.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Οι σχέσεις Μεσσηνίας και Ηλείας στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού


Οι επόμενοι ήταν άντρες από την Πύλο και την αγαπημένη Αρήνη, από τo Θρύο κοντά στoν Αλφειό και τo καλοκτισμένο Αιπύ, τoν Κυπαρισσήεντα, την Αμφιγένεια, τον Πτελεό... (Ιλιάδα Β, στ. 591-593).
Μακάρι κατ' αυτό τoν τρόπο να ήταν οι δυνάμεις μου ακμαίες και να ήταν και ακέραιες όπως ήταν όταν έγινε η μάχη των Ηλείων με εμάς (τους Πυλίους)... (Ιλιάδα Λ, στ. 670- 671),
Υπάρχει δε κάποια πόλη, η Θρυόεσσα, σε απότομο λόφο, κοντά στον Αλφειό, στα έσχατα όρια της αμμώδους Πύλου. Αυτήν την πολιορκούσαν επειδή σφοδρά επιθυμούσαν να την καταστρέψουν... (Ιλιάδα Α, στ. 711- 713).
 Οι παραπάνω στίχοι, απομονώνοντας το σαφώς μυθολογικό- φαντασιακό περιτύλιγμα, αναφέρονται σε έναν ιστορικό πυρήνα, ο οποίος, πιθανώς, συμφωνεί και με διάφορα τοπωνύμια, που αναφέρονται στις πινακίδες της Γραμμικής Β, αλλά και με αρχαιολογικά δεδομένα, όπως αυτά προβάλλουν από τις παλαιότερες και πρόσφατες ανασκαφές στην περιοχή της Ηλείας και ιδίως της Βόρειας Τριφυλίας.
 Ποιά υπήρξε πραγματικά η κοινωνική δομή της Ηλείας, ποιά η κρατική της υπόσταση; Ποιά η σχέση των κατοίκων της με αυτούς της Μεσσηνίας και εν τέλει πως εξελίχθηκαν οι σχέσεις των δύο όμορων περιοχών; Ποιά συμπεράσματα προκύπτουν από τα αρχαιολογικά δεδομένα;


Α. Οι πρώιμοι μυκηναϊκοί χρόνοι (ΥΕΙ - ΙΙ).
Κατά την πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο η κατοίκηση φαίνεται πως περιορίζεται γεωγραφικώς στην Βόρεια Τριφυλία1 (Εικ.1). Πρόκειται για τις αρχαιολογικές θέσεις:
Λαδικό (θέση Ξεσπιθάτη2, κεραμική προερχομένη από ταφικό σύνολο),
Μακρύσια3 (πιθανώς τύμβος στη θέση Προφήτη Ηλία),
Σαμικό4 (τύμβοι, θολωτός τάφος και οικιστικά κατάλοιπα),
Κακόβατος5 (θολωτοί τάφοι και οικιστικά κατάλοιπα) και
Λέπρεο6 (κεραμική, προερχόμενη μάλλον από οικιστικό σύνολο).


Ταφική Αρχιτεκτονική
 Στη διάρκεια αυτής της περιόδου οι ενταφιασμοί πραγματοποιούνται αποκλειστικώς σε θολωτούς τάφους και τύμβους.
 Οι τύμβοι εμφανίζονται στα τέλη της ΜΕΧ7. Στο Σαμικό περικλείονται από χαμηλή κυκλική κρηπίδα- περίβολο, που οικοδομείται από αργούς λίθους μετρίου ή μεγάλου μεγέθους8. Στο εσωτερικό του περιβόλου διαμορφώνονται συνήθως είτε κοιλότητες στο φυσικό πέτρωμα9 είτε κτιστοί κιβωτιόσχημοι τάφοι (τύμβοι 1, 2)10. Ενίοτε, παρατηρείται, όπως και στην παρακείμενη Μεσσηνία (Εικ.13), η κατασκευή πεταλόσχημων11 κτισμάτων (τύμβος 2, τάφοι XI και IV) αλλά και ο ενταφιασμός ενηλίκων σε πιθάρια (τύμβος 3)12. Στο εσωτερικό του τύμβου 5 ανεγέρθη θολωτός τάφος, μικρών διαστάσεων, καταδεικνύοντας τη στενή σχέση τύμβων και θολωτών, η οποία μαρτυρείται και στην όμορη Μεσσηνία13. Στα Μακρίσια14 ο νεκρός τοποθετείται σε βαθύ λάκκο, που χωροθετείται σχεδόν στο κέντρο του μνημείου.


 Οι θολωτοί τάφοι ακολουθούν τις γενικές αρχιτεκτονικές αρχές, παρουσιάζουν όμως και κατασκευαστικές ιδιαιτερότητες, που συνδέουν τα μνημεία με αντίστοιχα πρώιμα μεσσηνιακά, όπως:
- Η ανέγερση των θολωτών τάφων ανά τρείς, οι οποίοι κείνται πλησίον ή και εντός του οικισμού (Κακόβατος και Περιστεριά Μεσσηνίας15).
- Η διαμόρφωση ταφικών λάκκων εντός του θαλάμου16 (Εικ.3, Κακόβατος θολ. τάφος Α, C, Μυρσινοχώρι Μεσσηνίας).
- Η χρήση, ώς οικοδομικού υλικού, πλακοειδών λίθων μικρών διαστάσεων (Κορυφάσιο, Κακόβατος17).
- Η λάξευση παράλληλα προς τις παρειές του στομίου πεταλόσχημων αυλακώσεων18, που οδηγούν από το στόμιο στο θάλαμο (θολ.τ.Α, Ο Κακοβάτου -Εικ.3, θολ.τ.2 στη Μάλθη, θολ.τ.2 στο Ρούτσι, θολ.τ.1 και 2 στην Τραγάνα, θολ.τ.1 και 2 στο Γουβαλάρη, θολ.τ.3 στην Περιστεριά).
- Η πλακόστρωση του δαπέδου του θολωτού τάφου Β (Εικ.4) και η χαλικόστρωση του θολωτού τάφου του Σαμικού19. Ανάλογα παρατηρούνται στα Νιχώρια και σε πρωτογεωμετρικό θολωτό τάφο στην Καρποφόρα Μεσσηνίας20.


Έθιμα Ταφής
Οι νεκροί θάπτονταν είτε σε λακκοειδείς τάφους, ακολουθώντας τη ΜΕ παράδοση, και «διασφαλίζοντας» την ατομικότητα του ενταφιασμού21, είτε τοποθετούνταν επί του δαπέδου. Στην περίπτωση του Κακοβάτου τα κτερίσματα υπήρξαν εξαιρετικά πλούσια, παρά την διαχρονική σύληση και την πρόωρη κατάρρευση των μνημείων, μαρτυρώντας τη σημαντική κοινωνική θέση των ενταφιασθέντων, τη φροντίδα/περιποίησή τους και την ιδεολογία της κοινωνίας. Από τον πλούτο των κτερισμάτων αναφέρονται ενδεικτικώς:
- Κοσμήματα ενδυμασίας, όπως: Περίαπτα με οπές ανάρτησης (κουκουβάγια22 -Εικ.5 και βάτραχος23) ψήφοι και επιρράμματα από χρυσό, ψήφοι από ημιπολύτιμους λίθους24, αναρίθμητες ψήφοι και διαχωριστές από ήλεκτρο25 (Εικ.9), περόνες26, δίσκοι από ελεφαντόδοντο27, κοσμημένοι με εγχάρακτα κοσμήματα.


- Αγγεία, τα οποία περιελάμβαναν ανακτορικούς πιθαμφορείς (Εικ.7), αμφορείς με ελλειψοειδές στόμιο (Εικ.6). Λίθινα αγγεία- λύχνους28 (Εικ.11). Ένα αγγείο29 και δύο ειδώλια30 από υαλόμαζα (Εικ.10).
- Χρηστικά αντικείμενα, όπως λίθινες (Εικ.12) και ελάχιστες χάλκινες αιχμές βελών και ξίφη31.
 Η κάμψη του ξίφους του νεκρού (Κακόβατος θολ.τ.Β -Εικ.8), ταφική πρακτική με ευρύτατη χρονική και γεωγραφική διάδοση32, συμβόλιζε παραστατικά τον θάνατο και την «απώλεια» του πολεμιστή- οπλίτη- πολέμαρχου.


Αντιθέτως, στην περίπτωση του Σαμικού και των Μακρυσίων η κτέριση υπήρξε πτωχική, περιοριζόμενη σε αγγεία (που δεν περιελάμβαναν ανακτορικούς πιθαμφορείς), αιχμές βελών, μετάλλινα εργαλεία κλπ.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, συνάγονται τα εξής:
- Κατά τους πρώιμους μυκηναϊκούς χρόνους ακμάζει η περιοχή της Ηλείας, που εκτείνεται νοτίως του Αλφειού.
- Η ταφική αρχιτεκτονική, με την εκτεταμένη χρήση τύμβων και θoλωτών, προσομοιάζει με την εικόνα που έχουμε για τη Δυτική Μεσσηνία.
- Τα έθιμα ταφής, όπως η κάμψη του ξίφους, η ύπαρξη πεταλόσχημου σκάμματος στο στόμιο των θολωτών, η παρουσία αναρίθμητων αιχμών βελών και ψήφων - πλακιδίων ηλέκτρου, παρατηρούνται και στην παρακείμενη Μεσσηνία33.
Οι στενότατες σχέσεις μεταξύ των δύο όμορων περιοχών υπογραμμίζονται έτι περαιτέρω από την ανεύρεση πανομοιότυπων κτερισμάτων, όπως:
- Περίαπτο γλαυκός34.
- Αμφίπροχοι κύλικες35 (Κακόβατος τάφος Α., Περιστεριά, Βορούλια).
- Αμφορείς με ελλειψοειδές στόμιο36 (επιχωριάζουν στα ταφικά μνημεία της ΝΔ Πελοποννήσου).
- Ανακτορικοί πιθαμφορείς,
- Κύπελλα Βαφειού, μόνωτες αλαβαστροειδείς προχοΐσκες.


