.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2021

Ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ Ἀσκληπιείου τῆς ἀρχαίας Θουρίας


Oἱ ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὸ Ἀσκληπιεῖο τῆς ἀρχαίας Θουρίας, ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ, εἶναι ὅλες ἀναθηματικὲς καὶ ἀποκαλύφθηκαν στὸν χῶρο ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ. Οἱ δύο ἐξ αὐτῶν (ὑπ’ ἀρ. 3 καὶ 4) ἦταν χαραγμένες στὴν πρόσθια ἐπιφάνεια τῶν ἀντίστοιχων ἀσβεστολιθικῶν βάθρων, ποὺ ἦταν στημένα στὴν πρόσοψη τοῦ ναοῦ, σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν κρηπίδα.
Τὰ βάθρα βρέθηκαν ἀδιατάρακτα στὴν ἀρχική τους θέση ἑκατέρωθεν τῆς «ράμπας» εἰσόδου καὶ ἑδράζονταν στὸν βοτσαλωτὸ πεζόδρομο ποὺ περιέβαλλε τὸν ναό (εἰκ. 1, σχ. 1).
Χάρις σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἀναθηματικὲς ἐπιγραφὲς κατέστη δυνατὸ νὰ γίνει μὲ βεβαιότητα γνωστὴ ἡ ταυτότητα τῶν λατρευόμενων θεοτήτων στὶς ὁποῖες ἦταν ἀφιερωμένος ὁ ναός: Ἀσκληπιὸς καὶ Ὑγίεια.


Οἱ ἄλλες δύο ἐπιγραφές (ὑπ’ ἀρ. 1 καὶ 2) εἶναι ἀφιερωμένες στὸν Ἑρμῆ. Ἡ θέση τῆς μιᾶς ἐξ αὐτῶν (ὑπ’ ἀρ. 1) εἶναι βέβαιη, δεδομένου ὅτι ἦταν χαραγμένη σὲ πεσσίσκο, ὁ ὁποῖος ἦταν πεσμένος μπροστὰ στὴ βάση του ποὺ βρέθηκε in situ, τοποθετημένη στὴν πρόσοψη τοῦ ναοῦ. Ἄγνωστος παραμένει ὁ χῶρος ὅπου ἦταν στημένη ἡ ἄλλη ἐπιγραφή (ὑπ’ ἀρ. 2) μὲ τὸν ἐφηβικὸ κατάλογο, δεδομένου ὅτι τὸ κυβικὸ βάθρο στὸ ὁποῖο ἦταν χαραγμένη εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ὡς οἰκοδομικὸ ὑλικὸ σὲ δεύτερη χρήση σὲ μεταγενέστερο ἀρχαῖο τοῖχο.
Ὡστόσο οἱ δύο ἀναθηματικὲς ἐπιγραφὲς στὸν Ἑρμῆ, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀρχαιότερες (-3ος καὶ -2ος αἰ.) ἀπὸ τὶς ἄλλες δύο (-2ος/ -1ος αἰ. καὶ -1ος/ +1ος αἰ. ἀντίστοιχα), καθὼς καὶ ἡ ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων τῶν γυμνασίαρχων ἀναθετῶν, Κλεοδάμαντα καὶ Ἀντία, ὁδηγοῦν βάσιμα στὴν ὑπόθεση ὅτι προέρχονται ἀπὸ χῶρο Γυμνασίου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὸ εὐρύτερο περιβάλλον τοῦ Ἀσκληπιείου.
Ἡ παράθεση τῶν ἐπιγραφῶν, ποὺ ἀκολουθεῖ, γίνεται μὲ χρονολογικὴ σειρά, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότερη ἕως τὴ νεότερη.


1. Ἀνάθεση ἑρμαϊκῆς στήλης στὸν Ἑρμῆ (εἰκ. 2)
Μικρὴ ἑρμαϊκὴ στήλη (Λ7923) ἀπὸ λευκὸ ἀσβεστόλιθο, σπασμένη λοξὰ στὸ ἄνω μέρος.
Στὴν κορυφὴ τῆς ἐνεπίγραφης ἐπιφάνειας ὑπάρχει σχεδὸν τετράγωνη μικρὴ ὀπή (0.02 μ.).
Σώζεται ἡ ὀρθογώνια βάση γιὰ τὴ γόμφωση τῆς στήλης. Διαστ.: Στήλη: ὕψ. 0,55μ., πλ. 0,155μ., πάχ. 0,13μ. Βάση: ὕψ. 0,15μ., πλ. 0,30μ., πάχ. 0,33μ. Διαστ. τόρμου γιὰ τὴ γόμφωση τῆς στήλης: 0,16× 0,135μ., βάθ. 0,04μ.
Βρέθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2012, πεσμένη ἀνάμεσα σὲ σωρὸ ἀρχιτεκτονικῶν μελῶν ποὺ ἦταν συγκεντρωμένα μπροστὰ στὴ ΝΑ. γωνία τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας, σὲ βάθος 0,65 μ. περίπου ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους1. Τὰ ἀρχιτεκτονικὰ μέλη ἦταν δύο ἰωνικὰ κιονόκρανα, τρία τμήματα ραβδωτῶν ἰωνικῶν κιόνων καί, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀνατολικότερα ἀπὸ αὐτά, δύο τμήματα γείσου μὲ γεισίποδες καὶ λευκὸ ἐπίχρισμα, ποὺ κάλυπτε ὅλη τὴν ἐπιφάνειά τους. Εἶναι φανερὸ ὅτι πρόκειται γιὰ οἰκοδομικὸ ὑλικὸ προερχόμενο ἀπὸ τὴν κιονοστοιχία τῆς ἰωνικῆς στοᾶς, τὸ ὁποῖο μεταφέρθηκε ἐκεῖ μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ οἰκοδομήματος, προκειμένου νὰ ἐπαναχρησιμοποιηθεῖ. Προφανῶς ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρχιτεκτονικῶν μελῶν πραγματοποιήθηκε μετὰ τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ ναοῦ, μέρος τοῦ ὁποίου εἶχε ἤδη καταχωθεῖ.
