.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Πολίχνη, Μεσσηνία


Η Πολίχνη βρίσκεται 10 χλμ. Βορειοδυτικά του Μελιγαλά και 40 από την Καλαμάτα και δεσπόζει του αρχαίου «Στενυκλαρίου πεδίου», με μέσο σταθμικό υψόμετρο 90 μέτρα. Η Πολίχνη παρουσιάζει μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αφού στην θέση της τοποθετείται το κέντρο της αρχαίας Ανδανίας.
Το 1858 βρέθηκαν, στο κέντρο της Πολίχνης, δύο μεγάλες ενεπίγραφες πλάκες (εγράφησαν το -93) και αναφέρουν τους ιερούς νόμους που διείπαν το τελετουργικό μέρος των "Καρνασίων Μυστηρίων".

Οι έρευνες της ΛΗ΄ Ε.Π.Κ.Α.
Ο Παυσανίας αναφερόμενος στη μυθική πόλη Οιχαλία την ταυτίζει με το Καρνάσιον Άλσος, όπου τελούνταν τα περίφημα μυστήρια της Ανδανίας, ενώ τοποθετεί τα ερείπια της ακατοίκητης στην εποχή του πόλης Ανδανίας σε απόσταση 8 περίπου σταδίων νοτιοδυτικά του Καρνάσιου Άλσους. Αντίθετα ο Στράβων (150 χρόνια νωρίτερα) αναφέρεται στο «πολίχνιον» Ανδανία, που το ταυτίζει με τη μυθική Οιχαλία.

Η πόλη της Ανδανίας, που ήταν πατρίδα του Αριστομένη και ηγήθηκε των Μεσσηνίων κατά τους Μεσσηνιακούς πολέμους, καταστράφηκε από τους Σπαρτιάτες μετά την κατάληψη της Είρας το -489. Δεν είναι γνωστό πότε ξαναχτίστηκε, είναι όμως πιθανό να ανοικοδομήθηκε μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (-338). Τότε ο Φίλιππος ανακήρυξε ελεύθερες όλες τις μεσσηνιακές πόλεις μετά την αναγκαστική αποχώρηση των Σπαρτιατών από τις περιοχές που κατείχαν έως το -370. Ο Πολύβιος (5.92.6) μας πληροφορεί ότι το -217, κατά τη διάρκεια του συμμαχικού πολέμου, έγινε μια μάταιη επίθεση κατά της Ανδανίας από τον Λυκούργο, χωρίς όμως να προσδιορίζει με σαφήνεια την τοποθεσία. Ο Λίβιος (36.31.7) επίσης περιγράφει μια συνάντηση μεταξύ του Φλαμινίνου και του Διοφάνη, στρατηγού των Αχαιών, το -191 σε μια μικρή πόλη, την Ανδανία, που βρισκόταν μεταξύ της Μεγαλόπολης και της Μεσσήνης. Φαίνεται λοιπόν από τα παραπάνω ότι δεν ευσταθεί η πληροφορία του Παυσανία πως η πόλη δεν ξαναχτίστηκε μετά το -369. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής γεωγραφικός προσδιορισμός ώστε να ταυτιστεί με ακρίβεια η θέση της.
Οι ιστοριογράφοι του περασμένου αιώνα, και κυρίως ο Curtius, τοποθέτησαν την αρχαία Ανδανία κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Δεσύλλα, όπου αποκαλύφθηκε αργότερα ρωμαϊκή έπαυλη με ωραίο ψηφιδωτό δάπεδο που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Μεσσηνίας1 (εικ. 7-8). Άλλοι την τοποθετούν στα σημερινά χωριά Σαντάνι, Τρύφα και Φίλια, όπου έχουν εντοπιστεί λείψανα αρχαίας κατοίκησης.



Επικρατέστερη φαίνεται πάντως η άποψη του Μ.N. Valmin2, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αρχαία Ανδανία και το Καρνάσιον Άλσος βρίσκονταν στην περιοχή των σημερινών χωριών Πολίχνη, Καλλιρόη και Κωνσταντίνοι.
Την πεποίθησή του αυτή στηρίζει στο γεγονός ότι στην Πολίχνη, στη θέση «Καμάρες», βρέθηκε το 1858 η περίφημη επιγραφή με τα Μυστήρια της Ανδανίας3, γραμμένη σε δύο χωριστές ασβεστολιθικές πλάκες, που σήμερα βρίσκονται εντοιχισμένες στη μεσημβρινή είσοδο του ναού των ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης του χωριού Κωνσταντίνοι (εικ.6). Θα ήταν άλλωστε απίθανο η επιγραφή αυτή, βάρους 400 κιλών, να είχε μεταφερθεί από τόσο μακριά, δεδομένου ότι ο Δεσύλλας βρίσκεται περίπου 6 χλμ. βορειοανατολικά της Πολίχνης.



