.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Οστέινα και ελεφαντοστέινα αντικείμενα από την Αρχαία Μεσσήνη


Η συστηματική ανασκαφική έρευνα της αρχαίας Μεσσήνης1 από το 1986 έως και σήμερα, υπό την διεύθυνση του καθηγητή Πέτρου Θέμελη, έχει αποκαλύψει τμηματικά όλες τις οικιστικές φάσεις της πόλης σε έναν ευρύ χρονολογικό ορίζοντα, από τα αρχαϊκά έως και τα μεσαιωνικά χρόνια. Σε αυτά τα 27 χρόνια των οργανωμένων ανασκαφικών εργασιών έχουν έρθει στο φως σε ολόκληρη την έκταση της πόλης ποικίλα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα μνημείων (όπως ιερά, δημόσια, ιδιωτικά και ταφικά οικοδομήματα) που εικονογραφούν τρισδιάστατα την ιστορία και την εξέλιξή της. Επιγραφές, αγάλματα, πλήθος αγγείων, χιλιάδες νομίσματα, πολυπληθείς ομάδες μικροευρημάτων όλων των υλικών και κατηγοριών και ψηφιδωτά, δείγματα, δηλαδή, της μνημειακής τέχνης και της μικροτεχνίας συμπληρώνουν την εικόνα μιας δραστήριας κοινωνίας με ενεργή και εξωστρεφή οικονομία.
Ο συνδυασμός και η συνεξέταση των κτισμάτων με τα χιλιάδες κινητά ευρήματα, συχνά από κλειστά στρωματογραφικά σύνολα, αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμος για τη χρονολόγηση και την κατανόηση των οικοδομημάτων των ίδιων και των χρήσεών τους, καθώς και των επιμέρους αντικειμένων. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρούσα μελέτη του συνόλου των αδημοσίευτων ευρημάτων από οστό και ελεφαντόδοντο2, προερχόμενων από όλους τους ανασκαφικούς τομείς της πόλης, καθώς και από όλες τις χρονικές περιόδους της ζωής της.


Ο μεγάλος αριθμός των οστέινων, κυρίως μεσσηνιακών, τέχνεργων χωρίζεται στις γνωστές τυπολογικές ομάδες3, δηλαδή στα αντικείμενα καλλωπισμού, σε εκείνα της καθημερινής χρήσης, στα διακοσμητικά και στα σχετιζόμενα με τη διασκέδαση.
Στην πρώτη κατηγορία συγκαταλέγονται οι περόνες (εικ.1α) για την κόμμωση, με πιο χαρακτηριστικούς τους τύπους με την απλή σφαιρική κεφαλή ή χωρίς διαμορφωμένο το άνω άκρο, για τη δημιουργία των περίπλοκων χτενισμάτων των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων· οι πόρπες για την ενδυμασία (εικ.1β)· και, τέλος, οι πυξίδες, οι ωτογλυφίδες, τα κοχλιάρια μικρού μεγέθους και οι σπάτουλες για τη δοσολογία και την ανάμειξη των ψιμυθίων, όλα επιμέρους στοιχεία του γυναικείου καλλωπισμού. Σε αυτήν την ομάδα εντάσσονται και τα περίαπτα με αποτροπαϊκό ή μη χαρακτήρα.
Μεγάλη είναι και η ποικιλία των αντικείμενων καθημερινής χρήσης (εικ.2). Τα σχετιζόμενα με υφαντουργικές κυρίως εργασίες, όπως οι βελόνες (εικ.2α) σε πολλούς τύπους, καθορισμένους από το μήκος του στελέχους, το μέγεθος και τον αριθμό των οπών, τα αδράχτια (εικ.2β) και τα οστέινα, διακοσμημένα ή μη, σφονδύλια (εικ.2γ). Ευρέως χρηστικά είναι και τα κοχλιάρια (εικ.2δ), διαφοροποιημένα ως προς το μέγεθος και το σχήμα του «δοχείου» αλλά και της λαβής τους, άλλοτε με απλά και άλλοτε με επιμήκη και διακοσμημένα στελέχη, καθώς και οι οστέινες λαβές (εικ.2ε) από εργαλεία και σκεύη σε μεγάλη τυπολογική ποικιλία. Στην ίδια κατηγορία έχουν συμπεριληφθεί και οι στύλοι γραφής (εικ.2στ).
