.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Η Αθηνά Κορυφασία: Αρχαία Πύλος



 Σύμφωνα με τον Παυσανία η Πύλος βρίσκεται στο ακρωτήριο Κορυφάσιον και μπροστά από το λιμάνι της εκτείνεται το νησί Σφακτηρία. Ο περιηγητής αναφέρεται στο ομηρικό παρελθόν της, στο οποίο ανάγονται και τα μόνα αξιοθέατα που περιγράφει: 

«Στην Πύλο υπάρχει ιερό της Αθηνάς κορυφασίας και σπίτι λεγόμενο του Νέστορα, μέσα στο οποίο υπάρχει γραπτή παράσταση του Νέστορα· υπάρχει γι’ αυτόν και τάφος μέσα στην πόλη, ενώ άλλος τάφος σε μικρή απόσταση από την Πύλο λένε πως είναι του Θρασυμήδη. Μέσα στην πόλη υπάρχει και μια σπηλιά, η οποία λένε πως χρησίμευε ως σταύλος για τις αγελάδες του Νέστορα και πριν του Νηλέα…»1.
 Η Πύλος των ιστορικών χρόνων εντοπίζεται στη βραχώδη χερσόνησο Κορυφάσιο (μήκους 1.400 μ. στον άξονα Β-Ν) στο Β άκρο του κόλπου του Ναβαρίνου κι απέχει μόλις 200 μ. από το νησί Σφακτηρία, που κλείνει τον κόλπο από τα Δ. Το Κορυφάσιο δίνει την εντύπωση νησιού, καθώς η Α πλαγιά πέφτει προς τη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (πρώην Οσμάν Αγά) αφήνοντας δύο στενές αμμώδεις λωρίδες για τη σύνδεση με την ξηρά: Ν έχει μήκος περίπου 2 χμ. και στα Β σχηματίζεται ο ρηχός αμμώδης όρμος της Βοϊδοκοιλιάς. Το πλάτωμα της κορυφής (υψόμετρο 137 μ.) περιβάλλεται από το μεγάλο ερειπωμένο κάστρο του 13ου αι., γνωστό ως Παλαιόκαστρο ή Παλαιοναβαρίνο. 6 χμ. ΒΔ από το Κορυφάσιο, στον λόφο του Άνω Εγκλιανού, στην περιοχή της Χώρας, βρίσκεται το λεγόμενο Ανάκτορο του Νέστορα2.
 Για πρώτη φορά μνημονεύεται η Πύλος από τον Θουκυδίδη: το -425/4 οι Αθηναίοι την κατέλαβαν κι εγκατέστησαν φρουρά από εξόριστους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, ενώ εκεί κατέφυγαν και είλωτες από τον Μαλέα· αυτοί επιδόθηκαν σε ένα είδος ανταρτοπόλεμου που κορυφώθηκε με τη γνωστή μάχη της Σφακτηρίας3. Η Πύλος συνέχισε να λειτουργεί ως βάση των Αθηναίων στη Μεσσηνία μέχρι το -410/9, που καταλήφθηκε από τους Σπαρτιάτες. Το -365/4 καταλήφθηκε από τους Αρκάδες και περιήλθε στη Μεσσηνία, αν όχι τότε, το αργότερο το -338. Καθώς ο Θουκυδίδης περιγράφει την περιοχή ως έρημη, πιστεύεται ότι κανονικός οικισμός στο Κορυφάσιο δημιουργήθηκε μόνο μετά την αποχώρηση των Αθηναίων4.


