοπούλου. Ο δρόμος του τάφου όμως, ως και τμήμα της θύρας, ευρίσκονται υπό το κατάστρωμα της οδού. Ο δρόμος περιέχει και κόγχην, ήτις έδειξε κατά την περυσινήν ανασκαφήν μίαν Μυκηναϊκήν και υπεράνω ταύτης μίαν Ελληνιστικήν ταφήν, ενώ συγχρόνως ο θάλαμος του τάφου έδειξε σπουδαία ίχνη της Ελληνικής λατρείας των Μυκηναϊκών νεκρών (Έργον 1964, 80εξ.). Διά πάντα ταύτα ο τάφος εκρίθη διατηρητέος. Επιβάλλεται μάλιστα και περαιτέρω σκάφη περί τούτον. Εφράχθη η επί της στέγης αυτού υπό του συνεργείου της οδού προξενηθείσα οπή, το δε ανασκαφέν τμήμα του δρόμου εστεγάσθη διά στερεός πλακός εκ τσιμεντοκονίας, υπέρ ην θα διέλθη η οδός. Ο τάφος παραμένει προσιτός διά στενής καταπακτής, ης υπολείπεται να κατασκευάσωμεν σιδηράν θύραν και κλίμακα.
Εντός της αυλής της οικίας του κ. Κωνσταντακοπούλου, όστις μετά συγκινητικής προθυμίας παρέσχε πάσαν βοήθειαν προς ανασκαφήν, ευρίσκεται ο τάφος Κεφ.3, ανασκαφείς ήδη και διατηρηθείς (Έργον 1964, 80).



Ο μέγιστος πάντων των τάφων της ομάδος, ο Κεφ.4, ου μόνος ο δρόμος είχεν εν μέρει καθαρισθή κατά το 1964, ανεσκάφη πλήρως κατά την παρούσαν περίοδον. Επειδή η θόλος αυτού ήτο διάτρητος άνωθεν και επειδή κείται πολύ πλησίον της οικίας του ιδιοκτήτου επεχώσθη εκ νέου μετά την ανασκαφήν και σχεδίασιν. Η θόλος ήτο πλήρης επιχώσεως, επί δε της κορυφής υπήρχον αρκετοί λίθοι. Η επίχωσις ουδέν περιείχε πλην ασημάντων οστράκων και κεράμων Ελληνιστικής εποχής. Προφανώς εχρησίμευσεν επί τι διάστημα ως λάκκος απορριμμάτων, διότι ευρέθη μέγα πλήθος οστών και κρανίων αιγοπροβάτων και κυνών. Η θύρα διατηρείται καλώς, ολίγοι δε λίθοι της τειχίσεως ευρέθησαν κατά χώραν. Εντός της θόλου, εις ύψος 0.45μ. από του δαπέδου, ανεφάνησαν τεμάχια αγγείου, εξ ων συνεκροτήθη πρόχους μετά λειψάνων οριζοντίων ταινιών. Το αγγείον έκειτο υπεράνω ενός λάκκου (λ.1) καλυπτόμενου υπό λίθων ατάκτων και περιέχοντος δυο σκελετούς Ελληνιστικής εποχής.
Βορειότερον, παρά την περιφέρειαν της θόλου, ευρέθη έτερος λάκκος (λ.2) περιέχων δύο κρανία και τεμάχιον Μυκηναϊκού κυπέλλου. Εις ύψος 20 εκ. από του δαπέδου ανεκαλύφθη το μοναδικόν ακέραιον Μυκηναϊκόν αγγείον, εν κυλινδρικόν τρίωτον αλάβαστρον μετά λειψάνων οριζοντίων ζωνών ερυθρού χρώματος. Εις υψηλότερον στρώμα ευρέθησαν αρκετά τεμάχια Ελληνιστικής χύτρας κειμένης υπεράνω ακανόνιστου και αβέβαιου λάκκου παρά την Ν. περιφέρειαν του τάφου (λ.3). Σφονδύλιον πήλινον και αρκετά λείψανα κρανίων ήσαν τα λοιπά ευρήματα του τάφου, όστις ούτω δεν δύναται να χρονολογηθή διά των ευρημάτων πέρα του 1400.



