.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Αρχαία Φιγαλεία: Οι ανασκαφές 1996- 1998


Οι ανασκαφές του 1996

Το θέρος του 1996 συνεχίσθηκε για δεύτερη χρονιά η ανασκαφή στην αρχαία Φιγάλεια1, που είχε ξεκινήσει τον προηγούμενο χρόνο με την αποκάλυψη ενός ναϊκού οικοδομήματος, του χαρακτηριστικού τύπου των μικρών αρκαδικών ιερών της κλασικής εποχής2.
Όπως είναι γνωστό, η αρχαία Φιγάλεια υπήρξε μία από τις σημαντικότερες αρκαδικές πόλεις, στην πολιτική χώρα της οποίας ανήκε ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα. Την πόλη περιέβαλλε ισχυρό τείχος μήκους περίπου 4χλμ., που σώζεται ακόμη και σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση και σε αρκετό ύψος. Ο Παυσανίας (VIIII, 39-41) αναφέρει στη Φιγάλεια την ύπαρξη ιερών της Αρτέμιδος Σωτείρας, του Διονύσου Ακρατοφόρου και της Ευρυνόμης, καθώς Γυμνασίου και Αγοράς με τα αγάλματα του Ερμή και του Ολυμπιονίκη Αρραχίωνα3.
Ο χώρος της αρχαίας Φιγάλειας δεν έχει μέχρι σήμερα ανασκαφεί συστηματικά, εκτός από την ανασκαφή της αρχαίας κρήνης (τέλος -4ου, αρχές -3ου αι.), που έγινε το 1927 από τον Α. Ορλάνδο4 και από τις σποραδικές σωστικού χαρακτήρα βραχύχρονες ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας. Ομως τα ερείπια της αρχαίας πόλης, πάνω στην οποία έχει κτισθεί το σημερινό χωριό «Παύλιτσα», δηλώνουν παντού την παρουσία τους: στους δρόμους, στα χωράφια, στο υλικό των πέτρινων τοίχων και στις αυλές των σπιτιών.
Η θέση «Κουρδουμπούλι», όπου αποκαλύφθηκε ο ναός, είναι πολύ χαρακτηριστική και ορατή από μακριά για τον ταξιδιώτη, που αναχωρώντας από τον ναό του Επικούριου Απόλλωνα κατευθύνεται προς τη Φιγάλεια. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο πλάτωμα στην κορυφή ενός χαμηλού λοφίσκου, που υψώνεται στο δυτικό άκρο του σύγχρονου χωριού, νότια της αρχαίας Αγοράς5.




Ο ναός καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του πλατώματος, κτισμένος σε μικρή απόσταση από τον βραχώδη όγκο της κορυφής του λοφίσκου, που ορθώνεται λίγο νοτιότερα. Η κατεύθυνσή του είναι από Α- Δ, με είσοδο προς τα ανατολικά, όπου σώζεται το κατώφλι στη θέση του, με άνοιγμα πλάτους 1.80μ., διατηρημένο σε πολύ καλή κατάσταση (εικ.1- 2, πίν.46α- β).
 Είναι κτισμένος από μεγάλους ορθογώνιους λιθόπλινθους, σε ακανόνιστο ισόδομο σύστημα και σώζεται σε μέγιστο ύψος τριών ισούψων στρώσεων (ύψος 1.50μ. κατά μέσον όρο) (πίν. 47α). Οι διαστάσεις του είναι: σωζ. μηκος 15,70μ. και πλάτος 7,70μ., αποτελείται δε από μικρό πρόναο (διαστ.: 2.85Χ 5.80μ.) και από επιμήκη σηκό (διαστ.: 8.80X 5.80μ.), στον οποίο εισέρχεται κανείς αφού περάσει ένα μονόλιθο μνημειώδες κατώφλι (διαστ.: 4Χ 1.30μ.), όπου διακρίνονται οι χαρακτηριστικές εγκοπές για τη στερέωση των ξύλινων παραστάδων της θύρας6.




Ο δυτικός τοίχος του σηκού έχει ολοκληρωτικά καταστραφεί, στη θέση του δε κτίσθηκε πολύ αργότερα, ίσως στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, φαρδύς λιθόκτιστος τοίχος, πάχους 1μ., στον οποίο εντοιχίσθηκαν αρχαίοι λίθοι και πολλά τεμάχια επιγραφών. Κατά πάσα πιθανότητα στους ίδιους χρόνους στρώθηκε το δάπεδο του σηκού με τετράγωνες πήλινες πλάκες, μεγάλο μέρος των οποίων διατηρήθηκε στο ανατολικό τμήμα του (μέγιστο πλάτος 5.80μ. και μέγιστο σωζ. μήκος 3.50μ.) (πίν.47β).




