.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Η τοπογραφία της Κυπαρισσίας κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους




 Ένα έγγραφο του 1828 του Έκτακτου Επιτρόπου Άνω Μεσσηνίας Αντωνίου Τζούνη προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μας δίνει την εικόνα της πόλης Αρκαδίας -ονομασία που έφερε η Κυπαρισσία κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο- την εποχή της σύστασης του Ελληνικού κράτους, τρία δηλαδή χρόνια μετά την καταστροφή της από τον Ιμπραήμ1. Με αφορμή τις 480 περίπου εθνικές οικοδομές που βρίσκονταν στην πόλη -οικίες, εργαστήρια, ελαιοτριβεία, φούρνοι κτλ.- αναφέρει ότι οι περισσότερες είναι γκρεμισμένες και ορισμένες μόνον επιδέχονται επισκευή. Προτείνει δε να γίνει συστηματική συλλογή των υλικών -κεραμιδιών και ξύλων- των μη επισκευάσιμων, ώστε αυτά να επαναχρησιμοποιηθούν. Γίνεται αντιληπτό ότι ένα τέτοιο έργο αλλοιώνει ακόμα περισσότερο το ήδη αλλοιωμένο δομημένο περιβάλλον του προεπαναστατικού οικισμού.
 Άλλα γεγονότα του 19ου αιώνα2, όπως η στάση του Γρίτζαλη του 1834, που αποσκοπούσε στην κατάργηση της Αντιβασιλείας, η πυρπόληση της πόλης από τα αντίπαλα κόμματα το 1863 κατά την εκδίωξη του Όθωνα, αλλά και οι δύο καταστρεπτικοί σεισμοί -του 1886, κατά τον οποίο 150 οικίες κατέρρευσαν και 100 κατέστησαν ακατοίκητες3, και του 1899, κατά τον οποίο 123 σπίτια φέρεται ότι κατέστησαν ετοιμόρροπα4- εξαφάνισαν και άλλα πολύτιμα στοιχεία αφορώντα στην οργάνωση του οικισμού και στην αρχιτεκτονική του κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι ο πληθυσμός εξακολουθούσε να κατοικεί και άρα να ανοικοδομεί στο χώρο του προεπαναστατικού οικισμού, παρά την επέκταση της πόλης προς την παραλία.



 Σήμερα ο επισκέπτης αποκομίζει και πάλι την εικόνα της ερήμωσης από την Άνω Πόλη Κυπαρισσίας, το τμήμα δηλαδή της πόλης που κατέλαβε τη θέση του προεπαναστατικού οικισμού. Τα κτίρια του 19ου αιώνα χρήζουν στην πλειονότητά τους επισκευών, ενώ ανάμεσα τους προβάλλουν ερείπια, που δύσκολα ταξινομούνται τυπολογικά και χρονολογικά.
 Η καταγραφή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών κτισμάτων της Άνω Πόλης ξεκίνησε με στόχο την κήρυξή τους και συνεπώς τη νομική κατοχύρωσή τους, και ολοκληρώνεται στο πλαίσιο επεξεργασίας πρότασης για καθορισμό ζωνών προστασίας και οικοδομικού ελέγχου περί του κάστρου και των λοιπών μνημείων της περιοχής, που συντάσσεται από τους συναδέλφους Χριστίνα Πιερροπούλου, αρχιτέκτονα- μηχανικό, Νίκο Αλεξάκη, τοπογράφο- μηχανικό, Ιωάννα Μαρκοπούλου, σχεδιάστρια, και τη γράφουσα.
Ο εντοπισμός και η ερμηνεία των προαναφερθέντων κτισμάτων, τόσο πολύτιμος για τη διατύπωση υποθέσεων και για την εξαγωγή κάποτε συμπερασμάτων σχετικών με την τοπογραφία της πόλης και τη φυσιογνωμία του δομημένου περιβάλλοντος της κατά την προεπαναστατική περίοδο, προσκρούει στις δυσκολίες που προαναφέρθηκαν. Κατά την έρευνά μας χρησιμοποιήσαμε γραπτές και εικονογραφικές πηγές των υπό εξέταση περιόδων και, συγκεκριμένα, τα περιηγητικά κείμενα του Εβλιγιά Τσελεμπή του 1668 5 και του R. Randolph του 1671- 1679 6, καθώς και το σχέδιο του Grimani του 17ου αιώνα7 και τις λιθογραφίες του Ρ.Μ. Coronelli του 1686 8, του W. Gell του 1804 9, της γαλλικής αποστολής του Μαιζώνα10 και λιθογραφία αγνώστου του 19ου αιώνα που βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη11. Στον εντοπισμό των μνημείων συνέβαλαν και οι κάτοικοι της περιοχής, φορείς της προφορικής παράδοσης.



