.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

Ηραιάτις Αρκαδίας. Νέα αρχαιολογικά δεδομένα


Στο πλαίσιο του έργου «Νέα Γραμμή Μεταφοράς Ηλεκτρικής ενέργειας ΚΥΤ Πάτρας- ΚΥΤ Μεγαλόπολης της ΔΕΗ Α.Ε., Ν. Αχαΐας- Ν. Αρκαδίας» υλοποιήθηκε από την ΕΦΑ Αρκαδίας το υποέργο «Αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες στο τμήμα Νομού Αρκαδίας»1 . Το παραπάνω τεχνικό έργο, ακολουθώντας την κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά, διέρχεται ολόκληρο το δυτικό τμήμα της Αρκαδίας, το οποίο διασχίζεται από τους ποταμούς Αλφειό και Λάδωνα. Κατά τα έτη 2015-2016, στην ευρύτερη περιοχή από την Τ.Κ. Παλαιοκάστρου έως την Τ.Κ. Λουτρών Ηραίας, πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές έρευνες για τη διάνοιξη και διαμόρφωση προσβάσεων και την κατασκευή θεμελιώσεων στις θέσεις καινούριων χαλύβδινων δικτυωτών πύργων.
Παρόλο που η ευρύτερη περιοχή της Ηραίας- Παλαιοκάστρου δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά, έχει αποδώσει συνολικά αρκετές σημαντικές θέσεις προϊστορικών και ιστορικών χρόνων. Όλες αυτές οι θέσεις ανήκουν στην αρχαία Ηραιάτιδα, την επικράτεια της αρκαδικής Ηραίας.
Aκολουθώντας τον άξονα Νότου-Βορρά συναντάμε στον σύγχρονο οικισμό του Παλαιοκάστρου, τον κωνικό λόφο της Αγίας Σωτήρας, όπου διατηρούνται τμήματα οχύρωσης που χρονολογούνται στα τέλη του -4ου/ αρχές -3ου αι. και θεωρούνται έργο των Μακεδόνων2. Οι περισσότεροι μελετητές τοποθετούν στη θέση αυτή το Βουφάγιον (Παυσανίας 8.26.5) και στο Μικρό Ποτάμι του χωριού το Βουφάγο ποταμό3, ενώ έχει προταθεί και η ταύτιση της θέσης με την ομηρική Φηρή ή Φαρά και το βυζαντινό κάστρο του Αράκλωβου4. Ωστόσο, το ζήτημα της ταύτισης παραμένει ακόμα ανοικτό5.


Ακριβώς απέναντι από τον λόφο της Αγίας Σωτήρας, δυτικά-νοτιοδυτικά του χωριού, στη θέση Παλαιόπυργος ή Τρύπες, έχει εντοπιστεί και ανασκαφεί εκτεταμένο νεκροταφείο6 με μακρότατη περίοδο χρήσης από τους πρωτοελλαδικούς έως και τους υπομυκηναϊκούς χρόνους, ενώ υπάρχουν ταφές με κτερίσματα των αρχαϊκών, κλασικών, ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Πρόκειται για τη σημαντικότερη και γνωστότερη έως σήμερα μυκηναϊκή θέση της δυτικής Αρκαδίας.
Σε απόσταση περίπου 1 χλμ. ανατολικά-βορειοανατολικά του οικισμού του Παλαιοκάστρου, στη θέση Σκλήπια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα, έχουν αποκαλυφθεί τμήμα αρχαίας αμαξήλατης οδού και οργανωμένο παρόδιο νεκροταφείο ύστερων κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, ενώ έχει αποκατασταθεί σχεδόν ακέραιη στην αρχική της θέση επιβλητική επιτύμβια στήλη με ανθεμωτή επίστεψη αττικού τύπου7. Ο αρχαίος δρόμος συνέδεε το Παλαιόκαστρο με τον πλησιέστερο αρχαίο οικισμό, τη Γόρτυνα, και αποτελούσε πιθανότατα τμήμα του μεγαλύτερου οδικού άξονα που οδηγούσε από την Ηραία στη Γόρτυνα και τη Μεγαλόπολη, ακολουθώντας τον ρου του Αλφειού8.


Σε απόσταση 700μ. περίπου βορειοδυτικά του προαναφερθέντος νεκροταφείου, στη θέση Ταβέρνα, έχει εντοπιστεί αρχαίο λατομείο πωρόλιθου, από το οποίο γινόταν η προμήθεια υλικού για την ανέγερση των δημόσιων κτιρίων της Γόρτυνας9.