Β. Ύστεροι Μυκηναϊκοί Χρόνοι
 Κατά την ΥΕΙΙΙΑ- Β, η περιοχή της Βόρειας Τριφυλίας παρουσιάζεται αραιοκατοικημένη. Οι θολωτοί, ο τύμβος στα Μακρίσια και οι περισσότεροι τύμβοι στο Σαμικό εγκαταλείπονται. Αντιθέτως, τα ερευνηθέντα ταφικά σύνολα μαρτυρούν την πυκνή κατοίκηση της κοιλάδας του Αλφειού και των παραποτάμων του (Κλαδέου) (Εικ.2).


 Κατά την επόμενη χρονική περίοδο, οι κοινότητες του Αλφειού παρακμάζουν και ορισμένες εγκαταλείπονται. Ελάχιστα νεκροταφεία δέχονται ταφές κατά την ΥΕΙΙΙΓ (Νέο Μουσείο, Κλαδέος, Μάγειρας, Μακρίσια. Διάσελλα), ενώ αντιθέτως ακμάζει η γεωγραφική ενότητα της ΒΑ Ηλείας, όπου οργανώνονται πλέον και εκτεταμένα νεκροταφεία (πχ. αυτό της Αγ. Τριάδας37). Η ΒΑ Ηλεία ενσωματώνεται σε ένα διαφορετικό δίκτυο πολιτισμικών και οικονομικών επαφών, προσανατολισμένο προς το Βορρά και τη Δύση (Αχαΐα, Στερεά Ελλάδα, Κεφαλονιά) και όχι προς το Νότο ή την Ανατολή. Στο τέλος της μυκηναϊκής ή ακόμη και της υπομυκηναϊκής εντάσσεται και νεκροταφείο θαλαμωτών, που ανεσκάφη πρόσφατα στην περιοχή Γουμέρου/Πέρσαινας38.
Αναλυτικώς τα ανασκαφέντα νεκροταφεία χωροθετούνται ως εξής:
Α. Νοτίως του Αλφειού (Μακρίσια -θέση Κανιά. Διάσελλα- Μπρουμάζι).
Β. Βορείως του Αλφειού -Αρχαία Ολυμπία και ευρύτερη περιοχή της (Αρχαία Ολυμπία- νεκροταφείο Νέου Μουσείου, Μιράκα- θέσεις Γιδόστανη, Κρυαβρύση, Σικαλίστρα, Χαντάκια, Λιναριά).
Γ. Κατά μήκος ή πλησίον του Κλαδέου (Πεύκες, Στραόοκέφαλο, Τρύπες, Κοσκινά, Μάγειρας, Πλάτανος).
Δ. Βορείως της Αρχαίας Ολυμπίας στην περιοχή συμβολής Αλφειού και Ενιπέα (Στρέφι, Καυκανιά).
Ε. Στην κεντρική Ηλεία (Αλποχώρι, Βροχίτσα).
Στ. Στην ΒΑ Ηλεία και κατά μήκος ή πλησίον του Πηνειού (Γούμερο, Κλινδιάς, Αγραπιδοχώρι, Δάφνη, Αγ. Τριάδα).


Ταφική Αρχιτεκτονική- Είδη Τάφων
Α. Θαλαμωτοί
Β. Λακκοειδείς (Στρέφι, Ν. Μουσείο, Κλαδέος)
Γ.  Ημιτελείς δρόμοι ή «υβριδικοί» θαλαμωτοί (Χελιδόνι, Στρέφι, Ν. Μουσείο, πιθανώς Κλαδέος)
Δ. Πίθοι (στον Μάγειρα;)39
Ε. Ενταφιασμός intra muros (Φιγάλεια- θέση «Κορδομπούλι»)40.
 Η πλειονότητα των ενταφιασμών πραγματοποιούνται σε θαλαμωτούς, οι οποίοι διαθέτουν προσανατολισμό συνήθως από Β προς Ν (Στρέφι, Νέο Μουσείο) και σποραδικά A- Δ (Στραβοκέφαλο), ενώ το εμβαδόν τους είναι γενικώς μικρό (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων -π.χ. Αλποχώρι), αφού δεν υπερβαίνει τα 20 τ.μ. και στη συντριπτική πλειοψηφία τους κυμαίνεται μεταξύ 7 και 12 τ.μ.
 Βασικό χαρακτηριστικό των θαλαμωτών της κεντρικής Ηλείας, κατά την ΥΕΙΙΙΑ- Β, υπήρξε η κατασκευή ταφικών λάκκων (Εικ.14), συνήθως στεγασμένων με πλάκες και προοριζομένων να δεχθούν πρωτογενείς αλλά και δευτερογενείς ταφές. Η χρήση τους επιχωριάζει (απαντωμένη στο 64% των τάφων -Γράφημα 1) στη νότια και κεντρική Ηλεία41, ενώ συναντάται σποραδικά στα αντίστοιχα μνημεία της ΒΑ (μόλις το 15% των θαλαμωτών διαθέτουν λάκκους).


Επιπροσθέτως, στα τοιχώματα των δρόμων λαξεύονται κόγχες (μία ή δύο ανά παρειά -Εικ.15), σε ποσοστό 47% (στους θαλαμωτούς της κεντρικής και νότιας Ηλείας) και σε μόλις 6% στη ΒΑ Ηλεία (Γράφημα 2).


Ταφικοί λάκκοι εντοπίζονται να συνυπάρχουν με τους θαλαμωτούς (Στρέφι, Κλαδέος, Δάφνης και Ν. Μουσείο)42 ή και να συγκροτούν αυτόνομο νεκροταφείο (Καυκανιά43). Η πλειοψηφία των πρώτων ανάγεται χρονικά στην ΥΕIIIB, ενώ στην δεύτερη περίπτωση στην ΥΕΙΙΙΓ. Στο Στρέφι, στον Κλαδέο και στον Αρβανίτη44, οι λάκκοι χωρίζονται με ξερολιθιά (άλλοτε επιμελώς και άλλοτε προχείρως κτισμένη) σε δύο ή τρία μέρη (Εικ.16). Η χρήση «διαμερισματοποιημένων» λάκκων δεν αποτελεί διαδεδομένη πρακτική και απαντάται, συγχρόνως, στην Κρήτη, την Αττική (Ελευσίνα, Περατή και Γλυκά Νερά) και στην Αργολίδα (στη Δειράδα Άργους)45.
 Οι ενταφιασμοί εντός λάκκων δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ένα ad hoc φαινόμενο, αλλά να ενταχθεί σε μία μακρά παράδοση χρήσης ταφικών λάκκων, αναγόμενη τουλάχιστον στα τέλη της ΜΕΧ και συνεχιζομένη στην πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο (Κακόβατος, Σαμικό και Μακρύσια). Συνεπώς δεν υπήρξε παράδοξο κατά την ΥΕIII οι λάκκοι να «ενσωματώνονται», όπως προαναφέρθηκε, στους θαλαμωτούς46, και να καθίστανται απαραίτητο γνώρισμά τους, το οποίο συναντάται στη Μεσσηνία (π.χ. Βολιμίδια), Λακωνία (Επίδαυρος Λιμηρά) Αρκαδία, Ανατολική Αχαΐα (Δερβένι) και κατόπιν μεταφέρεται στην Κεφαλονιά47.



Ημιτελείς θαλαμωτοί Τάφοι (Εικ.17)
Πρόκειται για ταφικά μνημεία, που διαθέτουν κάποια από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των θαλαμωτών (π.χ. δρόμο), αλλά όχι σαφώς διαμορφωμένο θάλαμο. 
Οι ενταφιασμοί πραγματοποιούνται σε λάκκους (Στρέφι τ. ΙΧ, XV) αλλά και σε κόγχες (Στρέφι τ. V, VI, Αγ. Τριάδα τ.1, Χελιδόνι). Στον τάφο VI (στο Στρέφι) χρησιμοποιούνται συνδυαστικά, τόσο λάκκοι όσο και κόγχες. 
Οι λόγοι κατασκευής και χρήσης τους παραμένουν ασαφείς, καθώς είναι δυνατόν να σχετίζονται με την αδυναμία ολοκλήρωσής τους, τον αιφνίδιο θάνατο πολλών μελών της κοινότητας ή τέλος τον τελετουργικό αποκλεισμό ορισμένων μελών της από ένα ακέραιο ταφικό μνημείο. 
Ανάλογα επισημαίνονται στην Αργολίδα (Ναύπλιο και Μυκήνες), στην Πύλο, στο Αίγιο και πιθανώς στην Αρκαδία, ενώ χρονικώς τοποθετούνται στην ΥΕIIIA2 -B2 48
Στον ίδιο χρονικό ορίζοντα φαίνεται πως εντάσσονται και τα υπό εξέταση ηλειακά δείγματα, τα οποία εντοπίζονται στο νεκροταφείο του Στρεφίου, στο Νεκροταφείο του Νέου Μουσείου της Αρχαίας Ολυμπίας και στο Χελιδόνι.