 Για την ιστορία της πόλης κατά τη βυζαντινή περίοδο ελάχιστα γνωρίζουμε12. Μνεία της πόλης Αρκαδίας γίνεται σε χειρόγραφο του 11ου αιώνα. Ο Edrisi αναφέρει, επίσης, ότι το 12ο αιώνα η πόλη ήταν μεγάλη, πολυάνθρωπη και είχε πολυσύχναστο λιμάνι, ενώ σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως υπήρχε στις αρχές του 13ου αιώνα ισχυρότατο κάστρο στην περιοχή13. Λείψανα του βυζαντινού αυτού κάστρου (Εικ.1) διακρίνονται με βάση την τοιχοποιία τους στα χαμηλότερα μέρη του υφιστάμενου περιβόλου του κάστρου -στο νότιο και το δυτικό πύργο του εξωτερικού περιβόλου και στο δυτικό άκρο του εσωτερικού- και στον κεντρικό πύργο, το καταφύγιο. Φαίνεται μάλιστα ότι η κάτοψη του κάστρου, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου ανάγεται στην περίοδο της φραγκοκρατίας -εποχή που η πόλη γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη-, συμφωνεί με αυτή της βυζαντινής περιόδου.
 Το κάστρο είναι κτισμένο στην κορυφή λόφου ευρισκόμενου κοντά στη θάλασσα κάτω από το όρος Ψυχρό, στη θέση πιθανόν της αρχαίας ακρόπολης της Κυπαρισσίας, αφού στη βάση του έχουν σε β' χρήση τοποθετηθεί αρχαίοι δόμοι14. Είναι τετράπλευρου σχήματος και χωρίζεται με διαγώνια τοποθετημένο τείχος σε δυο τριγωνικά τμήματα. Αποτελείται δηλαδή από δυο οχυρωματικούς περιβόλους. Ο εξωτερικός περικλείει μεγαλύτερη έκταση και εντός αυτού, στο ανατολικό του τμήμα, πλησίον της κατεστραμμένης σήμερα αρχικής πύλης του κάστρου, εντοπίζονται ερείπια κτίσματος, πιθανόν τζαμιού, ενώ κτίσματα που ανάγονται στο 18ο αιώνα βρίσκονται σε επαφή με το ανατολικό τμήμα του. Ο εσωτερικός περιβάλλει το σωζόμενο τμήμα του καταφυγίου και μεγάλη ημιυπόγεια κινστέρνα. Εντός του φρουρίου δεν είναι πλέον εμφανή λείψανα άλλων κτισμάτων, παρότι η λιθογραφία του Coronelli και το σχετικό χωρίο του Τσελεμπή μαρτυρούν την ύπαρξη οικιών εντός αυτού κατά το 17ο τουλάχιστον αιώνα. Σημειώνεται ότι οι επεμβάσεις της τουρκοκρατίας και της Β' Ενετοκρατίας περιορίζονται σε καθ’ ύψος προσθήκες στο τείχος και στην κατασκευή επάλξεων και δευτερευόντων τειχών εξωτερικά του κάστρου προς ενίσχυση αυτού.
 Τα λοιπά κτίσματα της προεπαναστατικής περιόδου έχουν εντοπιστεί εκτός των τειχών και ανάγονται όλα στους μετά την τουρκική κατάκτηση χρόνους, μετά δηλαδή το 1460. Την εποχή αυτή η Αρκαδία αποτελεί την έδρα του Τούρκου Βοεβόδα και άλλων δημόσιων αρχών, σημαντικό δηλαδή διοικητικό κέντρο. Μετά το 1686 και για μικρό χρονικό διάστημα η πόλη βρίσκεται στην εξουσία των Ενετών. Μετά το 1715, κατά τη Β' Τουρκοκρατία γίνεται η πρωτεύουσα ενός από τους 24 καζάδες της Πελοποννήσου. Παρατηρείται ότι τα εντοπισθέντα κτίσματα της μεταβυζαντινής περιόδου (Εικ.2) είναι ελάχιστα σχετικά με την έκταση που φαίνεται ότι καταλάμβανε η πόλη σύμφωνα με το σχέδιο του Grimani.