Ἡ ἑρμαϊκὴ στήλη βρέθηκε σὲ ὄρθια θέση, ἀλλὰ ὄχι in situ, ἀνάμεσα σὲ ἕνα κιονόκρανο καὶ ἕνα τμῆμα ἰωνικοῦ κίονα ποὺ ἦταν πεσμένα μπροστὰ στὸ ἐνεπίγραφο βάθρο ὑπ’ ἀρ.3, σὲ βάθος 0,50 μ. ἀπὸ τὴν ἐπάνω ἐπιφάνεια τῆς στέψης τοῦ βάθρου. Ἡ ἐπιγραφή, ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 στίχους καὶ διακρίνεται στὸ κάτω μέρος τῆς στήλης.
Ἡ σχεδὸν ὀρθογώνια βάση ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδραζόταν ἡ στήλη, ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ μελανόφαιο λίθο μὲ ἁδρὰ ἐπεξεργασμένη ἐπιφάνεια καὶ ὀρθογώνιο τόρμο γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς στήλης. Ἡ βάση βρέθηκε in situ, τοποθετημένη ἔμπροσθεν καὶ σχεδὸν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ βάση τοῦ ἐνεπίγραφου βάθρου ὑπ’ ἀρ. 3, σὲ βάθ. 1,40μ. ἀπὸ τὴν ἄνω ἐπιφάνεια τῆς ἐπίστεψής του2. Σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀριστερά της ἦταν τοποθετημένη στὴν ἀρχική της θέση καὶ ἄλλη σχεδὸν κυβικὴ ἀσβεστολιθικὴ βάση, παρόμοιων διαστάσεων, μὲ κυκλικὸ τόρμο στὴν ἄνω ἐπιφάνειά της γιὰ τὴν ὑποδοχὴ κυλινδρικῆς στήλης, ἡ ὁποία δὲν βρέθηκε.
Ἡ θέση τῆς ἑρμαϊκῆς στήλης τοῦ -3ου αἰ. ἐμπρὸς στὸ βάθρο ὑπ’ ἀρ. 3, τὸ ὁποῖο εἶναι χρονολογικὰ μεταγενέστερο (-2ος/ -1ος αἰ.), προκαλεῖ προβληματισμὸ καὶ ὁδηγεῖ στὴν ὑπόθεση ὅτι ἀρχικὰ ἡ στήλη ἦταν τοποθετημένη σὲ ἄλλο σημεῖο, ἴσως σὲ ὅμορο χῶρο γυμνασίου καὶ ἀργότερα τοποθετήθηκε στὴν πρόσοψη τοῦ ναοῦ, δεξιὰ τῆς ράμπας εἰσόδου, ὅπου βρέθηκε.
Ἡ μικρὴ σχεδὸν τετράγωνη ὀπή, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ ἐπάνω μέρος τῆς ἐνεπίγραφης ἐπιφάνειας τῆς στήλης, προφανῶς προοριζόταν γιὰ τὴ στερέωση κάποιου ἄγνωστου ἔνθετου διακοσμητικοῦ στοιχείου, λίθινου ἢ μετάλλινου.
vacat
Κλεοδάμας γυ-
μνασίαρχος
Λυσικράτης
γροφεὺς
Ἑρμῆι
vacat
Ὕψ. γραμμ. 0,01μ. (ο=0,06μ.). Ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων προκύπτει χρονολόγηση στὸν -3ο αἰ.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή, ἡ ἑρμαϊκὴ στήλη εἶναι ἀνάθεση δύο ἀξιωματούχων, ἑνὸς γυμνασίαρχου (Κλεοδάμας) καὶ ἑνὸς γροφέως (Λυσικράτης) στὸν Ἑρμῆ. Ἡ λέξη γροφεὺς εἶναι δωρικὸς τύπος τοῦ γραφεύς, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ σχετικὰ συχνὰ στὴν Πελοπόννησο3, καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Στὴ Μεσσηνία μαρτυρεῖται μία φορὰ σὲ κατάλογο ἀξιωματούχων τῶν ἀρχῶν τοῦ -3ου αἰ. (Μουσ. Μεσ. ἀρ. εὑρ. 10263)4.
Τὸ ἀξίωμα τοῦ γροφέως ἦταν παρόμοιο μὲ αὐτὸ τοῦ γραμματέως. Ἐφόσον ἡ ἀνάθεση γίνεται ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν γυμνασίαρχο καὶ μάλιστα στὸν Ἑρμῆ, ποὺ ἦταν, ὡς γνωστόν, ὁ κατ’ ἐξοχὴν προστάτης τῶν γυμνασίων, θὰ πρέπει νὰ θεωρήσουμε ὅτι πιθανότατα ὁ γροφεὺς νὰ ἦταν ἀξιωματοῦχος τοῦ γυμνασίου τῆς ἀρχαίας Θουρίας.


2. Ἀνάθεση γυμνασίαρχου στὸν Ἑρμῆ μὲ ἐφηβικὸ κατάλογο (εἰκ. 3)
Ὀρθογώνιο, σχεδὸν κυβικό, ἀσβεστολιθικὸ βάθρο, ἀκέραιο (Λ7848). Στὴν ἄνω πλευρὰ σώζεται ὀρθογώνιος τόρμος γιὰ τὴν ἔνθεση τοῦ ἀναθήματος, πιθανότατα ἑρμαϊκῆς στήλης.
Διαστ.: Βάθρο: ὕψ. 0,32μ., πλ. 0,30μ., πάχ. 0,30μ. Τόρμος γιὰ τὴν ἔνθεση τῆς στήλης: 0,14× 0,13μ. Βάθ. 0,035  μ.
Βρέθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνασκαφῆς, τὸν Μάιο τοῦ 2011 ἐνσωματωμένο σὲ δεύτερη χρήση στὸ βορειοδυτικὸ ἄκρο τοιχαρίου ἀπὸ ἀργοὺς λίθους (σωζ. διαστ.: μῆκ. 3,40μ., πλ. 0,25-0,30μ.), πρόχειρης κατασκευῆς, τὸ ὁποῖο εἶχε λοξὴ κατεύθυνση, ἀπὸ ΒΔ. πρὸς ΝΑ., ἔμπροσθεν τῆς ΝΔ. γωνίας τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας5. Μετὰ τὸν καθαρισμὸ τοῦ λίθου ἐμφανίστηκε ἡ ἐπιγραφή, ἀποτελούμενη ἀπὸ 19 στίχους, σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση διατήρησης. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ τοιχαρίου κατὰ 0,20μ. ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ βοτσαλωτοῦ πεζοδρόμου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζονται τὰ ἀναθηματικὰ βάθρα στὴν πρόσοψη τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ τὰ χαλαρὰ καὶ διαταραγμένα χώματα ποὺ τὸ περιέβαλλαν, φανερώνουν ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ μεταγενέστερη κατασκευὴ στὴν ὁποία χρησιμοποιήθηκε ἀρχαιότερο οἰκοδομικὸ ὑλικό, προερχόμενο ἀπὸ κάποιο γειτονικὸ οἰκοδόμημα, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα γυμνάσιο, ὅπως μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιγραφῆς.
[Ἐ]πὶ γυμνασιάρχω Ἀντία
[τ]ριτίρενες - Ἀριστομαχίδος
Λυκῖνος Φιλώτα, Νικήστας
Δαμοσθένεος, Εὔανδρος
5 Εὐαίνω, Θρασυμήδης Εὐαίνω,
Δαμοκράτης Οἰκοτέλεος,
Φιλόξενος Πασικράτεος, Σωτέλης
Μικυθίωνος - Κρεσφοντίδος
Ξενάρης Ξεναρχίδα, Εὐθυμοκλῆς
10 Ἀρίστωνος - Κλεολαίας
Ἀγαθάμερος Νίκωνος, Νίκων Νικία,
Σώταιρος Σωνίκω - Δαϊφοντίδος
Χαρμαντίδας Τιμοξένω
Δείνων Πολυεύκτω, Δαμόκριτος
15 Μοσχίωνος - Ὑλλίδος
Πολύχαρτος Δαμέα
Σαιθίων Δαμοσθένεος.
Ἀντίας γυμνασιαρχήσας
Ἑρμᾶνι.
Ὕψ. γραμ. 0,01μ. Ἡ χρονολόγηση στὸν -2ο αἰ. προκύπτει ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων.
Ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι κατάλογος ἐφήβων ποὺ ἀναγράφεται σὲ βάθρο ποὺ ἔφερε ἑρμαϊκὴ στήλη, μὲ ἀνάθεση τοῦ γυμνασίαρχου Ἀντία στὸν Ἑρμῆ. Ἀπὸ τὴν ἀρχαία Θουρία γνωρίζουμε ἀκόμη δύο κατάλογους ἐφήβων, τὸν IG V, 1, 1384, ὁ ὁποῖος ἐντοπίστηκε πρόσφατα, ἐντοιχισμένος στὸ προαύλιο τῆς Μονῆς Παλαιοκάστρου «Τὰ Ἑλληνικὰ»6 καὶ τὸν IG V,1, 1386, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει σημαντικὲς ὁμοιότητες μὲ τὸν ἐν λόγῳ ἐφηβικὸ κατάλογο, ὅμως πρὸς τὸ παρὸν λανθάνει7.
Στ. 1: [Ἐ]πὶ γυμνασιάρχω Ἀντία. Βλ. καὶ τὴ γενικὴ Εὐαίνω ἀντὶ Εὐαίνου (στ. 5), Σωνίκω ἀντὶ Σωνίκου (στ. 12), Τιμοξένω ἀντὶ Τιμοξένου (στ. 13), Πολυεύκτω ἀντὶ Πολυεύκτου (στ. 14). Ἡ κατάληξη τῆς γενικῆς σὲ -ω ἀντὶ -ου εἶναι φαινόμενο ἐκτὸς ἄλλων διαλέκτων καὶ τῆς δωρικῆς, πρβ. C. D. Buck, The Greek Dialects (1955) 270, ἀρ. 74 (Θαλάμαι),
στ. 5: τᾶ σιῶ, 271, ἀρ. 77 (Σπάρτη), στ. 4-5: ἐπὶ πατρονόμω, ΗΟΡΟΣ 10-12, 260 (Σπάρτη),
στ. 3: ἀπὸ τούτω8.
Τὸ ὄνομα Ἀντίας στὴ Μεσσηνία μαρτυρεῖται μόνο στὴ Θουρία, ὁ ἔφηβος τῆς Ἀριστομαχίδος φυλῆς Ἀντίας Πρατονίκου στὸν προαναφερθέντα χαμένο ἐφηβικὸ κατάλογο (βλ. IG V, 1, 1386, στ. 13). Λόγῳ τῆς σπανιότητος τοῦ ὀνόματος θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι τὰ δύο πρόσωπα, δηλ. ὁ γυμνασίαρχος τῆς ἐπιγραφῆς ποὺ δημοσιεύεται ἐδῶ καὶ ὁ ἔφηβος στὸν κατάλογο IG V, 1, 1386, στ. 13, ἦταν συγγενεῖς, πιθανότατα δὲ καὶ τὸ ἴδιο πρόσωπο9.
