.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Κακόβατος: Οι Θολωτοί Τάφοι


Α. Τοπογραφία– Ιστορία των Ανασκαφών – Υφιστάμενη κατάσταση.

1. Αρχαιολογικός Χώρος– Τοπογραφία
Ο Κακόβατος είναι παραθαλάσσιο χωριό, με πληθυσμό περί τους 400 κατοίκους (444 κατά την απογραφή του 2001)165. Το έδαφος είναι πεδινό και εξαιρετικά εύφορο166. Το χωριό συγκροτήθηκε στα τέλη του 19ου αι. (απογράφεται για πρώτη φορά το 1861)167 από κατοίκους των ορεινών κοινοτήτων της περιοχής (πχ Μίνθης, Καλίδονας), οι οποίοι «κατέβηκαν» στον κάμπο, προκειμένου να βρουν εύφορα εδάφη και να ασχοληθούν σχεδόν αποκλειστικά με τη σταφιδοκαλλιέργεια.
Σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων βορειοανατολικά της σύγχρονης κοινότητας κείται ο αρχαιολογικός χώρος του Κακοβάτου168, που περιλαμβάνει οχυρωμένο(;) οικισμό και τρεις θολωτούς τάφους, ενώ σε παρακείμενο λόφο (βορείως του χώρου) έχει πιθανώς επισημανθεί ένας ακόμη θολωτός169. Ο οικισμός είχε οικοδομηθεί στην κορυφή και οι τάφοι στην κλιτύ του λοφίσκου170, από τον οποίο μπορεί κανείς να εποπτεύσει ολόκληρη την ονομαζόμενη πεδιάδα της Ζαχάρως (μέχρι τη λιμνοθάλασσα του Καϊάφα (προς βορρά) και μέχρι την κοινότητα του Γιαννιτσοχωρίου (προς νότο), αν και οπτική επαφή διαθέτει και με την Κυπαρισσία. Στα δυτικά απλώνεται το Ιόνιο (χωρίς να σχηματίζεται κάποιο φυσικό λιμάνι), ενώ στα ανατολικά εκτείνονται κατάφυτοι και ευφορώτατοι γήλοφοι και υψώνεται προστατευτικά ο ορεινός όγκος της Μίνθης. Την πεδινή έκταση, πλησίον του οικισμού, διαρρέουν δύο μικροί ποταμοί-χείμαρροι (ο Αγ. Ισίδωρος στα βόρεια και το Γλατσίτικο στα νότια), οι οποίοι πιθανόν να παρείχαν το απαραίτητο νερό τόσο στον οικισμό όσο και στην καλλιέργεια των κτημάτων.



2. Ιστορικό ανασκαφής: 
Ο Παυσανίας δεν αναφέρει την ύπαρξη αρχαιοτήτων στην πεδιάδα που εκτείνεται μεταξύ Λεπρέου και Σαμικού ούτε κάποια προφορική παράδοση, σχετικά με την ακριβή θέση της μυκηναϊκής Πύλου, αλλά μνημονεύει εν εκτάσει την ιστορία και τους αγώνες του Λεπρέου, προκειμένου να διατηρήσει την αυτονομία του171. Αντιθέτως, ο Στράβων κάνει λόγο για την ύπαρξη Πύλου «Λεπρεατικής», η οποία απέχει τριάντα ή και παραπάνω στάδια από το Ιερό του Ποσειδώνος στο Σαμικό και από το Λέπρεο περίπου σαράντα172.
Η επισήμανση των τριων θολωτών τάφων και της ακρόπολης του Κακοβάτου οφείλεται σε μία εκδρομή μελών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αλλά και στη σφοδρή επιθυμία του Dörpfeld να εντοπίσει την Πύλο του Νέστορος και να συμπληρώσει την ομηρική τοπογραφία, που είχε ανασυστήσει με τις ανασκαφές στην Τροία, τις Μυκήνες και αλλού ο «προστάτης και μέντοράς του» H. Schliemann. Συγκεκριμένως στις 18/4/1907 ο Dörpfeld, ο F. Weege και ο Κ. Müller πραγματοποίησαν εκδρομή από την Ολυμπία προς την Β. Τριφυλία, προκειμένου να εντοπίσουν τα ίχνη της ομηρικής Πύλου. Η βεβαιότητα της ύπαρξής της στη Β. Τριφυλία, και μάλιστα μεταξύ Σαμικού και Λεπρέου, είχε την αφετηρία της στα τοπογραφικά στοιχεία των ομηρικών επών αλλά και στην πίστη ότι ο Στράβων, ως απόλυτος γνώστης των ομηρικών θέσεων και επών, είχε ορθώς τοποθετήσει την Πύλο του Νέστορος στη Β. Τριφυλία173.