Στο βάθος του σηκού βρέθηκε στη θέση του λίθινο κυβικό βάθρο (1.70Χ 1.64μ. και ύψους 0.60μ.), που αποτελείται από βάση και κορμό, στην πάνω επιφάνεια του οποίου υπάρχει μεγάλος ορθογώνιος τόρμος για την τοποθέτηση του λατρευτικού αγάλματος. Εμπρός από το βάθρο βρισκόταν η τράπεζα προσφορών, αποτελούμενη από δύο κάθετες πλάκες (Λ1168- 9) που κατέληγαν σε πόδια λιονταριών (διαστ.: 0.82Χ 0,94 και πάχος 0.10- 0.12μ.)7 (εικ.3). Οι πλάκες στηρίζονταν με μολύβδινους συνδέσμους σε ορθογώνιες λίθινες βάσεις τοποθετημένες στο έδαφος (πίν.47β). Ολο το δάπεδο γύρω από την τράπεζα προσφορών και σε μεγαλύτερη έκταση μπροστά από το βάθρο καλυπτόταν από παχύ στρώμα στάχτης μέσα από το οποίο συλλέχθηκαν λίγα δυσδιάγνωστα όστρακα καμένα από την πυρκαγιά, που προφανώς είχαν ανάψει εκεί.




Δεξιά του βάθρου βρέθηκαν άτακτα ριγμένες οι βάσεις τριών άγαλμάτων, το ένα από τα οποία ήταν χάλκινο (πίν. 48α). Στη βάση του χάλκινου αγάλματος (Λ1204) είναι χαραγμένη αναθηματική επιγραφή σε αρκαδική διάλεκτο:
KAΛΛIKPATEA
APKIΛAΥ AΘANAI
ΔI ΣΩTHPI EΥAΓO...
EI....ΩA.N.ΓHI


Σύμφωνα με τη μεταγραφή και την ερμηνεία της επιγραφής κάποιος Ευαγόρας αφιέρωσε στην Αθηνά και τον Δία Σωτήρα το χάλκινο άγαλμα του Καλλικράτη είναι δυνατόν λοιπόν να συμπεράνουμε ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά και τον Δία Σωτήρα, τα αγάλματα των οποίων έφερε το μεγάλο βάθρο του σηκού. Κάτω από τη μία βάση στα δεξιά του βάθρου, βρέθηκε μαρμάρινο κεφάλι νεαρού άνδρα (Λ1153) (πίν.48γ) του τέλους της κλασικής εποχής, σε μέγεθος λίγο μικρότερο από το φυσικό, με ταινία στα μαλλιά και ορθογώνια μολυβδοχοημένη όπη τόρμου στο κάτω μέρος του λαιμού. Κοντά του υπήρχε μαρμάρινη σφαίρα (Λ1154) με συμφυή δάκτυλα του δεξιού χεριού γυναίκας ή παιδιού, που την κρατεί (πίν.46β).




Από την επίχωση του σηκού αλλά και από τη διάλυση του σύγχρονου μανδρότοιχου, που διερχόταν εγκάρσια πάνω από το δυτικό τμήμα του σηκού, συλλέχθηκαν πολλά θραύσματα επιγραφών, που χρονολογικά εκτείνονται από τον -4ο έως τον -1ο αι.8 Μεταξύ των 20 ενεπίγραφων τμημάτων τα οποία συγκεντρώθηκαν, περιλαμβάνονται 4 προξενικά ψηφίσματα, 7 κατάλογοι, 1 αναθηματική επιγραφή και μία συνθήκη, στην οποία αναφέρεται το όνομα των Λεπρεατών, των Ηλείων γειτόνων της Φιγάλειας. Στους προξενικούς καταλόγους αναφέρονται τα ονόματα προξένων από τη Μεγαλόπολη, το Βυζάντιο, την Κεφαλληνια, την Αχαΐα και την Έφεσο, γεγονός το οποίο σημαίνει οτι το ιερό είχε επί πλέον μεγάλη πολιτική σημασία για την πόλη των Φιγαλέων.
Η ίδρυση των επιγραφών θα πρέπει να γινόταν και εξωτερικά του ναού, στην πρόσοψη του οποίου βρέθηκε μεγάλο λίθινο βάθρο αριστερά της εισόδου. Το βάθρο έφερε δύο τόρμους, έναν επιμήκη και έναν τετράγωνο, για την ένθεση αντίστοιχων στηλών (πίν.46α).
Από την επίχωση στο εσωτερικό του ναού συλλέχθηκαν επίσης πολλά τμήματα βάθρων για την ίδρυση στηλών, ενώ αντίθετα ελάχιστη και πολύ αποσπασματική υπήρξε η κεραμεική και ανύπαρκτα τα μικροευρήματα9. Φαίνεται πάντως ότι το μνημείο ανήκει στον -4ο αι., μετασκευάσθηκε δε και χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ώς κατοικία στους υστεροβυζαντινούς χρόνους.
Όμως τα διάσπαρτα πώρινα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως ένα δωρικό κιονόκρανο, δύο τμήματα ραβδωτών κιόνων και πολλά θραύσματα επιστυλίου, που βρέθηκαν κυρίως στον σηκό (πίν.476), καθώς και το τμήμα του τοίχου από πωρόλιθους που έχει ενσωματωθεί στη νοτιοδυτική γωνία του ναού πίσω από το βάθρο των λατρευτικών αγαλμάτων (πίν.49α) μαρτυρούν και άλλη παλαιότερη οικοδομική φάση του.
Κατά τη διάρκεια της ανασκαφικής έρευνας σε μεγαλύτερο βάθος μέσα στον σηκό αποκαλύφθηκαν εκατέρωθεν του βάθρου των λατρευτικών αγαλμάτων δύο παλαιότεροι λιθόκτιστοι τοίχοι από άργους λίθους χωρίς συνδετικό υλικό, πάχους 0,50μ., που κατευθύνονται παράλληλα προς τους εξωτερικους μακρούς τοίχους του ναού, σε απόσταση περίπου 0,50μ. από αυτούς (πίν.49β).
Οι δύο παράλληλοι τοίχοι αποκαλύφθηκαν σε μήκος 3μ. ενώ ο μεταξύ τους χώρος έχει εύρος 2.80μ. Τα άκρα τους δεν έχουν ακόμη εντοπισθεί δεδομένου ότι προχωρούν προς τα ανατολικά κάτω από το μεταγενέστερο πλακόστρωτο δάπεδο, ενώ προς τα δυτικά καλύπτονται από τον εγκάρσιο υστεροβυζαντινό τοίχο. Πιθανότατα το κτίριο αυτό να αποτελεί το πρωταρχικό ιερό, το οποίο στη συνέχεια επεκτάθηκε και μετασκευάσθηκε έως ότου έλαβε την τελική μορφή του στον -4ο αι.




