.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Αρχαίες Θαλάμες: Επιγραφή από τον βωμό του Διός Καβάτα


Η Επιγραφή

Τμῆμα κυβολίθου ἀπὸ μάρμαρο. Σώζεται ἀκέραιο μέρος τῆς ἄνω πλευρᾶς, ὅπου ὑπάρχει κοιλότητα πλάτους 0.30μ. προφανῶς γιὰ τὴν ἐναπόθεση προσφορῶν.
Δεξιά, ἀριστερὰ καὶ κάτω ὁ λίθος εἶναι ἀποκεκρουμένος. Στὸ κάτω δεξιὸ μέρος τῆς ἐνεπίγραφης ἐπιφάνειας ὑπάρχει στρογγυλὴ ὀπή (μὲ διάμετρο 0.065 καὶ βάθος 0.025μ.) ἀπὸ τὴ δεύτερη χρήση τοῦ λίθου ὡς κατωφλιοῦ.
Βρέθηκε τὸ 1868 ἀπὸ τὸν Ἀθ. Πετρίδη στὸ χωριὸ Κουτίφαρη (ὅπου τοποθετεῖται ἡ πόλις τῶν Θαλαμῶν, βλ. παρακάτω). Φυλάσσεται στὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο Μεσσηνίας μὲ ἀρ. εὑρ. 6327 (εἰκ.1-2). 
Ὕψος (μέγ. σωζ.): 0.765μ., πλ. (μέγ. σωζ). 0.49μ., πάχ. (μέγ. σωζ.) 0.19μ. 
Ὕψος γραμμ. 0.04 (ΔΙΟΣ)- 0.07μ. (Λ, Ε).
Δεξιὰ καὶ πλαγίως τοῦ κειμένου τῆς ἐπιγραφῆς διακρίνονται τὰ γράμματα ΔΟ ΧΒΧ ὕψ. 0.35- 0.30μ., ἀμελῶς χαραγμένα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ τὴν ἐπιγραφὴ καὶ εἶναι κατὰ τὴ γνώμη μου ἀβέβαιης χρονολόγησης καὶ αἰτιολόγησης. Ἐκδ. Ἀθ. Πετρίδης, Πανδώρα 19(1868)337-338. E. S. Forster, BSA 10(1904)171-172, ἀρ. 14. IG V 1, 1316.
Πρβλ. R. Meister, Ber. Sächs. Gesellsch. d. Wiss. Phil.-hist. Κlasse 1905, 281, ἀρ. 1. M. Nillson, Griechische Feste von religiӧser Bedeutung, Leipzig 1906, 473. F. Solmsen, RhM 62(1907) 329κἑ. M. Nilsson, RhM 63(1908)313. A. B. Cook, Zeus: A study in ancient religion, vol. II, Cambridge 1925, 13-24. G. Vollgraff, Mededeelingen der kon. Akad., Amsterdam 1926, 243. E. Bourguet, Le Dialekte Lakonien, Paris 1927, VII, 54 [SEG11, 946]. F. Sokolowski, Lois sacrées des cités grecques (Supplément,) Paris 1962, 68, n. 30 [SEG22, 309]. E. Lupu, Greek Sacred Law, Boston 2005, doc. 1, 130–131.
Ἀρχὲς -5ου αἰ. 
Διὸς Καβάτα.
πέμποι
ϝέτει
θύεν·
5 Λεhίον
Γαιhύλο
Μτφρ.: Τοῦ Διὸς Καβάτα. Νὰ τελεῖται θυσία κάθε πέντε χρόνια. Λησίων Γαισύλου.



Κριτικὸ ὑπόμνημα

1 Καβα Πετρίδης || 2 πέμπο Πετρίδης· πέμπτοι (τὸ Τ μικρότερο, χαραγμένο μεταξὺ δύο γραμμάτων) Forster παρὰ Nilsson (Gr. Feste 473) || 4 φύεν Πετρίδης || 5 ΛΕΕΙΟ Πετρίδης· [?ἱ] λήhιον = ἱλήσιον Forster· [ἀ]λέhιον = ἀλήσιον˙ Nilsson (βλ. παρακάτω τὸν σχολιασμό)· Λεhίoν (= Λησίων) Ματθαίου || 6 ΓΑΙΕ./..Λ../ Πετρίδης; Γᾶι? Forster “I can make nothing of the second half of this line: it is doubtful whether the fourth letter is Θ or B. The fifth letter seems to be Υ, but this is shown to be improbable by the undoubted V of. l. 4. The last two letters seem to be ΛΟ” · Γαιβόλο[ι] (ἐπίθετον τοῦ Διός) Forster (Gr. Feste 473)· Γαιαβόλοι Solmsen· ΓαιFόχοι (ἐπίθετον τοῦ Διός) Meister· γαιᾶχο[ν] Nilsson· Γαιhύλο Kolbe.