Οι χωρικοί τους υπέδειξαν την τοποθεσία «Μάρμαρα», απ΄ όπου οι κάτοικοι του Κακοβάτου προμηθεύονταν οικοδομικό υλικό (κίονες, κιονόκρανα, απλούς λίθους) για την κατασκευή των σπιτιών τους. Η θέση βρίσκεται περί τα 300μ. νοτίως του αρχαιολογικού χώρου του Κακοβάτου και η αυτοψία των γερμανών κατέληξε πως πρόκειται για ελληνιστική– ρωμαϊκή πόλη, η οποία ουδεμία σχέση είχε με την Πύλο του Νέστορος (Πιν.1).
Τυχαία174 οι γερμανοί ερευνητές επεσήμαναν βορειότερα της θέσεως «Μάρμαρα», τρείς θολωτούς τάφους175, των οποίων ήταν ορατή η θόλος, καθώς και η είσοδος, παρόλο που είχαν υποστεί σοβαρές φθορές από τους κατοίκους του Κακοβάτου, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το υλικό δομής των θόλων για να κτίσουν τα δικά τους σπίτια.176.
Οι ανασκαφικές εργασίες διεξήχθησαν τα έτη 1907 και 1908. Το 1907 η ανασκαφική περίοδος ξεκίνησε στις 11/5/1907 και ολοκληρώθηκε στις 26/5/1907. Το 1908 η έρευνα διήρκεσε ακόμη λιγότερο, δηλαδή από τις 21/5/1908 έως τις 29/5/1908. Κατά τις δύο ανασκαφικές περιόδους χρησιμοποιήθηκε κυμαινόμενος αριθμός εργατών (ορισμένες μέρες, το 1907, ο αριθμός των εργατών ξεπέρασε τα 50 άτομα)177. Το 1907 ολοκληρώθηκε η ανασκαφή του τάφου Α, και του οχυρού οικισμού, ενώ καθαρίστηκαν επιφανειακά οι τάφοι Β και C, οι οποίοι απεκαλύφθησαν πλήρως το 1908.
Στο αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου178 βρέθηκε ημερολόγιο που αναφέρεται στις ανασκαφές του Κακοβάτου, τόσο του 1907 όσο και του 1908 αλλά δεν περιλαμβάνει τις εργασίες που αφορούν στον οικισμό.



Μεθοδολογία ανασκαφής: 
Παρά τα πρώιμα στάδια, στα οποία βρισκόταν η αρχαιολογική επιστήμη και η ανασκαφική μεθοδολογία, οι γερμανοί ανασκαφείς «έσκαψαν» τη θέση και ειδικά τον θολωτό τάφο Α, ακολουθώντας με συνέπεια κάποιες βασικές αρχές. Ενδεικτικά αναφέρονται:
1. O θολωτός τάφος Α δεν διαιρέθηκε σε τεταρτημόρια ή ημικύκλια για να ανασκαφεί. Από σκαρίφημα του ημερολογίου179 (Πιν.2) φαίνεται πώς όταν «ξεμπαζώθηκε» ο τάφος, τότε έσκαβαν καθημερινά και ένα τμήμα της θόλου, το οποίο σημείωναν με τον αριθμό της ημέρας. Είχε πάντως κρατηθεί και ένας κώνος- μάρτυρας (ύψους 3μ), ο οποίος κατεστράφη στο τέλος της ανασκαφής (Πιν.2).
2. Ομαδοποίησαν τα ευρήματα. Όσα προήλθαν από στρώμα, βάθους 3μ- 5,40μ. έλαβαν την ένδειξη 4, εφόσον ανευρέθησαν στο δρόμο έλαβαν πρόσθετα και το γράμμα d, ενώ σημειώνεται και ο θολωτός με κεφαλαίο Α. Σε μικρότερο, των 3μ., βάθος κατεγράφησαν με τον αριθμό 3, σε χαμηλότερο επίπεδο- στρώμα με την ένδειξη 2 και όσα αποκαλύφθηκαν επί του δαπέδου ως 1180. Αντιθέτως, κατά την ανασκαφή του Β δεν ίσχυσε ο παραπάνω κανόνας αλλά οι ομάδες των ευρημάτων «βαπτίζονταν» ως Β1, Β2, Β3 κ.ό.κ181. Στον C, λόγω των ελαχίστων ευρημάτων, αυτά δεν ομαδοποιήθηκαν.
Επιπλέον εκπονήθηκαν πρόχειρα τοπογραφικά σκαριφήματα αλλά και σχέδια των ευρημάτων, κατόψεις και τομές των μνημείων κ.ό.κ. (Πιν.3- 4).