Ποσοτικά περιορισμένα είναι τα ευρήματα που ανήκουν στην ομάδα των διακοσμητικών στοιχείων, στην οποία εντάσσονται τα οστέινα, και σπανιότερα ελεφαντοστέινα, πλαίσια και πλακίδια ως επενδύσεις ξύλινων κιβωτιδίων (εικ.1γ), καθώς και τα επιμέρους λειτουργικά στοιχεία τους από το ίδιο υλικό, όπως οι γίγγλυμοι (εικ.1δ4) και οι κλειδαριές τους. Τέλος, ανάμεσα στα μεσσηνιακά ευρήματα εντοπίζονται και εκείνα για τη διασκέδαση, όπως μέρη αυλών, πιόνια παιχνιδιών και αστράγαλοι.


Για την καλύτερη κατανόηση κρίθηκε σκόπιμη η παρουσίαση των ευρημάτων, ποσοτικά και ειδολογικά, σύμφωνα με τον χώρο εύρεσής τους. Λόγω οικονομίας του διαθέσιμου χώρου στον παρόντα τόμο, παρουσιάζεται η διασπορά των οστέινων τέχνεργων από ορισμένες μόνο περιοχές της πόλης και των οικοδομημάτων τους.
Στην περιοχή του Θεάτρου5 (εικ.3α) εντοπίστηκαν συνολικά 179 ευρήματα, προερχόμενα κυρίως από τις δύο παρόδους και το προσκήνιο. Ειδολογικά, τα περισσότερα ανήκουν στον τύπο της περόνης σε αποσπασματική κατάσταση, όπως διαπιστώνεται από τον μεγάλο αριθμό των στελεχών (115 συνολικά). Το στοιχείο αυτό δεν μας παραξενεύει, γιατί ο χώρος εύρεσής τους δικαιολογεί απόλυτα την κατάσταση διατήρησης, δεδομένου ότι πρόκειται για αντικείμενα απώλειας των κατόχων τους.
Στις οικίες, στα δυτικά του Θεάτρου, το σύνολο των οστέινων, αν και αριθμεί μόνο 21 ευρήματα, σαφώς σε καλύτερη κατάσταση διατήρησης, είναι αντιπροσωπευτικό των χώρων προέλευσης, με αντικείμενα καλλωπισμού και καθημερινής χρήσης.
Από την περιοχή της Αγοράς6 και συγκεκριμένα από τον Ναό της Μεσσήνης (εικ.3β) προέκυψε ένας μεγάλος αριθμός οστέινων τέχνεργων, 122 στο σύνολο, από τα οποία τα περισσότερα βρέθηκαν γύρω από τον ναό (92 ευρήματα) και κυρίως στο βόρειο αίθριο.
Πρόκειται για περόνες (15), βελόνες (15), λαβές από μαχαιρίδια (11), ωτογλυφίδες (2) και πολλά αριθμητικά στελέχη (63). Στην περιοχή αυτή, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, αναπτύχθηκε κατά τους ρωμαϊκούς και υστερορωμαϊκούς χρόνους μια έντονη εργαστηριακή δραστηριότητα, οπότε ο μεγάλος αριθμός των εν λόγω αντικειμένων ήταν απολύτως αναμενόμενος.
