.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Μυκηναϊκά οδοντόφρακτα κράνη από την Μεσσηνία


Σημαντικός είναι ο αριθμός των επεξεργασμένων χαυλίων κάπρων που ανήκαν σε οδοντόφρακτα κράνη της Μεσοελλαδικής και Μυκηναϊκής εποχής από την Μεσσηνία. Προέρχονται συγχρόνος από κατοικίες και από θολωτούς τάφους. Η μεγάλη ποσότητα στην οποία βρέθηκαν οφείλεται, αναμφισβήτητα, στις πυκνόφυτες περιοχές και στα δασωμένα βουνά της Μεσσηνίας, που βοηθούσαν την ανάπτυξη των άγριων αυτών ζώων, των κάπρων. Σε μεγάλο αριθμό υπήρχαν οι κάπροι στη Δυτική Πελοπόννησο κατά την εποχή του Ξενοφώντα, καθώς και στην εποχή του περιηγητή Παυσανία στην "Χοίρειον Νάπην", όπως επισήμανε πρόσφατα ερευνητής του θέματος.
Μεσοελλαδικής εποχής επεξεργασμένοι χαύλιοι κάπρων από οδοντόφρακτα κράνη προέρχονται και από κατοικίες και από τάφους. Αναφερόμαστε στην Μάλθη, στην Ανατολική Οικία της Περιστεριάς, στον Μεσοελλαδικό λακκοειδή τάφο Κεφαλοβρύσου 1 στα Βολιμίδια και στον θολωτό τάφο 2 του Γουβαλάρη Κουκουνάρας. Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονευθεί το κράνος που εκτίθεται σε αναπαράσταση στο Μουσείο Πύλου και που ανήκει σ΄ αυτή την πρώιμη φάση χρήσης του τάφου. Δυστυχώς, όμως, το κράνος αυτό έχει αποκατασταθεί λανθασμένα και επιβάλλεται η ανασύστασή του χωρίς την ανώτατη σειρά (με τέσσερις συνολικά σειρές) και με πλατειά ανακατάταξη όλων των χαύλιων.
Άλλο, ή πιθανόν, άλλα δύο κράνη προέρχονται από τον θολωτό τάφο 1 της Κουκουνάρας, που ανήκε μαζί με τον θολωτό τάφο 2 στην οικογένεια του μεγαλοκτηματία της περιοχής. Παρατηρήθηκε, όμως, ότι υπολείμματα από χαύλιους δεν βρέθηκαν στους 15 άλλους μικρού και μεσαίου μεγέθους τάφους του παρακείμενου σύγχρονου νεκροταφείου που ανήκε στον πληθυσμό της περιοχής (ΠΑΕ 1975) πράγμα που οφείλεται στην κοινωνική διαφορά ανάμεσα στην άρχουσα οικογένεια και στον πληθυσμό της περιοχής. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε όλα τα πλούσια κτερίσματα της Μυκηναϊκής εποχής που σημειώθηκαν μόνο στους μεγαλύτερους τάφους και όχι στους μεσαίου και μικρού μεγέθους τάφους της περιοχής. Η ίδια διαφορά παρατηρήθηκε και στην Ανάληψη της Αρκαδίας, όπου χαύλιοι από οδοντόφρακτο κράνος βρέθηκαν μόνο στον πολύ μεγαλύτερο θολωτό τάφο του μεγαλοκτηματία της περιοχής, ενώ στους μικρούς θολωτούς τάφους της ίδιας περιοχής δεν έχουν κατατεθεί οδοντόφρακτα κράνη.