Η συνέχιση της λεπτομερέστερης έρευνας στο εσωτερικό του ναού αναμένεται ότι θα δώσει περισσότερα στοιχεία για τον σαφέστερο προσδιορισμό των οικοδομικών φάσεων του ιερού.
Η ανασκαφή στον χώρο πρό της εισόδου του ναού, όπου διαμορφώνεται ένα σχετικά ομαλό ευρύ πλάτωμα, αποκάλυψε τα λείψανα λιθόστρωτου δαπέδου ακριβώς μπροστά στην είσοδο του προνάου (πίν.46α). Στον υπόλοιπο χώρο υπήρχε παχιά επίχωση καστανομέλανου χώματος, που κάλυπτε το φυσικό βραχώδες έδαφος, εξομαλύνοντάς το. Το καστανομέλανο χώμα, που φαίνεται ότι είχε υποστεί την επίδραση φωτιάς, είτε είχε απορριφθεί από το εσωτερικό του ναού, σε κάποια από τις οικοδομικές φάσεις του, είτε περιέβαλε τον βωμό του ιερού που πιθανότατα βρισκόταν στον προ του ναού χώρο. Την άποψη αυτή ενισχύει το γεγονός ότι μέσα από τα χώματα αύτα συλλέχθηκε πληθος αναθημάτων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν πολλά χαλκά, σιδηρά και μολύβδινα αντικείμενα.
Από τα χαλκά εκτός από τα τμήματα ελασμάτων και ταινιών με έκτυπη διακόσμηση κοκκίδων και πλοχμών, τις χάλκινες περόνες (πίν.50α), τους κρίκους και τις ασπιδίσκες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει έλασμα με την απεικόνιση της θεάς Αθηνάς (Μ1535) (πίν.50γ), τμήμα λιονταριού από λαβή χάλκινου αγγείου (Μ1537) (πίν.50β) και χάλκινο φίδι σε άριστη διατήρηση (M1529)10 (πίν.51α).




Βρέθηκαν επίσης πολλοί μικροί μολύβδινοι στέφανοι με τις ακτινωτες απολήξεις στην περιφέρειά τους καθώς και τα σιδηρά εξαρτήματα σκευών ή εργαλείων. Επιβεβαίωση για την παλαιότητα της λατρείας της Αθηνάς στον χώρο αυτόν αποτελεί χάλκινο έλασμα (M1599) με αρχαική αναθηματική επιγραφή στη θεά Αθηνά (πίν.51β.), το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα. Πλούσια ήταν επίσης και τα πήλινα αναθήματα, όπως πολλά μικρογραφικά αγγεία, πηνία και αγνύθες.
Μεγάλος υπήρξε και ο αριθμός των ειδωλίων διαφόρων ειδών, όπως προτομες γυναικών (πίν.51γ), τεμάχια από ειδώλια σφιγγών, ομοιώματα ζώων κλπ. Ανάμεσα στα ειδώλια εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τρία πρώιμα, σχηματοποιημένα (Π6909-11), με τα χέρια υψωμένα στη γνωστη λατρευτική κίνηση. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο μεγάλος αριθμός των μικροσκοπικών ομοιωμάτων λέμβων που φαίνεται ότι υπήρξαν προσφιλές ανάθημα στο ιερό (πίν.52). Η παρουσία των ειδωλίων πλοιαρίων σ' αυτό το ορεινό ιερό θα μπορούσε ίσως να ερμηνευθεί από την πληροφορία του Παυσανία (VIII, 41, 3), ότι ο ποταμός Νέδας, που ρέει ακόμα στους πρόποδες του λόφου του ναού της Αθηνάς, ήταν στην αρχαιότητα πλωτός από μικρά πλοιάρια. Αλλωστε πρόσφατες έρευνες στις όχθες του κάτω ρου του Νέδα, έχουν βεβαιώσει την ύπαρξη νεωσοίκων και αγκυροβολίων, εκεί όπου ή κοίτη του ποταμού πλησιάζει στην αρχαία Φιγάλεια.11