Ενδιαφέρον είναι το σχήμα του τάφου. Ο δρόμος παρουσιάζει την συνήθη μορφήν (μέγιστον πλ. προ της θύρας 1.80μ.). Η θόλος όμως, σχεδόν κανονικός κύκλος (διάμ. 3.80), έχει πρακτικώς κάθετα τα τοιχώματα εις τας εσωτερικάς παραστάδας της θύρας, έφ’ ω και η θόλωσις προχωρεί κατά το μέρος τούτο (το δυτικόν) λίαν αποτόμως. Είναι χαρακτηριστικόν, όπερ ανευρίσκεται και εις άλλους θαλαμωτούς τάφους των Βολιμιδίων και βραδύτερον και εις τινας θολωτούς τάφους.
Δυτικώτερον του σημείου τούτου και ακριβώς παρά το Ν. ρείθρον της οδού ανεσκάφη ο τάφος Κεφαλοβρύσου 5. Είναι προσιτός εκ δρόμου πτυοειδούς σχήματος, μετά κατηφορικού δαπέδου, έχοντος μήκος 3.20 και πλάτος 1.40μ. Ο θάλαμος είναι ελλειψοειδούς σχήματος (μείζων άξων 3.60μ.) και αντί θύρας υπάρχει χαίνον άνοιγμα. Ο τάφος περιείχεν ένα λάκκον, δύο βόθρους- κόγχας και, εις το δυτικόν μέρος, εις ύψος 0.43μ. από του δαπέδου, ανεφάνη κόγχη. Αύτη, διαρκώς ευρυνομένη διά της ανασκαφής, απεδείχθη ολόκληρος τάφος, ο όποιος σχεδόν ασφαλώς έχει και αυτοτελή δρόμον, μη αποκαλυφθέντα όμως λόγοι τεχνικών δυσκολιών. Το σχήμα του θαλάμου είναι ακανόνιστον ελλειψοειδές. Μείζων διάμετρος σχεδόν ακριβώς η αυτή προς τον προηγούμενου τάφον. Μεγάλη υπήρξεν η δυσκολία και της ανασκαφής και της σχεδιάσεως αμφοτέρων των τάφων, κειμένων υπό το κατάστρωμα πολυσυχνάστου οδού και πεπληρωμένων χώματος σκληροτάτου ως ο πέριξ λίθος. Ο τελευταίος τάφος έλαβε την αρίθμησιν Κεφαλοβρύσου 7 και παρέσχεν ολίγα κοινά ευρήματα, ον μεταξύ μόνωτος κύαθος μετά στενής βάσεως και ευμέγεθες θήλαστρον.


Ο τάφος Κεφ.5 είχε τον δρόμον, το στόμιον και το πρόσθιον μέρος του σπηλαίου πλήρη λίθων, ους εδιχοτόμησεν ο σωλήν του υδραγωγείου Χώρας. Το δάπεδον του τάφου έδειξεν άφθονα κρανία (ως και ο παρακείμενος τ.7), αλλά τα ευρήματα ήσαν ολίγα τινά αγγεία, πάντα όμως πρωίμου Μυκηναϊκής εντόπιας τεχνικής. Σπουδαίον και περίεργον εύρημα υπήρξεν η επί του δαπέδου παρουσία ενός κρανίου, παρά το οποίον έκειντο δυο λίθιναι ακόναι, πέντε χαύλιοι αγριοχοίρου και εις λίθινος πέλεκυς εξ οφίτου. Ο πέλεκυς άγνωστον αν εχρησιμοποιείτο ακόμη ως εργαλείον η ήτο ήδη «αρχαίον» ή επιστεύετο έκτοτε ως κεραύνιον.
Η ανασκαφή εστράφη ακολούθως βορειότερον, πάντοτε κατά μήκος του Ν. κρασπέδου της οδού. Ανεσκάφησαν δύο κεραμοσκεπείς τάφοι, οίτινες ήσαν λάκκοι ορθογώνιοι εντός του πώρου, καλυπτόμενοι όμως υπό κεράμων, και εις μέγας ορθογώνιος λάκκος, βάθους σχεδόν ακριβώς 2 μέτρων.
Εκ των δύο κεραμοσκεπών τάφων ο εις είχεν υποστή μεγάλην φθοράν κατά την διάνοιξιν του υδραγωγείου, ο έτερος όμως ευρέθη άθικτος. Εκαλύπτετο υπό αλλεπαλλήλων (εις τινα σημεία πέντε σειρών) κεράμων. Αμφότεροι οι τάφοι ήσαν ακτέριστοι. Ο άθικτος είχε μήκος 1.80 και πλ. 45- 50 εκ. και έκρυπτεν ύπτιον, κακώς διατηρούμενον σκελετόν, μήκους 1.50μ. μέχρι των σφυρών (οι κάτω πόδες δεν διετηρούντο).
Ο μέγας ορθογώνιος λάκκος (μήκος 1.90, πλάτος 1μ. και βάθος 2μ.) περιείχεν εκτεταμένον νεκρόν (ίσως γυναίκα) με την κεφαλήν προς Α., μήκους 1.40. Δεν διετηρούντο όμως οι άκροι πόδες. Η κεφαλή έκλινε προς τον αριστερόν κρόταφον, παρά τούτον δε έκειτο μελαμβαφής λύχνος. Παρά την δεξιάν κνήμην έκειτο άωτον αλάβαστρον («δακρυδόχον») και παρά τους πόδας μικρός αιχμηρός πίθος του οίνου μετά διώτου μελαμβαφούς σκύφου φέροντος περί το χείλος κιτρίνην ανθίνην διακόσμησιν.
Προφανώς ολόκληρος η συστάς των τάφων τούτων είναι Ελληνιστική των περί το 300 χρόνων ή ολίγον βραδύτερον.

