.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Κάστρο του Μελιγγού


Στα μεσοβυζαντινά χρόνια, το 746-747 ξεκίνησε από την Καλαβρία και τη Σικελία μια επιδημία, ένας από τους συνηθισμένους λοιμούς που αφάνισαν μεγάλα τμήματα πληθυσμών. Αυτή η επιδημία πέρασε και στην Πελοπόννησο από τη Μονεμβασιά και απλώθηκε σε όλη σχεδόν τη βυζαντινή αυτοκρατορία: «οίον τι πυρ επινεμόμενον επί την Μονεμβασίαν και Ελλάδα και τας παρακειμένας νήσους…»
Μετά την αραίωση του πληθυσμού από την επιδημία, αλλά και την εντολή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου για μεταφορά πληθυσμών από την περιφέρεια και κυρίως την Πελοπόννησο, στην αραιωμένη από το λοιμό πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, μεγάλες νομαδικές ομάδες από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, κυρίως Σλάβοι, άρχισαν να κατεβαίνουν και να εγκαθίστανται σταδιακά στην ελληνική χερσόνησο, δημιουργώντας αυτόνομες, ομοιογενείς ομάδες εποίκων.
Η σλαβική κάθοδος στην Πελοπόννησο γινόταν ανενόχλητα και οι νομάδες μετακινούνταν συνεχώς μέχρι να βρουν κατάλληλο τόπο για εγκατάσταση. Ο κατάλληλος τόπος βέβαια έπρεπε να ήταν ασφαλής, κατά προτίμηση ορεινός και δυσπρόσιτος, αλλά και να ευνοούσε τις σλαβικές καλλιέργειες που απαιτούσαν πολλά νερά. Η κάθοδος αυτή των Σλάβων είχε αρχίσει σταδιακά από τον 6ο αιώνα και προκάλεσε κι άλλες εσωτερικές μεταναστεύσεις γηγενών πληθυσμών που αναγκάστηκαν να βρουν αλλού ασφαλή μέρη για να κατοικήσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας μετακίνησης είναι, τον 7ο αιώνα, η μεταφορά της αρχαίας Κορώνης που μέχρι τότε βρισκόταν στο Πεταλίδι στη σημερινή της θέση, δηλαδή στη θέση της μεσσηνιακής Ασίνης.
Η αρχική σλαβική κάθοδος τοποθετείται γύρω στο 600, όταν μετά από τους λοιμούς και τις επιδρομές των Ούννων του Αττίλα χαλάρωσαν τα μέτρα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας κι έτσι σιωπηλά έγινε αποδεκτή η κάθοδος των σλαβικών φύλων στο νότο. Αυτή η σιωπηλή αποδοχή τεκμηριώνεται από το ότι οι νεοφερμένοι Σλάβοι λαθρομετανάστες, σαν «αναπόγραφοι» και νομάδες, αρχικά δεν αναγκάστηκαν να πληρώνουν φόρους αλλά ούτε υποχρεώθηκαν να δεχθούν το βάπτισμα στη χριστιανική θρησκεία. Ενας τόπος που συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για την εγκατάστασή τους ήταν μεταξύ άλλων κι ο Ταΰγετος, που μετά και από τους λοιμούς και τις επιδημίες έμεινε αραιοκατοικημένος.
