.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Περί των Μεσσηνιακών Πολέμων


Οι Μεσσηνιακοί πόλεμοι
Στοιχεία για τους Μεσσηνιακούς πολέμους αντλούμς σχεδόν αποκλειστικά από τα "Μεσσηνιακά" του Περιηγητή Παυσανία.  Ξεκαθαρίζομε ό,τι το έργο του Παυσανία μπορεί να θεωρηθεί σήμερα ως σχετικά στέρεα ιστορική γνώση για το παρελθόν της Μεσσηνίας και ιδίως για τους μεσσηνιακούς πολέμους: 
Στη νότια Πελοπόννησο υπήρχαν στο τέλος της -2 χιλιετηρίδας δυο μεγάλα προδωρικά κράτη, των Ατρειδών στα ανατολικά και των Νηλειδών στα δυτικά. Από τους Ατρείδες ο Μενέλαος κατείχε την εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα και του Έλους και ο Αγαμέμνονας τη χερσόνησο του Πάρνωνα και «εφτά πόλεις» στα δυτικά του Ταυγέτου, όλες «εγγύς αλός» και όλες γειτονικές «Πύλου ημαθόεντος». 
Η δυτική Μεσσηνία, μαζί με την Τριφυλία (μέχρι του Αλφειού) ανήκε στους Νηλείδες και ήταν το δεύτερο σε έκταση και πληθυσμό κράτος της μυκηναϊκής Ελλάδας γενικά.
Στη Μεσσηνία, ανάμεσα στην επικράτεια των Νηλειδών και στην προς ανατολάς (των Ατρειδών) βρίσκονταν η περιοχή του Παμίσου, της Θουρίας και των Φαρών, η οποία φαίνεται πως γι' αυτό χαραχτηρίζονταν ως Μέσ(σ)η ή Μεσσήνη. Τη χώρα αυτή (όχι και την Πύλο) κατέλαβαν οι Δωριείς εισβολείς που κατά την παράδοση είχαν αρχηγό τον Κρεσφόντη∙ η άλλη ομάδα των εισβολέων, με τους γιους του Αριστόδημου, εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Σπάρτης, στα βόρεια της πεδιάδας του Ευρώτα, ενώ η περιοχή των Αμυκλών και του Έλους είχαν αρχικά μείνει και εκεί στους Αχαιούς. Η επέκταση των Δωριέων της Σπάρτης άρχισε κατά τον Παυσανία, όχι προς την κατεύθυνση των Αμυκλών και του Έλους, αλλά προς την Κυνουρία (3,2,2), την αρκαδική Αίγυν (2,5) και την Αργολίδα (2,3,). Μόνον επί Τηλέκλου, περί τα μέσα του 8ου αι., πήραν από τους Αχαιούς τις Αμύκλες και τη Φάρι και ανατολικώτερα τάς Γεράνθρας (3,2,6), και ακόμα αργότερα, μέσα στον 8. αι. (επί του γιου του δολοφονηθέντος Τηλέκλου, 2,7) την περιοχή του Έλους.
Ηδη όμως είχε αρχίσει ο πρώτος μεσσηνιακός πόλεμος -μετά το θάνατο του Τηλέκλου στο ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος (3,2,6 και διεξοδικά 4,4, 2 κπ.). Οι Σπαρτιάτες είχαν πεισθεί πως μόνο με το ξερρίζωμα του αδελφού φύλου από την εύφορη Μεσσήνη (που διά δόλου του Κρεσφόντη την είχε εκείνο ιδιοποιηθεί) θα μπορούσαν να ευημερήσουν. Κι άρχισε ο εικοσαετής ή «πρώτος» μεσσηνιακός πόλεμος που ο Παυσανίας (Μεσσηνιακά 5,10 και 13,7) με ξεχωριστή επιμέλεια και σιγουριά τον χρονολογεί στις ολυμπιάδες 9,2- 14,1, δηλ. -743/ -724. Είναι ένας από τους πολλούς πολέμους που έκαμαν τα δωρικά φύλα για την επέκτασή τους και μολονότι ανήκει στη μακρινή εκείνη εποχή οπότε δημιουργούνταν η Ιλιάδα, (A. Lesky, Gesch. d. gr. Lit. 1958, 45 και F. Kiechle, Mess. Studien, 1959, 64), συνέπεσε να δεχτεί μια αχτίδα από το φώς της ιστορίας και να ξεφύγει τη λήθη. Γενικά στις παραδόσεις για την εξάπλωση των Δωριέων, οι οποίες βρίσκουν απήχηση στην αφήγηση του Παυσανία φαίνονται πόλεμοι πεισματώδεις και ασφαλώς η θεωρία για μια ειρηνική διείσδυση των Δωριέων, τουλάχιστο στις περιοχές της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η παραπάνω χρονολογία του Παυσανία για τον παλιότερο μεσσηνιακό πόλεμο (στο τρίτο τέταρτο του 8ου αι.) πρέπει να θεωρηθεί ασφαλής[1]: και πρώτα είναι γνωστό πως Μεσσήνιοι φυγάδες έλαβαν μέρος μαζί με Χαλκιδείς στον αποικισμό του Ρηγίου, στο νοτιώτατο άκρο της Ιταλικής χερσονήσου, ο οποίος κατ’ άλλες πηγές έγινε στην αρχή και κατ' άλλες στο τέλος του πρώτου μεσσηνιακού πολέμου[2]. Αν το Ρήγιο ιδρύθηκε στα -720 περίπου (F. Kiechle, Mess. Studien 1959, σελ. 10 και 13), δεν είναι ανάγκη ν' αναζητήσουμε χρονολογία του πρώτου μεσσηνιακού πολέμου διαφορετική από του Παυσανία (ο F. Kiechle, ό.π., σελ.22 τον χρονολογεί στην εικοσαετία -746/5 / -726, δηλ. δυο χρόνια πριν από τον Παυσανία). Οι ευγενείς Δωριείς Μεσσήνιοι που ήταν οι κυριώτεροι γαιοκτήμονες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την εύφορη πεδιάδα του άνω Παμίσου, ενώ η μάζα των μικρών καλλιεργητών που εξ ίσου με τους ευγενείς είχε επωμισθεί το βάρος του πολέμου ξέπεσε στην τάξη των ειλώτων και υποχρεώθηκε να παραδίνει τη μισή συγκομιδή στους Σπαρτιάτες, τους νέους κύριους της μεσσηνιακής γης[3]. Η δυτική Μεσσηνία, με τις ακτές της Πύλου, που ανήκε ακόμα στον προδωρικό πληθυσμό της χώρας, κατά τη διάρκεια του πρώτου μεσσηνιακού πολέμου δεν είχε έρθει σε ρήξη με τους Σπαρτιάτες, καθώς και οι κάτοικοι των νότιων ακτών της Μεσσηνίας, και μπόρεσαν να παραμείνουν στα κτήματά τους.