Από το Ασκληπιείο7 συγκεντρώθηκαν συνολικά 103 ευρήματα που αντιπροσωπεύουν, σε μικρό αριθμητικό ποσοστό, όλους τους ανεσκαμμένους χώρους. Ως προς την ειδολογική ποικιλία τους είναι και αυτή πολύ περιορισμένη με περισσότερα τα αδιάγνωστα στελέχη.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον από την περιοχή αυτή παρουσιάζει το ταφικό μνημείο της Ανατολικής Οδού8 (εικ. 3γ). Από τις ανασκαφές σε αυτό προέκυψαν 74 συνολικά οστέινα μικροευρήματα. Πρόκειται για έναν ενιαίο ορθογώνιο χώρο, εσωτερικά χωρισμένο σε οκτώ κιβωτιόσχημους τάφους. Οι πρωιμότεροι από αυτούς χρονολογούνται στον -3ο/ -2ο αιώνα, ενώ οι περισσότερες από τις ταφικές θήκες φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν και για μεταγενέστερες ταφές με τη χρήση του οικοδομήματος έως και τον +1ο αιώνα ή και αργότερα. Τα κτερίσματα που έφεραν ήταν σημαντικά σε αριθμό και σε είδος (πήλινα και γυάλινα αγγεία, μετάλλινα αντικείμενα, χρυσά κοσμήματα). Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το σύνολο των οστέινων ευρημάτων από τον Τάφο 429 του -1ου αιώνα. Δέκα περόνες με διακοσμημένη κεφαλή (με αναδυόμενη Αφροδίτη, γυναικείες μορφές, προσωπείο, λύρα), τέσσερις ωτογλυφίδες και επτά στελέχη. Πρόκειται για γυναικείο τάφο που συνοδευόταν και από γυάλινα και πήλινα αγγεία.


Ο μεγαλύτερος αριθμός οστέινων προέρχεται από την Περιοχή του Γυμνασίου- Σταδίου10 με 578 συνολικά ευρήματα, από τα οποία τα περισσότερα εντοπίστηκαν στη Δυτική Στοά.
Ειδολογικά ξεχωρίζουν οι περόνες (67) και οι βελόνες (54), ενώ αριθμητικά υπερτερούν τα στελέχη (384). Σε αυτό το σύνολο πρέπει να προστεθούν και τα 75 ευρήματα από τη ρωμαϊκή έπαυλη στα ΒΔ του Σταδίου που αντιπροσωπεύουν όλες τις κατηγορίες και είναι ισότιμα περίπου κατανεμημένα στα επιμέρους δωμάτια της έπαυλης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σε αυτή την περιοχή παρουσιάζουν τα κτερίσματα από τα ταφικά σύνολα των μνημείων δυτικά της Δυτικής Οδού του Σταδίου11 (Κ1, Κ3, Κ6), ασφαλώς χρονολογημένων από τα συνευρήματά τους, την κεραμική και τα νομίσματα κυρίως, στους ελληνιστικούς και πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους.
Το πρώτο από βόρεια μνημείο, το λεγόμενο Κ1 (εικ.4α), διαμορφωμένο σε θάλαμο (4,65× 2μ.) με στενή έκκεντρη μονόφυλλη θύρα στην δυτική του όψη, έφερε στο εσωτερικό του επτά κιβωτιόσχημους τάφους, πλούσια κτερισμένoυς με πήλινα και γυάλινα αγγεία, ειδώλια, χρυσά φύλλα στεφάνων, μετάλλινα αντικείμενα, γυάλινα και οστέινα διακοσμητικά στοιχεία, χρονολογημένα από τον -2ο αιώνα έως τον +1ο αιώνα. Από το μνημείο αυτό και συγκεκριμένα από τους Τάφους Ι και ΙΙ προέρχονται οστέινα ευρήματα, τμήματα από την εξάρτηση και επένδυση κιβωτιδίου (όπως γίγγλυμοι, πλακίδια και διακοσμητικά κομβία).
Το, ξεχωριστό για την αρχιτεκτονική του, Ταφικό Μνημείο Κ3 (εικ.5), κατασκευασμένο στα τέλη του -3ου με αρχές του -2ου αιώνα, έφερε στο εσωτερικό του οκτώ κιβωτιόσχημους τάφους, διαταγμένους με ιδιαίτερο τρόπο γύρω από μια κεντρική τετράγωνη θήκη. Στους Τάφους ΙΙ, IV και VII βρέθηκαν οστέινα, από τα οποία ξεχωρίζουν αυτά του Τάφου ΙΙ και αφορούν σε ξύλινο κιβωτίδιο επενδυμένο με οστέινα πλακίδια και περίτεχνη κλειδαριά12 σε εξαιρετική κατάσταση. Στην Ταφή IV εντοπίστηκαν δύο ακέραιες επιμήκεις περόνες για την κόμμωση, ενώ στο εσωτερικό του Τάφου VII μία βελόνα με τρεις οπές και μια διακοσμητική ασπιδίσκη.