Το παλαιόκαστρο στο Κορυφάσιο. Εδώ υπήρχε η αρχαία Πύλος των Κλασσικών- Ελληνιστικών χρόνων
 Τα αρχαιολογικά δεδομένα από την περιοχή του Κορυφάσιου πιστοποιούν την ύπαρξη πόλης κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, η οποία φαίνεται ότι εκτεινόταν και πέρα από το ίδιο το ακρωτήριο5. Με την αποξήρανση της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας το 1962, η οποία δεν υπήρχε κατά την αρχαιότητα, εκτός από θέσεις της Εποχής του Χαλκού αποκαλύφθηκαν και τμήματα οικισμού, ελληνιστικού στο Ν λαιμό που ενώνει το Κορυφάσιο με την ξηρά και ύστερου ελληνιστικού ή πρώιμου ρωμαϊκού στο ΒΔ τμήμα6. Ο λεγόμενος Τάφος του Θρασυμήδη αναγνωρίζεται παραδοσιακά στον θολωτό τάφο στο Β άκρο του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, που βρίσκεται σε άμεση οπτική επαφή με το Κορυφάσιο. Πρέπει να ήταν ορατός στους ιστορικούς χρόνους, και μάλιστα τα ανασκαφικά ευρήματα από την περιοχή (μικρό κτίσμα, κεραμική, σχεδόν 400 ανάγλυφα πήλινα πλακίδια) μαρτυρούν ηρωική λατρεία κατά την πρώιμη ελληνιστική εποχή7. Ως «σπηλιά του Νέστορα» είναι γνωστό το μεγάλο σπήλαιο σε δυσπρόσιτη θέση πάνω από το μέσο περίπου της Β πλαγιάς· από το εσωτερικό του αναφέρονται ευρήματα από όλη την προϊστορία, καθώς και από την κλασική περίοδο8.
 Ο κύριος οικισμός στο Κορυφάσιο, σύμφωνα με τις έρευνες του Μαρινάτου, έχει εντοπιστεί στο Β τμήμα του, κάτω από τη «σπηλιά του Νέστορα», όπου η κλίση είναι ομαλή, και στην περιοχή προς τη Βοϊδοκοιλιά. Ο ερευνητής κάνει λόγο για λείψανα τείχους και τοίχων, θεμελιώσεις μικρών οικιών, πλήθος οστράκων ελληνιστικής και κλασικής εποχής κι άλλα μικροευρήματα· θεωρεί ότι ο οικισμός εγκαταλείφθηκε κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, επειδή ανάμεσα στις οικίες βρήκε ταφές9. Ο Pritchett υποθέτει ότι σε αυτή την περιοχή θα βρισκόταν το ιερό της Αθηνάς Κορυφασίας και ο «οἶκος» του Νέστορα10. 

 Το Ν άκρο του Κορυφάσιου περιγράφεται από τους ερευνητές ως μία περιοχή που βρίθει οστράκων· κυριαρχεί η ελληνιστική και ρωμαϊκή κεραμική, όμως έχουν επισημανθεί και αρκετά κλασικά όστρακα, ώστε φαίνεται πως υπήρχε εδώ ένας οικιστικός πυρήνας με αδιάκοπη συνέχεια ζωής από τον -5ο αι. ως και τα αυτοκρατορικά χρόνια11. Η κατασκευή του φρουρίου έχει εξαλείψει σχεδόν όλα τα ίχνη της αρχαιότητας από την κορυφή.

