.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Παράκτιοι οικισμοί της Πρωτοβυζαντινής Μεσσηνίας

Η σιωπη των πηγών και η αποσπασματική μαρτυρία της αρχαιολογίας

Ηλίας Αναγνωστάκης


Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο σημερινός νομός Μεσσηνίας και ειδικά ο παράλιος χώρος του, συγκρινόμενος με άλλες περιοχές της Πελοποννήσου ή και του ελλαδικού χώρου γενικότερα, παρουσιάζει το εξής παράδοξο: ενώ είναι βέβαιη η εμπλοκή του ως σταθμού ή περάσματος σε όλα τα μείζονα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στον θαλάσσιο δρόμο που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με την Δύση, σχεδόν ποτέ ή σπανίως αναφέρεται στις πηγές. Επίσης, τα μέχρι στιγμής αρχαιολογικά ευρήματα ελάχιστα βοηθούν στον σχηματισμό μιας έστω μερικής εικόνας οικισμών, εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων του πληθυσμού της περιοχής. Η διαπίστωση αυτή ισχύει τόσο για την πρωτοβυζαντινή περίοδο που θα εξετάσομε όσο και για τους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Όμως, όσο κι αν οι πηγές σιωπούν και η αρχαιολογική μαρτυρία, ενάλια ή χερσαία, μόλις που κατορθώνει να αρθρώσει αβέβαιο χρονολογικά λόγο με τα εκεί ναυάγια, τα όστρακα και τους λιθοσωρούς, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι τα λιμάνια και οι οικισμοί του παράλιου μεσσηνιακού χώρου υπήρξαν πολυσύχναστα και δραστήρια σημεία των θαλάσσιων δρόμων της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Οι παράλιοι οικισμοί της Αβίας, της Κορώνης, της Ασίνης, της Μεθώνης, της Πύλου-Κορυφασίου και της Κυπαρισσίας, οι νησίδες και τα ύφορμα χωρία της Μεσσηνίας αποτέλεσαν, υπό διαφορετικές συνθήκες και αιτίες (εμπορικές, εκστρατευτικές, ληστρικές, μετεωρολογικές), σημαντικούς σταθμούς ελλιμενισμού, τροφοδοσίας, αναγκαστικής καταφυγής, προσάραξης για ανάπαυλα πληρωμάτων και ταξιδιωτών.Η πιθανολογούμενη σχέση του μεσσηνιακού παράλιου χώρου με ιστορικά γεγονότα δεν αποτελεί απλώς μια υπόθεση που η λογική των πραγμάτων μεταμορφώνει σε αναπόδεικτη εντούτοις βεβαιότητα. Η εμπλοκή των παράκτιων οικισμών και των λιμένων συνάγεται από γενικές ή και κάποτε από συγκεκριμένες αναφορές διαδρομών, επιδρομών, εκστρατειών στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Αφρικής-Σικελίας-Ιταλίας και πελοποννησιακών, μεσσηνιακών ακτών, αλλά και νήσων του Ιονίου. Αξίζει να αναφερθούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα οι επιδρομές των Βανδάλων ανάμεσα στο 467 και το 477 και των Οστρογότθων του Τωτίλα το 549.
Οι παραπάνω επιδρομές θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, αν δεν έπληξαν, τουλάχιστον άγγιξαν ή και επηρέασαν κατά τον οποιοδήποτε τρόπο και τον μεσσηνιακό χώρο. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αναφέρεται στις πηγές όσο κι αν συσχετισθεί με το αυτονόητο και προφανές ότι η Μεθώνη αποτελούσε σταθμό των περισσότερων ταξιδιών ανάμεσα στην ανατολική και δυτική λεκάνη της Μεσογείου. 


Διαθέτομε αντίθετα συγκεκριμένες μαρτυρίες στάθμευσης στην Μεθώνη προσκυνητών προς του Αγίους Τόπους1. Έτσι, λοιπόν, από μια γενική αναφορά ότι ο αρχηγός των Βανδάλων Γιζέριχος «ανά πάν έ'τος ηρι άρχομένω ες τε Σικελίαν και Ίταλίαν εσβολάς εποιεΐτο... ες το του έφου βασιλέως έσέβαλε κράτος. Ιλλυριούς ουν έληίζετο και της τε Πελοποννήσου της τε άλλης Ελλάδος τα πλείστα και οσαι αυτή νήσοι επίκεινται»2, θα μπορούσε λογικά να υποτεθεί ότι στα «πλείστα» συμπεριλαμβάνονται οι ακτές και βεβαίως οι περιοχές της Ηλείας και της Μεσσηνίας. 
Καθώς μάλιστα η δράση του Γιζερίχου τοποθετείται από τον Προκόπιο μεταξύ Ταινάρου και Ζακύνθου, με προσβολή «τοις εν Πελοποννήσω χωρίοις»3, μια ληστρική δραστηριότητα στην παράκτια Δυτική Πελοπόννησο είναι δεδομένη. Παρά το γεγονός ότι απωθήθηκε εν τέλει στo Ταίναρο με βαριές απώλειες, δεν πρέπει λογικά να αποκλεισθεί μια εξαρχής καταστροφική εισβολή και επέλαση στην ενδοχώρα, αναπόφευκτα στην περιοχή της Μεθώνης και με αντίκτυπο στην Ολυμπία και την Μεσσήνη. Τοΰτο έχει ήδη προταθεί όπως θα δούμε για την Ολυμπία. Η έλλειψη, όμως, μέχρι πριν από λίγα χρόνια έστω και μιας ισχνής αρχαιολογικής μαρτυρίας για την πρωτοβυζαντινή Μεσσηνία δεν επέτρεπε να καταστρωθεί μια τέτοια υπόθεση, και αυτό είναι ακριβώς το παράδοξο που αναφέραμε, όσον αφορά την μελέτη και την ιστορία του πρωτοβυζαντινού, και δη παράλιου, μεσσηνιακού χώρου. Αλλά και αυτή η εύρεση των λεγόμενων βανδαλικών νομισμάτων δεν γνωρίζω σε ποιο βαθμό θα βοηθούσε την υπόθεση αυτή. Εξάλλου, ό,τι διαθέτομε είναι απελπιστικά αποσπασματικό και τα όποια τεκμήρια με τις ερμηνείες τους από ιστορικούς και αρχαιολόγους ουσιαστικά συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την έρευνα και την εικόνα της περιοχής4. Αναγκαστικά συγκρίνω την Μεσσηνία με την περιοχή της Ηλείας και μάλιστα την Ολυμπία, όπου το λεγόμενο τείχος των Ερούλων ερμηνεύθηκε με βάση τις αναφερόμενες στις πηγές επιδρομές του Γιζερίχου. Ανεξάρτητα από την αμφισβητούμενη πλέον χρονολόγηση της κατασκευής του τείχους, αυτό που έχει σημασία εν προκειμένω είναι η ανασκαφή, η εύρεση και η διατήρηση ευρημάτων τα οποία επέτρεψαν τον επιστημονικό διάλογο, ασχέτως αποτελέσματος, ιστορικών και αρχαιολόγων5. Όμως για να γίνει τούτο δυνατόν προϋποτίθεται η ύπαρξη κάποιων συστηματικών ανασκαφών.
Δυστυχώς για την Μεσσηνία, πάντα σε αντίθεση με την Ολυμπία, η συστηματική αρχαιολογική έρευνα, όπου αυτή έγινε, δεν υπήρξε γενναιόδωρη σε πρωτοβυζαντινά ευρήματα. Οι μυκηναϊκές θέσεις που ανασκάφηκαν και στις οποίες στράφηκε κυρίως το ενδιαφέρον δεν είχαν καν αρχαία, πόσο μάλλον βυζαντινή, συνέχεια. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί η σχετικά πρόσφατη ανασκαφική εμπειρία στα Νιχώρια. Σε άλλες περιπτώσεις, η αναζήτηση του κλασικού αλλά και του όποιου αρχαίου υποβάθμιζε ή και κατέστρεφε το υστερορωμαϊκό και βυζαντινό μνημείο των στρωμάτων. Χαριστική βολή έδωσαν οι σύγχρονες οικιστικές και οικονομικές προτεραιότητες σε έναν χώρο ιδιαίτερα εύφορο και πυκνοκατοικημένο όπως η Μεσσηνία και μάλιστα ο παράλιος χώρος της. Εξάλλου, επανειλημμένως διατυπώθηκε στον επαρχιακό Τύπο ότι ουδέν το θεαματικό, προεξέχον του εδάφους ή γνωστό ιστορικά, δεν επέβαλε σεβασμό και ενδιαφέρον. Έτσι, ό,τι διαθέτομε σήμερα ως μαρτυρία είναι αποτέλεσμα σωστικών ανασκαφών ή τυχαίων ευρημάτων. Ακόμη και στις περιπτώσεις που διενεργήθηκαν συστηματικότερες, περιορισμένης πάντα κλίμακας, ανασκαφές, όπως στο Πεταλίδι, στον Άγιο Ανδρέα Λογγά, στον Άγιο Φανούριο Μεθώνης, στην Αγία Κυριακή Φιλιατρών, στο Κορυφάσιο και εν μέρει στην Κυπαρισσία, επειδή δεν υπήρξαν θεαματικά αποτελέσματα, ο αρχαιολογικός χώρος εγκαταλείφθηκε ή καταστράφηκε ολοσχερώς και στην συνέχεια καλύφθηκε και καταπατήθηκε.
Αν αυτή είναι η ανασκαφική εικόνα και πραγματικότητα στον παράλιο μεσσηνιακό χώρο, με εξαιρέσεις τις διενεργηθείσες έρευνες από τις ξένες αποστολές κατά τα τριάντα τελευταία χρόνια στα Νιχώρια και στο Διαλισκάρι, εντελώς διαφορετική υπήρξε η μοίρα ενός σημαντικότατου αρχαιολογικού χώρου της ενδοχώρας, της αρχαίας Μεσσήνης. Διέθετε ακριβώς όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απουσίαζαν στους παράλιους αρχαιολογικούς χώρους, δηλαδή σώζονταν εντυπωσιακά αρχαία και βυζαντινά λείψανα, ήταν εκτός της οικιστικής και οικονομικής ζώνης ανάπτυξης και από πολύ νωρίς έγινε αντικείμενο έρευνας. Παρά τις διαταραχές που υπέστησαν τα υστερορωμαϊκό και βυζαντινά στρώματα στις πρώτες ανασκαφές, σήμερα με την ζέση και την μέριμνα των τελευταίων ανασκαφέων η Μεσσήνη καθίσταται μαζί με την μυκηναϊκή Πύλο ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος της Μεσσηνίας και εξαιρετικού ενδιαφέροντος για την βυζαντινή αρχαιολογία και ιστορία. Η πρωτοβυζαντινή μάλιστα πολλά υποσχόμενη φάση της καθιστά πλέον την Μεσσήνη με τα πλούσια ευρήματα της σημείο αναφοράς και σύγκρισης με ό,τι αποσπασματικό διαθετομε από τις άλλες μεσσηνιακές θέσεις. Μετά την γενική αυτή επισκόπηση της αρχαιολογικής μοίρας των παράκτιων πρωτοβυζαντινών οικισμών, προχωρούμε σε μια σχετικώς αναλυτικότερη παρουσίαση των θέσεων και των ευρημάτων πέντε ιστορικογεωγραφικών παράλιων ενοτήτων του μεσσηνιακού χώρου 