Η άγρια εκμετάλλευση του μόχθου του σκλαβωμένου πληθυσμού και η ωμή βία προς όλους τους είλωτες, ιδίως τους Μεσσήνιους, πρέπει να υποθέσουμε πως προκαλούσαν διαρκείς εξεγέρσεις, από τις οποίες μια μεγάλη χαραχτηρίστηκε ως δεύτερος μεσσηνιακός πόλεμος. Οι Αρκάδες, καθώς και οι Αχαιοί των δυτικών παραλίων της Μεσσηνίας (Πύλου- Μεθώνης) συμμάχησαν με τους επαναστάτες, και ο πόλεμος απέβη μακροχρόνιος. Κατά τη διάρκειά του έζησε στη Σπάρτη ο Τυρταίος από την πολεμική ελεγεία του οποίου έχομε και τη σύντομη, αλλά και αυθεντική πληροφορία και για τον πρώτο μεσσηνιακό πόλεμο: τον είχαν κερδήσει οι «πατέρες των πατέρων» τους πολεμώντας επί 20 χρόνια νωλεμέως αιεί, ταλασίφρονα θυμόν έχοντες
Εφ' όσον τον δεύτερο πόλεμο τον έκαμαν οι εγγονοί των παλιών, ο Παυσανίας νομίζει πώς βρίσκεται σε αρμονία με τους στίχους του Τυρταίου χρονολογώντας την αρχή του «δεύτερου» πολέμου 39 χρόνια αργότερα, στο 4ο έτος της 23ης Ολυμπιάδας (-685), ενώ το τέλος του στο 1ο έτος της 28ης. Ολυμπιάδας (-668, Μεσσ. 15,4 και 23,4). Η παραδιδόμενη χρονολογία της ακμής του Τυρταίου στην 35η ολυμπιάδα (-640) κατεβάζει και την ακμή του πολέμου στη χρονολογία αυτή, ενώ οι νεώτεροι που χρονολογούν τις ελεγείες Τυρταίου στο τέλος του 7ου αι. κατεβάζουν ακόμα περισσότερο και τη χρονολογία του β μεσσηνιακού πολέμου (μέχρι του -600). Εκείνο όμως που παραμένει πρόβλημα δύσλυτο είναι η δράση του ήρωα των Μεσσηνίων Αριστομένη. Όχι μόνο στην εποχή του Παυσανία, αλλά και στον -3 αι., όταν έγραφαν ο Μύρων και ο Ριανός, η μορφή του Αριστομένη είχε γίνει θρύλος και είχε χάσει κάθε δεσμό με την ιστορική πραγματικότητα. Ο πατριωτισμός των Μεσσηνίων, οι οποίοι μετά τα Λεύκτρα είχαν ξαναβρεί την αυτονομία και την ανεξαρτησία τους ύψωσε σε σύμβολα της εθνικής τους ζωτικότητας τους ήρωες των απελευθερωτικών τους αγώνων.
Ο Παυσανίας «νομίζει» (Μεσσ. 6,5) πώς η δράση του Αριστομένη πρέπει να ενταχθεί στο Β Μεσσηνιακό πόλεμο. Ο Μύρων τον παρουσίαζε ως ήρωα του Α πολέμου και έλεγε πώς είχε σκοτώσει το βασιλιά των Λακεδαιμονίων Θεόπομπο, ο οποίος είναι γνωστό από τους στίχους του Τυρταίου πώς είχε δώσει το νικηφόρο για τους Σπαρτιάτες τέλος στον Α Μεσσηνιακό πόλεμο (Μεσσ. 6,4- 5). Στο έπος του Ριανού, στο οποίο ο Αριστομένης ήταν η κεντρική μορφή και το οποίο φαίνεται πώς γράφτηκε χάριν του Αριστομένη, είναι γνωστό μόνο πώς ο ήρωας εμφανιζόταν ως σύγχρονος του βασιλιά της Σπάρτης Λεωτυχίδα. Ο Παυσανίας, ο οποίος θεωρεί τον Αριστομένη ως ήρωα του από τον ίδιο χρονολογούμενου στην αρχή του -7 αι. «δεύτερου» μεσσηνιακού πολέμου ξέρει το Λεωτυχίδα ως το νικητή της Μυκάλης μαζί με τον Αθηναίο Ξάνθιππο στα -479, ρητά λέει ότι δεν συμφωνεί με τον Ριανό ως προς την χρονολογία του Αριστομένη, τον οποίο θεωρεί σύγχρονο των βασιλέων Ανάξανδρου και Αναξίδαμου (οι οποίοι ανήκουν στον 7ο αι., Μεσσ. 15,2 - 3).
