.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Ναός Λιμνιάτιδος Αρτέμιδας, Αρτέμιδα Τριφυλία.


Στην νότια πλευρά του όρους Λαπίθα στην Τριφυλία, βόρεια του χωριού Αρτέμιδα (πρώην Κουμουθέρκα) και στην θέση Ψιλολιθάρια, σε ύψος 755 μέτρων, υπάρχουν τα ερείπια του ιερού της Λιμνάτιδος Αρτέμιδος.
Ο πολύ σημαντικός γιά την Αρχαία Τριφυλία αυτός ναός ήταν σε χρήση από τα Γεωμετρικά χρόνια και είχε αγροτικό χαρακτήρα. Αν και μικρότερης εμβέλειας από τα μεγάλα ιερά της Ολυμπίας, ωστόσο είχε επαφή μ΄αυτά. Ήταν ένα ιερό πολυσύχναστο και με έντονη δραστηριότητα.

Το ύψωμα Ψηλά-λιθάρια στις νότιες απολήξεις του όρους Λαπίθα, όπου έστεκε το ιερό της Λιμνιάτιδος Αρτέμιδος

Η Λιμνιάτις Άρτεμις

Η Άρτεμης θεωρείται μια από τις αρχαιότερες θεότητες στον Ελλαδικό χώρο. Η λατρεία της διαπιστώνεται ήδη στα Μυκηναϊκά χρόνια, καθότι το όνομά της διαβάστηκε σε πινακίδα της Γραμμικής Β από την Πύλο, και συναντάται έως την όψιμη αρχαιότητα. 
Η παρουσία της συνδέεται με την άγρια φύση αλλά και με την οργανωμένη κοινωνία των ανθρώπων, ενώ τα ιερά της εντοπίζονται τόσο σε απόμακρες τοποθεσίες, σε βουνά, αλλά και κοντά στη θάλασσα και τα ποτάμια, όσο και μέσα σε πόλεις ή πολύ κοντά σε αυτές. Τα ιερά της είναι διάσπαρτα σε όλο τον Ελλαδικό χώρο.
Η επίκληση Λιμνάτις μαρτυρεί μια περιοχή με πολλά νερά και επομένως εύφορη.
Η Άρτεμη Λιμνάτις λατρευόταν σε πολλά ιερά της Πελοποννήσου όπως τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Επίδαυρο, την Τριφυλία και την Μεσσήνη, γεγονός που συνδέεται με τη γεωμορφολογία της περιοχής. Σχετίζεται με τα νερά, είναι η θεά που κατοικεί στις λίμνες και τα έλη. Η δύναμή της εντοπίζεται σε περιοχές όπου τα όρια μεταξύ νερού και στεριάς είναι ασαφή. Η ονομασία της κατά μια άλλη άποψη προέρχεται από ένα Μυκηναϊκό οικισμό που όμως χάθηκε και δεν μπορούμε πια να προσδιορίσουμε την θέση του.
Η λατρεία της σύντομα σχετίστηκε με την ευφορία της γης, χωρίς όμως να χάσει τον χαρακτήρα της Μεγάλης θεάς των κυνηγών. Ακόμη λατρεύεται και ως Κουροτρόφος, όπως στην Κομποθέκρα. Η Άρτεμη Λιμνάτις είναι η θεά της φύσης που προστατεύει την ευφορία και τη γονιμότητα.


Ιερό Λιμνιάτιδος Αρτέμιδος, Λάπιθο Τριφυλία. Στιγμιότυπο από τις ανασκαφές του 1907.