Ετσι ένα τμήμα των Σλάβων, οι Εζερίτες, εγκαταστάθηκε στις ανατολικές κι ένα άλλο, οι Μελιγγοί (ή Μηλιγγοί), στις δυτικές πλαγιές του Ταϋγέτου. Οπως στο Πεταλίδι, έτσι και στο Γύθειο αλλά και στα μικρά χωριά της Αλαγονίας, οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν εκτοπίζοντας τους λίγους αυτόχθονες που αναγκάστηκαν έτσι να κατευθυνθούν σε άλλες οχυρές πόλεις. Οι νεοφερμένοι, κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι, είχαν κλειστή κοινωνική δομή αλλά και δημοκρατική οργάνωση. Οι ομάδες τους, οι Ζουπανίες όπως ονομάζονταν, είχαν έναν αρχηγό, τον Ζουπάνο (τσοπάνο) ή έξαρχο ή ρήγα, αλλά στα σοβαρά ζητήματα συνεδρίαζαν όλοι μαζί σε μια τοπική βουλή τη λεγόμενη βέτσε (vece). Σαν κλειστές και αυτοδύναμες κοινωνικές ομάδες οι Σλάβοι διατήρησαν τις δικές τους αντιλήψεις και φέρονταν αλαζονικά προς τους νόμους και τους κανόνες τόσο των Βυζαντινών όσο και αργότερα των Φράγκων. Ετσι δεν άργησαν να έρθουν οι προστριβές αλλά και οι σλαβικές επαναστάσεις. Στο «Χρονικό της Μονεμβασίας» ο συντάκτης του αναφέρεται στους Σλάβους: «ότι Ζυγός του Μελιγού ενι γαρ δρόγος μέγας κι έχει κλεισούρες δυνατές και χώρες γαρ μεγάλες, ανθρώπους αλαζονικούς, ου σέβονται αφέντην...»

Η πρώτη σλαβική εξέγερση καταγράφηκε το 783, επί αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας. Τα πρώτα δέκα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΣΤ΄, μέχρι αυτός να ενηλικιωθεί, αφού ανέλαβε την αρχή σε ηλικία δέκα ετών, την επιτροπεία ασκούσε με βασιλική ισχύ η φιλόδοξη μητέρα του Ειρήνη. Βέβαια λόγω και του αδύναμου χαρακτήρα του Κωνσταντίνου και μετά την ενηλικίωσή του η Ειρήνη συνέχισε να συμβασιλεύει και ουσιαστικά να ασκεί την εξουσία σαν Αυγούστα. Τις φιλοδοξίες της Ειρήνης εκμεταλλεύθηκε ένας ευέλικτος ευνούχος της αυλής της, ο Σταυράκιος που κατάφερε να γίνει «πατρίκιος και λογοθέτης του οξέως δρόμου»*. (Ο Σταυράκιος ήταν γιος του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’ και συμβασιλέας του από το 803 μέχρι το 811 όταν και ανατράπηκε από το Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ). Η σλαβική εξέγερση, μετά την κάθοδο του Σταυράκιου στην Ελλάδα και την Πελοπόννησο, καταπνίγηκε στο αίμα:
«(...) αποστέλλει Σταυράκιον τον πατρίκιον και λογοθέτην του οξέως δρόμου μετά δυνάμεως πολλής κατά των Σκλαβινών εθνών και κατελθών επί Θεσσαλονίκην και Ελλάδα, υπέταξε πάντας και υποφόρους εποίησε τη βασιλεία. Εισήλθε δε και εν Πελοποννήσω, και πολλήν αιχμαλωσίαν και λάφυρα ήγαγε τη των Ρωμαίων βασιλεία».
[«Θεοφάνης»]
(*Λογοθέτης του οξέως δρόμου ήταν ο Βυζαντινός υπουργός των Ταχυδρομείων, τίτλος ανάλογος με το σημερινό πρωθυπουργό).