Ο Karl J. Beloch είχε αφιερώσει στην ιστορία του ιδιαίτερο κεφάλαιο για τους μεσσηνιακούς πολέμους και είχε επίμονα υποστηρίξει πως η δράση του Αριστομένη πρέπει να τοποθετηθεί στο τέλος του 7ου αι. και μεγάλη μεσσηνιακή εξέργεση που χαραχτηρίζεται ως δεύτερος μεσσηνιακός πόλεμος λίγο πριν από τα 600. Ο Αριστομένης ήταν σύγχρονος του Σόλωνα (Gr. Gesch, 1926 1, 2, σελ. 268)[4]. Σήμερα, μολονότι ο λεγόμενος Β μεσσηνιακός πόλεμος θεωρείται γεγονός μάλλον του τέλους του 7ου αι. πιστεύεται πως υπάρχει και μια άλλη, μακρά σειρά εχθροπραξιών μεταξύ Μεσσηνίων και Λακεδαιμονίων εκατό χρόνια αργότερα (περί τα -500), η οποία, επειδή δεν ήταν εξέγερση καθολική, πέρασε σα μια από τις συνηθισμένες κατά της σπαρτιατικής τυραννίας ανταρσία θερμόαιμων πατριωτών, οι οποίοι στο τέλος αναγκάστηκαν να υποκύψουν και να εκπατριστούν. Στην περίοδο αυτή είναι ενδεχόμενο να έδρασε ο Αριστομένης και ως οργανωτής τακτικού στρατού των επαναστατημένων Μεσσηνίων, αλλά περισσότερο ως αρχηγός ατάκτων, οι οποίοι επί πολλά χρόνια ενόχλησαν και κάποτε έφεραν σε δύσκολη θέση τη Σπάρτη, προτού πολιορκηθούν από τους Σπαρτιάτες στην Ειρα. Γύρω στα -490 ο πόλεμος αυτός βρίσκονταν στην τελευταία, την πιο κρίσιμη φάση του, και γι' αυτό ίσως οι Σπαρτιάτες δεν μπόρεσαν να στείλουν εγκαίρως βοήθεια στους Αθηναίους κατά τη μάχη του Μαραθώνα[5]. Υποθέτουν πως ο Ριανός, αναφέροντας επί Αριστομένη ως βασιλιά της Σπάρτης το Λεωτυχίδα (-491/ -469), είχε βάλει μέσα σε σωστά χρονολογικά πλαίσια το μεγάλο Μεσσήνιο ήρωα, αλλά η προσπάθεια του Παυσανία να εμφανίσει τον Αριστομένη ως την ψυχή του Β μεσσηνιακού πολέμου έφερε τη σύγχυση και οδήγησε και τον ίδιο τον Παυσανία στο λάθος να θεωρήσει τον τύραννο του Ρηγίου Αναξίλα ως μορφή του 7ο αι., ενώ είναι γνωστό πώς ο Αναξίλας έζησε στην αρχή του 5ο αι. και είναι αυτός που δέχτηκε ίσως τους εκπατρισμένους συμπολεμιστές του Αριστομένη στα -490/89 και τους εγκατάστησε στη Ζάγκλη- Μεσσήνη (Μεσσηνιακά, 23,6 κπ.).
Παρόμοια έκταση είχε η εξέγερση των Μεσσηνίων μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του -464 (στην 79η ολυμπιάδα κατά τον Παυσανία, Μεσσ. 23,5 κπ.), οπότε οι Σπαρτιάτες που πολιορκούσαν τους στασιαστές στην Ιθώμη αποποιήθηκαν τη βοήθεια του Κίμωνα. Στους καινούργιους Μεσσήνιους φυγάδες, μετά την πτώση της Ιθώμης στα -460/59, οι Αθηναίοι παραχώρησαν τη Ναύπακτο (Παυσ. 425,1 κπ.), όπου εγκαταστάθηκαν αργότερα και όσοι Μεσσήνιοι είχαν ευνοήσει τους Αθηναίους κατά τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας, στα -425.
Έτσι, αν κανείς ήθελε, παραμένοντας μέσα σε αυστηρά ιστορικά πλαίσια, να δώσει σε γενικές γραμμές μια εικόνα των περιπετειών και των εξεγέρσεων των Μεσσηνίων ως τον -5 αιώνα, θα μπορούσε να ξεχωρίσει τέσσερες μεγαλύτερους πολέμους[6] και περισσότερες μικρότερες εξεγέρσεις των ηττημένων και επιθέσεις με ομάδες ατάκτων. Ο πρώτος από τους μεγαλύτερους πολέμους είναι του όγδοου αιώνα (χρονολογούμενος από τον Παυσανία στα -743 -724), ο δεύτερος θα μπορούσε να χρονολογηθεί λίγο πριν από τα -600, ο τρίτος (ο θρυλικός ανταρτοπόλεμος του Αριστομένη) στα -500/ -490 ως απόληξη αποτυχημένου τακτικού πολέμου και ο τέταρτος στα -464 έως -460 (της Ιθώμης) που κατέληξε στην αποχώρηση των Μεσσηνίων και την εγκατάστασή τους στη Ναύπακτο. Τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου τους ξεσπίτωσαν και από εκεί στα -399 οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι είχαν νικήσει τους Αθηναίους στον πελοποννησιακό πόλεμο. Έτσι μετά μακρά αλυσίδα περιπετειών μπόρεσε τρείς μόνο δεκαετίες αργότερα, με την ίδρυση της Μεσσήνης στους πρόποδες της Ιθώμης από τον Eπαμεινώνδα (369), να ξαναβρεί την ανεξαρτησία του ο ατίθασος και πολυπαθής λαός της Μεσσηνίας.


Μυθιστορηματική εικόνα ή «ψευδοϊστορία» των μεσσηνιακών πολέμων
Ο Παυσανίας για να δώσει όσο γίνεται πληρέστερη εικόνα των μεσσηνιακών πολέμων ήταν φυσικό ν’ αρχίσει με κριτική των πηγών του, δηλ. των έργων του Μύρωνα και του Ριανού (Μεσσ. 6,1 κπ.). Κοινό γνώρισμα των δυο αυτών συγγραφέων είναι πως, γράφοντας στον -3ο αι., αντιπαθούν τη Σπάρτη που καταπίεσε βάναυσα επί αιώνες ένα φιλελεύθερο λαό, και την αντιπάθεια αυτή τη συμμερίζεται απόλυτα και ο Παυσανίας εξιστορώντας τα γεγονότα με έκδηλη προκατάληψη υπέρ των Μεσσηνίων[7]. Σωστά υποτιμάει το έργο του Μύρωνα, το οποίο ως απλό ρητορικό δοκίμιο παραποίησε την αλήθεια με αναχρονισμούς και ανακρίβειες. Ο Ριανός όμως, ως δούλος ο ίδιος στη νεότητά του, καταλάβαινε από κάθε άλλον περισσότερο τον καημό του Αριστομένη, ώστε να είναι σε θέση να τον παρουσιάσει ουδέν αφανέστερον εν τοίς αυτού έπεσιν ή Ομηρος Αχιλλέα εν Ιλιάδι (Μεσσ. 6.3). Ως οψιμαθής ήξερε να εκτιμήσει την αληθινή μόρφωση, και ως δόκιμος γραμματικός και σχολιαστής του Ομήρου ήταν συνηθισμένος στην έρευνα και στην ακρίβεια[8]. 
