.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Οχυρώσεις Μεσσηνίας: Από το Βυζάντιο στο Νεώτερο Ελληνικό Κράτος



 Η γεωγραφική ενότητα της Μεσσηνίας, που περιλαμβάνει και ένα τμήμα της Μάνης (έξω Μάνη), γνώρισε ποικίλες μεταβολές κατά τους μεσαιωνικούς και τους νεώτερους χρόνους. Αυτές επήλθαν αφενός από τις ιστορικές συνθήκες του ευρύτερου μεσογειακού χώρου και αφετέρου από την έκταση, τη δυναμική και την οργάνωση των κρατών που αναπτύχθηκαν στο έδαφός της. Οι οχυρώσεις συνδέθηκαν με τα γεγονότα και τις μεταβολές αυτές σε μεγαλύτερο βαθμό από τα υπόλοιπα οικοδομικά κατάλοιπα (εκκλησιαστικά ή κοσμικά κτήρια). Και τούτο, διότι ανταποκρίθηκαν στην πρωταρχική ανάγκη επιβίωσης απέναντι σε έναν -διαφορετικό κατά περίσταση- εχθρό, με δεδομένα που προσαρμόζονταν ανάλογα με τα όπλα και τις πολεμικές δυνατότητες του αντιπάλου.
 Στη σύντομη αυτή μελέτη οι οχυρώσεις της Μεσσηνίας εξετάζονται σε χρονολογικές ενότητες, που καθορίζονται από τα πολιτικά γεγονότα της κάθε περιόδου. Η μελέτη τους είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αλλά και προβληματική, αφού οι σχετικές εργασίες και δημοσιεύσεις είναι ελάχιστες. Εξάλλου, τα ζητήματα της χρήσης των οχυρώσεων και του τρόπου με τον οποίο αυτές ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον της Μεσσηνίας δεν έχουν αντιμετωπισθεί σε βάθος.
 Τα τελευταία χρόνια τα ερωτήματα σχετικά με την κατανομή, τη διάρθρωση και τις μεταβολές του πληθυσμού και της παραγωγικής διαδικασίας, έχουν έλθει στο προσκήνιο, κυρίως μέσα από τα δεδομένα επιφανειακών αρχαιολογικών ερευνών σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου1. Όσον αφορά τη Μεσσηνία, προκύπτει η εικόνα ενός πληθυσμού κατεξοχήν αγροτικού, που κατοικούσε σε πόλεις και χωριά διαφόρων μεγεθών, αλλά και σε μικρότερους διάσπαρτους συνοικισμούς2. Τα ανασκαφικά δεδομένα από τα μεσοβυζαντινά Νιχώρια3 και το υστεροβυζαντινό Βασιλίτσι4, σε συνδυασμό με τη μελέτη του περιορισμένου αρχειακού υλικού5, επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αντιστοίχων μονίμων ή προσωρινών οικισμών. Οι κάτοικοί τους ήταν μέλη ολιγαρίθμων εκτεταμένων οικογενειών και απασχολούνταν στην καλλιέργεια των γύρω αγρών. Κατοικούσαν σε απλά οικήματα, τα περισσότερα από τα οποία ανήκαν στον τύπο του «μονόσπιτου». Ήταν κτισμένα γύρω από εκκλησίες μικρών διαστάσεων, που εξυπηρετούσαν τις θρησκευτικές ανάγκες του κάθε συνοικισμού6. Οι συνθήκες αυτές φαίνεται ότι παρέμειναν αναλλοίωτες και κατά τους νεώτερους χρόνους, όπως φαίνεται από την πρόσφατη δημοσίευση οθωμανικών αρχειακών πηγών, που συνδέονται με την περιοχή της Πύλου7 και τη μελέτη χωριών του 19ου αιώνα8.



Βυζαντινή Περίοδος έως το 1204

 Σε αρκετές μεσαιωνικές οχυρώσεις της Μεσσηνίας εύκολα διακρίνεται ότι υπήρξαν και παλαιότερες οικοδομικές φάσεις. Ωστόσο, η χρονολόγηση των παλαιοτέρων αυτών τειχών αποδεικνύεται στην πράξη εξαιρετικά δύσκολη, αφού οι σχετικές απόπειρες είναι αναγκαστικά γενικευτικές και σπάνια στηρίζονται σε αρχαιολογικά δεδομένα9. Θέτουν, πάντως, με σαφήνεια το ερώτημα για την άμυνα της Μεσσηνίας σε όλο το διάστημα από τον 4ο έως τα τέλη του 12ου αι., δηλαδή από τους παλαιοχριστιανικούς έως και τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Και τούτο, αφενός σε συνδυασμό με τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία και αφετέρου με τα ιδιαίτερα σημαντικά θρησκευτικά μνημεία που διατηρούνται από την περίοδο αυτή10.
 Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις οχυρώσεις και την κατοίκησή τους είναι ελάχιστες11. Στη Μεθώνη (εικ.1), ο Andrews χρονολόγησε έναν πύργο του ανατολικού τείχους, κτισμένο με πρόσοψη από λαξευτούς λίθους στην «ελληνορωμαϊκή ή πρώιμη βυζαντινή εποχή»12. Αντίστοιχη τοιχοποιία διατηρείται σε μεγάλη έκταση στη βόρεια πλευρά των τειχών, καθώς και σε διάσπαρτα σημεία του περιβόλου, συνήθως στη στάθμη των θεμελίων13. Διάσπαρτα αρχιτεκτονικά γλυπτά από την περιοχή του κάστρου χρονολογούνται στους παλαιοχριστιανικούς και μεσοβυζαντινούς χρόνους14. Τον 12ο αι. μαρτυρούνται επιδρομές δυτικών δυνάμεων, καταστροφές των τειχών και ερήμωση της πόλης15. Ελάχιστα δείγματα κεραμεικής των μέσων βυζαντινών χρόνων έχουν περισυλλεγεί από το εσωτερικό του κάστρου. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ένα τμήμα κινέζικης κούπας με μαρμαρόμορφη διακόσμηση της δυναστείας Tang, που μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 9ου αιώνα16.
 Η Κορώνη (εικ.2) αναφέρεται στα μέσα του 12ου αι. από τον Άραβα γεωγράφο Edrisi17 ως ένα μικρό οχυρό, ενώ ο περιηγητής Benoit de Peterborough18 την περιγράφει ως μικρή οχυρωμένη πόλη στο μέσον ενός κάμπου, πλούσιου σε ελαιόδεντρα. Μέρος του βυζαντινού κάστρου19 έχει αναγνωρισθεί σε τείχος κτισμένο με μεγάλο αριθμό αρχαίων δόμων σε δεύτερη χρήση, που σε μεταγενέστερες εποχές αποτέλεσε το ενδιάμεσο τείχος μεταξύ δύο αμυντικών περιβόλων, του Φρουρίου στα δυτικά και της οχυρωμένης πόλης στα ανατολικά. Πρόκειται για τον σημερινό περίβολο της μονής Αγ. Προδρόμου, κοντά στην Αγία Σοφία και την ανεσκαμμένη παλαιοχριστιανική βασιλική.



 
Τμήματα τειχών με μνημειακή τοιχοποιία ή λαξευτούς δόμους σε δεύτερη χρήση παρατηρούνται κατά τόπους -συνήθως στη βάση- σε μία σειρά άλλων οχυρώσεων: Αρκαδιά (σημ. Κυπαρισσία), Παλιό Ναβαρίνο, Ζαρνάτα, Καλαμάτα20 (εικ.3-6).
Τα κομμάτια αυτά έχουν αποδοθεί σε ποικίλες χρονικές φάσεις, χωρίς όμως και πάλι ασφαλή τεκμηρίωση. Στην Αρκαδιά αναγνωρίστηκε η ακρόπολη της κλασικής Κυπαρισσίας21, ενώ στη Ζαρνάτα της αρχαίας Γερήνιας22. Στο Παλιό Ναβαρίνο τα παλαιότερα τείχη αποδόθηκαν στον Δημοσθένη, το -425.23 Οι μεγάλες, ωστόσο, ποσότητες ελληνιστικής και ρωμαϊκής κεραμεικής, που προήλθαν από επιφανειακούς καθαρισμούς στο Παλιό Ναβαρίνο, υποδεικνύουν σαφώς μία υστερότερη χρονολόγηση.
 Η ύπαρξη και χρήση των κάστρων της Μεσσηνίας επιβεβαιώνεται ουσιαστικά μέσα από τα γεγονότα της κατάκτησής τους από τους Σταυροφόρους, μετά την 4η Σταυροφορία, το 1204. Το Χρονικόν του Μορέως, η βασικότερη πηγή της εποχής, αναφέρει ότι σθεναρή αντίσταση προέβαλε η Αρκαδιά, που παραδόθηκε, μόνο όταν δεν υπήρχε καμμιά ελπίδα εξωτερικής βοήθειας24, ενώ τα τείχη της Καλαμάτας και της Κορώνης περιγράφονται ως ισχνά και αδύναμα25. Στην Καλαμάτα, το κάστρο είχε μετατραπεί σε μοναστήρι, τμήματα του οποίου πίστεψε ότι αναγνώρισε ο Α. Bon, ενσωματωμένα στον μεταγενέστερο φράγκικο πύργο26.




Φραγκοκρατία – Α΄ Ενετοκρατία (13ος-15ος αι.)27

 Κατά το διάστημα από τον 13ο έως τον 15ο αι., εποχή που αποκαλείται συνήθως ύστερος μεσαίωνας ή ύστεροι βυζαντινοί χρόνοι, κυριαρχούσε το στοιχείο της άμυνας.
Πολυάριθμες οχυρώσεις στη Μεσσηνία, που ποικίλλουν αναμεταξύ τους ως προς το μέγεθος, τα οχυρωματικά χαρακτηριστικά και τη διάρκεια χρήσης, αποδίδονται στην περίοδο αυτή28. Η ανοικοδόμησή τους εξαρτήθηκε από πρακτικούς λόγους επιβίωσης απέναντι σε υπαρκτούς κινδύνους και εχθρούς, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται και μία καθαρά συμβολική παράμετρος του μεσαιωνικού κόσμου, που είχε να κάνει με τα όρια μεταξύ του καθορισμένου-περιγεγραμμένου χώρου εγκατάστασης και της υπαίθρου29. Τα τείχη λειτουργούσαν τόσο για την προστασία των κατοίκων τους όσο και για τον σαφή διαχωρισμό τους: από τη μία πλευρά βρίσκονταν οι οργανωμένοι, τειχισμένοι οικισμοί με τη δυνατότητα ανάπτυξης αστικού βίου, βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, και από την άλλη οι εγκατάσπαρτοι και, εν πολλοίς, τυχαίοι μικροί συνοικισμοί, που ήταν σταθερά προσανατολισμένοι στην αγροτική εκμετάλλευση.
 Οι ιστορικές συνθήκες που επικράτησαν στην Μεσσηνία κατά την περίοδο αυτή, αντικατοπτρίζουν ουσιαστικά την ταραγμένη ιστορία ολόκληρης της Πελοποννήσου.
Μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1204, εγκαθιδρύθηκαν αρχικά δύο δυνάμεις: οι Φράγκοι του Πριγκιπάτου της Αχαΐας και οι Ενετικές αποικίες της Μεθώνης και της Κορώνης (Modone e Corone)30. Ο 13ος αι. θεωρείται στην ιστορία του Πριγκιπάτου ως η περίοδος ακμής του, εποχή κατά την οποία είχε επιτευχθεί συνύπαρξη με τους ντόπιους, σταθερή διοίκηση και σύστημα διακυβέρνησης, που εξασφάλιζε στους δυτικούς τον έλεγχο των κτήσεών τους. Από την άλλη πλευρά οι Ενετοί περιορίστηκαν απλώς στην κατοχή των δύο λιμανιών, που σύντομα μετατράπηκαν σε μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου31. Η συνύπαρξη με τους Φράγκους ρυθμίστηκε το 1209 με τη συνθήκη της Σαπιέντζας και έκτοτε συνεχίστηκε, χωρίς μεγάλα προβλήματα32.
 Από το 1262 στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο απέκτησε και πάλι ερείσματα η βυζαντινή εξουσία, που σύντομα αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυναμική και επεκτατική. Στο επόμενο χρονικό διάστημα, τον 14ο και έως τα μέσα του 15ου αι., το Πριγκιπάτο παρήκμασε σταδιακά και συρρικνώθηκε έως την τελική εξαφάνισή του, πάντα προς όφελος της βυζαντινής κυριαρχίας, που μετεξελίχθηκε στο Δεσποτάτο του Μορέως33.
 Από την άλλη πλευρά, οι Ενετοί αποφάσισαν να επεκτείνουν τα εδάφη που είχαν στον έλεγχό τους, μπροστά σε αυτή την αβέβαιη πολιτική κατάσταση του Πριγκιπάτου. Ο λόγος που τους οδήγησε στην απόφαση αυτή, συσχετίζεται οπωσδήποτε με την πάγια πολιτική για την ασφάλεια του εμπορίου και των αποικιών που το εξυπηρετούσαν. Ίσως να πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο αποκτούσαν την ενδοχώρα, που ήταν αναγκαία για τη συντήρηση του πληθυσμού των δύο αποικιών, ίσως πάλι να πίστευαν ότι δημιουργούσαν μία αμυντική ζώνη ανάμεσα στις αποικίες και την υπόλοιπη Πελοπόννησο. Η επεκτατική αυτή πολιτική πραγματώθηκε μέσω αγορών, ανταλλαγής ή παραχώρησης εδαφών, κάτι που διευκολύνθηκε από την προοδευτική αποδυνάμωση του Πριγκιπάτου αλλά και από την αύξηση της επιθετικότητας των Οθωμανών από τα τέλη του 14ου αι. και εξής34. Σε κάθε περίπτωση, στον 15ο αι. έφθασαν να κατέχουν ολόκληρη τη χερσόνησο της Πυλίας, ενώ ανάμεσα στην Κορώνη και τη Μεθώνη διατηρούσαν επτά δευτερεύοντα κάστρα, όπου έδρευαν φρουρές35.
 Η περίοδος που εξετάζουμε, έληξε με την οθωμανική κατάκτηση, που για το μεγαλύτερο μέρος της Μεσσηνίας επήλθε το 1460, ενώ οι ενετικές κτήσεις παραδόθηκαν μόλις το 1500. Η τελευταία πράξη στην ιστορία αυτή στάθηκε η πολιορκία και κατάκτηση του κάστρου της Μεθώνης από τον οθωμανικό στρατό, γεγονός που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους συγχρόνους και καταγράφηκε σε μία σειρά από βραχέα χρονικά με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο36.
 Η μελέτη των μεσαιωνικών οχυρώσεων της Μεσσηνίας οδηγεί σχεδόν αβίαστα σε μία κατηγοριοποίηση, που στηρίζεται ταυτόχρονα τόσο στο μέγεθος του πληθυσμού, τη γεωπολιτική σημασία και τη λειτουργία σε σχέση με την ύπαιθρο, όσο και στην έκταση και τα αμυντικά χαρακτηριστικα των τειχών.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι δύο μεγάλες θαλασσινές καστροπολιτείες, η Μεθώνη και η Κορώνη, ενετικές αποικίες που κτίστηκαν κοντά σε φυσικά λιμάνια (εικ.1-2). Τα ίχνη από τα παλαιότερα μεσοβυζαντινά κάστρα, που είχαν αναπτυχθεί στις ίδιες θέσεις, εξαφανίστηκαν ή δεν διακρίνονται πλέον καθαρά και μόνο ελάχιστες γραπτές πηγές μαρτυρούν την πρωιμότερη ύπαρξή τους37. Μία τρίτη αντίστοιχη καστροπολιτεία, το Νιόκαστρο (σημ. Φρούριο Πύλου), δημιουργήθηκε στη Μεσσηνία στα τέλη του 16ου αι. από την οθωμανική διοίκηση38.
 Οι βενετσιάνικες πόλεις δεν κατασκευάστηκαν ούτε οχυρώθηκαν για την προστασία του ντόπιου πληθυσμού. Σε αυτές κατοικούσε μία πανσπερμία εμπόρων από διάφορες εθνικότητες, κυρίως Ιταλών, που ασχολούνταν με τη διακίνηση εμπορευμάτων, τον ανεφοδιασμό και την επισκευή των πλοίων, καθώς και τη φιλοξενία των προσκυνητών προς τους Αγίους Τόπους. Ο ντόπιος πληθυσμός κατοικούσε στο προάστειο εκτός των τειχών, ενώ μαρτυρείται και ένας καταυλισμός αθιγγάνων στη Μεθώνη. Ο πληθυσμός της υπαίθρου ερχόταν στις αγορές των δύο πόλεων, μόνο για να διοχετεύσει τα αγροτικά και κτηνοτροφικά του προϊόντα. Πολύτιμα στοιχεία αντλούνται από τα νοταριακά και διοικητικά έγγραφα των δύο πόλεων, καθώς και από τις αφηγήσεις των πολυάριθμων περιηγητών, που επισκέφθηκαν την περιοχή39.
 Στο διάστημα του 13ου-15ου αι., όταν η Μεσόγειος εξακολουθούσε να αποτελεί τη βασικότερη δίοδο του παγκόσμιου εμπορίου, οι δύο μεσσηνιακές πόλεις μετατράπηκαν σε διεθνή κέντρα με τεράστια γεωπολιτική σημασία για την επιβίωση της ενετικής θαλασσοκρατορίας.
 Η Μεθώνη περιγράφεται σχεδόν από όλους τους περιηγητές ως πυκνοκατοικημένη με στενά, πνιγηρά δρομάκια και ξύλινα σπίτια, κτισμένα κολλητά μεταξύ τους40. H ευμάρεια και η εμπορική της σημασία αποδεικνύονται και από την πληθώρα εισηγμένων κεραμεικών σκευών, που ανευρέθηκαν στο εσωτερικό του κάστρου: αναγνωρίζονται κεραμεικά από υστεροβυζαντινά εργαστήρια, από την Ιταλία (Emilia-Romagna, Βενετία) και την Ισπανία41.
Ο χαρακτήρας και το ειδικό αυτό βάρος αντικατοπτρίζονται καθαρά στις οχυρώσεις των δύο καστροπολιτειών, που χάρη στον βαθμό διατήρησής τους συγκαταλέγονται σήμερα ανάμεσα στα σημαντικότερα δείγματα οχυρωματικής του ελλαδικού χώρου. Κατασκευάστηκαν από τη μεγαλύτερη δύναμη της εποχής στη Μεσόγειο και σε αυτές πραγματώνονται μερικά από τα αρτιότερα δείγματα αμυντικής τέχνης αυτής της περιόδου. Βασικό στοιχείο αποτελεί ο «υπερτοπικός» τους χαρακτήρας, δηλαδή οι ομοιότητες που παρατηρούνται στα οχυρωματικά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε όλες τις σημαντικές αποικίες-εμπορικούς σταθμούς της Βενετίας, είτε αυτές βρίσκονται στην Αδριατική και τις δαλματικές ακτές, είτε στην Ήπειρο και στην Πελοπόννησο, είτε στο Αιγαίο και την Κύπρο, κάτι που δίνει την αίσθηση ότι υπήρχε ένας κεντρικός σχεδιασμός και μία ενιαία τεχνολογία, που εφαρμοζόταν παντού ομοιόμορφα και ακολουθούσε κάθε φορά την πρόοδο στον τομέα της πολεμικής τέχνης42.