Νότια και νοτιοανατολικά των Κακουραίικων, σε χαμηλό ύψωμα στο μέσον σχεδόν της απόστασης προς το Μπαρδάκι, η μεγάλη πυρκαγιά του 2007 έφερε στο φως πολλούς θαλαμοειδείς τάφους, οι οποίοι πιθανώς στο σύνολο τους έχουν συληθεί10. Στα δυτικά-νοτιοδυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στις θέσεις Κεραμίδι, Κάμπος της Μπέλλας11 και Πλαπούτα, κάποιοι μελετητές έχουν ταυτίσει ερειπιώνα με τη σημαντική κώμη των αρχαίων Μελαινεών12, που ανήκε στην επικράτεια της Ηραίας. Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό της ΕΦΑ Αρκαδίας, το 1980 είχε εντοπιστεί στη θέση Κεραμίδι, στα νότια-νοτιοδυτικά του ναού του Αγίου Ιωάννη, τμήμα δαπέδου από κεραμίδες και τμήμα μαρμάρινου κίονα.
Στον χαμηλό λόφο Λαγάφτι, 2 χλμ. δυτικά-νοτιοδυτικά των Κακουραίικων, βρέθηκε μεγάλος θαλαμοειδής τάφος, που έχει μετατραπεί σε ξωκκλήσι του Αγίου Αθανασίου, δύο ακόμα θαλαμοειδείς και μικροί λαξευτοί λακκοειδείς τάφοι της υστεροελλαδικής περιόδου. Απέναντι, στον λόφο Ματοβούνι, υπάρχουν ενδείξεις θαλαμοειδών τάφων13. Η πυκνότητα των θέσεων από το Λαγάφτι έως το Μπαρδάκι και το Παλαιόκαστρο επιβεβαιώνει την κατοίκηση κατά μήκος του ποταμού Αλφειού, στον δρόμο προς την Ηλεία κατά τη μυκηναϊκή εποχή.
Κοντά στα σύνορα με την Ηλεία, στη δεξιά όχθη του Αλφειού, τοποθετείται η αρχαία Ηραία. Ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή της Ηραίας από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα το 1931-1932 14. Τμήμα του πολεοδομικού ιστού της εντοπίσθηκε σε πρόσφατη γεωσκοπική έρευνα από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, σε συνεργασία με την ΕΦΑ Αρκαδίας, δυτικά και νότια της κοινότητας του Αγίου Ιωάννη15. Νοτιοδυτικά του Αγίου Ιωάννη, στη θέση Κοκορά, έχουν επισημανθεί λείψανα ρωμαϊκού λουτρού16. Σύμφωνα με τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μορέως, στη θέση τού λουτρού ιδρύθηκε αργότερα χριστιανικός ναός17.
Βόρεια των ιαματικών πηγών Ηραίας, σε πευκόφυτο λόφο, ελάχιστα μέτρα νοτιοανατολικά του βυζαντινού ναού του Αγίου Γεωργίου, εντοπίστηκε νεκροταφείο θαλαμοειδών τάφων και ανασκάφηκε τάφος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΑ-Β περιόδου18. Τέλος, περίπου 3 χλμ. βόρεια-βορειοδυτικά των Κακουραίικων, κοντά στο χωριό Παλούμπα, ξεχωρίζει ο λόφος Λενικό με θέα προς τον Αλφειό, την Ανδρίτσαινα και το Λύκαιο όρος και σε οπτική επαφή με την Αγία Σωτήρα Παλαιοκάστρου. Εντοπίζεται τειχισμένη ακρόπολη των ελληνιστικών χρόνων, εντός της οποίας υπάρχει αρχαϊκός ναός19. Ορισμένοι ερευνητές τοποθετούν στη θέση αυτή τις Μελαινεές των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων20.
Η πρώτη νέα αρχαιολογική θέση που εντοπίστηκε, ακολουθώντας την πορεία κατασκευής της νέας γραμμής από νότια προς βόρεια, βρίσκεται 280 μ. νοτίως της οχύρωσης του λόφου της Αγίας Σωτήρας στο Παλαιόκαστρο (Πυλώνας 626Ν, Θέση 1). Πρόκειται για κατάλοιπα ταφής επί του φυσικού βράχου, με χαρακτηριστικό εύρημα χάλκινο νόμισμα κοπής του Αρκαδικού Κοινού του -4ου αι.21 Η κεραμική που συνελέγη επιφανειακά αποτελείται από λίγα χονδροειδή όστρακα της πρωτοελλαδικής περιόδου 22 (χαρακτηριστική λαβή λεκανίδας)23, λίγα λεπτότεχνα υστεροελλαδικά (στελέχη από κύλικες και λαβή πρόχου)24 (εικ.2) και λίγα όστρακα από χρηστικά σκεύη της κλασικής και ύστερης κλασικής περιόδου25.


