.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Το εργαστήριο γλυπτικής της Σαμαρίνας


Ο όρος «εργαστήριο της Σαμαρίνας» ανήκει στη Λασκαρίνα Μπούρα, η οποία προσδιόρισε με αυτόν μια ομάδα αρχιτεκτονικών γλυπτών από το νοτιοελλαδικό χώρο, του τέλους του 12ου-αρχών του 13ου αιώνα. Στη συγκεκριμένη ομάδα κεντρική θέση κατέχουν τα γλυ­πτά του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στο Σάμαρι της Μεσσηνίας, που είναι γνωστός ως Σαμαρίνα.
Η επισήμανση δύο ακόμα γλυπτών, που μπορούν με ασφάλεια να προσγραφούν στην ίδια ενότητα, επιτρέ­πει μια νέα προσέγγιση του εργαστηρίου της Σαμαρί­νας. Το γεγονός ότι από την παραγωγή του είναι γνω­στά μόνον επιστύλια τέμπλων και πλαίσια προσκυνηταρίων, περιορίζει ως ένα βαθμό τη δυνατότητα μιας πλήρους αποτίμησης της παρουσίας του. Εν τούτοις, η ειδολογική ομοιογένεια αυτού του υλικού επιτρέπει να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις σε ό,τι αφορά στα θέ­ματα που χρησιμοποιούνται και τον τρόπο σύνθεσης τους, στις τεχνικές επεξεργασίας που εφαρμόζονται,στο γεωγραφικό χώρο όπου εκτείνεται η δράση του εργαστηρίου, καθώς και στην πιθανή χρονολογική κατά­ταξη των σωζόμενων γλυπτών.

Τα έργα

Από την παραγωγή του εργαστηρίου έχουν μέχρι σήμε­ρα επισημανθεί έργα σε τέσσερις θέσεις της νότιας Πε­λοποννήσου. Ατυχώς, μόνον τα γλυπτά στο ναό της Σαμαρίνας διατηρούνται στην αρχική θέση τους. Τα υπόλοιπα έχουν σωθεί σε δεύτερη χρήση και μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με τα μνημεία τα οποία κοσμούσαν αρχικά.



Τα γλυπτά του ναού της Σαμαρίνας

Στο ναό της Σαμαρίνας, καθολικό άλλοτε μονής, έχει διασωθεί σημαντικό μέρος του μαρμάρινου τέμπλου που έφραζε το τριμερές ιερό. Το επιστύλιο του ιερού βήματος (Εικ.1-2), τα δύο προσκυνητάρια που καλύ­πτουν το μέτωπο των διαχωριστικών τοίχων (Εικ.3) και τα επιστύλια της πρόθεσης και του διακονικού δια­τηρούνται κατά χώραν με μικρές φθορές (ρηγματώσεις και αποκρούσεις στα έξεργα στοιχεία).
Η πλήρης μορ­φή του τέμπλου δεν είναι γνωστή, καθώς από τους κιο­νίσκους δεν έχει σωθεί τίποτε, ενώ τα θωράκια που υπάρχουν σήμερα σε δεύτερη χρήση μέσα στο ιερό διαφοροποιούνται τεχνοτροπικά από τα άλλα σωζόμενα τμήματα του. Στα γλυπτά που εκτέλεσε το συνεργείο το οποίο εργά­στηκε στο τέμπλο, θα πρέπει να συμπεριληφθούν τα κιονόκρανα των κιονίσκων στα δίλοβα παράθυρα των κεραιών και του ιερού βήματος. Τα περισσότερα κο­σμούνται με φυλλοφόρους σταυρούς, σε χαμηλό ανά­γλυφο. Η απόδοση τους στο εργαστήριο βασίζεται σε στοιχεία τεχνοτροπικά και επιγραφικά.