Από αυτό το κείμενο είναι ευδιάκριτη η διαφοροποίηση μεταξύ των Σλάβων της βόρειας Ελλάδας από αυτούς της Πελοποννήσου. Οι Σλάβοι της Πελοποννήσου ήταν διασπαρμένοι σε μικρούς και δυσπρόσιτους αγροτικούς οικισμούς που ήταν αυτοδιοικούμενοι και ισχυροί. Ετσι ενώ ο Σταυράκιος κατάφερε πράγματι να υποτάξει τα «Σκλαβικά», σταμάτησε στο δυτικό Ταΰγετο, στο στενό πέρασμα για το Οίτυλο, περίπου στο σημερινό χωριό Νομιτσί. Εκεί, στο Ζυγό του Μελιγγού, υπήρχε σημαντική αντίσταση και γραμμή άμυνας που ελεγχόταν μάλιστα και από ένα οχυρό που βρισκόταν πάνω στο Γαϊδουροβούνι. Η τοπική σλαβική κοινότητα είχε αναπτύξει αμυντικό σχεδιασμό που επέτρεπε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας αλλά και της αυτοδυναμίας της:
«(...) άκρα γαρ ήν ηλίβατος παρά την είσοδον του μεγάλου όρους της Σπάρτης, ο δη Ζυγός λέγεται, άκρως ενέχουσα και υπερκειμένη κρημνώ τε μεγίστω και φαράγγους βαθεία, εν κύκλω πάντοθεν περιειργομένη και κατησφαλισμένη, μια δε μόνη παρόδω και ταύτη βραχεία την είσοδον έχουσα».
[Ερμοδώρου Κριτοβούλου: Συγγραφή Ιστοριών]
«(...) και επειδή όρος εστίν εκείσε μέγα και υψηλότατον, καλούμενον Πενταδάκτυλος και εισέρχεται ώσπερ τράχηλος εις την θάλασσαν έως πολλού διαστήματος δια το είναι τον τόπον δύσκολον κατώκησαν εις τας πλευράς του αυτού όρους, εν μεν τω ενί μέρει οι Μιληγγοί εν δε τω ετέρω οι Εζερίται».
[Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου: «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» κεφ 49’]
Μετά τη σοβαρή αντίσταση που συνάντησε στο Γαϊδουροβούνι, ο Σταυράκιος αποχώρησε και περιορίστηκε στη σύλληψη αιχμαλώτων και τη συλλογή λαφύρων.
Αυτό είχε σαν συνέπεια μια νέα σλαβική επανάσταση στην Πελοπόννησο το 805 που ήταν μια μαζική σλαβική εξέγερση και οδήγησε σε πολιορκία της Πάτρας το 807:
… «οι Σκλάβοι εν τω θέματι όντες Πελοποννήσου απόστασιν εννοήσαντες, πρώτον μεν τας των γειτόνων οικίας των Γραικών εξεπόρθουν και εις αρπαγήν ετίθεντο, έπειτα δε κατά των οικητόρων της των Πατρών ορμήσαντες πόλεως τα προ του τείχους πεδία κατεστρέφοντο και ταύτην επολιόρκουν, μεθ’ εαυτών έχοντες και Αφρικανούς και Σαρακηνούς»… Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου: «Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν», κεφ 49’.
Μετά την επιτυχή άμυνα των κατοίκων της Πάτρας στη σλαβική πολιορκία το 807, το 811, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Α’ Ραγκαβέ, στάλθηκε στην Πελοπόννησο ο βυζαντινός στρατηγός Λέων ο Σκληρός που κατάφερε να τους υποτάξει:
“συμβαλών τω Σθλαβιανών έθνει πολεμικώς είλε τε και ηφάνισε εις τέλος και τοις αρχήθεν οικήτορσιν αποκαταστήναι τα οικεία παρέσχεν”, Χρονικό: «Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας».


Ετσι ο Λέων ο Σκληρός αφού υπέταξε τους Εζερίτες Σλάβους της Αχαΐας, τους περιόρισε στην περιοχή του Ωλένου (Νεζερά) και στη συνέχεια συμπλήρωσε την υποταγή των Σλάβων του Ταϋγέτου και της Αρκαδίας. Αυτή η κάθοδος του Λέοντα Σκληρού προκάλεσε νέες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, αφού πλέον οι σλαβικές κοινότητες περιορίστηκαν σε ακόμα μικρότερες και ορεινές κυρίως εκτάσεις.