Σε απόσταση 230 μ. περίπου δυτικά του μυκηναϊκού νεκροταφείου του Παλαιοκάστρου, στα όρια διάνοιξης του δρόμου πρόσβασης στον Πυλώνα 270 (Θέση 2), αποκαλύφθηκε στρώμα κατάρρευσης, που προέρχεται πιθανόν από οικιστικά κατάλοιπα, τα οποία σχετίζονται με την ακρόπολη στο λόφο Αγία Σωτήρα (Θέση i). Ενδεχομένως, όμως, συνιστά τμήμα οδού, που αποτελεί συνέχεια της αρχαίας οδού στη θέση Σκλήπια ή Στήπλια ή στα Μάρμαρα (Θέση ii)26. Έχει αποκαλυφθέν μήκος 7,90μ., πλάτος από 0,50 έως 2,30μ., διεύθυνση βορειοδυτικά-νοτιοανατολικά και παρουσιάζει έντονη ανωφερή κλίση από τα νοτιοανατολικά προς τα βορειοδυτικά, όπου συνεχίζεται με πιο πυκνή διάταξη προς την κορυφή του λόφου. Αποτελείται κατά κύριο λόγο από ακανόνιστους αργούς λίθους μικρών και μεσαίων διαστάσεων. Η κεραμική που βρέθηκε ανήκει στον -4ο αι. και περιλαμβάνει κυρίως όστρακα σκύφων27 (εικ.3).


Συνεχίζοντας προς τα βόρεια, η επόμενη νέα αρχαιολογική θέση (Θέση 3) που εντοπίστηκε βρίσκεται στη δεξιά παραποτάμια κοιλάδα του Αλφειού, 500 μ. νότια-νοτιοανατολικά του αμφιθεατρικά χτισμένου σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, σε μια καλλιεργήσιμη και πλούσια σε νερά περιοχή. Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη θεμελίωση του Πυλώνα 258, απέδωσε αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός μεγάλων διαστάσεων οικοδομήματος, μήκους 11,95μ., με κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά, που διαιρείται εσωτερικά σε μικρότερους χώρους (σχ.1). Η βόρεια και δυτική πλευρά του έχουν καταστραφεί από τη συνεχή καλλιέργεια και τις πλημμύρες όμορου χειμάρρου. Δυτικότερα εντοπίστηκε τοίχος με κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά, ο οποίος αποκλίνει ελαφρά από τον άξονα του νότιου τοίχου του κτιρίου και βρίσκεται σε μεγαλύτερο βάθος από αυτόν.


Ο τοίχος έχει μήκος 2,30μ., ενώ το πλάτος του κυμαίνεται από 0,80μ. έως 1,10μ. Σε δεύτερη φάση ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο, όπως μαρτυρούν δύο πίθοι με μελανό γάνωμα, που εντοπίστηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου και περιείχαν ανακομιδές ταφών. Οι πίθοι, σύμφωνα με την τυπολογία τους, χρονολογούνται στον -4ο αι.28. Ωστόσο, η χρήση του χώρου ως νεκροταφείου πιθανότατα διήρκησε μέχρι την Ύστερη Αρχαιότητα, αφού εντοπίστηκε και ακτέριστος κεραμοσκεπής τάφος στα βόρεια της επιφάνειας.
Κατά την ανασκαφική έρευνα του κτιρίου συνελέγη ποικίλη κεραμική που χρονολογείται στην αρχαϊκή και πρώιμη κλασική περίοδο. Περιλαμβάνει όστρακα από καλής ποιότητας επιτραπέζια κεραμική, όπως τμήμα από πόδι κύλικας με πλαστικούς δακτυλίους (-6ος αι.) 29 (εικ.4), όστρακα από σκύφους, αμφορείς και χαρακτηριστικό τμήμα κύλικας χωρίς πόδι με οριζόντια υψωμένη λαβή (μέσα -5ου αι.)30. Τα σημαντικότερα ευρήματα που προέκυψαν από την ανασκαφική έρευνα του κτιρίου αποτελούν τμήμα πήλινου αρχιτεκτονικού μέλους, πιθανώς σίμης31 (εικ.5), και χάλκινο κοχλιάριο με ενσφράγιστη λαβή με παράσταση δελφινιού (εικ.6)32.


Η πλησιέστερη αρχαία εγκατάσταση που ταυτίζεται με τις Μελαινεές βρίσκεται περί τα 400μ. βορειοδυτικά του κτιρίου. Πλησίον του διερχόταν ο οδικός άξονας που οδηγούσε από την Ηραία στη Γόρτυνα. Η απόσταση από τις Μελαινεές σε συνδυασμό με τις μεγάλες διαστάσεις του κτιρίου και την πήλινη σίμη παραπέμπουν σε σημαντικό δημόσιο περιαστικό κτίριο, με μνημειακό χαρακτήρα και με χρήση κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, περίοδο ακμής της Ηραιάτιδος 33 , όπως συνηγορούν οι παλαιότερες κοπές νομισμάτων. Ο μνημειακός χαρακτήρας του συγκροτήματος, η κάτοψη του οποίου πιθανότατα συνεχίζεται προς τα βόρεια, καθώς και ο τύπος και η λειτουργία των ευρημάτων θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στην υπόθεση ότι πρόκειται για δωμάτια34 πτέρυγας κτιρίου σχετιζόμενου με ιερό, που είχαν υποστηρικτική λειτουργία ως χώροι εστίασης ή διαμονής35.