Το επιστύλιο στο Καστανοχώρι Μεγαλοπόλεως

Ανάμεσα στα μεσοβυζαντινά γλυπτά που έχουν εντοι­χιστεί στο νεότερο (1894) ναό της Κοιμήσεως της Θεο­τόκου στο Καστανοχώρι Μεγαλοπόλεως συμπεριλαμ­βάνεται ένα επιστύλιο από λευκό μάρμαρο (Εικ.4-5) που εντάσσεται στην παραγωγή του εργαστηρίου τηςΣαμαρίνας.
Σώζεται ελλιπές κατά το αριστερό άκρο, σε σχεδόν άριστη κατά τα άλλα κατάσταση διατήρησης. Η αρχική θέση του δεν είναι γνωστή, αλλά θα πρέ­πει να αναζητηθεί μέσα στα όρια της μικρής κοιλάδας του Μποβέρκου, που φαίνεται πως γνώρισε ανάπτυξη κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους.



Το επιστύλιο στη Νόμια της Μάνης

Βρίσκεται εντοιχισμένο, μαζί με άλλα γλυπτά, στο νεό­τερο, ημιτελή ναό της Παναγίας στη Νόμια της Μέσα Μάνης (Εικ.6) και δημοσιεύθηκε τελευταία από το μα­καριστό καθηγητή Νικόλαο Δρανδάκη. Πρόκειται για επιστύλιο από λευκό μάρμαρο, που σώζεται ελλιπές κα­τά την αριστερή πλευρά. Και αυτού η αρχική θέση είναι άγνωστη.



Τα γλυπτά στην Αγία Σοφία και στον Άγιο Δημήτριο του Μυστρά

Σε δύο ναούς της υστεροβυζαντινής πολιτείας του Μυ­στρά επαναχρησιμοποιήθηκαν γλυπτά που ανήκουν σε ένα σύνολο, το οποίο εκτέλεσε το εργαστήριο της Σαμα­ρίνας. Στην Αγία Σοφία ένα επιστύλιο τέμπλου τοποθε­τήθηκε σε αντίστοιχη θέση στο ιερό βήμα.
Το γλυπτό είναι σήμερα κατακερματισμένο: το αριστερό άκρο σώ­ζεται ακόμη στην παλατινή εκκλησία, εντοιχισμένο στο νότιο διαχωριστικό τοίχο του ιερού (Εικ.7), ενώ τεμά­χια του υπάρχουν στο Μουσείο του Μυστρά (Εικ.8).
Με το επιστύλιο αυτό συνδέονται τα δύο προσκυνητάρια που έχουν επαναχρησιμοποιηθεί στα μέτωπα των διαχωριστικών τοίχων του ιερού στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου. Σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι σχεδόν πανομοιότυπα με τα αντί­στοιχα της Σαμαρίνας. Αν και δεν υπάρχουν μαρτυρίες για την προέλευση τους, πιστεύεται ότι τα παραπάνω έργα ανήκαν στο τέμπλο κάποιου άγνωστου και κατε­στραμμένου πλέον ναού της βυζαντινής Λακεδαίμο­νος και ότι έφτασαν στον Μυστρά μετά την εγκατά­λειψη της, όταν η πόλη είχε μεταβληθεί σε πηγή οικοδο­μικού υλικού χάριν του νέου, αναπτυσσόμενου οικιστι­κού κέντρου της περιοχής.