Σχολιασμός

Ὁ στίχος 1 ἔχει χαραχθεῖ λίγο δεξιότερα ἀπὸ τοὺς στίχ. 2-4. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς στίχ. 5-6. Φαίνεται πὼς ὁ χαράκτης ἤθελε νὰ δημιουργήσει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τρεῖς ἑνότητες: ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ γιὰ τὸν ὁποῖο ἱδρύεται ὁ βωμός, ἡ δεύτερη τὸν ἱερὸ νόμο καὶ ἡ τρίτη τὸν ἱδρυτὴ τοῦ βωμοῦ.
1 Καβάτα= Καταβάτα. Στὴ λακωνικὴ διάλεκτο ἡ πρόθεση κατά ὑφίσταται ἀποκοπὴ τῆς συλλαβῆς -τα πρὶν ἀπὸ τὰ ὀδοντικὰ σύμφωνα, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ κ, π, β, μ1, π.χ. καβαίνων= καταβαίνων [Ἀλκμάν, fr. 18 (38B, 36D)], κάβασι= κατάβηθι, κάβλημα= κατάβλημα (Ἡσύχ.). Παρομοίως καὶ ὁ τύπος Καβάτας ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸ Καταβάτας2. Ἐνῶ τὸ φαινόμενο εἶναι γνωστὸ ἀπὸ φιλολογικὲς μαρτυρίες, ἐπιγραφικῶς μαρτυρεῖται πρώτη φορὰ στὴ Λακωνία. Ὁ τύπος Καβάτας θεωρεῖται ἐπιβίωση τῆς προδωρικῆς διαλέκτου στὴ Λακωνία, καθὼς τὸ ἴδιο φαινόμενο τῆς ἀποκοπῆς τῆς προθέσεως παρατηρεῖται καὶ στὴν ἀρχαία ἀρκαδο-κυπριακὴ διάλεκτο ἐπικρατοῦσα σὲ ὅλη τὴν Πελοπόννησο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν Δωριέων3.
2 πέμποι= πέμπτωι. Ὁ τύπος εἶναι ἀμάρτυρος, πρβλ. ὅμως τὸ αἰολικὸ πέμπε καὶ τὶς λέξεις πεμπ-άς, πεμπ-άζω (βλ. LSJ9 s.v.).
 Σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή, ἔπρεπε νὰ τελεῖται θυσία στὸ ἱερὸ τοῦ Διὸς Καβάτα κάθε πέντε χρόνια. Ἡ πενταετηρὶς αὐτὴ προσφορὰ συνδέθηκε ἀπὸ μελετητὲς τῆς ἐπιγραφῆς μὲ τὴν πανελλήνια ἑορτὴ τοῦ Διὸς στὴν Ὀλυμπία καὶ θεωρήθηκε ἀναφορὰ σὲ αὐτήν4. Τὸν συσχετισμὸ ἐνισχύει καὶ ὁ ἱερὸς νόμος τῶν μέσων τοῦ -5ου αἰ. ἀπὸ τὸν Σελινοῦντα τῆς Σικελίας, ὅπου στοὺς στίχ. 7-8 ἀναφέρεται ὅτι οἱ θυσίες θὰ πρέπει νὰ τελοῦνται κάθε πέμπτο ἔτος, ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖο τελοῦνταν καὶ ἡ Ὀλυμπιάδα5.
5 Ὁ Forster συμπλήρωσε [?ἱ]λήhιον= ἱλήσιον= θυσία μὲ ἐξευμενιστικὸ χαρακτήρα (propitiatory offering). Ὁ Nilsson, τὸν ὁποῖον ἀκολούθησαν καὶ οἱ ἄλλοι μελετητές, συμπλήρωσε []λέhιον= ἀλήσιον= πᾶν τὸ ἀληλεσμένον (Ἡσύχ.), θεωρώντας ὅτι μετὰ τὸ θύεν τοῦ προηγούμενου στίχου θὰ ἀναγραφόταν τὸ εἶδος τῆς προσφορᾶς πρὸς τὸν θεό. Ἡ αὐτοψία τοῦ λίθου ἔδειξε ὅτι τὸ κείμενο σὠζεται ἀκέραιο. Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ Λ τῆς λ. λεhίον δὲν ὑπάρχει ἄλλο γράμμα, ἀλλὰ χῶρος ἀνεπίγραφος 7 ἑκ. Τὴ διαπίστωση αὐτὴ καὶ τὴ νέα ἀνάγνωση τοῦ στίχου ἔκανε ὁ Ἄγγελος Π. Ματθαίου. Ἡ λέξη εἶναι χαραγμένη λίγο δεξιότερα ἀπὸ τοὺς προηγούμενους στίχους, ὅπως καὶ ἐκείνη τοῦ ἑπόμενου στίχου, Γαιhύλο (βλ. παραπάνω). Ἄλλωστε, δὲν ὁρίζεται πάντοτε τὸ εἶδος τῆς προσφορᾶς στοὺς ἱεροὺς νόμους6. 
Λεhίον= Λησίων· εἶναι κύριο ἀρσενικό ὄνομα, στὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται τὸ φαινόμενο τῆς δωρικῆς δάσυνσης τοῦ σ μεταξὺ φωνηέντων7. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸ ὄνομα ἀπαντᾶ στὴν Πελοπόννησο. Γνωρίζουμε μόνο τὸ ὁμόρριζο Λησίας ἀπὸ ἐπιγραφὴ τοῦ -2ου αἰ. ἀπὸ τὴ Μεγαλόπολη Ἀρκαδίας (LGPN III.A s.v.).
6 Γαιhύλο= Γαισύλο· εἶναι τὸ πατρωνυμικὸ τοῦ Λησίωνος. Τὰ τρία πρῶτα γράμματα τοῦ ὀνόματος εἶναι εὐκρινῆ, τὰ τρία ἑπόμενα διακρίνονται μὲ δυσκολία.
Τὸ ὄνομα, ὅπως παρετήρησε ὁ Kolbe ποὺ τὸ ἑρμήνευσε, μαρτυρεῖται στὸν Πλούταρχο, Δίων 49: Γαισύλῳ τῷ Σπαρτιάτῃ.