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ - ΦΙΛΙΑΤΡΑ - ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΟΙ

Μπορείτε να διαβάσετε το τμήμα της εργασίας που αναφέρετε στην Πρωτοβυζανντινή Τριφυλία στον σύνδεσμο: Πρωτοβυζαντινή Τριφυλία


ΚΟΛΠΟΣ ΠΥΛΟΥ
Η περιοχή της Πύλου αποτελεί μια άλλη ενότητα, η οποία όμως είναι ιδιαίτερα φειδωλή σε τεκμήρια πηγών και μνημείων. Αποτελείτο κατ' εξοχήν σημείο όπου λόγω αποστάσεων, μορφολογίας και γειτνίασης των παραλίων συγκλίνουν και γειτονεύουν οι τρεις παράκτιες ενότητες του μεσσηνιακού χώρου (Κυπαρισσίας, Αβίας-Πεταλιδιού, Μεθώνης). Παρά το γεγονός ότι το Κορυφάσιο, η Σφακτηρία και ο μοναδικός κόλπος τους θα πρέπει να αποτελούσαν κατά τα πρωτοβυζαντινά χρόνια, όπως και κατά τα ελληνιστικά και υστερορωμαϊκά, σπουδαιότατο χώρο οικισμών και ελλιμενισμού, η αρχαιολογική μαρτυρία παλαιότερων ανασκαφών είναι κυριολεκτικά δυσεύρετη ή κατεστραμμένη και έχει ελάχιστα μελετηθεί. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρονται σε πρόσφατη ιστορική και αρχαιολογική επισκόπηση: «τίποτα σχεδόν δεν είναι γνωστό για την Πύλο σε ό,τι αφορά την περίοδο δέκα αιώνων που ακολούθησε την ρωμαιοκρατία, μια και δεν υπάρχουν σχετικά μνημεία, φιλολογικές πηγές και κινητά αρχαιολογικά ευρήματα»20. Αν και η βυζαντινή πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς αυτή, πρέπει πάντως να ομολογήσομε ότι όντως μόνον υποθέσεις, βασισμένες και αυτές σε ενδείξεις, μας επιτρέπουν την σκιαγράφηση της περιοχής κατά τους πρωτοβυζαντινοΰς χρόνους. 
Ο Στέφανος Βυζάντιος θεωρεί το Κορυφάσιον ως άλλο όνομα της Πΰλου21. Στα υστερορωμαϊκά και πιθανότατα στα πρωτοβυζαντινά χρόνια, η ιστορική Πύλος ή η περιοχή και ο κόλπος της Πύλου ταυτίζονται με το Κορυφάσιο και την περιοχή του που δεν έχει καμία σχέση με το σημερινό χωριό Κορυφάσιο, πρώην Οσμάναγα, 3 χλμ. βορειοανατολικά της Βοϊδοκοιλιάς και του πλησιόχωρου Ρωμανού. Διαχρονικώς, λοιπόν, η βορειοδυτική πλευρά του κόλπου, όπου η Βοϊδοκοιλιά και η λιμνοθάλασσα του Διβαρίου, αλλά κυρίως η χερσόνησος του Κορυφασίου με την Πΰλο των ιστορικών χρόνων ονοματοδοτούν ολόκληρο τον κόλπο και την ευρύτερη περιοχή. Το ίδιο θα συμβεί και κατά τους βυζαντινούς χρόνους με το «Άβαρΐνον(ς)», που πιθανότατα αποτελεί το κοινό όνομα της περιοχής, δηλαδή όλου του κόλπου, της χερσονήσου του Κορυφασίου και αυτής της Σφακτηρίας22. Κατά τους ελληνιστικούς έως και τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους, η ίδια η πόλη Κορυφάσιον ή μια δεύτερη γειτονική της πολίχνη απλωνόταν ανατολικά της χερσονήσου στην θέση που αργότερα κάλυψε η λιμνοθάλασσα του Διβαρίου. Η λιμνοθάλασσα του Διβαρίου (όπως και όλη η προς Βορράν βαλτώδης περιοχή μεταξύ Ρωμανού και Οσμάναγα) πιστεύεται ότι δημιουργήθηκε μετά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους και κάλυψε μέρος του Κορυφασίου23. Η θέση του ελληνιστικού Κορυφασίου στο βόρειο άκρο της χερσονήσου θεωρείται ότι ήδη στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους είχε ερημωθεί και δημιουργήθηκε, κατά τον Σπ. Μαρινάτο, λίγο νοτιοανατολικά του νότιου άκρου δεύτερη πολίχνη24. Πάντως, οι γεωγράφοι και οι περιηγητές της ύστερης αρχαιότητας κληροδοτούν στους Βυζαντινούς το τοπογραφικό πρόβλημα, γνωστό ως πρόβλημα Πύλου. Δεν είναι πάντοτε σαφές στις ελάχιστες σωζόμενες μαρτυρίες των κειμένων κατά τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους και έως την εμφάνιση (7ος-9ος αι.) του νέου πιθανότατα σλαβικού ονόματος «Άβαρΐνος-Ναβαρΐνος»25 σε ποια ακριβώς από τις τρεις γνωστές Πύλους αναφέρονται οι συγγραφείς και σε ποιους Πυλίους. Πιστεύεται ότι η Πύλος μνημονεύεται στον κατάλογο των πόλεων του Τακτικού της Εικονομαχίας ως έδρα επισκοπής («ό Συλλέου=ό Πύλου»), υπαγόμενη στην μητρόπολη Κορίνθου. Η ανάγνωση και η ταύτιση δεν είναι ασφαλείς· έχουν εξάλλου προταθεί οι αρκαδικές Πύλλαι, η λεπρεατική ή ηλιακή Πύλος26. Ενδέχεται πάντως, ακόμη και μετά την σλαβογενή μετονομασία της περιοχής σε Αβαρίνο- Ναβαρίνο, το όνομα της Πύλου να διατηρήθηκε στο γειτονικό προς τον κόλπο και γνωστό από την Φραγκοκρατία και εξής σημερινό χωριό Πύλα.


Ως προς τις υστερορωμαϊκές και πρωτοβυζαντινές αρχαιολογικές μαρτυρίες, η περιοχή μόλις τα τελευταία χρόνια και μάλιστα με την έρευνα του PRAP αρχίζει να προσφέρει πιο συγκεκριμένα και εκμεταλλεύσιμα για τους ιστορικούς στοιχεία. Ήδη από παλαιότερα, στο βόρειο άκρο της χερσονήσου που βλέπει τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς είχαν αποκαλυφθεί παλαιοχριστιανικοί τάφοι, χωρίς κτερίσματα, ανάμεσα στις οικίες της ελληνιστικής πόλης του Κορυφασίου, που μάλλον είχε ερημωθεί κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους27.  
Μεγάλα τμήματα βαλανείου ή πρώιμης βασιλικής(;) με λείψανα ψηφιδωτού δαπέδου σώζονται στο νότιο άκρο της χερσονήσου του Κορυφασίου, απέναντι από την Σφακτηρία και επάνω στον λαιμό που χωρίζει την λιμνοθάλασσα από τον κόλπο. Πρόκειται για μια δεύτερη πολίχνη του Κορυφασίου σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Στο νοτιοανατολικό άκρο, οικοδομήματα από πλίνθους, τοίχοι και δάπεδα υπήρχαν κάτω από τα νερά της λιμνοθάλασσας28. Ανατολικά του Κορυφασίου και μέχρι την Γιάλοβα, το Πετροχώρι και του Ρωμανού, σε μια αρκετά εκτεταμένη περιοχή όπου οι βάλτοι και η λιμνοθάλασσα του Διβαρίου, είχε παλαιότερα εντοπισθεί από τον Σκιαδά πλήθος τάφων υστερότερων χρόνων. Στα πρόσφατα ευρήματα του PRAP από την περιοχή Ρωμανού, εκτός από ρωμαϊκή κεραμική αναφέρεται και χάλκινο νόμισμα του Κωνσταντίου Β' χρονολογούμενο στα 351-35529. Γενικώς συνάγεται ότι υπήρξε χώρος εγκαταστάσεων για μια περίοδο πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από όσο παλαιότερα υπέθεταν ιστορικοί και αρχαιολόγοι. Κατά τα αποστραγγιστικά έργα που άρχισαν το 1962 διενεργήθηκε αρχαιολογική έρευνα και διαπιστώθηκε η ύπαρξη εκτεταμένου και ασυνήθιστα μεγάλου ελληνιστικού νεκροταφείου, μέρος μόνον του οποίου ανασκάφηκε. Πιστεύεται ότι το νεκροταφείο, που βρισκόταν εκατέρωθεν οδού που οδηγούσε ως την σημερινή Γιάλοβα, αλλά και μέρος του οικισμού στα ανατολικά πρανή του λόφου κατακλύσθηκαν από τα νερά της λιμνοθάλασσας που άρχισε να σχηματίζεται μετά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους30.
 Καθώς μάλιστα κλιματολογικοί παράγοντες διατάραξαν την μορφολογία του εδάφους και τον οικιστικό ιστό, πιθανότατα ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, όσα έχουν παρατηρηθεί και για την περιοχή της Ολυμπίας κατά την ίδια περίοδο31. Στον βαθμό, λοιπόν, που η αρχαιολογική μελέτη δεν έχει προχωρήσει, προς το παρόν μόνο γενικές υποθέσεις μπορεί να γίνουν για την πρωτοβυζαντινή φάση του σπουδαιότατου αυτού παράλιου χώρου με βάση τις ισχνές πρωτοχριστιανικές ενδείξεις. Επίσης, με βάση τα πρωτοχριστιανικά ευρήματα και λείψανα της γειτνιάζουσας ενδοχώρας, όπως π.χ. στο Σουληνάρι και στου Χανδρινού, οι υποθέσεις για πρωτοβυζαντινή παρουσία και δραστηριοποίηση στην περιοχή του κόλπου μάλλον ενισχύονται32. Όσον αφορά την Σφακτηρία, το νησί αναφέρεται από τον Στέφανο Βυζάντιο και θεωρείται ότι το όνομα της διατηρήθηκε ως την εμφάνιση των Σλάβων, που με το «Άβαρίνος» ονοματίζουν τουλάχιστον από τον 8ο-10ο αιώνα την περιοχή του κόλπου της Πύλου και την ίδια την Σφακτηρία33.  Στις ανατολικές ακτές του νησιού, στην κοιλάδα του κολπίσκου Μαράνου, βρέθηκαν βυζαντινά όστρακα μαζί με ελληνιστικά και κυρίως ρωμαϊκά και ένα δύσκολα χρονολογούμενο παλιό πηγάδι. Διαφαίνεται, και λογικά μπορεί να υποστηριχθεί, ότι το νησί χρησίμευε πάντα και βεβαίως κατά τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους σε αλιείς, βοσκούς και πιθανώς σε στρατιωτικές φρουρές34.