Θα αναφερθώ κατ’ αρχήν σε μια σειρά από κρήνες (Εικ.3), οι οποίες είναι διάσπαρτες στην περιοχή της Άνω Πόλης και αποτελούν βασική ένδειξη για τους χώρους όπου εκτεινόταν ο οικισμός επί τουρκοκρατίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η μορφολογία αυτών των κτισμάτων καθορίζεται περισσότερο από το ρόλο τους ως πόλων έλξης της δημόσιας ζωής παρά από τον καθαρά χρηστικό χαρακτήρα τους, που είναι η κάλυψη των αναγκών ύδρευσης του πληθυσμού. Πρόκειται για κτίσματα περίτεχνα κοσμημένα, καθώς οι όψεις τους διαμορφώνονται με τόξα διπλής καμπυλότητας, που εγγράφονται σε ορθογώνιο και βαίνουν σε παραστάδες, και συχνά κοσμούνται με ανάγλυφα στοιχεία, χαρακτηριστικά της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Με βάση τη διαμόρφωση των όψεών τους καθίσταται δυνατή και η σχετική χρονολόγησή τους, καθώς στις παλαιότερες τα μορφολογικά στοιχεία είναι πιο περίτεχνα και πιο ξεκάθαρα.


 Παλαιότερες μπορούν λοιπόν να θεωρηθούν οι δύο ευρισκόμενες εκτός και βορειοανατολικά της σημερινής πύλης του κάστρου (Εικ.2), οι οποίες και θα κάλυπταν τις ανάγκες των κατοίκων του κάστρου και της περιοχής στα ανατολικά του. Η μία από αυτές μπορεί να ταυτιστεί με αυτή που κατά τον Τσελεμπή βρισκόταν εντός της πύλης του κάστρου. Άλλη κρήνη, πιθανόν μεταγενέστερη, βρίσκεται στην «Πίσω Ρούγα», περιοχή ανεπτυγμένη ήδη το 17ο αιώνα, και είναι εντεταγμένη σε τετράγωνης κάτοψης διώροφο σπίτι της εποχής. Στην περίοδο της όψιμης τουρκοκρατίας ανάγεται και κρήνη που βρίσκεται στην «Πάνω Ρούγα». Σε αυτήν τα στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής έχουν εκφυλιστεί. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι κατά τον Τσελεμπή υπήρχε κρήνη και στο παζάρι, στη θέση ίσως της νεότερης «Παζαρόβρυσης» -έχει δικό της νερό-, περιοχή όπου ο Grimani σημειώνει πηγάδι (Εικ.2). 
 Στη Β' Ενετοκρατία, τέλος, μπορεί να χρονολογηθεί κρήνη εντεταγμένη στον περίβολο του νεότερου ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου (Εικ.2) -ο παλαιός δεν σώζεται- με μορφολογικά χαρακτηριστικά που δηλώνουν δυτικές επιδράσεις. Και η περιοχή αυτή εμφανίζεται πυκνοκατοικημένη στο σχέδιο του Grimani. Πλησίον της κρήνης βρίσκεται μνημειώδης πύλη, περίοπτη σήμερα (Εικ.2), αλλά εντεταγμένη αρχικά στο Παλαιό Επισκοπικό Μέγαρο -στην πόλη έδρευε η επισκοπή Χριστιανουπόλεως επί Β' Ενετοκρατίας. Χρονολογείται ακριβώς από την εγχάρακτη επιγραφή 1787 ΦΛΕΒAΡΙΟΥ 24. Είναι κτισμένη με αργολιθοδομή και επενδεδυμένη στην κύρια όψη της με ορθογώνιους, λαξευτούς πωρόλιθους. Ο πλούσιος, ανάγλυφος διάκοσμός της ακολουθεί τις τάσεις της δυτικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτές πραγματώνονται και σε άλλες ενετοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας.