 Σε όλες τις περιπτώσεις, η ναυτική υπεροπλία της Βενετίας καθόρισε το γενικό σχεδιασμό των οχυρώσεων, αφού η θάλασσα θεωρούνταν πάντα ως το φιλικό στοιχείο και η αμυντική προσπάθεια επικεντρώθηκε προς την πλευρά της ξηράς43. Έτσι, και οι δύο αποικίες της Μεσσηνίας προς τη θάλασσα περιβάλλονταν από ένα απλό -σχεδόν ανίσχυρο- τείχος, που αναλυόταν σε ευθύγραμμα τμήματα ανάμεσα σε ορθογώνιους πύργους. Αντίθετα, προς την πλευρά της ενδοχώρας υπήρχε ένα ισχυρό φρούριο-ακρόπολη, που λειτουργούσε ως η έδρα της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας στην αποικία.
 Σημαντικά σημεία άμυνας αλλά και διαρκούς διακίνησης του πληθυσμού ήταν οι πύλες, που υπήρχαν τόσο προς την ξηρά, τα σημεία επαφής με την ενδοχώρα, όσο και προς τη θάλασσα, τα σημεία επικοινωνίας με το λιμάνι. Οι πύλες ενισχύονταν με πύργους-πυλώνες, ανασυρόμενες πόρτες, ανασυρόμενες γέφυρες και καταχύστρες σε προβόλους44.
Η συνεχής φροντίδα για την ενίσχυση των οχυρώσεων φαίνεται από τη διαρκή προσθήκη νέων, εξελιγμένων κατασκευών κατά τη διάρκεια του 14ου και έως τις αρχές του 15ου αι. Στη Μεθώνη προστέθηκε ο μεγάλος νοτιοανατολικός επιθαλάσσιος πύργος, που ανήκει στην κατηγορία των ανοικτών πύργων (ouvert à la gorge), κατηγορία με ιδιαίτερη άνθηση την εποχή αυτή στη Δυτική Ευρώπη45. Επίσης, μετασκευάστηκαν και ενισχύθηκαν η πύλη της θάλασσας και η ανατολική πύλη του λιμανιού, αποκτώντας έτσι τη σημερινή τους μορφή.
Το μέγεθος εντούτοις της βενετσιάνικης προσπάθειας για την προστασία των μεσσηνιακών αποικιών της διαφαίνεται στις προσθήκες του β΄ μισού του 15ου αι., όταν η εκτεταμένη χρήση του πυροβόλου αχρήστευσε τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και επέβαλε την εφαρμογή νέων αντιλήψεων, όχι ακόμα αποκρυσταλλωμένων. Στη Μεθώνη η εντυπωσιακότερη κατασκευή στη βόρεια πλευρά του τείχους είναι σήμερα γνωστή ως «προμαχώνας Bembo»46. Χρονολογείται στα 1460 και διαθέτει πτέρυγες με σειρές από πρώιμες κανονιοθυρίδες. Επίσης, εξωτερικά της πύλης της ξηράς, προστέθηκε ένα ισχυρό προτείχισμα (barbacane) με αντίστοιχες θέσεις βολής. Ο γνωστός ως «διπλός προμαχώνας» στην Κορώνη αποδίδεται επίσης συνήθως στην ίδια περίοδο (β΄ μισό 15ου αι.)47.

 Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι οχυρωμένες πόλεις της φραγκοκρατούμενης Μεσσηνίας. Διακρίνονται καθαρά από τα δύο βενετσιάνικα λιμάνια εξαιτίας της θέσης τους (πάντα σε απόσταση από τη θάλασσα), του μικρότερου μεγέθους τους, του απλούστερου ‘επαρχιακού’ χαρακτήρα των αρχιτεκτονικών τους καταλοίπων, κυρίως όμως, λόγω της λειτουργίας τους ως απλών τοπικών κέντρων ενός μικρού περιφερειακού κράτους σε αντίθεση με τα βενετσιάνικα διεθνή κέντρα του εμπορίου. Παρόλα αυτά, οι φραγκικές πόλεις ήλεγχαν τις πλέον εύφορες περιοχές της Μεσσηνίας, διαθέτοντας ικανό μέγεθος και αμυντικές κατασκευές για την προστασία των κατοίκων τους. Είναι κτισμένες σε φυσικά οχυρές τοποθεσίες, που είναι όμως προσβάσιμες και προσφέρονται για κατοίκηση. Ελέγχουν σημαντικά περάσματα και οδικούς άξονες, όπως η Καλαμάτα που φυλάσσει το ένα άκρο του περάσματος της Λαγκάδας προς τον Μυστρά ή η Ζαρνάτα που ελέγχει το πέρασμα στα νότια προς την Μάνη.
 Ακόμα και όταν ιδρύθηκαν κοντά στην θάλασσα, όπως το Παλιό Ναβαρίνο, επιλέχθηκε μία υψηλότερη τοποθεσία που επέβλεπε την ακτογραμμή, χωρίς όμως να βρίσκεται σε άμεση επαφή με αυτήν.
 Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται η Καλαμάτα, η Ανδρούσα (Drusa), το Παλιό Ναβαρίνο (Port-de-Jonc / Jonclo), η Αρκαδιά (σημ. Κυπαρισσία) και πιθανόν η Ζαρνάτα48 (εικ.6, 7, 4, 3, 5). 

Την εποχή παρακμής του Πριγκιπάτου, πέρασαν για σύντομο διάστημα υπό βυζαντινό και ενετικό έλεγχο, πριν να αποτελέσουν τμήμα της οθωμανικής επικράτειας49.
 Από τις πέντε αυτές οχυρώσεις, μόνο για την Αρκαδιά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι λειτουργούσε ως σημαντικό βυζαντινό κάστρο πριν από τη φραγκική κατάκτηση, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω50. Όσον αφορά τα υπόλοιπα, η κάτοψη και η αρχιτεκτονική τους είναι τυπικά μεσαιωνικές με λίγες προσθήκες για την αντιμετώπιση πρώιμων πυροβόλων όπλων. Η τοιχοποιία είναι απλή αργολιθοδομή, χωρίς κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καθαρά ‘βυζαντινό’, τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα της παλαιότερης ή σύγχρονης εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Επομένως αποτελούν στην πλειοψηφία τους, οδίως όμως στη μορφή που σώζονται σήμερα, κατασκευές του ύστερου μεσαίωνα.
Από την πλευρά των νέων Φράγκων κυριάρχων ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρχει μία έδρα της εξουσίας τους, ένας οχυρωμένος χώρος που δεν θα χρησίμευε μόνο για τη διασφάλιση της αγροτικής παραγωγής των ευφόρων κάμπων, αλλά θα λειτουργούσε και ως σύμβολο της παρουσίας και της δύναμής τους. Ωστόσο, είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα για την ταυτότητα αυτών που ζούσαν στους οχυρωμένους οικισμούς. Εκτός από τη μειοψηφία των λίγων Δυτικών, είναι πιθανόν εντός των τειχών να ζούσαν αρχικά όσοι δέχθηκαν την φραγκική κυριαρχία και προοδευτικά όλοι όσοι επιζητούσαν την ασφάλεια που αυτή τους παρείχε. Οι οχυροί οικισμοί λειτούργησαν και αυτοί ως αγορές για τα αγροτικά προϊόντα των περιοχών τους, εντούτοις σε περιορισμένο τοπικό επίπεδο. Σταδιακά, όμως, με την αύξηση του πληθυσμού τους, οι οικισμοί αυτοί επεκτάθηκαν και εκτός των τειχών.
Τη νέα αυτή κοινωνική πραγματικότητα φαίνεται να αντικατοπτρίζει η γενική διάταξη της οχύρωσης στην Αρκαδιά και την Καλαμάτα (εικ.3, 6). Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει εξαρχής ένας ευρύτερος περίβολος που περικλείει τον οικισμό, ενώ την κορυφή του λόφου καταλαμβάνει ένα δεύτερο, μικρότερο οχυρό51.
Στο πιο προεξέχον σημείο υψώνεται μεγάλος και οχυρός πύργος. O οχυρός «ακρόπυργος», κατοικία του δυτικού φεουδάρχη52, έχει αναγνωρισθεί στην έρευνα της μεσαιωνικής οχυρωματικής ως το κατεξοχήν αμυντικό και οικιστικό στοιχείο που έφεραν μαζί τους οι Σταυροφόροι, προσαρμόζοντάς το στις οικοδομικές παραδόσεις της κάθε περιοχής και θέτοντας τη σφραγίδα του δυτικού Μεσαίωνα σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου (Συρία-Παλαιστίνη, Κύπρος, Ελλάδα, Νορμανδική Σικελία)53.
 Έτσι, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στη Μεσσηνία του 13ου αι. εφαρμόσθηκε ένα γνωστό μεσαιωνικό οικιστικό μοντέλο, κοινό σε όλη τη σταυροφορική Ανατολή: ο νέος δυνάστης είχε την έδρα του στον ακρόπυργο του κάστρου, με τους οικείους του να κατοικούν στο μικρότερο οχυρό, περιτριγυρισμένοι αλλά και προστατευμένοι από τον υπόλοιπο πληθυσμό, που διαβιούσε στον κατώτερο περίβολο54. Ωστόσο, το μοντέλο αυτό πρέπει να γνώρισε ποικίλες παραλλαγές στον ελλαδικό χώρο, οι οποίες μπορούν να διαπιστωθούν μόνο μέσα από ανασκαφική έρευνα. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί το Κάτω Κάστρο της Άνδρου, όπου η ανασκαφή απέδειξε ότι το οχυρό με τον κεντρικό πύργο, ίσως λόγω της περιορισμένης έκτασής του, δεν γνώρισε ποτέ μόνιμη κατοίκηση, αλλά χρησιμοποιήθηκε μόνο σποραδικά από τους δυτικούς φεουδάρχες και τη συνοδεία τους σε καιρό κινδύνου ή πολιορκίας55.



 Το εύρος του κατώτερου περιβόλου στην Αρκαδιά καθορίζεται από τη θέση των παλαιοτέρων τειχών56. Σχεδόν σε ολόκληρη την περίμετρό του διατηρούνται μόνο τα κατώτερα αναλημματικά στοιχεία και έτσι είναι αδύνατον προς το παρόν να διαγνωσθούν με ακρίβεια οι οικοδομικές φάσεις. Από τα σωζόμενα τμήματα του μικρού οχυρού μπορούμε να σημειώσουμε τη μεγάλη υπόγεια κινστέρνα, απαραίτητο στοιχείο σε κάθε οχύρωση57.
Από τον ακρόπυργο της Αρκαδιάς διατηρείται η συμπαγής ορθογώνια βάση και τμήμα της ανωδομής του, κτισμένο με αρχαίο υλικό σε δεύτερη χρήση58. Η είσοδός του δεν σώζεται και προφανώς θα ήταν στον όροφο, ενώ στις πλευρές του διακρίνονται κάθετες σχισμές, που εξυπηρετούσαν τοξοθυρίδες.
 Αντίστοιχα, ογκώδης και ισχυρή κατασκευή ήταν και ο ακρόπυργος-donjon στο κάστρο της Καλαμάτας, που καταλαμβάνει μικρό πλάτωμα στο υψηλότερο σημείο του βράχου59. Το donjon της Καλαμάτας δεν διατηρείται ως ένα ενιαίο κτήριο, αλλά έχει χωρισθεί σε τουλάχιστον τρία τμήματα, στα οποία διακρίνονται ποικίλες κατασκευαστικές φάσεις60. Σε ένα τμήμα διασώζεται μεγάλη οξυκόρυφη κινστέρνα, ενώ εξωτερικές αντηρίδες ανήκουν προφανώς σε μεταγενέστερες στερεωτικές εργασίες.
 Σε σχέση με τις οχυρώσεις της Αρκαδιάς και της Καλαμάτας, η διάταξη στο κάστρο του Παλιού Ναβαρίνου αποτελεί παράδειγμα ενός δεύτερου τρόπου διαμόρφωσης του μεσαιωνικού οχυρωμένου οικισμού (εικ.4). Δεν πρόκειται για μία εξαρχής κατασκευή της τριπλής οχύρωσης (ακρόπυργος, άνω και κάτω περίβολος), αλλά μάλλον για ένα παράδειγμα του «δυναμικού» τρόπου ανάπτυξης της τειχισμένης πόλης, με αμυντικά στοιχεία που προστίθενται σταδιακά με τη συνεχόμενη αύξηση του πληθυσμού. Γνωστότερο παράδειγμα αυτής της διαμόρφωσης στην Πελοπόννησο είναι η βυζαντινή καστροπολιτεία του Μυστρά61.
 Στην περιοχή του Ναβαρίνου οικοδομήθηκε αρχικά ένα μικρό οχυρό φρουράς το 1278 ή το 1282-1289 από τον Νικόλαο de St.Omer για την προστασία των νοτιοδυτικών συνόρων του Πριγκιπάτου και τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της περιοχής62.
 Σύντομα, όμως, η ασφάλεια που ενέπνεε η ύπαρξή του, θα πρέπει να προσήλκυσε πολλούς κατοίκους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή έξω από τα τείχη. Ένας δεύτερος ευρύτερος περίβολος κτίστηκε στα νότια του υφιστάμενου, για να προστατέψει τον οικισμό αυτό στο διάστημα 1440-1490, χρονολόγηση που προέκυψε από τη ραδιοχρονολόγηση των ξυλοτύπων των πύργων63. Κτήτορες δεν ήταν πλέον οι Φράγκοι αλλά οι Βενετοί, που είχαν αγοράσει το κάστρο από τον τελευταίο πρίγκιπα της Αχαΐας, το 1423 64. Ουσιαστικά οι Βενετοί ακολούθησαν απλά την πρακτική του μεσαιωνικού άρχοντα, που διασφάλιζε την προστασία των παροίκων του. Στον ταραγμένο 15ο αι. μόνο η Γαληνότατη είχε τα οικονομικά μέσα, τη στρατιωτική προετοιμασία και τη θέληση να υπερασπίσει αποτελεσματικά τις κτήσεις της. Παρόλα αυτά, τα τείχη του Ναβαρίνου δεν εκπλήρωσαν την αποστολή τους, αφού το κάστρο παραδόθηκε αμαχητί στους Οθωμανούς μετά την καταστροφική πολιορκία της Μεθώνης, το 1500.



 Σημαντικό, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι τα τείχη διατηρήθηκαν ακέραια μέχρι τις επάλξεις με την χαρακτηριστική χελιδονοειδή απόληξη. Το αρχικό φραγκικό οχυρό του Ναβαρίνου, ο σημερινός άνω περίβολος στα βόρεια, οικοδομήθηκε πάνω στα τείχη της ελληνιστικής ακρόπολης. Τα τείχη διακόπτονται από κυλινδρικούς πύργους, το σχήμα και η θέση των οποίων έχει καθοριστεί από το αρχαίο ίχνος του περιβόλου. Προς την προσβάσιμη πλευρά του λόφου το τείχος ενισχυόταν με χαμηλό προτείχισμα, ενώ στο μέσον του ανοιγόταν η κεντρική πύλη, μεταξύ δύο πύργων. Οι διαμορφώσεις αυτές αποδεικνύουν ιδιαίτερη φροντίδα και καλή γνώση της οχυρωματικής από την πλευρά των Φράγκων.
Ο νότιος περίβολος που έκτισαν οι Βενετοί (1440-1490), διαφοροποιείται καθαρά από το παλαιότερο οχυρό ως προς το μέγεθος και τις προθέσεις, ενώ χαρακτηρίζεται από πολλά στοιχεία της βενετσιάνικης οχυρωματικής «σχολής», που παρατηρούνται στα τείχη της Μεθώνης και της Κορώνης. Στη δυτική -φυσικά οχυρή- πλευρά τα τείχη έχουν καθαρά μεσαιωνικό χαρακτήρα: είναι κατακόρυφα και φέρουν μία ζώνη άμυνας με περίδρομο και χελιδονοειδείς επάλξεις. Αντίθετα, στην πλέον ευπρόσβλητη νότια πλευρά, εφαρμόζεται μία σειρά από πρώιμες κατασκευές για την αντιμετώπιση των πρώτων πυροβόλων όπλων: κεκλιμμένη βάση (σκάρπα, ιταλ. scarpa), επάλξεις με διάκενα και πρώιμες κυλινδρικές κανονιοθυρίδες, επάλληλες επισκευές και εσωτερικές ενισχύσεις της τοιχοποιίας.