ΑΒΙΑ - ΚΑΛΑΜΑΤΑ - ΝΙΧΩΡΙΑ
Ο παράλιος χώρος στον μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου από την Αβία μέχρι το Πεταλίδι, ή πιο συγκεκριμένα ως τις εκβολές των ποταμών δυτικά της Καλαμάτας, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ιστορικογεωγραφικής ενότητας, σημαντικότατης μάλιστα, καθώς αποτελεί την κατάληξη ποτάμιων και χερσαίων δρόμων της μεσσηνιακής πεδιάδας. 
Ως Αβία κατά τους ρωμαϊκούς και πρωτοβυζαντινούς χρόνους πρέπει να οριζόταν η ευρύτερη περιοχή ανατολικά της Καλαμάτας, διάσπαρτη από οικισμούς και επαύλεις. Ερείπια στη θέση «Παλιόχωρα» ή «Παλαιοχώρα», όνομα που έφερε μέχρι πρόσφατα ο σημερινός οικισμός Αβία, δηλώνουν συνεχή εγκατάσταση κατά την ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή. Συστηματική ανασκαφή δεν έχει γίνει. Έχει όμως επισημανθεί νεκροταφείο ρωμαϊκών και χριστιανικών χρόνων, κατάσπαρτο από όστρακα. Στην ευρύτερη περιοχή βρέθηκε τυχαία πώρινη σαρκοφάγος, που χρονολογείται πιθανώς στους χρόνους του Μ. Κωνσταντίνου. Βρέθηκε, επίσης, χάλκινο νόμισμα Κωνσταντίνου Α'35.
Ο παράλιος χώρος της Καλαμάτας και ο χώρος των ποτάμιων εκβολών, αν και προσφέρουν κάποιες υστερορωμαϊκές και παλαιοχριστιανικές μαρτυρίες με ελάχιστα ευρήματα, περιμένουν πάντα τον αρχαιολόγο τους36. Αντίθετα, ο χώρος περί τα Νιχώρια, συμφωνά με όλες τις ενδείξεις, αποτέλεσε κατά την ρωμαϊκή περίοδο αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης από την μεγάλη ιδιοκτησία. Εντοπίζεται μάλιστα σημαντικός αριθμός αγροικιών κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Στην Μανδρίτσα, νότια των Νιχωρίων και στις δυο πλευρές του δρόμου Ριζόμυλου- Καρποφόρας, σε έκταση διαμέτρου περίπου 300 μ., βρίσκονται διάσπαρτα τα κατάλοιπα εκτεταμένης αγροικίας πρωτοβυζαντινής περιόδου.

Πρωτοβυζαντινή οικία στα Νιχώρια
Στα περίχωρα, τα εντοπιζόμενα ευρήματα επιτρέπουν την επισήμανση έξι τουλάχιστον θέσεων, που αντιστοιχούν επίσης σε αγροικίες. Οι αγροικίες αυτές προφανώς λειτουργούσαν έως τα τέλη του 5ου-αρχές του 6ου αιώνα σε άμεση σχέση με τον γειτονικό οικισμό στο Πεταλίδι- Κορώνη37. Επίσης, στην περιοχή των Νιχωρίων ανασκάφηκε αποθηκευτικός χώρος, αποτελούμενος από τρία μεγάλα δωμάτια, στο τρίτο από τα οποία, μεταξύ των άλλων αντικειμένων, βρέθηκε αποθηκευτικός αμφορέας που μπορεί να χρονολογηθεί στην περίοδο 460-520, χρονολόγηση που οριοθετεί και τον χρόνο λειτουργίας του οικοδομήματος, στο οποίο αποθηκεύονταν κυρίως αγροτικά προϊόντα38.

ΚΟΡΩΝΗ (ΠΕΤΑΛΙΔΙ) - ΛΟΓΓΑ - ΑΣΙΝΗ (ΚΟΡΩΝΗ)
Μια άλλη ενότητα αποτελεί η παράλια δυτική πλευρά του Μεσσηνιακού κόλπου, από την πρωτοβυζαντινή Κορώνη, το σημερινό Πεταλίδι, ως την Ασίνη, την σημερινή Κορώνη. Η ευρύτερη παράλια περιοχή νότια και βόρεια του Πεταλιδιοΰ, το αρχαίο λιμάνι, ο μικρός λόφος με τα λείψανα δυτικά και ακριβώς πάνω από τον οικισμό, από πολύ νωρίς οδήγησαν περιηγητές και αρχαιολόγους στην ταύτιση του Πεταλιδιοΰ με την αρχαία και παλαιοχριστιανική Κορώνη. Γενικώς πιστεύεται ότι στο σημερινό Πεταλίδι βρισκόταν η αρχαία πόλη, ενώ η υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή οικιστική δραστηριότητα, ξεκινώντας και διατηρώντας πάντα τον αρχικό πυρήνα της παλιάς πόλης, απλωνόταν σε μια μεγάλη ακτίνα σχεδόν από την Λογγά και μέχρι τις εκβολές του Παμίσου προς Βορράν. Η πρωτοβυζαντινή Κορώνη, στην θέση του σημερινού χωρίου Πεταλίδι, αναφέρεται από τον Στέφανο Βυζάντιο και στον Σννεκδημο του Ιεροκλέους. Για την πρωτοβυζαντινή επισκοπή υπάρχουν μόνον υποθέσεις και πολύ μεταγενέστερες παραδόσεις, καθώς συγχέεται από παλαιότερους μελετητές με την βοιωτική Κορώνεια. Άγνωστα παραμένουν τα αίτια και ο χρόνος εγκατάλειψης της καθώς και της πιθανολογούμενης μετεγκατάστασης των κατοίκων της νοτιότερα στην οχυρή Ασίνη που μετονομάζεται σε Κορώνη39. Η πιθανότητα ενισχύεται από αντίστοιχες μετονομασίες πόλεων και μαρτυρουμενες μετοικήσεις πληθυσμών σε οχυρές θέσεις κατά τους μεταβατικούς χρόνους, όπως π.χ. Κυπαρισσία- Αρκαδιά, και τα αναφερόμενα στο Χρονικόν της Μονεμβασίας κ.λπ. 
Πάντως, δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα από τα κατάλοιπα από την Κορώνη- Πεταλίδι, όσα τελικά διασώθηκαν ή περισυλλέχθηκαν από σωστικές ανασκαφές, είναι υστερορωμαϊκά. Παλαιοχριστιανικά γλυπτά προερχόμενα από την περιοχή του Πεταλιδιοΰ, στο Γυμνάσιο του οποίου φυλάσσονταν, μεταφέρθηκαν το 1976 και βρίσκονται στην Συλλογή Κορώνης στην σημερινή Κορώνη40. Λιγοστά είναι τα κατάλοιπα του παλαιοχριστιανικού οικισμού στον χώρο της αρχαίας ακρόπολης, που βρίσκεται στον λόφο επάνω από το Γυμνάσιο του Πεταλιδιού. Κινητά ευρήματα αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή ρωμαϊκών λουτρών, καθώς και αρχιτεκτονικά γλυπτά της ίδιας περιόδου. Στην θέση Καλάθι, νοτιοανατολικά από το Πεταλίδι, άφθονη κεραμική και θεμέλια υστερορωμαϊκών χρόνων καταστράφηκαν κατά την διαμόρφωση του χώρου. Στον ίδιο χώρο περισυλλέχθηκε μικρό τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου (αχρονολόγητο), από απλές έγχρωμες ψηφίδες. Στα μπάζα βρέθηκε λυχνάρι της ίδιας περιόδου41 
Η περιοχή της κοινότητας Λογγά, ανάμεσα στην αρχαία (Πεταλίδι) και την βυζαντινή Κορώνη, παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον και έχει κατά καιρούς προσφέρει από τις διάφορες θέσεις της παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά λείψανα και μνημεία. Τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική κτίσθηκε στη θέση του ιερού του Απόλλωνα Κορύθου, στον Άγιο Ανδρέα, επίνειο της Λογγάς (300 μ. από τη θάλασσα). Είχε βρεθεί επίσης ψηφιδωτό δάπεδο. Ο αρχαιολογικός χώρος έχει καταστραφεί ολοσχερώς42. Από την περιοχή της Λογγάς, από τον μεταγενέστερο ναό του Αγίου Αντωνίου, προέρχεται ανάγλυφο θωράκιο που πιθανώς αποτελούσε φράγμα πρεσβυτερίου βασιλικής 4ου- 6ου αιώνα και από τη θέση Κρεμμύδια, στα ερείπια αδιερεύνητου ναού, παλαιοχριστιανική λίθινη σφραγίδα άρτων 5ου ή 6ου αιώνα43.
Θεωρείται βέβαιο ότι η μεσοβυζαντινή και η σημερινή Κορώνη καταλαμβάνουν την θέση της αρχαίας και πρωτοβυζαντινής Ασίνης. Σήμερα το όνομα της Ασίνης έχει δοθεί σε κοινότητα της περιοχής, το πρώην Τζαφερόγλι. Η Ασίνη αναφέρεται από τον Στέφανο Βυζάντιο, μνημονεύεται στον Συνέκοημο του Ιεροκλέους και στην Notitia 3. Πιθανολογείται η ύπαρξη επισκοπής κατά τους πρωτοβυζαντινούς και έως τον 8ο αιώνα χρόνους. 
Επίσης πιθανολογείται η μετοίκηση των κατοίκων της πρωτοβυζαντινής Κορώνης στην
οχυρή ακρόπολη της Ασίνης που μετονομάζεται πλέον σε Κορώνη. Πιστεύεται ότι κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο οι Ασιναίοι είχαν οχυρώσει την κορυφή της ακρόπολης της Ασίνης επισκευάζοντας τα αρχαία τείχη με επαναχρησιμοποίηση του υλικού τους. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αρχαιολογική τεκμηρίωση από ανασκαφική δραστηριότητα. Πάντως, ο αρχικός ναός της Αγίας Σοφίας (ερείπια του οποίου σώζονται στην μεσημβρινή πλευρά του κάστρου, κοντά στην είσοδο του εσωτερικού περιβόλου, από όπου προέρχονται γλυπτά του 11ου αι.) θα μπορούσε να χρονολογείται κατά την μεταβατική περίοδο του 7ου και 8ου αιώνα, καθώς πιστεύεται ότι συγγενεύει με το σχέδιο του λεγόμενου ναού του Οσίου Νίκωνος στην Σπάρτη44. (Εικ. κάτω)


ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΠΥΛΙΑ - ΜΕΘΩΝΗ
Από την ευρύτερη παράκτια χώρα της Κορώνης υστερορωμαϊκές και πιθανότατα παλαιοχριστιανικές και πρωτοβυζαντινές θέσεις, καταγεγραμμένες στην βιβλιογραφία, εντοπίζονται στην περιοχή Αγίας Τριάδας και Φανερωμένης. Ειδικά στο χωριό Λιβαδάκι της κοινότητας Βασιλιτσιού, 7 χλμ. νότια της Κορώνης, στη θέση Φανερωμένη, ονομασία της παράκτιας πεδιάδας από το όνομα μοναστηρίου στην βορειοδυτική πλαγιά λοφίσκου, και 5 χλμ. από το ακρωτήριο Ακρίτας, εντοπίσθηκε πλήθος ρωμαϊκών και βυζαντινών λειψάνων. Κοντά στην ακτή αναφέρεται ύπαρξη λειψάνων ρωμαϊκού λουτρού, ψηφιδωτών και εύρεση νομισμάτων45. Ένας εξόχως σημαντικός παράλιος χώρος κυριολεκτικά ανεξερεύνητος, με υπήνεμους όρμους, ορμητήρια και νησίδες-καταφύγια, ο οποίος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις λαθρανασκαφικές του περιπέτειες, μπορεί να προσφέρει πλούσιες μαρτυρίες είναι η περιοχή από την Κορώνη μέχρι την Μεθώνη. Στην Φοινικούντα (σημερινή Ταβέρνα), στην θέση Λούτσα, εντοπίσθηκε παλαιοχριστιανική βασιλική με διακρινόμενα τμήματα λιθοπλινθόκτιστων τοίχων και μεγάλη ημικυκλική αψίδα46.
Αφήσαμε τελευταία την δυτική Πυλία όπου και η Μεθώνη. Η πρωτοβυζαντινή Μεθώνη, και το λιμάνι της στο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου, αποτέλεσαν έναν από τους κύριους σταθμούς της θαλάσσιας οδού που οδηγούσε από την Δυτική Ευρώπη στην Ανατολική Μεσόγειο, την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους. Στα μεσά του 4ου αιώνα αναφέρεται στις πηγές εβραίος έμπορος στην Μεθώνη και πιθανώς επίσκοπος στη Σύνοδο της Σαρδικής το 343, και η Μεθώνη μνημονεύεται στον Βίο του αγίου Ιλαρίωνος, από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, στον Συνέκδημο, από τον Στέφανο Βυζάντιο και τον Προκόπιο47. Πρόκειται για την μόνη πόλη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου που συγκριτικά με τις άλλες αναφέρουν συχνότερα, αν και πάντα φειδωλά, οι πηγές. Συστηματικές ανασκαφές απουσιάζουν, τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι απογοητευτικά και ελάχιστα βοηθούν ως μαρτυρίες για την αποδεδειγμένη σπουδαιότητα του χώρου. Αν επιχειρηθεί μια σκιαγράφηση της πρωτοβυζαντινής Μεθώνης, πρέπει να στηριχθούμε στην αποσπασματική μαρτυρία σωστικών ανασκαφών, τυχαίων ευρημάτων και κυρίως στην μόνη σημαντική, παλαιά ανασκαφή της περιοχής στο κοιμητήριο του Αγίου Ονούφριου. Για την παλαιοχριστιανική πόλη, μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες αποτελείτο νεκροταφείο του Αγίου Ονούφριου, τμήματα του οποίου χρονολογούνται από τον 3ο, αλλά και από τα μέσα περίπου του 4ου έως τις αρχές του 5ου αιώνα. Βρίσκεται στην ανατολική κλιτύ του λόφου του Αγίου Νικολάου, βορειοδυτικά του δρόμου Μεθώνης- Πύλου, όπου κατά τους αρχαίους και μεσαιωνικούς χρόνους υπήρχε λατομείο πωρόλιθου. Θεωρείται ότι αποτελεί κρίκο σε μια αλυσίδα παρόμοιων κοιμητηρίων με διάσκαφους νεκρικούς θαλάμους, τα οποία εντοπίζονται από την Μήλο ως την Σικελία, πάνω στον θαλάσσιο δρόμο που συνδέει την Ανατολή με την Δύση. Η χρονολόγηση των τελευταίων, με τα οποία αυτό της Μεθώνης έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά, επιτρέπει κατ' αναλογίαν και την χρονολόγηση του, τουλάχιστον της δεύτερης φάσης του, από τα μέσα του 4ου έως το αργότερο τις αρχές του 5ου αιώνα. Αρχαιότερος των μέσων του 4ου αιώνα θεωρείται ο αρχικός θάλαμος, που δεν γνωρίζομε αν αρχικά χρησιμοποιήθηκε από χριστιανούς, αλλά πάντως αποτέλεσε τον πυρήνα του παλαιοχριστιανικού κοιμητηρίου πριν από την διάνοιξη του διγαμματοειδοΰς διαδρόμου και την επέκταση νεκρικών θαλάμων και τάφων. Επίσης δεν γνωρίζομε την διάρκεια λειτουργίας του συγκροτήματος ως χριστιανικού κοιμητηρίου. Σίγουρα όμως κατά τους μεσοβυζαντινοΰς χρόνους έχει εγκαταλειφθεί έως την μετατροπή του σε ασκητήριο. Το κοιμητήριο συγκροτείται από διάσκαφους νεκρικούς θαλάμους μέσα στον βράχο και τάφους στον εξωτερικό χώρο του νεκροταφείου. Κατά την ανασκαφή διαπιστώθηκε ότι οι τάφοι ήταν διαταραγμένοι και βρέθηκαν πόρπες απλού τύπου και απότμημα επιγραφής μαρμάρινης πλάκας αχρονολόγητης48. 

Ολόκληρη η περιοχή από τον Άγιο Ονούφριο ως τις θέσεις «Αγάκι» και «Λυκοτόμαρο» ονομαζόταν από τους ντόπιους «Παλιομεθώνη» και θεωρείται ότι αποτελούσε το υστερορωμαϊκό και πρωτοβυζαντινό ευρύτερο οικιστικό πλέγμα της Μεθώνης. Σε αυτήν την περιοχή έχουν κατά καιρούς εντοπισθεί ερείπια και έχουν αποκαλυφθεί λείψανα διαφόρων εποχών. Επίσης, στον ανατολικό μυχό του κόλπου της Μεθώνης και στη θέση Κοκκινιά, εντοπίζονται λείψανα παλαιοχριστιανικού ναού, του λεγόμενου «Αγιολέου» ή «Αγίου Ηλία» (Εικ. δεξιά), που από το ψηφιδωτό δάπεδο μπορεί να χρονολογηθεί έως και τον 6ο αιώνα49. 
Στην νησίδα Κουλούρα ή Νησακούλι, απέναντι από την Κοκκινιά, εντοπίσθηκαν κεραμική του 6ου αιώνα και άλλα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά λείψανα50. Επίσης, στην θέση «Λάμπες», αποκαλύφθηκε άλλο αχρονολόγητο ψηφιδωτό δάπεδο παλαιοχριστιανικής εποχής51.

Παλαιοχριστιανικό κοιμητήριο Αγίου Ονούφριου
Όπως διαπιστώνεται, λοιπόν, η Μεθώνη αποτελεί μια περιοχή για την οποία η αρχαιολογική έρευνα δεν έχει ακόμη προσφέρει συγκεκριμένη και συστηματοποιημένη πληροφόρηση. Τούτο βεβαίως ισχύει εν μέρει και για τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, για τους οποίους όμως οι πηγές συμπληρώνουν κατά κάποιον τρόπο το κενό. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η Μεθώνη αποτελούσε πάντα σημαντικό θαλάσσιο πέρασμα και κατά τους μεταβατικούς, σκοτεινούς χρόνους. Διαθέτουμε μη επεξεργασμένες πληροφορίες για υστερορωμαϊκά ναυάγια, που χρονολογούνται ως και τον 7ο αιώνα, στον κόλπο που ορίζεται από τις νησίδες Σχίζα και Σαπιέντζα, κεραμική των μεταβατικών χρόνων αλλά και αδιερεύνητες χρονολογικά φρυκτωρίες, φανούς ή καμινοβίγλια στις ακτές και τις βουνοκορφές βορειοδυτικά της Μεθώνης52. Τέλος, σφραγίδα εκπροσώπου της Μεθώνης του 8ου αιώνα δημοσιευμένη από τον G. Schlumberger έχει δημιουργήσει μια ιστοριογραφική παράδοση, αλλά ενδέχεται να αποτελεί την ίδια σφραγίδα με του εκπροσώπου Ορόβης που δημοσιεύει η Β. Πέννα53.
Συμπερασματικά, στην παράλια ζώνη της δυτικής Μεσσηνίας, από Κυπαρισσία- Αρκαδιά μέχρι Μεθώνη, κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο υφίσταται έστω και αποσπασματική η αρχαιολογική μαρτυρία των παράκτιων οικισμών, η οποία λογικά πρέπει να σχετίζεται και μπορεί να συνδυασθεί από τους ιστορικούς με τον μόνο σημαντικότατο ανασκαπτόμενο οικισμό της πρωτοβυζαντινής Μεσσήνης (Βουρκάνο) στην μεσσηνιακή ενδοχώρα. Στην παρούσα φάση, η εικόνα της πρωτοβυζαντινής Μεθώνης μπορεί να φωτισθεί από τα πορίσματα των ανασκαφών στην Μεσσήνη, τα Νιχώρια και το Διαλισκάρι ή και να φωτίσει σε μια άνιση αμφίδρομη σχέση την ιστορία της ενδοχώρας αλλά και της νήσου Πρώτης, της ευρείας περιοχής της Πύλου (Σουληνάρι) και της Ασίνης, που επίσης προσφέρουν σημαντικά τεκμήρια κεραμικής, νομισμάτων και γλυπτών έως και τον 7ο αιώνα. Αν και θα ανέμενε κανείς κάποια συμπεράσματα για την επικοινωνία και την διακίνηση προϊόντων από και προς τους παράκτιους αυτούς οικισμούς, με βάση πόρπες, νομίσματα ή κεραμική, τα ευρήματα αυτά μόλις που μελετώνται και η όποια θέωρησή τους προς αυτήν την κατεύθυνση είναι επισφαλής και πρόωρη. 