Έθιμα ταφής
Κατά την ΥΕΙΙΙΑ- Β τα έθιμα ταφής δεν παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις.
 Η πλειοψηφία των ταφών και ανακομιδών εντοπίστηκε κτερισμένη. Οι νεκροί συνοδεύονταν από τουλάχιστον ένα αγγείο, των οποίων ο αριθμός και το σχήμα τους μάλλον δεν σχετίζεται με το φύλο του νεκρού, αλλά εξαρτάται από το τελετουργικό, την οικονομική δυνατότητα και το κοινωνικό status της οικογένειας. Οι αποβιώσαντες ενταφιάζονταν ντυμένοι49 φέροντας τον οπλισμό ή τα κοσμήματά τους, που κατασκευάζονταν είτε από ημιπολύτιμους λίθους (ψήφοι από στεατίτη, κορναλίνη) είτε από υαλόμαζα/ φαγεντιανή (ψήφοι και πλακίδια) και σπανιότερα από χρυσό (ψήφοι στην Αγ. Τριάδα και το Αλποχώρι). Η έρευνα δύο θαλαμωτών (Στραβοκέφαλος τ. ΙΙΙ 50 και Καυκανιά θέση «Καραβάς»51) απέδωσε δύο κρανία, τα οποία διέσωζαν κατά χώρα κόσμημα της κεφαλής, δηλ. διάδημα, αποτελούμενο από διακοσμημένα πλακίδια κυανής υαλόμαζας. Ανάλογα κοσμήματα επισημάνθηκαν και σε ταφές στην Κανιά Μακρυσίων (τ. A) και στα Διάσελλα52. Σύνηθες κτέρισμα υπήρξαν τα λίθινα ή πήλινα σφονδύλια53, ενώ σε ελάχιστες περιπτώσεις επισημάνθηκαν σφραγιδόλιθοι54.
Λιγοστοί υπήρξαν οι τάφοι, με κτερίσματα χάλκινα εγχειρίδια, μαχαίρια, ξυρούς, αιχμές δοράτων55 και ξίφη56. Σποραδικώς, στη ΒΑ Ηλεία, ανευρέθησαν και πολλοί οδόντες αγριοχοίρου, τμήματα πολεμικών κρανών57.
Το πλέον όμως σύνηθες κτέρισμα υπήρξε η κεραμική. Τα χαρακτηριστικά της κατά την ΥΕΠΙΑ/Β διαμορφώνονται ώς εξής:
1. Ποσοτικά κυριαρχούν τα αλάβαστρα, οι ψευδόστομοι και οι απιόσχημοι πιθαμφορίσκοι58 (Γράφημα 3). Τα αγγεία είναι μικρών διαστάσεων, ο πηλός και το επίχρισμά τους είναι καλής ποιότητας, ενώ το σχήμα αποδίδεται προσεκτικά. Η διακόσμηση περιορίζεται σε γραμμικά και αφηρημένα σχέδια, όπως αγκώνες -(σε ψευδοστόμους και τρίωτους αμφορείς), δικτυωτό (σε αλάβαστρα και απιόσχημους πιθαμφορίσκους, σπάνια σε ψευδοστόμους), ενάλληλες γωνίες. φυλλoφόρος (πιθαμφορίσκοι, ψευδόστομοι, αλάβαστρα), σχηματοποιημένο μυκηναϊκό άνθος, αχιβάδα κ.ο.κ.
2. Εξαιρετικά δημοφιλές σχήμα καθίσταται το άωτο αλαβαστροειδές (ιδιαίτερα στο νεκροταφείο του Νέου Μουσείου), το οποίο αντιθέτως σπανίζει στη Μεσσηνία59 (Εικ.18).
3. Μικρότερη σε αριθμό παρουσιάζεται η ομάδα των αγγείων πόσεως, όπου παρουσιάζονται κατασκευαστικές ατέλειες (αδυναμία εξασφάλισης ισορροπίας), ενώ και ο πηλός είναι εύθριπτος (στα αγγεία πόσεως).
4. Ισχνή είναι, η παρουσία μεγάλων αποθηκευτικών αγγείων. Στα τέλη της ΥΕΙΙΙΑ εμφανίζονται οι τρίωτοι αμφορείς, σχήμα το οποίο επιχωριάζει στη ΝΔ Πελοπόννησο, ενώ προς το τέλος της ΥΕΙΙΙΒ παρουσιάζονται οι ολόβαφοι αμφορείς με δύο λαβές στον ώμο, αγγείο που αποτέλεσε σαφώς ηλειακό δημιούργημα60.
5. Πρόσθετα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ηλειακής κεραμικής υπήρξαν:
α) η ανεύρεση μεγάλων διαστάσεων αρτόσχημων αλαβάστρων (π.χ. από το Ν. Μουσείο, το Χελιδόνι, το Στρέφι, Σαμικό), που πιθανώς παρήχθησαν από κοινό εργαστήριο61 (Εικ.19).
β) η χρήση βάσεων κυλίκων ως πωμάτων αγγείων (αλαβάστρων, αμφορέων). Η πρακτική επιδιώνει και στην ΥΕΙΙΙΓ ενώ η γεωγραφική της διάδοση καλύπτει ολόκληρη τη Δυτική Πελοπόννησο62.


γ) Σε απιόσχημους πιθαμφορίσκους και αλάβαστρα διαφοροποιείται (ενίοτε) το κόσμημα κάτω από τις λαβές (με τη χρήση ενάλληλων γωνιών ή αψιδωμάτων) τεχνική που εντοπίζεται στην Ηλεία63 και τη Μεσσηνία64 και πιθανώς πρόκειται για παραγωγή συγκεκριμένου κεραμοποιείου.
 Επιπρόσθετα, ψευδόστομοι65 (από ταφικά σύνολα στο Στρέφι, στο Νέο Μουσείο Αρχ. Ολυμπίας, στα Μακρίσια κ.ά.), ένα κωνικό ρυτό66 και μία ραμφόστομη πρόχους67 από το Σαμικό, οι απιόσχημοι ψευδόστομοι68 (από Ρένια και Ν. Μουσείο), τα δύο φλασκιά από το Στραβοκέφαλο βρίσκουν ανάλογα στην παρακείμενη Μεσσηνία69, αποτελώντας πιθανώς δημιουργίες ενός κοινού εργαστηρίου.
 Συμπερασματικά φαίνεται πως συνυπάρχει η παραγωγή αγγείων τόσο από τοπικά εργαστήρια, ικανοποιώντας τις άμεσες βιοτικές ανάγκες, όσο και η εισαγωγή άλλων από τα λεγόμενα ανακτορικά κέντρα (εν προκειμένω από την Αργολίδα ή την Μεσσηνία). Ενδέχεται να έχουν παραχθεί από πεπειραμένους- «περιηγητές» κεραμείς, οι οποίοι απέκτησαν την αναγκαία τεχνογνωσία στα ανακτορικά κέντρα και κατόπιν τη μετέφεραν στην περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου.