Το Ιερό Λιμνάτιδος Αρτέμιδος στο όρος Λάπιθο

Βρίσκεται σε υψόμετρο 755 μ. περίπου στο όρος Λάπιθο, στη θέση Ψιλολιθάρια. Είναι στα βόρεια του σημερινού χωριού Κουμουθέκρα (σχετικά πρόσφατα μετονομάστηκε σε Αρτέμιδα) του δήμου Ζαχάρως.
Ο ναός ανακαλύφθηκε το 1907 από τον Γερμανό αρχαιολόγο Κ. Müller σε μία πολύ μικρής έκτασης και διάρκειας ανασκαφή1.
Βρίσκεται στο βόρειο άκρο ενός φυσικού πλατώματος και καταλαμβάνει όλο σχεδόν το πλάτος του. Πρόκειται για έναν δωρικό ναό χωρίς πτερό, που αποτελείται από πρόναο, σηκό και άδυτο. Στον πρόναο υπήρχαν δύο κίονες εν παραστάση2.
Από τον καιρό της ανασκαφής σωζόταν μόνο σε επίπεδο θεμελίωσης. Ο προσανατολισμός του είναι Β→Ν. Ενδεχομένως, ο λόγος του ασυνήθιστου προσανατολισμού να είναι καθαρά πρακτικός και να οφείλεται στη διαμόρφωση του πλατώματος, στο οποίο δεν θα χώραγε να χτιστεί ναός με κανονικό προσανατολισμό3.


Οι διαστάσεις του ναού είναι 5,8x 12,4μ., ενώ τα θεμέλια, που ανακαλύφθηκαν δεν ξεπερνούσαν σε ύψος το 0,4μ. Η είσοδος του ναού βρισκόταν στο νότιο τμήμα. Ο ναός δεν είχε συνεχή στυλοβάτη, αλλά ο κάθε κίονας είχε δικό του θεμέλιο. Από αυτά σώζονταν δύο τον καιρό της ανασκαφής, ενώ οι κίονες ήταν αρράβδωτοι.
Υπάρχουν δύο οικοδομικές φάσεις. Η πρώτη χρονολογείται στην πρώιμη αρχαϊκή περίοδο και η δεύτερη στην ύστερη αρχαϊκή (στα τέλη του -6ου αιώνα περίπου). Στην πρώτη φάση το υλικό κατασκευής ήταν τα ωμά πλιθιά, που είχαν χρησιμοποιηθεί στους ανεγειρόμενους τοίχους4, ενώ η ανωδομή, σύμφωνα με τον Sinn, ήταν κατασκευασμένη από πωρόλιθο5. Στη δεύτερη φάση το υλικό δομής είναι ασβεστόλιθος. Δύο τμήματα δωρικού κιονόκρανου και θραύσματα επιστύλιου και γείσου κατασκευασμένα από αυτό το υλικό, έχουν αποδοθεί στην δεύτερη φάση του ναού. Επιπλέον, η ανασκαφή είχε φέρει στο φως τμήμα πήλινης λεοντοκεφαλής και θραύσματα κεράμων, που αποδόθηκαν και αυτά στην δεύτερη οικοδομική φάση6.


 Για την δεύτερη φάση του ναού υπάρχουν πολύ λιγότερες ενδείξεις, ενώ έχει χαθεί και μία αρκετά μεγάλη συλλογή κεράμων και στοιχείων του διακόσμου, που αναφέρονται στις σημειώσεις του Müller, που θα βοηθούσε.7. 
Σύμφωνα με τον Sinn στη δεύτερη φάση οι τοίχοι του ναού ήταν κατά 0,1μ. στενότεροι σε σχέση με τους τοίχους της πρώτης φάσης, οι οποίοι εκτείνονται σε όλο το πλάτος της θεμελίωσης8. Αλλά από την πρώτη ακόμη φάση είναι αξιοσημείωτο ότι οι εσωτερικοί τοίχοι του ναού είχαν ακριβώς το μισό πλάτος σε σχέση με τους εξωτερικούς9.
Σχετικά με την στέγαση του χώρου ο ανασκαφέας είχε εκφράσει στις σημειώσεις του την άποψη ότι υπήρχε τετράκλινη στέγη. Ο Sinn εμφανίζεται πολύ διστακτικός, αφού απουσιάζουν ακριβείς πληροφορίες από τη μεριά του πρώτου, και επίσης δεν αρκετά στοιχεία σχετικά με το θέμα αυτό10
Βωμός δεν έχει μέχρι τώρα εντοπιστεί, παρόλο, που έγιναν και από τον Sinn προσπάθειες εντοπισμού του. Με βάση αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι μέσα στο σηκό βρέθηκαν πολυάριθμα αναθήματα θεωρεί ότι πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η περίπτωση να υπήρχε εντός του σηκού βωμός καύσης και μία επιφάνεια για την τοποθέτηση των προσφορών11. Υπέρ αυτής της άποψης είναι και το ότι στο εσωτερικό δεν βρέθηκε κανένα ίχνος βάσης για λατρευτικό άγαλμα. Επίσης, η αξονική σχέση της πόρτας του σηκού με το άδυτο αντενδείκνυται για την τοποθέτηση λατρευτικού αγάλματος12.
Ο ναός και στις δύο φάσεις του περικλειόταν από έναν ορθογώνιο περίβολο, που είχε διαστάσεις 10,3x 16,8μ. Ήταν κατασκευασμένος από πωρόλιθο, αλλά η κατασκευή του είναι αρκετά πιο αμελής από τα σωζόμενα θεμέλια του ναού. Ο Müller είχε ερμηνεύσει τον περίβολο αυτό ως περιστύλιο και αυτός ήταν και ο λόγος, που για πολλά χρόνια ο ναός θεωρείτο περίπτερος13. Ο Sinn, όμως, απέρριψε αυτή την πρόταση. Η κατασκευή αυτή δεν μπορούσε να υποστηρίξει κιονοστοιχία14. Σχετικά με την λειτουργία του θεώρησε ότι αποτελούσε ένα είδος προστασίας για ασφαλή περίπατο γύρω από το ναό15