Τα διακοσμητικά θέματα και η σύνθεσή τους

Κεντρική θέση στο διάκοσμο των επιστυλίων ιερού βή­ματος κατέχει έξεργο κιβώριο, μέσα στο οποίο υπάρχει φυλλοφόρος πατριαρχικός σταυρός με κρυπτογράμματα. Σε τρία επιστύλια -Σαμαρίνας, Καστανοχωρίου και Νόμιας-, το κιβώριο πλαισιώνουν καταρχήν όμοια σύν­θετα πλέγματα σε χαμηλό ανάγλυφο.
Στον Μυστρά, στη θέση των πλεγμάτων υπάρχει περιδινούμενη άκαν­θα. Ακολουθούν έξεργα ανακαμπτόμενα φύλλα στη Σαμαρίνα, έξεργα κομβία στο Καστανοχώρι και τον Μυστρά, ενώ στο μικρών διαστάσεων επιστύλιο της Μάνης ο διάκοσμος συνεχίζεται με ταινιωτό στέλεχος με βλαστούς σε χαμηλό ανάγλυφο. Έπεται θέμα σε χα­μηλό ανάγλυφο, το οποίο στη Σαμαρίνα είναι σύνθετο καρδιόσχημο ανθέμιο ενώ στον Μυστρά και το Καστανοχώρι πλεχτός σταυρός. Στη Νόμια η σύνθεση κλείνει σε αυτό το σημείο με το έξεργο σύμπλεγμα των ζώων.
Στα άλλα επιστύλια ο διάκοσμος συνεχίζεται με έξεργα στοιχεία -διάτρητα κομβία στη Σαμαρίνα και τον Μυ­στρά, και το σύμπλεγμα των ζώων στο Καστανοχώρι.
Επόμενο θέμα στη Σαμαρίνα και στον Μυστρά είναι ισοσκελείς σταυροί, σε χαμηλό ανάγλυφο, τα άκρα των κεραιών των οποίων ανακάμπτονται και σχηματίζουν ανθέμια στα διάκενα, και ακολουθούν τα έξεργα συ­μπλέγματα των ζώων. Οι χώροι που υπολείπονται στα άκρα καλύπτονται με φυτικά κοσμήματα, συνήθως ταινιωτά στελέχη με ανακαμπτόμενους βλαστούς. Με πυ­κνά φυτικά κοσμήματα καλύπτονται επίσης όλοι οι χώ­ροι που μεσολαβούν μεταξύ των θεμάτων.
Τα συμπλέγματα των ζώων απεικονίζουν άγρια θηρία που έχουν αιχμαλωτίσει ήμερα βοοειδή. Σε όλα τα σω­ζόμενα παραδείγματα τοποθετούνται στα αριστερά γρύπας και στα δεξιά λιοντάρι, σε στάσεις που επανα­λαμβάνονται με ακρίβεια. Όσον αφορά στην απόδοση, η πιστή ομοιότητα μεταξύ τους εκτείνεται ακόμα και σε μικρές λεπτομέρειες, όπως το κλειδί του Σολομώντος στο μηρό των θηρίων και η στικτή δήλωση της δοράς.
Το διάκοσμο συμπληρώνει ανάγλυφος, έντονα έξεργος αστράγαλος στην κάτω ακμή των τριών επιστυλίων -απουσιάζει μόνο από το επιστύλιο της Νόμιας. Η ύπαρξη στη Σαμαρίνα μιας επιπλέον διακοσμητικής ζώνης στο επιστύλιο του ιερού βήματος, διακοσμημένης με την τεχνική της ενθετικής με κηρομαστίχη, σχετί­ζεται μάλλον με το μέγεθος του μνημείου.
Στα ανάγλυφα πλαίσια των προσκυνηταρίων, τη στεφά­νη του τόξου κοσμεί έξεργη διάτρητη ταινία από πλοχμό ή ανθέμια. Στην άντυγα του τόξου υπάρχει ανάγλυ­φος αστράγαλος, όμοιος με αυτόν που απαντά στα επιστύλια. Μεγάλο έξεργο ανακαμπτόμενο φύλλο, όμοιο με εκείνα των επιστυλίων, είναι λαξευμένο επάνω από την κορυφή του τόξου. Το βάθος του υπολειπόμενου χώρου, μεταξύ του ημικυκλίου του τόξου και του απλού ορθογώνιου πλαισίου όπου αυτό εγγράφεται, καλύπτε­ται με γεωμετρικά σχέδια με κηρομαστίχη, ενώ δύο έξεργα διάτρητα κομβία κοσμούν τις γωνίες. Τα βασικά σχέ­δια του βάθους (αλληλοτεμνόμενοι κύκλοι με ρόμβους και ρόμβοι με τετράγωνα) βρίσκονται και στην επάνω ζώνη του επιστυλίου του βήματος στη Σαμαρίνα.
Τα περισσότερα από τα διακοσμητικά θέματα που χρη­σιμοποιεί το εργαστήριο επαναλαμβάνονται στις ίδιες θέσεις, με την ίδια συνήθως σειρά και με σχεδόν απόλυ­τη ομοιότητα στην απόδοση τους. Είναι σαφές ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο θεματικό λεξιλόγιο, το οποίο αξιοποιείται με σταθερές συνθετικές «αρχές», προσαρ­μοζόμενο ασφαλώς στις διαστάσεις του κάθε έργου.
Στα επιστύλια η σύνθεση του διακόσμου είναι αυστηρά συμμετρική, με άξονα το κεντρικό κιβώριο και με εναλ­λαγή των ίδιων στοιχείων, σε έξεργο και σε χαμηλό ανά­γλυφο. Η ύπαρξη πάντοτε συγκεκριμένων συμπλεγ­μάτων ζώων στα άκρα καθίσταται χαρακτηριστικό γνώρισμα του εργαστηρίου. Σταθερές «αρχές» διέπουν και το διάκοσμο των προσκυνηταρίων, σε ό,τι αφορά στην επιλογή και την απόδοση των θεμάτων, τα οποία τοποθετούνται πάντοτε στις ίδιες θέσεις με επουσιώ­δεις παραλλαγές.
Η απόδοση των διακοσμητικών θεμάτων, και στα δύο είδη γλυπτών, χαρακτηρίζεται από τον εξεζητημένο και πολύπλοκο σχεδιασμό, την εξαντλητική εμμονή στις λε­πτομέρειες και την ασφυκτική κάλυψη ακόμα και της μικρότερης διαθέσιμης επιφάνειας.
Η έντονη σχημα­τοποίηση αρκετών θεμάτων έρχεται σε αντίθεση με τη ζωηρότητα και την ένταση που αποπνέουν τα συμπλέγ­ματα των ζώων. Το συνολικό αποτέλεσμα κατατείνει προς μία εντύπωση εξαΰλωσης του λίθου, κάτω από έναν πυκνό τάπητα ποικίλων διακοσμητικών στοιχείων.