Παράσταση Μυκηναίων πολεμιστών από το ανάκτορο του Εγκλιανού

Από στατιστική που έγινε από μένα προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (95%) οδοντόφρακτων κρανών στην Μυκηναϊκή Ελλάδα προέρχεται από πλούσιους τάφους, θολωτούς επί το πλείστον, από τάφους που ανήκαν σε αξιωματούχους των Μυκηνών κ.ο.κ.
Όπως είναι γνωστό, έχει υποστηριχθεί και είναι γενικά αποδεκτή η άποψη ότι τα κράνη αυτά ανήκαν σε ηγήτορες, σε βασιλείς, σε αρχηγούς και ότι τα κράνη ήταν τρόπαια κυνηγετικά (δηλαδή προέρχονταν από το κυνήγι πολυάριθμων κάπρων). Από τους Πυλιακούς τάφους (Γουβαλάρη Κουκουνάρας) αποδεικνύεται ότι τα κράνη αυτά ανήκαν σε μεγαλοκτηματίες. Αλλά είναι αλήθεια ότι οδοντόφρακτα κράνη ανήκαν σε απλούς πολεμιστές, φρουρούς ανακτόρων και κυνηγούς όπως φαίνεται από τις τοιχογραφίες του Εγκλιανού, του Ορχομενού και του Ακρωτηρίου της θήρας.
Από τον Έλληνα αρχαιολόγο Βαρβαρήγο υποστηρίχθηκε ότι για κάθε κράνος έπρεπε να θηρευθούν 33, περίπου, κάπροι και ότι τα κράνη αποτελούσαν και φόρο υποτελείας κατοίκων προς τον βασιλιά. Σ΄ αυτή τη λογική άποψη είναι δυνατό να προστεθεί και η πιθανότητα ότι χαύλιοι κάπρων πωλούνταν από κυνηγούς των ορεινών περιοχών ή ότι πλήρη οδοντόφρακτα κράνη ή χαύλιοι ανταλλάσονταν με άλλα προϊόντα.

Παραστάσεις πολεμιστών με οδοντόφρακτα κράνη από τις τοιχογραφίες του ανακτόρου στον Άνω Εγκλιανό Μεσσηνίας.

Ακόμη, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι, συγκριτικά με όλο το Μυκηναϊκό κόσμο, τα παραδείγματα πραγματικών οδοντόφρακτων κρανών από την Μεσσηνία συμβαδίζουν στον αριθμό με τα κράνη από τους τάφους των Μυκηνών και της Αργολίδας γενικότερα και υπερέχουν πολύ σε σχέση με τα υπόλοιπα από άλλες περιοχές.
Τα παραδείγματα από την Μεσσηνία προέρχονται από τον θολωτό τάφο 3 της Περιστεριάς, (ΥΕ Ι), από τον θολωτό τάφο 2 της Περιστεριάς 9κατά της ανασκαφές του 1977), από τους θολωτούς τάφους 2 και 1 του Ρούτση, από τον θολωτό τάφο Βαγενά του Εγκλιανού (ΜΕ/ΥΕ Ι), από τον θολωτό τάφο ΙV του κάτω Εγκλιανού (ΥΕ ΙΙ), από το ανάκτορο του Εγκλιανού  (ΥΕ ΙΙΙ), από τον θολωτό τάφο 1 της Τραγάνας (ανασκαφές κουρουνιώτη, Μαρινάτου, και προπέρσινο εύρημα στα πεταμένα χώματα του τάφου). Από το σημείο που βρέθηκαν το 1955 οι χαύλοι αυτοί στο δυτικό τμήμα του θολωτού τάφου προκύπτει ότι είχαν χρησιμοποιηθεί σε κράνος της Υστεροελλαδικής ΙΙ περιόδου συγχρόνως με τους πιθαμφορείς του ανακτορικού ρυθμού που είχαν κατατεθεί. Ακόμα χαύλοι οδοντόφρακτων κρανών προέρχονται από την Βοϊδοκοιλιά (θολωτός τάφος) και από αλλού (Κουκουνάρα, Μάλθη, Κακόβατος).