Σε απόσταση 425 μ. βορειοδυτικά του αρχαϊκού οικοδομήματος και 230 μ. νότια του χωριού, στη γνωστή από την έρευνα θέση Κεραμίδι (Πυλώνας 257, Θέση 4), εντοπίστηκε εντός φυσικού στρώματος κιμιλιάς ένα εκτεταμένο επιφανειακό στρώμα λίθων, το οποίο περιείχε τμήματα κεράμων και θραύσματα αγγείων. Έχει μέγιστες διαστάσεις 8,10× 2,60μ. και κατεύθυνση βόρεια-νότια. Η κεραμική που συνελέγη είναι επί το πλείστον μελαμβαφής και χρονολογείται στον -4ο και -3ο αι., ενώ εντοπίστηκε και κεραμική Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου. Διακρίνονται όστρακα από επιτραπέζια αγγεία, όπως τμήματα σκύφων, άωτων σκυφιδίων, οινοχοών και αμφορέων36. Στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ ανήκουν στελέχη και βάσεις από κύλικες και τμήμα επίπεδης βάσης από κύπελλο, τα οποία έχουν κατασκευαστεί από καθαρό υπόλευκο πηλό με λίγες προσμίξεις και δεν φέρουν διακόσμηση37. Κατά την έρευνα, σχεδόν επιφανειακά, εντοπίστηκε χάλκινο νόμισμα με προτομή αυτοκράτορα στον εμπροσθότυπο (εικ.7), που χρονολογείται στην εποχή του Κωνστάντιου Β΄, στα μέσα περίπου του +4ου αι.38.


Στην ίδια θέση, σε απόσταση 45 μ. δυτικά του Πυλώνα 257, στην επιφάνεια της θεμελίωσης του Πυλώνα 641Ν (Θέση 5), η ανασκαφική έρευνα απέδωσε στα ανώτερα στρώματα έναν τοίχο αμελούς κατασκευής με διεύθυνση βόρεια-νότια και έναν λιθοσωρό. Η κεραμική από το βάθος αυτό είναι κυρίως αβαφής και σε συνδυασμό με το χάλκινο νόμισμα που βρέθηκε πλησίον θα μπορούσε να χρονολογηθεί στην υστερορωμαϊκή περίοδο. Σε χαμηλότερο υψομετρικά επίπεδο, περίπου 1,80 μ. από την επιφάνεια του εδάφους, εντοπίστηκαν αργοί λίθοι μικρού μεγέθους και αραιά τμήματα κεράμων πακτωμένα σε ένα λεπτό στρώμα ακανόνιστου σχήματος, με κατεύθυνση βόρεια-νότια. Από το στρώμα αυτό συνελέγησαν τεμάχια ζωικών οστών και κεραμική της μυκηναϊκής περιόδου (εικ.8). Η κεραμική είναι λεπτότεχνη, από υπόλευκο πηλό με λίγες προσμίξεις, και χρονολογείται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ–Γ περίοδο. Εντοπίστηκαν στελέχη και τμήματα λαβών από κύλικες, τμήματα βάσεων από τροχήλατους σκύφους, λαβή και χείλος από αμφορέα ή στάμνο39. Σε θέση μεταξύ των δύο προαναφερθέντων πυλώνων εντοπίστηκε επιφανειακά χάλκινο νόμισμα του τέλους 4ου-α΄ μισού -3ου αι., νομισματοκοπείου Αίγινας, που στον εμπροσθότυπό του απεικονίζει δύο αντωπά δελφίνια και στον οπισθότυπό του έγκοιλο τετράγωνο διηρημένο στα τέσσερα40.
Δυτικά του οικισμού περίπου 400 μ. από τη θέση Κεραμίδι, στο σημείο κατασκευής του Πυλώνα 256 (Θέση6), συνελέγη όστρακο με λευκή εφυάλωση και σε μεγαλύτερο βάθος αβαφής κεραμική. Στον περιβάλλοντα χώρο κατά τη διάρκεια καθαίρεσης σύγχρονης ξερολιθιάς βρέθηκε εντοιχισμένο, σε δεύτερη χρήση, τμήμα από θωράκιο αποσπασματικά σωζόμενο, άγνωστης προέλευσης. Απεικονίζει πιθανώς χριστόγραμμα με ρόδακα (εικ.9)41. Σε απόσταση 300 μ. ανατολικότερα της θέσης εύρεσής του εντοπίστηκε από επιφανειακή δική μας έρευνα ημικυκλική κόγχη, λίγα μέτρα ανατολικότερα από την κόγχη του σύγχρονου ναού του Αγίου Ιωάννη.


Ουσιαστικά, ο ναός του Αγίου Ιωάννη έχει χτιστεί πάνω στα κατάλοιπα του παλαιότερου κτιρίου έχοντας μικρότερες διαστάσεις από αυτό. Το θωράκιο, η κεραμική, το νόμισμα και τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στην ευρύτερη περιοχή της θέσης Κεραμίδι επιβεβαιώνουν τη χρήση του χώρου στην Ύστερη Αρχαιότητα. Σε κοντινή απόσταση από τον οικισμό Αγριλίδι, κατά τις εκσκαφικές εργασίες κατασκευής του Πυλώνα 250, συλλέχθηκαν επιφανειακά, λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο. Στους Πυλώνες 247 και 246 συνελέγη αδιάγνωστη αβαφής κεραμική.