Από τα ελάχιστα νομίσματα που συλλέχθηκαν, μόνο τρία (δύο Μεσσήνης (N883-4) και ένα Αρκάδων (N882) σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση και χρονολογούνται στα μέσα του -4ου με αρχές του -3ου αι.
Μικρή δοκιμαστική τομή, που είχε ανοιχθεί πέρυσι στην εξωτερική βορειοανατολική γωνία του ναού προκειμένου να έλεγχθεί η υποθεμελίωση του βόρειου τοίχου, έδωσε πλήθος προϊστορικών οστράκων, κυρίως της ύστερης ME περιόδου, σε μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Με βάση αυτό το δεδομένο, ανοίχθηκε φέτος τομή διαστάσεων 5Χ 5μ., σε μικρή απόσταση βόρεια του ναού, στο επίπεδο πλάτωμα του λόφου. Σε μικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους, αποκαλύφθηκε πλέγμα τοίχων οικοδομικού συγκροτήματος προϊστορικών χρόνων, στο οποίο διακρίνονται ήδη δύο οικοδομικές φάσεις. Το πλήθος των όστράκων το οποίο προέκυψε από την τομή αυτή, καθώς και ένας σχεδόν ακέραιος πίθος (Π6969), που βρέθηκε στη θέση του, χρονολογούν τα οικιστικά κατάλοιπα στους τελευταίους ΜΕ χρόνους.
Είναι φανερό ότι ο προϊστορικός οικισμός καταλαμβάνει όλο το πλάτωμα του λόφου και επεκτείνεται και κάτω από τον ναό, δεδομένου ότι κατά την λεπτομερή έρευνα του χώρου μπροστά από την είσοδο του ιερού, εντοπίσθηκαν λείψανα προϊστορικών τοίχων, που κατευθύνονται από Α- Δ και προχωρούν κάτω από τα θεμέλιά του.




 Οι ανασκαφές του 1997


Κατά τη διάρκεια της φετινής ανασκαφής στη Φιγάλεια, διερευνήθηκε διεξοδικά το εσωτερικό του ναού της Αθηνάς και του Διός Σωτήρος, καθώς και ο ευρύτερος χώρος που περιβάλλει το ιερό στον λόφο «Κουρδουμπούλι».12
Στη δυτική στενή πλευρά του σηκού αποξηλώθηκε ο μεταγενέστερος τοίχος ύστεροβυζαντινών χρόνων, που είχε κτιστεί εσωτερικά και σε επαφή με τον αρχαίο τοίχο, του οποίου αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια, κατασκευασμένα από μεγάλους πλακοειδείς ακανόνιστους λίθους, χωρίς συνδετικό υλικό. Το μέγιστο πλάτος της θεμελίωσης του αρχαίου τοίχου είναι 1.10μ. ενώ το ύψος 0.65- 0.74μ. (πίν.66α).



Τα δύο άκρα του μεταγενέστερου τοίχου κατέληγαν στους δύο μακρούς τοίχους του ναού, χωρίς να ενσωματώνονται σε αυτούς. Για τη θεμελίωση του ύστεροβυζαντινου τοίχου είχε ανοιχθεί μία τάφρος, πλάτους 0.85μ., η οποία κατέστρεψε τα δυτικά άκρα των προγενέστερων τοίχων α και β, που υπήρχαν εκατέρωθεν του λατρευτικού βάθρου του αγάλματος. Στο ανατολικό τους άκρο οι δύο αυτοί τοίχοι τέμνονται από εγκάρσιο τοίχο γ, του οποίου σώζεται μικρό τμήμα (μέγιστες σωζόμενες διαστάσεις: μήκ. 0.76μ. και πλάτος 0,75μ.).
Από την αποξήλωση του ύστεροβυζαντινου τοίχου συλλέχθηκαν δέκα τμήματα ενεπίγραφων στηλών (Λ1237- 45 και Λ1251), τμήματα αρχιτεκτονικών μελών (Λ1246-50 και Λ1261) και μία βάση στήλης, με επιμήκη τόρμο (Λ1252), που είχαν όλα χρησιμοποιηθεί ώς οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του. Οι περισσότερες επιγραφές είναι προξενικές, υπάρχουν όμως και αναθηματικές καθώς και τιμητικά ψηφίσματα, η χρονολόγησή τους δε εκτείνεται από τον -4ο έως τον -1ο αι.13 Σε μία από τις προξενικές επιγραφές αναφέρεται το Κοινό των Λακεδαιμονίων, γεγονός το οποίο την χρονολογεί με ασφάλεια στις αρχές του -2ου αι., ενώ σε μία άλλη τιμάται ένας Αλιφειρεύς. Τα στοιχεία αυτά μαζί με εκείνα που μας έδωσαν οι επιγραφές του περασμένου χρόνου, επιβεβαιώνουν τη μεγάλη σημασία του ιερου για την αρχαία Φιγάλεια.