Συμπεράσματα
 Κατά την πρώιμη μυκηναϊκή περίοδο παρατηρείται η πληθυσμιακή και οικονομική άνθιση της Βόρειας Τριφυλίας. Η Τριφυλία αποτελεί τμήμα του μυκηναϊκού κόσμου, ενσωματωμένη στην πολιτιστική και διοικητική ενότητα της Μεσσηνίας. Τα κτερίσματα, η εντυπωσιακή ταφική αρχιτεκτονική και τα έθιμα ταφής καταδεικνύουν, πως ο Κακόβατος μετεξελίχθηκε σε περιφερειακό διοικητικό κέντρο του «μεσσηνιακού» κράτους70. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία (από τα ευρήματα πιστοποιείται η εντατική καλλιέργεια σύκων), αλλά και με το εμπόριο. Ο Κακόβατος, χωροθετημένος δίπλα στις ακτές του Ιονίου πιθανώς υπήρξε η απόληξη ενός πολύπλοκου συστήματος εμπορείων, τα οποία μετέφεραν στην μυκηναϊκή επικράτεια ήλεκτρο (είτε κατηργασμένο, είτε ακατέργαστο)71. Αντιθέτως, οι κάτοικοι του Σαμικού δεν απολαμβάνουν τα αγαθά του μεταπρατικού εμπορίου, ασχολούμενοι πιθανώς με τη γεωργία, την αλιεία και την κτηνοτροφία ή αναλαμβάνοντας τη φύλαξη των συνόρων, εξασφαλίζοντας τη μεθοριακή ασφάλεια της ηγεμονίας του Κακοβάτου.
 Κατά την ΥΕIIIA/B η Τριφυλία παρουσιάζει σαφή πληθυσμιακή κάμψη. Οι θολωτοί του Κακοβάτου δεν δέχονται ταφές, ελάχιστοι ενταφιασμοί λαμβάνουν χώρα στον τύμβο του Σαμικού και ο Προφήτης Ηλίας Μακρυσίων εγκαταλείπεται. Η μεταβολή των εθίμων ταφής ή πιθανότερα η αντικατάσταση του ηλέκτρου από κάποιο άλλο, πλέον προσιτό, υλικό (π.χ. υαλόμαζα η οποία παράγεται μαζικά με τη χρήση μήτρας), προκαλούν την κατάρρευση του εμπορίου κεχριμπαριού και την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία του από τους ενταφιασμούς, αιτίες πού, μαζί με την ανάδειξη του ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους- βασιλείου της Πύλου, οδήγησαν στον οικονομικό μαρασμό και τελικώς στην εγκατάλειψη του Κακοβάτου.
 Η οικονομικο/κοινωνική ζωή της Ηλείας μεταφέρεται βορειότερα, κατά μήκος της κοιλάδας του Αλφειού, όπου συγκροτούνται μικρά νεκροταφεία, συστάδες θαλαμωτών τάφων. Δεν αναπτύσσονται μεγάλοι οικισμοί, αλλά ολιγάνθρωπες κοινότητες, οι οποίες δεν ξεπερνούν σε μέγεθος τη συγκέντρωση δύο ή τριών γενών. Οι κάτοικοι, βάσει των ανθρωπολογικών παρατηρήσεων, αντιμετώπιζαν υψηλό δείκτη θνησιμότητας, που οφείλεται στην κακής ποιότητας και περιορισμένη σε σιτηρά διατροφής (λήψη ελαχίστων ζωικής προέλευσης πρωτεϊνών)72. Ουσιαστικώς πρόκειται γιά μικρές αγροτικές- κτηνοτροφικές κοινότητες, πού, ίσως, ασχολούνταν και με τη μεταποίηση των προϊόντων τους, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αποκομμένες από το «γίγνεσθαι» του υπόλοιπου μυκηναϊκού κόσμου.
 Οι κάτοικοι της περιοχής Ολυμπίας διατηρούν σχέσεις με τη Μεσσηνία, αφού κάποια ταφικά κτερίσματα είναι μάλλον μεσσηνιακής προέλευσης, ενώ εμφανίζονται και σχήματα (π.χ. οι τρίωτοι αμφορείς), τα οποία επιχωριάζουν στη ΝΔ Πελοπόννησο και δεν εμφανίζονται συχνά εκτός αυτής. Οι νεκροί ενταφιάζονται σε θαλαμωτούς και όχι σε θολωτούς τάφους, εξακολουθούν όμως να χρησιμοποιούνται ταφικοί λάκκοι ή πλευρικές κόγχες, προκειμένου να ταφεί το σύνολο της οικογένειας.
 Η πιθανή πολιτική επικυριαρχία του Πυλιακού κράτους και η αγροτοκτηνοτροφικού χαρακτήρα οικονομία καταγράφονται και στις γραπτές πηγές της εποχής, δηλ. τις πινακίδες της Γραμμικής Β και τα Ομηρικά Έπη (τα οποία απηχούν την εποχή και κατατάσσονται στις έμμεσες πηγές πληροφόρησης).
 Στο Β της Ιλιάδος, όπου περιγράφονται αναλυτικά οι συμμετέχοντες στον Τρωϊκό Πόλεμο (Νηών Κατάλογος), αναφέρονται τοπωνύμια τα οποία τοποθετούνται στην κοιλάδα του Αλφειού. Οι στρατιώτες της Πύλου προέρχονταν από «...από το Θρύο, κοντά στον Αλφειό, και το καλοκτισμένο Αιπύ, τον Κυπαρισσήεντα...». Σε πινακίδες της Γραμμικής Β επισημάνθηκαν τοπωνυμικά73, που πιθανώς συσχετίζονται με την επίμαχη περιοχή και τα βόρεια σύνορα του πυλιακού κράτους.  Συγκεκριμένα πρόκειται για τις λέξεις U- ru- pi- ja- jo (Ολυμπιαίοι -οι κάτοικοι της Ολυμπίας), O- ru- ma- tο (Ερύμανθος - παραπόταμος του Αλφειού ή βουνό στη μεθόριο Αρκαδίας- Ηλείας), Pi*-82 74 (κάποιοι ερευνητές ταυτίζουν το όνομα με την πόλη της Πίσας, πλησίον της Ολυμπίας, άλλοι με την Φειά στο Κατάκολο και άλλοι την τοποθετούν στο εσωτερικό της Κυπαρισσίας) και Nε- da- wa (δηλ. Νέδα)75. Η ταύτιση της Pi*-82 με την Πίσα μοιάζει εύλογη, αφού, βάσει του κειμένου των πινακίδων, χωροθετείται βορείως της Πύλου, στην ενδοχώρα (μακριά από τη θάλασσα) και οι κάτοικοί της ασχολούνται με την κτηνοτροφία, ενώ και η θέση του Αλφειού76.
 Κατά την ΥΕΙΙΙΓ το κράτος της Πύλου, ως συγκεντρωτικός γραφειοκρατικός και διοικητικός οργανισμός, έχει καταρρεύσει77. Η πτώση του πολιτικοδιοικητικού κατεστημένου προκαλεί αναταράξεις σε ολόκληρη τη δυτική Πελοπόννησο. Η οικονομία νεκρώνει και πολλές κοινότητες, που είχαν οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με το μεσσηνιακό κράτος, αποδομούνται. Αντίθετα, φαίνεται πως δημιουργούνται νέες κοινωνικοοικονομικές δομές στη βορειοανατολική Ηλεία78. Η ύστατη μυκηναϊκή περίοδος χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση εκτεταμένων νεκροταφείων (στην ορεινή Α- ΒΑ Ηλεία), καθώς και από τις ιδιαιτερότητες της κεραμικής (καθίσταται προσφιλής ή χρήση δίωτων- τετράωτων αμφορέων79, παρουσιάζονται οι πτηνόσχημοι ασκοί80 και τα σύνθετα αγγεία, πολλές κατηγορίες κλειστών αγγείων (π.χ. ψευδόστομοι80) κοσμούνται στο σώμα με ισοπαχείς ταινίες82, ενώ εξαιρετικά δημοφιλή αναδεικνύονται τα μοτίβα των περίστικτων ή κροσσωτών πολλαπλών ημικυκλίων83) υποδεικνύουν ότι η Ηλεία έχει ενταχθεί στην επονομαζόμενη «Κοινή» της ΒΔ. Πελοποννήσου84. Οι κάτοικοι της περιοχής εντάσσονται σε μία πολιτιστική ενότητα (βορειοδυτική Πελοπόννησος, Ιόνια Νησιά, Κεντρική Στερεά Ελλάδα) με κοινά γνωρίσματα, η οποία δεν δείχνει σημάδια κατωτερότητας απέναντι σε άλλες ευημερούσες περιοχές του μυκηναϊκού κόσμου.

Νικολέντζος Κων/νος, Αρχαιολόγος
"Οι σχέσεις της Μεσσηνίας με την Ηλεία κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού"
Πρακτικά Δ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 2010.