Τέλος, από τον λακκοειδή γυναικείο Τάφο Χ στον περίβολο του μνημείου προς Βορρά, χρονολογημένο στον -2ο/ -1ο αιώνα, προέρχονται ένα πλακίδιο από την επένδυση κιβωτιδίου και μια πυξίδα, ελλιπής ως προς το πώμα. Στην ταφή συμπεριλαμβανόταν μεγάλος αριθμός γυάλινων αγγείων, καθώς και άλλα μικροευρήματα.
Νοτιότερα του Κ3 βρίσκεται το Ταφικό Μνημείο Κ6 (εικ.4β), σε κακή κατάσταση διατήρησης, με δέκα, σε συνεχή σειρά, ασύλητους τάφους, πλούσια κτερισμένους με αγγεία, χρυσές και ασημένιες δανάκες, μετάλλινα και οστέινα αντικείμενα. Ανάμεσα στα τελευταία ξεχωρίζουν οι επενδύσεις κιβωτιδίων από τους Τάφους ΙΙ και V, καθώς και το σύνολο των αστραγάλων από τον Τάφο IX.
Η άμεση συσχέτιση και αυτής της κατηγορίας τέχνεργων από οστό –συχνά παραμελημένων στην έρευνα– με τον χώρο εύρεσής τους είναι σαφής. Στο πλαίσιο της πρώτης παρουσίασης των αντικειμένων απλούστερη είναι η εξέταση των οστέινων ευρημάτων ως συνοδευτικών κτερισμάτων στο εσωτερικό των τάφων, περίπτωση ιδιαιτέρως συχνή και στη Μεσσήνη, με τα ταφικά της μνημεία intra muros για τις σημαντικότερες οικογένειες της πόλης.
Τα ευρήματα αυτά μπορούν εύκολα να ταυτοποιηθούν ως προς τη χρήση με βάση την ακριβή θέση εύρεσης, όπως για παράδειγμα οι περόνες κοντά στο κεφάλι του νεκρού που μαρτυρούν τη χρήση τους για την κόμμωση, αλλά και ως προς τη χρονολόγησή τους με τη βοήθεια των συνευρημάτων τους. Στην περίπτωση δε των οστέινων μικροευρημάτων που η τυπολογία τους, και συνακόλουθα το στοιχείο της φόρμας τους στο σύνολο ή στις λεπτομέρειές του, έχει αργή εξέλιξη, ένα ασφαλές ανασκαφικό πλαίσιο καθορίζει την ακριβέστερη χρονολόγησή τους.
Το ίδιο ισχύει και για τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Τέχνεργα αυτής της κατηγορίας έχουν εντοπιστεί σε οικιστικούς χώρους της πόλης, όπως για παράδειγμα στη μεγάλη έπαυλη (ΧVΙΙ/6) στα βορειο- δυτικά του Γυμνασίου (εικ.2), όπου η παρουσία άλλων σχετικών ευρημάτων, όπως αγγείων χρηστικής κεραμικής, υφαντικών βαρών, μικροεργαλείων και νομισμάτων τεκμηριώνουν τις διαστάσεις της τυπικής μεσσηνιακής οικοτεχνίας σε ένα σπίτι με φιλόδοξη κάτοψη και διάρκεια ζωής πολλών γενεών από τους ελληνιστικούς χρόνους έως την όψιμη αρχαιότητα.


Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι ακόμη και τα αταύτιστα πολλές φορές στελέχη, παρά την αποσπασματικότητά τους, συμβάλλουν ουσιαστικά στη μελέτη των οστέινων μικροευρημάτων, γιατί δηλώνουν την ύπαρξη εν δυνάμει αντικειμένων στην αρχαιότητα.
Η παραγωγή όλων αυτών μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε τοπικά οργανωμένα εργαστήρια αλλά και σε οικοτεχνική δραστηριότητα. Ο εντοπισμός πολυπληθούς ομάδας κατεργασμένων ή ημι-κατεργασμένων οστών δηλώνει σαφώς την εκτεταμένη στο χώρο και στο χρόνο επεξεργασία οστών ζώων13 για τη δημιουργία χρηστικών και διακοσμητικών αντικειμένων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στην ευρύτερη περιοχή της Αγοράς, όπου έχει συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός εργαστηριακών καταλοίπων, ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο άξιο μελέτης και ερμηνείας.
