.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Νέες θέσεις στη βυζαντινή Μεσσηνία: Μεταμόρφωση, Βαλύρα και Πύλος



Οι τρεις ιστορικές θέσεις που παρουσιάζονται έχουν κοινό τόπο τη διαχείριση των δεδομένων στοιχείων: η Μεταμόρφωση Πυλίας, στην οποία έχουμε ταύτιση πηγών και αρχαιολογικών καταλοίπων, η Βαλύρα Μεσσήνης, στην οποία η μνημειακή παρουσία δίδει την παλαιότερη μαρτυρία έναντι των πηγών, και η Πύλος, όπου μόνον τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα προσφέρουν ενδείξεις για μια πρωιμότερη της υπάρχουσας εγκατάσταση.

Α. 
 Η Μεταμόρφωση, μικρό χωριό που απέχει 5-6 χλμ. ΒΑ. της Χώρας Πυλίας, μετονομάσθηκε, επί το «ελληνικότερον», από Σκάρμηγγας -η παλιά ονομασία που μέχρι σήμερα διατηρείται από τους ντόπιους- σε Μεταμόρφωση, το 1827, λαμβάνοντας το όνομα της παλιάς εκκλησιάς που σώζεται και είναι αφιερωμένη στην Αγιά Σωτήρα, όπως την ξέρουν στην Πυλία1.
 Το χωριό Σκάρμηγγας (ή Σκάρμιγγας) περιλαμβάνεται στην απογραφή των Βενετών επί του Προνοητή Francesco Grimani του 1700, ως οικισμός που ανήκει στο territorio του Ναβαρίνου. Περιγράφεται ως χωριό στο οποίο υπάρχουν δύο εκκλησίες, του Σωτήρα και της Παναγίας2. Μνημονεύεται, επίσης, σε αρχειακές πηγές της Λατινικής Αρχιεπισκοπής των Πατρών, του 15ου αιώνα, και συγκεκριμένα σε συμβολαιογραφικές πράξεις νοταρίων της Μεθώνης. Σε συμβόλαιο της 10ης Δεκεμβρίου του 1479 αναφέρεται το territorio Scarminzanorum και σε άλλο της 3ης Φεβρουάριου του 1480 αναφέρεται το χωριό των Σκαρμιγγιανάδων3.



 Η παλαιότερη μνεία που εντοπίστηκε για το χωριό ανάγεται στις αρχές του 13ου αιώνα, στο 1212, και απαντά σε επιστολή του Πάπα Ιννοκέντιου του Γ', στην οποία ο Σκάρμηγγας αναφέρεχαι ως Εscaminges4. Πρόκειται για έναν οικισμό βυζαντινών χρόνων, η παρουσία του οποίου επιβεβαιώνεται ήδη από τις γραπτές πηγές στις αρχές του 13ου αιώνα.
 Μικρή έρευνα στο ετυμολογικό του ονόματος μας οδήγησε στη βυζαντινή λέξη «σκαρραμάγγιον»5, που σημαίνει το πολυτελές και διαφορετικών χρωμάτων μεταξωτό ύφασμα, καθώς επίσης και το χειριδωτό χιτώνα από ίδιο ύφασμα που έφεραν οι αυλικοί και οι άρχοντες του Βυζαντίου, και επίσης στο «σκαραμαγγάς», που σημαίνει αυτόν που κατασκευάζει ή πωλεί σκαραμάγγια, παραφθορά του οποίου θεωρούμε ότι είναι ο Σκάρμηγγας (Σκαραμαγγάς, Σκαρμαγγάς, Σκάρμηγγας)6.
Το τοπωνύμιο υποδηλώνει, επίσης, την ύπαρξη παραγωγής και εμπορίας μεταξιού, προϊόντος που γνωρίζουμε ότι παρήγαγε η Πελοπόννησος και η περιοχή της Μεσσηνίας κατά τους βυζαντινούς χρόνους7. Να θυμηθούμε ότι το κύριο εξαγωγικό λιμάνι ήταν η Μεθώνη, κόμβος και σταθμός των Θαλάσσιων εμπορικών οδών της αυτοκρατορίας και της Βενετίας αργότερα8.
 Τί διατηρήθηκε όμως στην περιοχή; Στην ανατολική έξοδο του σημερινού χωριού, στη θέση «Κεφαλόβρυσο» ή «Χάνια» υπάρχει η εκκλησία που έδωσε το νέο όνομα στο χωριό, η Μεταμόρφωση του Σωτήρα ή Αγιά Σωτήρα. Είναι η παλαιότερη διατηρούμενη εκκλησία, η οποία θα μας απασχολήσει παρακάτω.
Στη θέση «Πέρα Χωριό», σε απόσταση 350 μ. περίπου προς Β. της Αγιάς Σωτήρας, διατηρείται εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (Εικ.1). Ο ναός, σήμερα εξ ολοκλήρου ανακαινισμένος εξωτερικά και εσωτερικά, είναι μονόχωρη δρομική εκκλησία με μεγάλη ημικυκλική αψίδα Ιερού και καλύπτεται με δίρριχτη στέγη. Ο ναός διατηρείτο ημιερειπωμένος και σε μεγαλύτερο μήκος, αλλά κατά την ανακαίνισή του έλαβε τη σημερινή μορφή.



