.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η Μεσσηνία του A. L. Castellan Μέρος Α΄



Η ΜΕΣΣΗΝΙΑ ΣΤΙΣ "ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ" ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΤΟΥ A. L. CASTELLAN (1797)

 Ο Γάλλος ζωγράφος, αρχιτέκτονας και λογοτέχνης Αντουάν-Λωράν Kαστελλάν (Antoine-Laurent Castellan), γεννήθηκε στο μονπελιέ (Montpellier) την 1η Φεβρουαρίου 1772 και πέθανε στο Παρίσι στις 2 Απριλίου 1838. Μαθητής του ζωγράφου Βαλανσιέν (Valenciennes), συμμετείχε σε Εκθέσεις ζωγραφικής (Salons) από το 1793 έως το 1808. Οι πίνακές του στο Μουσείο του Μονπελλιέ παρουσιάζουν ιστορικά τοπία και σκηνές της Ανατολής, όπου έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Διετέλεσε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Γαλλίας από το 1816 και συνεργάτης καλλιτεχνικών και βιογραφικών εγκυκλοπαιδιών (Moniteur, Biographie Michaud)1.
 Ο πλήρης τίτλος του έργου, τμήμα του οποίου αναφέρεται στόν μεσσηνιακό χώρο είναι: Lettres sur la Morée et les îles de Cérigo, Hydra et Zante, par A. L. Castellan. Avec Vingt-trois Dessins de l'Auteur, gravés par lui-même, et trois Plans. Ét in Arcadia ego! Deuxième partie. A Paris, chez H. Agasse, Imprimeur-Libraire, rue des Poitevins, N°6. 1808.
 Ο συγγραφέας ακολουθεί την φιλολογική τεχνική συνθέσεως των περισσοτέρων περιηγητικών έργων της εποχής του, δηλαδή τις επιστολές2, όπου εκθέτει εντυπώσεις, παρατηρήσεις και περιγραφές κατά την διάρκεια της σύντομης παραμονής στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1797. Η επίσκεψη αυτή, η οποία δεν είχε προγραμματισθή εκ των προτέρων, καλύπτει ένα μικρό μόνο τμήμα του ταξιδιού του κατά την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη, όπου είχε μεταβή ως μέλος επισήμου Επιστημονικής Αποστολής της Γαλλικής Κυβερνήσεως (Διευθυντήριον) προς την Υψηλή Πύλη.
 Ο φιλελεύθερος Σουλτάνος Σελίμ Γ ́ (1761-1808), στα πλαίσια του προγράμματός του «Νιζάμ Τζεντίντ» (Nizam Djedid, Νέα Τάξη)3, το οποίο απέβλεπε στην αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς και στην γενικότερη άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών, ζήτησε οδηγίες από την Γαλλική Κυβέρνηση με την μεσολάβηση του Ματθ. Λεσσέπς4, διπλωματικού ακολούθου της Γαλλικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη. Πράγματι η Γαλλική Κυβέρνηση έστειλε στρατηγούς και αξιωματικούς όλων των όπλων, καθώς και επιστήμονες και καλλιτέχνες όλων των ειδικοτήτων ανάμεσά τους και οι Λεβεγιέ (Leveille) μηχανικός, Μπαραμπέ (Barabe) γεωγράφος και χαρτογράφος, οι φιλόλογοι λογοτέχνες Βισκόντι (Visconti), Μπαρμπιέ ντυ Μποκάζ (Barbié du Bocage), Ντυφουρνύ (Dufourny), μέλη της Γαλλικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Επιστημών. Ο Καστελλάν συμμετείχε με την ιδιότητα του σχεδιαστού. Μία πυρκαϊά στο Πέραν, μία επιδημία πανώλης και η φήμη μιάς επικείμενης επαναστάσεως στον στρατό, συντόμευσαν την παραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη. Άλλωστε, τα λιμενικά έργα για τα οποία είχε κληθή η συγκεκριμένη αποστολή είχαν ήδη ανατεθή, προς μεγάλην έκπληξη και απογοήτευση των Γάλλων, στους εκπροσώπους κάποιας άλλης μεγάλης Δυνάμεως, την οποίαν ο Καστελλάν αποφεύγει να κατονομάση ευθέως. Τα λιμενικά έργα είχαν ήδη προχωρήσει και οι Γάλλοι έφυγαν άπρακτοι.
 Το ταξίδι του Καστελλάν αρχίζει από το λιμάνι της Μασσαλίας στις 20 Δεκεμβρίου 1796. Επιβιβάζεται στο «τουρκικό» κιρλανγκίθ (Kirlanguith)5 «Αγιος Γεώργιος», το οποίο ακολουθεί το εξής δρομολόγιο: Τουλώνη, παραμονή στο λιμάνι αυτό από 26 Δεκεμβρίου 1796 έως 13 Ιανουαρίου 1797. Mάλτα, ακρωτήριο Μαλέας (Malia ou Saint Ange), όπου αγκυροβόλησαν αλλά δεν αποβιβάσθηκαν εξ αιτίας μιάς επιδημίας χολέρας Κύθηρα, όπου επισκέφθηκε ένα αρχαίο λατομείο, μία σπηλιά σταλακτιτών, κατακόμβες, αρχαίο υπόγειο ναό, νεκρικούς θαλάμους, ναό της Αφροδίτης και την αρχαία πόλη των Κυθήρων. Μονεμβασία, όπου συνάντησε Μοραΐτες νομάδες, οι οποίοι ζούσαν μέσα σε σπηλιές περιγράφει τα έθιμα των Τούρκων κατοίκων της Μονεμβασιάς και τις τοπικές φορεσιές. Ύδρα, όπου παρατηρεί και περιγράφει την πόλη, τα ήθη και έθιμα των κατοίκων. Στο σημείο αυτό τελειώνει το πρώτο μέρος του έργου Lettres sur la Morée,
 Η συνέχεια της περιγραφής του ταξιδιού από τις ακτές της Αττικής έως την Κωνσταντινούπολη, καθώς και η σύντομη παραμονή του εκεί, αναπληρώνεται στο έργο του Lettres sur la Grèce, l'Hellespont et Constantinople, ως εξής: 15 Φεβρουαρίου 1797, Ελληνικό Αρχιπέλαγος (νησιά Μακρόνησος, Ζέα, Γυάρος, Εύβοια): περιγραφή τους από το πλοίο. 16-18 Φεβρουαρίου, Ψαρά, Λέσβος (Ipsara, Metelim), Τένεδος, ακτές Τροίας, ακρωτήριο Σίγαιον, Δαρδανέλλια: περιγραφή από το πλοίο, 19-24 Φεβρουαρίου, Καλλίπολις: αποβίβαση και παραμονή. Περιγράφει την πόλη, τις υπαίθριες αγορές (bazars), τις δημόσιες κρήνες (fontaines), τα τεμένη, τους τάφους και τα ερείπια αρχαίων μνημείων. 25 Φεβρουαρίου, Λάμψακος: παραμονή στην πόλη αυτή μέχρι 12 Μαρτίου, με μία ενδιάμεση επίσκεψη στο Τσαρντάκ, χωριό ΝΑ της Λαμψάκου, όπου, μεταξύ άλλων μνημείων, περιγράφει και ναό ο οποίος έχει μετατραπή σε σταύλο. Στην Λάμψακο περιγράφει τα ήθη και έθιμα των κατοίκων έναν δερβίση Τούρκους κουρείς νερόμυλους και ανεμόμυλους, ερείπια αρχαίου ναού, τα στενά των Δαρδανελλίων. Στις 23 Μαρτίου, εισέρχονται στη θάλασσα του Μαρμαρά και αγκυροβολούν στο Κουτάλι. Περιγράφει τα νησιά του Μαρμαρά, τις εορταστικές εκδηλώσεις του Ραμαζανίου, την Μεγάλη και Μικρή Γέφυρα και το προάστιο του Αγίου Στεφάνου, 10 χιλιόμ. ΝΑ της Κωνσταντινουπόλεως. Στο σημείο αυτό λήγει το A μέρος του έργου. Στις 28 Μαρτίου 1797 φθάνουν στην Πόλη. Την βρίσκουν φωταγωγημένη μέσα στην εορταστική ατμόσφαιρα του Ραμαζανίου. Περιγράφει τις εορταστικές εκδηλώσεις των Τούρκων, τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων ναυτικών της Πόλης, τα τουρκικά καΐκια, την συνοικία του Πέραν, το ενδιαίτημα της Γαλλικής Αποστολής, το ιδιωτικό λιμάνι του Βεζύρη, την κρήνη και την πύλη του Σεραγιού, το Ατ-Μεϊντάν με τους αρχαίους οβελίσκους, την Μεγάλη Δεξαμενή. Γίνονται δεκτοί στο ανάκτορο του καπουδάν Χουσσεΐν Πασά6, όπου περιγράφει εκτενώς την τουρκική εθιμοτυπία. Το Β' μέρος του έργου τελειώνει με την περιγραφή, στο Φανάρι, μιάς ελληνίδας πριγκίπισσας, της οποίας η εμφάνιση και η φημολογούμενη ομορφιά του προσώπου τον απογοητεύουν. Περιγράφει μιά πυρκαϊά στο Πέραν, τα νεκροταφεία, τις ακτές του Βοσπόρου και τέλος την πανώλη που έχει ήδη εκδηλωθή και τρόπους αντιμετωπίσεώς της.

Άποψη της Κορώνης από το ενετικό κάτσρο. 1808. CASTELLAN.
 Η περιγραφή του ταξιδιού επιστροφής από την Κωνσταντινούπολη προς Γαλλία με ενδιάμεσο σταθμό στην Πελοπόννησο και η σύντομη περιήγηση του μεσσηνιακού χώρου, καλύπτει τον δεύτερο τόμο του έργου του Kαστελλάν, Lettres sur la Morée.
 Το πλοίο, γαλλικό αυτήν την φορά, αγκυροβολεί στην Κορώνη, στις 18 Ιουνίου 1797, με λύπη το εγκαταλείπει ο Καστελλάν. Η νοσταλγία για την πατρίδα του είναι μεγάλη, αλλά το ίδιο βαθειά είναι και η επιθυμία του να διασχίση την Πελοπόννησο και να φθάση μέχρι την πόλη των Αθηνών. Δυστυχώς η επιθυμία του δεν πραγματοποιείται, αφού ο Γάλλος πρόξενος στην Κορώνη ντε Μπερμόν τον αποτρέπει επισείοντας τους κινδύνους από τους ληστές, οι οποίοι λυμαίνονται την ενδοχώρα. Παραμένει λοιπόν μέσα στα όρια της Μεσσηνίας, έως την 6η Ιουλίου 1797, οπότε επιβιβάζεται σε καΐκι από μικρό λιμάνι βόρεια των Φιλιατρών με προορισμό την Ζάκυνθο7. Από εκεί θα επιστρέψη στην Γαλλία. Η περιγραφή της περιοδείας του στην Μεσσηνία καλύπτει ένδεκα επιστολές από την δεκάτη τετάρτη έως την εικοστήν τετάρτη, αριθμημένες με λατινικά ψηφία (XIV-ΧΧΙV)8. Ακολουθεί σύντομο δρομολόγιο, το οποίο προσδιορίζεται συνοπτικά ως εξής: αποβίβαση και παραμονή στην Κορώνη (XIV-XVIII), αναχωρεί το βράδυ της 26ης Ιουνίου (XIX) με τον σύντροφό του μηχανικό και φυσιοδίφη Στανισλάς Λεβεγιέ (Stanislas Leνeillέ), έναν Ζακυνθινό συνταξιδιώτη, ο οποίος γίνεται ο διερμηνέας και οδηγός τους και τον αγωγιάτη. Ταξιδεύουν χωρίς βαρειές αποσκευές καβάλλα σε μουλάρια, τα οποία προκαλούν τα ευμενή σχόλια του συγγραφέα για το σταθερό βήμα τους και την έμφυτη ικανότητα να ανακαλύπτουν τα κατάλληλα μονοπάτια.  Διασχίζουν την πεδιάδα της Κορώνης, συναντούν το χωριό Χαροκοπιό, παρακάμπτουν την πόλη της Μεθώνης και διανυκτερεύουν σε καταυλισμό Μεσσηνίων βοσκών μέσα στα βουνά (XIX). Στις 27 Ιουνίου συνεχίζουν την πορεία τους έχοντας αυτή την φορά οδηγό ένα δωδεκάχρονο βοσκό, ο οποίος τους οδηγεί στο Ναυαρίνο, μετά από μία σύντομη στάση για ανάπαυση μέσα σε σπηλιά, χειμερινό καταφύγιο των βοσκών (ΧΧ). Στο Ναυαρίνο παραμένουν μία ημέρα, την 28η Ιουνίου, και την επομένη ξεκινούν, χωρίς τον βοσκό, για τα Φιλιατρά (XXIII)9, όπου φτάνουν στις 30 Ιουνίου (XXIII).
 Από τα Φιλιατρά πραγματοποιούν δύο σύντομες εκδρομές την πρώτη στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), την δεύτερη με διανυκτέρευση σε μονή καλογέρων, της οποίας όμως το όνομα δεν αναφέρει. Από τις τοπογραφικές παρατηρήσεις του είναι πιθανό να εννοή την μονή Ευαγγελιστρίας (βλ. κατωτ.). Τέλος, στις 6 Ιουλίου το πρωί (ΧΧΙV), φεύγουν για την Ζάκυνθο. Η περιγραφή της περιηγήσεώς του στη Μεσσηνία διανθίζεται με χαρακτικούς πίνακες από τα χέρι του συγγραφέα, όπου αναπαριστά με καλλιτεχνική ακρίβεια τοπία και σκηνές του μεσσηνιακού χώρου10.
 Στην εισαγωγή του έργου ο Καστελλάν δηλώνει ότι οι περιγραφές του είναι πιστές απεικονίσεις της πραγματικότητας όπως γνωρίζει να την διακρίνη ο καλλιτέχνης11. Το βλέμμα του παρατηρεί και καταγράφει λεπτομερώς την φυσική καλλονή του τοπίου, την ιδιαιτερότητα του κλίματος και των φυσικών φαινομένων, την ιστορική συνέχεια των μορφών και των ενδυμασιών των κατοίκων, τα χρώματα, τα σχήματα, τις αντιθέσεις, με ζωντάνεια και γλαφυρότητα ύφους και με ενθουσιώδη συναισθηματισμό «Ο Καστελάν βλέπει την Ελλάδα ως καλλιτέχνης περιπλανώμενος ανά τους λειμώνας της ποιήσεως και της φαντασίας»12. Άλλωστε και ο ίδιος παραδέχεται ότι η επίσκεψή του ήταν πολύ σύντομη για να του επιτρέψη μία βαθύτερη γνώση και ανάλυση των πραγμάτων «Περιορίσθηκα να δρέψω μερικά άνθη στις παρυφές του δρόμου μου και να υποδείξω τους άφθονους καρπούς, οι οποίοι προσμένουν έναν ταξιδιώτη περισσότερο τυχερό και πληροφορημένο από εμένα»13. Λάτρης του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου, εκδηλώνει την βαθειά του οδύνη στην θέα του ηθικού και υλικού ξεπεσμού της χώρας και των κατοίκων της. Η ψυχή του θλίβεται μπροστά στην αθλιότητα, την αμάθεια και τις ταπεινώσεις που υφίσταται ο «αγροίκος» και «ημιβάρβαρος» λαός, ο οποίος στενάζει κάτω από τον απάνθρωπο ζυγό ενός «ακόμη πιο βάρβαρου» δυνάστη.
 Η χώρα, αποψιλωμένη από ανθρώπους και καλλιέργειες, δεν έχει συνέλθει από τις φοβερές συνέπειες της επαναστάσεως του 1770.14 Βρίσκει την Μεσσηνία σε κατάσταση ερημώσεως. Οι πολιτείες της δεν ζωογονούνται όπως άλλοτε από την βιοτεχνία και το εμπόριο, καταρρέουν σε ερείπια. Οι κάμποι τους είναι σχεδόν έρημοι (XIV). Η καλλιέργεια της γης έχει περιορισθή στην απολύτως αναγκαία παραγωγή καλαμποκιού τροφής για τα ζώα. Οι πλούσιοι ελαιώνες δίνουν μία γραφική ιδιαιτερότητα στο τοπίο παράγουν τον καρπό τους χωρίς προσπάθεια από τους κατοίκους γι' αυτό και το λάδι τους είναι κατώτερης ποιότητας. Η μεσσηνιακή χώρα διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις μιάς πλούσιας συγκομιδής. Οι άριστες κλιματολογικές συνθήκες, η γονιμότητα της γής, ευνοούν τη συστηματική και αποδοτική καλλιέργειά της. Θα ήταν δυνατόν, εκτός των άλλων, να ευδοκιμήσουν εδώ διάφοροι εξωτικοί καρποί. Αποδίδει την έντονη απροθυμία των γηγενών γιά καλλιέργεια της γης στις φορολογικές ατασθαλίες και επιβαρύνσεις, στις αβανίες (avanies)16 και στην κακή διακυβέρνηση των Τούρκων. Οι υπόδουλοι προτιμούν την δύσκολη, αλλά ελεύθερη νομαδική ζωή του βοσκού. 
 Οι Ελληνες κάτοικοι του βουνού είναι αμαθείς και πρωτόγονοι λαός νομαδικός, οκνηρός, αποφεύγει την εύκολη καλλιέργεια της γης και προτιμά την πρωτόγονη ζωή με τα κοπάδια τους (ΧΙV). Διατηρούν όμως, σε αντίθεση με τους παράλιους συμπατριώτες τους, τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής την αγάπη της ελευθερίας, την ειλικρίνεια και ευθύτητα του χαρακτήρα, την φιλόξενη διάθεση, την γνησιότητα στην αμφίεση και την κόμμωση17. Έλληνες και Αλβανοί ορεσίβιοι ζουν νομαδικά και ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Τα γαλακτοκομικά τους προϊόντα είναι περιζήτητα.
 Στις παράλιες πόλεις ζούν οι Τούρκοι και μία ελληνική εύπορη τάξη, η οποία ασχολείται κυρίως με το εμπόριο και μιμείται τους Φράγκους στην αμφίεση και τον τρόπο ζωής18.
 Η πειρατεία είναι πολύ διαδεδομένη στα παράλια. όταν σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο Καστελλάν και οι σύντροφοί του αναγκάζονται να διανυκτερεύσουν σε παραλία, στο ύψος της νήσου Πρώτης, περνούν μία πολύ δυσάρεστη νύχτα στις παρυφές δάσους, το οποίο φημίζεται ως καταφύγιο πειρατών και ληστών (XXII)19. Οι Μανιάτες πειρατές λυμαίνονται συστηματικά τις ακτές και τα νησιά της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. η άγονη χώρα τους ευνοεί την επίδοσή τους στις αρπαγές και τις λεηλασίες που αποτελούν έμφυτη κλίση του χαρακτήρα τους (XV)20.
 Προσκεκλημένος στο σπίτι του μπέη της Κορώνης, ο Καστελλάν εντυπωσιάζεται από ένα είδος χορού-παντομίμας21, τον οποίον εκτελούν δύο νεαροί άνδρες μεταμφιεσμένοι σε ερωτικό ζευγάρι, οι οποίοι με άσεμνες κινήσεις και χειρονομίες προκαλούν τον ενθουσιασμό των θεατών (XVI). Ο χορός αυτός είναι μία πολύ αγαπητή διασκέδαση Ελλήνων και Τούρκων πρόκειται για ένα χορό παντομίμα που θυμίζει το γαλλικό «Jeux des Metiers» (Παιχνίδι των Επαγγελμάτων ή Συντεχνιών)22. Είναι παντομίμα «ιστορικού χαρακτήρα» (une vraie pantomime historique) (XVI)23. ο Καστελλάν είχε επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήση πολύπλοκα δρώμενα (actions Compliquées) από μεγάλο αριθμό ηθοποιών (executées par un grand nombre d' acteurs) με θέματα από την ελληνική μυθολογία, ή από την καθημερινή ζωή και ανεκδοτολογία (XVI)24. Οι γυναίκες επιδίδονται με το ίδιο πάθος στον χορό-παντομίμα, μέσα στο προστατευτικό ημίφως του γυναικωνίτη,
 Σύντομες αλλά θετικές είναι οι παρατηρήσεις του περιηγητού γιά την πόλη των Φιλιατρών και τα περίχωρά της (XXIII). Η συστηματική καλλιέργεια των αγρών αποδίδει πλούσια συγκομιδή σταφυλιών, βάμβακος και ελαιολάδου. Το τοπίο είναι ήρεμο και ευχάριστο. Η πόλη, χωρίς συγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο, είναι σύγχρονης (moderne) κατασκευής, με πλούσιους κήπους και αλσύλλια, ώστε να γίνεται η παραμονή εκεί ιδιαίτερα ευχάριστη. Περιγράφει διεξοδικά την ενδυμασία των γυναικών, η οποία του θυμίζει το αρχαίο ρωμαϊκό δίχρωμο «flammeum»25.
 Από τα Φιλιατρά ο Καστελλάν επισκέφθηκε ένα «μικρό μοναστήρι καλογέρων» σε απόσταση μερικών «μιλίων μέσα στα βουνά» (XXIII). Ένας μοναχός πολύ πιό μορφωμένος από τους άλλους, οδήγησε τους ξένους στο ασκηταριό του και από εκεί στην υψηλότερη κορυφή της οροσειράς, η οποία χώριζε την αρχαία Μεσσηνία από την Αρκαδία. Το μοναστήρι δεν κατονομάζεται26, ο μοναχός παραμένει ανώνυμος, όπως άλλωστε και όλα τα πρόσωπα τα όποια ο περιηγητής συναντά και συναναστρέφεται κατά την διάρκεια της περιοδείας του. Μένει έκθαμβος από την θέα: « Ο πίνακας που αποκαλύφθηκε μπροστά στο βλέμμα μας, μας γέμισε έκπληξη και θαυμασμό». Ακολουθεί μία εκτενής και λεπτομερής περιγραφή και ανάλυση της φυσικής μεγαλοπρέπειας του τοπίου. Το μεγαλείο της ελληνικής φύσεως είναι εφάμιλλο του μεγαλείου της ελληνικής ψυχής. Η φύση και οι Ελληνες κάτοικοι διατηρούν αδιάσπαστη την φυλετική αλυσίδα. Καλεί τους ομοεθνείς του καλλιτέχνες να σπεύσουν για να ανακαλύψουν εδώ «σύγχρονους Ορφείς, Οδυσσείς και τους γνήσιους απογόνους των Σπαρτιατών, τους Μανιάτες». Συνεχίζει με μία εκτενή πραγματεία περί τέχνης με εύστοχες παρατηρήσεις, συγκρίσεις και αναλύσεις, με τις οποίες εκφράζει ανυπόκριτο σεβασμό γιά την αξία της αρχαίας ελληνικής τέχνης και ειλικρινή αγάπη για τους Νεοέλληνες. Ο φιλελληνισμός του, διάχυτος σε ολόκληρο το έργο του, τον κατατάσσει σε μία ξεχωριστή κατηγορία περιηγητών, των οποίων οι περιγραφές, αν και μειονεκτούν ως προς το αυστηρό και ακριβολόγο ύφος, την συστηματική κατάταξη της ύλης, την λεπτομερή και διεξοδική περιγραφή προσώπων, πραγμάτων και τόπων27, μπόρεσαν όμως να μεταφέρουν έως τις ημέρες μας αξιόλογες πληροφορίες για τη ζωή και τον χαρακτήρα των Ελλήνων της εποχής.