Άλλο στοιχείο ταύτισης είναι η φυσική πηγή του Διβαρίου στην Πολίχνη, η οποία αντιστοιχεί στην πληροφορία του Παυσανία για το ύδωρ που αναβλύζει από πηγή κοντά στο άγαλμα της Αγνής στο Καρνάσιον Άλσος.
Στο λόφο των Ταξιαρχών που υψώνεται πάνω από την Πολίχνη, ο μεσαιωνικός ναός και το οχυρωμένο μοναστήρι είναι χτισμένα με αρχαίο οικοδομικό υλικό, ενώ διάσπαρτα στο χώρο βρίσκονται πολλά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη. Άλλωστε, σε όλη την έκταση του χωριού, στους αγρούς και στις αυλές των σπιτιών κείτονται εκτεθειμένα πολυάριθμα τμήματα από λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη (κίονες, επιστύλια, ορθοστάτες, παραστάδες θυρών κ.λπ.)4 (εικ. 4α-δ).


Στην περιοχή της Καλλιρόης, σε απόσταση 1.300μ. περίπου από τον σιδηροδρομικό σταθμό, σε χαμηλό γήλοφο όπου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, εντοπίστηκε ενεπίγραφη βάση ανδριάντα με μορφή κιονίσκου (Λ7204)5.
Σύμφωνα με την επιγραφή που σώζεται σε έξι στίχους, ο ανδριάντας ανήκε στον Ελλαδάρχη του Κοινού των Αχαιών Τιβέριο Κλαύδιο Κρισπιανό, «ιερώμενο» των Μεγάλων Θεών της Ανδανίας και αρχηγό διά βίου των τοπικών αντιπροσωπευτικών σωματείων με το αξίωμα του αρχιερέα6.
Αν ο ανδριάντας ήταν στημένος εκεί όπου αποκαλύφθηκε το βάθρο του, θεωρείται πιθανό, κατά την άποψη του καθηγητή Π. Θέμελη, να βρίσκεται στον ίδιο χώρο το ιερό των Μεγάλων Θεών της Ανδανίας7. Στην περίπτωση αυτή, το αρχαίο ιερό θα έπρεπε να αναζητηθεί κάτω από τα θεμέλια της εκτεταμένης ρωμαϊκής εγκατάστασης (που πιθανόν ήταν ρωμαϊκό λουτρό), τα ερείπια της οποίας είναι εμφανή σε όλη την έκταση του γήλοφου κάτω από το ναό του Αγίου Αθανασίου.
Με στόχο την αναζήτηση της θέσης της αρχαίας Ανδανίας πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2007 εκτεταμένη επιφανειακή έρευνα στην περιοχή της Πολίχνης και διενεργήθηκαν δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές στην ευρύτερη περιοχή δυτικά του Διβαρίου8. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα μέσα στο Διβάρι μετά την υποχώρηση των υδάτων που κατακλύζουν τη δεξαμενή σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα9 (εικ.10).
Στο χώρο αποκαλύφθηκαν τα πενιχρά λείψανα μιας υδραυλικής εγκατάστασης Υστερορωμαϊκής εποχής, η οποία όμως είχε ολοκληρωτικά καταστραφεί από το εκσκαφικό μηχάνημα που χρησιμοποιείται κατά καιρούς για τον καθαρισμό της δεξαμενής, καθώς και από τη σύγχρονη κυκλική τσιμεντοκατασκευή που έχει κτιστεί μέσα στο Διβάρι, πάνω στα κατάλοιπα του αρχαίου υδραγωγείου (;) (εικ. 9α–γ). Στον πυθμένα της κυκλικής κατασκευής βρέθηκαν δύο πρόχειρα τοιχάρια, κατασκευασμένα από αρχαίο οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση.