 Μια τρίτη εκκλησία, που τιμάται στο όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου (Εικ.2), μικρότερη της προηγούμενης, μονόχωρη, με δίριχτη στέγη, ανακαινισμένη και αυτή, διατηρείται βορειότερα, σε μικρή απόσταση της προηγούμενης, στη θέση «Παλιοβούλη». Και οι δύο ναοί, στην κατάσταση αυτή, δεν επιτρέπουν εξαγωγή συμπερασμάτων για πρωιμότερη της τουρκοκρατίας χρονολόγηση, πριν να υπάρξει συστηματική έρευνα. Στη θέση «Λουτρά», δυτικά από την Αγιά Σωτήρα περί τα 300μ., διασώζονται δύο- τρία μεγάλα κομμάτια τοιχοποιίας με αργολιθοδομή και πλίνθους από κτίριο βυζαντινών χρόνων, το οποίο φαίνεται ότι έχει καταστραφεί πριν από αρκετά χρόνια με σκαπτικό μηχάνημα για τις ανάγκες της καλλιέργειας του αγρού.
 Η περιοχή αυτή γύρω από την Αγιά Σωτήρα είναι διάσπαρτη με όστρακα, κυρίως μεταβυζαντινής και νεότερης εποχής. Νεότερα κτίσματα σε χρήση μέχρι σήμερα, ως αποθήκες και σταύλοι, υπάρχουν στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας. Ο χαρακτήρας και η χρονολογική τους ταυτότητα δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί.
 Και οι τρεις εκκλησίες ήταν κτισμένες πάνω ή κοντά σε πλούσια κεφαλάρια νερού που ρέουν μέχρι σήμερα, όπως η πηγή κάτω από το Ιερό της Μεταμόρφωσης, με τη μικρή δεξαμενή στη νότια πλευρά, σύγχρονη του ναού, σήμερα διαμορφωμένη με τσιμέντο.
 Ο Σκάρμηγγας υπήρξε μέχρι πρόσφατα, πριν από την ανάπτυξη του σύγχρονου οδικού δικτύου, η θέση- σταθμός των δρόμων και διαδρομών προς την ορεινή δυτική Πυλία, προς την Τριφυλία και προς την άνω μεσσηνιακή πεδιάδα, γεγονός το οποίο συνδυαζόμενο με την προνομιούχο θέση του εξαιτίας των πηγών, δικαιολογεί και ερμηνεύει ισχυρότερα την ύπαρξή του στα μέσα βυζαντινά χρόνια -αν όχι και παλαιότερα- και τη διατήρησή του μέχρι σήμερα.
 Από τα μνημεία που διατηρήθηκαν το σημαντικότερο και εκείνο που μας παρέχει τις περισσότερες πληροφορίες είναι η Μεταμόρφιοση. Σήμερα το μνημείο αποτελείται από κυρίως ναό με αψίδα Ιερού τρίπλευρη σε κάτοψη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά, νάρθηκα μονόχωρο, ίσου πλάτους με το μέγιστο πλάτος του κυρίως ναού (αυτό της εγκάρσιας κεραίας του), και εξωνάρθηκα, ισοπλατή με το ναό, ανοικτό, υπό μορφή προστώου (Εικ.3).