Συνοψίζοντας, η υδατοβριθής περιοχή από το Παλαιόκαστρο έως τα Λουτρά Ηραίας, γεμάτη από καλλιεργήσιμες κοιλάδες, αποτελεί διαχρονικό πέρασμα προς την Ηλεία και παρουσιάζει εύρωστες εγκαταστάσεις συγκριτικά με την υπόλοιπη ορεινή Γορτυνία. Στην ευρύτερη περιοχή του Παλαιοκάστρου η έρευνα εμπλουτίστηκε με δύο νέες θέσεις, οι οποίες απέφεραν κεραμική της πρωτοελλαδικής και υστεροελλαδικής περιόδου, καθώς και του -4ου αι., γεγονός που δεν αλλάζει την εικόνα των ήδη γνωστών θέσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα νέα δεδομένα στην παραποτάμια κοιλάδα νότια και δυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στην ευρύτερη περιοχή των αρχαίων Μελαινεών. Στρώματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου, ένα μεγάλο οικοδόμημα της αρχαϊκής και πρώιμης κλασικής, κεραμική της ύστερης κλασικής και πρώιμης ελληνιστικής, καθώς και ίχνη παρουσίας κατά την υστερορωμαϊκή περίοδο παρέχουν μια νέα εικόνα για τη συνεχή χρήση του ευρύτερου χώρου λίγα χιλιόμετρα νότια-νοτιοανατολικά του σημαντικού οικισμού της αρχαίας Ηραίας.
Τα ευρήματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου από τη θέση Κεραμίδι δηλώνουν την ύπαρξη μυκηναϊκής εγκατάστασης στην περιοχή πλησίον των υστεροελλαδικών θαλαμοειδών τάφων που έχουν εντοπιστεί στις θέσεις Λαγάφτι, Ματοβούνι και Μπαρδάκι, κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αλφειού και επί της φυσικής οδού που οδηγεί στην Ηλεία. Επιπλέον του γνωστού από παλαιότερες έρευνες υστεροελλαδικού κέντρου στο Παλαιόκαστρο, τα νέα δεδομένα δίνουν την εικόνα της κατοίκησης και στην περιοχή των Κακουραίικων, όπου η ύπαρξη των νεκροταφείων υποδεικνύει, εκ των πραγμάτων, υστεροελλαδική εγκατάσταση42.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ερειπιώνας δυτικά-νοτιοδυτικά του σύγχρονου οικισμού των Κακουραίικων, στη θέση Κεραμίδι, έχει ταυτιστεί από ορισμένους μελετητές με τη σημαντική κώμη των αρχαίων Μελαινεών43. Ο Παυσανίας αποδίδει την ίδρυση των Μελαινεών στον Μελαινέα, γιο του Λυκάονα, μυθικού βασιλιά της Αρκαδίας, γεγονός που υποδηλώνει πως ο οικισμός είχε μακρά ιστορία. Επίσης, αναφέρει ότι επί των ημερών του η κώμη ήταν έρημη αλλά είχε πολλά νερά (Παυσανίας 8.26.8.)44. Τα σημαντικά ευρήματα της μυκηναϊκής εποχής πιθανώς επιβεβαιώνουν το μυθολογικό υπόβαθρο της περιοχής. Επιπλέον, το κτίριο της αρχαϊκής/πρώιμης κλασικής περιόδου και η κεραμική των κλασικών χρόνων έρχονται να καλύψουν το κενό που οδηγούσε πολλούς ερευνητές να τοποθετήσουν, λόγω απουσίας τεκμηρίων, την αρχαϊκή και κλασική πόλη των Μελαινεών στην ακρόπολη του Λενικού. Φαίνεται, λοιπόν, πως στην κοιλάδα αυτή με τα πολλά νερά, εικόνα που ταιριάζει με την περιγραφή του Παυσανία, πάνω στο πέρασμα που οδηγούσε από την αρχαία Ηραία στη Γόρτυνα και τη Μεγαλόπολη, μπορούν να αναζητηθούν τα κατάλοιπα της κώμης των αρχαίων Μελαινεών, ενός από τους κύριους σταθμούς του ρωμαϊκού οδικού δικτύου στην Πελοπόννησο, σύμφωνα με την Tabula Peutingeriana45. Στην τόσο εύφορη αυτή παραποτάμια κοιλάδα έρχεται να προστεθεί και μια υστερορωμαϊκή θέση, σε μια περιοχή άγνωστη έως σήμερα για τη βυζαντινή έρευνα.

ΑΝΝΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΛΙΑΤΣΗ – ΘΕΩΝΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ
ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΣΜΕΡΟΥ
Ηραιάτις Αρκαδίας. Νέα αρχαιολογικά δεδομένα

1 Ευχαριστίες εκφράζονται στην υπεύθυνη αρχαιολόγο του έργου Δρ. Ελένη Ψαθή για την καθοδήγησή της, στον αρχιτέκτονα Γ. Καρατζά, στη σχεδιάστρια Κ. Γιάννε, στις συντηρήτριες Ι. Αρμόνη και Ν. Πλατανίτη, στους εργατοτεχνίτες Ν. Βελισσάρη, Δ. Ηλιόπουλο, Χ. Νικολόπουλο, L. Sinalka, Σ. Σπηλιόπουλο, Ν. Τερζή, στην αρχαιολόγο Γ. Παπαδοπούλου και στο προσωπικό του ΑΔΜΗΕ για την
υλικοτεχνική βοήθεια που παρείχαν. Ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζεται στον προσφάτως αποθανόντα μόνιμο εργατοτεχνίτη της Εφορείας Δ. Τερζή, πολύτιμο συνεργάτη και θεματοφύλακα των αρχαιοτήτων της Γορτυνίας.
2 Charneux – Ginouvès 1956, 530-532. Jost 1985, 76.
3 Σαλαβούρα 2015, 191.
4 Σαραντάκης 1993, 90-94. Σαραντάκης 2010, 257. Σαλαβούρα 2015, 191.
5 Καραπαναγιώτου 2008, 243.
6 Σπυρόπουλος – Σπυρόπουλος 2011, 260-261. Σαλαβούρα 2015, 191-199.
7 Καραπαναγιώτου 2008, 233-234, 242. Καραπαναγιώτου 2012, 255. Καραπαναγιώτου 2010, 700-701.
8 Πίκουλας 1999, 302-303.
9 Καραπαναγιώτου 2008, 244.
10 Σαλαβούρα 2015, 201-203.
11 Jost 1985, 75. Σουχλέρης 2010, 687.
12 Jost 1985, 77. Σαραντάκης 1993, 74-75. Πίκουλας 1999, 304. Σαλαβούρα 2015, 201.
13 Σαλαβούρα 2015, 199-201.
14 Φιλαδελφεύς 1932-1933, 57-61.
15 Papadopoulos κ.ά. 2016.
16 Jost 1985, 75-76.
17 Κόντη 1985, 99.
18 Καραπαναγιώτου 2007, 260-272.
19 Jost 1985, 75. Καραπαναγιώτου 2012, 255.
20 Σαραντάκης 1993, 74-75. Πίκουλας 1999, 304.
21 BCD Peloponnesos, 366, αρ. 1535.
22 Γενικά για την πρωτοελλαδική κεραμική, βλ. Τζαβέλα-Evjen 1984, 150-165. Wiencke 2000, 315 328. Pullen 2011, 56-96, 160-200, 337-378.
23 Για τη λαβή της λεκανίδας, βλ. Wiencke 2000, 385, εικ. II.23 (αρ. κατ. 433).
24 Γενικά για την υστεροελλαδική κεραμική της Αρκαδίας, βλ. Σαλαβούρα 2015, 401-416. Για τις κύλικες, βλ. π.χ. Romano – Voyatzis 2014, 592-606. Για την πρόχου, βλ. π.χ. Mountjoy 1998, 79. Thomas 2011, 192-193, εικ. 8 (αρ. 44, 50).
25 Catling 1996, 33-86.
26 Καραπαναγιώτου 2010, 700-701.
27 Για παρόμοια παραδείγματα σκύφων, βλ. Sparkes – Talcott 1970, 84-85, 260, εικ. 350, πίν. 16.
28 Χατζή-Σπηλιοπούλου 1991, 352, 357 (σχ. 1α ), 358-359 (σχ. 2β).
29 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9786. Βλ. Ιozzo 2014, 129-130, 156, εικ. 2, πίν. 2 (CN-Arch 27).
30 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ.ευρ.9789. Βλ. Ιozzo 2014, 134, 137, 158,εικ.3, πίν.4(CN CI3).
31 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9785 (σωζόμενες διαστάσεις 20 × 12 × 8 εκ.). Για ανάλογο παράδειγμα σίμης με ύψος 16,4 εκ., βλ. Heiden 1995, 62, 187 (αρ. 23.1), πίν. 33.1.
32 Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης, αρ. ευρ. 9782 (μέγιστο σωζόμενο μήκος 6,6 εκ., βάρος 4,43 γρ.). Για παρόμοιο ως ταφικό κτέρισμα, βλ. Βικάτου 2006, 393, 408, εικ. 19. Σημειώνεται ότι το κοχλιάριο εντοπίστηκε πλησίον ταφικού πίθου μεταγενέστερου του κτιρίου. Για ιατρικό εργαλείο, βλ. Βασιλειάδου 2018, 501, 507, εικ. 2δ.
33 Καραπαναγιώτου 2012, 255.
34 Το εσωτερικό πλάτος των δυο ακραίων δωματίων είναι 3,50 μ. και των δυο εσωτερικών είναι 1,30 μ. (ανατολικό) και 1,05 μ. (δυτικό).
35 Πρβλ. Forsén 2013, 226-228.