Ὁ γυμνασίαρχος Ἀντίας ἀναγράφεται χωρὶς πατρώνυμο ὡς ἐπώνυμος ἀξιωματοῦχος. Τὸ ἴδιο φαινόμενο ἀπαντᾶ καὶ στὸν ἐφηβικὸ κατάλογο ἀπὸ τὴν ἀρχαία Θουρία τοῦ -2ου αἰ. ποὺ προαναφέρθηκε (IG V, 1, 1386, στ.1): [ἐπὶ γυ]μνασιάρχου Ἀγία vel Ἀγιάδα.
Στ. 2: Ὁ ὅρος τριτίρενες (ἢ τριετείρενες)10 ἀπαντᾶ στὸν ἐφηβικὸ κατάλογο τῆς ἀρχαίας Θουρίας IG V, 1, 1386, στ. 2 καὶ στοὺς ἐφηβικοὺς καταλόγους τῆς ἀρχαίας Μεσσήνης· σημαίνει τοὺς ἐφήβους ποὺ ἔχουν ὁλοκληρώσει τὴν τριετῆ τους θητεία.
Στ. 3: Νικήστας: τὸ ὄνομα εἶναι ἀμάρτυρο.
Τὰ ὀνόματα Εὔαινος (στ. 5), Οἰκοτέλης (στ. 6), Μικυθίων (στ. 8), Εὐθυμοκλῆς (στ. 9), Πολύευκτος (στ. 14), Μοσχίων (στ. 15), Πολύχαρτος (στ. 16), Σαιθίων (στ. 17) μαρτυροῦνται γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Μεσσηνία (πρβ. LGPN III. A. s.v.).
Στ. 2-17: Οἱ ἔφηβοι ἀναγράφονται μὲ τὸ πατρώνυμό τους κατὰ φυλές, ὅπως καὶ στὸν χαμένο ἐφηβικὸ κατάλογο IG V, 1, 1386. Οἱ φυλὲς εἶναι οἱ πέντε δωρικὲς ποὺ ἀπαντοῦν καὶ στοὺς ἐφηβικοὺς καταλόγους τῆς ἀρχαίας Μεσσήνης: Ἀριστομαχίς (στ. 2) μὲ ἑπτὰ ἐφήβους (στ. 3-8), Κρεσφοντίς (στ. 8) μὲ δύο ἐφήβους (στ. 9-10), Κλεολαία (στ. 10) μὲ τρεῖς ἐφήβους (στ. 11-12), Δαϊφοντίς (στ. 12) μὲ τρεῖς ἐφήβους (στ. 13-15), καὶ Ὑλλίς (στ. 15) μὲ δύο ἐφήβους (στ. 16-17). Τὸ σύνολο τῶν ἐφήβων εἶναι δέκα ἑπτά.
Δύο ἀπὸ τοὺς ἐφήβους τῆς Ἀριστομαχίδος, ὁ Εὔανδρος Εὐαίνου καὶ ὁ Θρασυμήδης Εὐαίνου, ἦταν κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἀδέλφια, ἐφόσον ἔχουν τὸ ἴδιο πατρώνυμο καὶ ἀνήκουν στὴν ἴδια φυλή. Ἡ ἐμφάνιση ἀδελφῶν στοὺς ἐφηβικοὺς καταλόγους τῆς ἑλληνιστικῆς καὶ ρωμαϊκῆς περιόδου εἶναι συχνὸ φαινόμενο καὶ ὑποδηλώνει ὅτι τὸ ὅριο τῆς ἡλικίας γιὰ τὴν εἴσοδο στὸν θεσμὸ τῆς ἐφηβείας δὲν ἦταν αὐστηρό, ὅπως ἦταν στὴν Ἀθήνα τοῦ -4ου αἰ., ὅπου οἱ νέοι εἰσέρχονταν στὴν ἐφηβεία μόλις γίνονταν δέκα ὀκτὼ ἐτῶν (βλ. Ἀριστ. Ἀθ. Πολ. 42, 1-2). Ἡ ὑπόθεση ὅτι θὰ μποροῦσε τὰ δύο ἀδέλφια νὰ ἦταν δίδυμοι δὲν εὐσταθεῖ ἐφόσον τὸ φαινόμενο εἶναι σχετικὰ συχνό.
Στ. 18-19: Ὁ γυμνασίαρχος Ἀντίας, ὁ ὁποῖος στὸν στ. 1 ἀναγράφεται ὡς ἐπώνυμος ἀξιωματοῦχος, ἐμφανίζεται ξανὰ στὸ τέλος τῆς ἐπιγραφῆς ὡς ἀναθέτης στὸν Ἑρμῆ. Ἡ δοτικὴ Ἑρμᾶνι εἶναι τῆς δωρικῆς διαλέκτου, βλ. καὶ τὸν Ἱερὸ νόμο τῆς Ἀνδανίας IG V,1, 1390, στ. 33-4 καὶ 69: Ἑρμᾶνι κριόν.
Ὁ Ἑρμῆς καὶ ὁ Ἡρακλῆς ἦταν οἱ δύο πιὸ σημαντικὲς θεότητες ποὺ προστάτευαν τὰ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα καὶ ἀποτελοῦσαν χώρους λατρείας τους. Συνεπῶς εἶναι πολὺ συχνὲς οἱ ἀναθέσεις γυμνασίαρχων, ὑπογυμνασίαρχων καὶ ἐφήβων στὸν Ἑρμῆ καὶ στὸν Ἡρακλῆ στὰ γυμνάσια τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου11.
Τὸ ὅτι μέχρι στιγμῆς ἔχουν βρεθεῖ τρεῖς ἐφηβικοὶ κατάλογοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία Θουρία, καθὼς καὶ ἡ ἀνάθεση τῆς ἑρμαϊκῆς στήλης γυμνασίαρχου καὶ γροφέως ποὺ δημοσιεύεται στὸ παρὸν ἄρθρο, καθιστᾶ βέβαιον ὅτι ὑπῆρχε τοπικὸς θεσμὸς τῆς ἐφηβείας καὶ ὅτι ἡ ἀρχαία Θουρία θὰ εἶχε κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦσαν τὶς ἀνάγκες τῆς λειτουργίας τοῦ γυμνασίου.