3. Υφιστάμενη κατάσταση (Πιν.5): 
Στις μέρες μας, και παρά τις προσπάθειες της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων ο τάφος Α έχει κατακλυσθεί από πυκνή βλάστηση182. Διατηρείται και είναι ορατό, τμήμα μόνον της ανατολικής και νότιας τοιχοδομίας της θόλου. Ο τάφος Β, ο οποίος επισημαίνεται σε υψηλότερο επίπεδο από τον Α, έχει επίσης σκεπασθεί με θαμνώδη βλάστηση, ενώ ο C, που υπέρκειτο και των δύο, έχει καταπλακωθεί εδώ και χρόνια με τσιμέντο προκειμένου να κατασκευασθεί η αυλή παρακείμενης οικίας (ιδιοκτησία Παπανδρέου). Από την οχύρωση (;) της ακρόπολης ορατές είναι τρείς σειρές δόμων, στη νότια πλαγιά του λόφου (Πιν.6). Δίπλα στους σωζόμενους δόμους, όταν επισκεφθήκαμε για πρώτη φορά (το 1998) τον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, είχε πραγματοποιηθεί λαθρανασκαφή, η οποία απέδωσε πλήθος οστράκων.
Τα ευρήματα, που προήλθαν από τις ανασκαφές των αρχών του 20ου αιώνα έχουν διασπαρεί. Τα πλέον σημαντικά εκτίθενται στη Μυκηναϊκή Αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (το ειδώλιο του ταύρου, ένας πιθαμφορίσκος, περίαπτα γλαυκός και βατράχου, το κεκαμμένο ξίφος κα), ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν σε κιβώτια είτε στις αποθήκες του Αρχαιολογικού Μουσείου Ολυμπίας είτε του Ε.Α.Μ.183.
Στο Επιχειρησιακό Σχέδιο της Ζ΄ ΕΠΚΑ για το 2007 είχε συμπεριληφθεί η διενέργεια δοκιμαστικών τομών στην περιοχή του τείχους, προκειμένου να διακριβωθεί ο αμυντικός ή μη χαρακτήρας του. Λόγω των συνεπειών της καταστροφικής πυρκαγιάς δεν πραγματοποιήθηκε η ανασκαφή. Το Σεπτέμβριο του 2009 η Ζ΄ΕΠΚΑ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Freiburg πρόκειται να διενεργήσει επιφανειακή έρευνα σε όλη την έκταση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου και να εφαρμόσει μεθόδους φυσικής διασκόπησης για τον εντοπισμό αρχιτεκτονικών καταλοίπων στο πλάτωμα, όπου τοποθετείται ο οικισμός.