Τα εξαιρετικά φτωχά ευρήματα της ανασκαφικής έρευνας -λιγοστή αδιάγνωστη χονδροειδής κεραμική κυρίως- δεν μας έδωσαν στοιχεία για την ταύτιση των αρχαίων λειψάνων ούτε για τη σαφέστερη χρονολόγησή τους.
Έξω από τον οικίσκο του αντλιοστασίου, που είναι κτισμένος στο νότιο άκρο του Διβαρίου, βρίσκονταν άτακτα συσσωρευμένες μεγάλες λιθόπλινθοι που, κατά πληροφορίες των κατοίκων, προέρχονταν από έναν αγρό βόρεια του Διβαρίου. Κατά την αυτοψία στο υποδειχθέν σημείο, εντοπίστηκαν τα λείψανα αρχαίας ορθογώνιας κατασκευής (σωζόμενων διαστάσεων 3,21x 1,74μ. και ύψους 1,12- 1,38μ.), χτισμένης επιμελώς ισοδομικά με ορθογώνιες λιθοπλίνθους, παρόμοιων διαστάσεων με αυτές που είχαν απορριφθεί στο χώρο του Διβαρίου. Ωστόσο δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί η χρήση του αρχαίου κτίσματος χωρίς τη διενέργεια ανασκαφής, η οποία πιθανώς θα αποκάλυπτε μεγαλύτερο μέρος του27.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο διενεργήθηκε ανασκαφική έρευνα σε άλλο αγρόκτημα, σε μικρή απόσταση νοτιοδυτικά από το Διβάρι, όπου παλαιότερα είχε εντοπιστεί σε μικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου11.
Η ανασκαφή έφερε στο φως μέρος μεγάλου οικοδομήματος, που πιθανόν ανήκε σε εκτεταμένη εγκατάσταση υστερορωμαϊκών ή πρώιμων χριστιανικών χρόνων12 (εικ.12).
Γύρω από έναν μεγάλο ορθογώνιο χώρο, διαστάσεων 9,70x 3,60μ., ο οποίος καλυπτόταν σε όλη του την έκταση με ψηφιδωτό δάπεδο, αναπτυσσόταν το κτίριο (πιθανώς έπαυλη), που περιλάμβανε χώρους λουτρών και διαμονής. Το ψηφιδωτό, το οποίο ήταν αρκετά φθαρμένο, έφερε κατά μήκος του κεντρικού του άξονα διακόσμηση με παραστάσεις μέσα σε τετράγωνα πλαίσια, από τις οποίες η καλύτερα διατηρημένη εικονίζει ίππο (εικ.11).


Το γεγονός ότι το ψηφιδωτό δάπεδο βρισκόταν σε μικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους, καθώς και η συνεχής καλλιέργεια επέφεραν μεγάλη βλάβη στο αρχαίο κτίριο, το οποίο φαίνεται ότι είναι εξαιρετικά εκτεταμένο καταλαμβάνοντας όλη σχεδόν την έκταση του αγροκτήματος. Μεγάλο μέρος του οικοδομικού υλικού το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του προέρχεται από αρχαιότερα οικοδομήματα, τα οποία η έρευνα θα πρέπει να αναζητήσει σε βαθύτερα στρώματα, ίσως και κάτω από τα θεμέλια του αποκαλυφθέντος κτιρίου.
Οι δοκιμαστικές ανασκαφικές τομές που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα σημεία της Πολίχνης, και κυρίως στις περιοχές νότια και δυτικά του Διβαρίου, έφεραν στο φως σε μικρό βάθος από την επιφάνεια του εδάφους πυκνά λείψανα κτιρίων υστερορωμαϊκών ή πρωτοχριστιανικών χρόνων, τα οποία καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση.
Ο κίνδυνος καταστροφής των κτιρίων αυτών μας απέτρεψε από το να προχωρήσουμε την έρευνά μας σε μεγαλύτερο βάθος προκειμένου να διαπιστώσουμε την ύπαρξη αρχαιότερων οικοδομικών φάσεων. Μια συστηματική ανασκαφική έρευνα στην περιοχή πιστεύουμε ότι θα δώσει πολλά νέα στοιχεία και θα επιτρέψει να εντοπιστεί η θέση της αρχαίας Ανδανίας.