Σε όλο το πλάτος της βόρειας και της νότιας πλευρας του προνάου ανοίχτηκαν δύο τομες αντίστοιχα, οι οποίες σε μικρό βάθος από την υπάρχουσα επιφάνεια του δαπέδου (περίπου 0.20μ.), έφεραν στο φώς λείψανα κτισμάτων προϊστορικών χρόνων με ανάλογη κεραμεική, ενώ σε αρκετά σημεία αποκαλύφθηκε ο φυσικός βράχος του λόφου.
Εξωτερικά του νότιου τοίχου του ναού συνεχίστηκε σε μεγάλη έκταση ή αφαίρεση της επίχωσης και η αποκάλυψη της βραχώδους πλαγιάς της κορυφής του λοφίσκου (πίν, 66β).
Το ύψος της επίχωσης φθάνει το 1.50μ. και αποτελείται από τρία στρώματα. Το ανώτερο, το επιφανειακό, είναι καστανό σκούρο, χωρίς όστρακα ή άλλα ευρήματα και σχηματίσθηκε από φυσικές αποθέσεις μετά την εγκατάλειψη του ναού14. Το δεύτερο στρώμα αποτελείται από ανοιχτό καστανό χώμα, που περιέχει μεγάλο αριθμό θραυσμάτων κεραμίδων από την κεράμωση της στέγης και λατύπη από την επεξεργασία των δόμων του ναού. Τα τμήματα αυτά των κεραμίδων προέρχονται από την καταστροφή του ναού και ανάμεσά τους βρέθηκαν αρκετές, που έφεραν τη σφραγίδα: δαμόσιον ή δάμος Φιαλέων.
 Το κατώτερο στρώμα υπήρξε συμπαγές καστανέρυθρο, με μεγάλο αριθμό ευρημάτων, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ανήκε στην περίοδο λειτουργίας του ναού.
Κάτω από την επίχωση αποκαλύφθηκε ο φυσικός βράχος, ο οποίος έχει τεχνητά εξομαλυνθεί ώστε να σχηματίζει ένα αρκετά πλατύ (μέγιστο πλάτος 1.60μ.) και επίπεδο άνδηρο νοτίως του ναού. Σε ένα σημείο αριστερα της σχισμής του εδάφους, που αρχικά είχε θεωρηθεί ως σπήλαιο, ο βράχος είναι με τέτοιο τρόπο λαξευμένος, ώστε να σχηματίζει ένα στενό έδρανο (μήκους 2.80μ., πλάτους 0.30- 0.55μ. και ύψους 0,65μ.), στο οποίο τοποθετούσαν οι πιστοι τα αναθήματά τους.
Πράγματι, πάνω σε αυτό βρέθηκε μία ακέραιη χάλκινη περόνη αρχαικών χρόνων15, αφιερωμένη στην Αθηνά, όπως φανερώνει η επιγραφή16 που είναι χαραγμένη στο επάνω μέρος της (εικ.1, πίν.67α):



 Η επιγραφή βάσει του σχήματος των γραμμάτων χρονολογείται στα τέλη του -6ου αι. Ο χαράκτης παρέλειψε το τελικό Ν. Τάθαναίαι πρόκειται περί κράσεως (Τάι Αθαναίαι). Αρδις, -ιος, (η), είναι η αιχμή του βέλους, LSJ9. Ο Ησύχιος, α7101, παρέχει το εξής λήμμα: άρδις ακίς, Αισχύλος Προμηθεί δεσμώτη (στίχι 879). Στη δημοσιευόμενη επιγραφή ή λέξη δηλώνει το συγκεκριμένο ανάθημα προς την Αθηνά. Είναι ενδιαφέρον ότι από το χαρακτηριστικό του, την οξεία απόληξη, όνομάζεται κατά συνεκδοχήν (αντί του όλου το μέρος) ολόκληρο το αντικείμενο, πρβ. ΣΟΦ., Οιδ. Τύρ. 1515, άλλ' ίθι στέγης έσω. Φαίνεται ότι τουλάχιστον στην ηλειακή διάλεκτο η (λαϊκής) ονομασία του αντικειμένου ήταν άρδις.
Κάτω από το έδρανο και κυρίως μπροστά στη σχισμή του βράχου βρέθηκε ομάδα πολλών πήλινων γυναικείων προτομών, σχεδόν πακτωμένων στο έδαφος, γεγονός που φανερώνει ότι στο σημείο εκείνο έτελείτο κάποια ιεροτελεστία, προς τιμήν μιας γυναικείας θεότητας, προφανώς της Αθηνάς (πίν.67β).