Σημειώσεις:
1. Νικολέντζος 2012, 408-412. Μόλις πρόσφατα (2008, 2009) ανεσκάφη από τη Ζ ΕΠΚΑ στην περιοχή της Κορυφής, 10 χλμ. ΒΔ του Πύργου συλημένος θολωτός τάφος, αμελούς αρχιτεκτονικής και πρόχειρης κατασκευής. Είχε διάμετρο 3,83μ., προσανατολισμό Β- Ν και σωζόταν σε ύψος μόλις 1.70μ. Εντός του θαλάμου είχαν λαξευθεί τέσσερεις και ένας λάκκοι για πρωτογενείς και δευτερογενείς ταφές αντιστοίχως. Από την προκαταρκτική εξέταση της κεραμικής, το μνημείο χρονολογείται στον -15/14ο αιώνα (Xατζή 2010, 20-21),
2. Χατζή 1988, 144.
3. Θέμελης 1968, 284-292.
4. Γιαλούρης 1965, 6-40. Παπακωνσταντίνου 1981, 148, Παπακωνσταντίνου 1982, 133.
5. Müller 1909, 269-328, Kalogeropoulos 1998.
6. Zachos 1984, 328-329.
7. Στην Ηλεία τύμβοι κατασκευάζονται ήδη από την ΠEII (στο Πελόπιο εντός του αρχαιολογικού χώρου της Ολυμπίας), πρβ. Rambach 2007, 84. Κατά τον Παπαδόπουλο (Papadopoulos 1995, 203-204) οι τύμβοι της ΜΕΧ/ΥΕΙ αποτελούν έναν ακόμη κρίκο σχηματισμού της «Μυκηναϊκής Κοινής της ΒΔ Πελοποννήσου».
8. Γιαλούρης 1965, 7, Zavadil 2000, 120.
9. Γιαλούρης 1965, 7.
10. Παπακωνσταντίνου: 1982, 133, Papadimitriou 2001, 44.
11, Παπακωσταντίνου 1981, 149, Papadimitriou 2001, 43. O Κορρές συσχετίζει την πεταλόσχημη κατασκευή με τη γένεση του θολωτού τάφου (Κορρές 1975ό 366). Ανάλογα έχουν επισημανθεί και στις πιό κάτω θέσεις:
- Σε τύμβους στη θέση Ακόνες Καρποφόρας (τάφοι Ι και IΙΙ), 
- Στην Καρποφόρα, οι αψιδωτοί τάφοι Νικητοπούλου 1 (κατά τον Παπαδημητρίου πιθανώς πρόκειται για τετράπλευρο τάφο με αποστρογγυλλεμένες γωνίες) και Τσαγδή 1, 2.
- Ρούτσι (Μεσσηνίας). Στο εσωτερικό του τύμβου Καλογερόπουλου ανεσκάφη αψιδωτός- πεταλόσχημος τάφος, κτιστός στο ανώτερο τμήμα του, λαξευτός στο υπόλοιπο.
- Φαρές Αχαΐας. Τάφος αψιδωτής κάτοψης με δύο μονολιθικές παραστάδες.
- Οικόπεδα και Κοκκολάτα (τάφος Θ) Κεφαλληνίας. 
Τα παραπάνω μνημεία αποτελούν το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο πεταλόσχημα κενοτάφιο του τύμβου του Αγ. Ιωάννη Παπουλίων και των αψιδωτών ME οικιών (πρβλ. και Koρρές19756, 353, Cavanagh 1998 30, Παπαδημητρίου 2000, 48-150 και Moschos 2000. 18).
12. Παπακωνσταντίνου 1981, 148-149. Σημειωτέον ότι στη ΝΔ Πελοπόννησο οι πίθοι χρησιμοποιούνται για τον ενταφιασμό ενηλίκων και όχι νηπίων, όπως είθισται στην υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα (Kορρες 1975ός 344).
13. Κορρές 1975β, 352 και 366, Κορρές 1977α, 294, Κορρές 1989, 26. 28. Voutsaki 1998. 42, Boyd 2002. 56. Hitchcock 2010, 205, όπου αναφέρονται και οι εξής θέσεις: Βοϊδοκοιλιά, Περιστεριά - Κοκοράκου, Ρούτσι και Αγ. Ιωάννης Παπουλίων.
14. Θέμελης 1968. 284. Pelon 1976, 101, Zavadil 2000, 119. Οι διαστάσεις για τύμβο είναι εξαιρετικά μικρές. Ο Κορρές (Κορρές 1975β, 363) αμφισβητεί την ύπαρξη τύμβου (λόγω των μικρών του διαστάσεων) και υποστηρίζει ότι πρόκειται για θολωτό τάφο. Ο Ι. Μόσχος επισημαίνει κατασκευαστικές ομοιότητες με τον τύμβο Β στις Πόρτες Αχαΐας, καθώς και τα δύο ταφικά μνημεία διαθέτουν χαμηλό και καλοκτισμένο και στις δύο όψεις περίβολο (πρβ. Moschos 2000, 14 υποσ. 48).
15. Cavanagh- Mee 1990a, 225-243. Αλλά και στο Βαφειό, το Θορικό. 
16. Λάκκοι έχουν ανευρεθεί στους εξής θολωτούς (παράθεση με χρονολογική σειρά): Κάτω Φούρνου, Λεόντων, Ηραίου Άργους, Τίρυνθας, Δενδρών, Πρόσυμνας, Ανάληψης, Βαφειού, Ακόνας, Μάλθης θολ. τ.1, Τουρλιδίτσας, Βασιλικού, Πύλο, Μυρσινοχωρίου, Κοκκολάτων A και Β, Μαραθώνος. (Πρβ. επίσης και Pelon 1976, 364, Cavanagh- Mee 1998, 70, Gasche- Servais 1971, 66, υποσ. 1), Kontorli- Papadopoulou 1995, 5. Η απόθεση των νεκρών σε λάκκους αποτελεί πιθανόν επιβίωση της ME ταφικής αρχιτεκτονικής.
17. Dörpfeld 1908, 312, Gasche-Servais 1971, 75. 18. Κορρές 1976α, 270 (Οι τάφοι της ΝΔ Πελοποννήσου με πεταλοειδή ορύγματα- αυλακώσεις ανάγονται στην ΥΕΙ), Kontorli- Papadopoulou 1995, 7-8. Αυλακώσεις συναντώνται σε δέκα θολωτους της ΝΔ Πελοποννήσου (θολ. τ.Α, C Κακοβάτου, θολ. τ.2 στη Μάλθης θολ, τ.2 στο Ρούτσι, θολ. τ. 12 στην Τραγάνα, θολ. τ.1 και 2 στό Γουβαλάρη, θολ. τ.3 στην Περιστεριά) και σε έναν στην Κεφαλλονιά (θολ. τ.Α στην Κοντογενάδα). Επιπλέον και Kontorli - Papadopouloυ 1987, 150-151 (για αύλακώσεις στό στόμιο θαλαμωτών),
19. Koρρές 19766, 506, Παπακωσταντίνου, 1983, 11), Moschos 2000, 13 και υποσ. 39. Χαλικόστρωτα δάπεδα επισημαίνονται ήδη από την νεολιθική (Κεφάλα Κέας). Η συνήθεια επιβιώνει τόσο στην ΠΕΧ σε ολόκληρο τόν αιγαιακό χώρο (Αγ. Φωτιά, Δρακόνες, θολωτός Β στον Πλάτανο, στο Σκάρο Λευκάδος) όσο και στα ύστατα ME- πρώιμα υστεροελλαδικά χρόνια (Αφιδνα, Ζυγουριές, Βοϊδοκοιλιά, Λέρνα, Άργος, Κίρρα, Ελευσίνα, Ασίνη, Μυκήνες), Επιπροσθέτως πρβ. Pelon 1976, 352 για θολωτό 6 στα Νιχώρια. Πλακόστρωτο ανευρέθη και το δάπεδο του θαλαμωτού τάφου Α της Καλλιθέας Αχαΐας (Αθ. Παπαδόπουλου, «Ανασκαφή Καλλιθέας Πατρών», ΠΑΕ 1978, 123).
20. Το δάπεδο του ΠΡΓτάφου Λαμπρόπουλου στη θέση «Λακκούλες» Καρποφόρας Μεσσηνίας καλύπτεται επίσης «δι' ακανονίστων σχιστολιθικών πλακών...» (Χωρέμης 1973, 62).
21. Μee 2010, 285. Οι λακκοειδείς των Ταφικών Κύκλων A και Β στις Μυκήνες σηματοδοτούν την μετάβαση από την ατομικότητα των κιβωτιόσχημων ME τάφων στην ομαδικότητα των θολωτών και θαλαμωτών της ΥΕΧ.
22. Müller 1909, 271, Marinatos 1968, Blegen-Rawson 1973, 117, εικ. 192, Κορρές 1976b, 477, υποσ.1. Ανάλογα έχουν εντοπισθεί σε αρκετούς πρώιμους μεσσηνιακούς θολωτους τάφους (Περιστεριά θολ., τάφος 3, Πύλος Εγκλιανός IV).
23. Müller I909. 271. Sargon 1987, 81, Konstandinidi 2001, 16-17.
24. Müller 1909, 276.
25. Νικολέντζος 2003, όπου σημειώνεται και σημασία του υλικού στην οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη ή διάρθρωση της αρχαιολογικής θέσεως του Κακοβάτου.
26. Müller 1909. 273, 298 taf. 13:31 Kilian 1984, σελ. 55, 60.
27. Müller 1909, 282-89.
28. Dickεrs 1990, 202, 203. Στην Δυτ. Πελοπόννησο τα λίθινα αγγεία προέρχονται από ταφικά σύνολα και συγκεκριμένα από έξι θολωτους (Κακόβατος, τ. Α και Β, Μουριατάδα. Νιχώρια, Περιστεριά, Πύλος - Εγκλιανός τ. IV, Τουρλιδίτσα) και έναν θαλαμωτό (Ελληνικά Ανθείας) πρδ. και Chatzi 1999, 348.
29. Müller 1909, 296, taf XIV 5.6, Abb. 13. Weinberg 1992, 17.
30. Müller 1909, 278, taf. XII 5, Xαζτή 2002, 67, Rahmstorf 2008, 216, Πρόκειται για ένα ειδώλιο ταύρου και μία προτομή γυναικείας μορφής. Το πρώτο μάλλον είναι επείσακτο από τη Συροπαλαιστινιακή ακτή, όπου είχε αναπτυχθεί η παραγωγή ειδωλίων με ένθετη διακόσμηση. Για το δεύτερο το πλησιέστερο παράλληλο προέρχεται από τις Μυκήνες και εντοπίζεται σε ΥΕΙΙΙΒ σύνολο, το οποίο πιθανώς είχε αποκτήσει «κειμηλιακό χαρακτήρα» (Weinberg 1992, 17).
31. Müller 1909, 29.
32. Κορρές 1976, 503, Κορρές 1977, 311-312 (λεπτομερής περιγραφή κεκαμμένου ξίφους από ME, YΕΙ τάφο Περιστεριάς) και 314 (γιά επιβίωση εθίμου στους ιστορικούς χρόνους), Korres 1984, σελ. 22, Cavanagh-Mee 1998, 52. Κεκαμμένα ξίφη μυκηναϊκών χρόνων προέρχονται από τον θολωτό τάφο Βαγενά στον Εγκλιανό, ΜΕΙ ΥΕ τάφο Περιστεριάς, θολωτό τάφο 2 στο Ρούτσι θολωτός τάφος 2 στην Ακόνα Κουκουνάρα, θολωτός «A»6 στο Γουβαλάρη. Η Καράντζαλη (Karantzali 2001, 23) κάνει λόγο για «θάνατο» και άλλων αντικειμένων, όπως άγγείων, με τη θραύση μίας λαβής ή ενός μικρού τμήματός των. Η Κοκκοτάκη (Κοκκοτάκη 1991, 43) αναφέρει την ύπαρξη «κεκαμμένης» αιχμής δόρατος στον θαλαμωτό τάφο Αλποχωρίου (στην κεντρική Ηλεία), που χρονολογείται στην ΥΕΙΙΙΑ/Β, και τη συνδέει με το συγκεκριμένο έθιμο ταφής.
33. O Cavanagh θεωρεί ότι οι τάφο του Κακοβάτου απέδωσαν ανάλογα κτερίσματα με τους θολωτους της Πύλου (τ.V), της Περιστεριάς, του Μυρσινοχωρίου/ Ρουτσίου(T.2). Της Άνθειας και του Βαφειού (Cavaaaghi 2010, 636).