Τεχνικές επεξεργασίας

Στα γλυπτά του εργαστηρίου της Σαμαρίνας απαντούν σχεδόν όλες οι γνωστές κατά το 12ο αιώνα τεχνικές επε­ξεργασίας του μαρμάρου. Κυρίαρχη είναι η λεγόμενη διπλεπίπεδη τεχνική, συνδυασμός χαμηλού και έξεργου ανάγλυφου. Το χαμηλό ανάγλυφο αποδίδεται εξαιρετι­κά πυκνό, με κρυσταλλική γλυφή και χρήση τρυπάνου για τον τονισμό λεπτομερειών. Το έξεργο ανάγλυφο εγ­γίζει σε αυτά τα γλυπτά το όριο της εξέλιξης του, απο­τολμώντας λύσεις που πλησιάζουν προς το ολόγλυφο, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στις ουρές των θηρίων ή στους κιονίσκους των κιβωρίων. Το ίδιο εξελιγμένη παρουσιάζεται η χρήση του διάτρητου ανάγλυφου, και δεν είναι τυχαίο ότι δεν διασώθηκε κανένα από τα διά­τρητα κομβία των γλυπτών. Το επιπεδόγλυφο έχει πιο περιορισμένη χρήση στους σταυρούς των κιβωρίων. Η τεχνική της ενθετικής με κηρομαστίχη αξιοποιείται κυ­ρίως στα πλαίσια των προσκυνηταρίων, με πυκνά, μι­κρής κλίμακας σχέδια. Η συνδυασμένη χρήση όλων αυ­τών των τεχνικών έχει ιδιαίτερα διακοσμητικό αποτέλε­σμα και δείχνει μια έντονη διάθεση για ποικιλία.
Οι τεχνίτες του εργαστηρίου χειρίζονταν με μεγάλη ευ­χέρεια τις παραπάνω τεχνικές και αυτό δεν μπορεί ασφαλώς να αποδοθεί σε απλή μαστορική επιδεξιότη­τα. Είναι προφανές ότι θα είχαν γνώσεις γεωμετρίας, τις οποίες εφάρμοζαν για να σχεδιάζουν και να υλο­ποιούν με ακρίβεια πολύπλοκες συνθέσεις, όπως τα σύν­θετα πλέγματα που θυμίζουν αραβουργήματα.