Πύλος. 1887. SCHWEIGER LERCHENFELD.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 Υπάρχει στο σημείο αυτό της διηγήσεώς μου ένα κενό που καλύπτει διάστημα αρκετών μηνών το υπόλοιπο δηλαδή τμήμα του θαλάσσιου ταξιδιού μας από το ακρωτήριο Σούνιο μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Την παραμονή μας σ' εκείνη την πρωτεύουσα, καθώς και το ταξίδι επιστροφής από την Κωνσταντινούπολη έως την Κορώνη στο Μοριά. Έχω ήδη αναφέρει στην εισαγωγή του πρώτου τμήματος του έργου μου ότι θα περιορισθώ στην περιγραφή της χερσονήσου αυτής καθώς και των γειτονικών νησιών.
 Επιστρέφοντας στην Γαλλία έτυχε να επιβιβασθούμε σε πλοίο μαζί με ένα λόχο ελαφρού πυροβολικού που είχε μεταβή προηγουμένως στην Κωνσταντινούπολη με επίσημη αποστολή να εκπαιδεύση τους Τούρκους στην τέχνη της γαλλικής στρατηγικής. Σκοπεύαμε να αποβιβασθούμε στα παράλια της Ελλάδας και μάλιστα στις ακτές της Αττικής. Το σχέδιό μας δεν πραγματοποιήθηκε, προσορμισθήκαμε όμως στην Κορώνη του Μοριά. Έμεινα εκεί μαζί μ' έναν από τους συνταξιδιώτες μου, τον κ. Στανισλάς Λεβεγιέ (M. Stanislas Leveille), μηχανικό οδοποιΐας. Είναι τυχερός όποιος συνοδεύεται από φίλο, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται σε χώρες ημιβάρβαρες, όπου είναι ξένος προς τις συνήθειες και την γλώσσα των κατοίκων. Ο κ. Λεβεγιέ έγινε φίλος μου και πέρα από τις ευγενικές περιποιήσεις και την υποστήριξη που εξασφαλίζει η φιλία, βρήκα στο πρόσωπό του έναν αξιαγάπητο και εξαιρετικά μορφωμένο καλλιτέχνη, του οποίου τις συμβουλές και τα παραδείγματα εφήρμοσα πάντα με επιτυχία. Ατυχώς, σημαντικές υποχρεώσεις του (οι εργασίες στη διώρυγα του Ούρκ) δεν του επιτρέπουν να επισυνάψη στις επιστολές μου τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για την στατιστική και την ιστορία του Μοριά, όπου συνέλεξε σπάνια φυτά και έντομα.

1. Έργα του είναι τα ακόλουθα: (1) Lettres sur la Morée, Paris 1808, 2 téuoL. (2) Lettres sur la Grèce, l'Hellespont et Constantinople, Paris 1811. B &köoœn 1819, (3) Description d'une machine propre à puiseI de l'eau en usage dans le Levant, Paris 1811. (4) Mceurs, Usages et Costumes des Ottomans, Paris 1812, (3) Lettres sur l'Italie, Paris 1819,3 τόμοι. (6) Fontain εblεall, Paris 1840, μεταθανάτια έκδοση εμπλουτισμένη με 85 υδατογραφίες του συγγραφέως. Oλα τα έργα του Καστελλάν συμπεριλαμβάνουν χαρακτικούς πίνακες του ιδίου με ακριβείς απεικονίσεις τοπίων, αρχαίων μνημείων, συγχρόνων οικοδομών και μηχανών, τοπικών ενδυμασιών και ανθρωπίνων τύπων που επέσυραν την προσοχή του καλλιτέχνη,
2. Οι Επιστολές απευθύνονται στην κ. Λε Μοοννιέ (Mme le Monnier).
3. Απέβλεπε κυρίως στην επιβολή ευρωπαϊκής πειθαρχίας στό στράτευμα. Είχε ώς επακόλουθο την βίαιη εκθρόνιση του σουλτάνου Σελίμ Γ' μετά από στρατιωτική επανάσταση.
4. Λεσσέπς, Ματθαίος (1774-1832), Γάλλος διπλωμάτης. Πατέρας του κόμητος Φερδινάνδου Λεσσέπς (1805-1894).
5. Kirlanguith: ταχύπλοο πλοιάριο.
6. Αρχιναύαρχος του τουρκικού στόλου. Ο Καστελλάν τον περιγράφει ώς άνδρα πενήντα περίπου ετών, ψηλό και αδύνατο, με πρακτικό και λογικό πνεύμα.
7. Από γεωγραφική άποψη, οι πληροφορίες του Καστελλάν περιορίζονται έτσι στην δυτική και νοτιοδυτική πλευρά της Μεσσηνίας ένα μεγάλο μέρος του οδοιπορικού του ακολουθεί μεσόγεια διαδρομή.
8. Οι λατινικοί αριθμοι παραπέμπουν στις «Επιστολές». Η XXV και τελευταία επιστολή, η οποία δεν περιελήφθη στην παρούσα μετάφραση, έχει ώς θέμα την περιγραφή της πόλεως της Ζακύνθου και τών εθίμων τών κατοίκων της.
9. Ακολουθούν ένα αρχαίο δρόμο με καλοδιατηρημένη πλακόστρωση (καλντερίμι και με πηγές νερού σ' όλο το μήκος του.
10. Οι πίνακες αυτοί, οκτώ συνολικά, είναι οι ακόλουθοι: (1) Πίν,15 (XV), Αποψη τής Κορώνης (2) Πίν.16 (XVI), Αποψη του φρουρίου της Κορώνης από την θάλασσα. (3) Πίν,17 (XVIII), Πηγάδι με αντλία. (4) Πιν.18 (XX), Σπηλιά στο βουνό. Χειμερινό καταφύγιο βοσκών με κολώνες αρχαίου ναού στην είσοδό του. (5) Πίν.19 (ΧΧ), Αποψη Ναυαρίνου με το αρχαίο υδραγωγείο. (6) Πίν.20 (XXI), Κρήνη με αρχαίες κατασκευές στό Ναυαρίνο. (7) Πίν.2 (XXII), Οικογένεια Αλβανών. (8) Πίν.22 (ΧΧΙΙ), Είσοδος της πόλεως τών Φιλιατρών.
11. « Ο ποιητής οφείλει να μιμήται την φύση, εάν θέλη να διατηρήση την ομοιότητα που απαιτείται από μία απεικόνισή της. (...) Τα σχέδιά μου είναι κατά κάποιο τρόπο τεκμήρια της ακρίβειας τών περιγραφών μου». (Εισαγωγή, Ι.ettres sur la Morέe, Paris 1808).
2. E. Bουραζέλη. Ο βίος του Ελληνικού λαού κατά την Τουρκοκρατίαν επί τη βάσει τών ξένων περιηγητών, τεύχ.Α , εν Αθήναις 1939, σ.229.
I3. «Je me suis contenté de cueillir quelques fleurs, sur les bords de ma route, et d'indiquer les abondantes moissons qui attendent un voyageur plus heureux et plus instruit». (Eicsœytoyń, Lettres sur la Morée, Paris 1808),
14. Τα δραματικά γεγονότα τών Ορλωφικών, την τραγική τους έκβαση, την καταστρεπτική αλβανική εννεάχρονη λαίλαπα η οποία απεδεκάτισε τον πληθυσμό της Πελοποννήσου, ελληνικό και τουρκικό, και την τελική απαλλαγή της χώρας από αυτούς, διηγείται στόν Καστελλάν ένας γέρο-Μαραΐτης, ό όποιος συμμετείχε στην επανάσταση του 1770 ώς οπλαρχηγός. Μετά την καταστροφή επήρε, μαζί με άλλους Ελληνες, τόν δρόμο της ξενιτειάς και στην πατρίδα του επέστρεψε μετά από πολλές περιπλανήσεις σε ξένες χώρες, για να γίνη βοσκός και να ζήση ελεύθερος και υπερήφανος επάνω στα βουνά. Ο Καστελλάν θαυμάζει την επιβλητική προσωπικότητα του γέροντα το υπερήφανο φρόνημα και ό φλογερός πατριωτισμός του κινούν τόν σεβασμό του συγκινείται από τις φιλόφρονες περιποιήσεις που δέχεται από τους φιλόξενους αυτούς βοσκούς. Προσφέρει χρήματα και δέχεται ώς ράπισμα την υπερήφανη αντίδραση του Μοραΐτη: «είχε προσφέρει την φιλοξενία του και δεν μάς την είχε καθόλου πουλήσει». Στις υποσημειώσεις 7, 8, 11, 12 της Επ. XIX ό Καστελλάν εκθέτει την πορεία τών γεγονότων όπως τα διηγείται σ' αυτόν ό Γάλλος πρόξενος ντε Μπερμόν. Οι πληροφορίες αυτές φωτίζουν ορισμένες πτυχές της Επαναστάσεως. ας σημειωθή ότι ο Καστελλάν θεωρείται μία από τις ιστορικές πηγές τών γεγονότων του 1770 βλ. Tάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Τα Ορλωφικά. Η εν Πελοποννήσω Επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Αθήναι 1967, σ.45, κά.- Κ., Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 1700-1800, τόμ.Β', Αθήνα 1984, σσ.677-683.
15. Στην Επιστολή XIX, υποσ. 3, περιγράφεται λεπτομερώς το φυτό του καλαμποκιού και ό καρπός του.
16. Αβανιές: επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις άσχετες με τις φορολογικές ετήσιες υποχρεώσεις τών υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που σκοπό είχαν να καλύψουν τα προσωπικά και διοικητικά έξοδα τών Τούρκων αξιωματούχων. Βλ. Κ. Σιμόπουλου, ένθ' ανωτ., σ.670, σημ. Ι.
17. «Τα ρούχα τών Ελλήνων είναι ακόμη και σήμερα όμοια με εκείνα που ήσαν κάποτε (...). Οι χωρικοί καλύπτουν το σώμα τους μόνο με ένα κοντό χιτώνα... Βλέπει ακόμη κανείς τα νεανικά τους κεφάλια στολισμένα με ξανθά σγουρά μαλλιά που πλαισιώνουν το μέτωπο και πέφτουν στους ώμους. Η κόμμωση τών γυναικών αντιγράφει την κόμμωση των νεαρών κοριτσιών της Λακεδαίμονος ή των Αθηνών: τα μακριά μαλλιά τους είναι χωρισμένα σε πολυάριθμες πλεξίδες, που αφήνουν ελεύθερες ή τις δένουν με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, άλλοτε επάνω στο μέτωπο σαν διάδημα, άλλοτε μαζεμένες σε σπείρες πίσω στο κεφάλι, ή συγκρατημένες με μικρές κορδέλλες» (XXIII).
18. «Επήγαμε στο σπίτι κάποιου Ελληνα πράκτορα της Γαλλίας. Η εμφάνισή μας αυτή ερχόταν σε αντίθεση με τη βαρυφορτωμένη από κεντήματα ενδυμασία τών πλούσιων Μοραϊτών. Οι Ελληνες... διεφθάρησαν όμως από τη συναναστροφή τους με εκείνους που ονομάζουν Φράγκους και τών οποίων τα ελαττώματα δανείσθηκαν» (XXI).
19. «Μετά τον τελευταίο πόλεμο, παρέμεινε στο Μοριά ένα πλήθος ανυπότακτοι, οι όποιοι ζουν μόνο από τις λεηλασίες. Αυτή η μάστιγα αφαιρεί πολλά εδάφη από την καλλιέργεια. Οι Μοραΐτες φοβούνται να κτίσουν τα χωριά τους πολύ μακριά από τις πόλεις και έτσι αφήνουν ακαλλιέργητο ένα μεγάλο τμήμα αυτής της ωραίας χώρας. Αυτές οι ακατοίκητες περιοχές και τα νησιά που βρίσκονται κοντά στις εκβολές τών ποταμών, γίνονται έτσι καταφύγια ληστών, οι οποίοι κάνουν επιθέσεις στα μικρά πλεούμενα και μερικές φορές μάλιστα κατορθώνουν να καταλάβουν εμπορικά πλοία» (XXII).
20. Ο Καστελλάν αφιερώνει ένα μεγάλο τμήμα της Επιστολής XVI στους Μανιάτες, τον χαρακτήρα τους, τα ήθη, τα έθιμά τους καθώς και το διοικητικό τους σύστημα. Οι Μανιάτες είχαν αποκτήσει την φήμη ανθρώπων άνομων και σκληρόψυχων. «Λαός κακός, σκληρός, άπιστος, απάνθρωπος, εν μιά λέξει, Ελληνικός...». Ε. Βουραζέλη, ένθ' ανωτ., σ.92, σημ.4. Βλ. επίσης Κ., Σιμόπουλου, ένθ' ανωτ., σ.727.
2I. «Οι σύγχρονοι Ελληνες έχουν διατηρήσει τους περισσότερους αρχαίους χορούς που έπαιρναν την ονομασία τους από τα δρώμενα» (XVI). Ο Καστελλάν παραπέμπει στον σύγχρονό του Γάλλο περιηγητή Γκυ (Ouys, Pierre Augustin, 1720-1799) επίσης στό έργο του Λουκιανού «Περί ορχήσεως», Για τις λαογραφικές αναφορές του περιηγητού Guys βλ. Στεφ. Hμέλλου, Λαογραφικαί ειδήσεις παρά τώ Γάλλω περιηγητή Ρ. Aug. de Guys, Ertet. Adoyp. (F960-1961), σ.204–252 και του αυτού, Ειδήσεις περι τών ελληνικών χορών και μουσικής παρά τώ περιηγητή P. Aug. de Guy S, ένθ' ανωτ. ΙΕ -ΙΣΤ' (1962-1963), σσ. 14-30,
22. Jeux: γαλλικές μεσαιωνικές θεατρικές παραστάσεις παντομίμας. J. Lanson, Histoire de la littérature Française, Paris 1951, σ.203.
23. Περί Βυζαντινής προελεύσεως του είδους αυτού διασκεδάσεως παντελώς άγνοεί ο Γάλλος περιηγητής. Βλ. Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Αθήναι 1949, τόμ. Γ', σσ. 267-268. Το ύ αυτού, ένθ' ανωτ., τόμ.E , σσ.192-193, 198-199,
24. Η αναφορά αυτή σε θιάσους στοιχειοθετεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα εάν δηλαδή υπήρχαν συγκροτημένοι επαγγελματικοί θίασοι στην Πελοπόννησο και ποιό το περιεχόμενο τών σκηνικών αυτών παραστάσεων. Εάν δηλαδή ήσαν αποσπασματικές σκηνές (επεισόδια) από ελληνικές θεατρικές πράξεις επηρεασμένες λ.χ. από το Kρητικό θέατρο, ή ήσαν αυθόρμητες, αυτοσχέδιες παραστάσεις.
25. Πρβλ. Φ. Κουκουλέ, ένθ' ανωτ., τόμ. Β', Αθήναι σ.40 και τόμ. Α', σσ.101-103. J.P.V.D. Balsdon , Ρωμαίες Γυναίκες. Η ιστορία και τα έθιμά τους, (μετάφρ. Ν.Πετρόχειλου), Αθήναι1984 (έκδ.ΜΙΕΤ), σ.240.
26. Πρόκειται για το μοναστήρι της Εύαγγελίστριας που βρίσκεται νοτιοανατολικά της πόλεως τών Φιλιατρών κοντά στο μοναστήρι υπάρχει ή «Βρύση της Βαγγελίστρας», στην οποίαν εστάθμευσε ο Καστελλάν κατά την διάρκεια της σύντομης αυτής επισκέψεώς του και εχάραξε στην πρόσοψή της το όνομά του (CASTELLAN) ώς ανάμνηση τής διελεύσεώς του. Βλ. σχετικώς στον Π. Χ. Παπαχριστόπουλον. Η φραγκική βρύση της Βαγγελίστρας Φιλιατρών, «Φιλιατρά», έτος 7ο, τχ. 27 (Αύγουστος 1963), σ.10 (ενθύμημα 4o),
27. Οι αρχαιολογικές πληροφορίες του Καστελλάν είναι περιστασιακές. Τα αρχαία μνημεία παρουσιάζουν γι ' αυτόν μόνο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Τα αρχαία γεγονότα που συνδέονται με τους χώρους και τα μνημεία αντλεί ο Καστελλάν από τα έργα άλλων συγχρόνων συγγραφέων περιηγητών καθώς και από τις προσωπικές αναμνήσεις του Γάλλου προξένου τής Κορώνης ντε Μπεμμόν. Ο ίδιος περιορίζεται σε μία σύντομη και ατελή περιγραφή αρχαίων ναών, δρόμων, κρηνών, υδραγωγείων και λουτρών. Αντιθέτως οι περιγραφές του συγχρόνων οικιών μέσα στις πόλεις όπου παρέμεινε για λίγο, τών ενδιατημάτων βοσκών μέσα στα βουνά, είναι λεπτομερείς και διεξοδικές. Ενα παράδειγμα περιγραφής αρχαίου μνημείου από τον Καστελλάν στην Επιστ. XVI είναι το εξής: στην Κορώνη είδε, εκτός τών τζαμιών και λουτρών, και «μία βρύση με άφθονο νερό που μεταφέρεται από αρχαίο υδραγωγείο». Προσθέτει την παρατήρηση ότι «ίσως τό νερό αυτό προέρχεται από την πηγή, η οποία, κατά τον Παυσανία, βρισκόταν στη ρίζα πλατάνου και έφερε την ονομασία του δένδρου». Ταυτίζει πρόχειρα την Κορώνη με τις αρχαίες Κολωνίδες του Παυσανία, όπου και η πηγή τών Πλατανιστών (Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις, IV, 34, 4 (έκδ. Ν. Δ. Παπαχατζή, Αθήνα 1979, σ. 153).