34. Αναλυτικότερα πρό. και υποσ. 22.
35. Το σχήμα φαίνεται πως επιχωριάζει αποκλειστικώς στην περιοχή της ΝΑ Πελοποννήσου, ενώ πιθανώς υπάρχει ακόμη ένα αγγείο, προερχόμενο επίσης από την Περιστεριά, (Πρβ. Κορρές 1976, 511, Lοos 1987, 344 και υποσημ. 259).
36. Lolos 1987, 311-313. Kalogeropoulos 1998, 16. Πρόκειται για αγγείο, σαφούς μινωικής προέλευσης, καθώς παρουσιάζεται ήδη από τα MMII χρόνια και χρησιμοποιείται μέχρι και την ΥΜΙΒ περίοδο. Το σχήμα δεν περιορίζεται στην Κρήτη, αλλά συναντάται και εκτός αυτής (π.χ. Κύθηρα, Ακρωτήρι Θήρας). Στη ΝΔ Πελοπόννησο επισημαίνεται σε θολωτούς τάφους της ΥΕI/II περιόδου (Ρούτσι θολωτός τάφος 2. Περιστεριά θολωτός τάφος 3, Γουβαλάρη τάφος 2, Kαρυφάσιο, στην Ανάληψη Αρκαδίας και τέλος στον Κακόβατο τάφος Β). Αντίθετα στην Αργολίδα εντοπίζεται στον Ταφικό Κύκλο Α, στον θαλαμωτό τάφο 518 στις Μυκήνες και ατόν θολωτό τάφο της Καζάρμας.
37. Bικάτου 1999,
38. Ερευνήθηκε (την άνοιξη του 2010) από τον συνάδελφο, αρχαιολόγο της Ζ ́ ΕΠΚΑ, κ. Παν. Μουτζουρίδη, ο οποίος μου παρείχε και την σχετική προφορική ενημέρωση. Η ανασκαφική έρευνα απέδωσε εξαιρετικής ποιότητας και σημασίας κεραμική.
39. Θέμελης 1969, 250.
40. Arapogianni 2002, 324.
41. Kontori 1987, 149. Souyoudzoglou- Haywood 1999, 53-55, θεωρείται χαρακτηριστικό της Κεφαλληνίας και σε μικρότερο βαθμό της ΝΑ. (Πελλάνα, Επίδαυρος Λιμηρά) και ΒΔ Πελοποννήσου (Ηλεία και Ανατολική Αχαία), Για την Αχαία πρβ. Papadopoulos 1995, 203. Η πρακτική «μετακενώθηκε» μάλλον από την Πελοπόννησο στην Κεφαλονιά, καθώς οι τάφοι της Πελοποννήσου είναι χρονικώς πρωιμότεροι.
42. Lewartowski 2000, 55,
43. Παρλαμά 1974, σελ. 33.
44. Mουτζουρίδης 2008. 97-98.
45. Ιακωβίδης 1970. σελ.24. Cayanagh- Mee 1998, σελ.91, Lewartowski 2000, σελ. 10. Σγουρίτσα 2001 σελ. 141.
46. Ο πρόσφατα ερευνηθείς θολωτός στην Τριανταφυλλιά προσομοιάζει με αντίστοιχους χρονικά (;) θαλαμωτούς, αποτελώντας έναν σύνδεσμο μεταξύ των δύο αρχιτεκτονικών τύπων.
47. Πρβ. υποσ. 41.
48. Lewartowski 2000, ll.
49. Τούτο επιβεβαιώνεται από την παρουσία χαλκίνων και όστέινων περονών και πορπών πρό, και Caνaηagh- Mec, 1998, 109. Οι χάλκινες πόρτες και περόνες στερέωναν τα ενδύματα, ενώ οι όστέινες, πιθανώς, συγκρατούσαν τα μαλλιά και ίσως συνόδευαν γυναικείες ταφές (πρό, και Konstantnidi 2001, 233-234, 247, Βλαχόπουλος 2006, 97).
50. Yalouris 1968, Konstantinidi 2001, 240. Xατζή 2002, 80. 
51. Xατζή 2008, 39. 
52. Τα πλακίδια δεν βρέθηκαν in situ, αλλά περιμετρικά του κρανίου. 
53. Στρέφι τ. VI και Βλαχόπουλος 2006, 94. Πιθανώς σχετίζονται και με το νεκρικό ένδυμα. (Cavanagh- Mee 1998, 109, 111 και Konstantinidi 2001, 235)
54. Π.χ. στην Αρχαία Ολυμπία, στα Διάσελλα, στον Αρβανίτη. 
55. Αιχμές δοράτων προήλθαν από τα νεκροταφεία των Τρυπών, της Αγ. Τριάδας, της Δάφνης, της Αρχ. Ολυμπίας, τών Aακκοφωλίων και στο Αλποχώρι. 
56. Ξίφη έχουν εντοπισθεί στον Κλαδέο, τη Δάφνη, την Αγ. Τριάδα και τα Λακκοφώλια. Αντιθέτως, στη γειτονική Αχαία έχουν έρευνηθεί «ταφές πολεμιστών», συγκεντρωμένες στο δυτικό τμήμα του νομού (Pειpadopoulos 1999, 267. Cavanagh-Mee 1998. 95, Gianinopoulos 2008, 238). Móvo πρόσφατα ήρθαν στο φώς ταφές «πολεμιστών» (με χάλκινα ξίφη, αιχμές δοράτων, κνημίδες), κατά την ανασκαφή θαλαμωτών τάφων στον Μάγειρα (2010 - Έργον 2009 της Z EIEKA).
57. Bικάτου 1999,249.58. Cavanagh  Mee 1998.74, Lewartowsiki 2000,108, Giannopoulos2008, 152,
59. Koυντούρη 2002, Jc. 67.
60. Παρλαμά 1974. 38, πιν, 30ε. Souyoudzoglou 1999, 64-65 (στα Ιόνια οι λαβές τοποθετούνται συνήθως στην κοιλιά και όχι επί του ώμου), Blegen-Rawson 1966, fig. 369 (544). Πρόκειται για υδρία (με την προσθήκη μίας κατακόρυφης λαβής). Morricone 1979/80, σελ. 238, fig. 22, 23. Thomatos 2006, 11. Το σχήμα αρχικώς επισημαίνεται στη διάρκεια της ΥΕ (ένα μόνο δείγμα από Μεσσηνία) και επανεμφανίζεται στην ΥΕΙΙΙΒ2, ενώ κατέστη σχετικά δημοφιλές στα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες.
61. Mountαoy 1990, 257. Papadopoulos 1979 (Aχαΐα) fig. 130b, Mountjoy 1999, 380 (13:34).
62, Mountjoy 1990, 264, Papadopoulos 1995, 205.
63. Mountoy 1999, 104, 325, 407. Η ύπαρξη διαφορετικού διακόσμου κάτω από τις λαβές είναι, κατά την Mountjoy, χαρακτηριστικό της κεραμικής της ΒΔ Πελοποννήσου,
64. Koντούρη 2002, σελ. 45.
65. Συγκεκριμένα στον ώμο του π12285 ή πορφύρα (FM 23:5) συνδυάζεται με ρόδακα ανεμώνη (FM 27:19). Το πλησιέστερο παράλληλο επισημαίνεται στην Πυλία (πρβ. Κουντούρη 2002. εικ. 96 (MX364), Κουντούρη 2006, 169),
Στο π11258 διακοσμείται με επάλληλα τόξα, αγκώνες (FM19). Το θέμα είναι δημοφιλές στην Ηλεία (όπως και π229 και 239 από Μακρίσια), αλλά γνωρίζει ευρύτατη διάδοση στο σύνολο τού μυκηναϊκού κόσμου. Παρόμοια και στην παρακείμενη Μεσσηνία (Κουντούρ η 2006, 169) και την Αχαία (Papadopοulos 1979, 116 (b, h), 208 (d, ε, ε), 209 (f h). Στον ώμο του π. 11257 γράφεται το μοτίβο τών επάλληλων γραμμιδίων. Ανάλογη απόδοση του θέματος παρατηρείται σε ψευδόστομο από το Μουσείο της Χώρας (Κουντούρη 2002. ΜΧ 17, πιν. 141).
Ο ώμος του π12293 κοσμείται με παραλλαγή φυλλoφόρου ((FM 64:20). Τό μοτίβο απαντάται και σε ψευδόστομο (άρ. ευρ. π713), προερχόμενο από το νεκροταφείο του Νέου Μουσείου (Αρχ. Ολυμπία). Ανάλογα εντοπίζονται στη Μεσσηνία (Κουν το ύ ρη 2002, πιν, 104 MX 424. Κουντούρη 2006, 169, εικ.7) και στην Αχαΐα Papadopoulos 1979, fig 103 (i), 103 (g). Προσφιλές κόσμημα ανεδείχθη και το μυκηναϊκό σχηματοποιημένο άνθος. Το άνθος στον π 12292 προσομοιάζει με το FM 18, 82, 81 59. Ανάλογα επισημαίνονται στη Μεσσηνία (Πρβ. Κουντούρη 2002, εικ. 100 MX114, MX768, K-1 MX 1564, Κουντούρη2006, 169).
66. Γιαλούρης 1965, σελ. 31-32, πιν. 22a. Mountjoy 1999, os. 383, Koυντούρη 2002, σελ. 208 και Papadopoulos 1979 (Aχαΐα), σελ. 124-125, fig, 186, 275,
67. Κουντούρη 2002, σελ. 137,
68. Mountjoy, 1999, Ge. 337 (114)
69. Kουντούρη 2002. εικ. 20 (MX 240). πιν. 29 (MX 241) και πιν. 137 (MX 283).
70. Shelmerdine 2001 σελ. 349. Οι ηγεμόνες είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση θρησκευτικών, οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, ενώ αποκτούν δύναμη και εξουσία, που επιδεικνύουν με την κτήση αντικειμένων γοήτρου.
71. Νικολέντζος 2003.
72. Λαμπρόπουλος 2009, 117.
73. Μολονότι ή πλειοψηφία τών όνομάτων που υπάρχει στην Ιλιάδα δεν καταγράφονται στις πινακίδες (Chadwick 1972 σελ. 113). Εξαιρούνται οι λέξεις Κυπαρισσήεις ku-pa-ri-so και A-pu2- Aίπυ.
74. Chadwick 1976, σελ. 40. 
75. Eder 1998, σελ. 180. O Chadwick (Chadwick 1977, σελ. 226) πιστεύει, πως ο εντοπισμός μεσσηνιακών τοπωνυμίων, κατά τους ιστορικούς χρόνους, εκτός αλλά πλησίον της Μεσσηνίας, σχετίζεται με πρόσφυγες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Πύλο (μετά την καταστροφή του ανακτόρου στην ΥΕIIIB) και κατέφυγαν σε όμορες περιοχές.
76. Dyczek 1994, σελ. 62,
77. Εder 2006, 550 (μόνο το 10% τών οικισμών της Μεσσηνίας επιδιώνει στην ΥΕΙΙΙΓ).
78. Giannopoulos 2008, 242 πιθανώς και με τη μετακίνηση πληθυσμών προς την όρεινή ενδοχώρα της Πελοποννήσου,
79. Giannopoulos 2008, 155.
80. Giannopoulos 2008, 159 για αχαϊκά ανάλογα.
81. Πρός το τέλος της ΥΕΠΙΓ παρατηρείται και σε αυτήν την κατηγορία αγγείων ή τάση της μονοχρωμίας, με την εξαίρεση στενής ζώνης στον ώμο (Gianmopoulos 2008, 148).
82. O.π. 51.
83. Giannopouos 2008, 149-50.
84. Papadopοulοs 1995. Η πρόσφατη ανακάλυψη «ταφών πολεμιστών» (στό Δ.Δ Μάγειρα) υποδηλώνει και την μεταβολή του γενικότερου πολιτικοκοινωνικού status και την είσοδο σε περίοδο πολιτικής αστάθειας (Ede I 2006, 557, Giannopolaos 2008, 242). Για τις ταφές πολεμιστών στην παρακείμενη Αχαία Tq6. K(si Eder 2006, 557. Giannpoulos 2008, 238.