Ευρήματα της Πρωτοβυζαντινής Πυλίας: Αριστερά, κλειστό αγγείο με γραπτή διακόσμηση, Άγιος Ονούφριος. Μέσον: Τμήμα επιστυλίου τέμπλου. Χαρακτηριστική η χρήση τρυπανιού στον διάκοσμο. Μεθώνη +6ος αιώνας. Δεξιά: Εγχάρακτη πόρπη, κτέρισμα ταφής. Μεθώνη +6ος/ +7ος αιώνας.

Μια διαπίστωση, που επαναλαμβάνεται στις περισσότερες μελέτες ως αυταπόδεικτη και βέβαια στηρίζεται μόνον στην διαθέσιμη και αναγνωρίσιμη αλλά πάντα αποσπασματική μέχρι στιγμής αρχαιολογική μαρτυρία, είναι η διακοπή της έντονης δραστηριότητας στην παράκτια μεσσηνιακή ζώνη, και όχι μόνον σε αυτήν, μετά τον 6ο αιώνα. Γενικώς πιστεύεται και υποστηρίζεται ότι, εκτός από τις επιδρομές και τις φυσικές καταστροφές των πρωτοβυζαντινών χρόνων που διατάραξαν τον οικιστικό ιστό, η σλαβική εγκατάσταση επέφερε την οριστική διακοπή στην εκτεταμένη χρήση γης, την εγκατάλειψη των παράλιων εγκαταστάσεων και την απόσυρση στην ενδοχώρα στις αρχές του 7ου πρωτοβυζαντινοΰ αιώνα54. Όσο και αν η διαπίστωση αυτή έχει μια γενικότερη ισχύ για όλη την βυζαντινή επικράτεια κατά τους μεταβατικούς βυζαντινούς χρόνους (7ο-9ο αι.), δεν μπορεί να μην παρουσιάζεται διαφοροποιημένη κατά περίπτωση. Πώς μπορεί να ερμηνευθεί το γεγονός ότι ειδικά στην Πελοπόννησο παρατηρείται ταυτόχρονα, εκτός δηλαδή από την εγκατάλειψη των ανοικτών, ανοχύρωτων παράλιων εγκαταστάσεων, το αντίθετο φαινόμενο της εμφάνισης σημαντικών παράκτιων οχυρών οικισμών, κάστρων, όπως η Μονεμβασία, το Κάστρο Μαΐνης, η Αρκαδιά-Κυπαρισσία, η Ασίνη-Κορώνη; Για ποια εγκατάλειψη των παραλίων ομιλούμε, όταν στη παράλια χώρα και στις παράκτιες νησίδες είναι αρχαιολογικά διαπιστωμένη η δραστηριοποίηση είτε του βυζαντινού στόλου που υποτίθεται ότι προσπαθεί να ανακτήσει την ενδοχώρα είτε των πληθυσμών που επίσης υποτίθεται ότι καταφεύγουν για να σωθούν; Πρόκειται για ερμηνείες που έχουν κατά καιρούς προταθεί και αφορούν άμεσα και την μεσσηνιακή παράλια ζώνη55. Ποια είναι αυτή η εγκατάλειψη των ακτών όταν εμφανίζονται σημαντικά κάστρα στον παράλιο μεσσηνιακό χώρο; Όμως το πρόβλημα ξεφεύγει κατά πολύ από την θεώρηση και τα προβλήματα της παρούσας μελέτης.

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗΝ ΜΕΘΩΝΗ (533)
Στην παραπάνω επισκόπηση των παράλιων οικισμών και εγκαταστάσεων της πρωτοβυζαντινής Μεσσηνίας διαπιστώσαμε την παντελή απουσία μαρτυρίας γραπτών πηγών. Μόνον η Μεθώνη ευτύχησε μιας λεπτομερούς ιστορικής μαρτυρίας, αντίθετα με τους άλλους παράκτιους οικισμούς, αλλά και όλη την Δυτική Πελοπόννησο, καθώς έχει ασχοληθεί μαζί της ο Προκόπιος. Ο ίδιος, συμμετέχοντας στην εκστρατεία του Βελισαρίου, μας παραδίδει ως αυτόπτης μάρτυς περιγραφές συμβάντων και τόπων. Γνωρίζομε αρκετά για την αξιοπιστία των περιγραφών του ιστορικού του Ιουστινιανού, αλλά και για την εμπάθεια του. Και τα δύο τούτα ας τα λάβομε υπόψη σε όσα θα εκθέσομε αμέσως παρακάτω και με τα οποία θα κλείσουμε. Στην εκστρατεία κατά των Βανδάλων το 533 ο Ιουστινιανός απέστειλε αρχικά μέρος του στόλου σε «χωρία» της Πελοποννήσου υπό τον Βαλεριανό και τον Μαρτίνο «βασιλεύς δέ Ιουστινιανός Βαλεριανον τε και Μαρτίνον προτέρους εστελλεν, εφ' ω προσδέξονται την άλλην στρατιάν ες τα έν Πελοποννήσω χωρία»
Όπως συνάγεται από την χρήση του όρου «χωρίον» στον Προκόπιο και μάλιστα στο συγκεκριμένο επεισόδιο της εκστρατείας κατά των Βανδάλων, χωρίον είναι επίσης το παράλιο πόλισμα, το κατάλληλο προς ελλιμενισμό μέρος, κυρίως λόγω της θέσης του. Σε άλλες περιπτώσεις, ο Προκόπιος πάντα αναφέρεται σε λιμένες. Μετά μάλιστα τα έκτροπα της ακρατοποσίας στην Άβυδο, μία από τις διαταγές που δίδει στον στόλο του ο Βελισάριος, ο οποίος σε λίγο θα ακολουθήσει με την υπόλοιπη μεγάλη στρατιά, είναι «ό ξύμπας στόλος αεί κατά ταύτα πλέοι και ες χωρίον ταύτό προσορμίζοιτο»57. Πρεσβεύει δε ότι αυτό πρέπει να κάνει ένας μεγάλος στόλος για να μη διασπάται εξαιτίας καιρικών συνθηκών και άλλων κινδύνων.