Τὸ εἶδος τοῦ μνημείου

Ὁ ἐνεπίγραφος λίθος ἀνῆκε σὲ βωμὸ τοῦ Διὸς Καβάτα. Βωμοὶ τοῦ Διὸς Καταιβάτου εἶναι γνωστοὶ ἀπὸ τὴ Μῆλο, τὴ Θάσο, τὴ Θήρα, τὴ Ρόδο, τὴ Ροδιακὴ Περαία στὴν Καρία ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Ὀλυμπιεῖον, τὴν Ἀκρόπολη καὶ τὸ Ἀσκληπιεῖον τῶν Ἀθηνῶν8. Στὰ μνημεῖα αὐτὰ τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπίθετο τοῦ θεοῦ ἀναγράφονται στὸν πρῶτο στίχο τῆς ἐπιγραφῆς σὲ γενική πτώση, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὴν λέξη βωμός ποὺ παραλείπεται9. Σπανιότερα, ἡ λέξη βωμός ἀναγράφεται, ὅπως:
1. Στὸν βωμὸ τοῦ Διὸς Ἐλαστέρου ἀπὸ τὴν Πάρο τοῦ -5ου αἰ. (IGXII 5,1027): Βωμὸς Διὸς Ἐ[λαστέ]|ρο, τῶν ἀπὸ Μ[αν]δρο|θέμιος· μέλιτι σπένδεται.
2. Στὸν βωμὸ τῆς Ἀθηνᾶς Νίκης τῶν μέσων τοῦ -6ου αἰ. ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη (IG Ι3 596): τες Ἀθε[ναίας]| τες Νίκες | βομός| Πατροκλες | ἐποίεσεν.
Ἡ Γενικὴ πτώση δηλώνει τὸ μνημεῖο ποὺ ἀνήκει στὴν θεότητα, τὸ ὁποῖο ἵδρυσε κάποιος ἰδιώτης, ὅπως ἐδῶ (βλ. καὶ IG I3 596). Τὸν βωμὸ τοῦ Διὸς Καβάτα ἵδρυσε καὶ ἀνέθεσε ὁ Λησίων Γαισύλο, ἴσως στὸν τόπο, ὅπου ἔπεσε κεραυνός (βλ. παρακάτω).