Το οδοντόφρακτο κράνος της Κουκουνάρας
Στην εικόνα κάτω αποικονίζεται κράνος από χαυλιόδοντες, -15ος/ -12ος αι., από τον θολωτό τάφο 2 Γουβαλάρη, Κουκουνάρα. Μυκηναϊκό κράνος γνωστό από τις ομηρικές περιγραφές της Ιλιάδας (K 261-265) ως «οδοντόφρακτο». 
Αποτελείται από χαυλιόδοντες που τοποθετούνταν κατακόρυφα σε πέντε επάλληλες ζώνες, πάνω σε κωνικό πίλο. Στα πλαϊνά πλαισιωνόταν από τις παραγναθίδες που προστάτευαν το πρόσωπο του στρατιώτη έως το πηγούνι. 


Ο παραπάνω τύπος κράνους θεωρήθηκε η μυκηναϊκή εκδοχή της περικεφαλαίας και αποτελούσε χαρακτηριστικό βασικό εξάρτημα του μυκηναϊκού στρατιωτικού εξοπλισμού μέχρι το -13ο αι. Οι χαυλιόδοντες που βρέθηκαν στον εν λόγω τάφο φέρουν στο πίσω μέρος τους ειδική επεξεργασία, η οποία μας αποκαλύπτει έναν περισσότερο πολύπλοκο τρόπο επίθεσης των δοντιών πάνω στο κράνος απ’ ότι πρότινος πιστευόταν. Πρόκειται για έναν εμβληματικό τύπο κράνους, περίτεχνα κατασκευασμένου (συνήθως από χαυλιόδοντες αγριόχοιρων), με ισχυρό συμβολισμό στη μυκηναϊκή κοινωνία, το οποίο ταυτίστηκε με τον πολεμοχαρή χαρακτήρα των Μυκηναίων. 
Υπολογίζεται άλλωστε ότι για την κατασκευή ενός κράνους χρειάζονταν χαυλιόδοντες από 20 με 30 κάπρους.
Αν και το οδοντόφρακτο κράνος για πολλές δεκαετίες θεωρήθηκε δημιούργημα των Μυκηναίων, πρόσφατα ανασκαφικά δεδομένα μαρτυρούν ότι τέτοιου είδους κράνη βρισκόταν σε χρήση ήδη από τη Μεσοελλαδική εποχή, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα (π.χ. Θήβα, Άργος) όσο και στη νησιωτική (π.χ. Αίγινα). 
Η αποκατάσταση του οδοντόφρακτου κράνους βασίζεται σε απεικονίσεις αντίστοιχων αρχαιολογικών ευρημάτων: από τη μυκηναϊκή σφραγιδογλυφία, ζωγραφική (π.χ. θραύσμα τοιχογραφίας από την ακρόπολη των Μυκηνών, ΥΕ ΙΙΙΒ, Εθνικό Αρχ. Μουσείο, αρ. κατ.11.652), μικροτεχνία (όπως η εξαιρετικής ποιότητας ελεφαντοστέινη κεφαλή πολεμιστή από θαλαμωτό τάφο στα Σπάτα Αττικής, ΥΕ ΙΙΙΒ, Εθνικό Αρχ. Μουσείο, αρ. κατ.2055) και αγγειογραφία (π.χ. ο «κρατήρας των πολεμιστών», ΥΕ ΙΙΙΒ, Εθνικό Αρχ. Μουσείο, αρ. κατ.1426). Επίσης, αρκετές λεπτομέρειές του περιγράφονται στις ομηρικές αναφορές όπως π.χ. η «κυνεή» (δερμάτινος σκούφος με μάλλινη επένδυση) πάνω στην οποία προσαρτούνταν τα ειδικά επεξεργασμένα δόντια κάπρου σε αντίρροπη διάταξη.

Βιβλιογαφία- Πηγές:
-Γ.Σ. Κορρές: "Παραδείγματα Μικηναϊκών οδοντόφρακτων κρανών από τη Μεσσηνία" -Τριφυλικακή Εστία, Τόμος Ζ΄ (Σελ.146), Τεύχος 39- Απρίλης/ Μάης 1981.
-Το οδοντόφρακτο κράνος της Κουκουνάρας: Ψηφιακή Πυλία





Printfriendly