Παραδοσιακές ενδυμασίες της Μεσσηνίας. 1887. SCHWEIGER LERCHENFELD.
EΠΙΣΤΟΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΣΗΡΙΓΟ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΟ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ XIV (14η)
Κορώνη, 18 Ιουνίου 1797
Επιστροφή στο Μοριά1 γενική επισκόπηση της χώρας αυτής και του Ελληνικού Αρχιπελάγους- πιθανά αίτια της νησιωτικής ξηρασίας σε σύγκριση με την ευφορία της ηπειρωτικής χώρας.

 Με λύπη μας αποχωρισθήκαμε τους συνταξιδιώτες μας, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν γίνει φίλοι μας. Επιθυμούσαν να καλύψουν γρήγορα την απόσταση που μάς χώριζε από την Γαλλία. Επιθυμούσαμε και εμείς να ξαναδούμε την πατρίδα μας, αντισταθήκαμε όμως στην ανυπομονησία μας. Μόλις φθάσαμε στο Μοριά, του οπoίoυ είχαμε διατρέξει ήδη στο παρελθόν με έντονο ενδιαφέρον ένα μεγάλο τμήμα, προσορμισθήκαμε στη Κορώνη2 και μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία να γνωρίσωμε καλύτερα αυτήν τη σπουδαία χώρα εξ άλλου, ο κ. ντε Μπερμόν (M. de Bermont), γενικός πρόξενος της Γαλλίας στο Μοριά, μας υποδέχθηκε με ευγένεια. Η μακρόχρονη παραμονή του σ' αυτήν την χώρα του έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήση επιτόπιες σχέσεις, που θα μας φανούν πολύ χρήσιμες θα μας δώση τα μέσα να κάναμε τις παρατηρήσεις μας αποτελεσματικά και να ταξιδεύσωμε με ασφάλεια. Μετά από δικές του προτροπές εγκαταλείψαμε τα σχέδιά μας να επισκεφθούμε την Αθήνα. Κανένα πλοίο άλλωστε δεν προσφέρθηκε να μας οδηγήση εκεί. Ο ίδιος μάς πληροφόρησε ότι ο χερσαίος δρόμος ήταν αδιάβατος. Θα έπρεπε να διασχίσωμε τα βουνά της Μάνης, όπου οι κάτοικοι βρίσκονται σχεδόν πάντοτε σε εξέγερση εναντίον των Τούρκων και επειδή από τη φύση τους είναι ανήσυχοι και καχύποπτοι, δεν βλέπουν με καλό μάτι τους ξένους, απέφυγε ακόμη και να μας ξεναγήση ό ίδιος σ' αυτή την άγρια χώρα. Πρέπει λοιπόν να περιορισθούμε σε επιτόπιες παρατηρήσεις. Άλλωστε η Πελοπόννησος είναι από μόνη της σε θέση να ξυπνήση μέσα μας μεγαλειώδεις μνήμες. Είμαστε σε χώρα κλασσική. Ο Μοριάς είναι λιγότερο γνωστός από την Αττική, επειδή προσφέρει ελάχιστες αρχαιότητες και γι ' αυτό δεν έχει ακόμη εξερευνηθή σε όλη του την έκταση. Παραγκωνίζεται γιατί είναι φτωχός σε αρχαιότητες, θα μάς δώση πάντως υλικό για ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Θα τον επισκεφθούμε για δεύτερη φορά και ίσως μας αποκαλύψη πράγματα που δεν προσφέρονται σε ευνοϊκές κρίσεις, η πρωτοτυπία τους όμως ξυπνά το ενδιαφέρον. Στην Αθήνα θα ακολουθούσαμε μοιραία τα βήματα των προγενεστέρων μας. Τι θα μάς αποκάλυπταν
οι κολώνες αυτών των ναών, που έχουν ήδη γίνει άπειρες φορές αντικείμενα μετρήσεων και περιγραφών; Αντίθετα στο Μοριά, μία πέτρα που είχε μείνει αιώνες απαρατήρητη, μία τοποθεσία που δεν έχει αποτυπωθή από κανένα καλλιτέχνη, θα είναι αξιόλογες ανακαλύψεις. Στην Αττική θα ακολουθούσαμε την πεπατημένη εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να ανοίξωμε οι ίδιοι δρόμο. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που θα συναντήσωμε και κάνοντας νέες κατακτήσεις, θα γίνω με παράδειγμα προς μίμηση στους μεταγενεστέρους.
 Η Πελοπόννησος, λίκνο των ημιθέων της μυθολογίας, πεδίο αξιόλογων γεγονότων, πατρίδα ενδόξων ανδρών, είναι σήμερα πηγή μελαγχολικών παρατηρήσεων για τον ταξιδιώτη. Από την αρχαία της δόξα και αίγλη η χώρα αυτή διετήρησε μόνον όσα οι άνθρωποι δεν κατάφεραν να αφαιρέσουν από την φύση της. Η γη αυτή έχασε τους θησαυρούς και τα μνημεία της, διετήρησε όμως την κλιματολογική ομορφιά της και την γονιμότητα του εδάφους της, αστείρευτες πηγές αληθινών θησαυρών. Από ορισμένες πλευρές, μπορούμε να συγκρίνω με το σημερινό Μοριά με εκείνο που ήταν στους ηρωϊκούς χρόνους της Ελλάδας: οι κάτοικοί της δηλαδή είναι το ίδιο αγροίκοι, το ίδιο αμόρφωτοι. Η φύση έχει επανακτήσει τα δικαιώματά της. το έδαφος, από τη μακροχρόνια αδράνεια, την έλλειψη καλλιέργειας και τη διασπορά των κατοίκων, έγινε σχεδόν το ίδιο παρθένο όσο και άλλοτε. Θα αναπτύξω τις αιτίες της γονιμότητας του εδάφους της χώρας, επιδιώκοντας συγχρόνως να εκθέσω τα αίτια της ξηρασίας των περισσότερων νησιών της Ελλάδας.
 Η ανάγνωση αρχαίων συγγραφέων που αναφέρονται στο ελληνικό Αρχιπέλαγος, παρουσιάζει στο πνεύμα μας μία γοητευτική εικόνα: βλέπει κανείς με την φαντασία του τα μακάρια αυτά νησιά στολισμένα με πλούσια βλάστηση, τις λαμπρές και ακμάζουσες πόλεις τους με τα ανάκτορα και τους μεγαλοπρεπείς ναούς να περιβάλλωνται από κήπους και αλσύλλια. Φανταζόμαστε ένα λαό ευτυχισμένο και προικισμένο με όλα τα δώρα της φύσεως και των τεχνών να κατοική αυτούς τους τόπους. Πόσο απέχει η σημερινή πραγματικότητα από εκείνες τις λαμπρές εποχές, των οποίων οι μνήμες έχουν διασχίσει τους αιώνες. Όταν επισκέπτεται κανείς τους ίδιους αυτούς τόπους, δεν πιστεύει αυτό που βλέπει, απορεί όταν ακούη να αποδίδωνται ένδοξα ονόματα σε άγονους βράχους. Μερικές κολώνες που υψώνονται ακόμη μέσα από τα ερείπια μαρτυρούν, πράγματι, την μεγαλοπρέπεια των αρχαίων Ελλήνων. Το πνεύμα εξυψώνεται στιγμιαία μαζί τους, η καρδιά όμως του θεατού σφίγγεται, όταν τα βλέμματά του πέφτουν ξανά στο τοπίο και όταν αναλογίζεται τους δυστυχισμένους κατοίκους. Οι θλιβερές αυτές αλλαγές μπορούν να αποδοθούν σε φυσικά αίτια που οφείλονται στο καταστρεπτικό ανθρώπινο χέρι, την αδυναμία και την απρονοησία των κυβερνήσεων που δεν υποστήριξαν τη φύση, ούτε διαφύλαξαν την αρμονία και την ισορροπία που η φύση προσπαθεί πάντα να αποκαταστήση. Όταν οι πρώτοι Έλληνες εγκατέλειψαν την άγρια ζωή και έγιναν γεωργοί, αναγκάστηκαν να ξεχερσώσουν πρώτα τις κοιλάδες και τις πλαγιές των λόφων: πολύ γρήγορα, η ανάπτυξη του πληθυσμού, των τεχνών και των αναγκών, τους υποχρέωσε να απογυμνώσουν τα βουνά από τα παρθένα δάση. Καθώς όμως άρχισαν να σπανίζουν σταδιακά τα δάση, οι άνθρωποι εννόησαν καλύτερα τα πλεονεκτήματα και τη χρησιμότητά τους στα θερμά αυτά κλίματα, γι ' αυτό το λόγο εγκατέστησαν στα αλσύλλια προστάτιδες θεότητες και ναούς, τους οποίους εσεβάσθηκαν οι άνθρωποι επί αιώνες3. Τέλος, οι ναοί των Ελλήνων κατέρρευσαν μαζί με τη θρησκεία τους, τα ιερά δάση εκόπησαν. Από τότε τα σύννεφα δεν στάθηκαν ξανά επάνω στο απογυμνωμένο μέτωπο των βουνών, τα ποτάμια που επήγαζαν σ' αυτά τα βουνά έπαψαν να γονιμοποιούν τις πεδιάδες, το έδαφος διαβρώθηκε από χειμάρρους που έσειραν στο πέρασμά τους το καλλιεργήσιμο χώμα, αφήνοντας γυμνούς τους βράχους και παρασύροντας συγχρόνως τα θραύσματά τους στο εσωτερικό των πεδιάδων4. Γενικά η εμφάνιση των νησιών του Αρχιπελάγους, στηρίζει την αξιοπιστία αυτής της θεωρίας. Το γεγονός ότι η ηπειρωτική χώρα δεν γνώρισε αυτές τις ανακατατάξεις με τον ίδιο αισθητό τρόπο, πρέπει να αποδοθή στην διαφορά που υπάρχει στην διαμόρφωση του εδάφους.
 Τα νησιά του Αρχιπελάγους είναι ορεινά. μία προσεκτική παρατήρηση μας αποκαλύπτει ότι τα βουνά ακολουθούν μία γραμμή ομαλή και αναλλoίωτη. Τα μικρότερα από αυτά τα νησιά έχουν σχήμα πυραμοειδές ή κωνικό με κλίση όλων των πλευρών προς την θάλασσα. Άλλα νησιά σχηματίζουν ένα σύνολο λόφων εφαπτόμενων, ή ακολουθούν μία σειρά, σχηματίζοντας έτσι μία αλυσίδα. Αυτές οι διατάξεις ευνοούν την ύδρευση των εδαφών, με την προϋπόθεση βέβαια να καλύπτωνται οι κορυφές τους από δάση. Μόλις όμως λείψουν τα δάση, η διάταξη αυτή γίνεται καταστρεπτική, καθώς η κλίση της πλαγιάς επιτρέπει στα νερά να παρασύρουν σταδιακά την καλλιεργήσιμη γή.