Συντομογραφίες (εκτός τών βιβλιογραφικών)
ΥEX: Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
YE: Yστεροελλαδική 
ME: Mɛσοελλαδική
MX: Μουσείο Χώρας
FM: Furmark Motiv
FS: Furmark Shape

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία:
Arapogianni 2002: X. Arapogianni, «Neue Archäologische Entdeckungen in der weiteren Umgebung von Olympia», OTô H. Kyrieleis (éTLpl.), Olympia 1875-2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen, Mainz, 317-329.
Blegen - Rawson 1966: C. W. Blegen- M. Rawson. The Palace of Nestor at Pylos in Westein Messenia, Princeton.
Blegen– Rawson 1973: C. Blegen, M. Rawson, W. Taylour, W. Domavan, The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, vol. III, Princeton.
Boyd 2002: M. Boyd, Middle Helladic and Early Mycenaean Mortuary Practices in the Southern and Western Peloponnese, BAR 1009, Oxford.
Cavanagh- Mee 1978: W. Cavanagh- C. Mee, «The re-use of earlier tombs in the LHIIIC period. BSA 73. 31-45.
Cavanagh-Mee 1990: W. Cavanagh -C. Mee. «The location of Mycenaean chamber tomb in Argolid», OTö R. Hagg- G.C. Nordquist (*Tţ.), Celebrations of Death and Divinity in the Bronze Age in Argolid, Stockholm, 55-64.
Cavanagh -Mee 1990a: W. Cavanagh -C. Mee. «The spatial distribution of Mycenaean tombs», BSA 85, 225-244. 
Cavanagh - Mee 1995: W. Cavanagh- C. Mee. KMourning before and after the Dark Agex, oto Ch. Morris (&lry.). KLADOS-Essays in honour of J.N.Coldstream, BICS- Supplement63, London,45-59. 
Cavanagh -Mee 1998: W. Cavanagh -C. Mee, A private place: Death in Prehistoric Greece, SIMA CXXV. Jonsered. 
Cavanagh 2010: W. Cavanagh, «Central and Southern Peloponnese», oy tờ Er. Cline (£ L.L.), The Oxford Handbook of the Bronze Age Aegean, ca 3.000 - 1.100 B.C., Oxford, 631-642. 
Dickers 1990: Aur. Dickers, «Spätbronzezeitliche Steingefässe des griechischen Festlandes», SMEA XCII. 125-223. 
Dörpfeld 1908: W. Dörpeld, «Alt Pylos, AM33 295-318. Eder 2001: Bir. Eder. Die Submykenischen und Protogeometrischen Gräber νon Elis, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, άρ. 209, Aθήνα. 
Eder 2006: Bir. Eder, «The World of Telemachus: Western Greece 1200 - 700 B.C.», ortò S. Deger -Jalkotzy, Ir. Lemos (ề TI Į.), Ancient Greece: From the Mycenaean Palaces to the Age of Homer, Edinburgh Leventis Studies 3, Edinburgh, 549-580. 
Gallou 2005: C. Gallou, The Mycenaean Cult of the Dead, BAR 1372, OXford. 
Giannopoulos 2008: Th. Giannopoulos, Die letzte Elite der Mykenischen Welt, Achaia in mykenischer Zeit und das Phänomen der Kriegerbestattungen im 12-11 Jhr.v.Chr. Universitätsforschungen zur Prähistorischen Archäologie, Bnd 152, Bonn. Gasche-Servais 1971: H. Gasche- J. Servais, «Thorikos 1968- Situation, bref historique, état des lieux en avril 1968 », cyto H. F. Mussche, J. Bingen, J. Servais, R. Paepe, H.Bussers, H. Gasche (ềJTĮ), THORIKOS 1968. Rapport Priminaire sur la cinquieme campagne de fouilles, Bruxelles, 23-76. 
Jung 2007: R. Jung, «Aög OU (p(OTLä - Woher kamen die Brandbestattungsriten der Spätbronzezeitlichen Ägäis?», (*Tò loa, Galamaki. H. Tomas, Yan. Galanakis, R. Laffineur (&J.L.), Between the Aegean and the Baltic Seas - Prehistory across borders, Aegaeum 27, Liege, 215-229. Kalogeropoulos 1998: K. Kalogeropoulos, Die Frühmykenischen Grabfunde Von Analipsis. Mit einem Beitrag zu den Palatialen Amphoren des griechiSchen Festlandes, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιgɛicag, čig. 175, Athen. 
Karantzali 2001: Efi Karantzali. The Mycenaean Cemetery at Pylona on Rhodes, BAR International Series 988.
Kilian 1984: Im. Kilian -Dirlmeier, «Nadeln der frühelladischen bis archäischen Zeit von der Peloponnes», in Prähistorische Bronzefunde, Abteilung XIII - Band 8, 1984. 
Konstantinidi 2001: El Konstantimidi, Jewellery Revealed in the Burial Con texts of the Greek Bronze Age, BAR 912, Oxford. 
Kontorli 1987: L. Kontorli - Papadopoulou, «Local peculiarities of the Mycenaean chamber tombsy, oto Laffineur R. (£La.), THANATOS: Les Coutumes Funeraires en Ègèe a l’âge du Bronze, Aegaeum !, Liége, 145-16(). 
Kontorli 1995: L. Kontorli - Papadopoulou, &Mycenaean Tholoi tombs: Some thoughts on burial customs and rites». Oro Ch. Morris (& LL.), KLADOS - Essays in honour of J. N. Coldstream, BICS Suppl. 63, 1-19. 
Korres i984: G. S. Korres, «LHIIIB burial customs and rites in Messenia», oto C. Shelmerdine - Th. Palaima (Éttu.). Pylos Comes Alive - Industry + Administration in a Mycenaean Palace, N. York. (Ö(.xtuoygo.gpuévo κείμενο το όποίο διενεμήθη κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συμποσίου). 
Kramer - Hajos 2008: Mar. Kramer - Hajos, Beyond the Palace. Mycenaean East Locris, BAR 1781, Oxford. 
Lewartowski 2000: K. Lewartowski, Late Helladic Simple Graves. A study of Mycenaean burial customs, BAR 878. Oxford. 
Lolos 1987: Y. Lolos, The LHI pottery of the SW. Peloponnesus and its local characteristics, Göteborg, 1987. 
Marinatos 1968: Sp, Marinatos. «Die Eulegöttin von Pylos», AM 83, 167-174. 
Mee 2010: C. Mee, & Death and Burial x, otö Er. Cline (ëTLu.), The Oxford Handbook of the Bronze Age Aegean, ca 3000 - 1.100 B.C., Oxford, 27729(). 
Morricone 1979/80): M. Luisa Morricone, «Vasi del Collezione Akavi», AnASA tene, vol. LVIII-LVIII. 217-335. 
Moschos 2000: . Moschos, «Preihistoric tumuli at Portes Achaea. First Preliminary Report». Proceedings of the Danish Institute at Athens III, 9-49. 
MoschoS 2002: I. Moschos, kWestern Achaea during the LHIIIC period. Approaching the latest excavation evidence», Emm. Greco (£JILu.), Gli Achei e l'identità etnica degli achei doccidente. Atti del Convegno Intcinazionale di Studi, Paestum –Atene, 15-4. 
Müller 1909: K. Müller, «Alt Pylos», AM 34, 269-328. 
Papadimitriou 2001: N. Papadimitriou, Built chamber tombs of Middle and Late Bronze Age in Mainland Greece and the islands, BAR S 925. 
Papadopoulos 1979; Ath. Papadopoulos, Mycenaean Achaea. 
Papadopoulos 1995: Ath. Papadopoulos, « A late Mycenaean koine in western Greece and the adjacent Ionian islandsx, Oto Chr. Morris (&T.L.), KLADOS - Essays in honour of J. N. Coldstream, BICS Supplement 63, London, 202-208, 
Papadopoulos 1999: Ath. Papadopoulos, kWarrior - graves in Achaean Mycenaeancemeteries», oTô Laffineur R. (ÊJ.L.), POLEMOS - Le Contexte guerrier en Êgêe a l'âge du Bronze, Aegaeum 19, Liégel Austin, 267-273. 
Pelon 1976 : O. Pelon, Tholoi, tumuli et circles funeraires. 
Rambach 2007: J. Rambach, «Olympia and Andravida - Lechaina: Two bronze age sites in the Northwest Peloponnese with far-reaching overseas cultural connections», orto loa. Galanaki, H. Tomas, Yan. Galanakis, R. Laffineur (£J.). Between the Aegean and the Baltic Seas - Prehistory across borders, University of Zagreb 11-14 April 2005, Aegeaum 27, Liége. 81-90. 
Rahmstorf 2008: L. Rahmstorf, «Kleinfunde aus Tiryns -Terrakotta, Stein, Bein und Glas/Fayence vornehmlich aus der Spätbronzezeit», TIRYNS XVI. Wiesbaden. 
Sargnon 1987: Od. Sargnon, Les bijoux prehelléniques, Paris. 
Shelmerdine 2008: Cynthia Shelmerdine (&T.L.), «The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age», Cambridge University Press. 
Souyoudzoglou 1999: Chr. Souyoudzoglou - Haywood. The Ionian Islands in the Bronze Age and Early Iron Age 3000 - 800 B.C., Liverpool. 
Thomatos 2006: M. Thomatos. The final revival of the Aegean Bronze Age, (A case study of the Argolid, Corinthia, Attica, Euboea, the Cyclades and the Dodecanese during LHIHC Middle), BAR 1948, Oxford. 
Tournavitou 1992. Iph. Tournavitou, kPractical use and social function in Mycenaean potteryx, BSA 87, 181-210. 
Weinberg 1992: Gl. Weinberg, Glass vessels in Ancient Greece -Their history illustrated from the collection of the National Archaeological Museum, Athens. 
Wells 1990: B.Wells, &Death at Dendrax, Otey R. Hägg - G.C. Nordquist (£JCL.), Celebrations of Death and Divinity in the Bronze Age in Argolid, Stockholm, 125-140. 
Yalouris 1968; N. Yalouris, KAn unreported use for some Mycenaean glass paste beadsx, J GLASS STUD, 9-16. 
Zachos 1984: C. Zachos, &EYKTITONAIYx, BSA 79.325-329. 
Zavadil 2000: M. Zavadil, «Tholos. Tumulus oder Gräberrund Überlegungen Zu einigen Grabmälern der Westpeloponnes», OTö Fritz Blakolmer (čTipl.), Österreichische Forschungen zur Ägäischen Bronzezeit. Akten der Tagung am Institut für Klassische Archäologie der Universität Wien 2-3 Mai 1998, Wien, 119-126.