Β. Αρχιτεκτονική

ΤΑΦΟΣ Α




Χωροθέτηση – Διαστάσεις: 
Ο τάφος έχει προσανατολισμό από νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά184 και είναι κτισμένος δυτικά-βορειοδυτικά του οικισμού185 και σε απόσταση περίπου 60 – 70μ. από αυτόν. Το μνημείο βρίσκεται πλησίον του τάφου Β (ο οποίος υπέρκειται)186 και αρκετά μέτρα δυτικότερα του C. Η θόλος του είναι διαμέτρου 12,12μ.187 και με ύψος περί τα 10μ188 (Σχεδ.1). Διαθέτει, δηλαδή, μέγεθος ανάλογο με αυτό άλλων πρώιμων θολωτών ταφικών μνημείων της ηπειρωτικής Ελλάδας189.
Η είσοδος του μνημείου είναι έντονα κατεστραμμένη. Το στόμιο (Πιν.7) είχε μήκος 4,85μ., πλάτος 2,25μ. (στο μέτωπο προς το εσωτερικό του τάφου), διευρυνόμενο στα 2,35μ. στην εξωτερική του όψη190 και φραζόταν με ξερολιθιά, βάθους- μήκους 2,75μ. και πλάτους 1,25μ., ίχνη της οποίας εντοπίσθηκαν κατά την ανασκαφή191. Τα τοιχώματά του συνέκλιναν προς τα άνω192.
Ο δρόμος παρέμεινε ανεπένδυτος193 και είχε μήκος περίπου 10μ. και πλάτος που κυμαινόταν από 3μ (προ της ξερολιθιάς) έως 2,50μ. στο τέλος του194. Προσανατολιζόταν προς τα νοτιοδυτικά- βορειοανατολικά, με ελαφρά κατηφορική κλίση προς το θάλαμο 195 .
Το δάπεδο του θαλάμου υπήρξε το φυσικό έδαφος, το οποίο βρισκόταν σε επίπεδο χαμηλότερο του δρόμου196. Στο κέντρο του και δεξιά της εισόδου είχε λαξευθεί ταφικός λάκκος (Πιν.7), μήκους 2μ., πλάτους 0,70μ. και βάθους 1μ.197, ο οποίος πιθανόν στεγαζόταν με δύο ασβεστολιθικές πλάκες.
Παράλληλα προς τις παρειές του στομίου είχαν κατασκευασθεί βαθιές αυλακώσεις198/ πεταλοειδές όρυγμα, που ξεκινούσαν από την αρχή του και κατέληγαν στον θάλαμο. Ο δρόμος δεν διέθετε ειδικά διαμορφωμένο δάπεδο αλλά παρακολουθούσε τις ανωμαλίες του φυσικού εδάφους199.



Υλικά δομής: 
Η θόλος, της οποίας το μέγιστο σωζόμενο ύψος δεν ξεπερνούσε τα 2,50μ200, είχε κτισθεί από μικρούς επίπεδους, πλακοειδείς ασβεστόλιθους (διαστάσεων: ύψ.: 0,005-0,015μ. και μήκ.: έως 0,60μ.201) ανάμεσα στους οποίους τοποθετήθηκαν λεπτές λίθινες σφήνες για να εξασφαλίσουν τη στατική της επάρκεια202. Οι λίθοι είναι δουλεμένοι μόνο στην ορατή τους πλευρά, προς το εσωτερικό της θόλου, ενώ παρέμειναν ακατέργαστοι στις υπόλοιπες. Οι πλακοειδείς ασβεστόλιθοι μεταφέρθηκαν από λατομεία που βρίσκονται ανατολικά της θέσης (στους πλησιέστερους ορεινούς όγκους), καθώς στον άμεσα περιβάλλοντα χώρο αφθονούν αποκλειστικά ψαμμιτικοί λίθοι203. Η χρήση λίθων μικρών διαστάσεων, που απαιτούν σφήνες και γέμισμα από ακόμη μικρότερους, δεν συμβάλλει στη διατήρηση της στατικότητας, αντιθέτως επιταχύνει και διευκολύνει την κατάρρευση του μνημείου204.
Το στόμιο και η θύρα εισόδου επενδύθηκαν με μεγάλους, παχύτερους, συγκριτικά με αυτούς της θόλου, πελεκημένους ασβεστόλιθους, διαμορφώνοντας παραστάδες205 (Πιν.7), ενώ το ανώφλι στην είσοδο του τάφου κτίστηκε από μονόλιθο αμυγδαλόλιθο- κροκαλοπαγή ασβεστόλιθο206 (εντελώς διαφορετικό υλικό από το χρησιμοποιηθέν στην κατασκευή της θόλου), προκειμένου να εξουδετερωθούν οι διάφορες φυγόκεντρες δυνάμεις της θόλου.
Η ξερολιθιά είχε κατασκευασθεί από μικρούς στρογγυλούς λίθους (κυρίως ποταμίσιες κροκάλες).