Κορυφάσιο: Τμήμα των τειχών της αρχαίας Πύλου
 Έχουμε στην Πύλο ακόμη μία περίπτωση όπου η επίκληση της Αθηνάς συμπίπτει με το τοπωνύμιο όπου βρίσκεται το ιερό της. Το επίθετο «κορυφάσιος» σχηματίζεται από τη λέξη «κορυφή», η οποία όμως εδώ αφορά εξίσου και το μέρος και τη θεά: φαίνεται να αρμόζει στο βραχώδες ακρωτήριο, αλλά και συνδέεται έμμεσα με την Αθηνά, που γεννήθηκε «ἐκ κορυφῆς» του πατέρα της, από το κεφάλι του Δία. Ο Robertson θεωρεί ότι με το τοπωνύμιο Κορυφάσιον υπονοείται «the summit shrine», έχει εκλείψει δηλαδή το ουσιαστικό «ἱερόν», το οποίο δεν θα ήταν άλλο από το ιερό της Αθηνάς Κορυφασίας στο υψηλότερο σημείο, στο Β άκρο του ακρωτηρίου12.
 Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία του Θουκυδίδη ότι «καλοῦσι δὲ αὐτὴν (τὴν Πύλο) οἱ Λακεδαιμόνιοι Κορυφάσιον»13. Εξαιτίας αυτού θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η λατρεία της Αθηνάς Κορυφασίας ανάγεται στην περίοδο της σπαρτιατικής κυριαρχίας παρά στην περίοδο της ανεξαρτησίας της Πύλου: είτε προϋπήρχε των γεγονότων της Σφακτηρίας είτε εγκαθιδρύθηκε μετά την αποχώρηση των Αθηναίων και την πιθανή ίδρυση ενός οικισμού περιοίκων από τη Σπάρτη. Η αρχαιότητα του ιερού και η σχέση της λατρείας με το σπαρτιατικό περιβάλλον υποδεικνύεται από ένα επίγραμμα του Λεωνίδα του Ταραντίνου, στο οποίο κάποιος Άγνων αφιερώνει στην «Κορυφασίᾳ Ἀθάνᾳ» όπλα από τους Λευκανούς, προφανώς μετά από μία από τις πολλές συγκρούσεις που είχαν οι κάτοικοι του Τάραντα με τους αυτόχθονες κατοίκους της Κάτω Ιταλίας14. Η Αθηνά Κορυφασία στο επίγραμμα θα πρέπει ίσως να αναζητηθεί στη Δύση, στον Τάραντα ή ακόμη και στο Μεταπόντιο, που φερόταν ως πυλιακή ίδρυση15.
 Η επίκληση Κορυφασία για την Αθηνά συναντάται σε μία επιγραφή του -2ου ή του -1ου αι. , της οποίας δυστυχώς είναι άγνωστα τα πρωταρχικά συμφραζόμενα. Το 1996 η Antonetti δημοσίευσε μία ενεπίγραφη στήλη με αετωματική επίστεψη που είχε «βρεθεί» στην ευρύτερη περιοχή της Βερόνας το 1976/716. Πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για έναν κατάλογο εφήβων, που ξεκινά με την αναφορά του επώνυμου ιερέα της Αθηνάς Κορυφασίας (Εικ. κάτω). Η γεωχημική και πετρογραφική ανάλυση του κόκκινου μαρμάρου από το οποίο είναι κατασκευασμένη η στήλη υπέδειξε το λατομείο στον Προφήτη Ηλία, λίγα χμ. Β από το Ταίναρο. Δεν αποκλείεται η επιγραφή να προέρχεται όντως από την Πύλο δηλώνοντας έτσι και την κυρίαρχη θέση της Αθηνάς στην πόλη αυτή.


 

 Αυτή προκύπτει από μία πρόσφατα ανακαλυφθείσα επιγραφή της Μεσσήνης, που χρονολογείται στον -1ο αι.17. Κατά τον καθαρισμό του ναού του Ασκληπιείου βρέθηκαν θραύσματα από ένα ψήφισμα της πόλης των Πυλίων (Εικ. κάτω), το μοναδικό μέχρι σήμερα γνωστό, όπου τιμάται ο Μεσσήνιος Αρχίδαμος ως πρόξενος και ευεργέτης. Η στήλη με το ψήφισμα ορίζεται να στηθεί στο ιερό της Αθηνάς Κορυφασίας στην Πύλο και ακριβές αντίγραφό της στην πατρίδα του τιμώμενου. 



 Τέλος, σε νομίσματα της πόλης επί Σεβήρων, που φέρουν την επιγραφή «Πυλίων», απεικονίζονται ο Ασκληπιός, ο Διόνυσος, ο Ποσειδώνας, η Αφροδίτη, καθώς και η Αθηνά, η οποία κρατά με το αριστερό χέρι δόρυ και με το δεξί φιάλη ή γλαύκα18 (Εικ. κάτω).