Στα Μεσσηνιακά του Παυσανία οι ετερόκλητες αυτές πηγές του προδίδονται και οι δυό: στο έπος του Ριανού χρωστάει την ηρωική μορφή του Αριστομένη με τα εκπληκτικά έργα τόλμης πατριωτισμού και αυτοθυσίας[9]. Στο έργο του Μύρωνα τις φλύαρες περιγραφές του πρώτου πολέμου που τόσο εμφανή διατηρούν τα γνωρίσματα ρητορικού γυμνάσματος: οι λόγοι που απευθύνουν προς τους πολεμιστές οι αρχηγοί τους είναι κοινές σκέψεις, υποβαλλόμενες από την περίσταση και τη στοιχειώδη ορθοκρισία, χωρίς να προϋποθέτουν ανταπόκριση προς την ιστορική πραγματικότητα[10]. Για να δώσει έκταση στην έξιστόρηση των μεσσηνιακών πολέμων καταπιάνεται με λεπτομερείς περιγραφές των μαχών καμαρώνοντας για τις γνώσεις του στα στρατιωτικά (πβλ. ιδίως το 25. κεφ.). Οι περιγραφές είναι τελείως φανταστικές∙ αφελής μόνο αναγνώστης θ' αναγνώριζε ιστορική αξία σε αφηγήσεις που φτάνουν ως τις πιο παιδαριώδεις λεπτομέρειες για γεγονότα του -8. αι., για τα οποία καμιά αξιόπιστη μαρτυρία, εκτός ίσως από 15 στίχους του Τυρταίου, δεν υπήρχε σ’ ολόκληρη την αρχαιότητα[11]. Ο Παυσανίας μέμφεται τις πηγές του για αναχρονισμούς και σύγχυση προκειμένου για πολύ ουσιώδη περιστατικά του πολέμου και για «ψευδή και ου πιθανά» γεγονότα (6,4). Παρά ταύτα ασχολείται διεξοδικά με τους μεσσηνιακούς πολέμους με την πρόθεση ασφαλώς να κάνει το έργο του κείμενο κλασσικό γι’ αυτούς. Με τις περιορισμένες ικανότητές του πέτυχε απλώς να εκμηδενίσει την ιστορική αξία των ολίγων πληροφοριών που είχαν διασωθεί από την παράδοση και να εμφανίσει αναμφισβήτητα γεγονότα ως απίθανα. Έτσι περιγράφοντας τον τελευταίο απεγνωσμένο αγώνα των Μεσσηνίων της Είρας, λέει (216) πώς και οι γυναίκες προθυμοποιήθηκαν να μετάσχουν στη μάχη χτυπώντας τους εχθρούς με κεραμίδια των στεγών∙ επειδή όμως έβρεχε, το σχέδιό τους αυτό ματαιώθηκε, χωρίς όμως οι γυναίκες να μείνουν αργές: πήραν τα όπλα και πολέμησαν τρείς μέρες και τρεις νύχτες στο πλευρό των ανδρών παρά τη ραγδαιότατη βροχή. Οι αβρές όμως αυτές γυναίκες που εμποδίστηκαν από τη βροχή να χτυπούν τους έχθρούς με κεραμίδια δεν μπορούμε να πιστέψουμε πώς υπήρξαν ικανές για μια κατά μέτωπο αναμέτρηση σε σκληρές οδομαχίες με τους Σπαρτιάτες κάτω από την ίδια πείσμονα βροχή. Η περίεργη αυτή βροχή, κι αν ακόμα ήταν πραγματικό περιστατικό, στην αφήγηση του Παυσανία κατάντησε ένας θαυματουργός σύμμαχος των Λακεδαιμονίων, για τη δράση του οποίου εγγυάται ο αφηγητής, όχι όμως και η εμπειρία[12].
Όλα τα ελαττώματα αυτά προέκυψαν από τη μεγάλη υπόληψη που έχει ο Παυσανίας προς τον Αριστομένη του Ριανού και από την απόφασή του να συγγράψει το εκτενέστερο βιβλίο για τη Μεσσηνία χρησιμοποιώντας τα ελάχιστα ασφαλή ιστορικά δεδομένα των έργων του Μύρωνα και του Ριανού ή κάποιας μεταγενέστερης διασκευής τους με μόνο εφόδιο τις μετριώτατες λογοτεχνικές του ικανότητες και τη φτωχή του φαντασία. Παρά ταύτα η ευσυνείδητη δουλειά και η προσπάθεια ν’ αποφύγει τις ανακρίβειες παραμένουν και εδώ αρετές αναμφισβήτητες[12]. Αναμφισβήτητο επομένως είναι και το θετικό κέρδος από την αφήγηση του Παυσανία -όπως μπόρεσε να την κάνει. Με το ανιαρό και επιτηδευμένο ύφος του και με τη ρηχότητα της σκέψης τους έδωσε στα Μεσσηνιακά μια εικόνα -τη μοναδική που έφτασε ώς εμάς- ενός λαού που πάλαιψε με τη μοίρα του, έπεσε, αλλά δεν έχασε την ελπίδα και την αγωνιστική διάθεση, ώσπου ξαναστήθηκε όρθός και μπόρεσε να ξαναζήσει ελεύθερος.

Παπαχατζή Ν.: Παυσανία, "Μεσσηνιακά".


Σημειώσεις:
[1]. Ο Ηλείος Ιππίας (στο τέλος του -5 αι.), του οποίου την Ολυμπιονικών αναγραφή ή ένα μεταγενέστερο κατάλογο των ολυμπιονικών στηριζόμενο σ’ αυτή ήξερε ο Παυσανίας τον χρονολούσε στην εικοσαετία -736/ -716, ενώ ο Ευσέβιος (σύγχρονος με την πρώτη οικουμ. σύνοδο της Νίκαιας του +325) βάζει, μαζί με τον Παυσανία, την αρχή του πολέμου στα -744. Ο Ισοκράτης που προσπαθεί στον Αρχίδαμο, γραμμένο στα -366 να παρουσιάσει όσο γίνεται πιό παλιά τη σπαρτιατική κατοχή της Μεσσηνίας, λέει πώς οι σπαρτιάτες κατείχαν από 400 ετών τη Μεσσηνία.