Η έρευνα που έγινε στη σχισμή του βράχου απέδειξε ότι αυτή προχωρεί σε μεγάλο βάθος στο έδαφος σχηματίζοντας ένα φυσικό χάσμα, ενώ επεκτείνετα κατά μήκος προς τα βόρεια, κάτω από τον νότιο τοίχο του ναού, εισχωρώντας κάτω από το πλακόστρωτο δάπεδο του σηκού. Οι διαστάσεις της σχισμής, όπου στάθηκε δυνατό να καταμετρηθούν, είναι περίπου: μήκος 2μ., πλάτος 0.50μ. και βάθος 3.40μ.
Η ανασκαφή στη βραχώδη πλευρά του λοφίσκου νοτίως του ναού δεν τελείωσε, αναμένεται δε ότι η ολοκλήρωσή της θα δώσει και νέα στοιχεία για τη μορφολογία του εδάφους στον χώρο αυτόν κατά την αρχαιότητα.
Συμπληρώθηκε φέτος ή αφαίρεση της επίχωσης στην εξωτερική νοτιοανατολική γωνία του ναού, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί τον περασμένο χρόνο. Αν και το πάχος του χώματος πάνω από τον φυσικό βράχο ήταν μικρό, τα ευρήματα υπήρξαν πλούσια και χαρακτηριστικά της λατρείας: τμήματα χάλκινων ελασμάτων, δαχτυλίδια, ενώτια, πόρπες, θραύσματα ή εξαρτήματα χάλκινων σκευών, ένα λεπτό χάλκινο φίδι και ένα περίτμητο χάλκινο έλασμα με την παράσταση της θεάς Αθηνάς. Βρέθηκαν επίσης αιχμές βελών, το πόδι μικρού χάλκινου λιονταριού, ένα έλασμα με έκτυπη απεικόνιση ταύρου (πίν.67γ), μεγάλος αριθμός μολύβδινων ακτινωτών δακτυλίων καθώς και πολλά σιδηρά αντικείμενα, που προέρχονται από εργαλεία ή τμήματα σκευών (πίν.68α). Μεταξύ αυτών υπήρξε και αρκετή ποσότητα ακατέργαστης μάζας σιδήρου, η οποία προκαλεί ερωτηματικά για τον λόγο της ύπαρξής της στον χώρο του ιερού.
Τα ευρήματα από πηλό ήταν παρόμοια με αυτά της περυσινής ανασκαφής: πηνία (πίν.68β), αγνύθες, μικροσκοπικά αναθηματικά αγγεία και μικρότατες λέμβοι, καθώς και τμήματα περίτμητων πλακιδίων σφιγγών.
Αναγνωριστική έρευνα με δοκιμαστικές τομες έγινε επίσης στον επίπεδο χώρο που επεκτείνεται βορείως του ναού (πίν.66α, 68γ). Ανοίχτηκαν συνολικά πέντε τομες διαστάσεων 5Χ 7μ., στις οποίες ή ανασκαφή περιορίστηκε στην αφαίρεση του επιφανειακού σρώματος, πάχους 0.20- 0.40μ. κατά μέσον όρο, μέχρι την αποκάλυψη των πρώτων οικοδομικών λειψάνων17.
Η άφθονη και χαρακτηριστική κεραμεική που προήλθε από την ανασκαφή, επιτρέπει τον καθορισμό δύο χρονολογικών φάσεων των αποκαλυφθέντων κτιρίων: η μία ανήκει στους μεσοελλαδικούς χρόνους (εγχάρακτη, «αδριατική» κεραμεική) (πίν.67δ) ενώ η άλλη στους πρώιμους υστεροελλαδικούς χρόνους. Βρέθηκαν επίσης πολλά πήλινα και λίθινα σφονδύλια, λεπίδες οψιανού και πυριτολίθου και μεγάλος αριθμός λίθινων εργαλείων.


Στην τομη Ι, που είχε ήδη ανοιχθεί τον περασμένο χρόνο, οι τοίχοι 1 και 3 ανήκουν στην πρώτη φάση κατοίκησης του οικισμού, ενώ ο τοίχος 2, κατασκευασμένος από μεγαλύτερους λίθους και με διαφορετική τοιχοδομία, είναι μεταγενέστερος, αφού κτίστηκε πάνω στον τοίχο 1 τον οποίο σε ένα σημείο υπερκαλύπτει. Ο τοίχος 3 επεκτείνεται προς Ν εντός της τομής ΙΙΙ, ενώ στην τομή IV αποκαλύφθηκε ένας ελαφρά καμπύλος τοίχος 7 και πλησίον του ο ιδιαίτερα πλατύς τοίχος 8, που κατευθύνεται από Α-Δ.
Στη ΝΔ γωνία της τομής V αποκαλύφθηκε σχεδόν επιφανειακά τμήμα κτίσματος οι δύο τοίχοι του οποίου σχηματίζουν ορθή γωνία. Μέσα στον βόρειο από τους δύο τοίχους αποκαλύφθηκε ταφή βρέφους μυκηναικών χρόνων στην οποία είχε τοποθετηθεί ως κτέρισμα πιθαμφορίσκος, που διατηρήθηκε ακέραιος. Ο τάφος αυτός δεν καταστράφηκε από τους κατασκευαστές του μεταγενέστερου ναού των κλασικών χρόνων, αν και θα πρέπει να ήταν ακόμη τότε ορατός.
Αναμένεται ότι η επέκταση της έρευνας του προϊστορικού οικισμού στον λόφο «Κουρδουμπούλι» και η διερεύνηση του χώρου σε βάθος θα δώσει πολλά και πολύτιμα στοιχεία για την προϊστορική κατοίκηση της Φιγάλειας, η οποία είναι παντελώς άγνωστη.

Η ανασκαφή του 1998

Αυτή τη χρονιά η ανασκαφή στον ναό της Αθηνάς και του Διός Σωτήρος στη Φιγάλεια περιορίστηκε σε επιμέρους έρευνες, που είχαν ώς σκοπό την επίλυση ορισμένων προβλημάτων σχετικών με τις προηγούμενες οικοδομικές φάσεις του κτιρίου.
Στη βορειοανατολική γωνία του σηκού, κάτω από το πλακόστρωτο δάπεδο, το οποίο στο σημείο εκείνο είναι κατεστραμμένο, διανοίχτηκε δοκιμαστική τομή (διαστ. 2.10X 1.60μ.) Μετά την αφαίρεση χώματος πάχους μόλις 10-15 εκ., αποκαλύφθηκε άλλο δάπεδο, κατασκευασμένο από μικρού μεγέθους ακανόνιστους λίθους, χαλαρά συνδεδεμένους με χώμα (πίν.71α). Το δάπεδο αυτό ανήκει πιθανότατα στην πρώτη, την αρχαικής φάση του ναού και είναι σύγχρονο με τους αρχαιότερους τοίχους του κτιρίου, που αποκαλύφθηκαν εκατέρωθεν του βάθρου του λατρευτικού αγάλματος. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το βάθος στο οποίο αποκαλύφθηκε το δάπεδο και οι τοίχοι, που κυμαίνεται από 0.73- 0.74μ.18 
Μία δεύτερη τομή διανοίχτηκε στο πίσω μέρος του βάθρου του λατρευτικού αγάλματος, όπου κάτω από αυτό, σε βάθος 0.94μ. αποκαλύφθηκε τοίχος από αργολιθοδομή, σε πολύ κακή κατάστση διατήρησης, με κατεύθυνση από Α- Δ (πίν.71β). Η κεραμεική που συλλέχθηκε γύρω από τον τοίχο τον χρονολογεί στους μεσοελλαδικούς χρόνους και πιθανότατα ήταν σύγχρονος με τα πυκνά λείψανα των προϊστορικών κτισμάτων, που έχουν αποκαλυφθεί στο πλάτωμα βορείως του ναού.