Η Αρκαδική Πύλη της αρχαίας Μεσσήνης. 1887. SCHWEIGER LERCHENFELD.
 Η ηπειρωτική χώρα και τα μεγάλα νησιά γνώρισαν πολύ μικρότερες καταστροφές, διότι το έδαφός τους διασχίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις από ξεχωριστές οροσειρές, αντι από ομάδα βουνών ή μιάς οροσειράς. Αυτές οι οροσειρές διακόπτονται στα ενδιάμεσά τους από μικρά άνισα τμήματα, όπως λόγου χάρη είναι οι κοιλάδες που παρεμβάλλονται ανάμεσά τους. Τα σύννεφα, σπρωγμένα στις κορυφογραμμές των βουνών, συνωστίζονται μέσα στους φυσικούς αυτούς περιβόλους. Συσσωρεύονται εκεί σταδιακά και διαλύονται τέλος με τη βροχή. Τα νερά, μη έχοντας εύκολη διέξοδο, αποθηκεύονται στα υψηλότερα οροπέδια, τροφοδοτούν τις πηγές και τα ρυάκια περνώντας έτσι από την μία κοιλάδα σε άλλη χαμηλότερη και σχηματίζουν τα ποτάμια που κάνουν την χώρα πλούσια σε παραγωγή.
 Η χερσόνησος του Μοριά ανήκει στην τελευταία κατηγορία. Αρκεί να παρατηρήση κανείς τον χάρτη της χώρας αυτής για να διαπιστώση ότι η γενική διάρθρωση του Μοριά5, άν μπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση αυτή, θα πρέπει να διαφύλαξε τα πρωταρχικά στοιχεία της γονιμότητας του εδάφους. Πράγματι, αυτή η αιτία καθώς και το εύκρατο κλίμα κάνουν, ακόμη και σήμερα, το έδαφος του Μοριά κατάλληλο για καλλιέργειες κάθε είδους. Οι πεδιάδες δίνουν ποικιλίες καρπών, καθώς και το φυτό που παράγει το βαμβάκι. Τα αμπέλια παράγουν ένα γλυκύτατο κρασί. Η ποικιλία αυτή είναι γνωστή με την ονομασία «uva passa» ή κορινθιακό σταφύλι, επειδή παράγεται σ' αυτή την περιοχή. Είναι η μοναδική πηγή εσόδων της Ζακύνθου και θα μπορούσε να βοηθήση στη δημιουργία ενός εκτεταμένου κλάδου εμπορίου. Στα παράλια, καλλιεργούνται ελαιόδενδρα πολύ ωραιότερα από εκεί να της Ιταλίας και του γαλλικού Νότου, τα μεγαλόπρεπα αυτά δένδρα φαίνονται να είναι πολύ γέρικα. Οι παγετώνες δεν τα πείραξαν και δεν έμειναν ποτέ χωρίς καρπό. Μερικά από αυτά είναι, σύμφωνα με την παράδοση, αιωνόβια. Ο καρπός της ελιάς είναι ωραίας και το λάδι που παράγει χρειάζεται μόνο μία πιό επιμελημένη διεργασία για να γίνη τέλειο. Οι πορτοκαλιές και οι λεμονιές σχηματίζουν φυσικά άλση. Αναπτύσσονται χωρίς συστηματική καλλιέργεια και στολίζουν τις ερημιές. Ρητινόδενδρα πολλών ειδών καλύπτουν τα βουνά. Ανάμεσά τους και εκείνο από το όποιο παράγεται η μαστίχα6. Στα βουνά επίσης τρέφεται ένας μεγάλος αριθμός κοπαδιών από τα πολυάριθμα αρωματικά χόρτα που φυτρώνουν ελεύθερα στις ακαλλιέργητές εκτάσεις τους, και είναι ανώτερα και από τα πλουσιώτερα βοσκοτόπια. Γι' αυτό το λόγο, το γάλα, το βούτυρο και τα τυριά του Μοριά είναι περιζήτητα και εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες. Σε ορισμένες περιοχές η οικοδομική ξυλεία είναι πρώτης ποιότητας. Θα μπορούσε επίσης να αναπτυχθή πλούσια μελισσοκομία, συχνά οι βοσκοί βρίσκουν πλήθη μελισσών συγκεντρωμένα στις κουφάλες γέρικων δένδρων. Θα μπορούσαν επίσης να εγκλιματισθούν εύκολα εδώ οι καρποί και γενικώτερα η παραγωγή των Δύο Ινδιών. Ένας Γάλλος έμπορος εγκατεστημένος στην Κορώνη το επεχείρησε με θετικά αποτελέσματα. Τέλος, δεν υπάρχει περιοχή που να μην έχει προικισθή πλουσιοπάροχα από τη φύση. Οι Μοραΐτες δεν μπορούν ούτε να συμβάλλουν στην παραγωγικότητα της φύσεως, ούτε να εκμεταλλευθούν τις προσφορές της, όσο θα ζουν ταπεινωμένοι κάτω από την καταπιεστική τυραννία. Οι πόλεμοι, οι αλλεπάλληλες εισβολές ξένων λαών, διεσκόρπισαν τους κατοίκους της Πελοποννήσου. Τους τελευταίους αιώνες η χώρα δέχθηκε διαδοχικές εισβολές από Γάλλους μισθοφόρους, Γενοβέζους, Βενετσάνους και Τούρκους: Η ερήμωση της όμως έγινε περισσότερο αισθητή μετά την εισβολή των Αλβανών: η γεωργία παραμελήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη παράγεται η απαραίτητη ποσότητα αγαθών για την διατροφή των λιγοστών κατοίκων της. Όσο θα καταδυναστεύωνται από το τουρκικό δεσποτισμό οι Ελληνες, οι οποίοι αποτελούν το σύνολο του εργατικού δυναμικού αυτής της χερσονήσου, δεν υπάρχει ελπίδα προόδου7. Άλλοτε η πυκνότητα του πληθυσμού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε συχνά μετανάστευαν με τη θέληση τους για να εγκατασταθούν ως άποικοι στα γειτονικά νησιά καθώς και στη Σικελία ή την Ιταλία. Αυτή η πρωτοβουλία στη μετανάστευση ανακούφιζε την πατρίδα τους και μεγάλωνε την επιρροή της. Οι Έλληνες μετέφεραν τις επιστήμες, τις τέχνες και τη νομοθεσία τους σε φιλόξενους λαούς.
 Σήμερα οι Μοραΐτες εξακολουθούν να μεταναστεύουν και μάλιστα συχνά. Εγκαταλείπουν όμως την πατρίδα τους ως πρόσφυγες και φθάνουν στις ξένες χώρες με την απόγνωση στη ψυχή από την αθλιότητα, την αμάθεια και τις ταπεινώσεις. Οι πολιτείες τους δεν ακμάζουν όπως άλλοτε στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Ερειπώνονται αντί να αναπτύσσωνται και να αναβαθμίζωνται. Οι κάμποι τους είναι άλλοτε σχεδόν ερημωμένοι, άλλοτε κατοικημένοι σποραδικά από ένα λαό πλάνητα και φυγόπονο, ο οποίος προτιμά μία εξαχρειωμένη ζωή κοντά στα κοπάδια του, από τις εύκολες αγροτικές εργασίες που του εξασφαλίζει η εύφορη γή. Είναι ένας τρόπος να αποφεύγουν τις φορολογίες. Αλλάζουν περιοχή μόλις τα κοπάδια τους εξαντλήσουν τους βοσκότοπους, διασχίζοντας τους πιο απόμερους τόπους. Μία δίκαιη όμως και ευεργετική διακυβέρνηση θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη τους και δεν θα είχαν τον φόβο μήπως τους αφαιρεθούν οι καρποί των κόπων τους. Θα τους βλέπαμε να επιστρέφουν ομαδικά και να εγκαθίστανται στις πόλεις, να κτίζουν μόνιμες κατοικίες στα χωριά, να ασχολούνται με την γεωργία και με τις τέχνες. Η Πελοπόννησος θα γινόταν πάλι κέντρο διαμετακομιστικό του εμπορίου στην Ανατολή και θα βλέπαμε ίσως να αναδύωνται μέσα από τα ερείπια τους η μεγαλοπρεπής Λακεδαίμων και άλλες διάσημες πόλεις που κατοικούνται από σύγχρονους Έλληνες, άξιους απογόνους ενός από τους πρώτους λαούς της γής.

1. Ο Μοριάς ή Πελοπόννησος είναι μία μεγάλη χερσόνησος στο νότιο τμήμα της Ελλάδας. συνδέεται με αυτήν από έναν αρκετά στενό ισθμό ανάμεσα στους κόλπους Κορινθιακό (lepante [Ναυπάκτου]) και Σαρωνικό (Engia). Κατοικείται από τρία έθνη: Τούρκους, Ελληνες και Αλβανούς. Κυρίαρχοι είναι οι Τούρκοι, εγκατεστημένοι στις μεγάλες πόλεις οι Ελληνες ασχολούνται με το εμπόριο ή με την γεωργία οι Αλβανοί έχουν αναλάβει την φύλαξη τών κοπαδιών. Ο πασάς ή μουτζελλίμ (Mutzellim) κυβερνά από την έδρα του την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της χώρας, στο κέντρο περίπου της χερσονήσου. Έχει στη δικαιοδοσία του μπέηδες, διοικητές διαφόρων οχυρών, όπως η Κόρινθος, η Πάτρα, το Ναύπλιο (Napoli de Romanic), ο Μυστράς, η Μονεμβασία (Napoli de Malvoise), η Κορώνη, η Μεθώνη και το Ναυαρίνο. Υπάρχουν όμως ορισμένες προνομιούχες κώμες (cantons), όπου έχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα επιτηρήσεως, για παράδειγμα η Γαστούνη, η οποία, άν και έχει Τούρκους κατοίκους, αυτοδιοικείται με ειδικό συμβούλιο. Στο μεσημβρινό τμήμα της χερσονήσου είναι η χώρα των Μανιατών, οι όποιοι έχουν κάποια μορφή ανεξαρτησίας. Είναι Ελληνες πρόσφυγες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. πληρώνουν ένα μικρό φόρο υποταγής στον Πασά, με τον οποίο βρίσκονται συχνά σε εμπόλεμη κατάσταση. Στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου υπάρχει τα έθνος των Τσακώνων (Chakonίοtes). είναι λαός σκληροτράχηλος, καλοί στρατιώτες, εξαιρετικά αφοσιωμένοι. Οι Αλβανοί κατοικούν κυρίως τα βόρειο τμήμα της χερσονήσου, στην ενδοχώρα.
Η χερσόνησος αυτή εκτείνεται ανάμεσα στον 36ο και 38ο βαθμό του βορείου γεωγραφικού πλάτους και ανάμεσα στον 19ο και 21ο βαθμό γεωγραφικού μήκους του μεσημβρινού των Παρισίων. Έχει μήκος σχεδόν τριανταπέντε λευγών από νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά, ξεκινώντας από το ακρωκτήριο Ακρίτας (Gallo) ώς τον Ισθμό της Κορίνθου πενήντα λευγες μήκος περίπου, από νοτιοανατολικά προς βορειοδυτικά, από το ακρωτήριο Μαλέας ή αγίου Αγγέλου (Malio ou Saint- Ange) μέχρι την Πάτρα και περίπου σαράντα πλάτος από δυτικά προς ανατολικά, ξεκινώντας από το ακρωτήριο της Κυλλήνης (Tornese), έως το ακρωτήριο Σκύλαιο (Skyllo). (Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από τον κ. Μπαρμπιε ντι Μποκάζ (M. Barbiέαμ Bocage), μέλος τού Ινστιτούτου της Γαλλίας.
2. Η θέση της Κορώνης συμπίπτει με τις αρχαίες Κολωνίδες (Coloriίαles), σύμφωνα με τους αρχαίους γεωγραφικούς χάρτες. η oνομασία της όμως υποδεικνύει μάλλον την Κορώνη, η οποία βρίσκεται μερικές λεύγες βορειότερα στον ίδια κόλπο. έαν δεχθούμε ότι ή βρύση επάνω στην Ακρόπολη είναι η πηγή του Πλατάνου, η οποία ήταν κοντά στην Κορώνη (Corone) και όχι κοντά στις Κολωνίδες, πρέπει να αποδώσωμε στην Κορώνη την αρχαία ονομασία της, Κορωνίς, και να αποκαταστήσωμε στους χάρτες την πόλη αυτή στην πραγματική της τοποθεσία. 
3. Παρατηρείται στην Κωνσταντινούπολη η ίδια τακτική που υπαγορεύεται από την ανάγκη του πληθυσμού για σκιά. Όταν κτίζεται κάποιο σπίτι και υπάρχει στο οικόπεδο παλιό δένδρα, δεν τα κόβουν προτιμούν να αλλάξουν τα σχέδια της οικοδομής και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατόν, κτίζουν το σπίτι γύρω από τα δένδρο με αποτέλεσμα να διαπερνά τη σκεπή και να την σκιάζη με τα φύλλα του. αυτό έχει ώς αποτέλεσμα να παρουσιάζη ή πόλη από μακρυά μία γοητευτική όψη μέσα σ' αυτό το μωσαϊκό κατοικιών και κάθε είδους δένδρων,
4. Στις περισσότερες Πολιτείες της Βορείου Αμερικής, όπου τα δάση έχουν κοπή, ήδη ένας μεγάλος αριθμός πηγών που ήσαν αστείρευτες πριν δεκαπέντε χρόνια, τώρα στερεύουν το καλοκαίρι, ενώ άλλες εξαφανίστηκαν τελείως. (Volney, Voyage aux Etats- Unís).
5. Τα βουνά του Μοριά φαίνεται να ξεκινούν από τα διάφορα ακρωτήρια αυτής της χερσονήσου. Τα ακρωτήρια Μαλέας (Malio). Ταίναρο (Matapan) και Κάβο-Γκρόσο (Gros) είναι οι αφετηρίες αυτών τών άνυδρων και άγονων βουνών που σχηματίζουν τόν «Bραχίονα της Μάνης» (Brazzo di Maina). Προς βορρά χάνουν σταδιακά την ξηρασία τους και διακλαδίζονται πρός διάφορες κατευθύνσεις, από το Νότο προς τον Βορρά ή Βορειοανατολικά. Από το ακρωτήριο Ακρίτας (Gallo) ή Κορώνη, ξεκινούν άλλα βουνά ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση για να σχηματίσουν τελικά τα βουνα της Αρκαδίας. Ολα αυτά τα βουνά εκτείνονται έπειτα προς τα Βορειοανατολικά του Μοριά από την πλευρά των Καλαβρύτων και της Καρύταινας καλύπτονται από εξαιρετικά βοσκοτόπια. Στους πρόποδες αυτών τών βουνών και στους μυχούς τών κόλπων, βρίσκονται οι ωραιότερες πεδιάδες της Πελοποννήσου. Στον μυχό του κόλπου της Κορώνης, η όμορφη πεδιάδα Νησί (Nissy) οφείλει την ευφορία της σε πολυάριθμα ρυάκια. Βορειότερα διακρίνεται η πεδιάδα του Μελιγαλά (Alaι) με πλάτος μιάς λεύγας επί τριών ή τεσσάρων μήκους βρίσκεται ανάμεσα στα Αρκαδικά βουνά και τα βουνά του Λεονταρίου. Διασχίζομε αυτά τα τελευταία από στενά περάσματα για να φθάσωμε στην Τριπολιτσά, πρωτεύουσα του Moριά, κτισμένη σε λεκανοπέδιο που περιβάλλεται από απόκρυμνα βουνά το κλίμα της είναι ξηρό και υγιεινό. Η πεδιάδα αυτή έχει επιφάνεια δέκα ή δώδεκα τετραγωνικές λεύγες περίπου. Κατεβαίνοντας Νότια, φθάναμε στην εύφορη πεδιάδα του Μυστρά και συνεχίζοντας από εκεί Ανατολικά και Βορειοανατολικά μέσα από απόκρυμνα βουνά, φθάνομε στον κόλπο του Ναυπλίου (Napoli de Romanie), στο μυχό του οποίου βρίσκεται η πλούσια πεδιάδα του Άργους με έκταση τριών ή τεσσάρων λευγών. Η πεδιάδα της Κορίνθου είναι στα βόρεια τέλος, κατά μήκος των ακτών του κόλπου της Ναυπάκτου (golfe de Lepante) μέχρι την Πάτρα, υπάρχουν ακόμη μερικές αρκετά μεγάλες και εύφορες πεδιάδες. Από την Πάτρα με κατεύθυνση την Αρκαδία υπάρχουν επίσης αρκετά μεγάλες πεδιάδες. Η πεδιάδα του Κατάκολου παράγει δημητριακά σε μεγάλες ποσότητες, το υπόλοιπα τμήμα του Μοριά καλύπτεται από βουνά, απ' όπου πηγάζουν οι κυριότεροι ποταμοί και παραπόταμοι αυτής της χερσονήσου. Ο Αλφειός πηγάζει στα βουνά του Λεονταρίου. τα νερά του φουσκώνουν στη διαδρομή του από πολλά ρυάκια, διασχίζουν την περιοχή της Καρύταινας και τέλος πέφτουν στη θάλασσα σε απόσταση δύο λευγών από τον Πύργο. O Ευρώτας πηγάζει στα ίδια αυτά βουνά και διασχίζει τους πρόποδες του Μυστρά. Ο Πηνειός είναι μάλλον το ποτάμι που είναι γνωστό με το όνομα Γαστούνη, επειδή κυλάει κάτω από τα τείχη αυτής της πόλεως η πηγή του βρίσκεται πρός την πλευρά της Καρύταινας. (Οι πληροφορίες προέρχονται από τον Κ. ντε Μπερμόν).
6. Ο μαστιχοφόρος σχίνος καλλιεργείται κυρίως στη Χίο. εάν όμως εκαλλιεργείτο στο Μοριά, θα παρήγε την ίδια ποσότητα και ποιότητα μαστίχας εξαιτίας της ομοιότητας του Κλίματος.
7. Από την εποχή εκείνη η καλλιέργεια παραμελήθηκε τόσο, ώστε από τα τριακόσια φορτώματα (καραβιές) σιτάρι το χρόνο με δυσκολία σήμερα παράγονται πενήντα.