Ἡ λατρεία τοῦ Διὸς Καταιβάτου

 Οἱ ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες πού σώζονται σχετικὰ μὲ τὴ λατρεία τοῦ Διὸς Καταιβάτου χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸν -5ο αἰ. ἕως τὸν +1ο αἰ.10. Ἡ ἀναφορὰ κάποιων ἀπὸ αὐτὲς σὲ ἄβατον ἢ ἄδυτον τοῦ θεοῦ, ὅπου δὲν ἦταν ἐπιτρεπτὴ ἡ εἴσοδος, δηλώνει τὴ χθόνια φύση αὐτῆς τῆς μορφῆς τοῦ Διός (βλ. σημ.9, IG II2 4964, 4965). Ἱερὰ τοῦ Διὸς Καταιβάτου ἱδρύονταν κυρίως στὴν ὕπαιθρο11, σὲ τόπους ὅπου ἤλαυνε ὁ κεραυνός. Oἱ τόποι αὐτοὶ ὀνομάζονταν ἐνηλύσια ἢ ἠλύσια12.
 Ὁ Cook ταύτισε τὸν Καταιβάτη μὲ τὸν Κραταιβάτη13, ἐπίθετο τοῦ Διός, τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖται ἅπαξ σὲ ἀνάγλυφη στήλη, ποὺ βρέθηκε στὴν Ἀργολίδα (IGIV 669: Διὸς Κραταιβάτα). Τὸ ἀνάγλυφο παριστᾶ τὸν Δία στὸν τύπο τοῦ Καταιβάτου, δηλαδὴ μὲ τὸν κεραυνὸ στὸ δεξί του χέρι καὶ προτεταμένο τὸ ἀριστερό. Τὸ ἐπίθετο Κραταιβάτης ἑρμηνεύτηκε ὡς λάθος τοῦ χαράκτη ἢ ὡς σκόπιμη παράφραση τοῦ Καταιβάτου. Ἡ δεύτερη ἐκδοχὴ φαίνεται πιθανότερη καὶ λόγω τῆς παράστασης τοῦ ἀναγλύφου τῆς στήλης καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐπίθετο κραταιός, τόσο στὸν Ὅμηρο ὅσο καὶ στὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα, ὅπου ἀπαντᾶ14, ἀναφέρεται στὴ Μοῖρα καὶ στὸ ἀναπόδραστο τοῦ θανάτου. Ἑπομένως, τὸ ἐπίθετο ἀποδίδει τὴ χθόνια φύση τοῦ θεοῦ15.



Ὁ τόπος εὑρέσεως τῆς ἐπιγραφῆς καὶ ἡ ἱστορία τοῦ μνημείου

 Ὁ λόγιος Ἀθ. Πετρίδης ἐντόπισε τὸ 1868 τὸ μνημεῖο ἀκέραιο στὰ θεμέλια τοῦ σχολείου τῆς κοινότητας Κουτίφαρι ἢ Κουτίφαρη τῶν Θαλαμῶν. Γιὰ τὸν τόπο εὑρέσεως σημειώνει16: «Παρὰ τῷ χώρῳ, ἐν ᾧ τὸ Μαντεῖον τῆς Ἰνοῦς ὑπῆρχε17, πρό τινος ᾠκοδομήθη Δημοτικὸν Σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συχνάζουσιν οἱ παῖδες Κουτίφαρης, Λαγκάδος καὶ τινων «ξωμονίων». Γινομένης δὲ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ σχολείου, ὅτε καὶ ὑλικὸν ἀνεσκάπτετο ἐκ τοῦ χώρου τοῦ ἱεροῦ, ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἑπομένης ἐπιγραφῆς, ἥτις διαφυλάττεται μέσα εἰς τὸ σχολεῖον».
Ὁ Πετρίδης ἀνέγνωσε πέντε ἐπιγραφές, χαραγμένες, ὅπως σημειώνει, σὲ δύο πλευρὲς τοῦ μνημείου:
Πλευρὰ Α: Ἱερὸς νόμος ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς (IGV1, 1316) (σχ.1) καὶ κατάλογος ὀνομάτων τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων (IGV1, 1317a).
Πλευρὰ Β: Δύο ψηφίσματα τῆς πόλεως τῶν Θαλαμῶν (IGV1, 1312 fr.α, b) τοῦ -3ου αἰ. καὶ κατάλογος θιασωτῶν τοῦ +2ου αἰ. (IGV1, 1315).