[2]. Πώς έγινε στο τέλος του πολέμου και έλαβαν μέρος στον αποικισμό οι ηττημένοι μεσσήνιοι γαιοκτήμονες, όταν, κατά τους στίχους του Τυρταίου, «κατά πίονα έργα λιπόντες/ φεύγον ιθωμαίων εκ μεγάλων ορέων» είναι η άποψη του Παυσανία. Αντίθετα στο Στράβωνα 6,257 (κατά τον Αντίοχο) υπάρχει η άποψη πώς οι διαλλακτικοί μεσήνιοι που διώχτηκαν μετά το πραξικόπημα του ιερού της Αρτέμιδος λιμνάτιδος έλαβαν από το μαντείο χρησμό να μετάσχουν με τους χαλκιδείς στον αποικισμό του Ρηγίου και ν’ αποφύγουν την επικείμενη σκλαβιά της πατρίδας τους η ίδια άποψη σε σωζόμενο απόσπασμα από συμπίλημα των Πολιτειών του Αριστοτέλη που είχε κάνει ο Ηρακλείδης περί τα -170. Την άποψη πώς ο αποικισμός έγινε στην αρχή του TtoÀéuou GougueptCetœt à J. Bérard, La colonisation grecque de l' Italie méridionale 1957, σελ.105, επειδή στον πόλεμο για το Ληλάντιο πεδίο που έγινε επίσης στις τελευταίες δεκαετίες του 8 αι. οι χαλκιδείς ήταν φίλοι τών σπαρτιατών και είναι φυσικό να συνεργάστηκαν στον αποικισμό με μεσσήνιους που δεν ήταν εχθροί της Σπάρτης, ενώ οι τελευταίοι υπερασπιστές της Ιθώμης ήταν θανάσιμοι εχθροί της.
[3]. Οι σκλαβωμένοι μεσσήνιοι, λέει ένα απόσπασμα του Τυρταίου, «κάτω από ανάγκη θλιβερή, κουβαλούσαν σα γαϊδούρια παραφορτωμένα τη μισή σοδεια στ’ αφεντικά τους».
[4]. Ο Beloch ξεχώριζε δυο Ευρυπωντίδες βασιλιάδες της Σπάρτης με το όνομα Λεωτυχίδας, και πίστευε πώς ο αναφερόμενος από το Pιανό ώς σύγχρονος του Αριστομένη είναι ο αρχαιότερος Λεωτυχίδας (του τέλους του 7 αι.) ο Παυσανίας αντέκρουσε το Pιανό, γιατί δεν ήξερε τον αρχαιότερο Λεωτυχίδα. Επειδή ο Αριστομένης αντιμετώπισε και τους δυό βασιλιάδες, ο Ριανός πρέπει, κατά το Beloch, να μνημόνευε και τον άλλο βασιλιά, ο οποίος όμως δεν θα ήταν ο Κλεομένης (σύγχρονος του νεώτερου Λεωτυχίδα), γιατί πάλι ο Παυσανίας δεν θα συμφωνούσε και θα το ανάφερνε. Φαίνεται λοιπόν πώς ο Ριανός μνημόνευε ώς άλλο βασιλιά τον Ανάξανδρο (σύγχρονο του αρχαιότερου Λεωτυχίδα), τον οποίο αναφέρει και ο Παυσανίας (Μεσσ.15,3). Σχετικά με το χοντρό αναχρονισμό του Παυσανία, ο οποίος λέει πώς οι φυγάδες μεσσήνιοι του β ́ μεσσηνιακού πολέμου έγιναν δεκτοι από τον μεσσηνιακής καταγωγής τύραννο του Ρηγίου Αναξίλα, τέταρτο απόγονο του Αλκιδαμίδα κατά την 29 ολυμπιάδα (-664/ -660, βλ. Μεσσ.23,6 κπ.) ο Beloch υποθέτει πώς πρόκειται για σύγχυση του Παυσανία, ο οποίος έπρεπε να γράψει πώς ο πρόγονος του Αναξίλα Αλκιδαμίδας ήταν μεταξύ των φυγάδων του β ́ μεσσηνιακου πολέμου, οι οποίοι είχαν καταφύγει στο Ρήγιο έτσι μετά τέσσερες γενιές μπορούσε να είναι ηγεμόνας στο Ρήγιο ο Αναξίλας, ο οποίος δέχτηκε ίσως νεώτερους μεσσήνιους φυγάδες (ο Αναξίλας είναι γνωστό πώς ήταν στην ακμή του κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων και πέθανε στα -467). Τέλος με τη χρονολογία της ακμής του Αριστομένη γύρω στα -600 πιστεύει ο Beloch πώς συμβιβάζεται και η -αμφισβητήσιμη πάντως- παράδοση πώς ο Διαγόρας που νίκησε στην Ολυμπία στα -464 ήταν τέταρτος απόγονος του Αριστομένη (μια κόρη του Αριστομένη είχε παντρευτεί το ρόδιο Δαμάγητο, κι αυτής γιός ήταν ο Δωριεύς, του Δωριέα γιος ο νεώτερος Δαμάγητος, και του Δαμάγητου ο Διαγόρας, Cr. Οesch. I 2 1926, 264 - 269).