Εικ. 3. Μεταμόρφωση. Ο ναός της Μεταμόρφωσης Σωτήρος.

 Οι εξωτερικές διαστάσεις του ναού είναι 11μ. μήκος και 6,30μ. πλάτος. Επιχρισμένα εξωτερικά είναι η αψίδα και ο δυτικός τοίχος, και ολόκληρος ο ναός εσωτερικά, με δάπεδο σύγχρονο στρωμένο με πλακάκια. Έχει μία και μοναδική είσοδο στη δυτική πλευρά και τρία φωτιστικά ανοίγματα, το ένα στην κόγχη του Ιερού και από ένα μεταγενέστερο της αρχικής οικοδομικής φάσης στη νότια πλευρά του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Ο ναός εδράζεται σε κρηπίδα και είναι κτισμένος με το χαλαρό πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής, με μονή οριζόντια σειρά πλίνθων και με μονή πλίνθο ή συμπλέγματα πλίνθων σε σχήματα γεωμετρικά ή γράμματα στους κατακόρυφους αρμούς. Πλίνθινη ζώνη μαιάνδρου διατηρείται κάτω από το γείσο της στέγης μη σωζόμενη σε όλο το μήκος στη βόρεια πλευρά- και κάτω από αυτήν πλίνθινη οδοντωτή ταινία.
 Ο τύπος και τα επιμέρους αρχιτεκτονικά και μορφολογικά στοιχεία του μνημείου, καθώς και η συγκριτική ανάλυση και με μια σειρά μνημείων του ελλαδικού χώρου, επέτρεψαν στους μελετητές Κ. Τσουρή και τη γράφουσα- να προσδιορίσουν ότι ο ναός ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού και μπορεί να χρονολογηθεί στους μέσους βυζαντινούς χρόνους9.
Ο ναός της Μεταμόρφωσης ταυτίστηκε με το μνημείο που έχει αποτυπώσει -χωρίς να παραδίδει όνομα- ο Antoine Blouet στον πρώτο τόμο του έργου Expédition Scientifique de Morée, ο οποίος λανθασμένα αναφέρει ότι βρίσκεται στα μισά του δρόμου από το Ναβαρίνο στη Μεθώνη και ότι καταστράφηκε από τις ορδές του Ιμπραήμ10.

Β. 
 Η δεύτερη θέση βρίσκεται στην επαρχία Μεσσήνης και στο χωριό Βαλύρα, ένα από τα καμποχώρια της άνω μεσσηνιακής πεδιάδας, στη δυτική παρόχθια περιοχή του Πάμισου. Βαλύρα είναι το αρχαίο όνομα του ποταμού της Μαυροζούμενας που βρίσκεται λίγο βορειότερα του χωριού. Βαλύρα, επίσης, είναι το νεότερο όνομα που απέκτησε και αυτός ο οικισμός, το 1827, σε αντικατάσταση του παλαιού που ήταν Τζεφεραμίνι ή Τζεφερεμίνι ή Τζεφερέμενι11. Με το όνομα αυτό περιλαμβάνεται στους βενετικούς καταλόγους απογραφής του Αρχείου του Francesco Grimani, του 1700 12. Η ονομασία αυτή πρέπει να προέρχεται από το τουρκικό όνομα Τζαφέρ- Εμίν, όνομα που σημαίνει ο υπασπιστής του Τζαφέρ, Οθωμανού αξιωματούχου που είχε κτήματα στην περιοχή, όπως μας επιτρέπει να υποθέσουμε το τοπωνύμιο. Αναπόφευκτα μας έρχεται στο νου ένας Τζαφέρ Πασάς, το όνομα του οποίου διατηρεί ένας από τους προμαχώνες του φρουρίου της Πύλου, του Νιόκαστρου. Καμιά άλλη γραπτή μαρτυρία για την ονομασία ή την παρουσία του χωριού στα ύστερα ή στα βυζαντινά χρόνια δεν μπορέσαμε μέχρι στιγμής να εντοπίσουμε. Οι αρχαιολογικές όμως μαρτυρίες για τη θέση αυτή υπήρξαν περισσότερο εύγλωττες.