Ευρήματα
Τα ευρήματα της ανασκαφής16 ήταν αρκετά παρά τη μικρή χρονική διάρκεια της, και εκτείνονται χρονικά από την γεωμετρική περίοδο έως τα μέσα του -3ου αιώνα. Τα γεωμετρικά είναι κυρίως πήλινα ειδώλια ζώων, όπως άλογα, βοοειδή, σκύλοι, κριάρια και αρκετά τμήματα φιδιών17. Στην αρχαϊκή εποχή ανήκουν μεταξύ των άλλων πήλινων ειδωλίων και ένα, που παριστάνει ιππέα, ενώ ένα άλλο μία γυναικεία μορφή σε αγροτική εργασία (μάλλον ζύμωμα ψωμιού). Επίσης, βρέθηκαν και αρκετές περόνες18. Από τον χώρο του άδυτου προέρχονται αρκετά θραύσματα από ηλειακές ληκύθους19, μία χάλκινη φιάλη και ένα χάλκινο κάτοπτρο (εικόνα κάτω)20.



Η Ταύτηση
Τα δύο τελευταία ευρήματα από το άδυτο του ναού είναι και αυτά, που έδωσαν τη ταύτιση του χώρου. Το πρώτο είναι το χάλκινο κάτοπτρο21. Φέρει την επιγραφή SEG 31.356: 
hιαρὸν Ἀρτάμιτος λιμνάτιος. 

Το κάτοπτρο χρονολογείται στο β’ μισό του -6ου αιώνα22, αλλά η επιγραφή, που φέρει είναι μεταγενέστερη και χρονολογείται στο α΄ μισό του -5ου αιώνα23.
Το δεύτερο εύρημα είναι μία χάλκινη φιάλη, που βρέθηκε μαζί με το κάτοπτρο στο άδυτο του ναού. Χρονολογείται στο α΄ μισό του -4ου αιώνα.24.και φέρει την επιγραφή SEG 31.356
Ἄρτεμι Πολεμαρχὶς ἀνέθηκε

Η ταύτιση, λοιπόν, του χώρου έχει γίνει χωρίς καμία αμφιβολία. Σχετικά με την αναπαράσταση του δεν υπάρχουν πολλές προτάσεις. Σε αυτό έχει παίξει μεγάλο ρόλο κυρίως η κακή κατάσταση διατήρησης25 και το ότι έχουν σωθεί πολύ λίγα αρχιτεκτονικά θραύσματα26. Επίσης, σε κάποια σημεία ο χώρος έχει διαταραχθεί από λαθρανασκαφές. Έτσι απουσιάζουν συγκεκριμένες ενδείξεις για την αρχική μορφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πλάτος της πόρτας του σηκού, που δίνεται κατά αναλογία με το καλύτερα διατηρημένο πέρασμα στο άδυτο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο ναός δεν αναφέρεται από κάποια αρχαία πηγή.