36 Catling 1996, 33-72.
37 Romano – Voyatzis 2014, 569-606. Σαλαβούρα 2015, 401-416.
38 Για παρόμοια εικονογραφική απεικόνιση, βλ. Κent 1981, 384, πίν. 17.1.
39 Σαλαβούρα 2015, 401-416. Romano – Voyatzis 2014, 569-606.
40 Kroll – Walker 1993, 220, εικ. 662α, πίν. 27.
41 Τυπολογικό παράλληλο του ρόδακα θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ρόδακας θωρακίου από τη βασιλική Κορδάτου στην αρχαία Κόρινθο, που χρονολογείται σαφώς προγενέστερα της βασιλικής (5oς αι.). Το γεγονός αυτό, ωστόσο, καθιστά τη χρονολόγηση του θωρακίου προβληματική γιατί, εάν εικονίζει χριστόγραμμα, θα πρέπει να χρονολογηθεί στον 5ο-6ο αι. Για τα προαναφερθέντα ευχαριστούμε τη συνάδελφο Δρα Ε. Μανωλέσσου για τις στοχευμένες παρατηρήσεις της.
42 Για την κατοίκηση στην περιοχή κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού βλ.Σαλαβούρα2015, 259-264.
43 Jost 1985, 77.
44 Παπαχατζής 2004, 289-290.
45 Ελευθερίου 2008, 270.

ABSTRACT. Within the framework of the project “New Power Line of Patras – KΥT Megalopolis Power Station of PPC SA, Achaia – Arcadia”, new archaeological sites that enhance those already known were revealed in western Arcadia in 2015- 2016. Τwo new sites with Εarly Helladic, Late Mycenaean, and Classical (4th century BC) pottery were identified near Palaiokastro. Finds of the Mycenaean, Archaic, Classical, and Late Roman periods in the area between the Alfeios river and the modern town of Kakouraiika confirm its continuous use throughout these periods and fill the gap that led many scholars to place, for lack of evidence, the Archaic and Classical settlement of Melaineai on the hill of Leniko. This area, with its abundance of water, better suits Pausanias’s description and can be identified with the site of ancient Melaineai.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βασιλειάδου 2018: Μ. Βασιλειάδου, Οστέινα και ελεφαντοστέινα αντικείμενα από την αρχαία Μεσσήνη. Μια πρώτη παρουσίαση, στο: Ε. Ζυμή – Α. Β. Καραπαναγιώτου – Μ. Ξανθοπούλου (επιμ.), Το Αρχαιολογικό Έργο στην Πελοπόννησο (ΑΕΠΕΛ1), Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Τρίπολη 7-11 Νοεμβρίου 2012, Καλαμάτα 2018, 501-509.
BCD Peloponnesos: LHS Numismatics, Coins of Peloponnesos. The BCD Collection, Auction 96, Zürich, 8-9 May 2006.
Βικάτου 2006: Ο. Βικάτου, Παράκαμψη Ολυμπίας. Ευρήματα σωστικών ανασκαφών, στο: Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11-17 Σεπτεμβρίου 2005, τόμ. Α΄, Αθήναι 2006, 385-409.
Catling 1996: R. Catling, The Archaic and Classical pottery στο: W. G. Cavanagh – J. Crouwel – R. W. V. Catling – G. Shipley (επιμ.), Continuity and Change in a Greek Rural Landscape. The Laconia Survey, vol. II, BSA Supplementary Volume 27, London 1996, 33-84.
Charneux – Ginouvès 1956: P. Charneux – R. Ginouvès, Reconnaissances en Arcadie. Fortifications de Paliocastro, Saint Nicolas et Hellenico, BCH 80 (1956), 522-546.
Ελευθερίου 2008: Ε. Α. Ελευθερίου, Πρωτοβυζαντινή Αρκαδία, Από το Μαίναλο στον Λάδωνα και τον Αλφειό, στο: Πίκουλας 2008, 261-272.
Forsén 2013: Β. Forsén, Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Αγία Παρασκευή Αραχαμιτών, ΑΔ 68 (2013), Β΄1, 226-228.
Heiden 1995: J. Heiden, Die Tondacher von Olympia, Olympische Forschungen XXIV, Berlin/New York 1995.
Ιozzo 2014: M. Ιozzo, Archaic and later pottery from the Northern Sector, στο: E. Østby (επιμ.), Investigations in the Sanctuary of Athena Alea 1990-94 and 2004, Tegea II, vol. 4, Athens 2014, 123-162.
Jost 1985: M. Jost, Sanctuaires et cultes d’ Arcadie, Études peloponnésiennes IX, Paris 1985.
Καραπαναγιώτου 2007: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Λουτρά Ηραίας. Νέο μυκηναϊκό νεκροταφείο στη βορειοδυτική Αρκαδία, στο: Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11–17 Σεπτεμβρίου 2005, τόμ. Β΄, Αθήναι 2007, 260-272.
Καραπαναγιώτου 2008: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Παρόδια ταφικά μνημεία παρά το Παλαιόκαστρο Γορτυνίας, στο: Πίκουλας 2008, 231-250.