Εικ.4: Άι Βλάσης, Βαλύρα

 Στη νότια είσοδο του χωρίου, ανατολικά του δρόμου της Μεσσήνης, στην ιδιοκτησία I. Θεο- δωρακόπουλου, βρίσκεται μικρός ερειπωμένος ναΐσκος, που σήμερα είναι γνωστός ως η εκκλησία του Αγίου Βλασίου13. Σώζεται μέχρι το ύψος των τόξων των παραθύρων, επιχωμένος εσωτερικά. Φέρει ισχυρές ρωγμές και έχει απόκλιση από την κατακόρυψο (Εικ.4). Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του μονόχωρου τρουλαίου ναού. Είναι τρίκογχος σε κάτοψη, μέγ. διαστ. 7,60 X 8,70 μ. και ορθογώνιου πυρήνα, διαστ. 5,60 X 4 μ., με ευθύγραμμη τη δυτική πλευρά που διατηρείται ελάχιστα και στην οποία υπήρχε η είσοδος. Έχει η μικυκλικές κόγχες στο μέσον των οποίων ανοίγεται από ένα μονόλοβο παράθυρο εκτός της ανατολικής, το παράθυρο της οποίας είναι δίλοβο.
 Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμό του από πλίνθινα στοιχεία διαφορετικών μεγεθών και σχημάτων, που αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό του. Περιλαμβάνονται ζώνες με τριγωνικά πλακίδια, με ορθογώνια αβάκια και συνδυασμούς αυτών, με πλίνθους πεταλόσχημες και κυκλικές, με φιαλοστόμια και οδοντωτές ταινίες κτλ.
 Η μελέτη και η συγκριτική έρευνα των στοιχείων έδειξαν ότι το μνημείο ανήκει στην ύστερη βυζαντινή περίοδο14. Στο μνημείο έχει αναφερθεί και ο καθηγητής Γ. Δημητροκάλλης, ο οποίος το χρονολόγησε στον 11ο αιώνα15. Στη Βαλύρα, επομένως, μόνον η αρχαιολογική τεκμηρίωση επιβεβαιώνει την ύπαρξη προγενέστερης της τουρκοκρατίας εγκατάστασης -ίσως όχι απαραίτητα οικισμού- των ύστερων βυζαντινών χρόνων16.

Εικ.4: Άι Βλάσης, Βαλύρα

  Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η θέση της Βαλύρας γειτνιάζει με σημαντικά χωρία και μνημεία της βυζαντινής περιόδου, πριν και μετά τη φραγκοκρατία, όπως με το ναό της Σαμαρίνας στην Ελληνοκκλησιά, το γειτονικό Ανδρομονάστηρο (το κάστρο της Ανδρούσας), την παλιά μονή Βουλκάνου, τη σημαντική Μεσσήνη, καθώς και με τις βυζαντινές θέσεις στην ανατολική όχθη του Πάμισου, τον Αγιο Φλώρο, τη Σκάλα, το Πήδημα, την Ανθεια, την Αίπεια.

Γ. 
 Η τρίτη θέση βρίσκεται στην Πύλο, στο χώρο του Νέου Ναβαρίνου ή Νιόκαστρου. Οι ανασκαφικές και αναστηλωτικές εργασίες που διεξήχθησαν στο διάστημα 1982-1985 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία διά της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, για τη δημιουργία Κέντρου Υποβρυχίων Ερευνών17, έφεραν στο φως ευρήματα που δίνουν μια άλλη διάσταση στα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία.