Μεθοδολογία κατασκευής: 
Προκειμένου να ενισχυθεί η στατικότητα του οικοδομήματος, η θόλος κτίστηκε μέσα σε κυλινδρικό, με κατακόρυφα τοιχώματα207, λάξευμα του φυσικού εδάφους (διαμέτρου 13,50μ. και με ύψος 5,50μ. προς το λόφο και 2,50μ. προς το δρόμο)208. Το διάστημα μεταξύ της θόλου και του φυσικού βράχου πληρώθηκε από προσεκτικά δομημένο τοίχο (Πιν.7 και Σχεδ.1), από αρκετές λιθοσειρές209. Με αυτόν τον τρόπο εξουδετερώνονταν οι φυγόκεντρες δυνάμεις, ενώ συγχρόνως ενισχυόταν η σταθερότητα της οροφής και, συνολικά, του φέροντος οργανισμού.
Το πάχος των τοιχωμάτων της θόλου αυξάνεται αναλόγως του ύψους210. Στη βάση το πάχος φθάνει τα 0,70μ. ενώ αγγίζει το 1,10μ. στο υψηλότερο σωζόμενο σημείο της θόλου211. Χαρακτηριστική και εύκολα παρατηρήσιμη υπήρξε η έντονη και αυξανόμενη, αναλόγως του ύψους, ενδόκλιση των τοιχωμάτων. Έτσι στο 1μ. ύψος η ενδόκλιση είναι στις 5ο και 42΄, ενώ στα 2,5μ. φθάνει στις 12ο και 48΄212. Ουσιαστικώς, μόνο οι κατώτατες σειρές λίθων έχουν τοποθετηθεί οριζοντίως. Τόσο η βαθμιαία πάχυνση και ενδόκλιση των τοιχωμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά αποτυπώνουν την προσπάθεια των μυκηναίων αρχιτεκτόνων να εξουδετερώσουν τις αντικρουόμενες, φυγόκεντρες δυνάμεις, που ασκούνται σε κάθε λίθο του εντυπωσιακού ταφικού μνημείου213.
Στο κέντρο του θαλάμου ανοίχτηκε οπή, διαμέτρου 0,04μ. και βάθους 0,20μ.214. Οι τεχνίτες της εποχής προκειμένου να υπολογίσουν με ακρίβεια την κατασκευή των αλλεπάλληλων οριζοντίων και κάθετων δακτυλίων215 χρησιμοποιούσαν κάποιο είδος διαβήτη και έτσι ήταν δυνατό να ελέγχουν απολύτως τη σταδιακά μειούμενη διάμετρο των λιθοσειρών. Το οικοδομικό υλικό, συνεπώς, δεν τοποθετήθηκε τυχαία στην τοιχοδομία της θόλου αλλά έτσι ώστε να σχηματίζονται ομοιόμορφοι οριζόντιοι και κατακόρυφοι δακτύλιοι, οι οποίοι εξουδετέρωναν τις δυνάμεις που ησκούντο στα τοιχώματα της θόλου, τόσο από το κέντρο του θαλάμου, όσο και από το φυσικό βράχο216.



Μεταγενέστερη χρήση: 
Στην αρχή της ανασκαφής εντοπίστηκαν και ερευνήθηκαν δύο απλοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, ρωμαϊκής εποχής. Οι κατασκευαστές τους δεν έδωσαν σημασία και αγνόησαν πλήρως την ύπαρξη του θολωτού. Οι τάφοι βρέθηκαν 3,5μ.- 3,89μ. πάνω από το δάπεδο του θαλάμου, είχαν προσανατολισμό από ανατολικά προς δυτικά και τα τοιχώματα τους ήταν επενδεδυμένα με ασβεστολιθικές πλάκες. Ο ένας, ο καλύτερα διατηρημένος, είχε μήκος 2μ και πλάτος 0,40μ. Από τον δεύτερο, που κείται βορειότερα είχε σωθεί μόνον το ανατολικό άκρο και είχε πλάτος 0,55μ217. Δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία ή ένδειξη ηρωολατρείας ή προγονολατρείας218.