Ελένη Μητσοπούλου: "Τα Ιερά της Αθηνάς στην Πελοπόννησο"

1 Παυσ. 4,36,2, βλ. 4,36,1-6. Ο Πτολ. 3,16,7 σημειώνει ξεχωριστά την Πύλο και το «Κορυφάσιον ἄκρον». Πρβλ. Στέφ. Βυζ. λ. Κορυφάσιον («χωρίον Λακωνικὸν πλησίον Πύλου») και λ. Πύλος («πόλις ἐν Μεσσήνῃ. Ἐκαλεῖτο δὲ Κορυφάσιον …»).
2 Ανασκάφηκε κατά την περίοδο 1939-61 από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή υπό τον Blegen με συνεργάτες τον Κουρουνιώτη και μετά το 1945 τον Μαρινάτο. Για το πρόβλημα της ομηρικής Πύλου ήδη από την αρχαιότητα, που εύγλωττα δηλώνεται με την αρχαία παροιμία «ἔστι Πύλος πρὸ Πύλοιο, Πύλος γε μὲν ἔστι καὶ ἄλλος» (Στρ. 8,3,7· Στέφ. Βυζ. λ. Κορυφάσιον), βλ. ενδεικτικά DNP 10 (2001) 614-619 λ. Pylos. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία του Στρ. 4,2 ότι η παλαιά μεσσηνιακή Πύλος βρισκόταν κάτω από το όρος Αιγάλεω, και όταν καταστράφηκε, ορισμένοι εγκαταστάθηκαν στο Κορυφάσιο. Σχετικά βλ. Hope Simpson – Lazenby 1970, 82: «This is probably just a much-telescoped, traditional explanation of the process by which the classical Pylos came to be located at Koryphasion, and if this is so, we do not have to look for yet another Mycenaean Pylos at Koryphasion itself. The Mycenaean settlement there may be connected with the port for Ano Englianos». Όσον αφορά τον Άνω Εγκλιανό η νεότερη αμερικανική έρευνα ανέδειξε διάφορες φάσεις χρήσης της περιοχής μετά την καταστροφή του μυκηναϊκού ανακτόρου (γύρω στο -1200 ) με βάση τα μετα-μυκηναϊκά ευρήματα που δεν είχαν τύχει ιδιαίτερης προσοχής κατά τις ανασκαφές του Blegen αλλά και νεότερες ανακαλύψεις. Η κεραμική από τα χώματα της ανασκαφής του Blegen υποδεικνύει την αναγνώριση τριών ευδιάκριτων περιόδων κατά τους Σκοτεινούς Αιώνες, την αρχαϊκή περίοδο και τον Μεσαίωνα, ενώ πολύ λιγότερα ήταν τα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά όστρακα. Ακόμη σημαντικότερα ήταν τα αποτελέσματα της έρευνας για τη σποραδική οικοδομική δραστηριότητα από την αρχαϊκή εποχή ως τη φραγκοκρατία. Φαίνεται ότι υπήρχε ένας πρώιμος αρχαϊκός ναός, που καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε από έναν άλλο στα μέσα του -6ου αι. Σώζονται επίσης στοιχεία τριών άλλων κεραμώσεων: δύο της ύστερης κλασικής περιόδου και μία της ελληνιστικής. Πρόκειται για το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Πύλου του Πανεπιστημίου της Minnesota (MARWP, The Minnesota Pylos Project, βλ. http://marwp.cla.umn.edu/marwp/), τα αποτελέσματα του οποίου ανακοινώνονται από το 1991 στο ΑΔ και στο AJA. Το σχετικά πρόσφατο διεπιστημονικό και διαχρονικό Pylos Regional Archaeological Project εξετάζει την αρχαιολογία και την ιστορία της Πύλου με επίκεντρο την περιοχή του ανακτόρου. Βλ. τα σχετικά άρθρα στο Hesperia (από το 1997 ως το 2005) και τις συμβολές στον τόμο Davis 2005. Πρβλ. Παπαθανασόπουλος 2000.