 Το Νιόκαστρο κτίσθηκε από τους Οθωμανούς το 1537, δυο χρόνια μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, σε τόπο που φέρεται ως ακατοίκητος μέχρι τότε, με σκοπό τη φύλαξη της νότιας εισόδου του κόλπου του Ναβαρίνου, και στέγασε το δημιουργηθέντα ομώνυμο οικισμό του Νέου Ναβαρίνου. Η τύχη του ακολούθησε τις ιστορικές συγκυρίες του τόπου, πέρασε στους Ενετούς στη Β' Ενετοκρατία και επανήλθε στους Τούρκους μέχρι την Επανάσταση του 1821 και την οριστική απελευθέρωση, το 1827, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Μέσα στο κάστρο και στο χώρο της ακρόπολης βρέθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα κτιρίων που προϋπήρχαν του φρουρίου. Κατά τη διάρκεια πλαπόστρώσης της εσωτερικής αυλής της ακρόπολης, ανασκάφηκε κτιριακό συγκρότημα (Εικ.5), δύο τουλάχιστον οικοδομικών φάσεων, μεγάλης σχετικά έκτασης, που εκτεινόταν ΒΑ., και στον εσωτερικό χώρο της ακρόπολης, από την πύλη προς το βορειοδυτικό προμαχώνα (προμαχώνας V), περί τα 15μ. μήκος. Η τοιχοποιία του είναι αργολιθοδομή με πολύ ισχυρό ασβεστοκονίαμα.
 Παρόμοια τοιχοποιία παρουσιάζει δίδυμος τοίχος, συμπαγής -κτισμένος με αργούς λίθους και με ισχυρό ασβεστοκονίαμα- που εντοπίστηκε (και αποτυπώθηκε) κάτω από το υπάρχον κτίριο που λειτουργεί ως φυλάκιο εισόδου παρά την πύλη της ακρόπολης. Επίσης, λείψανα κτιρίου με δάπεδο από πήλινες πλάκες ανασκάφηκε μπροστά και κάτω από την πύλη της ακρόπολης, προς τα ΒΔ. της πύλης. Στην εσωτερική γωνία του προμαχώνα V της ακρόπολης, ενσωματωμένος στην τοιχοποιία του, σώζεται, ορατός μέχρι σήμερα, τοίχος ισχυρός, ύψ. 2μ. περίπου.

 Πρόκειται για τη γωνίωση μεγάλου τοιχίου που αποτελείται από μεγάλους πωρόλιθους, με πλίνθους στα διάκενα και συνδετικό κονίαμα από κουρασάνι, σε αμελές πλινθοπερίκλειστο σύστημα και με προσθήκες μεταγενέστερου κονιάματος με πλίνθους.
 Τα κτιριακά ανασκαφικά λείψανα έχουν ελαφρώς διαφορετικό προσανατολισμό από τους τοίχους της ακρόπολης, δεν έχουν σχέση με αυτούς και εν μέρει χρησιμοποιήθηκαν στην υποθεμελίωση του κάστρου. Σε περιπτώσεις ικανού ύψους ενσωματώνονται στην τοιχοποιία εσωτερικά. Από την έρευνα που έγινε, φάνηκε ότι δεν ανήκουν στον ανατιναγμένο προμαχώνα του 1686 κατά την πολιορκία και την κατάληψη του κάστρου από τους Ενετούς, διότι δεν έχουν ίδιο ανάπτυγμα με αυτό της ακρόπολης ούτε την ίδια διεύθυνση.
 Τα λίγα κινητά ευρήματα δεν βοηθούν στην ακριβή χρονολόγηση της ανασκαφής, αλλά είναι σαφές ότι πρόκειται για κάποια εγκατάσταση, πριν από την ανοικοδόμηση του κάστρου. Ο ενσωματωμένος τοίχος στον προμαχώνα V και τα περισυλλεγέντα κινητά ευρήματα συνηγορούν για χρόνους βυζαντινούς και μάλιστα πρώιμους.
 Στο Νιόκαστρο, μεταξύ άλλων, περισυνελέγησαν και αρκετά ανάγλυφα αρχιτεκτονικά μέλη, που βρέθηκαν εντοιχισμένα σε νεωτερικές κατασκευές της ακρόπολης, οι οποίες καθαιρέθηκαν, ή στον ευρύτερο χώρο του κάστρου. Όλα ήταν σε β' χρήση ως δομικό υλικό, γι’ αυτό και διατηρούνται πολύ αποσπασματικά. Εν τούτοις δεν θεωρούμε ότι προέρχονται από «λατόμευση» κάποιου σχετικά γειτονικού ή και απώτερου αρχαιολογικού χώρου (π.χ. Μεθώνη, σε απόσταση 12 χλμ., Παλαίκαστρο, σε απόσταση 10 χλμ.). Η πέτρα που χρησιμοποιήθηκε είναι ο ντόπιος ασβεστόλιθος και ο πωρόλιθος προέρχεται από το παλιό λατομείο, ίχνη του οποίου διακρίνονται πάνω από την εκκλησία της Παναγίας, στη δυτική πλευρά του φαραγγιού που διασχίζει την Πύλο. Από αυτά τα αρχιτεκτονικά μέλη ενδιαφέροντα είναι τα κομμάτια που χρονολογήσαμε στη βυζαντινή περίοδο και πιστεύουμε ότι συνανήκουν στην πρώιμη χρήση του χώρου. Παρουσιάζονται πέντε:
1. Τμήμα θωρακίου (Εικ.6), με την πυκνή μορφή αναγλύφου, που συνηθίζεται στο 12ο αιώνα. Παρόμοιο με επιστύλια του Μουσείου Θηβών και με θωράκια της Μικρής Μητρόπολης.
2. Απότμημα επιθήματος με την κύρια λοξότμητη επιφάνεια κοσμημένη με ισοσκελή σταυρό και τετράφυλλα. Τεχνοτροπικά και θεματολογικά εντάσσεται στον 11ο- 12ο αιώνα. Η οπίσθια όψη από μεταγενέστερη χρονικά χρήση -ταφικού χαρακτήρα- διατηρεί σε εγχάρακτη tabula ansata τη χρονολογία 1746 και σε μία μικρότερη από κάτω τα γράμματαΑΣΓ.
3. Απότμημα επικράνου (Εικ.7). Η τεχνική και το θέμα της ανάγλυφης διακόσμησής του είναι της παλαιολόγειας περιόδου. Παράλληλα παραδείγματα στη γλυπτική του Μυστρά και ειδικότερα στο διάκοσμο της Αγίας Σοφίας.
4. Απότμημα επιθήματος με θεματολόγιο και τεχνική του 10ου- 11ου αιώνα.
5. Απότμημα κοσμήτη, εποχής φραγκοκρατίας.