[5]. Πβλ. Πλάτ. Νόμ.3, 698 E: (λακεδαιμόνιοι) υπό του πρός Μεσσήνην όντος τότε πολέμου ύστεροι αφίκοντο της Μαραθώνι μάχης μια ημέρα. Για την αρχή των εχθροπραξιών αυτών ίσως υπάρχει υπαινιγμός σ’ ένα χωρίο του Ηροδότου (5, 49), όπου ο Αρισταγόρας, περί τα -500, προσπαθεί να πείσει τους σπαρτιάτες να υποστηρίξουν την ιωνική επανάσταση και να κερδήσουν εδάφη πλούσια αφήνοντας τις διαρκείς συγκρούσεις προς τους ισοδύναμούς τους μεσσήνιους, καθώς και τους αργείους και τους αρκάδες (δεν θα ανάφερνε τους μεσσήνιους και μάλιστα πρώτους, αν από του τέλους του β ́ μεσσηνιακού πολέμου πρό εκατονταετίας, έμεναν ήσυχοι φαίνεται πώς πρόσφατα είχαν μ' αυτούς εχθροπραξίες). Ακόμα οι τρίποδες που ανάθεσαν στον άμυκλαίο Απόλλωνα οι λακεδαιμόνιοι ώς δεκάτη του πολέμου κατά τών μεσσηνίων είναι πολύ πιθανό πώς έγιναν από λάφυρα αυτού του πολέμου (βλ. τη σημ.2, σελ.383- 384 του προηγούμενου τόμου). Ακόμα, αν πραγματικά το επίγραμμα του Καλλισθένη (Παυσ.4,22,7) δεν είναι αρχαιότερο του 5. αι. (Kiechle, Mess. Stud.15, κατά τον Wilamowitz), είναι φανερό πώς και ή προδοσία του Αριστοκράτη (η οποία ματαίωσε το τελευταίο σχέδιο του Αριστομένη) έγινε στην περί τα -500 εξέγερση κι όχι στον 7. αι. Τέλος ο γαμβρός του Αριστομένη ήραιεύς Θεόπομπος (4,24,1) είναι ίσως ο αρκάς από την Ηραία, νικητής της 74 και 75, ολυμπιάδας (-484 και -480).
[6]. Τέσσερες μεσσηνιακούς πολέμους ξεχωρίζει ο Στράβων (8,362), ενώ ο Διόδωρος τρείς
[7]Όχι μόνο τα έκτροπα του ιερού της Αρτέμιδος λιμνάτιδος, αλλά πιό πολύ το περιστατικό του Πολυχάρη- Εύαιφνου και το πραξικόπημα της Αμφειας (κεφ.4 και 5) που όλα μαζί προκάλεσαν την έκρηξη του πολέμου ο Παυσανίας τα βλέπει από της σκοπιάς τών μεσσηνίων και όμως ισχυρίζεται πώς παρουσιάζει αμερόληπτα τις διαθέσεις και τις πράξεις των αντιδίκων και πώς αφήνει τον αναγνώστη να δεχτεί τις απόψεις του ενός ή του άλλου, ανάλογα με τις προσωπικές του συμπάθειες (4,3). Το προαιώνιο αμοιβαίο μίσος των λακεδαιμονίων και τών μεσσηνίων που ανάγκασε τη Σπάρτη να παραμείνει και στους ιστορικούς χρόνους στρατόπεδο σε επιφυλακή βρίσκει απήχηση και στον «Αρχίδαμο» του Ισοκράτη, ο οποίος στα -366 είχε υπέρ τών θέσεών του την ανησυχία τών αθηναίων από το προοδευτικό άπλωμα της πολιτικής επιρροής των θηβαίων, είναι όμως λάθος να υποθέσει κανείς πώς στο λόγο αυτό εκφράζονται οι διαθέσεις της πλειονότητας του αθηναϊκού λαού απέναντι των μεσσηνίων και τών λακεδαιμονίων , πρό κειται περί ρητορικού γυμνάσματος, όπου ο Ισοκράτης αναζητεί επιχειρήματα υπέρ της Σπάρτης ενδιαφερόμενης για τη διατήρηση της κυριαρχίας της επί της Μεσσηνίας αναζητεί απλώς παν ό,τι θα μπορούσε να πει ο νεαρός σπαρτιάτης βασιλιάς σε ενδεχόμενη εμφάνισή του ενώπιον του λαού της πατρίδας του (αν αφήσουν τη Μεσσηνία, θα στήσουν εναντίον τους οι ίδιοι οι εχθροί επιβλητικώτερο τρόπαιο του στηθέντος λίγο πριν στα Λεύκτρα οι σύμμαχοι προσφέρουν στους σπαρτιάτες κακή εκδούλευση συμβουλεύοντάς τους να ελευθερώσουν τη Μεσσηνία και να απεμπολήσουν μια δόξα που τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους ή καλώντας τους να πολεμούν για ξένες χώρες όχι όμως και για τη Μεσσηνία που αποτελεί κομμάτι της σπαρτιατικής γης αφού όπως κατέχουν τη Λακωνία «πολέμω κρατήσαντες τους έχοντας», έτσι κατέχουν και τη Μεσσηνία τα 400 χρόνια κατοχής της μεσσηνιακής γης δημιουργούν απαράγραπτα δίκαια επ’ αυτής, γιατί «αν επιγένηται πολύς χρόνος κυρίας και πατρώας τας κτήσεις άπαντες είναι νομίζουσι» αν οι σύμμαχοι μπορούσαν ν’ αποκαταστήσουν στη Μεσσηνία τους «ώς αληθώς μεσσηνίους», θα άδικούσαν λιγώτερο τους σπαρτιάτες στην πραγματικότητα θέλουν να δώσουν τη Μεσσηνία σε είλωτες και οι σπαρτιάτες δεν μπορούν να ανεχθούν δούλους κυρίους ενός ευφόρου τμήματος της γης τους).
[8]. Ο Ριανός δέχονταν διάρκεια του περί την Ειρα πολέμου έντεκα ετών, πράγμα που το επιδοκιμάζει ο Παυσανίας, αν και η κοινότερη άποψη ήταν πώς ο πόλεμος είχε παραταθεί πάνω από είκοσι χρόνια. Η έννοια τών δυο στίχων του ποιητή αυτού που διέσωσε ο Παυσανίας (Μεσσ. 17, 11) κακώς χαραχτηρίζεται αινιγματική -ο Ριανός είχε στο νου του τη γνωστή από το Θουκυδίδη διαίρεση των ετών σε «θέρη» και «χειμώνες» και λέει πώς στον περί την Ειρα πόλεμο οι μάχες δεν σταματούσαν κατά τις χειμερινές περιόδους (όπως συνέβαινε με τους περισσότερους μακροχρόνιους πολέμους), αλλά εξακολουθούσαν αδιάκοπα χειμώνα και καλοκαίρι επί 22 συνολικά περιόδους, δηλ. επί 11 χρόνια, όπως σωστά κατάλαβε ο Παυσανίας. Η μεσσηνιακή παράδοση πρέπει να έκανε λόγο για υπερεικοσαετή άμυνα τών μεσσηνίων στην Ειρα, ο Ριανός όμως την απέρριπτε και περιόριζε τη διάρκειά της στα μισά χρόνια. Αντίθετα ο Πλούταρχος ακολουθεί την παράδοση, ώς χρησιμώτερη για τις αναπτυσσόμενες απόψεις στη διατριβή του Περί τών υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων, όπου αναφέρει για τη μεσσηνιακή άμυνα «περισσότερα από είκοσι χρόνια» (βλ. παρακάτω τη σημείωση 1 της σελ.77 και σημ.2 της σελ.70).