 Η έρευνα σε βάθος 2μ. εντός του προϊστορικού κτίσματος, που εφάπτεται στη βόρεια πλευρά του ναού, αποκάλυψε αλλεπάλληλα στρώματα κατοίκησης, με άφθονη χαρακτηριστική κεραμεική, που φθάνουν έως τους υπονεολιθικους χρόνους (πίν.72α).
Νοτίως του ναού, η αφαίρεση της συσσωρευμένης επίχωσης ύψους 1.50μ., αποκάλυψε τον διαμορφωμένο και λαξευμένο φυσικό βράχο πλάτους 2μ. περίπου, που περιέτρεχε όλο το μήκος της νότιας πλευράς του, δημιουργώντας ένα σχετικά ευρύχωρο πλάτωμα. Ελάχιστη ήταν η κεραμεική μετά την αφαίρεση της επίχωσης, κυρίως κλασικών χρόνων, ενώ συλλέχθηκε μεγάλος αριθμός κεραμίδων από τη στέγη του ναού, που είχαν σχηματίσει ένα καλά διακρινόμενο στρώμα καταστροφής. Ανάμεσά τους βρέθηκαν πολλά ένσφράγιστα τμήματα καθώς και μία κεραμίδα, συγκολλημένη από τρία τεμάχια, στην οποία σώζεται ακέραιη η επιγραφή: ΦΙΓΑΛΕΩΝ ΔΑΜΟΣΙΟΣ.



 Λεπτομερής καθαρισμός έγινε στο πλάτωμα προ της εισόδου του ναού, όπου καθορίστηκε με ακρίβεια ή έκταση του λιθόστρωτου δαπέδου και αφαιρέθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα στάχτης και πυρακτωμένων χωμάτων πάνω από τον φυσικό βράχο. Συλλέχθηκαν λίγα όστρακα και μικρά τεμάχια χαλκών ελασμάτων.
Στον χαμηλό λόφο, που σχηματίζεται στο βόρειο άκρο του πλατώματος του ναού, έγινε σύντομη ανασκαφική έρευνα, με τη διάνοιξη δύο δοκιμαστικών τομών (διαστ. 5Χ 5μ.). Μετά την αφαίρεση του επιφανειακού χώματος, πάχους περίπου 30εκ. εμφανίστηκε το φυσικό, κοκκινωπό, σκληρό χώμα της περιοχής. Συλλέχθηκαν αρκετά τμήματα κεραμίδων κλασικών χρόνων, αλλά καθόλου λεπτή κεραμεική.
Η ανασκαφική έρευνα του ναού και του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, ουσιαστικά ολοκληρώθηκε φέτος. Απαραίτητη όμως θεωρείται η συνέχιση της ανασκαφής του προϊστορικού οικισμού, που καταλαμβάνει όλη την έκταση βορείως του ναού, η οποία αναμένεται να δώσει σημαντικότατα στοιχεία για την αρχαιότατη ιστορία της Φιγάλειας, που παραμένει άγνωστη έως σήμερα (πίν.72β).




ΞENH APAΠOΓIANNH
Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1996, 1997, 1998.