Eλληνική Βιβλιογραφία:
Αραπογιάννη 1997, Ξ. Αραπογιάννη, «Ανασκαφή στη Φιγάλεια», ΠΑΕ, 115-120, 
Βικάτου 1998. Ολ. Βικάτου, «Κοσκινάς, Κλαδέος», AA 53, 230-233. 
Βικάτου 1999: Ολ. Βικάτου, «Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Αγ. Τριάδας Ν. Ηλείας», στο Φρούσσου Ε. (επιμ.), Πρακτικά Α ́ Αιεθνούς Διεπιστημονικού Συμποσίου- Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία, 237-255. 
Βικάτου 2001: Ολ. Βικάτου, «Συστάδα μυκηναϊκών τάφων στις Πεύκες”H.ɛicag», AA 56, 83-126, Βλαχόπουλος 2006. Ανδρ. Βλαχόπουλος. Η ΥΕΙΙΙΓ περίοδος στη Νάξο - Τα ταφικά σύνολα και οι συσχετισμοί τους μέ τό Αιγαίο, τόμοςΑ . Αρχαιογνωσία 4, Αθήνα. 
Γιαλούρης 1965. Ν. Γιαλούρης, «Μυκηναϊκός τύμβος Σαμικού», AΔ20 Μελέτες, 6-40. 
Θέμελης 1967: Π. Θέμελης, «Aρχαιότητες και Μνημεία Ηλείας», AΔ 22,210-212, 
Θέμελης 1968: Π. Θέμελης, «Σκιλλούς», AΔ 23, Μελέτες, 284 292. 
Θέμελης 1969. Π. Θέμελης, «Μινωικά εξ Ολυμπίας», AAA II, 248-256. 
Ιακωβίδης 1970. Σ. Ε. Ιακωβίδης, Περατή, τό νεκροταφείον. Τρεις τόμοι: A . Οι τάφοι και τα εύρήματα - Β' Γενικαι παρατηρήσεις- Γ' κατάλογοι, πίνακες, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, άρ. 67. Κοκοτάκη 1991. 
Ν. Κοκοτάκη, «Θαλαμοειδής Μυκηναϊκός τάφος στό Αλποχώρι Ηλείας», στο Α. Ριζάκης (επιμ.), Αρχαία Αχαία και HÄɛía, EIE, KEPA, MɛdɛTńCATC, T, 13, A6Hvca, 39-43. 
Κορρές 1975α Γ. Σ. Κορρές, «Ανασκαφαι Πύλου», ΠΑΕ, 512-544. 
Κορρές 1975ό: Γ. Σ. Κορρές, «Τύμβοι, θόλοι και ταφικοί Κύκλοι τής Μεσσηνίας», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 6, Πρακτικά του Α ́ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, 337-369. 
Κορρές 1976α: Γ. Σ. Κορρές, «Ερευναι ανά την Πυλίαν», ΠΑΕ, 253μ283. Κορρές 1976ό: Γ.Σ. Κορρές. «Ανασκαφαι εν Περιστεριά Πύλου», ΠΑΕ, 469-550. 
Κορρές 1977: Γ.Σ. Κορρές, «Εργασίαι, έρευναι και ανασκαφαι ανά την Iudicav», IIAE, 229-295. 
Κουντούρη 2002. Ελ. Κουντούρη. Η YEIIIA κεραμική από τό νεκροταφείο Βολιμιδίων Χώρας και η σύγχρονη κεραμική παραγωγή της Μεσσηνίας, Αθήνα (αδημ. Διδ. Διατριόή).
Κουντούρη 2006, Ελ. Κουντούρη, «Βολιμίδια Μεσσηνίας. Οι ψευδόστομοι άμφορείς του νεκροταφείου», στο Ντ. Ζαφειροπούλου (επιμ.), Α Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδος, Πάτρα 9-12 Ιουλίου 1996, Πρακτικά, Αθήνα, 165-178. 
Λαμπρόπουλος 2009. Σωτ. Λαμπρόπουλος, «Ανθρωπολογική μελέτη τού όστεολογικού υλικού του μυκηναϊκού νεκροταφείου του Στρεφίου- Προκαταρκτική μελέτη», Ηλειακή Πρωτοχρονιά, 112-123. Μουτζουρίδης 2008. Π. Μουτζουρίδης, «Σπηλιά - Αρβανίτη, μία νέα μυκηναϊκή θέση στην Ηλεία», Ηλειακή Πρωτοχρονιά, 96-101. 
Νικολέντζος 2003: Κ. Νικολέντζος, «Κακόβατος. Ένας έμπορικός σταθμός εισαγωγής ηλεκτρου στον πρώιμο μυκηναϊκό κόσμο» στό Ανδρ. Βλαχόπουλος - Κ. Μπίρταχα (επιμ.), ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ, τιμητικός τόμος για τό Χρ. Ντούμα, Αθήνα, 619-631. 
Νικολέντζος 2012, Κ. Νικολέντζος, «Από τον Αλφειό στη Νέδα- Οι Προϊστορικοί χρόνοι», στο Ανδρέας Βλαχόπουλος (επιμ.) Αρχαιολογία- Πελοπόννησος, Αθήνα, 408-412. 
Παπαδημητρίου 2000: Ν. Παπαδημητρίου, «Η σημασία τών κτιστών θαλαμοειδών τάφων κατά τη μεταβατική ΜΕΓΥΕ περίοδο στην Πελοπόννησο». Πρακτικά ΣΤ ́ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, 147-164. 
Παπακωνσταντίνου1981. Ελ.Παπακωνσταντίνου,«Ανασκαφικές Εργαοίες», ΑΔ36, Xρονικά,148-49. 
Παπακωνσταντίνου 1982. Ελ. Παπακωνσταντίνου, «Ανασκαφικές Εργασίες», ΑΔ37, Χρονικά, 133-134. 
Παρλαμά 1974. Α. Παρλαμά, «Μυκηναϊκά Ηλείας», AΔ29, 25-58. 
Σγουρίτσα 1987: Ν. Σγουρίτσα, «Παιδικές ταφές στη Μυκηναϊκή “EAMóðica», AA42, 8-29. Σγουρίτσα 2001: Ν. Σγουρίτσα - Πολυχρονάκου, «Δύο νέα τρίμορφα μυκηναϊκά ειδώλια», AAA, τ. XXXII - XXXIV, 141-148. 
Σχοινάς 1999: Χρ. Σχοινάς, «Εικονιστική παράσταση σε όστρακα κρατήρα από την Αγ. Τριάδα Ηλείας», στο Φρούσσου Ε. (επιμ.), Πρακτικά Α Αιεθνούς Διεπιστημονικού Συμποσίου - Η Περιφέρεια τού Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία, 257-262. 
Χατζή 1988. Γ. Χατζή, «Τυχαία ευρήματα- περισυλλογές-περιοδείες», AA 43 Xgovuxé, 143-145. 
Χατζή 1991: Γ. Χατζη, «Ταφικοι πίθοι στην Ηλεία κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα και τους Ελληνιστικούς χρόνους», στο Α. Ριζάκης (επιμ.), Αρχαία Αχαία και Ηλεία,EIE. Μελετήματα, τ.13, Αθήνα, 351-363. 
Χατζή 2002: Γ. Χατζή, «Μυκηναϊκό Γυαλί», στό Γ. Κορδάς - Α. Αντωνάρας (επιμ.), Ιστορία και Τεχνολογία Αρχαίου Γυαλιού, Αθήνα, 6387.
Χατζή 2008: Γ. Χατζή, «Το έργο της Ζ ́ ΕΠΚΑ κατά το 2007», Ηλειακή Πρωτοχρονιά, 29-39.
Χατζή 2010. Γ. Χατζή, «Το έργο της Ζ ́ ΕΠΚΑ κατά το 2009», Ηλειακή Πρωτοχρονιά 2008 11-21.
Χωρέμης 1973: Αγγ. Χωρέμης, «Μυκηναϊκοί και Πρωτογεωμετρικοί τάφοι εις Καρποφόραν Μεσσηνίας», Α.Ε. 25-74.







Printfriendly