Ο Μαρτίνος, λοιπόν, και ο Βαλεριανός πέρασαν από πολλά τέτοια παράλια χωρία της Πελοποννήσου και η εσπευσμένη, πριν από την μεγάλη στρατιά, αναχώρηση τους μας επιτρέπει να υποθέσομε ότι σκοπό είχε την προετοιμασία προμηθειών ή και την ναυτολόγηση από τα πελοποννησιακά θαλασσοχώρια. Ύστερα, λοιπόν, από έναν περιπετειώδη πλου θα ακολουθήσει ο Βελισάριος. Η άπνοια θα τον καθηλώσει τόσο στον Μαλέα όσο και στην Καινούπολη του Ταινάρου, από όπου όμως τελικά «όρμηθέντες Μεθώνη προσεσχον εύρόν τε όλίγω προτερον τους άμφί Βαλεριανον τε και Μαρτΐνον αύτόσε άφικομένους»58. Η άπνοια θα συνεχισθεί «και έπεί άνεμοι ούκ έπέπνεον σφίσι, τάς μέν ναϋς Βελισάριος ένταΰθα ώρμισε, το δε στράτευμα άπεβίβασεν άπαν... καί άνεμων ήκιστα έπιγινομένων, επήλθε πολλοίς των στρατιωτών νόσω διαφθαρήναι...»59. Το ραντεβού στην Μεθώνη, που είχε, όπως θα δούμε, μια δυσάρεστη έκβαση, δημιουργεί πολλά ερωτήματα. Αν είχε έστω μερικώς ερευνηθεί η Μεθώνη, θα μπορούσαμε να απαντήσομε σε ερωτήσεις, όπως πού στάθμευσε τελικά ένας τόσο μεγάλος στόλος, υπήρχε έστω κάποιο μικρό τεχνητό λιμάνι όπως στην αρχαιότητα; Μήπως στάθμευε στον κόλπο μεταξύ Μεθώνης και Σαπιέντζας, όπου «τάς μέν ναΰς Βελισάριος ένταΰθα ώρμισε»; Γιατί προτιμήθηκε η Μεθώνη και όχι ο κόλπος της Πύλου; Και γιατί χωρίον Μεθώνη («χωρίω αύχμούς εχοντι»), όταν για την αναχώρηση τους ο Προκόπιος αναφέρει «εκ δε Μεθώνης όρμηθέντες άφίκοντο ες τον Ζακυνθίων λιμένα»;60. Δυστυχώς ελλείψει στοιχείων αδυνατούμε να απαντήσομε και αισθανόμαστε αποκλεισμένοι από την αρχαιολογική νηνεμία της περιοχής61. Έχομε έτοιμες βεβαίως κάποιες υποθέσεις, αλλά καλύτερα να λείπουν, καθώς βρισκόμαστε στην Μεθώνη που ετυμολογείται στον Στέφανο τον Βυζάντιο από το μεθυ62. Πάντως ο Προκόπιος μας λέει ότι ο Βελισάριος, «ενταύθα ωρμισε και άπεβίβασεν άπαν το στράτευμα», άρχοντες και στρατιώτες. Η αποβίβαση και η παραμονή δεν μπορούσε παρά να γίνουν στην κοιλάδα που ανοίγεται προς Βορράν και ορίζεται σήμερα από το κάστρο και την Κοκκινιά. Πρόκειται για τον χώρο όπου και η θέση Παλιομεθώνη με τα παλαιοχριστιανικά κατά καιρούς ευρήματα. Η παραμονή κράτησε αρκετά και το «χωρίον» χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα θερμό το καλοκαίρι. Μάρτυς των αυχμών και του θανατικού είναι ο ίδιος ο Προκόπιος, που αποβιβάστηκε με τους άρχοντες και τους στρατιώτες. Αυτή η καλοκαιρινή ζέστη στο συγκεκριμένο «χωρίον», «ώρα θέρους έv χωρίω αύχμούς έ'χοντι», συνέτεινε στον γρήγορο θάνατο πεντακοσίων στρατιωτών, που ήδη είχαν υποστεί δηλητηρίαση από το ψωμί που είχε φέρει μαζί του ο στόλος από την Κωνσταντινούπολη. Ο Προκόπιος δεν χάνει την ευκαιρία να κατηγορήσει τον Ιωάννη Καππαδόκη, τον οποίο καθιστά υπεύθυνο για το αλλοιωμένο ψωμί που προμήθευσε στον στόλο, «σεσηπότα δε και εύρωτιώντα καί τίνα όσμήν ήδη βαρεΐαν φέροντα». Αναφέρει μάλιστα ότι ένα αλλοιωμένο ψωμί σε ένα τόσο ζεστό «χωρίον» όπως η Μεθώνη επιτάχυνε τον θάνατο των στρατιωτών63. Ο Βελισάριος, για να αποφύγει τα χείριστα, διέταξε «άρτους αύτοΐς έπιχωρίους χορηγεΐσθαι». Και πάλι θέτω το ερώτημα: κατά πόσον ένα «χωρίον» όπως η Μεθώνη ήταν σε θέση να παράσχει προμήθειες κατά τρόπο επείγοντα σε ένα τόσο μεγάλο στόλο, όπως επανειλημμένως τον χαρακτηρίζει ο Προκόπιος; Συνεπώς όλη η περιοχή της Μεσσηνίας θα πρέπει να επιστρατεύθηκε για την υπόθεση αυτή64. Ο στόλος ακολούθως θα αποπλεύσει για τον «Ζακυνθίων λιμένα», όπου θα προμηθευθεί το απαιτούμενο νερό.
Ασχοληθήκαμε αναλυτικότερα με το επεισόδιο αυτό στην Μεθώνη, γιατί όπως αναφέραμε αποτελεί την μοναδική περιγραφική μαρτυρία που διαθέτομε για όλη την Μεσσηνία από τον 4ο ως τα τέλη του 9ου αιώνα. Ουδέποτε όσο γνωρίζω έχει μελετηθεί σε σχέση με τον μεσσηνιακό χώρο, παρά τον πλούτο πληροφοριών που προσφέρει για χωρία, λιμένες, επισιτισμό, κλίμα, ναυτολογήσεις και ελλιμενισμό, ραντεβού σκαφών, θάνατο στρατιωτών, καλλιέργειες κ.λπ. Αναρωτιέμαι και πάλι, αν είχε γίνει μια συστηματική ανασκαφή, μια μελέτη του ύφορμου χωρίου, πόσο θα είχαν αλληλοβοηθηθεί αρχαιολογία και ιστορία. Αναγκαστικά και πάλι επανέρχομαι στο λεγόμενο τείχος των Ερούλων. Από μια γενικότητα των πηγών οδηγηθήκαμε σε τόσο σημαντικές, έστω αμφίβολης αξίας, χρονολογήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση η λεπτομερής περιγραφή του Προκοπίου ακόμη καλύτερα θα μπορούσε να συμβάλει με την βοήθεια της αρχαιολογίας στην ανασύσταση μιας εικόνας της Μεθώνης του 6ου αιώνα. Κλείνοντας την ανακοίνωση θέτω κάποιες ερωτήσεις, χάριν παιγνίου, που όμως περιγράφουν την επιζητούμενη και αναπόφευκτη, αλλά προβληματική και ατελέσφορη ακόμη σχέση ιστορίας και αρχαιολογίας: Άραγε πόσοι από τους τάφους του κοιμητηρίου του Αγίου Ονούφριου ανήκαν στους στρατιώτες του Βελισαρίου; Ποια η σχέση των αγροτικών εγκαταστάσεων και αποθηκών στα Νιχώρια ή της σφραγίδας άρτων της Λογγάς του 6ου αιώνα65 με τους επιχωρίους άρτους του Βελισαρίου; Άραγε η πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη των ανασκαφών του καθηγητή Π. Θέμελη66, του μόνου με σεβασμό ανασκαπτόμενου και στην πρωτοβυζαντινή του φάση, οικισμού στην Μεσσηνία, προμήθευσε με άρτους και άλλα τρόφιμα τον στόλο του Βελισαρίου στην Μεθώνη το καλοκαίρι του 533; Και προσαρμόζοντας την παροιμία, εξηγούμαι: «την Μεσσήνη ξέρομε, αυτήν μαρτυρούμε».


Σημειώσεις:
* Ο αρχικός τίτλος της ανακοίνωσης στο Συμπόσιο ήταν: «Η αποσπασματική πρωτοβυζαντινή μαρτυρία μη ανασκαμμένων παράκτιων οικισμών της Μεσσηνίας». Η ανακοίνωση δημοσιεύεται μερικώς εμπλουτισμένη, χωρίς να περιλαμβάνει την έρευνα των παράλιων οικισμών της ανατολικής πλευράς του Μεσσηνιακού κόλπου νότια της Αβίας. Δίδονται μόνον οι απολύτως αναγκαίες υποσημειώσεις και παραπέμπομε για την αναλυτικότερη παρουσίαση και την υποστήριξη των πληροφοριών στο υπό έκδοση συλλογικό έργο του Προγράμματος της Ιστορικής Γεωγραφίας του ΙΒΕ/ΕΙΕ, Ιστορική γεωγραφία της βυζαντινής Πελοποννήσου (395-1204), 2: Οι βυζαντινές θέσεις.
1. E. Follieri, «Mémoires et documents. Santi di Metone: Atanasio vescovo, Leone taumaturgo», Byzantion 41 (1971), 378-488* Δ. Γκαγκτζής - Μ. Λεοντσίνη - Α. Πανοποΰλου, «Πελοπόννησος και Νότια Ιταλία: σταθμοί επικοινωνίας στη μέση βυζαντινή περίοδο», Πρακτικά Β'Διεθνούς Συμποσίου «Η επικοινωνία στο Βυζάντιο», Αθήνα 4-6 Οκτωβρίου 1990, επιμ. Ν.Γ. Μοσχονάς, Αθήνα 1993,480.
2. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων (έκδ. J. Havry - G. Wirth), 3.5,334-335.
3. «Πζέριχος γάρ, έπισκήψας ποτέ τοις εν Πελοποννήσω χωρίοις, Ταινάρω προσβαλεΐν ένεχείρησεν. ένθένδε τε κατά τάχος αποκρουσθείς και πολλούς των οι επομένων αποβαλων άνεχώρησεν ούδενί κόσμω. διό δη τω θυμω έ'τι έχόμενος Ζακύνθω προσέσχε», Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.22,406.
4. Για την προβληματική σχέση ιστορίας και αρχαιολογίας, βλ. Η. Αναγνωστάκης, «Η χειροποίητη κεραμική ανάμεσα στην Ιστορία και την Αρχαιολογία», Βυζαντιακά 17 (1997), 287-330.
5. Α. Bon, Le Péloponnèse byzantin jusqu'en 1204, Paris 1951,14, σημ. 3, όπου και η παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. Για τις νεότερες απόψεις, βλ. U. Sinn, «Ο Νέρωνας και οι Έρουλοι. Δύο μοιραία γεγονότα στην ιστορία της Ολυμπίας», «Αρχαία Αχαΐα και Ηλεία», Ανακοινώσεις κατά το Πρώτο ΔιεθνέςΣυμπόσιο, Αθήνα 19-21 Μαΐου 1989, επιμ. Α.Δ. Ριζάκης [Μελετήματα 13], Αθήνα 1991,365-371· Α. Avraméa, Le Péloponnèse du IVe au Ville siècle. Changements etpersistances, Paris 1997, 59,197 αρ. 252-254. Βλ. όμως A. Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental à l'époque protobyzantine (IVe-Vile siècles). Problèmes de géographie historique d'un espace à reconsidérer», στο Κ. Belke - Fr. Hild - J. Koder - P. Soustal (επιμ.), Byzanz als Raum. Zu Methoden und Inhalten der historischen Geographie des östlichen Mittelmeerraumes, Wien 2000,105, σημ 73