3. Ἀνάθεση στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ στὴν Ὑγίεια (εἰκ. 2)
Ὀρθογώνιο ἀσβεστολιθικὸ βάθρο (Λ7924), ἡ ἐπιφάνεια τοῦ ὁποίου καλυπτόταν ἀπὸ σκληρὸ ἵζημα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀρθογώνια βάση, συμπαγῆ κορμὸ καὶ ἐπίκρανο μὲ κυμάτιο στὸ κάτω μέρος. Στὴν ἄνω ἐπιφάνεια τοῦ ἐπικράνου σώζονται τέσσερις τόρμοι σὲ σχῆμα πέλματος (μῆκ. 0,13-0,15 μ., πλ. 0,035-0,04 μ.) γιὰ τὴ στερέωση δύο χάλκινων ἀγαλμάτων, προφανῶς παιδιῶν. Κάτω ἀπὸ τὴ βάση τοῦ βάθρου ὑπάρχει ὀρθογώνιο μονόλιθο ἀσβεστολιθικὸ ὑπόβαθρο, ἡ καλύτερη στερέωση καὶ εὐθυγράμμιση τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴν τοποθέτηση μικρῶν ἀργῶν λίθων, ὡς «σφηνῶν», στὸ κάτω μέρος του. Διαστ.: Κορμός: ὕψ. 0,67μ., πλ. 0,74μ., πάχ. 0,31μ. Βάση: ὕψ. 0,19μ., πλ. 0,975μ., πάχ. 0,49μ. Ἐπίστεψη: ὕψ. 0,22μ., πλ. 0,96μ., πάχ. 0,515μ. Ὑπόβαθρο: ὕψ. 0,33μ., πλ. 1,10μ., πάχ. 0,71μ.
Βρέθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνασκαφῆς τὸν Ὀκτώβριο 2012, ἀδιατάρακτο στὴν ἀρχική του θέση, δεξιὰ τοῦ εἰσερχόμενου στὸν ναό, σὲ ἐπαφὴ μὲ τήν «ράμπα» εἰσόδου.
Σὲ μικρὴ ἀπόσταση (περίπου 0,30μ.) στὰ ἀνατολικὰ βρίσκεται ἐπίσης in situ καὶ δεύτερο βάθρο, παρόμοιας κατασκευῆς, μὲ ἐπιφάνεια ποὺ φέρει ἀρκετὰ διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ χωρὶς ἴχνη ἐπιγραφῆς12. Τὰ δύο βάθρα ἐφάπτονται κατὰ τὴν πίσω ὄψη τους στὴν κρηπίδα καὶ ἑδράζονται ἐπάνω στὸ βοτσαλωτὸ δάπεδο τοῦ πεζοδρόμου, ποὺ περιβάλλει τὸν ναό. Ἡ θέση τους εἶναι ἀντίστοιχη πρὸς τὰ τρία βάθρα, ποὺ ἦταν τοποθετημένα στὴν ἀριστερὴ ὡς πρὸς τὸν εἰσερχόμενο, πλευρὰ τοῦ ναοῦ.
Στὸ ἄνω μέρος τῆς πρόσθιας ἐπιφάνειας τοῦ κορμοῦ τοῦ βάθρου ὑπάρχει χαραγμένη ἐπιγραφή:
Δαμόφαντος Δαμοθάλεος
Νικανδρία Εὐθύμου
Δαμοθάλη, Εὔθυμον
τοὺς υἱοὺς κοματεύσαντας,
5 Ἀσκλαπιῶι καὶ Ὑγιείαι.
Ὕψ. γραμ. 0,023 μ. Ἡ χρονολόγηση στὸν -2ο/ -1ο αἰ. προκύπτει ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων.
Ὁ Δαμόφαντος Δαμοθάλεος καὶ ἡ Νικανδρία Εὐθύμου ἀναθέτουν τοὺς ἀνδριάντες τῶν δύο υἱῶν τους ποὺ ἔφεραν τὰ ὀνόματα Δαμοθάλης καὶ Εὔθυμος ἀντιστοίχως, στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ στὴν Ὑγίεια.
Στ. 1 καὶ 3: ὁ ἀναθέτης Δαμόφαντος Δαμοθάλεος καὶ ὁ υἱός του Δαμοθάλης θὰ πρέπει νὰ ταυτίζονται προσωπογραφικῶς μὲ τοὺς ἀναγραφόμενους στὸν κατάλογο συνδίκων τῆς μεγάλης ὀπισθόγραφης στήλης τῆς ἀρχαίας Θουρίας (ἀρ. εὑρ. 451 Α+Β (SEG 11, 971), ὅπου στὴν πλευρὰ Α ἀναγράφεται τὸ ψήφισμα τῆς πόλεως τῶν Θουριατῶν σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀποφασίζεται νὰ ἐκδικασθοῦν οἱ διαφορὲς μεταξὺ Θουριατῶν καὶ Μεγαλοπολιτῶν στὴν πόλη τῆς Πάτρας, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάμβανε ρόλο διαιτητοῦ στὴν ἐκδίκαση τῆς ὑπόθεσης. Τὸ ψήφισμα ἀκολουθεῖ ἐκτενὴς κατάλογος συνδίκων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν στὴν πόλη τῆς Πάτρας γιὰ τὴ δίκη. Ὁ κατάλογος τῶν ὀνομάτων ὁρίζεται νὰ στηθεῖ στὸ ἱερὸ τῆς Συρίας θεᾶς στὴ Θουρία13. Στὴ δεύτερη στήλη τῶν ἀναγραφομένων συνδίκων ἐμφανίζονται τὰ ὀνόματα Δαμό[φ]αντος [Δα]μοθάλεος (στ. 3) καὶ Δαμο[θά]λης Δαμοφάντου (στ. 5).