 Από τους ναούς που διέθετε η πόλη κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο λείψανα μόνο σώζονται. Εντοπίστηκε το ανατολικό τμήμα του Αγίου Δημητρίου στο σημερινό νεκροταφείο της πόλης (Εικ.2), που πρέπει να συνέπιπτε με το μεσαιωνικό, όπως συμπεραίνουμε από το σχέδιο του Grimani. Ο ναός έχει επταγωνική εξωτερικά κόγχη, στον κεντρικό, κατακόρυφο άξονα της οποίας είναι διαμορφωμένες στο πάχος του τοίχου δύο κόγχες ημικυκλικής διατομής. Ανάλογες κόγχες υπάρχουν και εκατέρωθεν της αψίδας του Ιερού. Στο ανατολικό άκρο του νότιου τοίχου έχουν εντοπιστεί ίχνη θύρας. Η τοιχοποιία του ναού συνίσταται από αργούς λίθους, κομμάτια κεραμίδων και συνδετικό κονίαμα, ενώ λαξευτοί πωρόλιθοι έχουν χρησιμοποιηθεί στις γωνίες και στα πλαίσια των αψιδωμάτων. Οι τοίχοι διατηρούν ίχνη επιχρίσματος εσωτερικά και εξωτερικά. Χρονικά ο ναός ανάγεται στην όψιμη μεταβυζαντινή περίοδο.
 Στην «Πίσω Ρούγα» βρίσκεται, επίσης, ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής (Εικ.2), που με βάση τοιχογραφία που διασώζει στην κόγχη του Ιερού ανάγεται στο 18ο αιώνα. Τα μορφολογικά στοιχεία του κτίσματος έχουν αλλοιωθεί εξαιρετικά από μεταγενέστερες επεμβάσεις.
Η πλέον πυκνοκατοικημένη, ωστόσο, περιοχή κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν αυτή στα ανατολικά και τα νότια της πύλης του κάστρου, όπου αναπτύχθηκε το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της πόλης και όπου διατηρούνται τα περισσότερα και παλαιότερα κτίρια. Σε αυτήν διατηρούνται τα ερείπια μεγάλου ναού των μεταβυζαντινών χρόνων -πιθανόν της Β' Ενετοκρατίας- εντεταγμένα ως Ιερό Βήμα στο νεότερο ναό της Αγίας Τριάδας (Εικ.2)15.
Πρόκειται για τρεις ημιεξαγωνικές εξωτερικά κόγχες κτισμένες κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δόμησης, με πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο, στις οποίες ανοίγεται μονόλοβο ή δίλοβο παράθυρο. Σημειώνεται ότι κάτω από το ναό της Αγίας Τριάδας υπάρχει υπόγειο κτίσμα -δεν έχει διερευνηθεί ανασκαφικά-, πιθανόν κινστέρνα.
 Εδώ βρίσκεται, επίσης, εντεταγμένο σε νεότερο κτίριο ιδιοκτησίας του δήμου, το Τζαμί του Σουλεϊμάν (Εικ.2), που ο Τσελεμπή αναφέρει ότι βρισκόταν απέναντι από την πύλη του κάστρου. Σώζεται ο κεντρικός χώρος με το μιχράμπ, ο οποίος στεγαζόταν αρχικά με θόλο. Στη δυτική του όψη υπήρχε προστώο, ίχνη μόνο του οποίου είναι σήμερα εμφανή. Δεν έχει εντοπιστεί ο μιναρές, που είναι εμφανής στις λιθογραφίες του Coronelli και του Gell.