Ενδείξεις εξέλιξης

Τα γλυπτά του ναού της Σαμαρίνας έχουν χρονολογη­θεί γύρω στο 1200, με βάση κριτήρια τεχνοτροπικά και σε συμφωνία με τη χρονολόγηση της αρχιτεκτονι­κής και του ζωγραφικού διακόσμου του μνημείου. Με αυτό το δεδομένο και τα τεχνοτροπικά κριτήρια, εντάσ­σονται στην ίδια χρονική περίοδο τα υπόλοιπα γλυπτά του εργαστηρίου και, κατά συνέπεια, η όλη δράση του.
Για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τέχνης του εργαστηρίου θα είχε ενδιαφέρον η ανίχνευση της χρο­νολογικής σειράς με την οποία εκτελέστηκαν τα σωζό­μενα γλυπτά. Τα δύο ζεύγη των προσκυνηταρίων, που είναι σχεδόν πανομοιότυπα, δεν προσφέρονται για σχε­τικές παρατηρήσεις. Αντιθέτως, τα τέσσερα επιστύλια παρουσιάζουν κάποιες μικρές διαφορές, οι οποίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν μόνον από την αναγκαία κα­τά περίπτωση προσαρμογή του διακόσμου στη διαθέσι­μη επιφάνεια του λίθου. Αυτές οι διαφορές επιτρέπουν μια απόπειρα χρονολογικής κατάταξης των τεσσάρων επιστυλίων, μέσα από την οποία διαφαίνονται ίσως και πιθανά στάδια εξέλιξης.
Ως πρωιμότερο χρονολογικά μπορεί να θεωρηθεί το επιστύλιο του Καστανοχωρίου, λόγω της διαίρεσης της επιφάνειας με κάθετα σχοινία σε διάχωρα, η οποία μαρ­τυρεί κάποια προσκόλληση στον τρόπο οργάνωσης του διακόσμου στο επιστύλιο του τέμπλου στο ναό του Σω­τήρα στη Χριστιανού της Μεσσηνίας. Επιπλέον, όπως επισήμανε ο καθηγητής Χαράλαμπος Μπούρας, το σύ­μπλεγμα των ζώων δεν είναι υπερβολικά έξεργο, όπως τα αντίστοιχα στα άλλα επιστύλια, γι' αυτό και διασώθη­κε σχεδόν ακέραιο. Ενδεχομένως, αυτό το στοιχείο υπο­δηλώνει μια συγκρατημένη ακόμη στάση στην επεξερ­γασία του μαρμάρου, που εγκαταλείπεται στη συνέ­χεια, καθώς το εργαστήριο προχωρεί σε τολμηρότερες λύσεις. Με τα γλυπτά της Σαμαρίνας το εργαστήριο φαίνεται πως έχει κατακτήσει την τεχνική αρτιότητα και το καλλιτεχνικό ιδίωμα του, αναλαμβάνοντας το διάκοσμο ενός μνημείου υψηλών προθέσεων, όπως είναι το καθολικό του μεσσηνιακού μοναστηριού. Το ίδιο πιθανώς υποδει­κνύει και το άγνωστης αρχικής προέλευσης σύνολο του Μυστρά. Η σύγκριση κυρίως ανάμεσα στα δύο ζεύγη των προσκυνηταρίων δείχνει πως το τέμπλο του Μυστρά χρονικά δεν πρέπει να απέχει πολύ από τη Σαμαρίνα.
Ως τελευταίο στη χρονολογική κατάταξη θα μπορούσε να θεωρηθεί το γλυπτό από τη Νόμια, όπου εγκαταλεί­πεται η εναλλαγή έξεργου και χαμηλού ανάγλυφου και τα παρατιθέμενα θέματα σχηματίζουν ένα συνεχή δια­κοσμητικό τάπητα. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει στο μικρό μέγεθος του επιστυλίου και σε μια προσπά­θεια να προσαρμοστούν στην όψη του όσο το δυνατόν περισσότερα θέματα, αλλά δεν αποκλείεται να απηχεί μια βαθμίδα εξέλιξης στην τέχνη του εργαστηρίου. Ένα επιπλέον στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί επίσης το έντονα έξεργο ανάγλυφο στο σύμπλεγμα των ζώων που εδώ, περισσότερο ίσως από τα άλλα παρα­δείγματα, τείνει προς το ολόγλυφο.