20. Γ. Παπαθανασόπουλος - Θ. Παπαθανασόπουλος, Πύλος-Πυλία. Οδοιπορικό στο χώρο και τοχρόνο, Αθήνα 2000,36. Στο ενδιαφέρον αυτό πόνημα με την πλούσια και κατά θέματα βιβλιογραφία (σ. 124-127), το κεφάλαιο για τους κλασικούς χρόνους και την ύστερη αρχαιότητα διαδέχεται αμέσως το κεφάλαιο Φράγκοι, Βενετοί και Τούρκοι.
21. Στέφανος Βυζάντιος, 377: «Κορυφάσιον, χωρίον Λακωνικον πλησίον Πύλου... τρεις δε είσιν αϊ Πύλοι εν παροιμία "έ'στι Πύλος προ Πύλοιο, Πύλος γε μεν εστί και άλλος" », 540.
22. W.A. McDonald, «Sphagia-Sphacteria», Πελοποννησιακά 3 (1959), 56-61.
23. Ν. Γιαλοΰρης, ΛΔ 21 (1966) Χρονικά, 164-165· W.K. Pritchett, Studies in Ancient Greek Topography, 1, University California Press, 1965,6-29* R. Baladié, Le Péloponnèse de Strabon. Étude degéographie historique, Paris 1980, 244· Παπαθανασόπουλος, AA 17 (1961-62) Χρονικά, 92-93. Βλ. επίσης γενική πληροφόρηση Topping, «The Post-Classical Documents», 65 και Minnesota Messenia Expedition, Register Α, αρ. 44 (63), Register Β, αρ. 401.
24. Μαρινάτος, ΠΑΕ1958,185.
25. W. Miller, «The Name Navarino», English Historical Review 20 (1905), 307* M. Vasmer, Die Sloven in Griechenland, München 1941 (ανατΰπ. Leipzig 1970), 10,160,258· Δ.Α. Ζακυθηνός, ΟιΣλάβοι ενΕλλάδι. Συμβολαίεις την ιστορίαν τονμεσαιωνικού ελληνισμού, Αθήνα 1945,88, σημ. 3· Ε. Meyer, «Pylos and Navarino», Museum Helveticum 8 (1951), 119-136* Κομπορόζος, «Μεσσηνιακά τοπωνύμια», 369-370· Bon, LaMoréefranque, 414-417* Sp. Vryonis Jr., «The Evolution of Slavic Society and the Slavic Invasions in Greece: The First Major Slavic Attack on Thessaloniki AD 597», Hesperia 50 (1981), 380, σημ. 9· A.G.C. Sawides, «On Pylos-Navarino-Zonklon in the Byzantine Period (Late 6th-Early 13th Centuries)», Βυζαντινά 16 (1991), 335-338· Griechenland, 577-578.
26. Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά, 170-182* Darrouzès, Notitia 3.758· Ν.Α. Bees, «Beiträge zur kirchlichen Geographie Griechenlands im Mittelalter und in der neueren Zeit», Oriens Christianus N.S. 4 (1915), 250· Κονιδάρης, «Παρατηρήσεις», 414-415,428* Bon, Le Péloponnèse, 59,77.
27. Μαρινάτος, ΠΑΕ 1958,185· G. Daux, BCH 83 (1959), 642· Χ. Μπαλτάς, Πύλος, Ναβαρίνο, Νιόκαστρο, Ανάκτορο Νέστορος, Αθήνα 1987,100-102* N.G. Lascaris, Monumentsfunérairespaléochrétiens (et byzantins) de Grèce, Athènes 2000,179 αρ. 321b, 180 αρ. 323.
28. Α. Σκιάς, ΠΑΕ 1909, 289-291· Μαρινάτος, ΠΑΕ 1958,186· Daux, BCH 83 (1959), 642· ο ίδιος, BCH 84 (1960), 703· Μπαλτάς, Πύλος, 96,103-106.
29. PRAP, Part 1,467, σημ. 360.
30. Σκιάς, ΠΑΕ 1909,291* Pritchett, Studies in Ancient Greek Topography, 6-29* Γιαλούρης,ΑΔ 21 (1966) Χρονικά, 164-165* Minnesota Messenia Expedition, Register Β, αρ. 401* Baladié, LePéloponnèse, 244* Μπαλτάς, Πύλος, 94-107.
31. Baladié, Le Péloponnèse, 244.
32. Σε διάφορες θέσεις στα χωριά Χανδρινού και Σουληνάρι έχουν αποκαλυφθεί ταφικά κτήρια, δεξαμενές, τεμάχια ψηφιδωτών δαπέδων, θωράκια, παλαιοχριστιανικοί τάφοι με κτερίσματα και άλλα λείψανα κτισμάτων πρωτοβυζαντινής εποχής, Σπ. Μαρινάτος, ΠΑΕ1966,119-121· Γ.Α. Παπαθανασόπουλος, ΑΔ 24 (1969) Χρονικά, 143* Pallas, Les monuments paléochrétiens, 190· Αιμ. Μπακούρου, ΑΔ 35 (1980), Χρονικά, 160· Ασημακοπουλου-Ατζακά, Σύνταγμα, 109, σημ. 103* Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental», 103, σημ. 57* Lascaris, Monuments, 179, αρ. 320* Λαμπροπούλου κ.ά., «Συμβολή οτην ερμηνεία των αρχαιολογικών τεκμηρίων», 212.
33. Στέφανος Βυζάντιος, 594-595* McDonald, «Sphagia-Sphacteria», 56-61* Bon, LaMoréefranque, 426,442* Minnesota Messenia Expedition, Register Β, αρ. 404* Griechenland, 636.
34. Παπαθανασόπουλος, ΑΔ 17 (1961-62) Χρονικά, 92-93* ο ίδιος, ΑΔ 19 (1964) Χρονικά, 151-152.
35. R. Hope Simpson, «Identifying a Mycenaean State», BSA 52 (1957), 253-254· Π. Θέμελης, ΑΔ 21 (1966) Χρονικά, 163, σημ. 1· Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά, 89* J.-P. Michaud, BCH94 (1970), 995· Minnesota Messenia Expedition, Register Β, αρ. 545. Για μια παλαιότερη, ελεγχόμενη όμως σήμερα, γενική θεώρηση της περιοχής από την Αβια ως τις εκβολές του Παμίσου κατά τους ρωμαϊκούς και υστερορωμαϊκους χρόνους, βλ. Valmin, Etudes, 44 κ.ε.
36. Νότια του κάστρου, στην πλατεία, στην Μονή Καλογραιών, βρέθηκαν δεξαμενή, τάφος ρωμαϊκής εποχής και βυζαντινά όστρακα, Ν. Γιαλουρης, εφ. Θάρρος 10 Ιουλ. I960* Παπαθανασόπουλός, ΑΔ 17 (1961-62) Χρονικά, 96* Daux, BCH 86 (1962), 724· Lascaris, Monuments, 178 αρ. 318.
37. Για την έρευνα, τις θέσεις και τα υστερορωμαϊκά ευρήματα της περιοχής, G. Rapp, Jr. - S.E. Aschenbrenner, Excavations atNichorìa in Southwest Greece, 1 : Site, Environs and Techniques, Minneapolis 1978 και μάλιστα 108112, και W.A. McDonald - W.D.E. Coulson - J. Rosser (εκδ.), Excavations atNichorìa in Southwest Greece, 3: Dark Age andByzantine Occupation, Minneapolis 1983,364-377. Ειδικότερα για τις θέσεις Ριζόμυλος, Τρουμπετόραχη, Παλιομονάστηρο, βλ. θέση Ριζόμυλος: Hope Simpson, «Identifying a Mycenaean State», 249* Α. Χωρέμης, ΑΔ 25 (1970) Χρονικά, 181· M. Ervin Caskey, AJA 74 (1970), 276. Θέση Τρουμπετόραχη ή Τρυπητόραχη: S. Ashenbrenner, «A Contemporary Community», Minnesota Messenia Expedition, 47-63· Χωρέμης, AA 25 (1970) Χρονικά, 181· Caskey, AJA 74 (1970), 310· Michaud, BCH94 (1970), 994· ο ibioç,BCH91 (1973), 307. Θέση Παλιομονάστηρο: «Μεγάλου παλαιοχριστιανικού κτηρίου σώζονται τοίχοι και τεμάχια αράβδωτων μαρμάρινων κιονίσκων», Θ. Καράγιωργα, ΑΔ 27 (1972) Χρονικά, 264.
38. W.A. McDonald, ΑΔ 25 (1970) Χρονικά, 183· W.A. McDonald - R.T. Howell, ΑΔ 26 (1971) Χρονικά, 131137· W.A. McDonald, Hesperia 41 (1972), 218-273· W.A. McDonald - R.T. Howell, ΑΔ 28 (1973) Χρονικά, 181193* W.A. McDonald, Hesperia 44 (1975), 69-141. Βλ. και την αναφορά στα Νιχώρια σε κριτική του Α. Kazhdan, «Once More Agrarian History of Byzantium», Byzantinoslavica 55 (1994), 72· Επίσης βλ. Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental», 102.
39. Στέφανος Βυζάντιος, 378* Σννέκοημος Ιεροκλεους, 647.15* Darrouzès, Notitia 3.765* Bon, Le Péloponnèse, 8-9,23* T. Γριτσόπουλος, «Κορώνης Επισκοπή», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, 7, Αθήνα 1965,874879* V. Laurent, Le Corpus des sceaux de l'Empire byzantin, 5.1: L'Église, Paris 1963,486* Topping, «The Post-Classical Documents», 64-66* Minnesota Messenia Expedition, Register Β, 502* Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά, 152-156,157-161 σημ. 1* Φ. Λίτσας, Κορώνη, η προσωπογραφία μιας πολιτείας, Αθήνα 1983,195-205* McDonald κ.ά., Excavations atNichoria, 338,420,423* Griechenland, 343-344* Ε. Κουντοΰρα-Γαλάκη, «Η "εικονοκλαστική" Notitia 3 και το λατινικό πρότυπο της», Σύμμεικτα 10 (1996), 60,67* Avraméa, Le Péloponnèse, 193-194, αρ. 227* Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental», 100.
40.1.I. Κακούρης, «Βυζαντινά γλυπτά της αρχαιολογικής συλλογής Κορώνης, Πρακτικά Α Συνεδρίου ΜεσσηνιακώνΣπουδών, 2-4Δεκεμβρίου 1977, Αθήνα 1978,323-326.
41. Ε. Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 36 (1981) Χρονικά, 156* Α. Λαζαρίδης, ΑΔ 38 (1983) Χρονικά, 113* Ε. Παπακωνσταντίνου, ΑΔ 44 (1989) Χρονικά, 108* Ν. Κοκοτάκη - Γ. Χατζή, ΑΔ 41 (1986) Χρονικά, 44.
42. Φ. Βερσάκης, «Το ιερόν του Κορΰθου Απόλλωνος», ΑΔ 2 (1916), 65-118* Valmin, Etudes, 173-175* Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά, 155-156* Minnesota Messenia Expedition, Register Β, αρ. 504* ΑσημακοπούλουΑτζακά, Σύνταγμα, 108-109* Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental», 103.
43. Θ. Προβατάκης, Ανέκδοτα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κειμήλια της Ι. Μητρ. Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1976,20-23 πίν. Α', Β'* J.-P. Sodini, «La sculpture architecturale à l'époque paléochrétienne en Illyricum», Εισηγήσεις 10ου Διεθνούς Συνεδρίου ΧριστιανικήςΑρχαιολογίας, 87* Π. Βελισσαρίου, «Τοπογραφική εντόπισις βυζαντινού ναοΰ εις Λογγά Μεσσηνίας», Πελοποννησιακά 14 (1980-1981), 321* Avraméa, Le Péloponnèse, 194, αρ. 228-229.