Πρόκειται για τον χώρο στα βόρεια του Ναού της Μεσσήνης (εικ.6), η ανασκαφή του οποίου απέδωσε μεγάλο αριθμό οστών ζώων, κυρίως βοοειδών, με ίχνη κατεργασίας στην επιφάνειά τους από εργαλεία για την κοπή τους σε μικρότερα τμήματα και την προετοιμασία τους για την κατασκευή αντικειμένων. Συχνή, επίσης, είναι η παρουσία των πριονισμένων άκρων από τα μετακάρπια και μετατάρσια των ζωών, τα απορρίμματα, δηλαδή, μετά την αφαίρεση του χρήσιμου τμήματος του οστού.
Η λειτουργία, τέλος, μικρών οικοτεχνικών μονάδων, λόγω της διαθεσιμότητας του υλικού από την τοπική κτηνοτροφία και της εύκολης, συγκριτικά με άλλα υλικά, κατεργασίας του με τη χρησιμοποίηση εργαλείων κοινών με την επεξεργασία του ξύλου καθιστά δυνατή την κατασκευή οστέινων τέχνεργων και στο πλαίσιο οικοτεχνικών εργασιών.


Άλλωστε η βιοτεχνική δραστηριότητα στην πόλη, αν και αυτονόητη στις κοινωνίες της εποχής, βεβαιώνεται ανασκαφικά και σε άλλους τομείς, με τεκμήρια μιας εκτεταμένης και συστηματοποιημένης μικρο-οικονομίας σε μια ακμάζουσα πολιτεία. Από τον χώρο της Αγοράς αλλά και από άλλα σημεία του οικισμού προέρχεται, π.χ. μεγάλη ποσότητα σκωριών (σιδηρομαζών), δηλωτική της ύπαρξης εργαστηριακών εγκαταστάσεων για την κατεργασία μετάλλινων αντικειμένων (χαλκουργίων και σιδηρουργίων). Δεδομένη θεωρείται και η λειτουργία μεσσηνιακού νομισματοκοπείου για την κοπή νομισμάτων 14 , τόσο από την πλούσια σειρά των εκδόσεων της πόλης όσο και από τα κατάλοιπα της κατεργασίας τους. Η διαχρονική ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων προδίδεται από τη χρήση τοπικού πηλού για την κατασκευή αγγείων, την τυπολογία τους και την εύρεση μητρών για λυχνάρια, ενώ την ύπαρξη εργαστηρίων κοροπλαστικής μαρτυρά ο μεγάλος αριθμός πήλινων ειδωλίων και πλακιδίων και, κυρίως, ο εντοπισμός των μητρών κατασκευής τους15. Εργαστήριο υαλουργίας της Ύστερης Αρχαιότητας έχει εντοπιστεί στα ανατολικά του Ασκληπιείου16. Τέλος, η εύρεση ενός ασβεστολιθικού προτύπου για τον έλεγχο των κατασκευαζόμενων κεραμιδιών, πήλινων στρωτήρων και καλυπτήρων στέγης, λακωνικού τύπου από την Αγορά της πόλης17, μαρτυρά σαφώς την ύπαρξη αντίστοιχου εργαστηρίου (ή εργαστηρίων) παραγωγής ομοειδών αντικειμένων. Στον τομέα της λιθοτεχνίας, πέρα από τη βροντερή παρουσία των λογής αρχιτεκτονημάτων διαφόρων εποχών, έχει διαπιστωθεί και η ύπαρξη εργαστηρίου γλυπτικής στα βόρεια του Γυμνασίου, που επιβεβαιώνει τις φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες για ενεργούς Μεσσήνιους γλύπτες. Στο επίπεδο της οικοτεχνίας, η υφαντική, αν και δεν αντιπροσωπεύεται από τα φθαρτά προϊόντα της, υποδεικνύεται με ασφάλεια από τα εργαλεία της: τις εκατοντάδες από πήλινα σφοντύλια και αγνύθες που έρχονται στο φως σε κάθε γωνιά της πόλης.