 Πλησίον του τζαμιού, στα ΝΑ., έχει εντοπιστεί εντός ιδιόκτητου ερειπωμένου νεότερου κτίσματος και άλλο δημόσιο κτίσμα της τουρκοκρατίας (Εικ.2). Είναι ορθογώνιας κάτοψης και αποτελείται από δύο χώρους που επικοινωνούσαν αρχικά με φραγμένη σήμερα τοξωτή θύρα. Ο ένας, τετράγωνος, με διάσταση πλευράς 7,40 μ., στεγαζόταν αρχικά με θόλο. Τα ανοίγματά του είναι σημαντικά αλλοιωμένα. Ο δεύτερος χώρος είναι ορθογώνιος, διαστ. 9,60 x 3 μ., και στεγάζεται με ημικυλινδρική καμάρα, που διατρυπάται από τετράγωνες οπές. Διαθέτει δύο ανοίγματα από τα οποία το ένα τοξωτό είναι το αρχικό. Η τοιχοποιία του, όπως και του τζαμιού, συνίσταται από αργολιθοδομή και ξυλοδεσιές. Λόγω της θέσης του -κοντά σε τζαμί- και της μορφής του χώρου, υποθέτουμε ότι πρόκειται για τον τεκέ που αναφέρει ο Τσελεμπή.

 Νότια του κάστρου, κοντά στην «Παζαρόβρυση», ανασκάφηκε το 1990 από τους συναδέλφους Καλλίμαχο Αντωνάκο και Βιργινία Αλμπάνη και τη γράφουσα χαμάμ (Εικ.2 και 4), το οποίο επίσης αναφέρεται από τον Τσελεμπή. Από τους κυρίους χώρους του λουτρού σώζεται μόνον η θερμή αίθουσα, που στεγάζεται με δύο διάτρητους θόλους. Σε αξιοσημείωτο, ωστόσο, βαθμό διατηρείται το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης του λουτρού με δύο δεξαμενές, κλειστούς και ανοιχτούς αγωγούς και τον υπόνομο, καθώς και το σύστημα θέρμανσης με την εστία, τα υπόκαυστα και τους κάθετους, εντοιχισμένους αεραγωγούς. Δεν κατόρθωσα να εντοπίσω το χαμάμ στις λιθογραφίες.
Όσον αφορά, τέλος, στις οικίες της περιόδου, ελάχιστα στοιχεία μπορέσαμε να συλλέξουμε. Σύμφωνα πάντα με τον Εβλιγιά Τσελεμπή, εκτός του κάστρου υπήρχαν το β' μισό του 17ου αιώνα «τριακόσια πετρόχτιστα, κεραμιδοσκέπαστα, σπίτια σε απρόσιτα και βραχώδη μέρη», τα οποία ο λαός από το φόβο των Φράγκων «τα έχει μετατρέψει σε κάστρα με πολεμίστρες». Την εικόνα αυτή επαληθεύει η λιθογραφία του Coronelli, όπου διακρίνονται ορθογώνια, διώροφα ή τριώροφα κτίρια με δικλινείς ή τετρακλινείς στέγες και χωρίς ανοίγματα συνήθως στο ισόγειο, κτίρια δηλαδή του κλειστού, οχυρού τύπου. Ανάλογης μορφής κτίρια απεικονίζει και η λιθογραφία του Gell έναν αιώνα αργότερα, μόνο που στο σχέδιό του υπάρχει και κτίριο με σαχνισί, όπως αυτά που διαδίδονται στα Βαλκάνια από το 18ο αιώνα. 
Εικ. 6. Γωνιακό σαχνισί. Λεπτομέρεια οικίας του 18ον αιώνα (σήμερα έχει κατεδαφιστεί).
 Μεταξύ των υπαρχόντων στην περιοχή κτισμάτων και ερειπίων ελάχιστα ανάγονται με βεβαιότητα στην προεπαναστατική περίοδο.
 Ξεχωρίζει, κατ’ αρχήν, διώροφη, ορθογώνιας κάτοψης οικία, της οποίας το ισόγειο δεν διαθέτει ανοίγματα και η κύρια είσοδος βρίσκεται προστατευμένη εντός αυλής (Εικ.2 και 5). Το κτίσμα είναι κατασκευασμένο με αργούς λίθους και συνδετικό κονίαμα, ενώ λαξευτοί πωρόλιθοι έχουν χρησιμοποιηθεί στις γωνίες και στα περιθυρώματα των μεγάλων ορθογώνιων παραθύρων του ορόφου. Διατηρεί εξωτερικά ίχνη επιχρίσματος. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι κόγχες, που είναι διαμορφωμένες στους τοίχους, καθώς στέφονται από τόξα διπλής καμπυλότητας, απλοποιημένα ή μη. Αξιόλογη είναι και η αυλόθυρα της οικίας, της οποίας τα μορφολογικά στοιχεία παραπέμπουν στη δυτική αρχιτεκτονική. Το κτίσμα μπορεί να αναχθεί στο 17ο- 18ο αιώνα. Η οικία που εξετάζουμε είναι το τελευταίο προς ΝΑ. του κάστρου εντοπισθέν μνημείο, βρίσκεται σε ψηλότερη στάθμη από αυτό και τεκμηριώνει την επέκταση της πόλης σε βραχώδεις και ανηφορικές περιοχές προς Α. και ΝΑ. του κάστρου.