Παρά όμως τον περιορισμό τους στον Ταΰγετο από τον Σταυράκιο και τον Λέοντα Σκληρό, οι Σλάβοι συνέχισαν εκεί και επί του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842) τις λεηλασίες, τους εμπρησμούς, τις κλοπές και τους εξανδραποδισμούς. Ετσι το 849, ο γιος και διάδοχος του Θεόφιλου, Μιχαήλ Γ’ απέστειλε στην Πελοπόννησο τον στρατηγό Θεόκτιστο των Βρυενίων που τους καθυπόταξε και για πρώτη φορά επέβαλλε φόρο, τα “πάκτα”, στους μεν Εζερίτες τριακόσια νομίσματα το χρόνο και στους Μελιγγούς εξήντα. Ομως ούτε η φορολόγηση κατάφερε να τους υποτάξει. Νέα στάση των Σλάβων του Ταϋγέτου έγινε επί συναυτοκρατόρων Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού και Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου (920-944) και περιγράφεται στην αναφορά του στρατηγού της Πελοποννήσου Ιωάννου Πρωτεύοντος:
… « αποστατήσαντες ου πείθονται ούτε στρατηγώ, ούτε βασιλική κελεύσει υπείκουσιν, άλλ’ εισίν ώσπερ αυτόνομοι και αυτοδέσποτοι και ούτε παρά του στρατηγού δέχονται άρχοντα, ούτε συνταξειδεύειν αυτώ υπείκουσιν, ούτε άλλην του δημοσίου δουλείαν εκτελείν πείθονται»…
Μετά από αυτά στάλθηκε στην Πελοπόννησο ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράς που από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο τελικά τους υπέταξε:
… « κατακαύσας τα θέρη αυτών και ληϊσάμενος πάσαν την γην αυτών έσχεν αυτούς ανθισταμένους και αντέχοντας μέχρι του μηνός Νοεμβρίου »…
Ο Αροτράς μάλιστα αύξησε σημαντικά τους φόρους που κατέβαλαν οι Σλάβοι. Ετσι οι Εζερίτες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εξακόσια νομίσματα και οι Μελιγγοί πεντακόσια σαράντα κάθε χρόνο. Μετά όμως από στασιασμό του απεσταλμένου στην Πελοπόννησο στρατηγού πρωτοσπαθάριου Βάρδα Πλατυπόδη καθώς και άλλων τοπικών αρχόντων και πρωτοσπαθάριων κατά του αυτοκράτορα Ρωμανού και την εκδίωξη από την Πελοπόννησο του πρωτοσπαθάριου Λέοντα Αγέλαστου, οι Εζερίτες και οι Μελιγγοί ζήτησαν τη διακοπή της καταβολής του νέου φόρου. Ο Ρωμανός Α’ Λεκαπηνός φοβούμενος γενικότερη στάση στην Πελοπόννησο κατάργησε τον νέο και επανέφερε τους παλιούς φόρους.