44. Στέφανος Βυζάντιος, 131* Γ. Λαμπάκης, ΔΧΑΕ 3 (1903), 100-101* Κακούρης, «Βυζαντινά γλυπτά», 328-330* Ι. Σταμπολτζής, «Παρατηρήσεις επί τριών χριστιανικών ναών της Μεσσηνίας», Πρακτικά ÄΔιεθνούς Συνεδρίου ΠελοποννησιακώνΣπουδών, Σπάρτη 7-14Σεπτεμβρίου 1975,2, Αθήνα 1976-1978,268-270* Λίτσας, Κορώνη, 195-205* Avraméa, Le Péloponnèse, 194, αρ. 230* Lambropoulou, «Le Péloponnèse occidental», 100-101* Β.Δ. Μαράντός-Β. Ροΰβαλης, H ιστορία της Κορώνης, Αθήνα 2000,23-32. Βλ. επίσης για πολλά από τα προβλήματα χρονολόγησης του ναού της Αγίας Σοφίας Κορώνης, Λαμπροπούλου κ.ά., «Συμβολή στην ερμηνεία των αρχαιολογικών τεκμηρίων», 210-211.
45. Valmin, Etudes, 164-168.
46. Ό.π., 155-163* Υπουργείο Πολιτισμού, Διεύθυνση Αρχείου Μνημείων και Δημοσιευμάτων, Διαρκής κατάλογος των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Ελλάδος, 36: Νομός Μεσσηνίας, Αθήνα 1994, 36Α,773.
47. Hieronymi, Epistolae 108 (έκδ. J. Labourt), τ. 5,165* Vita S. Hilarionis, PL 23, στ. 50* Mansi, 6, στ. 1221· Στέφανος Βυζάντιος, 440-441· Συνέκοημος Ιεροκλέονς, 647.17· Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.13,370-372· Βλ. και Laurent, Le Corpus des sceaux, 482, αρ. 642-645· Γκαγκτζής κ.ά., «Πελοπόννησος και Νότια Ιταλία», 480· Avraméa, Le Péloponnèse, 195 αρ. 235.
48. Γ.Α. Παπαθανασοπουλος, ΑΔ 18 (1963) Χρονικά, 94· Δ.Ι. Πάλλας, ΠΑΕ 1967, 22-27* ο ίδιος, «Ο Άγιος Ονούφριος Μεθώνης (παλαιοχριστιανικό^ κοιμητήριον-βυζαντινόν ασκητήριον)», ΑΕ 1968,119-176* ο ίδιος, ΠΑΕ 1969,83-87· Follieri, «Mémoires et documents. Santi di Metone», 389· Pallas, Les monuments paléochrétiens, 191-192.
49. Valmin, Études, 153-154· C.G. Higgins, «Possible Disappearance of Mycenean Coastal Settlements of the Messenian Peninsula», AM 70 (1966), 23-29· Follieri, «Mémoires et documents. Santi di Metone», 402 κ.ε.· J. Kraft - S. Ashenbrenner, «Paléographie Reconstructions in the Methoni Embayment in Greece», Journal of Field Archaeology 4 (1977), 26-27· Ασημακοποΰλου-Ατζάκά, Σύνταγμα, 109-110· A. Avraméa, «La géographie historique byzantine et le principe de l'interdépendance. Deux nouveaux exemples», Géographie historique du monde méditerranéen, Paris 1988,25 κ.ε.· Χ. Μποΰρας, «Επανεξέταση του λεγομένου Αγιολέου κοντά στη Μεθώνη», Φίλια Έπη εις ΓεώργιονΕ. Μυλωνάν, 3, Αθήνα 1989,302-322 και μάλιστα 315-318.
50. Για τις ανασκαφές στο Νησακούλι και τα μεσοελλαδικά ευρήματα, βλ. Α.Κ. Χωρέμης, «Μ.Ε. βωμός εις "Νησακούλι" Μεθώνης», AAA 2 (1969), 10-14· W.A. McDonald - R. Hope Simpson, «Further Exploration in Southeastern Péloponnèse: 1964-1968», AM 73 (1969), 153-154· Kraft-Ashenbrenner, «Paléographie Reconstructions», 25* Minnesota Messenia Expedition, Register A, 80.
51. Valmin, Etudes, 154· Ασημακοπούλου-Ατζακά, Σύνταγμα, 110, σημ. 108.
52. Για την ενάλια έρευνα στην περιοχή και την σχετική βιβιβλιογραφία, βλ. Η. Σπονδΰλης, «Συμβολή στη μελέτη διαμόρφωσης των ακτών της Πυλίας με βάση τον εντοπισμό νέων αρχαιολογικών θέσεων», Ενάλια 4/3-4 (1992), 30-37. Βλ. επίσης για γενική πληροφόρηση, φωτογραφικό και χαρτογραφικό υλικό, Τα νησιά της Μεσσηνίας, έκδ. Περιφέρειας Πελοποννήσου και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας, χ.χ. Βλ. επίσης και την μελέτη της Αριστέας Καββαδία-Σπονδυλη, «Πρωτοβυζαντινή Πυλία», στον παρόντα τόμο, 219-228. Σχετικό είναι το έργο του Α. Nanetti, Moderne, il gruppo insulare delle Enusse e Corone tra Costantinopoli e Venezia (secoli VIXIII), Centro Italiano di Studi sull'Alto Medioevo, Spoleto (υπό έκδοση), με τον οποίο είχα κατά καιρούς ανταλλαγή απόψεων για την περιοχή.
53. V. Pennas, «The Island of Orovi in the Argolid: Bishopric and Administrative Center», Studies in Byzantine Sigillography 4 (1995), 163-173· Avraméa, Le Péloponnèse, 99. Βλ. όμως και Αναγνωστάκης, «Η χειροποίητη κεραμική», 319-320, σημ. 94.
54. Τούτο βεβαίως επαναλαμβάνεται κατά κόρον σε παλαιές και νεότερες εργασίες. Σε ό,τι αφορά τον μεσσηνιακό χώρο, βλ. Topping, «The Post-Classical Documents», 64-66· McDonald κ.ά., Excavations atNichoria· Ph. Malingoudis, «Toponymy and History. Observations Concerning the Slavonic Toponymy of the Péloponnèse», Cyrilbmethodianum 7 (1983), 99-111* PRAP, Part 1,474-475· Avraméa, LePéloponnèse, 102-103. Βλ. όμως την κριτική και την νέα θεώρηση στις μελέτες Η. Αναγνωστάκης, «Οι πελοποννησιακοί σκοτεινοί χρόνοι: Το σλαβικό πρόβλημα. Μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου ή της έρευνας;», οτο Οι μεταμορφώσεις τηςΠελοποννήσον (4ος-15οςαι.), «Επιστήμης κοινωνία», Ειδικές μορφωτικές εκδηλώσεις EIE, Αθήνα 2000,19-34· Λαμπροπούλου κ.ά., «Συμβολή στην ερμηνεία των αρχαιολογικών τεκμηρίων», 189-229.
55. Για τα προβλήματα και την σχετική βιβλογραφία, βλ. Αναγνωστάκης, «Η χειροποίητη κεραμική», 319-323 και Αναγνωστάκης - Ποΰλου-Παπαδημητρίου, «Η πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη», 292-317.
56. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.11,364.
57. Ό.π., 3.13,368-369.
58. «Αυθίς τε νηνεμία χρησάμενοι σχολαίτεροι ες Μαλέαν ήλθον, ένθα δη αύτοΐς ή νηνεμία ξυνήνεγκεν ες τα μάλιστα ... νϋν δέ ούτως ώσπερ εϊρηται διαφυγόντες Ταινάρω προσέμιξαν, ή νυν Καινούπολις επικαλείται. είτα ένθένδε όρμηθέντες Μεθώνη προσεσχον, εΰρόν τε όλίγω προτερον τους άμφί Βαλεριανον τε καί Μαρτΐνον αύτόσε άφικομένους», Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.13,369-370.
59. Ό.π., 370. Κατά την ανακοίνωση στο Συμπόσιο ακούσθηκε ως σχόλιο ότι οι Βυζαντινοί για να επιχειρήσουν μια τέτοια εκστρατεία σε καιρό θέρους δεν πρέπει να γνώριζαν πολΰ καλά την θάλασσα και μάλιστα δυτικά του Μαλέα, το Ιόνιο και την Αδριατική, όπου κατά τους θερινούς μήνες επικρατεί απόλυτη άπνοια και ακινητοποιούνται τα σκάφη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και κατά τους μεσοβυζαντινους χρόνους η άπνοια στην περιοχή του Μαλέα ακινητοποίησε τον στόλο του Αδριανού στον Ιέρακα και το Έλος κατά την εκστρατεία προς βοήθεια των πολιορκουμενων από τους Άραβες Συρακουσών, Η. Αναγνωστάκης, «Το επεισόδιο του Αδριανού. Πρόγνωσις και τελεσθέντων δήλωσις», «Η επικοινωνία στο Βυζάντιο», 195-226.
60. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.13,372.
61. Το παρόν άρθρο, αφιερωμένο στην μνήμη του Καλλίμαχου Αντωνάκου, ας θεωρηθεί ελάχιστος φόρος τιμής για την προσφορά του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία της Καλαμάτας. Για το χωρίς προσωπικό στόχο λογοπαίγνιο μου για την αρχαιολογική νηνεμία και τις προκληθείσες αντιδράσεις στο Συμπόσιο, ο Προκόπιος θα μπορούσε να πει: «οι δέ άνθρωποι ή σφαλλόμενοι ή τα δέοντα βουλευόμενοι ουκ ϊσασιν οτι επταισάν τι...», Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.18,388.
62. Στέφανος Βυζάντιος, 440-441: «Μεθώνη, πόλις Θράκης. Μαγνησίας,... Μακεδονίας, εκλήθη άπό του μεθυ- πολύοινος γάρ έστι. και της Λακωνικής, ης το έθνικόν Μεθωναιεύς ώς Κορωναιεύς...».
63. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, 3.13, 370-372. Για την σχέση του Προκοπίου με τον Καππαδόκη, Α. Cameron, Procopius and the Sixth Century, Berkley/Los Angeles 1985,171-174. Για την ερμηνεία της ομαδικής δηλητηρίασης, πιθανώς από ερυσιβώδη όλυρα, βλ. Ι. Λάσκαρης, Κύλικες ζωής κατευνάστριαι. Ιστορική και ιατρική προσέγγιση στις δηλητηριάσεις της βυζαντινής περιόδου, Αθήνα 1994,274-277.
64. Σε παρέμβαση του κατά την επακολουθήσασα συζήτηση, ο Νίκος Οικονομίδης δεν απέκλεισε την ύπαρξη ειδικών κρατικών αποθηκών στην Μεθώνη για την τροφοδοσία του στόλου.
65. Προβατάκης, Ανέκδοτα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κειμήλια, 23, πίν. Β'· Βελισσαρίου, «Τοπογραφική εντόπισις», 321.
66. Αναγνωστάκης - Ποΰλου-Παπαδημητρίου, «Η πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη», 229-322.




Printfriendly