Αν και η περίπτωση εισαγωγής τέχνεργων από οστό ή ελεφαντοστό δεν μπορεί να αποκλειστεί, τα έως τώρα ευρήματα δεν μπορούν με ασφάλεια να επαληθεύσουν μια τέτοια υπόθεση. Ωστόσο, οι εκτεταμένοι εμπορικοί και πολιτιστικοί δεσμοί της ευρύτερης Μεσσηνίας αλλά και της πόλης της Μεσσήνης, με όλη τη Μεσόγειο, την Αδριατική αλλά και τη Μικρά Ασία, επιβεβαιωμένοι από τις ιστορικές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα (επιγραφές, νομίσματα, αμφορείς μεταφοράς κ.ά.), μπορούν να υποστηρίξουν και πιθανές εισαγωγές αυτής της κατηγορίας μικροευρημάτων.
Το βιοτικό, άλλωστε, επίπεδο της κοινωνίας της Μεσσήνης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ήταν αρκετά υψηλό18, σε αντίθεση με τη συχνά παρακμάζουσα εικόνα πολλών περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ευημερία της οφείλονταν στη διατήρηση μερικής αυτοδιοίκησης σύμφωνα με τους αρχαίους θεσμούς της, καθώς και άλλων θεσμικών προνομίων, στο γεγονός ότι δεν είχε εμπλακεί στις μάχες που μαίνονταν στο Βορρά και στην Ανατολή και φυσικά στη δυνατότητα τροφοδότησης της ίδιας της πόλης από τη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή της υπαίθρου. Μια τέτοια εικόνα πιστοποιείται αρχιτεκτονικά από την αποκάλυψη πολυτελών αστικών επαύλεων με πλούσια διακόσμηση και από τον μεγάλο αριθμό ευρημάτων, στα οποία συγκαταλέγονται και τα οστέινα, των οποίων η χρηστική κυρίως λειτουργία σχετίζεται με τον καλλωπισμό των γυναικών, τη διασκέδαση των ανδρών και των παιδιών, καθώς και με την επιβεβαίωση του κοινωνικού κύρους του κατόχου τους.

Μαγδαληνή Βασιλειάδου
Οστέινα και ελεφαντοστέινα αντικείμενα από την Αρχαία Μεσσήνη. Μια πρώτη παρουσίαση*

Στό: ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ (ΑΕΠΕΛ1) Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Τρίπολη, 7-11 Νοεμβρίου 2012

* Θερμές ευχαριστίες οφείλω στον διευθυντή των ανασκαφών της Αρχαίας Μεσσήνης, καθηγητή κ. Πέτρο Θέμελη για την παραχώρηση της άδειας μελέτης και δημοσίευσης του παρόντος υλικού. Οι φωτογραφίες και τα αρχιτεκτονικά σχέδια προέρχονται από το αρχείο της Εταιρείας Μεσσηνιακών Αρχαιολογικών Σπουδών. Τα σχέδια των ευρημάτων (εικ.2β, 2δ), οι συμπληρώσεις των πλακιδίων (εικ.1γ, 4α) και οι στατιστικές αναπαραστάσεις (εικ.3) έγιναν από τη γράφουσα.
1 Θέμελης 2002. Θέμελης 2010.
2 Vasileiadou 2012, 32-35.
3 Για παράλληλο υλικό βλ. Davidson 1952. Béal 1983. Bíró 1994. Ciugudean 1997. Mikler 1997. Obmann 1997. Deschler-Erb 1998. St. Clair 2003. Gostenčnik 2005. Rodziewicz 2007. Stern– Thimme 2007.
4 Για το σχέδιο αναπαράστασης με τον τρόπο λειτουργίας των γιγγλύμων βλ. Bianchi 2004, 450-458 εικ.1. Για το σχέδιο αποκατάστασης με το ξύλινο κουτί βλ. Bassi 1995, 49 εικ. 2b.
5 Θέμελης 2010α, 19-39.
6 Themelis 2010γ, 105-125 πίν. 41-55.
7 Θέμελης 2002, 58-89. Sioumpara 2011.
8 Θέμελης 2000, 96-102. Θέμελης 2002, 98-99.
9 Θέμελης 1995, 55-86, κυρίως 68 πίν. 13-42.
10 Themelis 2010α, 9-20. Themelis 2010β.
11 Ito 2002. Katsumata 2002, 10-15.
12 Για τον τρόπο λειτουργίας της κλειδαριάς βλ. Anderes 2006.