 Το κάστρο της Ανδρούσας65 δεν μπορεί να ενταχθεί με τα έως τώρα στοιχεία της έρευνας στους τρόπους διαμόρφωσης οχυρωμένων οικισμών, που αναφέρθηκαν παραπάνω (εικ. 7). Δεν υπάρχουν πολλαπλοί περίβολοι, κτισμένοι ταυτόχρονα ή σε διαδοχικές φάσεις, αλλά ένα ενιαίο τείχος που ενισχύεται με κυλινδρικούς, ορθογώνιους και πολυγωνικούς πύργους. Επίσης, δεν αναγνωρίζεται πουθενά donjon ή κάποιο περισσότερο προβεβλημένο τμήμα της οχύρωσης, που θα μπορούσε να αποτελέσει καταφύγιο του φεουδάρχη σε καιρό ανασφάλειας66. Ολόκληρος ο οχυρός περίβολος παρουσιάζει μία σειρά από εξελιγμένα αμυντικά χαρακτηριστικά, τα οποία δείχνουν με σαφήνεια ότι αυτή ήταν η βασική γραμμή άμυνας των υπερασπιστών του κάστρου.
 Ιδιαίτερα γνωστές είναι οι καμάρες έδρασης του περιδρόμου στην εσωτερική πλευρά του τείχους, με τις οξυκόρυφες απολήξεις και τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Μπορούμε επίσης να αναφέρουμε την εξελιγμένη μορφή των πύργων, με τα πολλαπλά επίπεδα άμυνας, τις τοξοθυρίδες σε επάλληλες ζώνες, τη σύνδεση μέσω πυλών με τον περίδρομο και τα μεγάλα ανοίγματα στην εσωτερική τους πλευρά.
 Όλα αυτά τα στοιχεία είχαν ερμηνευθεί από τον Bon67 ως εξελιγμένα δείγματα της φραγκικής οχυρωματικής, σύμφωνα με τις αντίστοιχες εξελίξεις στη δυτική Ευρώπη, που δεν μπορούν να προσγραφούν στους πρώτους χρόνους μετά την κατάκτηση. Η Ανδρούσα πρέπει επομένως να χρονολογηθεί στον 14ο αι., όταν έχει υποχωρήσει το αίσθημα ανασφάλειας των κατακτητών, απέναντι στο γηγενές στοιχείο. Ο περίβολος περιέκλειε ενιαία ολόκληρο τον οικισμό, αποδεικνύοντας την αίσθηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην παγιωμένη εξουσία και τους υπηκόους της. Η έκτασή του δεν συνδέεται μόνο με την ανασφάλεια και τους επερχόμενους κινδύνους, αλλά αντικατοπτρίζει και το μέγεθος του πληθυσμού και τη σημασία του οικισμού.
 Αντίστοιχα οχυρωματικά έργα στη Δυτική Ευρώπη, όπως η Avignon και η AiguesMortes στη γαλλική Προβηγκία ή το Conway και το Caervarvon στην Ουαλία68, πραγματοποιήθηκαν από σταθερές κυβερνήσεις και εξυπηρετούσαν ζωτικές ανάγκες του κράτους. Άλλωστε, από τα ιστορικά στοιχεία γνωρίζουμε ότι στα ύστερα χρόνια της φραγκικής κυριαρχίας στη Μεσσηνία, η Ανδρούσα αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, έδρα του διοικητή (καστελλάνου) της περιοχής69. Η ερμηνεία αυτή του Bon, παρά κάποιες πρόσφατες αντιρρήσεις70, δεν έχει ουσιαστικά αντικρουσθεί.
 Η τρίτη κατηγορία των μεσσηνιακών οχυρώσεων περιλαμβάνει μία σειρά από μικρότερα οχυρά φρουράς. Αυτές οι οχυρώσεις, ενετικές, φραγκικές ή βυζαντινές (ιδιαίτερα στη συνοριακή περιοχή με τη Λακωνία και την Αρκαδία) είναι πολυάριθμες και συχνά απαντούν σε ιστορικά κείμενα ή αρχειακές πηγές71. Εξαιρετικά πετυχημένη είναι η διάκριση της Martine Breuillot72, που κάνει λόγο για châteaux sans nom (οχυρώσεις που σώζονται, χωρίς να είναι γνωστό το αρχικό τους όνομα), για noms sans châteaux (θέσεις δηλαδή γνωστές από τις πηγές, χωρίς να έχουν ταυτισθεί ή να διατηρούν οχυρωματικά κατάλοιπα), και, τέλος, για noms et châteaux (τα λίγα μνημεία που με ασφάλεια μπορούν να αναγνωρισθούν και να ταυτισθούν με βάση αρχειακές πηγές).
 Τα διάσπαρτα αυτά οχυρά κτίστηκαν από τους Δυτικούς επικυρίαρχους σε μακρινά ή λιγότερο εύφορα μέρη, με στόχο να διασφαλίσουν είτε τον έλεγχο των διαβάσεων είτε την υποταγή του πληθυσμού της υπαίθρου. Στην πρώτη περίπτωση (κατόπτευση και έλεγχος διαβάσεων) τα οχυρά εντοπίζονται σε απόκρημνες και δυσπρόσιτες περιοχές, σε κορυφές βουνών, κυρίως στα περάσματα από την Αρκαδία, τη Λακωνία και την Ηλεία προς τη Μεσσηνία, όπως τα οχυρά στον Αετό και το Πήδημα (εικ.8)73.
Το Λεύκτρο, εκτός από τον έλεγχο του ανυπότακτου σλαβικού φύλου των Μηλιγγών, επόπτευε το δυτικό άκρο ενός περάσματος του Ταϋγέτου, στο άλλο άκρο του οποίου βρισκόταν το κάστρο στα Βαρδούνια74.
Στη δεύτερη περίπτωση (έλεγχος της υπαίθρου), τα φρούρια κτίζονταν κοντά ή μέσα στα χωριά και τους μικρότερους αγροτικούς συνοικισμούς. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Άνω Μέλπεια (εικ.9)75, η οικοδόμηση του οχυρού αποτελούσε το έναυσμα για τη μετατόπιση του πληθυσμού κοντά στο οχυρό για λόγους ασφαλείας.
 Η έκταση των οχυρώσεων αυτών ήταν μικρή, προορισμένη για τη διαμονή του εκπροσώπου του φεουδάρχη και της αναγκαίας φρουράς. Άλλωστε, οι αγρότες ήταν αναγκασμένοι από τη φύση της ζωής τους να παραμένουν για μεγάλα διαστήματα μακριά από τα σπίτια τους, κοντά στη γη που καλλιεργούσαν. Ωστόσο, οι κάτοικοι της υπαίθρου μπορούσαν να καταφεύγουν σε αυτά σε ώρα ανάγκης76. Αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται και μέσα από τα έγγραφα απογραφής των φέουδων της οικογένειας Accaiuoli στη Μεσσηνία77. Σε πολλά από τα χωριά που αναφέρονται στις πηγές εντοπίζονται μικρά οχυρά, όπως στην Ίκλαινα (Niklina), το Αριοχώρι (Grizi), την Πολίχνη (Αρχάγγελος, Saint-Archangel), το Λατζουνάτο (Saflaouro / Sanfleur, εικ.10), την Άνω Μέλπεια (Grebeni).
 Όπως ήδη προαναφέραμε, όταν ο πληθυσμός που κατοικούσε κοντά στο κάστρο αυξανόταν σε μέγεθος και σημασία, τότε ο οικισμός μπορούσε και αυτός να περιβληθεί με οχυρό περίβολο. Αυτός είναι ο «δυναμικός» τρόπος ανάπτυξης ενός οχυρού οικισμού, με κυριότερο γνωστό παράδειγμα το Παλιό Ναβαρίνο, κάτι που δείχνει αφενός τη σημασία του πληθυσμού και αφετέρου τη δυνατότητα του (βενετού) κυρίαρχου.
 Η μελέτη των μικρών οχυρώσεων αποδεικνύεται στην πράξη εξαιρετικά επίπονη. Ο αριθμός τους είναι μεγάλος και τα κατάλοιπά τους διασκορπισμένα σε όλη την έκταση της Μεσσηνίας. Εάν ένα οχυρό είναι εύκολα προσβάσιμο και βρίσκεται κοντά ή μέσα σε κάποιο σημερινό οικισμό, τότε συνήθως έχει υποστεί δραστικές επεμβάσεις, καταστροφές, λιθοληψίες, επιχώσεις, που έχουν καταστρέψει μέρος ή και το σύνολο του φρουρίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κάστρο στην Ίκλαινα, από το οποίο σώζονται μόνο τα θεμέλια, αφού πάνω του έχει οικοδομηθεί η σύγχρονη εκκλησία του χωριού. Εάν πάλι το οχυρό βρίσκεται μακριά από τους σημερινούς οικισμούς, τότε η απρόσιτη θέση του συνήθως δυσχεραίνει την πρόσβαση και τη μελέτη (π.χ. οχυρά στο Πήδημα, τον Αετό, την Άνω Μέλπεια, το Γαρδίκι), ενώ η οργιώδης βλάστηση εμποδίζει στις περισσότερες περιπτώσεις και την απλή παρατήρηση.



 Το βασικό ερώτημα και σε αυτή την κατηγορία οχυρώσεων είναι η ταύτιση του κτήτορα και ο χρόνος κατασκευής τους. Η απάντηση για εκείνα τα οχυρά που αναφέρονται στις πηγές του ύστερου μεσαίωνα είναι σχετικά απλή: Φράγκοι και Ενετοί έκτισαν μικρά φρούρια σε καίρια σημεία για τον έλεγχο των συνόρων, των οδικών αξόνων, των κατοίκων και των επιδρομέων. Σιωπηρά δεχόμαστε ότι θα πρέπει να εγκαταλείφθηκαν με την υπαγωγή της περιοχής στην οθωμανική διοίκηση, αφού δεν θα είχαν πλέον λόγο ύπαρξης στο πλαίσιο της νέας πολιτικής πραγματικότητας, που εξασφάλιζε συνθήκες ασφάλειας και ειρηνικής διαβίωσης των κατοίκων. Τέλος, αποσιωπάται επίσης όλη η προηγούμενη βυζαντινή εποχή, λόγω έλλειψης στοιχείων.
 Η έρευνα βρίσκεται ουσιαστικά ακόμη στη φάση του εντοπισμού και της καταγραφής αυτών των οχυρών. Ο Bon78 όχι μόνο εταύτισε μία σειρά τέτοιων κάστρων, αλλά πίστεψε πως αναγνώρισε σε μερικά από αυτά και donjon, όπως στον Αετό και το Λεύκτρο (Beaufort), επιβεβαιώνοντας κατά τη γνώμη του την (φράγκικη) ταυτότητα των κτητόρων. Oι Ch. Hodgetts και P. Lock79 εντόπισαν και αναγνώρισαν μία σειρά οχυρών στην επαρχία Πυλίας με βάση τα βενετσιάνικα αρχεία (π.χ. Castro Leone, Castro Franco). Η Μ. Breuillot80, τέλος, προχώρησε σε μία καταγραφή θέσεων, πληροφοριών και μνημείων για την κεντρική και βόρεια Μεσσηνία, που αποτελεί συγκεφαλαίωση όλων των γνωστών στοιχείων από την παλαιότερη έρευνα. Καινούριες θέσεις και άγνωστα φρούρια, όπως για παράδειγμα ο Μελίπυργος (Μαγγανιακό) και η Άνω Βούταινα, προστίθενται συνεχώς στη βιβλιογραφία81, ενώ ένα σημαντικός αριθμός έχει καταγραφεί από την οικεία αρχαιολογική υπηρεσία (e.g. το Μπούρτζι στους Άνω Αμπελόκηπους, η Παλαιόπυργα στο Αχλαδοχώρι, ο Παλιόπυργος στη Στέρνα).
 Στα περισσότερα από αυτά τα οχυρά τα τείχη διατηρούνται σήμερα μόνο μέχρι το ύψος της στάθμης του εδάφους στο εσωτερικό τους ή λίγο πιο πάνω, λειτουργώντας ουσιαστικά ως αναλημματικά στοιχεία. Η κάτοψή τους είναι ακανόνιστη και ακολουθεί την πορεία του εδάφους (Αετός, Λεύκτρο)82. Ευθύγραμμα τείχη υπάρχουν μόνο στα σημεία όπου το έδαφος είναι επίπεδο ή ομαλά επικλινές, όπως στην Ίκλαινα και το Λατζουνάτο. Είναι αμελώς κτισμένα με αργολιθοδομή και παρέμβλητους πλίνθους σε δεύτερη χρήση. Ορθογώνιοι πύργοι σε καίρια σημεία του τείχους (Ίκλαινα, Στομιόκαστρο) και ιδίως κοντά στις πύλες (Λατζουνάτο) είναι συχνό φαινόμενο. Πύργοι κτίζονται και στο εσωτερικό των φρουρίων (Πέρα, Πήδημα, Στομιόκαστρο). Στα μικρότερα παραδείγματα (Μελίπυργος, Βελίκα, Παλιόπυργος) η οχύρωση αποτελείται από έναν κεντρικό πύργο, που περιβάλλεται από αδύναμο τείχος, γνωστό στη δυτική οχυρωματική του 11ου-12ου αι. ως chemise83. Σχεδόν πουθενά δεν έχουν διασωθεί επάλξεις, ενώ σπάνια διατηρούνται τοξοθυρίδες (Άνω Μέλπεια, Πολίχνη) ή περίδρομοι πάνω σε τυφλές αψίδες (Πήδημα, Άνω Μέλπεια). Από τα κτήρια στο εσωτερικό διασώζονται σε καλή κατάσταση οι υπόγειες κινστέρνες, πολλές από αυτές καλυμμένες με οξυκόρυφες καμάρες, για την αποθήκευση των ομβρίων (Άνω Μέλπεια, Σιδηρόκαστρο, Πήδημα, Πέρα, Λεύκτρο κ.λπ.).
 Εξαίρεση αποτελεί το κάστρο του Μίλα, το οποίο ξεχωρίζει για το μέγεθος, τον βαθμό διατήρησης και τα οχυρωματικά του χαρακτηριστικά (εικ.11). Ο Bon84 το ταύτισε με το Châteauneuf, προσωπικό δημιούργημα και ενδιαίτημα της πριγκίπισσας Ισαβέλλας (Isabelle Villehardouin, γνωστής ως Ιζαμπώ, 1289-1307, 1313)85. Το κάστρο έχει έναν εσωτερικό περίβολο, που διατηρείται σε καλή κατάσταση, και έναν εξωτερικό, που σώζεται μόνο στο επίπεδο των θεμελίων86. Ο εσωτερικός περίβολος είναι ορθογώνιος. Τις γωνίες του καταλαμβάνουν τετράγωνοι πύργοι, που σώζονται σχεδόν στο αρχικό τους ύψος, με πολλά δυστυχώς στατικά προβλήματα. Τη μία πλευρά της οχύρωσης καταλάμβανε εσωτερικά ένα μεγάλο, πιθανόν διώροφο κτήριο. Τοξοθυρίδες σε επάλληλα επίπεδα για την αύξηση της δύναμης βολής, εστίες, αποχωρητήρια και διάδρομοι κίνησης, κτισμένοι στο πάχος του τείχους, είναι μόνο μερικές από τις διευθετήσεις που προδίδουν τη γνώση και την πρόθεση να κατασκευασθεί ένα προσεγμένο, λειτουργικό και αποτελεσματικό αμυντικό έργο.
Ολοκληρώνοντας την εξέταση των μικρών οχυρών, πρέπει να μνημονευθεί η ιδιαίτερη ομάδα των οχυρωμένων σπηλαίων. Πρόκειται για σπηλιές σε οχυρές θέσεις, κοντά σε μεσαιωνικές οδούς, των οποίων τειχίστηκε το στόμιο. Οι θέσεις αυτές που δεν προσφέρονταν για ισχυρή άμυνα, μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο για τις ανάγκες ολιγάριθμης φρουράς, ως παρατηρητήρια ή ως καταφύγια ντόπιου πληθυσμού σε καιρό επιδρομών και κινδύνου. Στη Μεσσηνία εντοπίζεται μία σειρά οχυρωμένων σπηλαίων στην περιοχή της Μάνης. Δύο από αυτά, στη Λαγκάδα και την Παραλία Ζιγού, έχουν αποδοθεί στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, επειδή περιλαμβάνουν μικρά παρεκκλήσια με ζωγραφικό διάκοσμο, που χρονολογείται στην περίοδο αυτή87. Οι μελετητές σημείωσαν έναν αριθμό παρόμοιων οχυρών σπηλαίων, ειδικά στην περιοχή της Χορτάσιας, του Αγίου Δημητρίου και της Τραχήλας, τα οποία χαρακτήρισαν ως βυζαντινές κατασκευές, λόγω της σχέσης τους με τα προηγούμενα88. 
 Ωστόσο, οι χρονολογήσεις αυτές είναι προβληματικές, αφού λείπουν εντελώς οι ιστορικές μαρτυρίες, ενώ τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα δεν προσφέρουν ενδείξεις. Παρόλα αυτά, γίνονται αποδεκτές και τοποθετούν την περίοδο χρήσης των οχυρών σπηλαίων στους ύστερους μεσαιωνικούς ή πρώιμους νεώτερους χρόνους, βάσει των εξής στοιχείων:
α. τα δύο χρονολογημένα παραδείγματα, 
β. οι οχυρώσεις αυτές πρέπει να χρησιμοποιήθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό σε περιόδους συνεχούς ανασφάλειας και επικείμενων κινδύνων, 
γ. η τοιχοποιία από αργολιθοδομή με ασβεστοκονίαμα είναι χαρακτηριστική των περιόδων αυτών, 
δ. τα σπήλαια, τουλάχιστον η πλειοψηφία τους, εντοπίζονται κατά μήκος μεσαιωνικών οδών ή σε σχέση με μεσαιωνικούς ή λίγο μεταγενέστερους οικισμούς, 
ε. η χρονολόγηση, τέλος, αντιστοίχων οχυρών σπηλαίων στη σταυροφορική Ανατολή (12ος αι.)89 και την Ευρώπη (Ελβετία, 13ος-14ος αι.)90 αποτελεί ένδειξη ότι τα παραδείγματα της Μεσσηνίας θα μπορούσαν επίσης να ενταχθούν στους ύστερους μεσαιωνικούς χρόνους. Τα οχυρά αυτά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως άλλωστε και οι πολυάριθμες περιπτώσεις οχυρών σπηλαίων, που έχουν καταγραφεί στη γειτονική Αρκαδία91.

 Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εντοπίζεται στο φαράγγι Ρίντομο, στην περιοχή μεταξύ του Κάμπου Αβίας και των Αλτομιρών (εικ.12)92. Πρόκειται για αβαθές σπηλαιώδες άνοιγμα, η πρόσοψη του οποίου κλείνεται με χαμηλό τείχος. Το τείχος είναι κτισμένο με αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Σε αυτό ανοίγεται μικρή ορθογώνια πύλη, ενώ σε διάφορα σημεία του διαμορφώνονται μακρόστενες ορθογώνιες σχισμές (τοξοθυρίδες ή τυφεκιοθυρίδες;). Στο εσωτερικό του υπάρχει ανοικτή κινστέρνα, επιχρισμένη με υδραυλικό κονίαμα, που διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Το οχυρό αυτό θα πρέπει να συνδεόταν με το μεσαιωνικό χωριό του Κάμπου Αβίας, με το οποίο έχει άμεση οπτική επαφή. Λειτουργούσε μάλλον ως βίγλα, εποπτεύοντας τη βασική δίοδο επικοινωνίας, που διέσχιζε το φαράγγι και διαπερνούσε τους ορεινούς όγκους του Ταϋγέτου.

 Σε μία τέταρτη κατηγορία μπορούμε να τοποθετήσουμε μεμονωμένους πύργους, που χρησιμοποιήθηκαν ως βίγλες και παρατηρητήρια. Πρόκειται για σχετικά αδύναμες κατασκευές σε απομονωμένα μέρη, που πρόσφεραν επαρκή κατόπτευση του περιβάλλοντος χώρου. H έλλειψη καταλοίπων κατοίκησης στην άμεση περιοχή τους δείχνει ότι δεν αποτελούσαν τμήμα μικρών οικισμών και ότι η χρήση τους δεν ήταν συνεχής93. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας (Σαμοθράκη94, Ρόδος95, Άγιον Όρος96, Αττική97 κ.ά.), μεμονωμένοι πύργοι μακριά από οικισμούς, σε κομβικά σημεία των παραλίων ή της ενδοχώρας με μεγάλο εύρος κατόπτευσης, έχουν αποδοθεί στην περίοδο του 13ου-15ου αι. Με βάση ιστορικές πληροφορίες, έχει υποστηριχθεί συχνά ότι, ιδίως σε παράλιους και νησιωτικούς τόπους, υπήρχε ένα πυκνό δίκτυο από βίγλες, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους και έστελναν μηνύματα με φωτιές στα κάστρα, ειδοποιώντας έτσι τον τοπικό πληθυσμό των πόλεων και της υπαίθρου για εχθρικές αποβάσεις ή πειρατικές επιδρομές98. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός δικτύου οχυρώσεων είναι κάτι που πολύ δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί, ιδιαίτερα για τους μεσαιωνικούς χρόνους. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της Ρόδου, για την οποία υπάρχουν τεκμήρια τόσο για την περίοδο των Ιωαννιτών (1306/9-1522) όσο πιθανόν και για την προγενέστερη βυζαντινή εποχή99.
 Όσον αφορά τη Μεσσηνία, διατηρούνται στα νοτιοδυτικά παράλιά της δύο τέτοιοι πύργοι-βίγλες, ο ένας στην περιοχή Μεμί της Κορώνης και ο άλλος στη Φοινικούντα, στη θέση Λούτσα, κοντά στη Μεθώνη (εικ.13-14). Βρίσκονται και οι δύο σε υψώματα πάνω από τη θάλασσα, όχι ιδιαίτερα κοντά αλλά σε άμεση οπτική επαφή ο καθένας με το κάστρο της Κορώνης και της Μεθώνης αντίστοιχα. Είναι κυλινδρικοί, χωρίς ανοίγματα στο ισόγειο. Η διάμετρός τους είναι περίπου 4μ. και το ύψος τους φθάνει τα 6-7μ. Στις κορυφή τους υπήρχε ζώνη με ορθογώνιες επάλξεις, κάποιες από τις οποίες διατηρούνται ακόμη. Και στις δύο περιπτώσεις η τοιχοποιία αποτελείται από αργολιθοδομή με άφθονο ασβεστοκονίαμα και χρήση βησσάλων. Στους τοίχους διατηρούνται οι οπές της σκαλωσιάς. Ο πύργος στο Μεμί παρουσιάζει διαμπερείς ρωγμές και σοβαρά στατικά προβλήματα, ενώ εκείνος στην Φοινικούντα σώζεται σχεδόν ακέραιος.



 Οι κατασκευαστικές ομοιότητες αποτελούν ένδειξη κοινής χρονολόγησης και κατασκευαστή. Οι πύργοι αυτοί εξυπηρετούσαν τις ανάγκες ασφάλειας των κάστρων της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και των κατοίκων της κοντινής υπαίθρου, προειδοποιώντας για την έλευση εχθρικών ή φιλικών στόλων. Είναι θελκτική η ιδέα να τους εντάξουμε στο βενετσιάνικο αμυντικό σύστημα του 13ου-15ου αι., εποχή ακμής των δύο βενετσιάνικων αποικιών100.
Τέλος, σε μία πέμπτη κατηγορία θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις μοναστηριακές οχυρώσεις, αναπόσπαστο τμήμα της μεσαιωνικής οχυρωματικής, που όμως είναι αμελώς μελετημένη στον ελλαδικό χώρο, με εξαίρεση ίσως τις αθωνικές μονές101. Στη Μεσσηνία διατηρούνται δύο οχυρωμένα μοναστήρια, το Ανδρομονάστερο (εικ.15), το καθολικό του οποίου χρονολογείται στον 12ο αι.102, και η παλαιά μονή Βουλκάνου (14ος αι.;), o περίβολος της οποίας πιθανόν ανήκε σε μικρό φρούριο της Φραγκοκρατίας, που συχνά αναφέρεται στις αρχειακές πηγές103. Ένα τρίτο θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στη θέση ενός ακόμα φράγκικου οχυρού, του Αρχάγγελου, στο εσωτερικό του οποίου διατηρείται ο ναός των Ταξιαρχών104. Αν και ο οχυρός περίβολος, ιδιαίτερα στην περίπτωση του Ανδρομάστερου, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, εντούτοις δεν έχει απασχολήσει επαρκώς την έρευνα. Εξάλλου, τα μοναστικά αυτά συγκροτήματα γνώρισαν αδιάλειπτη κατοίκηση έως τη σύγχρονη εποχή, κάτι που δυσχεραίνει τη χρονολογική απόδοσή τους σε μία συγκεκριμένη κατασκευαστική φάση χωρίς περαιτέρω έρευνα. Είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν αντιμετωπισθεί και τα ερωτήματα που αφορούν στη σχέση των οχυρώσεων αυτών με την ύπαιθρο χώρα και τους κοντινούς οικισμούς, κατά πόσο λειτουργούσαν ως κοινωνικά και οικονομικά κέντρα της γύρω περιοχής, καταφύγια του πληθυσμού σε καιρό κινδύνου κ.λπ.

Α΄ Τουρκοκρατία (1460/1500 έως 1685)

 Για την τύχη των μεσαιωνικών οχυρώσεων της Μεσσηνίας, μετά την ολοκλήρωση της Οθωμανικής κατάκτησης το 1500, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Τα περισσότερα μικρά φρούρια, δηλαδή η τρίτη κατηγορία, δημιουργήματα καιρών ανασφάλειας και τοπικών συγκρούσεων, προφανώς εγκαταλείφθηκαν, αφού δεν εξυπηρετούσαν καμία πλέον χρησιμότητα στην καινούρια πολιτική πραγματικότητα. Οι οχυρωμένοι όμως οικισμοί συνέχισαν να κατοικούνται, αποτελώντας σημεία αναφοράς της νέας πολιτικής κατάστασης που προέκυψε. Η πρακτική της οθωμανικής διοίκησης σε όλα τα Βαλκάνια ήταν να εκδιώκεται το χριστιανικό στοιχείο από το εσωτερικό των κάστρων και να αντικαθίσταται από Μωαμεθανούς. Πιθανόν το ίδιο να ίσχυσε στις περιπτώσεις της Αρκαδιάς, της Καλαμάτας και της Ζαρνάτας. Ωστόσο, γνωρίζουμε από πηγές της εποχής ότι η Μεθώνη επανοικίσθηκε με χριστιανικό πληθυσμό, που μεταφέρθηκε εδώ από άλλα μέρη της Πελοποννήσου105.
 Τα κτήρια που μπορούν να αποδοθούν με ασφάλεια στην περίοδο αυτή μέσα στους υφιστάμενους οχυρωμένους οικισμούς, περιορίζονται σε συγκροτήματα λουτρών, όπως στην Αρκαδιά και τη Μεθώνη106 ή σε ερείπια τζαμιών, όπως στο Παλιό Ναβαρίνο.
Όσον αφορά τις ίδιες τις οχυρώσεις, η αντίληψη ότι η οθωμανική διοίκηση ελάχιστα ασχολήθηκε με τα αμυντικά έργα των κατακτημένων περιοχών, αποδεικνύεται εντελώς λανθασμένη για τη Μεσσηνία. Εντούτοις, διακρίνονται δύο γεωγραφικές περιοχές που αντιμετωπίσθηκαν με διαφορετικό τρόπο: από τη μία πλευρά οι δυτικές ακτές της Μεσσηνίας και από την άλλη το τμήμα της Μάνης στην ανατολική ορεινή πλευρά του νομού.
Στις δυτικές ακτές, που αποτελούσαν και το δυτικό σύνορο της αυτοκρατορίας, υπήρξε συνεχής μέριμνα για τη βελτίωση και επάνδρωση των οχυρώσεων, κάτι που άλλωστε διακρίνεται σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (7 Οκτωβρίου 1571) και η ολοκληρωτική καταστροφή του οθωμανικού στόλου στάθηκαν ένα μεγάλο κτύπημα για την αυτοκρατορία. Η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε στα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου, ως αποτέλεσμα των πιθανών επιδρομών από τον χριστιανικό στόλο του Iωάννη της Αυστρίας107, έδωσε το έναυσμα για εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στις οχυρώσεις108, αποκορύφωμα της οποίας ήταν η κατασκευή ενός νέου οχυρού για την προστασία του κόλπου του Ναβαρίνου, του Νιόκαστρου ή Νέου Ναβαρίνου (Navarin-i cedid, σημ. Φρούριο Πύλου).



 Το Νιόκαστρο (εικ. 16) ήταν μία νέα οχυρωμένη πόλη, κτισμένη στην είσοδο του μεγαλύτερου φυσικού λιμανιού της Δυτικής Πελοποννήσου109. Σε αυτήν μετοίκησε ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής, εγκαταλείποντας σταδιακά το απόμακρο κάστρο του Παλιού Ναβαρίνου110. Η νέα οχύρωση αποτελείται από ισχυρή εξαγωνική ακρόπολη με πεντάπλευρους προμαχώνες στις γωνίες και έναν απλό περίβολο στα δυτικά, για την προστασία του οικισμού. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο της ακρόπολης μπορεί να συγκριθεί με αντίστοιχα δείγματα της δυτικής Ευρώπης111 και δείχνει τη σπουδή του οθωμανικού κράτους για την ενίσχυση της περιοχής αυτής.
 Ο Evliya Çelebi περιέγραψε το Νιόκαστρο ως μία τυπική οθωμανική πόλη με 600 σπίτια, 85 μαγαζιά, τζαμιά, λουτρά και πανδοχεία. Οι αναστηλωτικές εργασίες κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αποκαλύψει πολλούς από τους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης και έχουν καθαρίσει μία σειρά από οικοδομικά συγκροτήματα. Το μοναδικό ιστάμενο οθωμανικό κτήριο μέσα στον οχυρωμένο οικισμό είναι το κεντρικό τζαμί της πόλης, η σημερινή εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.
 Μέσα στον 16ο αι. αναγνωρίζονται οι εξής προσθήκες και επισκευές στα υπόλοιπα κάστρα των δυτικών ακτών της Μεσσηνίας, με χαρακτηριστικό γνώρισμα την εκτεταμένη χρήση της οπτής πλίνθου, ιδίως στη θολοδομία, καθώς και των μορφών για την αντιμετώπιση των πυροβόλων όπλων: στη Μεθώνη ολοκληρώνεται η κατασκευή ενός μικρού φρουρίου πάνω στη νησίδα νότια του κάστρου, το γνωστό Μπούρτζι112, με την προσθήκη του κεντρικού διώροφου οκταγωνικού πύργου (εικ.1)113. Στην Κορώνη κατασκευάζεται μέσα στον εσωτερικό περίβολο ένας αντίστοιχος οκτάπλευρος πύργος για κανόνια114, του οποίου σώζεται σήμερα μόνο το ήμισυ. Προστίθεται επίσης στη βορειοανατολική πλευρά μία νέα γραμμή οχύρωσης με δύο κυκλικούς προμαχώνες στα άκρα της, τάφρο και κοντρασκάρπα, εξωτερικά του μεσαιωνικού τείχους (εικ.2).
Ο σωζόμενος προμαχώνας με τον ημικυκλικό πλίνθινο θόλο, τον οποίο στηρίζει κτιστός οκτάπλευρος πεσσός, θυμίζει έντονα τους αντίστοιχους προμαχώνες στο φρούριο του Ρίου, έργο και αυτό της ίδιας περιόδου (γύρω στα 1500) 115.
Στο κάστρο του Παλιού Ναβαρίνου (εικ.4) προστίθενται δύο μικροί κυκλικοί πύργοι για κανόνια και, πιθανόν, η κεντρική πύλη του κάτω περιβόλου˙ ενισχύονται επίσης οι οχυρώσεις της νότιας πλευράς. Στην περίοδο αυτήν είναι πιθανόν να χρονολογείται και ο μικρός ημικυκλικός πύργος για κανόνια στο ανατολικότερο σημείο του κάστρου της Αρκαδιάς, έργο σχετικά πρώιμο, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ενταχθεί στη Β΄ Ενετοκρατία (εικ.3)116.
 Στην ανατολική περιοχή της Μεσσηνίας, η κατάληψη της Μάνης στα τέλη του 15ου αι. κατέστησε πιεστική την ανάγκη δημιουργίας ή διατήρησης οχυρωμένων βάσεων και κέντρων, από τα οποία οι νέοι επικυρίαρχοι θα μπορούσαν να ελέγξουν τα εδάφη αυτά. Ιδιαίτερα σημαντική από την άποψη αυτή είναι η περίοδος γύρω στα 1670, αμέσως δηλαδή μετά το τέλος του ενετο-τουρκικού πολέμου, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη της Κρήτης (1669). Τότε, η οθωμανική διοίκηση εδραιώνει και πάλι την εξουσία της στη μανιάτικη χερσόνησο, γεγονός που διαφαίνεται μέσα από την ανάκτηση οχυρών και την εγκατάσταση στρατιωτικών φρουρών σε αυτά.
 Κατά την περίοδο αυτή (1670) ανοικοδομείται στη μεσσηνιακή Μάνη το κάστρο της Ζαρνάτας (εικ.5)117. Εντάσσεται σε ένα νέο δίκτυο οθωμανικών φρουρίων, μαζί με τον Πασσαβά, την Κελεφά και το Πόρτο Κάγιο, κτισμένων σε θέσεις καίριες για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας, της πειρατείας και των οικιστικών κέντρων της Μάνης (π.χ. Οίτυλο).
Ιδιαίτερη αξία έχουν οι πληροφορίες που παραδίδει ο Evliya Çelebi, που πήρε προσωπικά μέρος στην ανακατάληψη και ανοικοδόμηση της Ζαρνάτας από τους Οθωμανούς: «…με τον καιρό το τείχος είχε γκρεμιστεί σε μερικά σημεία και τώρα έβαλε ο αρχιστράτηγος Αλή Πασάς το στρατό του να το γκρεμίσει εξ ολοκλήρου και τους δώδεκα χιλιάδες εργάτες…να το ξαναχτίσουν από την αρχή…Στο ανισόπεδο εσωτερικό του κάστρου βρίσκονται πεντακόσια σπίτια με σκεπές από κεραμίδια και σχιστόλιθο…Ο Αλή Πασάς έδιωξε πολλούς από τους απίστους που ζούσαν σ’αυτά τα σπίτια, παίρνοντας και τα χρήματά τους. Πέταξε κι όσα βρόμικα κουφάρια βρισκόταν μέσα στις εκκλησίες και καθάρισε το κάστρο από τη βρομιά των πολυθεϊστών. Εφτά εκκλησίες που βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης έγιναν αστραφτερά τζαμιά, για να ευχαριστηθεί ο πολυχρονεμένος…Κατασκευάστηκαν πολλά άλλα κτίσματα που ανήκουν στο δημόσιο, όπως οι δεξαμενές νερού, τόσες ώστε να μη μείνει σπίτι χωρίς τη δεξαμενή του…Κάτω από το κάστρο βρισκόταν το βαρόσι (προάστειο, οικισμός εκτός των τειχών) με τ’αμπέλια, τους κήπους, τα μποστάνια, το νερό, τα κτίρια και τις ομορφιές του, που δεν υπάρχει γλώσσα να τα περιγράψει…»118.
 Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι τα τείχη που επισκευάστηκαν ή κτίστηκαν εκ νέου στη Μάνη δεν ακολούθησαν τις τελευταίες επιταγές της οχυρωματικής, όπως αυτές εφαρμόζονταν στη δυτική Ευρώπη, με μεγάλης κλίμακας χωματουργικά έργα, τάφρους, αναχώματα, επάλληλα εμπόδια κ.λπ. Εδώ κτίστηκαν σχετικά αδύναμα, μικρού πάχους τείχη, με ημικυκλικούς χαμηλούς πύργους στις γωνίες ή στο μέσον των πλευρών. Στην άνω απόληξη των τειχών διαμορφώθηκε ζώνη με τυφεκιοθυρίδες και οπές για κανόνια μικρού μεγέθους. Πρόκειται καθαρά για οχυρώσεις που δεν είχαν δυνατότητα αντίστασης απέναντι σε οργανωμένο και σύγχρονο στρατό. Στόχος ήταν η επιβολή στους ντόπιους πληθυσμούς και η άμυνα απέναντι σε επιθέσεις μικρών ομάδων με υποτυπώδη οπλισμό. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, όταν οι Μανιάτες εξεγέρθηκαν και πάλι το 1673, η Ζαρνάτα αντιστάθηκε με επιτυχία στις επιθέσεις τους119.