Γέφυρα στον ποταμό Νέδα, στον δρόμο προς τη Φιγαλεία. 1887. SCHWEIGER LERCHENFELD.
EΠΙΣΤΟΛΗ XV
Κορώνη, 20 Ιουνίου
Περιγραφή της πόλεως της Κορώνης- η εξαιρετική τοποθεσία της- τουρκική δικαιοσύνη- ήθη, έθιμα και διοικητικό σύστημα των Μανιατών, απογόνων των Σπαρτιατών.

 Ο κόλπος της Κορώνης είναι πλατύς και κυκλικός, η δεξιά του πλευρά προστατεύεται από τα απόκρημνα βουνά της Μάνης. Στο μυχό του βρίσκεται η όμορφη πεδιάδα Νησί. Η πόλη της Κορώνης είναι κτισμένη στο αντίθετο άκρο (Πίν.15), επάνω στη πλαγιά του βουνού, του οποίου την κορυφή στεφανώνει το φρούριο. Η διάταξη των σπιτιών είναι κλιμακωτή με πρόσοψη και θαυμάσια θέα στη θάλασσα. Στις γειτονικές πεδιάδες, τα καλλιεργημένα χωράφια εναλλάσσονται με κήπους και ποτίζονται από πολλά ρυάκια προσφέροντας έτσι στους ανθρώπους ευχάριστες περιπάτους. Η κατοικία του προξένου είναι κτισμένη πάνω στην προκυμαία. Τα μικρά πλεούμενα πλευρίζουν σ' έναν εξώστη πάνω στη θάλασσα με τη γαλλική σημαία στο κέντρο του.
 Η Κορώνη αναδύεται σταδιακά μέσα από τα ερείπια του τελευταίου πολέμου όσον όμως η χώρα θα παραμένει κάτω από τον ίδιο ζυγό, η πόλη αυτή δεν θα μπορέση να εξελιχθή σε σημαντική εμπορική σκάλα, εξ αιτίας της δυσκολίας που παρουσιάζουν οι χερσαίες επικοινωνίες και του φόβου που προκαλούν στα πλοία οι Μανιάτες και οι άλλοι πειρατές που λυμαίνονται τις ακτές.
 Η πόλη αυτή, μόνιμη έδρα του γενικού προξένου του Μοριά, θα μπορούσε, παρ' όλα αυτά, να πάρη μεγάλη αξία από την τοποθεσία της στην είσοδο του Αρχιπελάγους και της Αδριατικής. Θα γινόταν έτσι ένα είδος προωθημένης εμπροσθοφυλακής, με επιρροή στις δύο θάλασσες και στα πλοία που κατευθύνονται στην Ανατολή και υποχρεώνονται να περιπλεύσουν το ακρωτήριο Ταίναρο (Matapas), που είναι σημείο αναφοράς για όσους κατευθύνονται στην Αδριατική. Η Κορώνη είναι πράγματι το παρατηρητήριο για όλες τις θαλάσσιες κινήσεις στη Mεσόγειο1. Επί πλέον η εμπορική της κίνηση θα μπορούσε να συνδεθή αφ' ενός με το Ναύπλιο, του οποίου η θέση διευκολύνει την επικοινωνία με τα νησιά του Αρχιπελάγους και με την υπόλοιπη Ελλάδα, αφ' ετέρου με την Πάτρα, που θα γινόταν έτσι διαμετακομιστικό λιμάνι της Αδριατικής και της Βενετίας.
 Τώρα όμως κάθε δραστηριότητα έχει σταματήσει. Από το φρούριό τους οι Τούρκοι σπείρουν τον πανικό στους Μοραΐτες, οι οποίοι προς στιγμήν προσπάθησαν να αποτινάξουν τον ζυγό με αποτέλεσμα να νοιώσουν το βάρος του εντoνώτερα. Ιδου ένα παράδειγμα απονομής τουρκικής δικαιοσύνης και των κακοποιήσεων που υποφέρουν οι 'Έλληνες.
 Ενώ περπατούσαμε πάνω στο μώλο χθές βράδυ, ακούσαμε ανθρώπινους αναστεναγμούς και κατάρες. Ένα φώς μας οδήγησε στο σπίτι του λιμενάρχη, απ' όπου ερχόταν ο θόρυβος. Μπήκαμε σε μία υγρή κρύπτη. Ένα σιδερένιο λυχνάρι, που κρεμόταν από τον θόλο, φώτιζε μία σκηνή οδύνης. Στο έδαφος, καθισμένοι πάνω σ' ένα μικρό σωρό άχυρα, σχεδόν γυμνοί, ήσαν δύο δυστυχισμένοι Μοραΐτες, δύο δοκάρια κλειδωμένα με λουκέτα συνέθλιβαν τη δεξιά τους κνήμη, και είχαν στο λαιμό τους ένα σιδερένιο περιλαίμιο, απ' όπου κρεμόταν μία βαρειά αλυσίδα που μόλις τους επέτρεπε να ξαπλώνουν. Τα χέρια τους ήσαν ελεύθερα και εκείνη τη στιγμή καταβρόχθιζαν ένα λιτό γεύμα που μόλις είχε ετοιμάσει η γυναίκα ενός απ' αυτούς. Η ίδια ήταν καθισμένη κατάχαμα και έδινε το στήθος της σ ένα παιδί, που τρομοκρατημένα από το θόρυβο των αλυσίδων, έκανε το θόλο να αντηχή με τις φωνές του. Η μητέρα του θρηνούσε το ίδιο γοερά ενώ οι φυλακισμένοι βλασφημούσαν. Βγήκαμε από τον τόπο αυτό της απογνώσεως και ζητήσαμε να πληροφορηθούμε το έγκλημα εκείνων των ανθρώπων. «Κανένα», μας απάντησαν. Κυκλοφόρησε μόνο η φήμη, δεν γνωρίζαμε από ποιούς, ότι οι Έλληνες αυτοί είχαν ανακαλύψει θησαυρό και προσπάθησαν να εξασφαλίσουν τη συνενοχή του μπέη με τη σιωπή του, επειδή η Πύλη κατάσχει τέτοια ευρήματα. Ο μπέης όμως, όταν ρωτήθηκε, αρνήθηκε το γεγονός και, για να απαλλαγή από την κατηγορία, κατεδίκασε αυτούς τους δυστυχισμένους να μείνουν στη φυλακή έως ότου παραδώσουν το θησαυρό, που σίγουρα είναι φανταστικός. Ας πάρωμε όμως το βλέμμα μας από αυτή την σκηνή και ας το στρέψωμε στα βουνά, όπου έχει βρει καταφύγιο η ελληνική δυναμικότητα.
 Η γεμάτη σπηλιές οροσειρά του Ταυγέτου2 υψώνεται απέναντι από την Κορώνη, στην άλλη άκρη του κόλπου είναι βουνό απόκρημνο. Οι χιονισμένες του κορυφές σκεπάζονται από τα σύννεφα και συχνά τα διαπερνούν. Τα βουνά αυτά με τα άγριο μεγαλείο τους σε αντίθεση με τις χλοερές πεδιάδες που απλώνονται στους πρόποδές τους έχουν γίνει κατάλληλα καταφύγια όπου κρύβονται οι απόγονοι των Σπαρτιατών3. Οι Μανιάτες κατέφυγαν εκεί για να διατηρήσουν την ελευθερία τους. Ζουν στα ψηλά οροπέδια ή μέσα σε βαθειά και στενά φαράγγια που φυλάγονται από μικρό αριθμό θαρραλέων ανδρών ικανών να διαλύσουν ολόκληρα στρατεύματα πριν αυτά παραβιάσουν τα φυσικά αυτά χαρακώματα.
 Οι Μανιάτες έχουν συνέχεια τα όπλα στο χέρι και ξεσηκώνονται συχνά ενάντια στους σκληρότερους εχθρούς τους, τους Τούρκους. Τα παιδιά τους εξασκούνται στην ξιφασκία πριν ακόμη αποκτήσουν τη δύναμη να οδηγούν άροτρο και οι γυναίκες τους αντιμετωπίζουν τους κινδύνους με θάρρος, υποστηρίζοντας και ενθαρρύνοντας τους συζύγους και τους γιους την ώρα της μάχης. Βρίσκονται πάντοτε σε επιφυλακή για να αποφεύγουν τις δυσάρεστες εκπλήξεις και χρησιμοποιούν ως φύλακες πιστά και θαρραλέα ζώα που τους προειδοποιούν με γαυγίσματα για τις παγίδες και την κατεύθυνση του εχθρού περιφέρονται γύρω από τους οικισμούς τους σε περιπολίες που τους προστατεύουν από ξαφνικές επιθέσεις.
  Τα ήθη των Μανιατών είναι λιτά και αυστηρά. Είναι λαός αμόρφωτος, προληπτικός, προσκολλημένος στις παραδόσεις του. Ειδικότερα η παράδοση που αφορά στην ανεξαρτησία τους είναι ριζωμένη από τα αρχαία χρόνια μέσα στις Καρδιές τους. Εξουσιάζει το πνεύμα τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θυσιάζουν πρόθυμα τη ζωή τους για να την προασπισθούν και να την διατηρήσουν.
 Οι Μανιάτες είναι εκδικητικοί. Δεν συγχωρούν ποτέ την δολοφονία συγγενών τους, θεωρούν την εκδίκηση ζήτημα τιμής και αφήνουν τα γένεια τους να μεγαλώσουν έως ότου σβήσουν το μίσος τους μέσα στο αίμα του δολοφόνου ή κάποιου μέλους της οικογενείας του. Εάν δεν μπορούν να αναλάβουν οι ίδιοι την εκδίκηση, συνεργάζονται με άνδρες δυνατούς από ευγενικές οικογένειες. Πιστεύουν ότι η πράξη τους καθοσιώνεται με τις προσευχές των ιερέων τους. Τους ενώνουν στενά αμοιβαίοι όρκοι πίστεως, τους οποίους επικυρώνουν πίνοντας το ίδιο τους το αίμα. Γίνονται έτσι κάτι περισσότερο από αδελφοί και υπόσχονται να βοηθήση ο ένας τον άλλον έστω και με κίνδυνο της ζωής τους εναντίον των κοινών τους εχθρών. Οι μητέρες γαλουχούν τα παιδιά τους με τα ίδια αισθήματα. Αυτή η εκδικητικότητα που χαρακτηρίζει τους Μανιάτες, συντηρεί και το μίσος τους γιά τους Τούρκους. Η καχυποψία τους επεκτείνεται και στις μεταξύ τους σχέσεις με αποτέλεσμα να ζουν μοναχικά ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένειά τους ή την φατρία τους.
 Το άγονος έδαφος ευνοεί την επίδοση τους στις αρπαγές και τις ληστείες που αποτελούν έμφυτη κλίση του χαρακτήρα τους, Σέβονται όμως, ακόμη και στις επιδρομές τους, τη φιλία και τη κουμπαριά4 που τους συνδέουν με ορισμένους ξένους και με τους σημαντικότερους από τους συντοπίτες τους. Υποδέχονται επίσης με τιμές όσους καταφεύγουν σ' αυτούς συστημένοι από τους γείτονές τους. Τους υπερασπίζονται με όλα τα μέσα που διαθέτουν και προτιμούν να αντιμετωπίσουν τους χειρότερους κινδύνους παρά να τους εγκαταλείψουν στο έλεος των εχθρών. Εάν όμως έλθη κανείς στη χώρα της Μάνης χωρίς να έχη αυτούς τους τίτλους, εάν κάποιο πλοίο, σπρωγμένο από την καταιγίδα, ναυαγήση στις ακτές τους, ή καταφύγη στα λιμάνια τους, απογυμνώνεται αμέσως από τα φορτία του και οι αιχμάλωτοι φυλακίζονται μέσα σε πηγάδια μέχρι να πληρώσουν λύτρα. Στην Έξω Μάνη (haut Magne) πάντως, όπου οι κάτοικοι είναι στη πλειοψηφία τους έμποροι και περισσότερο παλιτισμένοι, υπάρχουν λιμάνια όπου τα πλοία μπορούν να προσεγγίζουν χωρίς φόβο, για να αγοράσουν λάδι.
 Οι Μανιάτισσες είναι πολύ εργατικές, φρόνιμες και ηθικές. Κάνουν όλες τις εσωτερικές εργασίες του νοικοκυριού και συχνά μάλιστα τις εξωτερικές, γιατί οι άνδρες ασχολούνται μόνο με τα όπλα και τη ληστεία.
 Η εισβολή των Αλβανών στον Μοριά έδωσε περισσότερα από ένα παραδείγματα της φρίκης που αισθάνονται αυτές οι γυναίκες για τη σκλαβιά, την έντονη απέχθεια που αισθάνονται να παραδίδωνται σε ξένους και ιδιαίτερα στους εχθρούς τους. Πολλές υπέβαλαν τον εαυτό τους σε έκτρωση, έπνιξαν τα παιδιά τους για να διαφύγουν ευκολώτερα και διέφυγαν πράγματι μέσα από τρομερούς κινδύνους. Είναι έμπειρες στη χρήση των όπλων και εάν βρεθούν άοπλες την ώρα της μάχης, τότε προσφέρουν τον ώμο τους με ακλόνητο θάρρος, για να στηρίξουν το όπλα του αδελφού ή του συζύγου τους και να φύγη το βόλι με μεγαλύτερη σταθερότητα.
 Η διακυβέρνηση της Μάνης βρίσκεται στα χέρια των καπεταναίων. Είναι άρχοντες που κατάγονται από παλιές οικογένειες της χώρας αυτής. Κυβερνούν τα χωριά των καπετανάτων τους, ασκούν όλα τα συνηθισμένα φεουδαρχικά δικαιώματα και εισπράττουν τους φόρους των υπηκόων τους. Υπάρχει όμως σ’ αυτά το είδος διακυβερνήσεως κάποια διάσταση από τα αισθήματα ανεξαρτησίας των Μανιατών. Η Πύλη ασκεί μόνο κάποια υποτυπώδη εξουσία, την οποία διαρκώς μάχεται να διατηρήση και οι Μανιάτες, για να ανακουφισθούν από τους σκληρούς πολέμους, δέχονται έναν αρχηγό με την υπόδειξη του Μεγάλου Άρχοντα. Οι Μανιάτες πάντως ασκούν πίεση στην εκλογή αυτών των αρχηγών που προέρχονται από τις τάξεις τους και φροντίζουν να είναι της δικής τους επιλογής.
 Οι αρχηγοί αυτοί παίρνουν τον τίτλο του μπέη. Είναι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των διαταγών του Μεγάλου Άρχοντα και την καταβολή των γενικών φορολογικών εισπράξεων στο θησαυροφυλάκιο. Δεν είναι όμως καθόλου συνεπείς στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος. Εξ άλλου, αυτοί οι πρόσκαιροι κυβερνήτες οφείλουν την δύναμη της εξουσίας τους στην περιουσία τους ή στον αριθμό των υποτακτικών που είναι σε θέση να εξοπλίζουν. Η εσωτερική διοίκηση δεν παρουσιάζει τίποτε αξιόλογο και οι αποφάσεις κρίνονται με γνώμη των αρχηγών ή με την έκβαση των όπλων5.

1. Ο Γάλλος Πρόξενος αντιλήφθηκε πρώτος, το 1770 την Ρωσσική ναυτική δύναμη και έδωσε το σήμα του κινδύνου στον υπόλοιπο Μοριά.
2 Ο Ταΰγετος κυριαρχεί σε όλο αυτό το τμήμα. Ονομάζεται Αγιος Ηλίας από το μοναστήρι του Αγίου που οι Μανιάτες επισκέπτονται μόνο τον Ιούλιο. Τό μεγαλύτερο μέρος του έτους οι δρόμοι καλύπτονται από χιόνια και τον υπόλοιπο καιρό είναι δύσβατοι. Στους πρόποδες αυτών των βουνών υπάρχουν ευρύχωρες σπηλιές, περίφημες στην αρχαιότητα.
3. Στους πρόποδες του Ταϋγέτου, σε απόσταση μισής περίπου λεύγας από τον Μυστρά, βρίσκονται τα θλιβερά ερείπια της περίφημης Σπάρτης, που καλύπτονται μερικώς από τις επισσωρρεύσεις της βροχής και του χρόνου. Στην επιφάνεια του εδάφους είναι ορατά μόνο τα κατάλοιπα κάποιου υδραγωγείου σε προχωρημένη ερείπωση, μερικοί τοίχοι από κεραμίδι και άλλοι από πέτρα. Σε κάποια όμως απόσταση επάνω στα υψώματα διακρίνονται αρχαία οικοδομήματα σε καλύτερη κατάσταση, που μοιάζουν με οχυρώματα.
4. Την οποία δημιουργούν, όπως οι αρχαίοι, τρώγοντας μαζί με ένα ξένα ψωμί και αλάτι.
5. Παρέχω τις λεπτομέρειες τις σχετικές με τα έθιμα των Μανιατών με απόλυτη εμπιστοσύνη στην εγκυρότητά τους, γιατί μου εδόθησαν από τον κ. ντε Μπερμόν, Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στο Μοριά.