Γεωγραφική διάδοση και συγγενή έργα

Σύμφωνα με τα γνωστά σήμερα έργα, η δράση του ερ­γαστηρίου εκτείνεται στο χώρο της νότιας Πελοποννήσου. Την οριοθέτηση αυτή δείχνει να επιβεβαιώνει η διαφαινόμενη σχέση του με ορισμένα έργα γλυπτικής από την ίδια περιοχή.
Καταρχήν, η Λασκαρίνα Μπούρα είχε επισημάνει ότι η γενική διάταξη και τα περισσότερα θέματα του κεντρι­κού επιστυλίου της Σαμαρίνας βασίστηκαν στο αντί­στοιχο επιστύλιο από τη Χριστιανού της Μεσσηνίας, ένα έργο υψηλής τέχνης, το οποίο φαίνεται πως άσκησε σημαντική επιρροή στη γλυπτική της ευρύτερης περιο­χής. Η άποψη αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο με βάση το επιστύλιο του Καστανοχωρίου όπου, καθώς σημειώθηκε, η παράθεση των διακοσμητικών θεμάτων σε διάχωρα παραπέμπει σαφώς στο επιστύλιο της Χρι­στιανού (Ναός του Σωτήρος, Χριστιάνοι Τριφυλία).
Στενή σχέση παρουσιάζει το εργαστήριο με ορισμένα γλυπτά από το Ανδρομονάστηρο της Μεσσηνίας και τον Μυστρά. Στο Ανδρομονάστηρο, σε τμήματα επιστυλίων που έχουν εντοιχιστεί στα μεταγενέστερα κτι­στά τέμπλα του καθολικού (Εικ.9) και του παρεκκλη­σίου της Αγίας Αικατερίνης χρησιμοποιούνται διακο­σμητικά θέματα που απαντούν στην ομάδα της Σαμα­ρίνας και μάλιστα την πλησιάζουν αρκετά ως προς την απόδοση. Αναφέρονται ενδεικτικά τα ανακαμπτόμενα φύλλα, οι πλεκτοί σταυροί, τα φυλλοφόρα κάθετα στε­λέχη, καθώς και ο έξεργος αστράγαλος που περιθέει τις κάτω ακμές ορισμένων αποτμημάτων. Τα ίδια θέματα, με όμοια χαρακτηριστικά, βρίσκονται και σε τμήμα­ τα επιστυλίων που έχουν επαναχρησιμοποιηθεί στο τέ­μπλο του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά. Είναι πολύ πιθανό τα τελευταία να είναι δημιουργίες του ίδιου συνεργείου που εργάστηκε για το Ανδρομονάστηρο, με τα γλυπτά του οποίου συναποτελούν μία ξεχωριστή, ανα­γνωρίσιμη ομάδα στη γλυπτική του 12ου αιώνα στην Πελοπόννησο.
Πολύ περισσότερα είναι τα κοινά στοιχεία που συνδέ­ουν το εργαστήριο της Σαμαρίνας με μια ενότητα γλυ­πτών από την τρίτη φάση της βασιλικής στο Τηγάνι της Μάνης. Πρόκειται για μια σειρά από θραύσματα πλαι­σίων προσκυνηταρίων, στα οποία η θεματολογία, η διάταξη αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, και η απόδοση των θεμάτων είναι σχεδόν όμοιες με των προσκυνητα­ρίων της Σαμαρίνας και του Μυστρά. Πέρα από κάποι­ες παραλλαγές στη θέση ορισμένων θεμάτων, η βασική διαφορά έγκειται κυρίως στην επεξεργασία του ανά­γλυφου, καθώς οι τεχνίτες που εργάστηκαν για το Τη­γάνι δεν προχώρησαν στο έντονα έξεργο και στο διάτρητο ανάγλυφο. Τα κοινά στοιχεία επιτρέπουν πάντως να θεωρηθούν τα προσκυνητάρια από το Τηγάνι ως το αμέσως προηγούμενο στάδιο των αντίστοιχων γλυ­πτών της Σαμαρίνας.