Β΄ Ενετοκρατία (1685-1715)

 Η Β΄ Ενετοκρατία στάθηκε η τελευταία μεγάλη προσπάθεια της Γαληνοτάτης να δημιουργήσει μία επικράτεια στην Πελοπόννησο, γνωστή ως “Regno di Morea”, μετά την οριστική απώλεια της Κρήτης, το 1669. Στο διάστημα αυτό η Μεσσηνία αποτέλεσε ξεχωριστό διοικητικό διαμέρισμα (territorio) με πρωτεύουσα το Νιόκαστρο (Navarino Nuovo)120. Οι Ενετοί, σε όλα τα κάστρα που κατέλαβαν121, σχεδίασαν αμέσως την βελτίωση των οχυρώσεων, το μεγαλύτερο όμως μέρος των οποίων φαίνεται ότι έμεινε στα χαρτιά. Πολύτιμα για την κατανόηση τόσο της υπάρχουσας κατάστασης όσο και των προθέσεων της Γαληνοτάτης είναι τα σχέδια και οι αναφορές, που φυλάσσονται στη Βενετία και αλλού122. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν εύγλωττα το μέτρο των δυνατοτήτων της Βενετίας, καθώς και το τεράστιο μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε αυτή.
 Η μελέτη των σχεδίων για το Νιόκαστρο123, το Παλιό Ναβαρίνο και τη Ζαρνάτα124 έδωσε σημαντικές πληροφορίες, αφενός μεν για τις νέες προσθήκες που έγιναν στα τείχη, όπως τα εξωτερικά αναχώματα και η τάφρος στο Νιόκαστρο, αφετέρου δε για τη χρήση και τη μορφή των οχυρωμένων οικισμών. Έτσι, πληροφορούμαστε λεπτομέρειες για την αμυντική κατάσταση των τειχών, όπως ο αριθμός και το είδος των κανονιών ή οι ονομασίες των διαφόρων πύργων και προμαχώνων, ενώ μπορούμε να ταυτίσουμε με σαφήνεια τα σωζόμενα οικιστικά κατάλοιπα, όπως οι κατοικίες του κυβερνήτη και των στρατιωτών, οι πυριτιδαποθήκες και οι κινστέρνες, οι εκκλησίες και οι δρόμοι. Τα αντίστοιχα έγγραφα για τη Ζαρνάτα, εκτός από την καταγραφή των προτεινομένων ενισχύσεων που δεν φαίνεται να εφαρμόσθηκαν ποτέ, δίνουν στοιχεία για την καθημερινή ζωή του οικισμού, όπως η ύπαρξη καταστημάτων εντός των τειχών, όπου κάθε Δευτέρα ελάμβανε χώρα υπαίθρια αγορά για την κάλυψη των τοπικών αναγκών.
 Η πιο συστηματική προσπάθεια ενίσχυσης των οχυρώσεων της Μεσσηνίας καταγράφεται στα τείχη της Μεθώνης (εικ.1). Τρεις ημιπρομαχώνες προστέθηκαν στη βόρεια πλευρά, που σε συνδυασμό με τη νέα ευρύτερη τάφρο προστάτευε το κάστρο από τη μεριά της ενδοχώρας. Οι κατασκευές αυτές παρουσιάζουν ομοιότητες με άλλες βενετσιάνικες οχυρώσεις στην Πελοπόννησο, όπως o προμαχώνας Grimani στην Ακροναυπλία125 ή οι πολυγωνικοί προμαχώνες στο φρούριο του Ρίου126. Κτίστηκαν επιπλέον μέσα στα τείχη μία πυριτιδαποθήκη και μία εκκλησία127. Η περηφάνεια για τα επιτεύγματα αυτά είναι διάχυτη στις αφιερωματικές επιγραφές, που κοσμούσαν τη νέα πύλη με τα έντονα μπαρόκ στοιχεία128.
 Στην Κορώνη την εποχή αυτή κτίστηκε το εξωτερικό περιτείχισμα της κεντρικής πύλης με το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, που δεν σώζεται σήμερα, αλλά αποτυπώνεται σε γκραβούρα του 1830 129, ο δυτικότερος ημιτελής προμαχώνας, όπως και τα τείχη πάνω από την εκκλησία της Ελεήστριας, όπου υπάρχει και αναθηματική πλάκα με τα οικόσημα δύο Ενετών αξιωματούχων. Επίσης, πιθανόν, συνανήκει και η προσθήκη της μεγάλης σκάρπας εξωτερικά του τειχών του εσωτερικού περιβόλου, όπου υπήρχε και εντοιχισμένο το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου.
 Στην Καλαμάτα (εικ.6) ανοικοδομήθηκε η πύλη του κάτω περιβόλου του κάστρου, που διακοσμήθηκε επίσης με τον θυρεό της Βενετίας130. Ο Bon θεώρησε ότι την εποχή αυτή θα πρέπει να ξανακτίστηκε όλος ο εξωτερικός περίβολος, γεγονός που δεν αναφέρεται στις πηγές, από τις οποίες πληροφορούμαστε μόνο την καταστροφή των οχυρώσεων131. Η προσθήκη κανονιοθυρίδων και σκάρπας σε διάφορα σημεία της Αρκαδιάς132 δεν μπορούν να χρονολογηθούν επακριβώς, ανήκουν όμως με βεβαιότητα στο διάστημα του 16ου-17ου αι.

Η περίοδος της Β΄ Τουρκοκρατίας (1715-1821)

 Μετά την αποχώρηση των Βενετών από τη Μεσσηνία, η οθωμανική διοίκηση φαίνεται ότι κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια για την αναβίωση των οχυρωμένων οικισμών, την επαναφορά της εκδιωχθέντων Τούρκων κατοίκων, την αποκατάσταση των ιδιοκτησιακών δικαίων, καθώς και την επισκευή τόσο των οχυρώσεων όσο και των λοιπών δημοσίων κτηρίων.
 Σημαντικές πληροφορίες για το Νιόκαστρο (εικ.16) και την περιοχή του Ναβαρίνου προέρχονται από το πρόσφατα δημοσιευμένο οθωμανικό κατάστιχο (Tapu Tahrir 880). Συντάχθηκε έξι μήνες μετά την επιστροφή της περιοχής στο οθωμανικό κράτος και καταγράφει τόσο τον υφιστάμενο πληθυσμό όσο και όλη την έγγειο ιδιοκτησία, με λεπτομέρειες για την κατάσταση των κτηρίων και την ταυτότητα των ιδιοκτητών133.
Επίσης, η μελέτη του ανασκαφικού υλικού από το κεντρικό τζαμί της πόλης σε συνδυασμό με τις ελάχιστες πηγές της εποχής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο Νιόκαστρο αναπτύχθηκε μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα μετά το 1770, όταν έληξε η σύντομη περιπέτεια των Ορλωφικών134. Ωστόσο, δεν μπορούν να ταυτισθούν τα τμήματα της οχύρωσης ή τα δημόσια κτήρια, που ανήκουν στην περίοδο αυτή.
 Οι πληροφορίες για τα υπόλοιπα κάστρα της Μεσσηνίας είναι ελάχιστες και περιορίζονται συνήθως σε αναφορές για την αντίσταση που προέβαλαν και τις επισκευές ή καταστροφές που υπέστησαν κατά τα Ορλωφικά, το 1770 135. Επίσης, λίγα κτήρια μπορούν να αποδοθούν στη Β΄ Τουρκοκρατία, όπως μία πυριτιδαποθήκη και ένα λουτρό στη Μεθώνη136.
 Διαφορετική είναι η περίπτωση της Μάνης, η οποία αποτέλεσε πλέον μία ημιαυτόνομη περιοχή μέσα στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους. Το κάστρο της Ζαρνάτας την περίοδο 1715-1829 πέρασε στη δικαιοδοσία των Καπετάνιων της Ζαρνάτας ή Σταυροπηγίου, οι οποίοι έκτισαν στο υψηλότερο σημείο του λόφου την οχυρή τους κατοικία (εικ.5)137. Ο οχυρωμένος οικισμός δεν αναφέρεται πλέον και προφανώς σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Το συγκρότημα της κατοικίας περιβάλλεται από κυκλοτερή οχυρωματικό περίβολο, περιλαμβάνει δε τριώροφο τετράπλευρο πύργο και ένα επίμηκες κτήριο-οντά με προσκτίσματα (φούρνος-στέρνα). Η μελέτη του συγκροτήματος οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο οχυρωματικός περίβολος με τον οντά ανήκουν στα τέλη του 18ου αι. και συνδέονται με την ανακήρυξη της Μάνης ως ημιαυτόνομης ηγεμονίας το 1776/7, ενώ ο πύργος προστέθηκε στο συγκρότημα μετά το 1813 138.
 Αντίστοιχες οχυρές εγκαταστάσεις κτίστηκαν αυτήν την περίοδο σε πολλά σημεία της Μάνης από τις ισχυρές οικογένειες, με σημαντικότερο για τη Μεσσηνία παράδειγμα το συγκρότημα της Παλαιάς Καρδαμύλης (εικ.17). Διακρίνονται ποικίλες οχυρωματικές μορφές και παραλλαγές, όπως μεμονωμένοι ορθογωνικοί πύργοι, πυργοκατοικίες, πύργοι σε συνδυασμό με κατοικία ή καστροκατοικίες με κάτοψη σε διάταξη Γ κ.ά. Οι οχυρωματικές αυτές μορφές αποτελούν σε κάθε περίπτωση δείγματα της ιδιότυπης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, που κυριάρχησε στη Μάνη έως και τον 19ο αι.139
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η μικρή ομάδα μεμονωμένων πύργων- παρατηρητηρίων, οι βάρδιες140. Κτίστηκαν είτε σε απόκρημνες θέσεις της ενδοχώρας, είτε κοντά στα κυριότερα λιμάνια της χερσονήσου, με σκοπό τη φρούρηση των παραλίων και των προσβάσεων στους οικισμούς από την ξηρά, ώστε να αποφεύγονται αιφνιδιαστικές πειρατικές ή ληστρικές επιδρομές. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν δύο πύργοι στην περιοχή της Καρδαμύλης, γνωστοί ως πύργοι του Πετρέα και των Δημητρέων-Τρουπάκηδων.




Η περίοδος μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης - Το νεώτερο ελληνικό κράτος

 Η ιστορία και οι αλλαγές που επήλθαν στις οχυρώσεις της Μεσσηνίας κατά τον 19ο αι. δεν έχουν μελετηθεί ουσιαστικά σε βάθος ούτε έχουν συνδυασθεί με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Η γενική εικόνα είναι ότι κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης τα μεγάλα κάστρα της Μεσσηνίας (Αρκαδιά, Νιόκαστρο, Μεθώνη, Κορώνη κ.ά.) λειτούργησαν ως καταφύγιο του οθωμανικού πληθυσμού και υπέστησαν πολιορκία, ενώ μερικά καταλήφθηκαν από τους επαναστάτες141. Αργότερα διετέλεσαν ορμητήρια και βάσεις επιχειρήσεων του Ιμπραήμ, που με τη σειρά του τα παρέδωσε στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα, υπό τον στρατηγό Maison. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων και τη δημιουργία του νεώτερου ελληνικού κράτους, τα κάστρα παρέμειναν για ένα χρονικό διάστημα ως στρατιωτικές βάσεις των τοπικών φρουρών, πριν να εγκαταλειφθούν ή να τους αποδοθούν δευτερεύουσες χρήσεις.
 Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του Τείχους της Βέργας (εικ.18): πρόκειται για ένα απλό, χαμηλό μαντρότοιχο (ύψος περ.2μ.), που κτίστηκε το 1826 στα σύνορα της Μάνης, λίγο έξω από την Καλαμάτα, για να σταματήσει την προέλαση του Ιμπραήμ142. Κατασκευάστηκε από ξερολιθιά με τουφεκότρυπες σε πυκνά διαστήματα και ακολουθούσε ανοδική πορεία από τη θάλασσα προς το βουνό. Ενισχυόταν με δύο οχυρούς πύργους, ο ένας από τους οποίους έχει πλήρως καταστραφεί. Πρόκειται για μία ad hoc γραμμική οχύρωση, που εξυπηρέτησε τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά.
 Στο κάστρο της Μεθώνης ο γαλλικός στρατός κατεδάφισε για λόγους υγιεινής πολλά κτίσματα στο εσωτερικό των περιβόλων, φοβούμενος την εξάπλωση επιδημιών (εικ.1). Ο στρατηγός Maison κατοικούσε μέσα στο κάστρο, σε ένα αρχοντικό κτισμένο σε επαφή με το ενδιάμεσο τείχος του, όπου προηγουμένως είχε την έδρα του ο Ιμπραήμ. Εδώ υποδέχθηκε τον Καποδίστρια το 1829 στην πρώτη του επίσημη επίσκεψη στην περιοχή143. Το κάστρο συνέχισε να έχει στρατιωτικό ρόλο κατά τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου ελληνικού κράτους (Βαυαροκρατία), όμως σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Τα κανόνια του κατέληξαν στο χυτήριο για την κοπή νομισμάτων του νεοσύστατου κράτους, ενώ τα τελευταία πολεμικά υλικά εστάλησαν το 1842 στο Ναύπλιο με την ένδειξη «άχρηστα είδη», όπως προκύπτει από έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.)144.
 Το Νιόκαστρο υπήρξε ένα από τα βασικά θέατρα των στρατιωτικών εξελίξεων κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης (εικ.16)145. Πέρα από γενικές ιστορικές αναφορές, ελάχιστα είναι τα στοιχεία που αναφέρονται στην οχύρωση. Εξαίρεση αποτελούν δύο σχέδια στρατιωτικών μηχανικών, που αποτυπώνουν με ακρίβεια τη μορφή των τειχών σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές146. Το πρώτο τεκμηριώνει την κατάσταση του Φρουρίου και της πόλης, λίγο μετά την αποχώρηση του τουρκο-αιγυπτιακού στρατού (εικ.19). Εκπονήθηκε το 1830 από τους μηχανικούς του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος. Όλο το βορειοδυτικό τείχος της ακρόπολης με τους δύο προμαχώνες και την κύρια πύλη αποτυπώνεται ως κατεστραμμένο. Τούτο αποδεικνύει ότι το τμήμα αυτό ξανακτίστηκε από το γαλλικό μηχανικό σώμα, μετά το 1830. Έτσι, επιβεβαιώνονται και οι πληροφορίες των μελών της Expedition Scientifique de Morée, που αναφέρονται με θαυμασμό στο μέγεθος των επεμβάσεων που επέφεραν οι Γάλλοι147. 
 Το δεύτερο σχέδιο είναι υπομνηματισμένο στα γερμανικά και πιθανόν εκπονήθηκε από Βαυαρούς μηχανικούς στην υπηρεσία του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.
Την περίοδο αυτή το Νιόκαστρο είχε αποκλειστικά στρατιωτικό χαρακτήρα (η πόλη είχε μεταφερθεί εκτός των τειχών με ενέργειες του γαλλικού σώματος). Η ακρόπολη απεικονίζεται περίπου με τη σημερινή της μορφή, ενώ θέσεις μάχης για πυροβόλα (batterie) αναγράφονται σε όλα τα σημεία, τόσο της πόλης όσο και της ακρόπολης.
Σημαντικές πληροφορίες για τη λειτουργία στρατιωτικών υπηρεσιών του νεοσύστατου κράτους στο Νιόκαστρο (φρουραρχείο και φυλακή) προέρχονται από έγγραφα του Οθωνικού Αρχείου (Γ.Α.Κ. Αθηνών). Τα σχετικά έγγραφα του Υπουργείου Στρατιωτικών εκτείνονται χρονικά από το 1835 έως το 1855, ενώ εκείνα του Υπουργείου Εσωτερικών από το 1839 έως το 1877 148. Οι αρχές ασχολούνται επίσης και με τα ιδιωτικά κτήρια, που βρίσκονταν εντός του οχυρού περιβόλου, και τα οποία είχαν ανάγκη άμεσης επισκευής ή κατεδάφισης για την αποφυγή ατυχημάτων149.
Όσον αφορά στη φυλακή που λειτούργησε στην ακρόπολη του Φρουρίου, πολύτιμες πληροφορίες για τη διάταξη του χώρου, τη λειτουργία και κάθε πτυχή της ζωής των κρατουμένων προέρχονται από το αρχείο του ιδρύματος, που φυλάσσεται στα Γ.Α.Κ. Μεσσηνίας150. Η φυλακή καταργήθηκε επίσημα το 1936 151, αλλά λειτούργησε και πάλι κατά τις περιόδους 1938-39 και 1947-48.
 Το κάστρο της Ζαρνάτας (εικ.5), μετατράπηκε μετά την ελληνική επανάσταση, το 1835, σε έδρα της χωροφυλακής, με επικεφαλής αξιωματικό. Το 1868 χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο ως ορμητήριο αντίστασης προς την κεντρική κυβέρνηση, από την οποία είχε διωχθεί ως στασιαστής152.