ΤΑΦΟΣ Β 219


Χωροθέτηση: 
Ο τάφος βρίσκεται βορειοανατολικά και κατά ένα επίπεδο υψηλότερα του Α220. Έχει τον ίδιο προσανατολισμό με τον τάφο Α, δηλαδή με διεύθυνση βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά221. Ανεσκάφη από την γερμανική αποστολή στη δεύτερη ανασκαφική περίοδο, κατά τα τέλη Μαΐου του 1908, μολονότι είχε πλημμελώς ερευνηθεί και το 1907222. Η θόλος είχε καταρρεύσει ήδη από την αρχαιότητα, κατεστράφη όμως σε μεγάλο βαθμό και από τους κατοίκους του Κακοβάτου, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα223. Την χρονιά της ανασκαφής είχε σωθεί σε ελάχιστο ύψος, κυρίως στην ανατολική και νοτιοανατολική πλευρά του μνημείου.


Αρχιτεκτονική: 
Η διάμετρος του θαλάμου του τάφου υπολογίζεται στα 9μ. (Σχεδ.2) και η θόλος είχε περίπου το ίδιο ύψος224 (Πιν.8). Το δάπεδο225 του θαλάμου εντοπίστηκε πλακόστρωτο στο σύνολό του (Σχεδ.2 και Πιν.8) και μόνο ελάχιστες από τις πλάκες είχαν αφαιρεθεί είτε από αρχαιοκάπηλους είτε από τους ίδιους τους ανασκαφείς226. Στην ανώτερη επιφάνειά τους ήταν ορατά τα ίχνη των εργαλείων, με τα οποία οι πλάκες υπέστησαν τη σχετική κατεργασία227. Ταφικός λάκκος δεν ανευρέθη και πιθανώς οι νεκροί τοποθετούνταν πάνω στο δάπεδο.
Το στόμιο, πλάτους 2 μέτρων και πάχους έως 1μ., ανευρέθη κατεστραμμένο228. Κατασκευάστηκε λοξά σε σχέση με τον κατά μήκος άξονα του θαλάμου. Η είσοδος πιθανώς κλεινόταν με ξερολιθιά229, της οποίας ουδέν ίχνος εντοπίστηκε. Ο δρόμος είχε επίσης καταστραφεί, από τα λίγα ίχνη που επισημάνθηκαν (δηλαδή το φυσικό πέτρωμα), είχε προσανατολισμό από νότια προς δυτικά, ακολουθούσε τη διαμόρφωση και την κλίση του φυσικού εδάφους230 και δεν ήταν επενδεδυμένος.

Υλικά δομής: 
Ο θάλαμος κτίστηκε από μικρούς, πλακοειδείς ασβεστόλιθους, με διαστάσεις 0,10μ.Χ0,60μ., όπως και οι παρακείμενοι τάφοι Α και C, ενώ, κατά τον ανασκαφέα, χρησιμοποιήθηκε και πηλός ως μονωτικό υλικό231. Μονολιθικοί ασβεστόλιθοι από το θύρωμα του μνημείου δεν παρατηρήθηκαν.
Οι καλυπτήριες του δαπέδου της θόλου πλάκες ήταν από ασβεστόλιθο, διαφόρων κανονικών σχημάτων232 (τριγωνικό, τραπεζιόσχημο, ορθογώνιο) και κατεργασμένες, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στην ανώτερη επιφάνεια τους.



Μεθοδολογία κατασκευής: 
Όπως και ο θολωτός Α, ο Β είχε κτισθεί σε μία τεχνητή, κυλινδρική κοιλότητα, διαμέτρου 10,60μ και ύψους 4μ233, η οποία είχε ανοιγεί στο φυσικό ασβεστολιθικό πέτρωμα. Προκειμένου να επιτευχθούν τα καλύτερα στατικά αποτελέσματα οι μυκηναίοι «αρχιτέκτονες» χρησιμοποίησαν και σε αυτήν την περίπτωση:
α) την ενδόκλιση των τοιχωμάτων, ασθενέστερη συγκριτικά με εκείνη του θολωτού Α234,
β) τη σταδιακή αύξηση του πάχους τους,
γ) την τοποθέτηση των λίθων σε κάθετους και οριζόντιους δακτύλιους, με σκοπό την αλληλοεξουδετέρωση των αντίρροπων δυνάμεων235 αλλά και τη συσσώρευση χωμάτινου όγκου πάνω στο μνημείο236. Στη βάση του ταφικού μνημείου το πάχος του τοίχου της θόλου237 υπολογίζεται στα 0,75- 0,80μ., στο 1μ. ύψος μειώνεται στα 0,55μ. για να φθάσει τα 0,65-0,70μ. στο μέγιστο σωζόμενο ύψος (δηλ. τα 1,75μ.)238.