Στ. 4: κοματεύσαντας: ἡ μετοχὴ κοματεύσας14 σχετίζεται μὲ τὸ ρῆμα κομάω, ποὺ σημαίνει φέρω μακριὰ κόμην, ἔχω μακριὰ μαλλιά (βλ. LSJ s.v.). Ἀπὸ τὸ ρῆμα αὐτὸ προέρχεται τὸ ἐπίθετο κομήτης, ὁ μακρυμάλλης (βλ. LSJ s.v.). Τὸ ἀμάρτυρο ρῆμα κοματεύω, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἡ μετοχὴ κοματεύσας (πληθ. κοματεύσαντες), θὰ πρέπει νὰ προέρχεται, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τοῦ κ. Α. Ματθαίου, ἀπὸ τὸ ἐπίθετο κομήτης. Εἶναι δηλαδὴ ρῆμα τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ ὄνομα ἐπίθετο. Προκύπτει ὅτι ὁ Δαμοθάλης καὶ ὁ Εὔθυμος, οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Δαμοφάντου καὶ τῆς Νικανδρίας, εἶχαν θητεύσει στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας συμμετέχοντας σὲ κάποια τελετὴ μύησης κατὰ τὴν ὁποία οἱ νέοι ἄφηναν μακριὰ τὰ μαλλιά τους (Παυσ. ΙΙ 11, 6).


4. Ἀνάθεση στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγίεια (εἰκ. 4)
Ὀρθογώνιο ἀσβεστολιθικὸ βάθρο (Λ7925), τὸ ὁποῖο στηρίζεται σὲ διμερῆ ὀρθογώνια βάση. Στὸ μέσον τῆς ἄνω ἐπιφάνειας φέρει αὔλακα μολυβδοχόησης, ποὺ καταλήγει σὲ ὀρθογώνιο τόρμο γιὰ τὴ στερέωση τῆς ἐπίστεψης τοῦ βάθρου, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ βρισκόταν πιθανότατα τὸ ἄγαλμα τοῦ παιδιοῦ, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται στὴν ἐπιγραφή.
Διαστ.: Βάθρο: ὕψ. 0,89μ., πλ. 0,34μ., πάχ. 0,32μ. Βάση: 0,52×0,48μ., ὕψ. 0,22μ. Ὑπόβαθρο: 0,55× 0,70μ., ὕψ. 0,15μ. Χρονολογεῖται στὸν -1ο αἰ./ +1ο αἰ.
Βρέθηκε ἀδιατάρακτο στὴν ἀρχική του θέση τὸν Δεκέμβριο 2010 κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀνασκαφῆς στὸν χῶρο μπροστὰ στὴ ΝΔ. γωνία τοῦ ναοῦ15. Εἶναι τοποθετημένο μεταξὺ τῶν βάσεων δύο ἄλλων ἄγνωστων βάθρων καὶ ἀκουμπᾶ σὲ μονόλιθο ἀσβεστολιθικὸ ὑπόβαθρο.
Οἱ τρεῖς βάσεις ἑδράζονται ἐπάνω στὸν βοτσαλωτὸ πεζόδρομο ποὺ περιβάλλει τὸν ναό.
Ἡ πρώτη ἀπὸ δυτικὰ βάση (διαστ. 0,72× 0,88μ., ὕψ. 0,20μ.) ἑδράζεται σὲ ὀρθογώνιο, ἁδρὰ κατεργασμένο ἀσβεστολιθικὸ ὑπόβαθρο. Ὁ κορμὸς τοῦ βάθρου ἦταν πιθανότατα διμερής, ἀποτελούμενος ἀπὸ δύο ὀρθογώνιες ἀσβεστολιθικὲς πλάκες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία (διαστ. 0,55× 0,28μ., ὕψ. 0,79μ.) βρέθηκε πεσμένη ἔμπροσθεν τῆς βάσης καὶ ἀποκαταστάθηκε στὴν ἀρχική της θέση. Στὴ μιὰ ὄψη ἔφερε ἀνάγλυφο, πλήρως ἀποκρουσμένο, ἀδιάγνωστο διακοσμητικὸ στοιχεῖο, ἐνῶ στὴν ἄνω ἐπιφάνειά της σώζει μικρὸ ὀρθογώνιο τόρμο καὶ αὔλακα μολυβδοχόησης. Ἀπὸ τὸ βάθρο ποὺ βρισκόταν ἀνατολικὰ τοῦ ἐνεπίγραφου, σώζεται μόνο τὸ μονολιθικὸ ὑπόβαθρο (διαστ. 0,70× 0,70μ., ὕψ. 0,40μ.), ἐφαπτόμενο κατὰ τὴ μία πλευρά του στή «ράμπα» εἰσόδου τοῦ ναοῦ.
Καὶ οἱ τρεῖς βάσεις βρίσκονταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν κρηπίδα τοῦ ναοῦ, ἐνῶ στὸ πίσω μέρος τους ὑπῆρχε παχὺ στρῶμα στάχτης καὶ καμένων χωμάτων μὲ μεγάλο ἀριθμὸ ὀστράκων, ὀστῶν καὶ ὀστρέων. Στὴν ἐμπρόσθια ἐπιφάνεια τοῦ μεσαίου βάθρου ἦταν χαραγμένη ἐπιγραφή:
Ἀριστοφάνης
Φιλωτὶς
Φιλόξενον
τὸν υἱὸν
5 Ἀσκλαπιῶι
καὶ Ὑγιείαι
κοματεύ-
σαντα.
Ὕψ. γραμ. 0,03 μ. Ἡ χρονολόγηση στὸν -1ο αἰ./ +1ο αἰ. προκύπτει ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων.
Ὁ Ἀριστοφάνης καὶ ἡ Φιλωτὶς ἀναθέτουν τὸν ἀνδριάντα τοῦ υἱοῦ τους Φιλόξενου στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγίεια.