[9]. Ο διάλογος Αριστομένη- Θέοκλου μέσα στην ένταση της μάχης με το μεγαλόπνοο περιεχόμενο (21,10 κπ.) είναι κομμένος πάνω σε όμηρικά πρότυπα διαλόγων κατά τη μάχη.
[10]. Τυπικά παραδείγματα: κεφ.6,6, μόλις οι λακεδαιμόνιοι κατέλαβαν αιφνιδιαστικά την Αμφεια, οι μεσσήνιοι, έκπληκτοι και θορυβημένοι συνέρχονται σε εκκλησία του δήμου, όπου, όπως είχε καθήκον, ο βασιλιάς Ευφαής τους δίνει θάρρος, να μη νομίζουν πώς ο χαμός της Αμφειας έκρινε τον πόλεμο όλόκληρο να μη φοβούνται την υπολεμική παρασκευή τών λακεδαιμονίων ώς ανώτερη από τη δική τους , ναι μεν ασκούνται περισσότερο εκείνοι στα πολεμικά, αλλά ή ανάγκη θα κάνει τους μεσσήνιους γενναιότερους άντρες θα έχουν και τη συμπάθεια τών θεών, γιατί υπερασπίζονται την πατρίδα τους και γιατί δεν είναι αυτοί που κάνουν αρχή της άδικίας. Έργο του ιστορικού είναι να εξακριβώσει τα πράγματα έργο της επιδεικτικής ρητορείας να τα παραστήσει όσο γίνεται πιο εύλογα (κατά την έκφραση του Παυσανία «λέγων ά εν τοις παρουσιν εικός ήν» ή «διδάσκων ά εικός ήν»): πρβλ. και 7,9 κπ. , οι αντίπαλοι αρχηγοί ενθαρρύνουν πάλι τους άντρες τους ο βασιλιάς της Σπάρτης Θεόπομπος μιλάει κατά τη συνήθεια τών σπαρτιατών σύντομα («βραχείαν κατά τό επιχώριον την παράκλησιν εποιείτο»): να θυμούνται πώς όρκίστηκαν να μη γυρίσουν παρά νικητές οι πατέρες τους υπόταξαν τους περιοίκους οι ίδιοι άς υποτάξουν χώρα ευδαιμονέστερη. Ο βασιλιάς των μεσσηνίων μίλησε εκτενέστερα «παρά ό σπαρτιάτης», ο αγώνας τών μεσσηνίων δεν είναι μόνο για τη γη και τα κτήματά τους ξέρουν καλά τί τους περιμένει, αν νικηθούν οι γυναίκες και τα παιδιά θα εξανδραποδιστούν όσοι βρίσκονται σε μάχιμη ηλικία θα είναι ευτυχείς, αν πεθάνουν χωρίς βασανιστήρια. Τα ιερά θα συληθούν, οι πόλεις θα καούν. Είναι κέρδος να έχει κανείς ένα ένδοξο θάνατο πριν τον βρούν τέτιες συμφορές παραμένοντας αήττητοι και συναγωνιζόμενοι σε τόλμη τους εχθρούς, είναι εύκολώτερο να ξεπεράσουν το κουράγιο εκείνων, παρά ν’ αφήσουν πρώτα να χαθεί το φρόνημά τους και κατόπιν να προσπαθήσουν να επανορθώσουν τις αποτυχίες. Εξαίρετο δείγμα ρητορικού γυμνάσματος από εκείνα που έδιναν για εξάσκηση στους τροφίμους τους οι σοφιστικές σχολές των ρωμαϊκών χρόνων είναι ο λόγος και αντίλογος μεσσηνίων και λακεδαιμονίων ώς προς τα κίνητρα του πολέμου (κεφ.5, 1 - 5). Ρητορικές ασκήσεις αποτελούν και οι πολλές περιγραφές μαχών βλ. παρακάτω), οι οποίες όμως με τις δραματικές λεπτομέρειές τους κάνουν το έργο συναρπαστικό λαϊκό ανάγνωσμα ή ιστορικό ρομάντσο, όχι ιστορικό δοκίμιο.
[11]. Μια μεγάλη σύγκρουση τών μεσσηνίων και λακεδαιμονίων στον πρώτο μεσσηνιακό πό-εμο ζητεί να την κάνει δραματικη περιγράφοντας την εξέλιξή της (8,1 κπ.): οι ηγεμόνες δωσαν το σύνθημα της μάχης και πρώτοι οι μεσσήνιοι όρμησαν κατά τών λακεδαιμονίων άψητίύντας τη ζωή τους και μάλλον ποθώντας το θάνατο μέσα στην παραφορά τους. Ορμησαν και οι λακεδαιμόνιοι προσέχοντας όμως να διατηρούν την τάξη. Και δίνει αμέσως το Crescendo της μάχης ώς την αποκορύφωση του εκατέρωθεν πείσματος, και έπειτα τη βαθμιαία μείωση της έντασης ώς το σβήσιμό της πρώτη βαθμίδα : μόλις πλησίασαν, άρχισαν να άλληλο απειλ 0 )- τα ί με κατάλληλες κινήσεις τών όπλων και με άγριο κοι τάγματα (1). Δεύτερη βαθμίδα: προχωρούν σε βρισιές οι λακεδαιμόνιοι αποκαλούν κιόλας δούλους τους μεσσήνιους και καθόλου πιό ελεύθερους από τους είλωτες οι μεσσήνιοι λένε τους σπαρτιάτες άν όσιους για την επίθεσή τους κατά συγγενών από καθαρή πλεονεξία, και άσεβείς απέναντι τών πατρώων θεών τών δωριέων, ιδίως απέναντι του Ηρακλή. Τρίτη βαθμίδα: σχεδόν μαζί με τις βρισιές άρχισαν και τα έργα άντρες συσπειρωμένοι συνωθούνταν κατά συσπειρωμένων και μεμονωμένοι κατά μεμονωμένων. Οι λακεδαιμόνιοι υπερείχαν στην τέχνη του πολέμου, αλλά και στο πλήθος, γιατί είχαν επιστρατεύσει και τους περιοίκους εις αντιστάθμισμα