Ομως και στη συνέχεια, επί Νικηφόρου Β’ Φωκά (963-969), οι Σλάβοι της Λακωνικής μνημονεύονται στο “βίο του Νίκωνος του μετανοείτε” σαν Αθρικοί:
…«ους δη και Μεληγγούς καλείν ειώθασιν. Ανδρας αιμοφορείς και φόνιον πνέοντες, πόδας τε κεκτημένοι εις κακίαν τρέχοντες και μηδέν άλλο ειδότας ή μόνον το ληστεύειν αεί και τα αλλότρια επισπάσθαι αρπαλέως»…
Κατά τον Karl Hopf μάλιστα, μετά τον βίαιο εκχριστιανισμό τους από το Νίκωνα, οι ξένοι έποικοι: “βαπτισθέντες ηναγκάσθησαν να μάθωσιν την γραφήν και την γλώσσαν των αυτών αποστόλων και δεσποτών”. Ετσι οι Σλάβοι άρχισαν να εξελληνίζονται και οι κατοικούντες το Ζυγό, Μελιγγοί του Ταϋγέτου ήταν παρόντες στην αντίσταση των Πελοποννησίων κατά την επέλαση των σιδερόφρακτων Φράγκων, στη μάχη στον ελαιώνα του Κούνδουρου το 1207. Με τον εξελληνισμό τους οι Μελιγγοί του Ζυγού ή του Δρογγού άρχισαν να αφομοιώνονται και τελικά το 1248 υποτάχθηκαν, όπως και οι υπόλοιποι, στον Φράγκο ηγεμόνα Guillaume II de Villehardouin. Αυτός μάλιστα για να σφραγίσει την υποταγή του Δρογγού του Μελιγγού και για να ελέγχει το πέρασμα, έχτισε τότε το κάστρο του Λεύκτρου (Beaufort). Αργότερα, το 18ο αιώνα, συναντάμε και καπετανία του Ζυγού με έδρα το Λεύκτρο. Βέβαια πολλές περιγραφές που αφορούσαν τη σλαβική εποίκηση είχαν πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες. Ομως η παράθεσή τους απαντά σίγουρα στις δοξασίες του δήθεν πλήρους εκσλαβισμού της Πελοποννήσου που διατύπωσε ο Jacob Philipp Fallmerayer το 1830 αμφισβητώντας την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού.
Σήμερα δύσκολα μπορεί κανείς να ανακαλύψει τα ίχνη μιας οχύρωσης, του κάστρου “της Μελιγγούς” ή “του Μελιγγού” στο Νομιτσί, πάνω στο Γαϊδουροβούνι. Τα ερείπια αυτά καταλαμβάνουν την κορυφή του βουνού και είναι υπόλειμμα οχυρωματικού έργου της σκλαβωνίας του Ζυγού που σταμάτησε την κάθοδο του Σταυράκιου στη Μάνη. Ετσι μετά το Νομιτσί, στα αριστερά του κύριου δρόμου, κατευθυνόμαστε στα Σωματιανά. Από εκεί ακολουθώντας το “άγριο” και το “ήμερο” του βουνού, στα βορειοανατολικά, φθάνουμε σε ένα παλιό πέτρινο καλντερίμι. Πάνω στις πέτρες του υπάρχουν ακόμη “βραχογραφίες” από τα χέρια των αγωνιστών των αντιστασιακών ομάδων, που όργωναν και φύλαγαν τον Ταΰγετο στη σχετικά πρόσφατη ιταλογερμανική κατοχή. Εδώ δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την υπομονή αλλά και την πίστη αυτών των άγνωστων αγωνιστών που έβγαζαν την ψυχή τους πάνω στις άψυχες “σημαδεμένες” πέτρες. Το καλντερίμι ανηφορίζει για να συναντήσει παλιά δίπατα χτίσματα από ξερολιθιά που σήμερα εξυπηρετούν κτηνοτροφικές ανάγκες.
Από εκεί βλέπουμε την πιο “ήμερη” ανατολική πλαγιά του βουνού που απλώνεται σαν αμφιθέατρο και οδηγεί στην κορυφή του, όπου βρίσκονται και τα ίχνη της παλιάς σλαβικής οχύρωσης. Η θέα και η εποπτεία του χώρου από το Γαϊδουροβούνι είναι εκπληκτική. Από τα 1.019 μέτρα της κορυφής του καταλαβαίνει κανείς την αδυναμία της προέλασης των βυζαντινών του Σταυράκιου αλλά και τόσων άλλων που σκέφτηκαν αλλά δεν κατάφεραν να περάσουν από το Ζυγό του Μελιγγού, το Δρογγό των Σλάβων.

Γιάννης Μπίρης
Kάστρα και οχυρά της Μεσσηνίας: Το Κάστρο του Μελιγγού στο Γαϊδουροβούνι του Νομιτσί 
Πηγή: eleftheriaonline.gr




Printfriendly