Δρ Ξένη Αραπογιάννη, αρχαιολόγος.
"Αρχαιολογική τοπογραφία της άνω Μεσσηνίας"  -Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 130, Αύγουστος 2019 (online)

1 Curtius 1851-1852, σ. 132-134. Καββαδίας 1901, σ. 17. Αραπογιάννη 2012β, σ.453, εικ.954, 955.
2 Valmin 1930, σ. 93–94. Με την άποψη του Σουηδού αρχαιολόγου συντάσσεται και η υπογράφουσα, καθώς αυτή ενισχύεται τόσο από τα επιφανειακά ευρήματα όσο και από τα δεδομένα της βραχύχρονης ανασκαφικής έρευνας που διενήργησε η ίδια στην Πολίχνη το έτος 2007.
3 Deshours 2006, σ.49-62. Θέμελης 2008, όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η περίφημη επιγραφή με τα Μυστήρια της Ανδανίας χρονολογείται στο +24 και όχι στο -92/1, χρονολογία που είχε έως σήμερα καθιερωθεί από τους μελετητές. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο Π. Θέμελης θεωρώντας ότι το επαναλαμβανόμενο στην επιγραφή «πεντηκοστό πέμπτο» έτος υπολογίζεται από το -31, έτος της νίκης του Οκταβιανού Αυγούστου στη ναυμαχία του Ακτίου της Αιτωλοακαρνανίας, και όχι το -146, έτος της καταστροφής της Κορίνθου και υποδούλωσης της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Ο ίδιος επισημαίνει επίσης ότι ο ιεροφάντης Μνασίστρατος που αναφέρεται στην επιγραφή ανήκε σε πανίσχυρη οικογένεια, καταγόμενη ενδεχομένως από τις «παλαιές» ιερατικές οικογένειες των Μεσσηνίων της Διασποράς, οι οποίοι επιστρέφοντας το -369 στην πατρίδα εγκατέστησαν τις παραδοσιακές λατρείες στην πρωτεύουσα και στα μεγάλα αγροτικά ιερά (όπως της Ανδανίας), αποκαθιστώντας έτσι τους θρησκευτικούς δεσμούς του τόπου με το παρελθόν, τους οποίους είχε βίαια διακόψει η μακρόχρονη σπαρτιατική κατοχή. Τότε ίσως πλάστηκε η ιστορία του Αιπυτίδη Αριστομένη, που είχε γενέτειρα την Ανδανία και θεωρήθηκε πρόγονος του ιεροφάντη Μνασίστρατου.
4 Τα μέλη αυτά φωτογραφήθηκαν και καταγράφηκαν από την υπογράφουσα το έτος 2007. Τότε μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας τα δύο τμήματα μαρμάρινων ραβδωτών ημικιόνων (Λ7207 και Λ7208), που κείτονταν στον περίβολο μιας οικίας του χωριού. Βλ. Αραπογιάννη 2007β, σ.360.
5 Valmin 1928-29, σ.33-34, εικ.5. Θέμελης 1967, σ.207. Αραπογιάννη υπό έκδ.
6 Ο κιονίσκος (Λ 7204) μεταφέρθηκε με ευθύνη της υπογράφουσας το 2007 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας, όπου φυλάσσεται.
7 Θέμελης 1967, σ.207, όπου αναφέρεται ότι κοντά στο βάθρο βρέθηκε τεμάχιο μαρμάρινου ενεπίγραφου θωρακίου (διαστάσεων 0,28x 0,12μ., πάχ. 0,065μ.) επάνω στο οποίο διακρινόταν τμήμα επιγραφής: ΑΥCΑΙΤΗC.
8 Η ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε από την υπογράφουσα, κατά τη θητεία της ως Διευθύντριας της ΛΗ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας, βλ. Αραπογιάννη 2007β, σ.347-249 και Αραπογιάννη 2014, σ.302-303, εικ.14.
9 Αραπογιάννη 2014, σ.302-303.
10 Η κατασκευή βρισκόταν εντός της ιδιοκτησίας του Ηλία Λυμπερόπουλου και είχε δεχθεί σύγχρονες προσθήκες ακανόνιστης λιθοδομής στο ανώτερο σωζόμενο μέρος της.
11 Το αγρόκτημα, ιδιοκτησίας Ευγενίας Πέτροβα, βρίθει διάσπαρτων αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών, πολλά από τα οποία είναι εντοιχισμένα σε σύγχρονες κατασκευές (τοίχους, μάνδρες, σκάλες κ.λπ.). Σε όλη την έκταση του αγροκτήματος καθώς και των όμορων αγρών υπάρχει πληθώρα αρχαιολογικών ενδείξεων κατοίκησης κατά την αρχαιότητα.
12 Βλ. εδώ, σημ.25. Η ανασκαφή διενεργήθηκε χάρη στην οικονομική βοήθεια του αείμνηστου καπετάν Βασίλη Κωνσταντακόπουλου, η καταγωγή του οποίου ήταν από το χωριό Μαντζάρι, στην περιοχή του Διαβολιτσίου της Άνω Μεσσηνίας.




Printfriendly