13 Nobis 1994, 297-313. Nobis 2001, 95-121.
14 Σιδηρόπουλος 1996, 1-7. Σιδηρόπουλος 2002, 99-124. Sidiropoulos 2009, 1025-1036.
15 Themelis 1994, 157-186. Ψαρουδάκης 2013, 447-463.
16 Θέμελης 2010β, 32.
17 Θέμελης 2002, 42.
18 Θέμελης 2010β. Themelis 2010δ, 89-110.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Anderes 2006: C. Anderes (επιμ.), Il y a un os! Artisanat d’un matériau singulier: de l’os à l’objet, Musée romain de Nyon, 6 octobre– 31 mai 2007, κατάλογος έκθεσης, Nyon 2006.
Bassi 1995: C. Bassi, Trento-Palazzo Tabarelli. Manufatti in osso e corno, manufatti litici, coroplastica, στο: E. Cavada (επιμ.), Materiali per la storia urbana di Tridentum, Archeologia delle Alpi 3, Trento 1995, 41-77.
Béal 1983: J.-C. Béal, Catalogue des objets de tabletterie du Musée de la civilization gallo-romaine de Lyon, Lyon 1983.
Bianchi 2004: Ch. Bianchi, Gli oggetti in osso e avorio, στο: G. Sena Chiesa (επιμ.), La Collezione Lagioia. Una raccolta storica dalla Magna Grecia al Museo Archeologico di Milano, Milano 2004.
Bíró 1994: M. T. Bíró, The Bone Objects of the Roman Collections, Budapest 1994. Ciugudean 1997: D. Ciugudean, Obiectele din os, corn şi fildeş de la Apulum, Alba Julia 1997.
Davidson 1952: G. R. Davidson, The Minor Objects, Corinth XII, Princeton 1952.
Deschler-Erb 1998: S. Deschler-Erb, Römiche Beinartefakte aus Augusta Raurica. Rohmaterial, Technologie, Typologie und Chronologie, Forschungen in Augst, Augst 1998. 
Gostenčnik 2005: K. Gostenčnik, Die Beinfunde vom Magdalensberg, Klagenfurt 2005.
Θέμελης 1995: Π. Θέμελης, Ανασκαφή Μεσσήνης, ΠΑΕ 1995, 55-86.
Θέμελης 2000: Π. Θέμελης, Ήρωες και ηρώα στη Μεσσήνη, Αθήνα 2000.
Θέμελης 2002: Π. Θέμελης, Aρχαία Μεσσήνη, Αθήνα 2002.
Θέμελης 2010: Π. Θέμελης, Αρχαία Μεσσήνη: Ιστορία– Μνημεία– Άνθρωποι, Αθήνα 2010.
Θέμελης 2010α: Π. Θέμελης, Τα Θέατρα της Μεσσήνης, Αθήνα 2010.
Θέμελης 2010β: Π. Θέμελης, Μεσσηνιακή Οικονομία και Κοινωνία, Αθήνα 2010.
Ito 2002: J. Ito, Architectural Studies of the Three Grave Monuments in the Gymnasium Complex at Ancient Messene, Kumamoto 2002.
Katsumata 2002: T. Katsumata, Sculptures from the Grave Monument K1, στο: J. Ito (επιμ.), Symposium for International Collaborative Studies on Ancient Messene, Kumamoto 2002, 10-15.
Mikler 1997: H. Mikler, Die römischen Funde aus Bein im Landesmuseum Mainz, Monographies Instrumentum 1, Montagnac 1997.
Nobis 1994: G. Nobis, Die Tierreste aus dem antiken Messene: Grabung 1990/91, στο: M. Kokabi – J. Wahl (επιμ.), Beiträge zur Archäozoologie und Prähistorischen Anthropologie, Forschungen und Berichte zur Vor- und Frühgeschichte in Baden-Württemberg 53, Stuttgart 1994, 297-313.
Nobis 2001: G. Nobis, Archäozoologische Studien an Tierresten aus Alt-Messene/Ithome (SWPeloponnes, Griechenland), Grabungen 1992 bis 1996, στο: H. Buitenhuis – W. Prummel (επιμ.),
Animals and Man in the Past. Essays in Honour of Dr. A. T. Clason Emeritus Professor of Archaeozoology, Rijksuniversiteit Groningen, the Netherlands, Groningen 2001, 95-121.