 Τμήμα αυλόθυρας (Εικ.2) ανάλογης με την προηγούμενη στην ίδια περιοχή δηλώνει ότι η προαναφερθείσα οικία δεν ήταν αποκομμένη από τον πολεοδομικό ιστό της πόλης.
Στα δυτικά των παραπάνω οικιών έχει εντοπιστεί συγκρότημα δύο κτισμάτων με ενδιαφέροντα μορφολογικά στοιχεία, που πιθανόν ανάγονται στο 18ο αιώνα. Τα δύο κτίρια χωρίζονται από στενό καλντερίμι και για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας το ένα έχει περίτεχνα διαμορφωμένη «φαλτσογωνιά» (Εικ.6), που στέφεται από τόξο διπλής καμπυλότητας, και το άλλο, διώροφο, χωρίς ανοίγματα στο ισόγειο με θύρα εντός της αυλής έχει επίσης «φαλτσογωνιά» στο ισόγειο και τριγωνικό σαχνισί στον όροφο προς αποκατάσταση της ορθογώνιας κάτοψης (Εικ.2). Ο φρουριακός χαρακτήρας και τα επιμέρους μορφολογικά στοιχεία τοποθετούν χρονολογικά το συγκρότημα στο 18ο αιώνα.



 Πλησίον αυτού εντοπίστηκαν δύο επιμήκη, καμαροσκέπαστα λιθόκτιστα κτίρια, ερειπωμένα σήμερα (Εικ.2). Το ένα είναι διώροφο και διατηρεί στην οροφή τετράπλευρο άνοιγμα κατάλληλο για τη συγκέντρωση νερού, καθώς και ίχνη ισχυρού επιχρίσματος στο εσωτερικό του. Υποθέτουμε λοιπόν ότι πρόκειται για δεξαμενή νερού16.
 Η εικόνα που σχηματίζουμε από τα διασωθέντα κτίρια για τους χώρους, όπου είχε αναπτυχθεί η μεταβυζαντινή Αρκαδία, επιβεβαιώνεται από το σχέδιο του Grimani, σύμφωνα με το οποίο η πόλη εξαπλωνόταν στην «Πίσω Ρούγα», στην περιοχή του ναού των Εισοδίων και προς Α. και ΝΑ. του κάστρου, σε ύψωμα πάνω από αυτό. Παρατηρείται, επίσης, ότι ο σημερινός κεντρικός άξονας της Άνω Πόλης ακολουθεί προεπαναστατική χάραξη, αφού τα εν σειρά κτίρια, που σημειώνει ο Grimani, αντιστοιχούν πιθανόν στα υπάρχοντα στην οδό Χαμέρη εν σειρά κτίσματα (Εικ.2 και 7) προς Α. του καλντεριμιού που οδηγεί στην πύλη του κάστρου και στα οποία ίσως έχουν ενταχθεί τμήματα των προεπαναστατικών κτιρίων, τα οποία και θα επέβαλλαν να διατηρηθεί η ίδια οικοδομική γραμμή.
 Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι η ένταξη προεπαναστατικών κτισμάτων σε νεότερα κτίρια αποτελεί συχνό φαινόμενο στην Κυπαρισσία, πράγμα που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για έλεγχο των κατεδαφίσεων.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΛΑΜΑΡΑ: Η τοπογραφία της Κυπαρισσίας κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους. Αρχαιολογικά δεδομένα

Α' ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΤΡΑ 9-12 ΙΟΥΝΙΟΥ 1996

1.1.Μ. Χατζηφώτης, «Εθνικές οικοδομές» στην Κυπαρισσία, Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 171, Σεπτέμβριος 1982,127.