Συμπεράσματα

Το εργαστήριο της Σαμαρίνας ανέπτυξε ένα ξεχωριστό, αναγνωρίσιμο καλλιτεχνικό ιδίωμα στα πλαίσια της ελ­λαδικής γλυπτικής του 12ου αιώνα. Το ιδίωμα αυτό βα­σίζεται στην υψηλή ποιότητα της γλυπτικής εργασίας, στην ομοιογένεια και τα επιμέρους κοινά χαρακτηρι­στικά του διακόσμου, καθώς και στη σταθερή εφαρμο­γή ορισμένων «αρχών» στη σύνθεση. Ως αδυναμίες του μπορούν να αναφερθούν η επανάληψη των ίδιων θεμά­των και συνθέσεων, που εγγίζει ίσως την τυποποίηση, και η ακραία διακοσμητικότητα που συχνά αποδυνα­μώνει την αυτόνομη παρουσία των θεμάτων.
Τα σωζόμενα σήμερα έργα δείχνουν πως το εργαστήριο υπήρξε ένα δημιούργημα τοπικό, της νότιας Πελοπον­νήσου. Τα διακοσμητικά θέματα που χρησιμοποιεί ήταν διαδεδομένα στην περιοχή πριν από τη δική του εμφάνιση. Το ίδιο δεν εισήγαγε νέα θέματα ή νέες τεχνι­κές στη γλυπτική της εποχής και της περιοχής του, αλλά αξιοποίησε στο έπακρο τα ήδη υπάρχοντα. Ορισμένα δε από αυτά τα οδήγησε στην πιο προχωρημένη βαθ­μίδα της εξέλιξης τους.
Το γεγονός ότι η τέχνη του κα­τέκτησε τόσο υψηλή ποιότητα, οφείλεται ασφαλώς, σε μεγάλο βαθμό, στους ταλαντούχους τεχνίτες του. Οπωσδήποτε οι γνώσεις για το ζήτημα θα εμπλουτιστούν όταν υπάρξουν συστηματικές δημοσιεύσεις για τα γλυπτά της Σαμαρίνας και του Μυστρά. Επίσης, η έρευνα ίσως αποκαλύψει και νέα, λανθάνοντα γλυπτά του εργαστηρίου. Μέχρι τότε, το παρόν κείμενο δεν μπορεί παρά να έχει το χαρακτήρα μιας εισαγωγής στην αποτίμηση της παρουσίας του στην ελλαδική γλυ­πτική του 12ου αιώνα.

Γιώργος ΠΑΛΛΗΣ: "Νεότερα για το εργαστήριο γλυπτικής της Σαμαρίνας (τέλη 12ου-αρχές 13ου αι.)"



Printfriendly