ΕΠΙΣΤΟΛΗ XVI
Κορώνη
Επίσκεψη στον μπέη της Κορώνης- ελληνικός χορός παντομίμας.

 Ο κ. ντε Μπερμόν μας παρουσίασε στους εμπόρους που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι στην Κορώνη, καθώς και σε μερικές ελληνικές οικογένειες. Με ευχαρίστηση ανακαλύψαμε μία εκλεκτή κοινωνία μέσα σε μία βάρβαρη χώρα. Στην προξενική κατοικία συναντήσαμε την γαλλική εγκαρδιότητα και χαρά. Επισκεφθήκαμε επίσης τον μπέη, ο οποίος μας έδωσε την άδεια να ανεβούμε στην Ακρόπολη. Βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από εκείνη της Μονεμβασίας και θα ήταν εύκολο να ενισχυθή στρατιωτικά, γιατί είναι κτισμένη επάνω σε βράχο που προεξέχει στη θάλασσα και δεσπόζει στην πόλη και σε όλα τα περίχωρα. Μπορεί κανείς να συλλάβη την τοποθεσία της άν έχη μία γενικότερη άποψη της πόλεως της Κορώνης από το στρογγυλό πύργο, καθώς και από το δεύτερο σχεδίασμά μου, που δείχνει το φρούριο από την θάλασσα1 και την αξιόλογη έκταση που καλύπτουν τα οχυρωματικά έργα. Πράγματι, ο περίβολός του δημιουργεί μία δεύτερη πόλη, η οποία μπορεί, στην ανάγκη, να γίνη καταφύγιο των κατοίκων της πόλεως. Υπάρχουν εκεί πολλά τζαμιά, δημόσια λουτρά, ένα παζάρι. Βρήκαμε επίσης μία βρύση με άφθονα νερό που μεταφέρεται από ένα αρχαίο υδραγωγείο. Ίσως το νερό αυτό προέρχεται από την πηγή, η οποία, κατά τον Παυσανία, βρισκόταν στη ρίζα πλατάνου και έφερε την ονομασία του δένδρου.
 Ο μπέης έδωσε την εντολή να χορέψουν μπροστά μας έναν ιδιόμορφο χορό, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθή χορός-παντομίμα2. Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν διατηρήσει τους περισσότερους αρχαίους χορούς που έπαιρναν την ονομασία τους από τα δρώμενα3. Θα αρκεσθώ στην περιγραφή αυτού του συγκεκριμένου χορού που παρακολουθήσαμε, με το απλό θέμα, που αποδίδεται άλλωστε τόσο παραστατικά, ώστε είναι δύσκολο να παρερμηνευθή. Είναι μία σκηνή που υποτίθεται ότι διαδραματίζεται ανάμεσα σε εραστή και την ερωμένη του, χορεύεται από δύο νεαρούς . Επιλέγονται γι' αυτούς τους ρόλους, όσοι μπορούν, εξ αιτίας της κορμοστασιάς ή της νεαράς ηλικίας τους, να δημιουργούν την ψευδαίσθηση του φύλου. Τη στιγμή της ερωτικής εξομολογήσεως ο εραστής σκυφτός, σχεδόν γονατιστός, έκανε στροφές και περίεργες σωματικές συσπάσεις εκείνος που είχε τον γυναικεία ρόλο, απαντούσε με ακκισμούς και τσακίσματα, ανάλογα με την περίπτωση. Η ευχάριστη αυτή σκηνή έληξε με πολύ άσεμνες κινήσεις, που οι Τούρκοι χειροκροτούσαν με μεγαλύτερο ενθουσιασμό, παροτρύνοντας και ερεθίζοντας τους χορευτές με κάθε τρόπο για να συνεχίσουν τα χορό τους.
 Οτιδήποτε συγκαταλέγεται σ' αυτό το είδος της παντομίμας έχει μεγάλη ζήτηση στη Ανατολή και ιδιαίτερα στην Ελλάδα είναι η συνηθισμένη κοινωνική διασκέδαση. Παρακολούθησα ένα παιχνίδι που μοιάζει με εκείνο που ονομάζαμε παιχνίδι των επαγγελμάτων και στην τελειότερη απόδοσή του γίνεται μερικές φορές πραγματική ιστορική παντομίμα. Είδα να παρουσιάζωνται κατ' αυτόν τον τρόπο πολύπλοκες υποθέσεις της ελληνικής μυθολογίας, της καθημερινής ζωής, καθώς και ανέκδοτα, από ένα μεγάλο αριθμό ηθοποιών. Οι Ελληνίδες ξεχωρίζουν σ' αυτό το είδος διασκεδάσεως αποβάλλοντας την φυσική συστολή που διακρίνει το φύλο τους, ζωντανεύουν σταδιακά και αποδίδουν τα διάφορα ανθρώπινα πάθη με μία καταπληκτική τελειότητα και ζωντάνια.

1. Το σχέδιο (Πίνακας 15) και η άποψη του κάστρου της Κορώνης (Πίνακας 16) από την θάλασσα μπορούν, αν ένωθούν, να δώσουν μία ανεπτυγμένη εικόνα του φρουρίου, της πόλεως και της αφετηρίας των οροσειρών της Μάνης.
2. Γνωρίζομε ότι οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ αυτό το θέαμα, συνήθιζαν μάλιστα άλλοτε, στην Ελλάδα και στην Ιταλία, να συνοδεύουν, όπως και σήμερα, τις αγορεύσεις τους με χειρονομίες και κινήσεις με συχνότητα μεγαλύτερη από ό,τι κάνομε εμείς. Αυτές οι χειρονομίες ακολουθούσαν ορισμένους κανόνες και αποτελούσαν ένα ουσιαστικό στοιχείο της αρχαίας παντομίμας. (Πβ. Λουκιανό Χορός των Αρχαίων).
3. Όπως ο χορός της Αριάδνης, ο Πυρρίχιος κλπ., που χορεύονται από τους σύγχρονους Έλληνες (Επιστολές για την Ελλάδα, Γκύς). ( Για τον Γκυς βλ. άνωτ, σημ.21. Σ.τ,Μ.).
4. Ο χορός αυτός θυμίζει το αρχαία ελληνικό θέατρο, όπου οι γυναικείοι ρόλοι απεδίδοντο από άνδρες.

Τοπίο στον ποταμό Πάμισο. 1882. WORDSWORTH.
EΠΙΣΤΟΛΗ XVII
Κορώνη, 22 Ιουνίου
Συνέπειες του Σιρόκου (Νοτιοανατολικός άνεμος)- θαλάσσια λουτρά, η επίδρασή τους στην υγεία.

 Είχαμε ήδη αντιμετωπίσει δυνατούς καύσωνες. Επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη μας εξάφνιασε η ηρεμία που επικρατούσε ανάμεσα στην Τένεδο και την ακτή της Τροίας. Ο ήλιος έκαιγε τόσο, ώστε η πίσσα που εκάλυπτε το πλοίο έλειωσε. Οι αντλίες εδούλευαν ασταμάτητα και το νερό που επλημμύριζε την γέφυρα εξατμιζόταν μειώνοντας έτσι την αποπνικτική ζέστη. Σε τέτοιες θερμοκρασίες σβήνονται όλες οι εστίες φωτιάς. Oι Τούρκοι μάλιστα αποφεύγουν το κάπνισμα της πίπας τους, γιατί η παραμικρή σπίθα θα μπορούσε να πυρπολήση τα πάντα σε διάστημα λίγων λεπτών. Καταφεύγαμε επίσης στα θαλάσσια λουτρά και μάλιστα έπρεπε να μπαίνω με συχνά στη θάλασσα για να αποφεύγωμε τους ιλίγγους. Εκείνη όμως η εμπειρία δεν ήταν τίποτε σε σύγκριση με αυτό που αντιμετωπίσαμε χθές. Αποφασίσαμε να κάνωμε μία αρκετά μακρυνή διαδρομή παρά τις αντιρρήσεις του κ. ντε Μπερμόν, ο οποίος μας προειδοποίησε ότι ο Σιρόκος μπορούσε να μας βλάψη. Το θερμόμετρο του Ρεωμουάρ (Reaumur) είχε ανεβή πριν αρκετές ημέρες από 30 σε 35 βαθμούς. Ξεκινήσαμε το πρωί με κατεύθυνση την ωραία κοιλάδα Νησί, όπου θα βρίσκαμε σκιερό μέρος. Αφού καλύψαμε πολύ μεγαλύτερη απόσταση από όση υπολογίζαμε και επειδή επλησίαζε μεσημέρι, αποφασίσαμε να επιστρέψωμε στην Κορώνη, φέρνοντας από αυτόν τον περίπατο μερικά νέα σχέδια και αξιοπερίεργα έντομα. Ξαφνικά σταμάτησε να φυσά ο άνεμος. Μία κοκκινωπή ομίχλη εκάλυψε τον ορίζονται οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν κάθετα επάνω στα κεφάλια μας με μεγαλύτερη ένταση. Βλέποντας τα πουλιά να κρύβωνται κάτω από τα πιό πυκνά φυλλώματα, βιαστήκαμε κι εμείς να ζητήσωμε καταφύγιο. Η σκιά όμως των δέντρων δεν επαρκεί. Οι σπηλιές, αντί δροσιάς, είναι γεμάτες από ένα πύρινο, αποπνικτικό ατμό. Τέλος, το στόμα μας στεγνώνει. Με καψαλισμένα βλέφαρα από την αντανάκλαση του ήλιου, ορμάμε λαχανιασμένοι στη σκιά κάποιου βράχου που προεξέχει, ανίκανοι να προχωρήσωμε ή να κάνωμε έστω και την παραμικρή κίνηση.
«Tout est morne, brûlant, tranquille, et la lumière Est seule en mouvement dans la nature entière».(Saint-Lambert, Sais. liv. III)1. 
 Νοιώθαμε μία αόριστη δυσφορία να απορροφά κυριολεκτικά τις δυνάμεις μας. Μόνο αλλάζοντας περιοχή θα μπορούσαμε να σβήσωμε την αφόρητη δίψα μας, αυτό όμως ήταν αδύνατο. Μείναμε έτσι εξουθενωμένοι περίπου ένα τέταρτο της ώρας και δεν γνωρίζω, εάν θα αντέχαμε περισσότερο αυτό το βασανιστήριο, εάν δεν αναπτέρωνε τις ελπίδες μας μία γκρίζα γραμμή, που φάνηκε ξαφνικά στον ορίζοντα πάνω από τη θάλασσα, αναγγέλλοντας τον Βορειοανατολικό άνεμο. Πραγματικά η ατμόσφαιρα δρόσισε. αμέσως σηκωθήκαμε όρθιοι για να αναπνεύσωμε καλύτερα αυτόν το ζωογόνο άνεμο. με αναπτερωμένο το θάρρος και τις δυνάμεις μας τρέξαμε στην πλησιέστερη πηγή. Βυθίσαμε τα χέρια και ολόκληρο το κεφάλι μας στα νερά της και σβήσαμε τη δίψα μας με μεγάλη ανακούφιση.
 Στις χώρες που βρίσκονται σ' αυτό το γεωγραφικό πλάτος2, τα λουτρά είναι απαραίτητα. Η αυγή σπάνια μας βρίσκει στο κρεββάτι. Αυτήν την ώρα, την πιό όμορφη της ημέρας, εφαρμόζομε ένα από τα παραγγέλματα του Κορανίου, σύμφωνα με τα ήθη και το κλίμα, και σαν τους Τούρκους κάνομε το εξαγνιστικό λουτρό μας. Σε μικρή απόσταση από την πόλη υπάρχει ένα είδος φυσικού όρμου που σχηματίζεται από βράχους σκαμμένους από τα κύματα και στεφανωμένους στη κορυφή τους από ευωδιαστούς θάμνους. Εκεί απολαμβάνoμε το λουτρό μας. Αυτή την πρωινή ώρα ο ήλιος στέλνει ακόμη πλάγιες τις ακτίνες του, εξασθενισμένες από τον άνεμο που φυσάει από τις παγωμένες κορυφές των βουνών, φέρνοντας μαζί του μία ευχάριστη δροσιά. Μερικές φορές γευματίζομε σ’ αυτή την τοποθεσία. Περνάμε τότε εκεί ένα μέρος του πρωινού διαβάζοντας, ζωγραφίζοντας, απολαμβάνοντας συγχρόνως την θέα της Κορώνης, τον τεράστιο κόλπο, τα γύρω βουνά, που αλλάζουν όψη καθώς ο ήλιος κινείται και τα φωτίζει από διαφορετική οπτική γωνία.
Ανακαλύψαμε ότι τα θαλάσσια λουτρά είναι πολύ υγιεινά αντί να εξασθενίζουν τον άνθρωπο, όπως συμβαίνει με τα λουτρά στα ποτάμια, του δίνουν καινούργιες δυνάμεις, γι ' αυτό και τα συνιστούν στην Ανατολή για πολλές ασθένειες. Αντιληφθήκαμε επίσης ότι, πίνοντας μερικές φορές άθελά μας από αυτό το νερό, δεν πάθαμε κακό. Έδρασε σαν ελαφρό καθαρτικό και μας άνοιξε την όρεξη. Είμαι βέβαιος ότι τα θαλάσσια λουτρά ωφελούν την υγεία περισσότερο από ορισμένα μεταλλικά νερά.

1. Στίχοι ποιήματος του Saint-Lambert. Ελεύθερη απόδοση: Στη λαύρα του καλοκαιριού, μέσα στη σιωπηλή και χαυνωμένη φύση, μόνο το φώς αναδεύεται. Σ.τ.Μ.
2 Ο Μοριάς βρίσκεται ανάμεσα στον 36° και 39ο βαθμό γεωγραφικού πλάτους.
3. Στην Αγγλία εδώ και λίγο καιρό αναγνωρίσθηκε ή υπεροχή των θαλασσίων λουτρών. Σε πολλά σημεία τής ακτής, στις καλύτερες τοποθεσίες, λειτουργούν λουτρά, όπου συρρέει πλήθος κόσμου τα προτιμούν από τα μεταλλικά νερά, γιατί προσφέρονται σε όλους, σε τοποθεσία της επιλογής τους με λιγότερα έξοδα για τις αναγκαίες ανέσεις και διασκεδάσεις.

Τοπίο κοντά στον κόλπο της Μεσσηνίας. 1834. DODWELL.
EΠΙΣΤΟΛΗ XVIII
Κορώνη, 23 Ιουνίου
Η κοιλάδα Νησί- ερείπια θερμών ή αρχαίων λουτρών- το εξοχικό του μπέη της Κορώνης- ποτιστική μηχανή- νυχτερινό ψάρεμα και Κυνήγι.