Obmann 1997: J. Obmann, Die römischen Funde aus Bein von Nida-Heddernheim, Schriften des Frankfurten Museums für Vor- und Frühgeschichte, Archäologisches Museum XIII, Bonn 1997.
Rodziewicz 2007: E. Rodziewicz, Bone and Ivory Carvings from Alexandria, French Excavations 1992- 2004, Études alexandrines 12, Le Caire 2007.
Σιδηρόπουλος 1996: Kλ. Σιδηρόπουλος, Tα νομίσματα ως μάρτυρες της μεσσηνιακής ιστορίας, στο: Παμμεσσηνιακή – Aφιέρωμα, Aπρίλιος 1996, 1-7.
Σιδηρόπουλος 2002: Κλ. Σιδηρόπουλος, Η νομισματική κυκλοφορία στην υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη. Τυπικό παράδειγμα ή ιστορική εξαίρεση;, στο: Π. Γ. Θέμελης – Β. Κόντη, Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία. Αστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 29-30 Μαΐου 1998, Αθήνα 2002, 99-104.
Sidiropoulos 2009: K. Sidiropoulos, A hoard of denarii and Early Roman Messene, στο: N. Holmes (επιμ.), Proceedings of the XVI International Numismatic Congress, Glasgow 2009, 1025-1036.
Sioumpara 2011: E. Sioumpara, Der Asklepiostempel von Messene auf der Peloponnes, Untersuchungen zur hellenistischen Tempelarchitektur, München 2011.
St. Clair 2003: A. St. Clair, Carvings as Craft. Palatine East and the Greco-Roman Bone and Ivory Carving Tradition, Baltimore – London 2003.
Stern –Thimme 2007: W. O. Stern – D. H. Thimme, Ivory, Bone, and Related Wood Finds, Kenchreai, Eastern Port of Corinth VI, Leiden – Boston 2007.
Themelis 1994: P. Themelis, The sanctuary of Demeter and the Dioscouri at Messene, στο: R. Hägg (επιμ.), Ancient Greek Cult Practice from the Archaeological Evidence, Proceedings of the Eighth
International Symposium at the Swedish Institute at Athens 22-24 October 1993, Stockholm 1998, 157-186.
Themelis 2010α: P. Themelis, Das Gymnasion von Messene in Römischen Zeit, στο: Chr. Reusser (επιμ.), Griechenland in der Kaiserzeit. Neue Funde und Forschungen zu Skulptur, Architektur und Topographie, Bern 2001, 9-20.
Themelis 2010β: P. Themelis, Das Stadion und das Gymnasion von Messene, Nikephoros: Zeitschrift für Sport und Kultur im Altertum 22, 2010, 59-77.
Themelis 2010γ: P. Themelis, Die Agora von Messene, στο: H. Frielinghaus – J. Stroszeck (επιμ.), Neue Forschungen zu griechischen Städten und Heiligtümern, Festschrift für Burkhardt Wesenberg, Möhnesee-Warmel 2010, 105-125.
Themelis 2010δ: P. Themelis, The economy and society of Messenia under Roman rule, στο: A. D. Rizakis (επιμ.), Roman Peloponnese III. Society, Economy and Culture in the Imperial Roman Order: Continuity and Innovation, Μελετήματα 63, Αθήνα 2010, 89-110.
Vasileiadou 2012: M. Vasileiadou, L’artisanat à Messène (Péloponnèse, Grèce): projet d’étude de la tabletterie, Instrumentum 35, 2012, 32-35.
Ψαρουδάκης 2013: Κ. Ψαρουδάκης, Πλακίδια με παράσταση συμποσίου και ηρωική λατρεία στη Μεσσήνη της Ύστερης Κλασικής Περιόδου, στο: Ε. Σιουμπάρα – Κ. Ψαρουδάκης (επιμ.), Θεμέλιον. 24 μελέτες για τον Δάσκαλο Πέτρο Θέμελη από τους μαθητές και τους συνεργάτες του, Αθήνα 2013.



Printfriendly