 Ἡ πλευρὰ Α σώζει τὴν ἀρχαιότερη ἐπιγραφὴ ποὺ χαράχτηκε στὸν λίθο, τὸν ἱερὸ νόμο ποὺ ὁρίζει τὶς θυσίες πρὸς τιμὴν τοῦ Διὸς Καβάτα καὶ χρονολογεῖται στὶς ἀρχὲς τοῦ -5ου αἰ. Πολὺ ἀργότερα, ὁ λίθος χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴ χάραξη νέων ἐπιγραφῶν. Ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τοῦ Πετρίδη φαίνεται ὅτι ὁ ἱερὸς νόμος χαράχτηκε στὸ δεξιὸ ἄκρο τῆς ἐνεπίγραφης ἐπιφανείας, γεγονὸς παράδοξο, ἀφοῦ ἡ πρώτη ἀναγραφὴ θὰ ἔπρεπε νὰ καταλαμβάνει τὸ μέσον τῆς ἐπιφανείας.
 Λίγα χρόνια μετὰ τὴ δημοσίευση τοῦ Πετρίδη, οἱ Ph. Le Bas-Waddington18 καὶ ὁ Ρ. Foucart19 δημοσίευσαν χωριστὰ τὸν κατάλογο ὀνομάτων τῆς πλευρᾶς Α (=IGV1, 1317a) καὶ χωριστὰ τὴν πλευρὰ Β (=IGV1, 1312, 1315), ἀναφέροντας διαφορετικὸ τόπο εὑρέσεως, τὴν Κουτήφαρη (Θαλάμες) γιὰ τὴν πλευρὰ Α καὶ τὴν Καρδαμύλη γιὰ τὴν πλευρὰ Β20. Μνημονεύουν τὴ δημοσίευση τοῦ Πετρίδη καὶ ἀπὸ τὰ σχόλιά τους προκύπτει ὅτι στὴν ἐποχή τους ὑπῆρχαν δύο λίθοι: ἕνας ποὺ ἔσωζε τὸν ἱερὸ νόμο καὶ ἕνας δεύτερος ποὺ ἔσωζε τὴν πλευρὰ Β (κατὰ Πετρίδη) καὶ τὸ ἄλλο μισὸ τῆς πλευρᾶς Α (κατὰ Πετρίδη).
 Στὴ συνέχεια, ὁ Forster21 δημοσίευσε τὸν ἱερὸ νόμο τῆς πλευρᾶς Α, ἀναφέροντας ὡς τόπο εὑρέσεως τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ σχολείου τῶν Θαλαμῶν, καθὼς καὶ τὴν πλευρὰ Β, σημειώνοντας ὅτι βρέθηκε ἐντοιχισμένη σὲ κατάστημα λίγο νοτιότερα τῆς μεγάλης πηγῆς τοῦ χωριοῦ. Ὁ Forster ἀγνόησε τὴν πληροφορία τοῦ Πετρίδη ὅτι εἶχε ἀναγνώσει ὅλες τὶς ἐπιγραφὲς στὶς πλευρὲς ἑνὸς λίθου.
 Τὸ 1913 ὁ G. Kolbe δημοσίευσε στὶς IGV1 τὴν πλευρὰ Β ἀπὸ ἔκτυπο τοῦ Prott, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸ θραῦσμα ἐντοιχισμένο ὡς ὑπέρθυρο στὴν οἰκία τοῦ Π. Γαϊτάνου στὶς Θαλάμες. Εἶναι ἄραγε ἡ οἰκία αὐτὴ τὸ κατάστημα, ὅπου τὴν εἶδε ὁ Forster λίγα χρόνια πρίν; Ὁ Kolbe δημοσίευσε καὶ τὸν ἱερὸ νόμο ποὺ φέρει ἡ πλευρὰ Α, τὸν ὁποῖο ἐντόπισε στὸν χῶρο, ὅπου κάποτε ὑπῆρχε σχολεῖο, στὸ σημεῖο δηλαδὴ ποὺ εἶδε τὸν λίθο ὁ Πετρίδης. Μνημόνευσε τὴ δημοσίευση τοῦ Πετρίδη, χωρὶς νὰ διευκρινίσει ὅτι οἱ ἐπιγραφὲς ἦταν χαραγμένες στὸν ἴδιο λίθο. Τὴν ἄλλη ἐπιγραφὴ τῆς πλευρᾶς Α (IGV1, 1317a) τὴν δημοσίευσε ὡς ξεχωριστὸ μνημεῖο καὶ σχολίασε ὅτι ὁ Πετρίδης ἐσφαλμένα τὴν ἀπέδωσε στὸν ἴδιο λίθο μὲ τὴν πλευρὰ Α.