Σε ολόκληρο το χώρο του κάστρου -και εκτός της ακρόπολης- βρέθηκαν αστρωματογράφητα πολλά όστρακα κεραμικής βυζαντινών και κυρίως μεταβυζαντινών χρόνων, ήτοι εφυαλωμένη κεραμική του 13ου έως και του 16ου αιώνα, αλλά και μεταγενέστερη έως και του 19ου αιώνα. Επίσης, νομίσματα από τα υστέρα ρωμαϊκά χρόνια έως και τη Β' Ενετοκρατία, καθώς και άλλα υστέρα ευρήματα από τον οικισμό που διατηρήθηκε μέσα στο κάστρο μέχρι το 19ο αιώνα.
 Ο προσδιορισμός του ανασκαφικού ευρήματος και του συνόλου των στοιχείων είναι σημαντικός για το χώρο. Πρόκειται πιθανόν για κάποιο μικρό οχυρό στην καίρια αυτή γεωγραφική θέση ή κάποιο εκκλησιαστικό κτίσμα βυζαντινής εποχής, για το οποίο η έρευνα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί18.
Η Μεσσηνία διατηρεί ακόμη κρυμμένες πολλές αρχαιότητες, μυστικές πηγές και απρόσμενες αναγνώσεις για την ιστορική της φυσιογνωμία και τη διαδρομή της ανά τους αιώνες, και δημιουργεί την πρόκληση και πρόσκληση μαζί, για μια συστηματική και εμπεριστατωμένη έρευνα.

ΑΡΙΣΤΕΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ-ΣΠΟΝΔΥΛΗ
Νέες θέσεις στη βυζαντινή Μεσσηνία: Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία της περιοχής*


Α' ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΝΟΤΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