 Η συντροφιά μας αυξήθηκε κατά ένα άτομο. Είναι ο σφραγιδοφύλακας, δραγομάνος ή διερμηνέας του προξενείου. Αυτός και οι οικοδεσπότες μας συμφώνησαν να μας προσφέρουν τη χαρά μιας εκδρομής στην ενδοχώρα. Θα κατευθυνθούμε αναγκαστικά πάλι προς την κοιλάδα Νησί1. Δεν πιστεύω να υπάρχη στην περίφημη Αρκαδία που θα διασχίσωμε περιοχή τόσω γοητευτική όσο το Νησί. Σκοπός της εκδρομής μας είναι να επισκεφθούμε το εξοχικό σπίτι του μπέη της Κορώνης. Ο ίδιος λείπει αυτό τον καιρό και έτσι θα μπορέσωμε να τα δούμε όλο. Έχω ήδη περιγράψει ένα τέτοιο σπίτι, σε μικρή απόσταση από τη Μονεμβασιά, επειδή όμως είναι εγκαταλειμμένο το θαυμάσαμε μόνο εξωτερικά. Το εξοχικό του μπέη είναι επιπλωμένο και καλοδιατηρημένο. Οι κήποι του είναι σε καλή κατάσταση και θα μας δώση μία γεύση της τουρκικής πολυτέλειας.
 Ξεκινήσαμε τα χαράματα. Μερικοί από μας μπήκαν σε καΐκι με τέντα, οι υπόλοιποι ξεκίνησαν με τα άλογα. Προτίμησα το δεύτερο μέσο, γιατί μου επέτρεπε να γνωρίσω καλύτερα τη χώρα. Η ατμόσφαιρα ευωδίαζε από τα άνθη της μυρτιάς, της πορτοκαλιάς και άλλων δένδρων. Η διαδρομή μας ακολουθούσε άλλοτε την ακτή και άλλοτε λοξοδρομούσε κάτω από τους ωραίους ίσκιους των δένδρων.
  Μετά από αρκετά μίλια οι οδηγοί μας έδειξαν από μακριά τους πυργίσκους του εξοχικού του μπέη. Την ίδια στιγμή αντίκρυσα ερείπια στις άκρες του δρόμου. Ήταν υπολείμματα αρχαίων λουτρών, δηλαδή θέρμες. Το γερό κτίσιμο και η αρχιτεκτονική τους με κάνουν να πιστεύω ότι είναι αρχαία. Οι περισσότεροι τοίχοι τους είναι πλίνθινοι και καλύπτονται στην εσωτερική τους επιφάνεια από ένα ωραίο επίχρισμα ή γυψομάρμαρο με διακοσμητικές εικονογραφίες. Ανεκάλυψα τη θέση των καυστήρων και των πήλινων σωληνώσεων που διοχέτευαν τη θερμότητα στις διάφορες αίθουσες. Δεν έχω χρόνο στη διάθεσή μου για να σχεδιάσω και να παρατηρήσω τις λεπτομέρειες αυτού του κτίσματος. Οι σύντροφοί μου με επίεζαν να τους ακολουθήσω. Η υπόλοιπη συντροφιά μας είχε συναντήσει λίγο αργότερα φθάσαμε στο τέρμα του ταξιδιού μας. Το σπίτι αυτό έχει εμφάνιση φρουρίου με πυργίσκους στις γωνίες του και μία τάφρο γύρω του, την οποία διασχίσαμε από κινητή γέφυρα. Το πρώτο που αντικρύσαμε μπαίνοντας, ήταν μία πλεκτή κούνια (hamac) κρεμασμένη κάτω από το ευάερο πρόθυρο. Εδώ η ανατολίτικη νωχέλεια πέφτει σε νάρκωση, όσο κρατούν οι μεγάλοι καύσωνες. Αυτό το «χαμάκ» είναι ένα μεγάλο δίχτυ που κουνούν οι δούλοι. Ο αέρας έτσι αναδεύεται και δροσίζεται, ενώ η συνεχής ταλάντευση αποκοιμίζει. Η χρήση της κούνιας είναι επίσης πολύ διαδεδομένη στην Ανατολή. Στα περισσότερα σπίτια υπάρχει μία αίθουσα ειδική γι ' αυτήν την διασκέδαση, η οποία συχνά περιορίζεται σε μία σανίδα στερεωμένη σε χαλαρό σκοινί.
 Η προέλευσή της είναι αρχαία και διαιωνίζεται στους Ανατολίτες από την ανάγκη τους για δροσιά ή για εύκολη υγιεινή εξάσκηση. Οι Τούρκοι απεχθάνονται την πεζοπορία, προτιμούν να κυκλοφορούν έφιπποι, να ασκούνται σκληρά ή αντίθετα να μένουν σε απόλυτη ακινησία. Η κούνια έχει το πλεονέκτημα να παρέχη ελαφρά εξάσκηση κατάλληλη κυρίως για γυναίκες, οι όποιες υποχρεώνονται από τα ήθη τους να κάνουν καθιστική ζωή μέσα στα σπίτια τους.
 Το σπίτι του μπέη είναι χωρισμένο σε διαμερίσματα και επιπλωμένο σύμφωνα με την τουρκική συνήθεια. Η κεντρική αίθουσα είναι μεγάλη, με ξύλινη επένδυση με σκαλισμένα έγχρωμα αραβουργήματα (μαρκετερί). Τα παράθυρα βλέπουν στον κήπο και στη καταπράσινη εξοχή τα εξώφυλλά τους είναι συνήθως κλειστά το μεσημέρι και το φώς εισχωρεί από φωταγωγούς που βρίσκονται επάνω από τα παράθυρα και είναι διακοσμημένοι με έγχρωμα τζάμια. Στις δύο γωνιές της αίθουσας σχηματίζονται μικροί θάλαμοι από τους πυργίσκους που προεξέχουν με τις πολεμίστρες τους. Αυτοί οι πυργίσκοι είναι αποθήκες πυρομαχικών, παρατηρητήρια και οχυρώματα.
Αμέσως μετά μας ανήγγειλαν το δείπνο. Στα τουρκικά σπίτια δεν υπάρχουν ούτε τραπέζια, ούτε καρέκλες, μας έβαλαν να καθήσωμε στο κέντρο της αίθουσας, επάνω σε ένα χαλί με μαξιλάρια. Εξ άλλου ήθελαν να μας περιποιηθούν σύμφωνα με την τουρκική συνήθεια. Ένας Τούρκος μάγειρας μας παρουσίασε, επάνω σε ασημένιο δίσκο, τα καλύτερα εδέσματα που ήξερε να φτιάχνη. πιλάφι, ψητά κρέατα, γλυκά φτιαγμένα με λάδι, διάφορα είδη τυριών και θαυμάσια οπωροκηπευτικά. Μετά από αυτό, ενοιώσαμε αναπόφευκτα την ανάγκη του ύπνου και έτσι εκοιμηθήκαμε όλο το μεσημέρι επάνω στο ντιβάνι2. Όταν ξυπνήσαμε η ζέστη είχε πέσει και κατεβήκαμε στους κήπους καλλιεργούνται αρκετά καλά, σύμφωνα με τα αγγλικά πρότυπα, και έχουν τα ομορφότερα δένδρα της χώρας. Ένα μακρύ δικτυωτό πλέγμα οδηγεί με πολλές παρεκκλίσεις σε μέρη προορισμένα για προσευχή ή για ανάπαυση. Συναντά κανείς, εδώ ένα περίπτερο, εκεί μία βρύση, πιο πέρα ένα ύψωμα καλυμμένο από πυκνόφυλλα δένδρα.
 Το περίπτερο (Kiosque) είναι οκτάγωνο με τρουλλωτή σκεπή. Στο εσωτερικό του δημιουργείται ημίφως από τις περσίδες στα παράθυρα καθώς και από τα αναρριχητικά φυτά, το αγιόκλημα και τη πασχαλιά που τα περιβάλλουν εξωτερικά. Εσωτερικά το περίπτερο έχει θαυμάσια διακόσμηση, ο θόλος είναι καλυμμένος με ζωγραφισμένο χρυσό δικτυωτό, όπου περιστρέφονται κλωνάρια γιασεμιού επάνω σε γαλανό φόντο. Το ντιβάνι καλύπτεται από ασημοΰφαντο μεταξωτό ύφασμα και ανθοδοχεία βρίσκονται πάνω στο ράφι που περιβάλλει την αίθουσα. Στο κέντρο της βρίσκεται ένα μαρμάρινο συντριβάνι δροσίζοντας περισσότερο την ατμόσφαιρα. Αυτή η διακόσμηση είναι ισάξια των κομψότερων γαλλικών μπουντουάρ (Βοudoirs).
 Ακολουθώντας τον ίδιο δικτυωτό διάδρομο, φθάνομε λίγο αργότερα σε μία δεξαμενη καλυμμένη με χλόη και άνθη και από τη σκιά των καστανιών. Τέλος φθάσαμε σε ένα τόπο ανυψωμένο, όπου μία απλή μηχανή (Πίν.17) δίνει μεγάλες ποσότητες νερού σε πολλές άλλες δεξαμενές που επικοινωνούν μεταξύ τους.

Πίν. 17: Πηγάδι σε οθωμανικό κήπο κοντά στην Κορώνη της Μεσσηνίας. 1808.
Νομίζω ότι πρέπει να σας περιγράψω λεπτομερώς αυτή τη μηχανή. Την είδα μόνο στην Ανατολή και ίσως η χρήση της εκεί μεταδόθηκε από αιώνα σε αιώνα, όπως συνέβη και με πολλά άλλα συστήματα που έχουν σχέση με τις τέχνες και την βιοτεχνία, για την οποία σκοπεύω να σας μιλήσω όταν θα έχω συλλέξει ένα μεγαλύτερο αριθμό παρατηρήσεων.
 Στο στόμιο πηγαδιού ή στέρνας τοποθετούν ένα είδος αντιστυλώματος από τρία δοκάρια ενωμένα στην κορυφή, ενώ οι αντίθετες άκρες τους στερεώνονται στο έδαφος, σε απόσταση η μία από την άλλη, κοντά στο στόμιο του πηγαδιού. Η κορυφή αυτού του τριγώνου βρίσκεται κοντά σε πέτρινη δεξαμενή και πάνω της, όπως δείχνω στο σχέδιό μου, είναι στερεωμένη μία τροχαλία. Χαμηλότερα, στο ύψος περίπου της δεξαμενής, υπάρχει ένας κύλινδρος που στρέφεται πάνω σε στρόφιγγες. Ο κάδος ή ασκός είναι δερμάτινος σε σχήμα χωνιού και περικλείει ένα μικρό ξύλινο δοχείο για νερό. Το μεγαλύτερό του στόμιο έχει ένα σιδερένιο στεφάνι για να το κρατά ανοιχτό, αλλά και το άλλο στόμιό του είναι ανοιχτό. Σ' αυτές τις δύο άκρες του κάδου έχουν στερεωθή σχοινιά. Το σχοινί που έχει δεθή στο σιδερένιο στεφάνι του μεγαλύτερου ανοίγματος περνάει μέσα από την τροχαλία, ενώ το άλλο σχοινί περνάει πάνω στον κύλινδρο. Ας υποθέσαμε ότι ο ασκός βρίσκεται στο βάθος του πηγαδιού μόλις αρχίση να ανυψώνεται, τα σχοινιά τεντώνονται και το στενό άνοιγμα γεμίζει. Σ' αυτή τη στάση δεν μπορεί να διαρρεύση το νερό, επειδή η άκρη αυτή βρίσκεται λίγο ψηλότερα από την άλλη με το μεγαλύτερο άνοιγμα. Τα σχοινιά συνδέονται με άξονα όπου είναι δεμένο το άλογο. Παρατηρούμε ότι τραβώντας συγχρόνως τα δύο σχοινιά, ο ασκός θα διατηρήση την ίδια στάση καθώς ανυψώνεται μέχρι το άνοιγμα του πηγαδιού όταν όμως φθάση στο ύψος της δεξαμενής, η στενή άκρη του περνάει πάνω από τον κύλινδρυ ενώ η άλλη υψώνεται μέχρι την τροχαλία. Ο ασκός ανοίγει και κατόπιν επανέρχεται στο κανονικό σχήμα του χωνιού. Το νερό τότε κυλάει από το χαμηλότερο άνοιγμα και πέφτει στη δεξαμενή αμέσως. Το άλογο επιστρέφει στην αφετηρία του, ο ασκός επανέρχεται στην πρώτη του θέση, χαμηλώνει πάλι από το ίδιο του το βάρος προς το βάθος του πηγαδιού, όπου ξαναγεμίζει νερό. Το άλογο επιστρέφει στην δεξαμενή και ανεβάζει τον ασκό για δεύτερη φορά επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδικασία κατά τον ίδιο τρόπο.
 Σύμφωνα με την περιγραφή αυτή παρατηρούμε ότι η δεξαμενή γεμίζει σε μικρό χρονικό διάστημα και ύστερα διοχετεύει το νερό μέσα από ένα τεχνικό αυλάκι σε μία δεξαμενή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο και από εκεί διοχετεύεται σ' ολόκληρο τον κήπο. Ο τρόπος λειτουργίας αυτής της μηχανής αλλάζει ανάλογα με την περιοχή ή τις συνθήκες. Εάν το πηγάδι βρίσκεται σε έδαφος χαμηλό και επίπεδο, τότε η δεξαμενή πρέπει να έχη το ύψος και την κλίση που θα επιτρέψουν στο νερό να ποτίζει το έδαφος. Εάν το πηγάδι είναι πολύ βαθύ και βρίσκεται σε κλειστή αυλή, ή σε περιορισμένο χώρο που δεν επιτρέπει στο άλογο να καλύψη την αναγκαία απόσταση για να ανασύρη τον ασκό, τότε περνούν τα σχοινιά σε μία ή περισσότερες τροχαλίες ανυψώσεως.
 Δεν μπήκαμε στο χαρέμι, μας έφεραν όμως σ' ένα ψηλό εξώστη, όπου βγαίνουν για περίπατο οι γυναίκες. Αυτός ο εξώστης είναι στολισμένος σε όλα του το μήκος με καλαμωτά παραπετάσματα που στηρίζονται σε πλίνθινους στύλους. Αυτά τα δικτυωτά υπάρχουν στα περισσότερα τούρκικα ανάκτορα. Τα καλάμια είναι τοποθετημένα σε πυκνές σειρές, ώστε να εμποδίζουν τη θέα των γυναικών για να αποσπάσουν μάλιστα περισσότερο την προσοχή από τις γυναίκες, ζωγραφίζουν με έντονα χρώματα στην εξωτερική επιφάνεια αυτών των δικτυωτών ανθοδοχεία και διάφορα άλλα στολίδια.
 Η λεπτομερής περιγραφή της υπόλοιπης κατοικίας θα ήταν μακροσκελής αρκεί να αναφέρω ότι τίποτε δεν έλειπε από εκείνα που θεωρούνται χρήσιμα και ευχάριστα από τα τουρκικά έθιμα.
Φύγαμε με τη δύση του ήλιου ακολουθώντας το συντομώτερο δρόμο προς τη θάλασσα βρήκαμε το καΐκι να μας περιμένη στο σημείο όπου είχαμε συναντηθή το πρωί. Η βραδυνή δροσιά, η γοητεία του φεγγαριού, η χαρά που νοιώθαμε όλοι, μετέβαλαν αυτό το θαλάσσιο ταξίδι σε ένα πολύ ευχάριστο περίπατο,
 Καθώς πλησιάζαμε στην πόλη είδαμε με έκπληξη ότι φωτιζόταν με περίεργο αλλά αρκετά πρωτότυπο τρόπο, διότι οι φωτεινές ακτίνες διασταυρώνονταν με ταχύτητα προς όλες τις κατευθύνσεις και η αντανάκλαση τους θρυμματισμένη από τα κύματα της θάλασσας παρουσίαζε ένα πρωτότυπο και μυστηριακό θέαμα. Μόνον όταν φθάσαμε στην ξηρά, αντιληφθήκαμε ότι ήσαν πολλοί ψαράδες, σχεδόν γυμνοί, οπλισμένοι με μία τρίαινα στο ένα χέρι και κρατώντας στο άλλο ένα αναμμένο φανάρι. Ήσαν στο νερό μέχρι τη μέση και περπατούσαν κατά μήκος της ακτής προσπαθώντας να πιάσουν τα ψάρια καθώς ήταν ζαλισμένα από το δυνατό φως. Η τρίαινά τους είναι όμοια με εκείνη που αποδίδεται στον Ποσειδώνα. Την χειρίζονται με δεξιοτεχνία και σπάνια αστοχούν, αν και το σύνεργο αυτό δεν φεύγει ποτέ μέσα από το χέρι τους. Ψαρεύουν επίσης πολύπoδες ή οχταπόδια και κοχύλια που ανακαλύπτουν πολύ εύκολα μέσα στις ρωγμές των βράχων. Στο πλευρό τους κρέμεται ένα κούφιο κολοκύθι ή ένα σακκίδιο, όπου τοποθετούν το προϊόν του ψαρέματος.
 Οι Έλληνες ψαρεύουν και με άλλους διαφορετικούς τρόπους, οι περισσότεροι από τους οποίους μας είναι γνωστοί. Σ' αυτούς οφείλoμε την πρώτη έμπνευση και ανακάλυψη των "μαντράγκ" (madragues)4 που κατασκευάζονται από πλεγμένα καλάμια και κλαδιά ιτιάς.
 Μας ανέφεραν επίσης ότι οι Έλληνες επιδίδονται σε ένα νυχτερινό κυνήγι, που έχει κάποια σχέση με το ψάρεμα που μόλις περιέγραψα. Στο στενώτερο τμήμα του αυχένα των Θερμοπυλών, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε ανάμεσα σε ψηλούς βράχους και στη θάλασσα που έχει αποτραβηχθή λίγο, βρίσκεται μία έκταση καλυμμένη από ελάχιστα πόδια νερού, όπου οι κάτοικοι της περιοχής σπείρουν και θερίζουν ρύζι. Εκεί συγκεντρώνονται τον χειμώνα πολυάριθμες αγριόπαπιες. Οι χωρικοί τότε πηγαίνουν εκεί το σούρουπο και χωρίζονται ανά ζεύγη στα νερά της λίμνης. Ο ένας κρατάει στο χέρι έναν αναμμένο δαυλό και στο άλλα ένα δυνατό κουδούνι. Ο σύντροφός του κρατάει μόνο έναν μεγάλο σάκκο. Αφού τα ζεύγη των χωρικών διασκορπισθούν κατ' αυτόν τον τρόπο, κτυπούν ζωηρά όλοι μαζί τα κουδούνια. Οι αγριόπαπιες ξαφνιασμένες τινάζονται ψηλά, πετούν λίγη ώρα και ζαλισμένες από το φώς των πυρσών και από τον θόρυβο, έρχονται σε λίγο και πέφτουν κοντά στους κυνηγούς. Εκείνος που έχει ελεύθερα τα χέρια του πιάνει τα πουλί από τις φτερούγες του και το βάζει ζωντανό μέσα στο σάκκο του. Μ’ αυτό το σύστημα πιάνουν ένα τόσο μεγάλο αριθμό, ώστε την επομένη μέρα μία μεγαλόσωμη αγριόπαπια να στοιχίζη μόνο τρεις γαλλικούς οβολούς (trois liards de France).