Ολίγα μέτρα προς Ν. του τάφου Κεφ.5 εκειτο εισέτι ανοικτός ο πέρυσιν ανασκαφείς σπουδαίος ΜΕ λακκοειδής τάφος Κεφ.1. Κατά την παρούσαν περίοδον, προτού επιχωσθή, καθόσον κείται εντός της οδού, εγένετο συμπληρωματική σκαφή πέριξ αυτού. Εις το Ν. μέρος συνάπτεται προς τούτον μικρότερος λακκοειδής τάφος και παρά τούτον αβαθής κυκλικός βόθρος. Ο λάκκος περιείχε τα λείψανα δύο οκλαζόντων σκελετών άνευ κτερισμάτων. Η οπή εις τα τοιχώματα του κυρίως τάφου (Κεφ.1), ήτις πέρυσιν ενομίσθη κόγχη, απεδείχθη και εδώ, ως και εις τον Κεφ.5, ότι ήτο ολόκληρος λαξευτός τάφος, ανοιχθείς τόσον πλησίον, ώστε διέτρησεν εις το δυτικόν πλευρόν τον Κεφ.1. Ο νέος τάφος έλαβε την αρίθμησιν Κεφ.6 και είναι ανάλογος προς τον Κεφ.5. Φέρει και ούτος πτυοειδή δρόμον από Ν., οδηγούντα εις τον ενταύθα ημικυκλικόν θάλαμον (διάμ. 3.20), όστις έφερε δύο λάκκους και τρεις κόγχας ή βόθρους. 

 Σώζονται καλώς αι παραστάδες της θύρας, αλλ’ ούτε ανώφλιον ούτε στέγη διατηρείται κατά το μέρος της εισόδου εις τον ταφικόν θάλαμον. Λίθοι ήσαν και εδώ σεσωρευμένοι προ της θύρας. Επ’ αυτών είχε προσφερθή θυσία, διότι ευρέθη τέφρα και οστά ζώων επί των κεκαυμένων λίθων και γης. Εντός αυτών υπήρχον τα λείψανα ολίγων αγγείων, σχεδόν πάντων ποτηρίων, ομού δε και ενός μέτριου μεγέθους σκυφοκρατήρος, εντόπιας ατελούς τεχνικής και οπτήσεως, φερόντων δε καταφανή την ΜΕ ανάμνησιν.