 Η τελευταία περίοδος πολεμικής χρήσης των κάστρων της Μεσσηνίας τοποθετείται στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου που ακολούθησε. Σε πολλά από αυτά εγκαταστάθηκαν ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα. Ο κυκλικός οθωμανικός προμαχώνας της Κορώνης χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς ως αποθήκη πυρομαχικών και ανατινάχθηκε κατά την υποχώρησή τους, το 1944 153. Οι κανονιοθυρίδες της ακρόπολης του Νιόκαστρου μετατράπηκαν σε πολυβολεία από τους Ιταλούς, ενώ ένας κυκλικός προμαχώνας χρησιμοποιήθηκε επίσης ως αποθήκη πυρομαχικών και συνακόλουθα καταστράφηκε, αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια επιδρομής αγγλικών αεροπλάνων. Επίσης, πολυάριθμα κτήρια είχαν κτιστεί μέσα στα τείχη, για να λειτουργήσουν ως μαγειρεία, λουτρά και στρατώνες των στρατευμάτων κατοχής. Τα κτήρια αυτά εξαφανίστηκαν αμέσως μετά τον πόλεμο, λόγω της λιθοληψίας του οικοδομικού υλικού τους.
Ο βομβαρδισμός της ιταλογερμανικής βάσης στη Μεθώνη αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη καταστροφική επέμβαση στα τείχη του κάστρου, ενώ στο εσωτερικό του θάφτηκαν οι Βρετανοί αιχμάλωτοι από το ναυάγιο του ιταλικού μεταγωγικού Sebastiano Venierο, το 1941 154.
 Σημαντικό είναι το κεφάλαιο των οχυρωματικών έργων του Εμφυλίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (1943-49), χρησιμοποιήθηκαν πολλές παλαιότερες οχυρώσεις, όπως το κάστρο της Ζαρνάτας, που λειτούργησε ως οχυρό των χωριών Μάλτας και Βαρουσίου155. Υπήρξε όμως και πληθώρα νέων εγκαταστάσεων που κυμαίνονταν από μικρά ανεξάρτητα πολυβολεία, όπως αυτό που διατηρείται στη Στούπα, έως και μεγάλες εγκαταστάσεις μνημειακών προθέσεων, όπως είναι το φυλάκιο στον παλαιό δρόμο της Τσακώνας (εικ.20). Η μελέτη των οχυρώσεων αυτών παραμένει στην Ελλάδα ζητούμενο της έρευνας. 
 Ολοκληρώνοντας τη σύντομη επισκόπηση των οχυρώσεων της Μεσσηνίας από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους έως τα μέσα του 20ου αι., μπορούν να διαπιστωθούν τα εξής:
 Η μελέτη μίας κατηγορίας αρχιτεκτονημάτων με άξονα τον χώρο και όχι τον χρόνο, δηλαδή η διαχρονική προσέγγιση των οχυρώσεων μίας περιοχής που γνώρισε πολυάριθμες πολιτικές μεταβολές, αναδεικνύει ως κυρίαρχο παράγοντα τη γεωπολιτική σημασία και μπορεί επομένως να οδηγήσει σε σημαντικά συμπεράσματα. Διακρίνονται με αυτόν τον τρόπο δύο κατηγορίες οχυρώσεων, αφενός οι οχυρές θέσεις με συνεχή κατοίκηση και αφετέρου εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε δεδομένες ιστορικές στιγμές. Η χρήση των πρώτων καθορίζεται από τις παραγωγικές πηγές και τη θέση τους σε σχέση με οδικούς άξονες ή φυσικά λιμάνια. Σε ορισμένες περιόδους κάποιες από αυτές τις οχυρώσεις γνώρισαν ιδιαίτερη ακμή, ακριβώς διότι η μεταβολή των γενικοτέρων πολιτικών συνθηκών τις έφερε στο προσκήνιο της ιστορίας. Είναι η περίπτωση της Μεθώνης και Κορώνης, των μεγάλων διεθνών σταθμών του μεσαιωνικού θαλάσσιου εμπορίου ή του Νιόκαστρου, που λειτούργησε ως συνοριακό φυλάκιο για τον στόλο της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τον 16ο αι. και εξής, αποδεικνύοντας έτσι ότι δεν ήταν διόλου τυχαίος ο ρόλος που έπαιξε η περιοχή κατά την Ελληνική Επανάσταση.
 Στη δεύτερη κατηγορία, σε εκείνες δηλαδή τις οχυρώσεις που λειτούργησαν μόνο σε μία χρονική περίοδο, ο πολιτικός παράγοντας καθόρισε την επιλογή και δημιουργία τους. Στη φραγκοκρατούμενη Μεσσηνία, καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο κατακερματικός της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και η γενικότερη αδυναμία της πολιτικής εξουσίας. Παρόμοιες ήταν και οι συνθήκες που λειτούργησαν στη Μάνη κατά τον 18ο αι., με το ιδιαίτερο καθεστώς αυτονομίας και τις συνεχείς τοπικές συγκρούσεις. Τέλος, το τείχος της Βέργας αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα γραμμικής οχύρωσης, έτσι όπως αυτή λειτούργησε στις ιδιότυπες συνθήκες της εποχής του Αγώνα.
Σημαντική, εξάλλου, είναι η διαπίστωση για την ανισότητα της ιστορικής μαρτυρίας ανά τις εποχές. Ελάχιστα είναι τα στοιχεία για τις οχυρώσεις της βυζαντινής Μεσσηνίας, κάτι που ισχύει και για την περίοδο της Α΄ και Β΄ Τουρκοκρατίας. Στον τομέα αυτό, οι επιφανειακές έρευνες με συμμετοχή πολυπληθών ομάδων διαφόρων ειδικοτήτων συνεισφέρουν σημαντικά στοιχεία τα τελευταία χρόνια. Στόχος είναι η ένταξη των οχυρώσεων μέσα στον κοινωνικό και οικονομικό περίγυρο, που στάθηκε η αφορμή για τη δημιουργία και τη συντήρησή τους.
 Τούτο συνδέεται άμεσα με τα κέντρα παραγωγής και διακίνησης, με τα δίκτυα επικοινωνίας, εντέλει δε με τις επιλογές που έκανε σε κάθε εποχή η κεντρική ή τοπική εξουσία για την επιβίωσή της. Οι οχυρώσεις αντικατοπτρίζουν το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας και η μελέτη τους σε επίπεδο τοπογραφίας, αρχιτεκτονικής, οικιστικής, ακόμη και αισθητικής ή ψυχολογίας, αναδεικνύει πάντα τις περίπλοκες δομές που αναπτύσσονται απέναντι στην πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου για ασφάλεια και επιβίωση.

Ν. Κοντογιάννης
"Οι οχυρώσεις της Μεσσηνίας: από το Βυζάντιο στο νεώτερο Ελληνικό Κράτος."
ΣΤΟ: MEΣΣΗΝΙΑ: ΣΥΜΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ: ΚΑΘΗΓ. Γ. ΞΑΝΘΑΚΗ- ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩN

* Ο κ. Νικόλαος Κοντογιάννης είναι Αρχαιολόγος της 23ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, πρώην διδάσκων το μάθημα της Οχυρωματικής (Π.Δ. 407/80) στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
1. Βλ. για παράδειγμα Cooper 2002.- Jameson -Runnels -Andel 1994.-Mee -Forbes 1997. Επίσης, Morrisson 2005: 229.
2. Wersch 1972: 177-187.-Zangger 1998: 7.- Gerstel 1998: 211-233.
3. McDonald -Coulson - Rosser 1983: 351-424.
4. Kontogiannis 2008: 497-537.
5. Longnon- Topping 1969: 67-115.-Topping 1972: 64-70.- Gerstel 1998: 229-233.
6. Sigalos 2004:118-131.
7. Zarinebaf 2005:49-110.
8. Lee 2001:49-98.
9. Δεν λείπουν και οι παρερμηνείες,όπως το να θεωρηθεί η τοιχοποιία των βενετσιάνικων προμαχώνων του 18ου αι. στη Μεθώνη αρχαία, της ελληνιστικής περιόδου: βλ.Φουτάκης2004:68-72.
10. Για τα ιστορικά στοιχεία βλ. Αναγνωστάκης 2007: 105-135. Για τα θρησκευτικά μνημεία βλ. Καλοκύρης 1973.- Δημητροκάλλης 1990.- Δημητροκάλλης 1998.- Κάππας 2007α: 136-137.
11. Βλ. σχ. Βon 1951:60, 65, 67, 77, 83, 84-υποσ.2, 100, 106-107,136-137,159-160,162,170-υποσ.2.
12. Αndrews 1953:72, εικ. 75.
13. Κοντογιάννης- Γρηγοροπούλου 2009: 10.-Nanetti 2007: 172.
14. Γερούση 2007:441-458.
15. Bon 1951: 83, 114, 170.- Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 12.- Αναγνωστάκης 2007: 132.
16. Kontogiannis 2002: 39-46.
17. Andrews 1953: 13. O Εdrisi αναφέρει ως υπάρχουσες πόλεις τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Καλαμάτα και την Αρκαδιά. Για τις πληροφορίες και το έργo του Edrisi βλ. Bon 1951: 156-158.
18. Βοn 1951: 162.
19. Andrews 1953: 16-17, ο οποίος το χρονολόγησε στο διάστημα από τον 6ο έως τον 9ο αι.
20. Bon 1969: 667, 681.
21. Bon 1969: 669.
22. Andrews 1953: 26.-Κυριάκος 2011: 63.
23. Παπαθανασόπουλος-Παπαθανασόπουλος 2000: 33 κ.έ.
24. Χρονικόν του Μορέως: στ.1770 κ.έ.-Βοn 1969: 669.- Lock 1995: 75-76.
25. Χρονικόν του Μορέως:στ.1695-1696.-Bon 1951:114-Lock1995:75-76.-Αναγνωστάκης2007: 135.
26. Χρονικόν του Μορέως: στ. 1712-1713.- Bon 1951: 141-142, που χρονολογεί το μοναστήρι στον
27. Το κεφάλαιο αποτελεί τμήμα δημοσιευμένης εργασίας: βλ. Kontogiannis 2010: 3-29.
28. Για το θέμα αυτό βλ. Bon 1969: 407-447.- Andrews 1953: 11-89.- Κοντογιάννης 2001-2002:521-545.- Μπούζα Ν. Κοντογιάννης Ν., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες 2001: 62-85.
29. Μπακιρτζής Ν. Ωραιόπουλος Φ., στο: Δοκίμιο για την οχυρωτική στο Βυζάντιο 2001: 63-68.
30. Για τα ιστορικά στοιχεία της περιόδου αυτής, βλ. Miller 1908: 36-40, 50-65, 86-90, 98-102, 113-118, 120-131, 145-148, 161-164, 177-178, κ.λπ.- Lock 1995: 73-95, 127-134.- Thiriet 1959: 86-87.-Βοn 1969: 51κ.έ.
31. Lock 1995: 154-155.- Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 15-16. Για τη ναυτική πολιτική της Βενετίας και τις διαδρομές που περνούσαν από τις ακτές της Μεσσηνίας, βλ. Nanetti 2006: 27-31.
32. Hodgetts - Lock 1996: 77-78.- Thiriet 1959: 86-87 -υποσ. 1.: 38, 40-41.- 2007: 176-179. Για το κείμενο της συνθήκης βλ. Tafel-Thomas 1856:96-100.-Nanetti 2009: 55-58.
33. Βλ. σχ. Zakythinos 1932: τόμ.Ι, κεφ. πρώτο,13 κ.έ,209-211.
34. Hodgetts -Lock 1996:77, 79.-Nanetti 2007: 179-187.
35. Για τα ονόματα και την πιθανή σημερινή τους θέση, βλ.Hodgetts-Lock 1996:77-83.-Nanetti 2006: 41-42.
36. Schreiner 1975: 279-280 (αρ. 34), 301 (αρ. 37), 306 (αρ. 38).
37. Χρονικόν του Μορέως: στ. 1690-1697.
38. Βλ. κατ.310-311.
39. Για τα σχετικά έγγραφα βλ. Sathas 1880-1896.- Thiriet 1958-1999.- Nanetti 2007. Για τις αφηγήσεις περιηγητών βλ. Φουτάκης 2000-2001.
40. Κοντογιάννης-Γρηγοροπούλου 2009: 46.
41. Kontogiannis-Aggelopoulou 2006: 225, εικ. 10.
42. Για τις διαδικασίες διάχυσης πρακτικών, τεχνικών και τεχνολογίας ανάμεσα στη μητρόπολη Βενετία και τις αποικίες της βλ. Concina 2000: 125-126.
43. Pepper 1993: 40.-Κοντογιάννης 2001-2002: 524.-Kontogiannis -Aggelopoulou 2006: 222.
44. Ειδικότερα για τη Μεθώνη βλ. Kontogiannis-Aggelopoulou 2006:223-224.-Κοντογιάννης Γρηγοροπούλου 2009:20, 23, 25-26, 39-44.
45. Andrews 1953:74-75, εικ.78-79.-Kontogiannis-Aggelopoulou 2006: 224.-Κοντογιάννης-Γρηγοροπούλου 2009: 44-45. O Andrews τον απέδωσε, λανθασμένα κατά τη γνώμη μας, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ ο Φουτάκης (2004: 78) τον ερμήνευσε ως κατασκευή για τη φόρτωση και εκφόρτωση πλοίων.
46. Andrews 1953: 70-72.-Pepper 1993: 36,- Φουτάκης 2003: 64-65.- Κοντογιάννης Ν., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες, 2001:74.- Kontogiannis-Aggelopoulou 2006: 224.- Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 34-35.
47. Andrews 1953: 17-18, εικ.4.Pepper 1993:38-39.-Κοντογιάννης Ν., στο:Ενετοί και Ιωαννίτες 2001:71.
48. Η οικοδόμηση του κάστρου της Ζαρνάτας από τους Φράγκους είναι αμφίβολη. Σε κάθε περίπτωση, το κάστρο μαρτυρείται ως υφιστάμενο τον 15ο αι. και υπό τον έλεγχο των Βυζαντινών: βλ. Bon 1969: 646.-Andrews 1953: 25.-Μπούζα Ν., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες 2001: 62-63.-Μπούζα Ν. Κοντογιάννης Ν.,στο: Καλαμαρά–Ρουμελιώτης (επιμ.) 2004:48-49.- Κυριάκος2011:34,60,64-65.
49. Miller 1908: 384-392.- Lock 1995: 109-110, 132-134, 159-160.
50. Βλ. αν. 287.
51. Bon 1969: πίν.
52. Γαλλ. donjon, αγγλ. norman keep, γερμ. Bergfried, ιταλ. mastio, ισπαν. torre del homenaj
53. Müller-Wiener 1966: 14.- Boase 1977: 144-145.- Spiteri 1994: 4-9.- Kennedy 1994: 187.- Smail 1956: 226-230.- Hughes 1991: 20-23.
54. O τριμερής χωρισμός εγγράφεται από πολλούς ερευνητές στα βασικά χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, τόσο του βυζαντινού όσο και του δυτικού χώρου: βλ. σχ. Foss  Winfield 1986: 8.-Toy 1955: 116, 125-126. Για την άμυνα των σταυροφορικών βασιλείων, τη λειτουργία των οχυρώσεων και τη σχέση τους με το φεουδαρχικό καθεστώς βλ. Smail 1956: 57-62, 97-106, 204-215.- Boase 1977: 140-164, ιδ. 142-143, 160-161.- Marshall 1992: 93-144.
55. Δωρή- Βελισσαρίου -Μιχαηλίδης 2003: 196-197, 202.
56. Andrews 1953: 85-87.-Bon 1969: 669-670.-Μπούζα Ν.,στο:Ενετοί και Ιωαννίτες, 2001:84-
85. Βλ. και αν. 287.
57. Αντίστοιχα παραδείγματα σε φραγκικές οχυρώσεις του 13ου-15ου αι. μπορούν να εντοπισθούν στις εξής περιπτώσεις: Λεύκτρο ή Beaufort: Bon 1969: 504.- Μπούζα Ν. -Κοντογιάννης Ν., στο: Καλαμαρά- Ρουμελιώτης (επιμ.) 2004:46, εικ.18. Μεθώνη: Andrews 1953: 82.-Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009:53. Λεοντάρι της Αρκαδίας: Σαραντάκης 2006: 125-129. Ακροκόρινθος: Bon 1936: 257-259, εικ. 212-213.- Κουμούση 2001: 31-32. Κάστρο της Σκύρου (προσ. παρατ.) και Κάτω Κάστρο Άνδρου: Δωρή- Βελισσαρίου- Μιχαηλίδης 2003:58-70. Ενδιαφέροντα παραδείγματα των υστεροβυζαντινών κτήσεων διατηρούνται στο κάστρο του Berat στην Αλβανία (Karaiskaj Gh., στο: Ćurčić-Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 114) και στο Γυναικόκαστρο της Μακεδονίας (Tούρτα Α., στο: Ćurčić-Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 112, εικ. 6-8).
58. Οι Bon και Andrews (Bon 1969: 670 - Andrews 1953: 88) πίστευαν ότι ο πύργος ανήκε στην περίοδο πριν από τον 13ο αι., ταυτίζοντάς τον πιθανόν με μία αναφορά στο Χρονικόν του Μορέως (στ.1774). Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για κατασκευή που ξεχωρίζει από την υπόλοιπη οχύρωση, λόγω του μεγέθους και της σημαίνουσας θέση της. Μπορούσε να λειτουργήσει ως αυτόνομο αμυντικό στοιχείο και επομένως διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικό ενός μεσαιωνικού ακρόπυργου.
59. Andrews 1953: 34-35, εικ. 32-33.- Μπούζα Ν., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες Ιππότες 2001: 64-65. Παρά την ισχυρή του κατασκευή, οι Σλάβοι των Γιαννιτσών κατάφεραν να καταλάβουν για σύντομο χρονικό διάστημα το κάστρο στα τέλη του 13ου αι., σκαρφαλώνοντας στον κεντρικό πύργο και αιφνιδιάζοντας τους υπερασπιστές του: βλ. Βοn 1969: 666-668, πίν.93.
60. Ο Bon χρονολογεί την καταστροφή του donjon στα 1685, όταν, κατά τη διάρκεια της ενετικής πολιορκίας, ανατινάχθηκαν οι πυριτιδαποθήκες του (Bon 1969: 667).
61. Χατζηδάκης2000:123-124.Η άποψη αυτή ωστόσο αμφισβητείται τελευταία:βλ.Μαρίνου2009: 79.
62. Andrews 1953: 41-48.- Wolpert 2005: 224, 232-23
63. Ζίας- Κοντογιάννης 2004: 40-4
64. Hodgetts - Lock 1996: 79.-
65. Μπούζα Ν., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες Ιππότες 2001: 66-67.
66. Bon 1969: 638.-
67. Bon 1969: 637-63
68. Salch 1979: 6-10, 86-89.- Mesqui 1991: 66-68, 225, εικ. 67.- Taylor 1963: 45-62, 77-103.
69. Bon 1969: 639.
70. Molin 2001: 203-204.
71. Για παράδειγμα τα Χρονικά του Μορέως και του Φραντζή, καθώς και μία σειρά εγγράφων που κατανομάζουν φέουδα και κάστρα της Πελοποννήσου:βλ.Hopf 1873:αρ.XI,227-230.-Longnon Topping 1969:67-155.
72. Breuillot 2005: 315-31
73. Βοn 1969: 654.
74. Burridge 1996:
75. Βon 1969: 654.
76. Breuillot 2005: 264-26
77. Longnon- Topping 1969: 67-115, 125-130
78. Bon 1969: 645 κ.έ., ιδ
79. Hodgetts- Lock
80. Breuillot 2005: 83 κ.έ
81. Παναγιωτόπουλος 2004: 33-40
82. Bon 1969: 650-65
83. Mesqui 1991: 19-21, εικ. 6-9, 12.
84. Bon 1969: 656-65
85. Lock 1995: 362.- Breuillot
86. Ο εξωτερικός περίβολος ήταν εντελώς καλυμμένος από τη βλάστηση και η καταγραφή του έγινε δυνατή, χάρη στις εργασίες καθαρισμού που εκτέλεσε η αρμόδια 26η ΕΒΑ το 2005.
87. Δρανδάκης- Καλοπίση- Παναγιωτίδη 1980: 211-216, πίν.138γ, 140α.
88. Δρανδάκης- Καλοπίση- Παναγιωτίδη 1980: 216-υποσημ.1.-Απεικόνιση χωρίς σχολιασμό, στο: Καλαμαρά- Ρουμελιώτης (επιμ.) 2004: εικ.77.- Αναγνωστάκης 2007: 127.
89. Όπως τα οχυρωμένα σπήλαια του El Habis (αρχές 12ου αι.) και Tyron (μέσα 12ου αι.): βλ. Deschamps 1934:77-78.- Deschamps 1939: 102-116, 210-220.
90. Βλ. για παράδειγμα και σπήλαια της Ελβετίας, όπως το Kropfenstein (αρχές 14ου αι.) και το Rappenstein (περί το 1250): Gravett 2001: 92-93.
91. Σαραντάκης 2006: 94-98, 130, 169-170. Ο συγγραφέας χρονολογεί τα οχυρωμένα σπήλαια της Αρκαδίας στους ύστερους χρόνους της Τουρκοκρατίας και στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, βασιζόμενος σε τοπικές παραδόσεις ή λογίους του 19ου αι. Περαιτέρω έρευνα είναι εντούτοις απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξουν ασφαλή συμπεράσματα.
92. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον φίλο κ. Βασίλη Χάτζο τόσο για την υπόδειξη της θέσης όσο και για την αμέριστη βοήθεια, κατά τη δύσκολη αναρρίχηση στις βραχώδεις πλαγιές του φαραγγιού.
93. Με αυτή την έννοια διαφέρουν κατά βάση από τους πύργους της Εύβοιας και της Βοιωτίας, που αποτελούσαν έδρες τοπικών αρχόντων και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο σύστημα αγροτικής παραγωγής. Βλ. σχ. Lock 1986: 107-111.- Lock 1996: 110-111.
94. Μαζαράκης Α., στο: Ćurčić -Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 226-227.
95. Στεφανίζου Αλ., στο: Ćurčić -Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 215-217.
96. Ćurčić S., στο: Ćurčić -Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 216-217.- Θεοχαρίδης Πλ., στο: Ćurčić - Χατζητρύφωνος (εκδ.) 1999: 218-219.-Στεφάνου Ν., στο: Παζαράς (επιμ.) 2002: 31-33.- Θεοχαρίδης Πλ., στο: Παζαράς (επιμ.) 2002: 38-39, 50-53.-Χατζηαντωνίου Φ.,στο: Παζαράς (επιμ.) 2002:72-75.- Βούρος Ι.,στο: Παζαράς (επιμ.)2002:98-99.-Αθανασιάδης Γ.Η.,στο:Παζαράς(επιμ.)2002:146-149.
97. Πάλλης (υπό έκδ.).
98. Για τα νησιά βλ. Κραντονέλλη 1985: 446-447.- Κραντονέλλη 1991: 401-405. Για την ηπειρωτική Ελλάδα βλ. Koder - Hild 1976: 187.- Koder 1973: 95-96.-Thiriet 1959: 313.
99. Κόλλιας Η., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες 2001:171-174.-Στεφανίδου Αλ., στο: Ενετοί και Ιωαννίτες 2001:215-216.-Heslop 2007-8:69-81.
100. Αντίστοιχες βίγλες κτίζονταν άλλωστε στη Μάνη κατά τους νεώτερους χρόνους:βλ.κατ.314-315.
101. Ορλάνδος 1958: 7-26, 134-137.
102. Μπούρας - Μπούρα 2002: 64-66.
103. Breuillot
104. Δημητροκάλλης 1990: 75-97.- Breuillot 2005: 190-201.- Κάππας 2007β: 142.
105. Κοντογιάννης- Γρηγοροπούλου 2009: 17.
106. Κοντογιάννης- Γρηγοροπούλου 2009: 17, 50-52.
107. Ο Ιωάννης της Αυστρίας επιτέθηκε το 1572 στο Παλιό Ναβαρίνο, όπως και σε οθωμανικά πλοία, στην περιοχή της Μεθώνης (Παπαθανασόπουλος- Παπαθανασόπουλος 2000: 46-47).
108. Αndrews 1953: 20.
109. Για τα ιστορικά στοιχεία και την περιγραφή του Νιόκαστρου κατά την οθωμανική περίοδο βλ. Παπαθανασόπουλος - Παπαθανασόπουλος 2000: 48-62.-Bennet-Davis-Harlan 2005: 241-264.
110. Wolpert
111. Όπως η ακρόπολη του Mannheim, που κτίσθηκε το 1606 (Hughes 1991: 105-106).
112. Μπούρτζι (τουρκ. burc): πυροβολείο ή φρούριο, που προστατεύει την είσοδο λιμανιού.
113. Η πρώτη κατασκευαστική φάση του συγκροτήματος αυτού, στην οποία ανήκει το κατώτερο τμήμα του κυρίως πύργου, εντάσσεται χρονολογικά στην Α΄ Ενετοκρατία: βλ.σχ.Λιανός 1987:134.- Λιανός Ν.,στο:Ćurčić - Χατζητρύφωνος (εκδ.)1999:140-143.-Κοντογιάννης- Γρηγοροπούλου 2009: 54-56.
114. Andrews 1953: 23.
115. Καρποδίνη-Δημητριάδη 1993: 232.
116. Andrews 1953: 87-88, εικ. 95.
117. Andrews 1953: 25.- Κυριάκος 2011: 34, 65, ο οποίος και αναγνωρίζει τα τμήματα που ανακατασκευάστηκαν την εποχή αυτή.
118. Εβλιά Τσελεμπί: 328-331.
119. Κυριάκος 2011: 34.
120. Παπαθανασόπουλος - Παπαθανασόπουλος 2000: 42.
121. Για τα γεγονότα της ενετικής κατάκτησης βλ. Αndrews
122. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συλλογή σχεδίων στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας, γνωστή ως Αρχείο Grimani, που δημοσίευσε ο Andrews το 1953: βλ. πίν. Ι-ΧΙΧ.
123. Κοντογιάννης 2010: 199-217.
124. Κυριάκος 2011: 49-59.
125. Andrews 1953: 100-101.- Καρποδίνη-Δημητριάδη 1993: 57.
126. Βλ. Καρποδίνη-Δημητριάδη 1993: 232 κ.έ.
127. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 48-50.
128. Αναλυτικά για τις προσθήκες της Β΄ Ενετοκρατίας στη Μεθώνη βλ.Kontogiannis Aggelopoulou 2006: 226-228.- Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 20-22, 27-33, 36-37
129. Blouet 1831: πίν. 17, εικ. Ι
130. Αλμπάνη 2007: 232.
131. Bon
132. Bon
133. Zarinebaf 2005: 56-110.
134. Weithmann 1991: 246, 252.-Kontogiannis -Grigoropoulou (υπό έκδ
135. Για τα γεγονότα των Ορλωφικών σε σχέση με τα κάστρα της Μεσσηνίας βλ. ΠαπαδόπουλοςΣπ., στο: Θεοδωρακόπουλος κ.ά. (εκδ.), 1975α: 66, 69, 73-75.- Νικολάου 2007: 204-205.
136. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 18, 39, 51-52.
137. Κυριάκος 2011: 35, 45.
138. Κυριάκος 2011: 61.
139. Βλ. σχ. Μπούζα Ν., στο: Καλαμαρά - Ρουμελιώτης (επιμ. ) 2004: 146-151, 156-161.- Σαΐτας 2007: 275-284. Για το συγκρότημα της Παλαιάς Καρδαμύλης βλ. Χριστοφίδου Α.,στο:Καλαμαρά - Ρουμελιώτης (επιμ. ) 2004: 162-172.
140. Κοντογιάννης Ν., στο: Καλαμαρά - Ρουμελιώτης (επιμ.) 2004: 190-191.
141. Για τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης σε σχέση με τα κάστρα της Μεσσηνίας βλ. Διαμαντούρου Ι., στο: Θεοδωρακόπουλος κ.ά. (εκδ.), 1975β: 106, 121.- Βακαλόπουλος Α., στο: Θεοδωρακόπουλος κ.ά. (εκδ.), 1975β: 376, 378-381, 382-383.- Νικολάου 2007: 209-210, 216.
142. Αλμπάνη 2006: 317-331.- Αλμπάνη 2007: 232.
143. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 38-39
144. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 19.
145. ΒακαλόπουλοςΑ.,στο:Θεοδωρακόπουλος κ.ά.(εκδ.),1975β:376,378.-Weithmann1991:252 247.
146. Τα σχέδια φυλάσσονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, ως τμήμα της δωρεάς του υποστράτηγου Πέτρου Σ. Λυκούδη: βλ. Κοντογιάννης 2010: 214-217.
147. Blouet 1831: 2.
148. Γ.Α.Κ. Αθηνών, Υπουργείον Εσωτερικών, Σχέδιον Πόλεως Νομός Μεσσηνίας, Φ.46, Πύλος, Ιούλιος 1861, α/α 032, Φεβρουάριος 1877, α/α 065, Σεπτέμβριος 1873, α/α 041.
149. Γ.Α.Κ. Αθηνών, Υπουργείον Εσωτερικών, Σχέδιον Πόλεως Νομός Μεσσηνίας, Φ.46, Πύλος, με χρον. Μάϊος 1849, α/α 010 και α/α 030).
150. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2003-2004: 72-96.
151. Παπαθανασόπουλος - Παπαθανασόπουλος 2000: 86.
152. Κυριάκος 2011: 35.
153. Andrews 1953: 18
154. Κοντογιάννης - Γρηγοροπούλου 2009: 19.
155. Andrews 1953: 27, Κυριάκος 2011: 35.