 Τὸ 2006 κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας μας μὲ τὴν Ἀνδρονίκη Μακρῆ στὸ Μπενάκειο Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο Μεσσηνίας, ἔχοντας λάβει τὴν ἄδεια γιὰ τὴ σύνταξη Καταλόγου τῶν ἀρχαίων ἐπιγραφῶν ποὺ φυλάσσονται σὲ αὐτό, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐνεπιγράφων λίθων εἴδαμε στὴν αὐλὴ τοῦ Μουσείου τὸν ἱερὸ νόμο τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς (πλευρὰ Α τοῦ ἀρχικοῦ λίθου). Μὲ πρωτοβουλία τῆς τότε Ἐφόρου Ξένης Ἀραπογιάννη ἡ ἐπιγραφὴ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν αὐλὴ στὸν χῶρο συντήρησης τοῦ Μουσείου, ὅπου ἀποκαταστάθηκε τὸ φυσικὸ χρῶμα τοῦ λίθου καὶ κατέστη δυνατὴ ἡ ἀνάγνωση τῆς ἐπιγραφῆς22. Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς ἔδωσε ἡ Χρύσα Σγουροπούλου, ἀρχαιολόγος τῆς ΛΗ´ ΕΠΚΑ Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων, ἡ ἐπιγραφὴ ἐντοιχίστηκε τὸν 19ο αἰ. μαζὶ μὲ ἄλλες στὴν κρήνη τοῦ οἰκισμοῦ τῶν Θαλαμῶν, κοντὰ στὸ ἐβραϊκὸ πηγάδι καὶ στὸ σημεῖο ὅπου τὴν εἶδε ὁ Πετρίδης (φωτ.3). Τὸ 1999 οἱ ἐπιγραφὲς τῆς κρήνης ἀποτοιχίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἐφορεία Ἀρχαιοτήτων καὶ μεταφέρθηκαν στὸ Μπενάκειο Μουσεῖο Καλαμάτας.


 Τὸν Μάρτιο τοῦ 2007 ἐπισκεφτήκαμε τὶς Θαλάμες μὲ σκοπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ τεμαχίου τοῦ ἀρχικοῦ λίθου, ὅπου ἦταν χαραγμένες οἱ ἐπιγραφὲς τῆς πλευρᾶς Β καὶ ὁ κατάλογος ὀνομάτων τῆς πλευρᾶς Α (IGV1, 1317a). Τὸ τεμάχιο μὲ τὶς ἐπιγραφὲς τῆς πλευρᾶς Β ἐντοπίστηκε ἐντοιχισμένο μεταξὺ δύο παραθύρων, στὸν δεύτερο ὄροφο οἰκίας, ποὺ ἀνήκει στὸν Σταῦρο Γαλέα, νοτιότερα ἀπὸ τὴ γνωστὴ κρήνη τοῦ οἰκισμοῦ (φωτ.4). Πρέπει νὰ διαπιστωθεῖ ἐὰν ἡ οἰκία Γαλέα ταυτίζεται μὲ τὴν οἰκία Π. Γαϊτάνου, ὅπου εἶχε δεῖ ὁ Prott τὴν πλευρὰ Β. Χρειάζεται ἐπίσης νὰ ἀποτοιχιστεῖ ὁ λίθος, ὥστε νὰ φανεῖ, ἄν σώζεται ἡ ἐπιγραφὴ τῆς πλευρᾶς Α (IGV1, 1317a) στὴν πλαϊνὴ πλευρὰ τοῦ θραύσματος αὐτοῦ.