* Παρουσιάζεται περιορισμένο το κείμενο της ανακοίνωσης με την προσθήκη μικρού αριθμού παραπομπών.
Η μελέτη για τα μνημεία των θέσειον Μεταμόρφωσης και Βαλύρας έχει ήδη ολοκληρωθεί από τον αρχαιολόγο Κ. Τσουρή και την υπογράφουσα και έχει δημοσιευθεί στο ΑΔ 47-48 (1992-1993), Μελέτες, 269-292, με τον τίτλο «Δύο βυζαντινές εκκλησίες στη Μεσσηνία». Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τους: Α. Λαμπροπούλου, Αιμ. Μπακούρου, Κ. Αντωνάκο, Ν. Στεφάνου, Σ. Μπουτοπούλου, Αγ. Πολλάτο, Ηλ. Κούβελα. Επίσης, τον επίτιμο Έφορο Αρχαιοτήτων Γ. Παπαθανασόπουλο και τον αρχαιολόγο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων Ηλ. Σπονδύλη, ανασκαφέα του Νιόκαστρου στην περίοδο αυτή.
1. Περ. Μεσσηνιακά, 1968, 202.
2. Κ. Ντόκου, Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδο της Β' Ενετοκρατίας, BNJ 21 (1971-1974), 137.
3. Ε. Gerland, Neue Quellen zur Geschichte des lateinischen Erzbistums Patras, Leipzig 1903, 236.
4. J. Lognon - P. Topping, Documents sur la principauté de Morée au XVIVe s., Paris 1969, 253. A. Bon, La Morée franque, Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté dAchaïe (1205-1430), Paris 1969, 430.
5. J.F. Haldon, Constantine Porphyrogenitus. Three Treatises on Impérial Military Expéditions, Wien 1990,216. Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis II, 1382 (16881), επανέκδ. 1958.
6. Τοπωνύμια κύριων ονομάτων, που συνηθίζονται στη βυζαντινή περίοδο, διασώζονται ακόμη στην περιοχή, όπως το χωριό «του Ρωμανού» - που σήμερα οι επίσημες πινακίδες το άλλαξαν σε «Ρωμανός»- και το χωριό «του Χανδρινού», θέσεις βυζαντινές και τα δύο, στην άμεση περιφέρεια του Σκάρμηγγα.
7. D.A. Zakythinos, Le Despotatgrec de Morée, I-II, édition revue et augmentée par Chr. Maltézou, Variorum Reprints, London 1975, 251-252 και σποραδικά.
8. Bon, ό.π., σποραδικά.
9. Για τη λύση που προτείνεται στην κάλυψη του ναού, καθώς και για την ακριβή χρονολόγησή του, βλ. Α. Καββαδία-Σπονδύλη -Κ. Τσουρής, Δύο βυζαντινές εκκλησίες στη Μεσσηνία, Ad 47-48 (1992-1993), Μελέτες, 269-292.
10. Ό.π. A. Blouet, Expédition Scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français, 1,1831,19, πίν. 8/11.
11. Ό.π. (υποσημ. 1).
12. B. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοπόννησον, 13ος- 18ος αι., Αθήνα 1985,231 κ.ε., 257.
13. Καββαδία-Σπονδύλη-Τσουρής, ό.π., 269-278.
14. Ό.π., 298. Οι μελετητές ορίζουν με ακρίβεια τη χρονολόγηση του ναού, στην οποία οδηγήθηκαν ύστερα από ενδελεχή έρευνα.
15. Γ. Δημητροκάλλης, Ο τρουλλοκάμαρος ναός του Αγ. Παντελεήμονος Πόλιανης Μεσσηνίας, 14ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Πρόγραμμα και περιλήψεις εισηγήσεων και ανακοινώσεων, Αθήνα 1994, 9.
16. Επίφαση αυτού αποτελεί η ύπαρξη σε κοντινή απόσταση από τον Άγιο Βλάσιο, άλλης εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία, βυζαντινών χρόνων. Ο ναός που είναι καταγεγραμμένος από την αρμόδια Εφορεία,
αλλά αδημοσίευτος, μπορεί να αναχθεί σε παλαιότερους ακόμη χρόνους, μάλλον μεσοβυζαντινούς, γεγονός που μετατοπίζει τα χρονικά όρια εγκατάστασης στη θέση αυτή οπούς μεταβυζαντινούς χρόνους.
17. Για την ιστορία του μνημείου, αλλά και για τις εργασίες στο κάστρο από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, βλ. Κ. Andrews, Castles ofMorea, Amsterdam 1978 (επανέκδ.), 49-57 και Ηλ. Σπονδύλης, Το Νιόκαστρο, Αφιέρωμα Πύλος- Ναυαρίνο, Επτά Ημέρες (ένθετο εφημ. Η Καθημερινή), 2-10-1994.
18. Τα αποτελέσματα αυτής πρόκειται να δημοσιευθούν από την υπογράφουσα και τον αρχαιολόγο Ηλία Σπονδύλη.






Printfriendly