Στ. 2: Τὸ ὄνομα Φιλωτὶς μαρτυρεῖται γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Μεσσηνία.
Στ. 7-8: κοματεύσαντα: Βλ. σχόλιο στὸ στ. 4 τῆς προηγούμενης ἐπιγραφῆς. Προκύπτει ὅτι ὁ Φιλόξενος, υἱὸς τοῦ Ἀριστοφάνους καὶ τῆς Φιλώτιδος, εἶχε θητεύσει στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγιείας συμμετέχοντας σὲ κάποια τελετὴ μύησης κατὰ τὴν ὁποία οἱ νέοι ἄφηναν μακριὰ τὰ μαλλιά τους.
Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ τὸ ἐνδιαφέρον παράλληλο ἀναθηματικῆς ἐπιγραφῆς τῶν αὐτοκρατορικῶν χρόνων ἀπὸ τὴν Ἀμοργὸ IG XII, 7, 259, στὴν ὁποία μαρτυρεῖται ὁ συναφὴς ὅρος κοματροφήσας (στ. 8-9):
Ἀγαθῆι τύχηι
[Α]ὐρ. Θεόδοτος Ἑρ-
[μί]ου στεφανηφο-
[ρή]σας σὺν καὶ Αὐρ.
5 [Ἰάσ]ονι Μουσικοῦ
[συν]τελέσας τὰ πά-
[τρια] μυστήρια τοῖς
[θεοῖ]ς κοματροφήσαν-
[τος τ]οῦ ὑοῦ μου Αὐρ.
10 [Θεοδ]ότου β΄ τὸν τίτλον
[ἀν]έθηκα.
Στοὺς στ. 8-9 ἡ μετοχὴ κοματροφήσας προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα κοματροφέω (= κόμην τρέφω), δηλ. ἀφήνω μακριὰ μαλλιά, ἔχει τὴν ἴδια σημασία μὲ τὴ μετοχὴ κοματεύσας/κοματεύσαντας τῶν δύο, μέχρι στιγμῆς, ἐπιγραφῶν ἀπὸ τὴν ἀρχαία Θουρία16.
Οἱ ἀναθηματικὲς ἐπιγραφὲς μὲ τὰ ὀνόματα παιδιῶν μαρτυροῦν ὅτι στὸ ἱερὸ τῆς Θουρίας ὁ Ἀσκληπιός, ἐκτὸς ἀπὸ θεραπευτὴς ἰατρός, λατρευόταν καὶ ὡς προστάτης τῶν παιδιῶν, ποὺ ἀφιέρωναν σ᾽ αὐτὸν τὰ μαλλιά τους ὅταν εἰσέρχονταν στὸ στάδιο τῆς ἐφηβείας17.
Ὁ ἐντοπισμὸς καὶ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ γυμνασίου τῆς ἀρχαίας πόλης, τὸ ὁποῖο πιθανὸν νὰ βρισκόταν πλησίον τοῦ Ἀσκληπιείου, ἀναμένεται νὰ παράσχει τὶς ἀπαραίτητες πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὴν προέλευση τῶν ἀναθηματικῶν ἐπιγραφῶν στὸν Ἑρμῆ ἀπὸ τοὺς δύο γυμνασίαρχους, τὸν Κλεοδάμαντα καὶ τὸν Ἀντία.


ΞΕΝΗ ΑΡΑΠΟΓΙΑΝΝΗ – ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΜΑΚΡΗ
Ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ Ἀσκληπιείου τῆς ἀρχαίας Θουρίας
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ 2015

1. Ἔργον 2012, 36, εἰκ. 24. Ξένη Ἀραπογιάννη, ΠΑΕ 2012, 43, πίν. 31α.
2. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀνασκαφικῆς ἔρευνας, ἡ ἑρμαϊκὴ στήλη τοποθετήθηκε στὴν ἀρχική της θέση
στὸν ὀρθογώνιο τόρμο τῆς βάσης της.
3. Βλ. γιὰ παράδειγμα IG IV2, 1, 69, στ. 3, IG IV 498, στ. 5, 7, IG IV 609, στ. 8.
4. Βλ. Π. Θέμελη, Τὰ Κάρνεια καὶ ἡ Ἀνδανία, στὸ Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιᾶ, Ἄ. Α. Λαιμοῦ, Λ. Γ. Μενδώνη, Ν. Κούρου (ἐπιμ.), Ἀμύμονα ἔργα. Τιμητικὸς τόμος γιὰ τὸν καθηγητὴ Βασίλη Κ. Λαμπρινουδάκη (Ἀθήνα 2007) 512-513, εἰκ. 2.
5. Τὸ τοιχάριο περιγράφεται στὸ ἡμερολόγιο τῆς ἀνασκαφῆς ὡς «τοῖχος 2», βλ. Ἔργον 2011, 24-26 καὶ Ξένη Ἀραπογιάννη, ΠΑΕ 2011, 57, πίν. 49β-50α.
6. Γιὰ τὸν ἐντοπισμὸ τῆς ἐπιγραφῆς βλ. Δελτίον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπιγραφικῆς Ἑταιρείας (Ἰούλιος 2011) www.greekepigraphicsociety.org.gr.
7. Οἱ ὁμοιότητες μεταξὺ τοῦ ἐφηβικοῦ καταλόγου IG V, 1, 1386 καὶ τοῦ παρόντος καταλόγου εἶναι οἱ
ἑξῆς: 1. Ἀναφέρεται ὁ γυμνασίαρχος ὡς ἐπώνυμος ἀξιωματοῦχος (στ. 1), 2. Ἀναγράφεται ὁ ὅρος τριτίρενες (στ. 2), 3. Οἱ ἔφηβοι ἀναφέρονται κατὰ φυλές. Κανένα ἀπὸ τὰ τρία προαναφερθέντα χαρακτηριστικὰ δὲν παρατηρεῖται στὸν ἐφηβικὸ κατάλογο τῆς ἀρχαίας Θουρίας IG V, 1, 1384 καὶ αὐτὸ ὑποδηλώνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀνήκει σὲ μεταγενέστερη ἐποχή (καὶ ὄχι στὸν -2ο αἰ. ὅπως ἀναφέρει τὸ corpus), πιθανότατα στὸν -1ο αἰ., ὅπως μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει καὶ ἀπὸ τὴ μορφὴ τῶν γραμμάτων.