ΜΑΡΙΑ Σ. ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΥ
Νέα ἀνάγνωση τοῦ Μεσσηνιακοῦ ἱεροῦ νόμου (IGV1, 1316)

1. F. Bechtel, Die griechischen Dialekte, Berlin 1921–1924, 331–332.
2. Διαφορετικὴ ἄποψη γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ἐπιθέτου Καβάτας διατυπώνει ὁ M. Vollgraff, Mededeelingen der Kon. Akad., 247–249, ὑποστηρίζοντας ὅτι Καβάτας= Εὐβάτης, ὅπου κα= εὖ, ὡς πρῶτο συνθετικὸ πολλῶν ὀνομάτων, ὅπως Εὐβάτης, Εὔβατος, ἄποψη ἡ ὁποία δὲν βρῆκε ὑποστηρικτές.
3. F. Solmsen, ὅπ. π., 332. E. Bourguet, ὅπ. π., 54–56. Ὁ συγγγραφεὺς σημειώνει ὅτι καὶ σήμερα ἐπιβιώνει στὴ Λακωνία ὁ ρηματικὸς τύπος καββαίνω ἢ καβαίνω τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς στὸν παρεφθαρμένο τύπο καμβαίνου τῆς τσακωνικῆς διαλέκτου.
4. M. Nilsson, RhM 63(1908)315. E. Bourguet, Le dialekte Lakonien, VII 54.
5. E. Lupu, Greek Sacred Law. A Collection of New Documents (NGSL), Leiden 2005, 360 καὶ ἑξῆς, ἀρ. 27, στίχ. 7–8: τõν hιαρõν hα θυσία πρὸ ϙοτυτίον καὶ τᾶς ἐχεχερίας πένπ[τοι] | ϝέτει
hõιπερ hόκα hα Ὀλυνπιὰς ποτείη.
6. Βλ. BCH 102(1978)325–331 [SEG 28, 421] (Ὀλυμπία, περ. -200).
7. F. Bechtel, ὅπ. π.320–321. C. D. Buck, The Greek Dialects, Chicago 1955, 59.
8. Μῆλος: IGXII 3, 1093, 1094: Διὸς Καταιβάτο. Θάσος: IGXII Suppl. 406: Διὸς Καταιβάτου. Θήρα: IG XII 3, 1360: Διὸς Καταιβάτο. Ρόδος: IK Rhodische Peraia, 202: Διὸς Καταιβάτα. Ἀθῆναι: IGII2 4964: [Δι]ὸ[ς Καται]βάτο· ἄβ[ατον] ἱερόν. IGII2 4965: Διὸς Κα[τα]αιβάτο[υ] ἄβατον. IG II2 4998: [Δ]ιὸς [Κ]αταιβάτου. Βλ. καὶ IG I3, 256 bis= EM 13537.
9. Ἡ ἴδια διατύπωση παρατηρεῖται καὶ σὲ βωμοὺς ἄλλων θεῶν, π.χ. Ἁλιμοῦς: W. Peek, AM 66(1941)195–196, ἀρ. 3: Ἑστίας θύειν τρεῖς ἑβδόμους [β]οῦς. Γιὰ τὴν ἐπιγραφὴ δὲν δίνει χρονολόγηση οὔτε ὁ Peek, οὔτε ὁ Sokolowski, LSSG 21. Ἀκρόπολη: IG II2 4986: Ἡρακλέως θύειν τρία μονόμφαλα (-3ος/2ος αἰ.) Πειραιεύς: IG II2 4998: Ἀρτέμιδος· ἀκολούθοι μονόμφαλα (-4ος αἰ.). Τὸν ἴδιο τύπο ἀναγραφῆς, ἀλλὰ στὸν στίχ. 3 τῆς ἐπιγραφῆς παρατηροῦμε σὲ βωμὸ ἀπὸ τὴν Χίο: Ζολώτας, Ἀθηνᾶ 20(1908)225, ἀρ. 30: Οἶνον μὴ προσφέρε[ν]˙ Μοιρέων καὶ Ζανὸς Μοιρηγέτεω (-4ος αἰ.).
10. Ἡ ἀρχαιότερη σωζόμενη ἐπιγραφικὴ μαρτυρία εἶναι ὁ ἱερὸς νόμος τῶν Θαλαμῶν ποὺ παρουσιάζεται ἐδῶ (IGV1, 1316) καὶ ἡ πιὸ ὕστερη εἶναι ὁ βωμὸς ἀπὸ τὸ Ὀλυμπιεῖον τῶν Ἀθηνῶν (IG II2 4998).