1. Το 1996, για πρώτη χρονιά, τέθηκε η συστηματική ανασκαφή της Φιγάλειας υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Στην ανασκαφή πήραν μέρος φέτος οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Νικολέντζος και Π. Μουτζουρίδης, καθώς και η τριτοετής φοιτήτρια αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου Δ. Αθανασοπούλου. Τα σχέδια της ανασκαφής εκπονήθηκαν από τον σχεδιαστή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. A. Θωμόπουλο, ενώ η τράπεζα προσφορών σχεδιάσθηκε από την γλύπτρια Ελισάβετ Βάλβη. Στη συντήρηση των ευρημάτων εργάσθηκαν οι συντηρητές της Ζ ́ ΕΠΚΑ Σ. Χριστόπουλος και Α. Βασιλάρας καθώς και ο εργατοτεχνίτης Π. Καλπάκος που ήταν και επικεφαλής του ανασκαφικού συνεργείου.
Στη διευθέτηση των αρχιτεκτονικών μελών του ναού και στην εν γένει τακτοποίηση των λίθων της τοιχοδομίας εργάσθηκαν οι συντηρητές της Ζ ́ ΕΠΚΑ Π. Αλεξόπουλος και Γ. Δρές. Η φωτογράφηση των ευρημάτων έγινε από τον Κ. V. νοη Eickstedt. Την επιστασία του εργατοτεχνικού προσωπικού είχε ο μόνιμος φύλακας της Ζ ́ ΕΠΚΑ Δ. Πανταζής.
2. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τον ναό του Ασκληπιού στην Αρκαδική Αλίφειρα βλ. Α. ΟΡΛΑΝΔΟ, Η Αρκαδική Αλίφειρα και τα μνημεία της (Αθήνα 1967-68) 171-182, εικ. 112.
3. Ένα άγαλμα κούρου, που είναι εκτεθειμένο στο Μουσείο Ολυμπίας και βρέθηκε στον χώρο της αρχαίας Αγοράς της Φιγάλειας θεωρείται ότι απεικονίζει τον Αρραχίωνα.
4. Α. ΟΡΛΑΝΔΟΣ, Η κρήνη της Φιγάλειας, ΑΔ 11, 1927-28, 1-7.
5. Ο ιδιοκτήτης του αγρού, κ. Β. Γιαννικόπουλος, είχε στο παρελθόν παραδώσει στην Εφορεία Αρχαιοτήτων της Ολυμπίας τμήμα ενεπίγραφης πλάκας, σύμφωνα δε με μαρτυρίες του, στον ίδιο χώρο υπήρχε παλαιότερα ενεπίγραφη στήλη επάνω στην οποία διακρινόταν το όνομα: AΘΑΝΑ.
6. Το κατώφλι καταστράφηκε περίπου στο μέσον του, σχετικά πρόσφατα, από επέμβαση βανδάλων-αρχαιοκαπήλων, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ηλικιωμένων χωρικών που μας επισκέφθηκαν στην ανασκαφή.
7. Η μία πλάκα βρέθηκε πεσμένη μπροστά στο βάθρο, ενώ η άλλη στο πίσω μέρος του. Διάσπαρτα στον χώρο του σηκού βρέθηκαν λίγα τμήματα της οριζόντιας πλάκας της
τράπεζας προσφορών.
7.α. Την επιγραφή μετέγραψε και ερμήνευσε ο διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Χαράλαμπος Κριτζάς, τον οποίο ευχαριστώ θερμά από τη θέση αυτή.
8. Τα πρώτα στοιχεία σχετικά με το είδος και τη χρονολόγηση των επιγραφών έθεσαν υπόψη μου οι αρχαιολόγοι Α. Θέμος και Ε. Ζαβου στους οποίους είχα αναθέσει τη μελέτη.
9. Μόνο μία οστέινη αρχαική πόρπη βρέθηκε σφηνωμένη στα θεμέλια του βόρειου τοίχου του ναού, απέναντι από το βάθρο του λατρευτικού αγάλματος.
10. Χάλκινο φιδάκι είχε βρεθεί και κατά την ανασκαφή του αρχαικού ναού του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες, βλ. AΔ 26, 1971, 142- 143, πίν. 125 β.
11. FR. COOPER, AAAV, 1972, 359.

12. Η ανασκαφική περίοδος διήρκεσε από τις 19-8-1997 έως τις 18-9-1997 και σε αυτήν πήραν μέρος ο μεταπτυχιακός φοιτητής της αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Νικολέντζος και η φοιτήτρια αρχαιολογίας του ίδιου Ιδρύματος κ. Δ. Αθανασοπούλου. Επικεφαλής του συνεργείου τών εργατών ήταν οι δύο εργατοτεχνίτες της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. A. Φωτόπουλος και Π. Καλπάκος, ενώ την επίβλεψη και τη φύλαξη του χώρου της ανασκαφής είχε ο αρχαιοφύλακας της περιοχής κ. Δ. Πανταζής. Η υποδειγματική συντήρηση των ευρημάτων έγινε από τον συντηρητή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. Σ. Χριστόπουλο και η φωτογράφησή τους από τον κ. Στ. Στουρνάρα.
13. Η πρώτη ανάγνωση και ταύτιση των επιγραφών έγινε από τους αρχαιολόγους κ. Αθανάσιο Θέμο και Έλενα Ζαββού, τους οποίους ευχαριστώ θερμά.
14. Μεγάλα τμήματα βράχων που είχαν κυλήσει από τη βραχώδη κορυφή του λόφου
δυσκόλεψαν πολύ την απομάκρυνση του επιφανειακού στρώματος.
15. Παρόμοια Περόνι βλ. IMMA KILLIAN-DIRILMEIER, Nadeln der frühhelladischen bis archaischen Zeit von der Peloponnes, PBF XIII, 8, München 1984, σ.245, πιν.100, αρ.4281, τύπος ΒVIC, από το Ηραίο του Αργους. Επίσης από το Πρασιδάκι, Ν. ΓΙΑΛΟΥΡΗΣ, Κλασικός ναός εις περιοχήν Λεπρέου, AAA IV. 1, 1971, 249, εικ.8-9.
16. Η μεταγραφή, η ερμηνεία και τα σχόλια της επιγραφής είναι του κ. Αγγελου Π. Ματθαίου.
17. Η σχεδιαστική αποτύπωση των τομών έγινε από τον σχεδιαστή της Ζ ́ ΕΠΚΑ κ. Α. Θωμόπουλο.
18. Τα βάθη έχουν μετρηθεί με τη βοήθεια χωροβάτη και το σταθερό σημείο τοποθετήθηκε στον πρώτο δόμο της εισόδου του προνάου, στη δεξιά για τον εισερχόμενο πλευρά του κατωφλιού.





Printfriendly