Εικόνα πάνω: Τμήμα μεγάλου σκεύους με ανάγλυφη διακόσμηση από το ιερό της Λιμνιάτιδος Αρτέμιδος στην Κομποθέκρα (Όρος Λαπίθα). Το θραύσμα αυτό σώζει την λαβή, τμήμα του περιχειλώματος και του λαιμού. Η λαβή φέρει ανάγλυφη διακόσμηση τριών ιππέων. Πιθανότατα ήταν τμήμα μεγάλου αγγείου σε μορφή φορητού ασύμανθου (μεγάλης λεκάνης) με προφανώς λατρευτική χρήση. Αρχές -6ου αιώνα. Από την μελέτη της ανάγλυφης κεραμικής των λατρευτικών αγγείων των Ιερών της βόρειας Τριφυλίας αποδεικνύετε η άμεση σύνδεση του ιερού της Λιμνιάτιδος Αρτέμιδος στο όρος Λαπίθα με τα ιερά της Ολυμπίας και του μεγάλου ιερού που ανασκάφηκε στην θέση "Μπάμπες", 10 χλμ. νοτίως της Ολυμπίας. Τα ευρήματα του Ιερού της Αρτέμιδος που είναι κυρίως της Αρχαϊκής εποχής (-7ο και -6ο αιώνα), μας δείχνουν ότι το Ιερό είχε μάλλον αγροτικό χαρακτήρα και ότι αν και μικρότερης εμβέλειας από τα Ιερά βορειότερα, ήταν πολυσύχναστο και με έντονη δραστηριότητα.

ΠΗΓΕΣ:
-"Η λειτουργία του αδύτου στους ναούς της Ηπειρωτικής Ελλάδας": Λυκίδου Ηρώ
-"Πρώιμη ανάγλυφη κεραμική από την Ηλεία": Μουστάκα Αλίκη