1. Σύγχρονη κωμόπολη, κοντά στις εκβολές του αρχαίου Πηνειού ανήκε στην αρχαία Μεσσηνία.
2. Ανάβαθρο ύψους δέκα (γαλλικών) δακτύλων, καλυμμένο με στρώματα, μαξιλάρια και χαλιά. Τοποθετείται κατά μήκος τών τοίχων ή στο βάθος του δωματίου,
3. Στην Μικρά Ασία, στις όχθες του ποταμού Τίγρη, χρησιμοποιούνται περιστρεφόμενες αντλίες για την άντληση του νερού. Αιαφέρουν από τις δικές μας στη χρήση άσκών αντι κάδων.
4. Από την όνομασία αμάνδρα» που δίνουν σ' αυτό το είδος τών περιφραγμένων εκτάσεων ή περιβόλων, απ' όπου τα ψάρι, όταν μπή, δεν μπορεί να ξαναβγή, προέρχεται η προβιγκιανη όνομασία «μαντράγκ».

EΠΙΣΤΟΛΗH XIX
Κορώνη, 25 Ιουνίου
Αναχώρηση από Κορώνη- πώς σελώνονται τα τούρκικα άλογα- η πεδιάδα της Κορώνης- το χωριό Χαροκοπιό (Karakοpio)- μία φλέβα λευκού μαρμάρου- η πόλη της Μεθώνης (Modon)- νυχτερινή στάση- περιγραφή καταυλισμού Μοραϊτών νομάδων- περιπέτειες Μοραΐτη αρχηγού του 1770.

 Μας δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία να περάσωμε στη Ζάκυνθο. Σκεφθήκαμε ότι έπρεπε να συνεχίσωμε το ταξίδι μας. Αρχικός μας σκοπός, όταν αποβιβασθήκαμε στην Κορώνη, ήταν να διασχίσωμε το Μοριά και να φθάσωμε στην Αθήνα, περνώντας από τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο κ. ντε Μπερμόν μας απέτρεψε από το σκοπό μας. Παραιτηθήκαμε επίσης και από το σχέδιο να επισκεφθούμε τις δυτικές ακτές της χερσονήσου μέχρι το ύψος της Πάτρας1. Θα αρκεσθούμε σε μία περιοδεία από την Κορώνη έως τα Φιλιατρά, μία μικρή πόλη στους πρόποδες των αρκαδικών βουνών. Εκεί θα επιβιβασθούμε σε πλοία με προορισμό τη Ζάκυνθο. Δεν μπορούμε να μεταφέρωμε τις αποσκευές μας οδικώς, διότι οι δρόμοι είναι συχνά δύσβατοι για τα υποζύγια. Άλλωστε θα προκαλούσαν την απληστία των ληστών που λυμαίνονται τη χώρα. Τις εμπιστευθήκαμε λοιπόν σ' ένα καραβοκύρη (Karabοukier) ή κυβερνήτη, που μας πρότειναν. Συμφωνήσαμε να τον συναντήσωμε στα Φιλιατρά. Μόλις άνοιξε πανιά, ετοιμαστήκαμε κι εμείς για αναχώρηση.

26 Ιουνίου
 Στις έξι το βράδυ ο οδηγός μας πληροφόρησε ότι όλα ήσαν έτοιμα για την αναχώρησή μας. Αυτή την εποχή το ταξίδι γίνεται συνήθως νύχτα. Η ζέστη της ημέρας είναι ανυπόφορη ακόμα και για τους ντόπιους. Τα άλογά μας ήσαν καχεκτικά, μας διαβεβαίωσαν όμως, και κατόπιν πιστοποιήσαμε κι εμείς οι ίδιοι, ότι ήσαν εξαιρετικά ζώα γι αυτή την ορεινή χώρα. Είναι επιδέξια, έχουν σταθερό βήμα και αρκεί να χαλαρώση κανείς τα χαλινάρια στο λαιμό τους και να τα αφήση ελεύθερα. Γι' αυτό έχουν την συνήθεια να βαδίζουν με χαμηλωμένο κεφάλι. Μπορούν έτσι να βρίσκουν το κατάλληλο μέρος για να πατήσουν. Η σέλα τους είναι ένα είδος ξύλινου σαμαριού πολύ ψηλού και εξοπλισμένου με πλατείς και αιχμηρούς αναβολείς. Είχαμε καλύψει αυτή τη σέλα με μάλλινα σκεπάσματα που θα χρησιμοποιούσαμε και ώς καθίσματα και κρεββάτια στις νυχτερινές μας στάσεις.
 Ο Κ. ντε Μπερμόν είχε φροντίσει να κρεμάση από το τόξο της σέλας ξύλινα δοχεία2 γεμάτα θαυμάσιο κρασί. Μας είχε επίσης προμηθεύσει με διάφορα άλλα τρόφιμα και ιδιαίτερα με σιταρένιο ψωμί, που σπανίζει στο εσωτερικό της χώρας, Εκείνο που μας εκολάκευσε περισσότερα, ήταν η επιθυμία των φίλων μας να μας συνοδεύσουν μερικά μίλια έξω από την πόλη.
 Το καραβάνι μας ήταν ολιγάριθμο. Το αποτελούσαν ένας Έλληνας από τη Ζάκυνθο που μιλούσε σπασμένα ιταλικά, ο οδηγός μας, ο σύντροφός μου και εγώ. Ήμασταν όλοι οπλισμένοι καλά και είχαμε πάρει μαζί μας ελαφρές αποσκευές, αναγκαία προφύλαξη σ' αυτά τα μέρη.
 Πριν μας αφήσει ο κ. Μπερμόν μας έδωσε πάλι συμβουλές που θα μας εξασφάλιζαν ένα σίγουρο και ευχάριστο ταξίδι. Μας έδωσε συστατικές επιστολές για τους προεστούς των τόπων απ' όπου επρόκειτο να περάσωμε και να σταματήσωμε. Ανταλλάξαμε ευχές για κάθε είδους ευημερία και αποχωρισθήκαμε συγκινημένοι. Ο οδηγός μας, με απάθεια, έδωσε σφυρίζοντας το σήμα της αναχωρήσεως και τα άλογα ξεκίνησαν τον κανονικό τους βηματισμό μέσα στην εύφορη πεδιάδα της Κορώνης. Είχε βρέξει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η γη ήταν νοτισμένη, οι βραδυνοί άνεμοι έσειαν τις κορυφές των φοινικόδενδρων και τις γιρλάντες των κλημάτων που ένωναν τα δένδρα. Ελύγιζαν τα σπαρτα των ντούρων (Doura) και τους ψηλούς μίσχους του καλαμποκιού (Calembrock)3 που βρίσκονταν στην εποχή του θερισμού τους.
 Συναντήσαμε στο δρόμο μας χωρικούς που επέστρεφαν από τις εργασίες τους πάνω σε άμαξες φορτωμένες με δεμάτια. Οι άμαξες αυτές έχουν δύο συμπαγείς ρόδες και μοιάζουν με τις ετρουσκικές. Τις έσερναν βόδια με κεφάλι στολισμένο με βάγια ή με ραβδί λυγισμένο σε σχήμα τόξου, όπου είχαν στερεωθή μάλλινα δικτυωτά και κρόσια. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι μας χαιρετούσαν φιλικά και φωνάζοντας: «Καλησπέρα», «Καληνύχτα» (Calispera, Callinicto) που εμείς επαναλαμβάναμε μαζί τους. Πήγαιναν σε κάποιο μικρό χωριό που λεγόταν Χαροκοπιό (Karakapiο), του οποίου οι κάτοικοι μας έστελναν τις ίδιες ευχές καθώς μας έβλεπαν να περνούμε.

Η Πύλη της Ξηράς στο κάστρο της Μεθώνης. 1831. BLOUET.
 Η νύχτα μας βρήκε μερικά μίλια μακριά από το χωριό∙ η λάμψη του φεγγαριού μας επέτρεπε να διακρίνωμε τη χώρα σε μεγάλη απόσταση∙ ήταν φτωχότερη σε καλλιέργειες, αλλά γραφικότερη σε θέα. Τα άλογά μας προχωρούσαν στη σειρά, ακολουθώντας προσεκτικά το ένα τα άλλο, με επικεφαλής τον οδηγό, ο οποίος τα παρότρυνε με τις χειρονομίες και τη φωνή. Ο δρόμος περνούσε μέσα από ένα άγριο φαράγγι και συχνά τον διέσχιζαν ρυάκια που κυλούσαν από τις κορυφές.
 Σε μικρή απόσταση από την πόλη της Μεθώνης4 διακρίναμε μέσα από τα δένδρα και από το άνοιγμα δύο βράχων, μία έντονη λευκή γραμμή και φαντασθήκαμε ότι ήταν κάποιο ρυάκι που αντανακλούσε την λάμψη του φεγγαριού∙ ο οδηγός μας όμως μας διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για μία τεράστια φλέβα λευκού μαρμάρου που είχε ξεσκεπασθή από τα ορμητικά νερά κάποιου χειμάρρου, που είχε τώρα στερέψει. Σε λίγη ώρα διακρίναμε σε μικρή απόσταση τους ψηλούς οδοντωτούς πύργους της πόλεως της Μεθώνης και ακούσαμε μάλιστα τις φωνές των μουεζίνηδων (Muezzetins), οι οποίοι από την κορυφή των μιναρέδων τους εκτελούσαν τα έργο νυχτερινής σκοπιάς δίνοντας στους κατοίκους την διαταγή να σβήσουν τις φωτιές. Δεν σκοπεύαμε να σταματήσωμε στην πόλη αυτή που, όπως μας είπαν, δεν παρουσιάζει τίποτε το εξαιρετικό και που άλλωστε κακοποιήθηκε πολύ στον τελευταίο πόλεμο. Αφού την προσπεράσαμε, ο οδηγός μας μπήκε στα βουνά για να συντομεύση την πορεία μας, που γινόταν όλο και πιό κοπιαστική. Φθάσαμε σε μία ευρύχωρη κοιλάδα, όπου αποφάσισε να σταματήσωμε. Καταφύγιό μας θα ήταν μία αχλαδιά φορτωμένη καρπούς. Εκεί κοντά υπήρχε ένα ρυάκι∙ οι χορταριασμένες όχθες του έδωσαν πλούσια τροφή στα άλογα. Τα δέσαμε με μακριά σκοινιά που ήταν στερεωμένα στο έδαφος με πασσάλους. Χρειαζόμασταν ανάπαυση και έτσι αποκοιμηθήκαμε γρήγορα τυλιγμένοι στα σκεπάσματά μας. Ο οδηγός μας ξύπνησε με την ανατολή του ηλίου. Οι κουβέρτες μας ήσαν νοτισμένες από την πρωϊνή δροσιά, που είναι εντονώτερη εδώ από ό,τι στα δικά μας κλίματα. Χωρίς αυτή την ζωτική υγρασία τα φυτά ξεραίνονται από το ηλιόκαμα και πεθαίνουν μέσα σε λίγες ημέρες.
 Όταν έφθασε η ώρα να συνεχίσωμε την πορεία μας, καταλάβαμε από τον δισταγμό του οδηγού μας ότι είχε χάσει τον δρόμο του. Ακολούθησε τέλος ένα μονοπάτι που οδηγούσε σε κάποιο βαθύ φαράγγι. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός, απότομος και περιστρεφόταν γύρω από θεόρατους βράχους∙ ανάμεσά τους υπήρχε ένα μονοπάτι χαραγμένο μάλλον από το ένστικτο των κατσικιών παρά από την ανθρώπινη επιτηδειότητα. Η υγρασία σ' αυτές τις κοιλάδες διατηρείται από τους ορμητικούς χειμάρρους. Τα απόκρημνα βουνά που τις προστατεύουν από τις ακτίνες του ηλίου συντελούν στην ευφορία του εδάφους και δίνουν μία πλούσια βλάστηση στα φυτά και στα δένδρα. Τα περάσματα μόλις διακρίνονται, στενεύουν από τα κλαριά των δένδρων που βρίσκονται στις όχθες τους και από τους αγκαθωτούς θάμνους που χρειάζεται να παραμερισθούν για να ανοίξουν δρόμο. Τα άλογά μας σκόνταφταν στα εμπόδια αυτά καθώς και στις επικίνδυνες ανωμαλίες του εδάφους∙ ακολουθούσαν βήμα προς βήμα τον οδηγό τους, γλιστρώντας περισσότερο παρά βαδίζοντας στην ανώμαλη κλίση του εδάφους. Ήταν πάντως προτιμότερο να στηριχθούμε στο ένστικτό τους παρά στον ίδιο μας τον εαυτό∙ διότι ο Ζακυνθινός επιχειρώντας να προχωρήση πεζός λίγο έλειψε να γκρεμισθή στο βάθος της κοιλάδας. Μετά από πολλές δυσκολίες φθάσαμε σε μία πεδιάδα άγνωστη για τον οδηγό μας. Επί πλέον, ένας αρκετά πυκνός λόγγος μας έκρυβε τα πράγματα έως μία ορισμένη απόσταση, χωρίς όμως και να μας προστατεύη από τα καύμα του ηλίου. Ο Έλληνας όμως βρήκε τη λύση. Σκαρφαλώνει σ' ένα αρκετά ψηλό δένδρο και φωνάζει χαρούμενα πως διακρίνει στα Νότια ένα καταυλισμό νομάδων Μοραϊτών. Παίρνομε θάρρος και φθάναμε τέλος εκεί. Πολλά σκυλιά κλείνουν για λίγο το δρόμο μας. Εμφανίζονται οι βοσκοί∙ τους ζητάμε φιλοξενία. Αμέσως ένας από αυτούς φεύγει τρέχοντας προς τον καταυλισμό και φέρνει από εκεί ένα γέροντα, ο οποίος μιλώντας ιταλικά μας προσφέρει με καλωσύνη όλες τις διευκολύνσεις που η θέση του επιτρέπει να μας παρέχη∙ τις δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη∙ μας φέρνουν ύστερα κατσικίσιο γάλα και γαλέτες από καλαμπόκι, μέχρι να ετοιμασθή ένα θρεπτικότερο γεύμα. Αφού μας άφησαν να ξεκουρασθούμε λίγη ώρα ο γέροντας μας έδειξε τον καταυλισμό και μας έδωσε πληροφορίες για τον τρόπο ζωής τους,
 Να λοιπόν από τι αποτελείται η κατοικία αυτών των βοσκών5. Ένας φράκτης φτιαγμένος από αγκαθωτά κλαδιά πλεγμένα και στερεωμένα σε πασσάλους βυθισμένους στη γη σχηματίζει έναν αρκετά μεγάλο περίβολο. Στο κέντρο του υπάρχουν πολλές καλύβες που αποτελούνται από τέσσερα μικρά δένδρα ύψους περίπου δέκα ποδών, απογυμνωμένα από τα κλαδιά τους, μπηγμένα κάθετα στο έδαφος και καλυμμένα από μία απλή σκεπή με φύλλα φοινικιάς. Κάτω από αυτήν τη σκεπή κατασκευάζουν ένα δεύτερο επίπεδο χρησιμοποιώντας σανίδες ενωμένες στις παραστάδες με κλιματίδες. Και αυτή η επιφάνεια είναι καλυμμένη από ξερά φύλλα και προβιές αρνιών και χρησιμεύει για κρεββάτι στους βοσκούς∙ βρίσκουν εκεί καταφύγιο από τις βροχές και τα θανατηφόρα ερπετά. Αυτό το εναέριο δωμάτιο φυλάγεται από την πλευρά του ανέμου με μία απλή ψάθα. Όλη τη νύχτα υπάρχει πάντοτε ένας φύλακας, ο οποίος διατηρεί αναμμένες τις φωτιές, που βρίσκονται σκόρπιες μέσα στον περίβολο, για να απομακρύνουν τα σαρκοβόρα ζώα. Αυτά τα καταλύμματα εξυπηρετούν τους Μοραΐτες όλο το καλοκαίρι. Μόλις τα κοπάδια τους απογυμνώσουν τους γειτονικούς βοσκοτόπους αλλάζουν τοποθεσία και δημιουργούν καινούργιο καταυλισμό σε άλλη τοποθεσία. Τον χειμώνα, η σωστότερα την εποχή των βροχών, αποσύρονται μέσα στις πολυάριθμες σπηλιές των βουνών. Το δείπνο ήταν έτοιμο. Ένα κατσικάκι περασμένο στη σούβλα, ένα μακρύ ραβδί με τις άκρες του στηριγμένες επάνω σε δύο πέτρες, ψηνόταν μπροστά σε μία ανθρακιά. Το ψητό αυτό θα το συνόδευαν καρποί και φρέσκα τυριά. Προσθέσαμε σ' αυτά τις δικές μας προμήθειες και στη θέα του σιταρένιου ψωμιού οι Μοραΐτες ενθουσιάσθηκαν. Ο ηλικιωμένος Έλληνας μιλούσε με ευχέρεια τα ιταλικά∙ είχε πιει με ευχαρίστηση το κρασί μας που του έδινε αυτοπεποίθηση. Ήταν πράγματι, όπως είχαμε φαντασθή, πολυταξιδευμένος. Ζητήσαμε να μάθωμε τις περιπέτειές του και εκείνος δέχθηκε να μας τις διηγηθή. Θα τον αφήσω να μιλήση ο ίδιος, προσπαθώντας να μιμηθώ το απλό και ζωντανό ύφος της διηγήσεώς του. Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας μέρους των γεγονότων που συνθέτουν αυτήν την διήγηση και συμφωνούν εξάλλου αρκετά ικανοποιητικά με μία έκθεση των γεγονότων του πολέμου του 1770, που έχω από τον κ. ντε Μπερμόν6.


Η συνέχεια στο "Η Μεσσηνία του A. L. Castellan Μέρος Β΄"



Printfriendly