Καραπαναγιώτου 2010: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Δήμος Μεγαλόπολης, Παλαιόκαστρο, ΑΔ 65 (2010), Β΄1β, 700-701.
Καραπαναγιώτου 2012: Α. Β. Καραπαναγιώτου, Γορτυνία. Η γη των ποταμών, στο: Α. Βλαχόπουλος (επιμ.), Aρχαιολογία – Πελοπόννησος, Αθήνα 2012, 251-257.
Kent 1981: J. P. C. Kent, The Family of Constantine I A.D. 337-364, The Roman Imperial Coinage, vol. VIII, London 1981.
Κόντη 1985: Β. Κόντη, Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της Αρκαδίας (395-1209), Βυζαντινά Σύμμεικτα 6 (1985), 91-124.
Kroll– Walker 1993: J. H. Kroll – A. S. Walker, The Greek Coins, Agora XXVI, Princeton 1993.
Mountjoy 1998: P. A. Mountjoy, Μυκηναϊκή γραπτή κεραμική. Οδηγός ταύτισης, Αθήνα 1998.
Nielsen 2002: T. H. Nielsen, Arcadia, στο: M. H. Hansen – T. H. Nielsen (επιμ.), An Inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2002.
Papadopoulos κ.ά. 2016: N. Papadopoulos – A. Sarris – J. Donati –T. Kalayci – M. Manataki – G. Cantoro – A. V. Karapanagiotou – E. Argyropoulou – E. Psathi, Urban dynamics of Greek cities through geoinformatics: the case of Mantineia and Heraia, Arcadia, στο: 41st International Symposium in Archaeometry, Kalamata, 15-21 May 2016, Abstracts, 317-318.
Παπαχατζής 2004:Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις.Αχαϊκά και Αρκαδικά,Αθήνα 2004.
Pikoulas 1999: Y. A. Pikoulas, The road network of Arkadia, στο: T. H. Nielsen – J. Roy (επιμ.), Defining Ancient Arcadia. Symposium, April 1-4 1998, Acts of the Copenhagen Polis Centre, vol. 6, Copenhagen 1999, 248-319.
Πίκουλας 2008: Γ. Α. Πίκουλας (επιμ.), Ιστορίες για την αρχαία Αρκαδία, Πρακτικά, Proceedings of the International Symposium in Honour of James Roy, Στεμνίτσα 2008.
Romano – Voyatzis 2014: D. G. Romano – M. E. Voyatzis, Mt. Lykaion Excavation and Survey Project, Part 1: The Upper Sanctuary, Hesperia 83 (2014), 592-606.
Σαλαβούρα 2015: Ε. Σαλαβούρα, Μυκηναϊκή Αρκαδία. Αρχαιολογική και τοπογραφική θεώρηση, Αθήνα 2015.
Σαραντάκης 1993: Π. Σαραντάκης, Αρκαδία. Οι ακροπόλεις, τα κάστρα και οι πύργοι της. Σιωπηλά ερείπια μιας δοξασμένης γης, Αθήνα 1993.
Σαραντάκης 2010: Π. Σαραντάκης (επιμ.), Αρκαδία. Τόπος – Χρόνος – Άνθρωποι, Αθήνα 2010.
Σουχλέρης 2010: Λ. Σουχλέρης, Κακουραίικα Ηραίας, ΑΔ 65 (2010), Β΄1β, 687.
Sparkes – Talcott 1970: B. A. Sparkes – L. Talcott, Black and Plain Pottery of the 6th, 5th, 4th Centuries B.C., Agora XII, Princeton 1970.
Σπυρόπουλος – Σπυρόπουλος 2012: Θ. Γ. Σπυρόπουλος – Γ. Θ. Σπυρόπουλος, Παλαιόκαστρο Γορτυνίας, στο: Α. Βλαχόπουλος (επιμ.), Aρχαιολογία – Πελοπόννησος, Αθήνα 2012, 260-261.
Τζαβέλα-Evjen 1984: Χ. Τζαβέλα-Evjen, Λιθαρές, Αθήνα 1984.
Thomas 2011: P. M. Thomas, A deposit of Late Helladic IIIA2, Pottery from Tsoungiza, Hesperia 80 (2011), 171-228.
Wiencke 2000: M. H. Wiencke, The Architecture, Stratification, and Pottery of Lerna III, Lerna IV.2-3, Princeton 2000.
Φιλαδελφεύς 1932-1933: Α. Φιλαδελφεύς, Ανασκαφαί Ηραίας, ΑΔ 14 (1932-1933), 57-61.
Χατζή-Σπηλιοπούλου 1991: Γ. Χατζή-Σπηλιοπούλου, Ταφικοί πίθοι στην Ηλεία κατά τον 4ον αι. π.Χ. και στους ελληνιστικούς χρόνους, στο: Α. Δ. Ριζάκης (επιμ.), Αρχαία Ηλεία και Αχαΐα, Μελετήματα 13, Αθήνα 1991, 351-363.





Printfriendly