Βιβλιογραφία
Α. Ελληνική
Αλμπάνη Β., 2006: «Το Τείχος της Βέργας», Λακωνικές Σπουδές 17 (2006), 317-331.
Αλμπάνη Β., 2007: «Τα μνημεία της Τουρκοκρατίας», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 221-236.
Αναγνωστάκης Η., 2007: «Η βυζαντινή Μεσσηνία 4ος-12ος αιώνας», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 105-135.
Γερούση Ε., 2007: «Αρχιτεκτονικά γλυπτά από το κάστρο της Μεθώνης», Πρακτικά 7ου Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος-Γαστούνη- Αμαλιάδα 11-17 Σεπτεμβρίου 2005 (Πελοποννησιακά, Παράρτημα 27), τόμ. Δ΄, Αθήνα, 441-458.
Ćurčić S. - Χατζητρύφωνος E. (εκδ.), 1999: Κοσμική μεσαιωνική αρχιτεκτονική στα Βαλκάνια 1300-1500 και η διατήρησή της, Θεσσαλονίκη.
Δημητροκάλλης Δ., 1990: Άγνωστοι Βυζαντινοί ναοί της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Aθήνα.
Δημητροκάλλης Δ., 1998: Άγνωστοι Βυζαντινοί ναοί της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, τόμ. Β΄, Aθήνα.
Δοκίμιο για την οχυρωτική στο Βυζάντιο, 2001: Δοκίμιο για την οχυρωτική στο Βυζάντιο, ο Βορειοελλαδικός χώρος 4ος-15ος αι., Υπουργείο Πολιτισμού, Ώρες Βυζαντίου, Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο, Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Μυστράς 2001, Αθήνα.
Δρανδάκης N.B. - Καλοπίση Σ. - Παναγιωτίδη Μ., 1980: «Έρευνα στη Μεσσηνιακή Μάνη», ΠΑΕ 1980, 188-246.
Δωρή E. - Βελισσαρίου Π. - Μιχαηλίδης Μ., 2003: Κάτω Κάστρο, η πρώτη φάση των ανασκαφών στο Βενετικό Φρούριο της Χώρας Άνδρου (Ανδριακά Χρονικά 34), Άνδρος.
Εβλιά Τσελεμπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), Πελοπόννησος-Νησιά Ιονίου-Κρήτη-Νησιά Αιγαίου (εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις: Δ. Λούπης), Αθήνα 2005.
Ενετοί και Ιωαννίτες, 2001: Ενετοί και Ιωαννίτες, δίκτυα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, πειραματική ενέργεια Archimed, Αθήνα.
Ζακυθηνός Δ. (εκδ.), 1979: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Θ΄, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα.
Zίας N. - Kοντογιάννης N., 2004: «Κάστρο Παλιού Ναβαρίνου: Εργασίες και πορίσματα της περιόδου 2001-2003», στο: Εικοστό τέταρτο συμπόσιο βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης, πρόγραμμα και περιλήψεις εισηγήσεων και ανακοινώσεων, Αθήνα, 40-41.
Θεοδωρακόπουλος κ.ά., 1975α: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΑ΄, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα.
Θεοδωρακόπουλος κ.ά., 1975β: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα.
Nikολαοσ Δ. Κοντογιαννησ
Καλοκύρης Κ., 1973: Βυζαντιναί Εκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη.
Καλονάρος Π.Π. (εκδ.), 1940: Χρονικόν του Μορέως, Αθήνα.
Κάππας Μ., 2007α: «Επίμετρο», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 136-137.
Κάππας Μ., 2007β: «Οι Φράγκοι στη Μεσσηνία 1204-1460», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 139-163.
Καρποδίνη-Δημητριάδη Ε., 1993: Κάστρα της Πελοποννήσου, Αθήνα.
Kοντογιάννης N.Δ., 2001-2002: «Κάστρα και οχυρώσεις στην Μεσσηνία κατά τους με- σαιωνικούς και νεώτερους χρόνους», στο: Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, τόμ. II, Αθήνα, 521-545.
Κοντογιάννης N.Δ. - Γρηγοροπούλου Ι.Μ., 2003-4: «Οι ποινικές φυλακές στο Φρούριο Πύλου («Νεόκαστρον») μέσα από τις αρχειακές πηγές», Πελοποννησιακά ΚΖ΄ (2003-4), 72-96.
Κοντογιάννης Ν.Δ - Γρηγοροπούλου Ι.Μ., 2009: Το Κάστρο της Μεθώνης, Αθήνα.
Κοντογιάννης, Ν.Δ., 2010: «Το Νιόκαστρο Πύλου μέσα από τα σχέδια των στρατιωτικών μηχανικών του 17ου-19ου αι.», στο: Ανταπόδοση, Μελέτες βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης προς τιμήν της καθηγήτριας Ελένης Δεληγιάννη-Δωρή, Αθήνα, 199-224.
Κουμούση A., 2001: Ακροκόρινθος, Aθήνα.
Κραντονέλλη Α., 1985: Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1390-1538, Αθήνα.
Κραντονέλλη Α., 1991: Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1538-1699, Αθήνα.
Κυριάκος Α., 2011: «Το κάστρο της Ζαρνάτας στη Μάνη. Ιστορία και αρχιτεκτονική», Μνημείο και Περιβάλλον 11 (2011), 33-83.
Λιανός Ν., 1987: «Μελέτη στα Αρχαία Λιμενικά Έργα της Μεθώνης», Αναστήλωση-Συντήρηση-Προστασία Μνημείων και Συνόλων (Τεχνική Περιοδική Έκθεση του Υπουργείου Πολιτισμού), τόμ. Β΄, Αθήνα, 129-135.
Καλαμαρά Π. – Ρουμελιώτης Ν. (επιμ.), 2004: Μανιάτικοι Οικισμοί, Υπουργείο Πολιτισμού, Δίκτυο Μουσείων Μάνης 1, Αθήνα.
Μαρίνου Γ., 2009. «Η οχύρωση της πόλης», στο: Σίνος Στ. (εκδ.), Τα μνημεία του Μυστρά, Το έργο της Επιτροπής Αναστήλωσης Μνημείων Μυστρά, Αθήνα, 79-112. Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, τόμ. Α΄, Β΄, Εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα 2007.
Μπούρας Χ. - Μπούρα Λ., 2002: Η Ελλαδική ναοδομία κατά τον 12ο αιώνα, Aθήνα.
Nanetti A. 2006: ‘Βενετία και Πελοπόννησος’, στο: Η Πελοπόννησος, Χαρτογραφία και Ιστορία. 16ος-18ος αιώνας, Αθήνα, 25-49.
Nanetti A., 2007: «Οι Βενετοί στη Μεσσηνία (1207-1500). Ιστορία και Μνημεία», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 165-187.
Νικολάου Γ., 2007: « Η Μεσσηνία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και του αγώνα της Ανεξαρτησίας», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 191-217.
Ορλάνδος A., 1958: Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Aθήνα.
Παζαράς Θ. (επιμ.), 2002: Οι πύργοι του Αγίου Όρους, ΚΕ.Δ.Α.Κ., Θεσσαλονίκη. Οι Οχυρωσεισ Τησ Μεσσηνιασ: Απο Το Βυζαντιο Στο Νεωτερο Ελληνικο Κρατοσ
Πάλλης Γ., (υπό έκδ.): «Μεσαιωνικοί πύργοι στα παράλια της Αθήνας, Πόλη και Ύπαιθρος στη Μεσόγειο», στο: Α΄ επιστημονικό συνέδριο νέων ερευνητών του περιοδικού Διαχρονία, 29-31 Μαΐου 2007, Αθήνα.
Παναγιωτόπουλος Α.Α.,2004: Μεσαιωνικής Μεσσηνίας ιστορικογεωγραφικά και Κοντοβουνίων οικιστικά, Αθήνα.
Παπαθανασόπουλος Γ. - Παπαθανασόπουλος Θ., 2000: Πύλος-Πυλία, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο, Αθήνα.
Σαΐτας Γ., 2007: «Μεσσηνιακή Μάνη: Ιστορική και αρχιτεκτονική κληρονομιά», στο: Μεσσηνία, τόπος, χρόνος, άνθρωποι, 263-294.
Σαραντάκης Π., 2006: Αρκαδία, οι ακροπόλεις, τα κάστρα και οι πύργοι της, σιωπηλά ερείπια μιας δοξασμένης γης, Αθήνα.
Φουτάκης Π., 2000-2001: Γραπτές και εικονογραφικές μαρτυρίες, μορφή ενετικής διοίκησης και εραλδική κωδικολογία του κάστρου της Μεθώνης, Παρίσι.
Φουτάκης Π., 2003: «Χρονολόγηση ενετικών οχυρώσεων του κάστρου της Μεθώνης», Αρχαιολογία και Τέχνες 87 (2003), 61-67.
Φουτάκης Π.,2004:«Μελέτη των αρχαίων τειχών της Μεθώνης», Αρχαιολογία και Τέχνες 90(2004), 68-79.
Χατζηδάκης Μ., 2000: Μυστράς, η μεσαιωνική πολιτεία και το κάστρο, Αθήνα.

Α. Ξενόγλωσση
Αndrews Κ., 1953: Castles of the Morea (Gennadeion Monographs IV), Princeton.
Bennet J.- Davis J.L. - Harlan D.K., 2005: ‘The Fortress of Anavarin-i cedid’, στο:
Zarinebaf F.- Bennet J. - Davis J.L. (εκδ.), A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece (Hesperia Supplement 34), Princeton, 241-264.
Blouet A., 1831: Expédition scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français 1:
Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Peloponèse, des Cyclades et de l’Attique, Paris.
Boase T.S.R., 1977: ‘Military architecture in the crusader states in Palestine and Syria’, στο: Hazard H.W. (εκδ.), A History of the Crusades, IV: The Art and Architecture of the Crusader States, Madison, 140-164.
Bon A., 1936: ‘The medieval fortifications of Acrocorinth and vicinity’, στο Carpenter - R. - Bon A. (εκδ.), The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town (Corinth III2), Harvard, 128-281.
Bon A., 1951: Le Péloponnèse Byzantin jusqu’en 1204 (Bibliothèque Byzantine-Études1), Paris.
Bon A., 1969: La Morée Franque, Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe (1205-1430), Paris.
Breuillot M., 2005: Châteaux oubliés de la Messénie médiévale, Paris.
Burridge P., 1996: “The Castle of Vardounia and defence in the Southern Mani, στο:
Lock P.- Sanders G.D.R. (εκδ.), Τhe Archaeology of Medieval Greece (Oxbow Monograph 59), Oxford, 19-28.
Concina E., 2000: ‘ “Apis argumentosa”: Venice, the Mediterranean and the techniques in the “Stato da Mar” ’, στο: Τεχνογνωσία στη Λατινοκρατούμενη Ελλάδα, Ημερίδα, Αθήνα 8 Φεβρουαρίου 1997, Αθήνα, 123-127.
Cooper F.A. (εκδ.), 2000: Houses of the Morea: Vernacular Architecture of the Northwest Peloponnesos (1205-1955). Σπίτια του Μορέα: παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου (1205-1955), Αθήνα.
Deschamps P., 1934: Le Crac des Chevaliers, étude historique et archéologique précédée d’une introduction général sur la Syrie Franque, Paris.
Deschamps P., 1939: La défense du royaume de Jérusalem, étude historique, géographique et monumentale, Paris.
Foss C. - Winfield D., 1986: Byzantine Fortifications, An Introduction, Pretoria.
Gerstel S.E.J., 1998: ‘Medieval Messenia’, στο Davis J.L. (εκδ.), Sandy Pylos, an Archaeological History from Nestor to Navarino, Austin, 211-242.
Gravett Ch., 2001: The History of Castles, Fortifications around the World, Guilford.
Heslop M., 2007-2008. «The search for the byzantine defensive system in southern Rhodes», Βυζαντινός Δόμος 16 (2007-2008), 69-81.
Hodgetts Ch., 1974: The Colonies of Coron and Modon under Venetian Administration, 1204-1400, London.
Hodgetts Ch. - Lock, P., 1996: ‘Some village fortifications in the Venetian Peloponnese’,στο: Lock P. - Sanders G.D.R. (εκδ.), Τhe Archaeology of Medieval Greece, Oxford, 77- 90.
Hopf Ch. (εκδ.),1873: Chroniques Gréco-romanes inédites ou peu connues, Berlin.
Hughes Q.,1991: Military Architecture, the art of defence from earliest times to the atlantic wall, London.
Jameson M.H.- Runnels C.N.- Andel T.H. van, 1994: A Greek Countryside: the Southern Argolid from Prehistory to the Present Day, Stanford.
Kennedy H., 1994: Crusader Castles, Cambridge.
Koder J.,1973: Negroponte, Wien.
Koder J.- Hild, F., 1976: Tabula Imperii Byzantini: Hellas und Thessalia, Wien.
Kontogiannis N.D., 2002: «Α fragment of a Chinese Marbled Ware Bowl from Methoni, Greece», Byzantinistica, Rivista di Studi Bizantini e Slavi, IV(2002), 39-46.
Kontogiannis N., 2008: ‘Excavation of a 13th century church near Vasilitsi, southern Messenia’, Hesperia 77 (2008), 497-537.
Kontogiannis Ν.- Aggelopoulou I., 2006: ‘The Venetian city of Modone in SW Peloponnese: the archaeological evidence’,στο: Guštin, M. - Gelichi S.- Spindler K. (εκδ.), The Heritage of the Serenissima, the Presentation of the Architectural and Archaeological Remains of the Venetian Republic, Proceedings of the International Conference, Izola-Venezia 4-9.11.2005, Koper, 221-28.
Kontogiannis, N.D., 2010: “Settlements and countryside of Messenia during the late Middle Ages: the testimony of the fortifications,” Byzantine and Modern Greek Studies 34 (2010), 3-29.
Kontogiannis N.D. - Grigoropoulou I.M., (υπό έκδ.): ‘The Anavarin Mosque: research in the Friday Mosque within the fortress of Anavarin-i Cedid (mod. Pylos)’, Hesperia.
Lee W., 2001: ‘Pylos Regional Archaeological Project, Part IV: change and the human landscape in a modern Greek village in Messenia’, Hesperia 70 (2001), 49-98.
Lock P., 1986: ‘The Frankish towers of Central Greece’, ABSA 81 (1986), 107-111.
Lock P., 1995: The Franks in the Aegean, 1204-1500, London.
Lock P., 1996: ‘The towers of Euboea: Lombard or Venetian, agrarian or strategic’, στο: Lock P. - SandersG.(εκδ.),Τhe Archaeology of Medieval Greece (Oxbow Monographs no59),Oxford,107- 126.
Longnon J.- Topping, P., 1969: Documents sur le régime des terres dans la principauté de Morée au XIVe siècle, Paris.
Marshall C., 1992: Warfare in the Latin East, 1192-1291, Cambridge.
McDonald W.A. -Coulson W. D. E.- Rosser. J. (εκδ.), 1983: Excavations at Nichoria in Southwest Greece, III: Dark Age and Byzantine Occupation, Minneapolis.
Mee C.- Forbes H. (εκδ.),1997: A Rough and Rocky place: the Landscape and Settlement History of the Methana Peninsula, Greece: Results of the Methana Project, Liverpool.
Mesqui J.,1991:Châteaux et enceintes de la France médiévale, de la défense à la residence,τόμ.I,Paris.
Miller W., 1908: The Latins in the Levant, a History of Frankish Greece (1204-1566), London.
Molin K., 2001: Unknown Crusader Castles, London.
Morrisson C., 2005: ‘L’ouverture des marchés après 1204: un aspect positif de la IVe croisade?’, στο: Laiou A. (εκδ.), Urbs Capta, the Fourth Crusade and its Consequences, Paris, 215-232.
Müller-Wiener W., 1966: Castles of the Crusaders (trans. J. Maxwell Brownjohn), London.
Nanetti A., 1999: Documenta Veneta Coroni & Methoni Rogata, vol. Ι, pars prima (Fondazione
Nazionale Ellenica delle Ricerche, Istituto di Ricerche Bizantine, Fonti 3), Αθήνα.
Nanetti A., 2007: Documenta Veneta Coroni & Methoni Rogata, vol. I, pars secunda, Αθήνα.
Nanetti A., 2009: Il patto con Geoffroy de Villehardouin per il Peloponneso 1209 (Pacta Veneta 13), Roma.
Pepper S., 1993: ‘Fortress and fleet: the defence of Venice’s mainland Greek colonies in the late fifteenth century’, στο: Chambers D.S. - Clough C.H. - Mallett M.E. (εκδ.), War, Culture and Society in Renaissance Venice, Essays in Honour of John Hale, London, 29-56.
Salch Ch.L.,1979:Dictionnaire des châteaux et des fortifications du moyen âge en France, Strasbourg.
Sathas K.N., 1880-96: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Monumenta Hellenicae Historiae. Documents inédits relatives à l’histoire de la Grèce au moyen âge, 9 vols, Venezia-Paris.
Schreiner P., 1975: Die Byzantinischen Kleinchroniken (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XII/1), Wien.
Sigalos E., 2004: Housing in Medieval and Post-Medieval Greece (BAR International Series 1291), Oxford.
Smail R.C., 1956: Crusading warfare (1097-1193), Cambridge.
Spiteri S., 1994: Fortresses of the Cross, Hospitaller Military Architecture (1136-1798), Malta. 
Tafel G.L.Fr. - Thomas G. M., 1856: Urkunden zur älteren Handels- und Staatsgeschichte der Republik Venedig mit besonderer Beziehung auf Byzanz und die Levante vom neunten bis zum Ausgang des fünfzehnten Jahrhunderts, Wien 1856.
Taylor A., 1963: The Welsh Castles of Edward I, London.
Thiriet F., 1958-61: Régestes des Déliberations du Sénat de Venise concernant la Romanie, 3 vols, Paris-Le Hague.
Thiriet F., 1959: La Romanie Vénitienne au moyen âge, Le développement et l’exploitation du domaine colonial vénitien (XII-XVe siècles), Paris.
Topping P. 1972: ‘The post-classical documents’, στο: McDonald W.A. - Rapp G.R. (εκδ.), The Minnesota Messenia Expedition, Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Minnesota, 64-80.
Toy S., 1955: A History of Fortification from 3000 BC to AD 1700, London.
Weithmann Μ.W., 1991: ‘Osmanisch- Türkische Baudenkmäler auf der Halbinsel Morea,’ Münchner Zeitschrift für BaIkankunde 7-8 (1991), 219-275.
Wersch H.J. van, 1972:The agricultural economy,στο:McDonald W.A.- Rapp G.R.(εκδ.),The Minnesota Messenia Expedition, Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, Minnesota, 177-187.
Wolpert A.D., 2005: ‘The Fortress of Anavarin-i Atik’, στο: Zarinebaf F. - Bennet J. -  Davis J.L. (εκδ.), A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece, the Southwestern Morea in the 18th Century (Hesperia, Supplement 34), Princeton, 223- 240
Zakythinos D.A.,1932:Le Despotat Grec de Morée, Paris.
Zangger E. 1998: ‘The environmental setting’, στο: Davis J.L. (εκδ.), Sandy Pylos, an Archaeological History from Nestor to Navarino, Austin, 1-9.
Zarinebaf F., 2005: ‘Translations of two ottoman documents describing the state of the Morea and Anavarin in 1716, στο: Zarinebaf F. - Bennet J. - Davis J.L. (εκδ.), A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece, the Southwestern Morea in the 18th Century (Hesperia, Supplement 34), Princeton, 49-110.




Printfriendly