2. Στ. Ηλ. Παρασκευόπουλος, Η Κυπαρισσία και η ιστορία των αιώνων της, Κυπαρισσία 1971, 180 κ.ε. Θ. Γρ. Κανελλόπουλος, Η πυρπόλησις της Κυπαρισσίας το 1863, Μεσσηνιακόν Ημερολόγιον Α' (1950), 117- 123. Π. Φωτιάδης, Έκθεσις περί της καταστροφής της πόλεως Κυπαρισσίας, τυπογραφείο Π.Β. Μωραϊτίνη, Αθήναι 1863.
3. Έγγραφο του δημάρχου Κυπαρισσίας του 1886 προς το Υπουργείο Εσωτερικών (βλ. Αρχείο Φερρέτου στα Γ.Α.Κ. στην Καλαμάτα).
4. Αθην. Εφημ. Παλιγγενεσία, αριθ. φύλλ. 10832 της 19-1-1899, 3Α.
5. Θ.Π. Κωστάκης, Ο Εβλιγιά Τσελεμπή στην Πελοπόννησο, Πελοποννησιακά ΙΔ' (1980-1981), 258-259. Β.Στ. Σταυρόπουλος, Στο κάστρο της Αρκαδιάς. Από το οδοιπορικό του Εβλιγιά Τσελεμπή στην Πελοπόννησο -1668, Τριφυλιακή Εστία, τ. 9, τχ. 49-50 (1983), 42-50.
6. R. Randolph, Ο Μοριάς στα χρόνια της Τουρκοκρατίας 1671-1679, Τριφνλιακή Εστία, τ. 5, τχ. 25 (1979), 8.
7. K. Andrews, Castles ofthe Morea, Princeton, New Jersey 1953, εικ. XVIII.
8. Τόπος και Εικόνα, 15ος-17ος αι.,Α', Αθήνα 1978,271, εικ. 190.
9. Τόπος και Εικόνα, 19ος αι.,Έ', Αθήνα 1983,57, εικ. 14.
10. Η λιθογραφία ανήκει στην ιδιωτική συλλογή Επ. Κόρκη και αντίγραφό της βρίσκεται στο Αρχείο Φερρέτου των Γ.Α.Κ. στην Καλαμάτα. Σε αυτήν διακρίνεται το πίσω μέρος του κάστρου και η περιοχή της «Πίσω Ρούγας».
11. Τριφνλιακή Εστία, τ. 5, τχ. 28 (1979), 2.
12. Παν. Βελισσαρίου, Παλαιοχριστιανική επιγραφή Κυπαρισσίας, Πρακτικά Γ' Συνέδριον Μεσσηνιακών Σπονδών, Φιλιατρά-Γαργαλιάνοι, 24-26 Νοέμβριον 1989, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 18, Αθήνα 1991,407- 416. Παρασκευόπουλος, ό.π., 47-58. Μ.Δ. Σωτηρόπουλος, Π Κυπαρισσία κατά τονς μέσονς χρόνονς (Αδημοσίευτο - 14 σελίδες δακτυλογραφημένες από το Αρχείο Φερρέτου των Γ.Α.Κ. Καλαμάτας).
13. Π.Π. Καλονάρος (επιμ.), Το Χρονικόν τον Μορέως, Αθήνα, χ.χρ., στ. 1770-1774. A. Bon, La Morée franque, Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe (1205-1430), Paris 1969, 669, 670. Andrews, ό.π, 84-89. J. A. Buchon, La Grèce continentale et la Morée, Paris 1834, 466.
14. M.N. Valmin, Etudes topographiques sur la Messénie ancienne, Expédition Scientifique de Morée, I, Lund 1930, eut. 49,2.
15. Σημειώνω ότι προς Α. του ναού της Αγίας Τριάδας υπάρχει μικρό, οικογενειακό εξωκκλήσι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος (Εικ.2), που σύμφωνα με πληροφορία της συναδέλφου Βασιλικής Πέννα διέσωζε προ ολίγων ετών τοιχογραφία του 18ου αιώνα. Σήμερα ο ναός είναι ολοκληρωτικά αλλοιωμένος από πρόσφατες επεμβάσεις.
16. Χωρίς περαιτέρω διερεΰνηση δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα για το δεύτερο κτίσμα.





Printfriendly