Σημειώσεις
1 Η ανασκαφή διεξήχθη από 24 έως 30 Μαΐου 1907 και δημοσιεύτηκε την αμέσως επόμενη χρονιά. Müller 1908, 323-326. Ήταν, όμως, αρκετά συνοπτική και περιορισμένη. Με το ναό ασχολήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα ο Sinn, ο οποίος βασιζόμενος στο άρθρο του Müller αλλά κυρίως στις σημειώσεις του τελευταίου και στην μελέτη των ευρημάτων της ανασκαφής πραγματοποίησε μία αρκετά εκτενή δημοσίευση του ναού σε δύο άρθρα. Sinn 1978 και 1981. 
2 Σχετικά με το άδυτο ο Sinn θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργούσε και ως θάλαμος για προσφορές. Σε αυτό συνηγορεί και το ότι έχει μικρές διαστάσεις (1,8x 4μ.), ενώ σε αυτόν τον χώρο κατά την διάρκεια της ανασκαφής βρέθηκαν πολυάριθμα ευρήματα. Επίσης, διατυπώνει την άποψη ότι είναι απολύτως εύλογη η εγκατάσταση τέτοιων χώρων στο εσωτερικό του ναού, ειδικά σε περιπτώσεις, όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι θησαυροί. Και αυτή η πρακτική δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως παραμέληση ή υποβάθμιση του ναού. Sinn 1981, 52-53.
3 Αυτό πίστευε ο ανασκαφέας του χώρου. Müller 1908, 323. Ο Sinn, όμως, δείχνει να διαφωνεί. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στο ναό του Επικούριου Απόλλωνα, ο χώρος διαμορφώθηκε για να επιτευχθεί ο ασυνήθιστος προσανατολισμός. Πάντως, το ερώτημα αυτό θα παραμείνει αναπάντητο καθώς, δεν υπάρχουν αναφορές από τις γραπτές πηγές. Sinn 1981, 52. Πάντως, στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν και άλλοι ναοί, με αυτόν τον προσανατολισμό, όπως ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες και της Αρτέμιδος στο Κωτιλο. 
4 Οι κατώτερες απολήξεις των τοίχων του ναού δεν εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή και δεν σημειώνεται το επίπεδό τους με σαφήνεια σε κανένα σημείο. Μόνο στον ανατολικό τοίχο του άδυτου και στη εσωτερική πλευρά των τοίχων του σηκού παρατηρείται μία εσοχή, που πιθανότατα δηλώνει την μετάβαση από το θεμέλιο στον τοίχο. Sinn 1981, 48. 
5 Στην ανωδομή απέδωσε με μεγάλο δισταγμό δύο τμήματα από πωρόλιθο, που ο Müller είχε εντοπίσει κοντά στον χώρο της ανασκαφής και τα οποία σώζονταν σε πολύ κακή κατάσταση. Sinn 1981, 50. 
6 Sinn 1981, 53-54. 
7 Sinn 1981, 51. 
8 Sinn 1981, 53-56. 
9 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις σημειώσεις του ανασκαφέα «οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν πάχος ένα πλιθί, ενώ οι εξωτερικοί δύο πλιθιά». Sinn 1981, 48. Ο τοίχος μεταξύ του σηκού και του άδυτου είναι 0,45 μ. Ένα μήκος πλιθιού 0,45 μ. ταυτίζεται και με τις υποθέσεις του Müller και μπορεί να γίνει αποδεκτό για αυτόν το ναό, καθώς ταιριάζει το πλάτος του 0,9 μ. για τους εξωτερικούς τοίχους του σηκού. Sinn 1981, 50.
10 Sinn 1981, 51. 
11 Αυτή η πρόταση έρχεται σε πλήρη συμφωνία με το άδυτο του ναού, γιατί σύμφωνα με τον Ορλάνδο στους ναούς, που υπήρχε άδυτο συνήθως τοποθετούσαν και βωμό. Τραυλός 1976 ,197. 
12 Sinn 1981, 53. 
13 Müller 1908, 325. 
14 Το πλάτος των τοίχων ήταν αρκετά μικρό για κάτι τέτοιο, μόλις 0,75 μ. και η κατάσκευή τους όχι αρκετά επιμελής. Sinn 1981, 58. 
15 Υπέρ αυτής της άποψης είναι και το γεγονός ότι η ανατολική και η δυτική πλευρά δεν σώζονται σχεδόν καθόλου. Ο λόφος σε εκείνο το σημείο έχει υποχωρήσει. Θα μπορούσε ο περίβολος να λειτουργεί και ως ένα είδος αναλήμματος, ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση και των τοίχων του ναού. Sinn 1981, 50-51. 
16 Ένα μεγάλο πρόβλημα με το οποίο ήρθε αντιμέτωπος ο Sinn ήταν ότι τα ευρήματα της ανασκαφής αποθηκευτήκαν στις αποθήκες του μουσείου στην Ολυμπία στις αρχές του αιώνα χωρίς να γίνει καταγραφή τους. Έτσι, πολλά δεν μπορούσε να τα αποδώσει με σιγουριά στο ναό της Κουμουθέκρας, ενώ για πολλά από αυτά στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά στις σημειώσεις του Müller. Sinn 1981, 54-56. 
17 Sinn 1981, 67-69. 
18 Sinn 1981, 70-71. 
19 Sinn 1978, 51-52.
20 Αυτά τα ευρήματα οδήγησαν τον Sinn στο συμπέρασμα, ότι ο χώρος λειτουργούσε και ως θάλαμος προσφορών. 
21 Müller 1908, 324-325. Sinn 1981, 65-66, Nr.1, Abb.1. 
22 Ανήκει στην ομάδα 5 του καταλόγου της Oberländer, με τον αριθμό 50. Oberländer 1967, 43. 
23 Ο Sinn πιστεύει ότι αρχικά ο καθρέφτης χρησιμοποιόταν στο σπίτι και αργότερα ανατέθηκε στην λιμνάτιδα Αρτέμιδα. Sinn 1981, 30. 
24 Müller 1908, 325. Sinn 1981, 66, Nr.2, Abb.2. 
25 Οι μετατοπίσεις του εδάφους δεν έχουν επηρεάσει μόνο τον περίβολο αλλά και τον ίδιο το ναό. Ορισμένες μετρήσεις, που είναι απαραίτητες σχετικά με τους λίθους μπορούν να γίνουν μόνο κατά προσέγγιση. Sinn 1981, 48. 
26 Μόνο το μήκος του πλιθιού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο για την σύλληψη της κάτοψης, καθώς η διαμόρφωση της σχετίζεται ουσιαστικά με το μέγεθος του. Παρολ’ αυτά μόνο σχηματική αναπαράσταση μπορεί να γίνει. 1981, 49.





Printfriendly