Το εσωτερικόν του θαλάμου δεν παρουσίασεν άθικτους νεκρούς, αν και διετηρούντο μερικά οστά και κρανία. Πάντα τα ευρεθέντα μικρά αγγεία είναι πρώιμα Μυκηναϊκά. Ενδιαφέρον εύρημα υπήρξεν η ομού μετά τούτων ευρεθείσα χαλκή περόνη μήκους 0.112 μετά κωνικής κεφαλής, κόμβου και οπής προς δίοδον θώμιγγος, δι’ ου η περόνη εστερεούτο επί του ενδύματος. Τοιαύται περόναι ευρίσκονται μόνον εντός Υστερομυκηναϊκών τάφων, ενώ ενταύθα αποδεικνύεται η ύπαρξις τούτων εις Πρωτομυκηναϊκόν περιβάλλον.
Πέρα της οδού προς Β., εντός του αγρού του κ. Ιω. Βοριά, ανεκαλύφθη εγκατάστασις υστερωτέρας Ελληνιστικής ή και Ρωμαϊκής εποχής, αλλά τεθεμελιωμένη εντός Μυκηναϊκών στρωμάτων. Πρόκειται περί κυκλικού λαξεύματος εις τον βράχον (όπερ ενομίσθη τάφος), ου εν τω μέσω κείται αβαθής λιθίνη λεκάνη. Έτεραι κοιλότητες και τοιχάρια εσημειώθησαν, η δ’ ανεύρεσις τριών αρτοειδών αντικειμένων (πελάνων) συγκειμένων επ σκωρίας σιδήρου, έδωκε την ερμηνείαν της εγκαταστάσεως, ως «μεταλλουργείου». Η ερευνά δεν έληξεν εκεί.
Κατά την παρούσαν σκαφικήν περίοδον έσχομεν εκ νέου την ευχαρίστησιν της συνεργασίας του διαπρεπούς ανθρωπολόγου της Βιέννης, καθηγητού κ. Umil Breitinger ομού μετά της δ. Almut Breitinger, του επιμελητού Dr. Kgon Reuer και της βοηθού δ. Felicitas Cerny. Η τύχη εβοήθησε τους φίλους ερευνητάς, διότι οι ανασκαφέντες τάφοι απέδωκαν δεκάδας κρανίων, άτινα σχεδόν πάντα εξήγαγον οι ίδιοι. Εν τω μουσείω Χώρας εγένετο συστηματική επεξεργασία και τακτοποίησις του υλικού εντός ειδικών κιβωτίων επί τούτω κατασκευασθέντων. Το πλήθος όμως και η σπουδαιότης του ανθρωπολογικού υλικού της ανασκαφής Βολιμιδίων (Παλαιπύλου), αλλά και άλλων Πυλιακών ανασκαφών, θα απαίτηση την παρουσίαν των πολυτίμων συνεργατών και κατά την προσεχή περίοδον.



Σπυρίδωνος Μαρινάτου
Ανασκαφαί εν Πύλω. Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας 1964, 1965.

1 Το χρώμα τούτο σχεδόν εξηφανίσθη προτού εξαχθή το αγγείον, διότι η σκληρότης του χώματος (όπερ είχε μεταβληθή εις πωρίον) επέβαλεν εργασίαν συνεχή και σκληρόν, ήτις, αφότου ανεφάνη το πρώτον αγγείον (1 Αυγ.) μέχρι του τελικού καθαρισμού του τάφου, ως φαίνεται επί του πίν.82, διήρκεσε 13 ημέρας. Έχω την σαφή ανάμνησιν, ότι η διακόσμησις του κανθάρου (αμαυρόχρωμος φυσικά) συνίστατο εκ γωνιωδών γραμμών, ως αι του οστράκου του πίν. 89α. Λείψανα ζωνών ή ταινιών υπό τα χείλη εξωτερικώς έδειξαν και τινα εκ των διπλών κυπέλλων. Επειδή όμως η όπτησις των αγγείων είναι ατελεστάτη, πάσα διακόσμησις εξηφανίσθη, διότι ουδ’ εις πλύσιν αντείχον τα αγγεία. Η συγκόλλησις των επετεύχθη μόνον αφού τα όστρακα επεκαλύφθησαν διά στερεωτικού βερνικιού. Το βερνίκιον τούτο έδιδε και πρόσκαιρον τινα εμφάνισιν εις τυχόν προϋπάρχον χρώμα. Αι κάθετοι γραμμαι, αι οποίαι νυν φαίνονται επί του κανθάρου, οφείλονται εις πρωτοβουλίαν του αρχιτεχνίτου κ. Ζ. Κανάκη κατά την απουσίαν μου. Πρόκειται περί εμπείρου και ησκημένου τεχνίτου, αλλά την συμπλήρωσίν του δεν δύναμαι να εγγυηθώ.
2 BSA 1926-27, 282, 3 και εικ.35 (τάφος XIX).
3 Περί του τύπου τούτου μαχαιριών όρα Sandars, Proceedings of the Prehist. Society 1955 (New Ser. Vol. XXI) 184 και 196. Desborough, The Last Mycenaeans and Their Successors, 1964, 60.





Printfriendly