8. Βλ. καὶ C. D. Buck, The Greek Dialects (1955) 307, ἀρ. 115 (Κυρήνη), στ. 22: ἀπ’ ἀνθρώπω Βάττω, στ. 27: ἀπὸ τῶ βωμῶ.
9. Ἡ προσωπογραφικὴ ταύτιση ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀντίας Πρατονίκου (IG V, 1, 1386, στ. 13) ἦταν ἔφηβος τῆς Ἀριστομαχίδος. Στὸν δημοσιευόμενο ἐφηβικὸ κατάλογο ἡ Ἀριστομαχὶς ἀναγράφεται πρώτη στὴ σειρὰ τῶν πέντε δωρικῶν φυλῶν ὑποδηλώνοντας, ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τοὺς ἐφηβικοὺς καταλόγους τῆς ἀρχαίας Μεσσήνης, ὅτι ὁ γυμνασίαρχος Ἀντίας ἀνῆκε καὶ αὐτὸς στὴν Ἀριστομαχίδα φυλή.
10. Για τὸν ὅρο (ε)ἰρένες βλ. A. Makres, On the Spartan Εirenes (Herodotus IX, 85 Ἰρέες ἢ Ἰρένες?) στὸ W. G. Cavanagh, C. Gallou, M. Georgiadis (ἐπιμ.), Sparta and Laconia from Prehistory to Premodern (British School at Athens Studies 16, London 2009) 187-194.
11. Ἡ πλειονότητα τῶν καταλόγων ἐφήβων τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου εἶναι αὐτοτελῆ μνημεῖα, δηλ. τὰ
ὀνόματα τῶν ἀξιωματούχων καὶ τῶν ἐφήβων ἀναγράφονται σὲ στῆλες ἢ σὲ κίονες καὶ ὄχι σὲ ἀναθηματικὰ βάθρα, ὅπως στὴν παροῦσα ἐπιγραφή. Ὑπάρχουν ὅμως κάποιες ἀναθέσεις γυμνασίαρχων στὸν Ἑρμῆ καὶ στὸν Ἡρακλῆ ποὺ φέρουν ἐφηβικοὺς καταλόγους, βλ. γιὰ παράδειγμα IG XII, 3, 339, 340 ἀπὸ τὴν ἀρχαία Θήρα.
12. Ἔργον 2012, 35-36, εἰκ. 20-24 καὶ Ξ. Ἀραπογιάννη, ΠΑΕ 2012, 42-43, πίν. 30α-β, 31β.
13. Ἡ στήλη βρέθηκε τὸ 1926 καὶ δημοσιεύτηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ν. Valmin, Bull. Soc. R. Lettres (Lund 1928/9) 108-123, n. 1, tab. XVII [SEG 11, 972]. Γιὰ τὴν χρονολόγηση τῆς ἐπιγραφῆς μετὰ τὸ -146 (καὶ ὄχι στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ -2ου αἰ., ὅπως εἶχε ἀρχικὰ ὑποστηρίξει ὁ Valmin, βλ. A. Makres, The Sacred Gerousia in the Peloponnese: a new epigraphic document from Ancient Korone, στὸ Ὄ. Παλαγγιᾶ, Hans Rupprecht Goette (ἐπιμ.), Sailing to Classical Greece, Papers on Greek Art, Archaeology and Epigraphy Presented to Petros Themelis (Oxford 2011) 73.
14. Βλ. καὶ τὴν ἀμέσως ἑπόμενη ἐπιγραφή, ἡ ὁποία εἶναι παρόμοια ἀνάθεση καὶ στὴν ὁποία ἀπαντᾶ ἡ ἴδια μετοχὴ στὸν ἑνικὸ ἀριθμό (κοματεύσας).
15. Ἔργον 2011, 25-26, εἰκ. 15 καὶ Ξ. Ἀραπογιάννη, ΠΑΕ 2011, 57-58, πίν. 49α, 50β, 51α-β, 52.
16. Θερμὲς εὐχαριστίες ὀφείλονται στὸν ἐπίτιμο Διευθυντὴ τοῦ Ἐπιγραφικοῦ Μουσείου, κ. Χαράλαμπο Κριτζά, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπεσήμανε ὅτι ἡ μετοχὴ κοματεύσας θὰ πρέπει νὰ ἔχει τὴν ἴδια σημασία μὲ τὴ μετοχὴ κοματροφήσας τῆς ἐπιγραφῆς τῆς Ἀμοργοῦ· ἐπίσης στὴν κ. Βούλα Μπαρδάνη, ἡ ὁποία συμφώνησε μὲ τὴ χρονολόγηση τῶν ἐπιγραφῶν.
17. Ἡ λατρευτικὴ συνήθεια τῆς ἀνάθεσης τῶν μαλλιῶν γυναικῶν, περιγράφεται ἀπὸ τὸν Παυσανία (ΙΙ 11,5-8) στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὴν Τιτάνη τῆς Κορινθίας, κοντὰ στὴ Σικυώνα, ὅπου ἀναφέρει χαρακτηριστικά, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς εὔκολα τὸ ἄγαλμα τῆς Ὑγιείας ποὺ βρισκόταν στὸν ναό, ἐπειδὴ τὸ περιέβαλλαν μαλλιὰ γυναικῶν, κομμένα ὡς προσφορὰ στὴ θεά, καθὼς καὶ λωρίδες ὑφάσματος βαβυλωνιακῆς ἐνδυμασίας.



Printfriendly