11. Βλ. Α. Π. Στεφάνου, Χιακὰ Μελετήματα Ι (1958) 33-34 καὶ Dunst, APF 16(1958)183, n.13 [SEG 17, 406], οἱ ὁποῖοι δημοσιεύουν ἐπιγραφὴ τοῦ 4oυ αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴ Χίο, τὸν ὅρον τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ζηνὸς Φαντῆρος Καταιβάτεω: Ἱερ[ὸν] Ζανὸς Φαντῆρος Καταιβάτεω˙ Εὄνικο[ς] [Σ] υρηκόσιος]. Οἱ ἐκδότες τῆς ἐπιγραφῆς λανθασμένα τὴν θεωροῦν ἐπιτύμβια. Ὅρον τοῦ ἱεροῦ τοῦ Καταιβάτου ἀπὸ τὴν Πάρο δημοσιεύει ὁ Γ. Παπαδόπουλος, Ἐπιγραφὲς Πάρου, ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΟΝ 2(2013)21-22,ἀρ.5.
12. Βλ. Πολυδ. IX41· Ἀρτεμίδωρος, Ὀνειροκρ. ΙΙ 9· Ἡσυχ. s.v. ἠλύσιον. Βλ. ἐπίσης Cook, Zeus, II 13–24, ἔργο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ ἐμπεριστατωμένη παρουσίαση τῆς λατρείας του. Βλ. REΧ 2 (1919) 2422-2461 s.v. Kataibates ἀρ.1 (Α. Adler)· RE Suppl. XV (1978) 1068, 1086.
13. Cook, Zeus, II 32. Βλ. καὶ Schwabl, RE Suppl. XV, 1978, s.v. Κραταιβάτης.
14. Βλ. Ὁμ. Β 334: Μοῖρα κραταιή· IGXII 7, 111, 289 κἄ.
15. Ἡ ἴδια αὐτὴ ἰδιότητα τοῦ Καταιβάτου ἀπαντᾶ σὲ ὕστερη ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴ Λέσβο μὲ τὸ συνώνυμο ἐπίθετο Κεραύνιος, βλ. IGXII 2, 126. Σχετικά μὲ τὴ σύνδεση τοῦ Διὸς Καταιβάτου μὲ τὸν Δία Καππώτα βλ. Ι. Ταϊφᾶκος, Δεὺς Καππώτας, Ἐν Ἀθήναις 1970, 4–13 καὶ W. Kendrick Pritchett, Pausanias Periegetes, Amsterdam 1998, 111–113.
16. Ἀθ. Πετρίδου, Περὶ τινων ἐν Μάνῃ ἐπιγραφῶν, Πανδώρα 19(1868)337–338. Οἱ Θαλάμες κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἀνῆκαν στὴ Λακωνικὴ καὶ ὄχι στὴ Μεσσηνία, ὅπως σήμερα.
17. Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸν Παυσανία (ΙΙΙ 26) ὅτι στὶς Θαλάμες λατρευόταν ἀρχικὰ ἡ Πασιφάη, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια συνδέθηκε μὲ τὴν Ἰνώ. Τὸ ἱερὸ καὶ μαντεῖο τῆς Ἰνοῦς-Πασιφάης ἱδρύθηκε πλησίον ἱερῆς πηγῆς. Οἱ χρησμοὶ δίνονταν κατὰ τὴν ὕπνωση τῶν πιστῶν μὲ τὴ μορφὴ ὀνείρων.
18. Ph. Le Bas-Waddington, Voyage archeologique en Gréce et en Asie Mineure: Inscriptions Grecques et Latines recueillies en Gréce et en Asie Mineure, deuxieme partie : Mégaride et Péloponnése, Paris 1847–1851, n. 281, 281b, 289.
19. P. Foucart, Explication des Inscriptions Grecques et Latines recueillies en Gréce et en Asie Mineure, deuxieme partie: Mégaride et Péloponnése, Paris 1876, n. 281, 281b, 289.
20. Τὴν ἐπιγραφὴ IGV1, 1317a, ἡ ὁποία χαράχτηκε στὴν πλευρὰ Α πολὺ ἀργότερα ἀπὸ τὸν ἱερὸ νόμο, δημοσίευσε ὁ Foucart ἀπὸ ἔκτυπο ποὺ βρῆκε στὰ χαρτιὰ τοῦ Le Bas: “Mais, dans les papiers de Le Bas, j’ ai trouvé un estampage avec la mention: côte N.-O. de la Laconie, provenance incertaine; c’ est l’ inscription publiée sous le n. 289”.
21. South-Western Laconia, BSA 10(1903–04)171–172.
22. Ἡ ἐξαιρετικὴ ἐργασία συντήρησης ὀφείλεται στὴν κ. Εἰρήνη Τεμπελοπούλου, συντηρήτρια τῆς ΛΗ´ ΕΠΚΑ.





Printfriendly