3 Η μάχη αυτή τράβηξε περισσότερο από κάθε άλλη την προσοχή του ιστορικού, που της αφιέρωσε 37 κεφάλαια, βλ. Θουκ. 4, 3-23, 26-41.
4 Θουκ. 4,3,2-3. Σύμφωνα με την Alcock 2005, 209, παρά την ασάφεια των αρχαίων πηγών, μόνο τότε πρέπει να ιδρύεται κανονικός οικισμός στη θέση του οχυρού που υπήρχε στο ακρωτήριο. Πρβλ. Shipley 1997, 265 αρ.109· Luraghi 2002, 57 σημ.71
5 Η τοπογραφία της περιοχής έχει μελετηθεί σε σχέση με τη μάχη Σφακτηρίας και ανασκαφή διεξάχθηκε μόνο από τον Μαρινάτο, βλ. Μαρινάτος 1958 και Έργον 1958, 148-150. Βλ. Frazer III, 456-458· McDonald – Hope Simpson 1961, 243 αρ.60-62· Pritchett 1965, 6-29· ΜΜΕ 264-265 αρ.9· Meyer 1978, 201-203· Davis 2005.
6 Βλ. Pritchett 1965, 6-9, 11-12, εικ.1.
7 Βλ. McDonald – Hope Simpson 1961, 243 αρ.60· ΜΜΕ 264-265 αρ.8· Παπαχατζής 3, 180 σημ.2, εικ. 139, 141, 144· Sachs 2006, 200-201.
8 Βλ. Frazer III, 458· McDonald – Hope Simpson 1961, 243 αρ.62· ΜΜΕ 264-265 αρ.10· Παπαχατζής 3, 180 σημ.3, εικ.142-143.
9 Βλ. Μαρινάτος 1958, 184-186.
10 Pritchett 1980, 263.
11 Ο Μαρινάτος 1958, 186 με βάση και κάποια οικοδομικά λείψανα στην περιοχή αυτή συμπέρανε ότι εδώ βρισκόταν μία δεύτερη πολίχνη, που άκμασε μετά την εγκατάλειψη της πολίχνης στο Β τμήμα. Με βάση τα ευρήματα ο Pritchett 1980, 17-8, πίν.16 θεωρεί ότι ο οικισμός προϋπήρχε του πελοποννησιακού πολέμου. Βλ. επίσης Sachs 2006, 196-197, εικ.43-46.
12 Robertson 1996α, 462.
13 Θουκ. 4,3,2. Πύλος πρέπει να ήταν η μεσσηνιακή ονομασία του ίδιου μέρους, στην οποία επιβιώνει η λέξη «pu-ro», που συναντάται αρκετά συχνά στις πινακίδες της Γραμμικής Β’ από το ανάκτορο της Πύλου [IACP 557]. Το ακρωτήριο θα ήταν γνωστό κατά την σπαρτιατική κυριαρχία ως Κορυφάσιον και θα μετονομάστηκε σε Πύλος από τους Μεσσήνιους εποίκους [Meyer 1978, 202].
14 Βλ. Παλατ. Ανθ. 6, 129· πρβλ. Lippolis κ.ά. 1995, 321 αρ.5. Αβέβαιη είναι η βιογραφία του Ταραντίνου ποιητή, η δραστηριότητα του οποίου τοποθετείται με κάποια επιφύλαξη στο α’ τρίτο του -3ου αι. Σε ένα άλλο επίγραμμά του λάφυρα από τους Λευκανούς αφιερώνονται στην «Παλλάδι», βλ. Παλατ. Ανθ. 6, 131. Για τη Zunino 1997, 157 το επίγραμμα δηλώνει την πολεμική φύση της Αθηνάς Κορυφασίας, και συνάμα συνιστά μία πολύτιμη μαρτυρία για τη ζωτικότητα μίας μεσσηνιακής λατρείας ακόμη και σε ένα λακωνικό περιβάλλον.
15 Σχετικά βλ. Lippolis κ.ά. 1995, 333-334.
16 SEG 46,435. Βλ. Antonetti 1996.
17 Βλ. Π. Θέμελης, Έργον 1997, 42-59· AR 54, 2008, 38.
18 Βλ. NCP 73 αρ.1, πίν.Ρ,15· ΗΝ2 433· Παπαχατζής 3, εικ.145,2· Zunino 1997, 145 αρ.Τ25,1-3.





Printfriendly