οι μεσσήνιοι πολεμούσαν με πείσμα, αψηφώντας τα πάντα. Και αφήνει έπειτα τη φαντασία του να περιγράψει την ακμή της μάχης: πολλοί μεσσήνιοι «προεκπηδώντες της τάξεως τολμήματα λαμπρά απεδείκνυντο» όσοι θανάσιμα τραυματίζονταν διατηρούσαν ώς την τελευταία τους πνοή το έξαλλυ πείσμα τους. Οι απλήγωτοι παρακινούσαν τους τραυματισμένους να δεχτούν το μοιραίο χτυπώντας ώς την τελευταία τους πνοή. και οι ετοιμοθάνατοι τραυματίες παρακινούσαν τους γερους να μη γίνουν κατώτεροί τους κάνοντας μάταιο για την πατρίδα και το δικό τους θάνατο... Ατέλειωτη σειρά ανιαρών περιστατικών που προβάλλονται ώς δήθεν λεπτομέρειες της μεγάλης μάχης, απλώς χρησιμοποιούνται για να παρατείνουν την από κάθε άποψη μετριώτατη εξιστόρησή της: κατά τον πιό απροσδόκητο τρόπο, συνεχίζει ο Παυσ., σκοτώνονταν όσοι επιχειρούσαν να σκυλεύσουν τους νεκρούς, άφηναν κάποιο μέρος του σώματός τους ακάλυπτο και χτυπιώνταν εκεί, γιατί -απασχολημένοι στη σκύλευση- δεν προλάβαιναν να προφυλαχτούν άλλοτε τους σκότωναν οι ίδιοι οι πεσμένοι αντίπαλοι, οι οποίοι ôèy eixar ακόμα ξεψυχήσει E τέλους ή νύχτα, ώς ευπρόσδεχτος από μηχανής θεός, σταματάει τη μάχη. Το άπλωμα σε παιδαριώδεις λεπτομέρειες φαίνεται πώς βαρύνει αποκλειστικά τον Παυσανία κι όχι τις πηγές του: ο Μύρων, αν κρίνουμε από τα δυο αποσπάσματα που παραθέτει (ίσως αυτολεξί) ο Αθήναιος σε συνδυασμό με τη μομφή του Παυσανία για αναχρονισμούς, φαίνεται πώς αρέσκονταν στην υπερβολή για να κάνει μεγαλύτερη εντύπωση ήξερε όμως να προφυλάσσεται από τη φλυαρία και τις αυτονόητες λεπτομέρειες: «τοις δ' είλωσι πάν ύβριστικόν έργον επιτάττουσι πρός πάσαν άγον ατιμίαν κυνήν τε γάρ έκαστον φορείν επάναγκες ώρισαν και διφθέραν περιβεβλήσθαι, πληγάς τε τεταγμένας λαμβάνειν κατ’ ενιαυτόν άδικήματος χωρίς, ίνα μήποτε δουλεύειν απομάθωσι. Πρός δε τούτοις, είτινες υπερακμάζοιεν την οικετικήν επιφάνειαν έπέθηκαν ζημίαν θάνατον» (14,657). Το άλλο απόσπασμα, από το ίδιο κεφάλαιο του Μύρωνα, μοιάζει αντίθετο, γιατί αναφέρεται σε αθρόες απελευθερώσεις δούλων : «πολλάκις ήλευθέρωσαν λακεδαιμόνιοι δούλους, και ούς μεν αφέτας έκάλεσαν, ούς δε άδεσπότους, ούς δε ερυκτήρας, δεσποσιοναύτας δ’ άλλους, ούς εις τους στόλους κατέτασσον άλλους δε νεοδαμώδεις, ετέρους όντας τών ειλώτων» (6,271).
[11]. Μια μοιραία για την Ειρα βραδιά έτυχε πολλώ τον θεόν ύειν, λέει ο Παυσανίας, και οι μεσσήνιοι φρουροί άφησαν τις θέσεις τους, το γάρ ύδωρ έβιάζετο άθρόον εκ του ουρανού καταχεόμενον (207) οι σπαρτιάτες εν σκότω και ουκ ανιέντος του υετού άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς την Ειρα (21,1) μπήκαν στο φρούριο, όταν άρχισε η κινητοποίηση των μεσσηνίων, αλλά μέσα σε σκοτάδι ψηλαφητό, γιατί δάδας ή εί τινα λαμπτήρα άλλοίον άψαυτό τις, ύων άν έσβέννυεν ό θεός (214) τη δεύτερη μέρα η ίδια δυνατή βροχή εμπόδισε τις γυναίκες ν' ανεβούν στις στέγες (216) το κακό επιτείνεται την ίδια μέρα, πιο αργά: ο θεός το ύδωρ επήγαγεν άθρόον μάλλον μετα ισχυρού τών βροντών του ψόφου και τους δφθαλμούς αυτών εναντίαις ταις αστραπαίς εξέπλησσε, πράγμα που οι λακεδαιμόνιοι το θεώρησαν καλό σημάδι, γιατί άστραφτε στα δεξιά τους (21,7). Η ίδια κατάσταση παρατάθηκε τρεις μέρες, μεθ' ημέραν γαρ αεί και νύκτα συνεχώς οι αυτοί τρί την ημύνοντο ήδη τε ημέρα ήν και ή τε αυπνία και εκ του ουρανού το ύδωρ τε και δίγος επίεζε σφάς (21,9).
[12]. Μικροαναχρονισμοί, όπως η εμφάνιση της ιέρειας της Ήρας κατά τη διάρκεια του πρώτου μεσσηνιακού πολέμου στο θέατρο της Ιθώμης, όπου συνεδρίαζε ή εκκλησία του δήμου (12,6), προδίδουν απλώς πώς το σχετικό μέρος γράφτηκε σε μια εποχή, κατά την οποία η εκκλησία του δήμου μπορούσε να συνεδριάζει στο θέατρο, κι όχι στον -8. αι., αλλά είναι φανερό πώς ο τόπος, όπου η ιέρεια της Ήρας έκαμε τη δήλωσή της δεν έχει σημασία για την εξέλιξη των γεγονότων.





Printfriendly