ΤΑΦΟΣ C



Ο τάφος υπέρκειται των προαναφερθέντων, έχει κατασκευασθεί περίπου 40- 50μ νοτιοανατολικώς, βρίσκεται πλησίον της εισόδου της ακροπόλεως και έχει προσανατολισμό από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά239. Είχαν σωθεί ελάχιστα τμήματα της θόλου (στο βόρειο-βορειοανατολικό και νοτιοδυτικό τμήμα), με μέγιστο σωζόμενο ύψος που δεν υπερέβαινε τα 0,60μ240. Στις μέρες μας δεν έχουν απομείνει ίχνη του τάφου καθώς τα πενιχρά οικοδομικά του κατάλοιπα καταχώθηκαν από τους ιδιοκτήτες των γειτονικών οικοπέδων.

Αρχιτεκτονική: 
Η διάμετρος του υπολογίζεται στα 10,15-10,35μ. (Σχεδ.2, Πιν.9) και το ύψος του στα 10μ.241. Το ύψος της θόλου πρέπει να ήταν περίπου ίσο με η διάμετρο και το συνολικό ύψος της ( μαζί με το συσσωρευμένο σε αυτήν χώμα) πιθανώς ξεπερνούσε τα 12μ.242. Το δάπεδο του θαλάμου υπήρξε το φυσικό πέτρωμα. Στο βάθος και στο ανατολικό τμήμα του θαλάμου αποκαλύφθηκε ταφικός λάκκος243, ο οποίος πιθανόν εκαλύπτετο με ασβεστολιθικές πλάκες. Οι διαστάσεις του ήταν: 2μ. μήκος, 0,75μ. πλάτος και 0,50μ. βάθος. Από το στόμιο ξεκινούσαν αυλακώσεις/ πεταλοειδή ορύγματα244 που κατέληγαν στο εσωτερικό του θαλάμου. Το στόμιο πιθανόν έπαιξε και το ρόλο του δρόμου, ο οποίος δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί245 και πιθανώς η απουσία εξηγείται από την έντονη κλίση της πλαγιάς αλλά και το ελάχιστο πάχος φυσικού βράχου, που περιέβαλε τον τάφο.


Υλικά δομής: 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση (όπως και στους θολωτούς Α και Β) ως υλικά δομής χρησιμοποιήθηκαν μικρών διαστάσεων, πλακοειδείς ασβεστόλιθοι, μεταξύ των οποίων είχαν τοποθετηθεί, σαν σφήνες, μικρότεροι λίθοι και χαλίκια246. Λίθοι μεγαλυτέρων διαστάσεων εντοπίστηκαν στην περιοχή, όπου θεωρητικώς είχε κατασκευασθεί η είσοδος.

Μεθοδολογία κατασκευής: 
Ο θολωτός C έχει και αυτός ανεγερθεί σε κυλινδρικό λάξευμα, βάθους μόλις 1μ. Εάν υποθέσουμε, πως το ύψος του (βάσει των στατικών και αρχιτεκτονικών δεδομένων των υποκείμενων θολωτών) σχεδόν ισούται με τη διάμετρο, τότε τα 9/10 του μνημείου δομήθηκαν υπέργεια και καθίσταται ευνόητη η ολοκληρωτική κατάρρευση του247. Αντίθετα στους θολωτούς Α και Β το βάθος της κοιλότητας είναι ίσο με το μισό του ύψους των θόλων.
Το πάχος των τοιχωμάτων κυμαίνεται από 0,55-0,65μ.248 και λόγω του ελάχιστα σωζόμενου ύψους τους (μόλις 0,60μ.) δεν κατέστη δυνατό να παρατηρηθεί η ύπαρξη ή μη ενδόκλισης των τοιχωμάτων.



Ταφές και Κτερίσματα:

Τάφος Α554: 

Αναρίθμητα όστρακα κεραμεικής, που συνέθεσαν δεκαπέντε (ακέραιους ή συμπληρωμένους) ανακτορικούς πιθαμφορείς (Πιν.64), λίθινο αγγείο (λύχνος), ψήφοι–ελάσματα και περίαπτα (σε σχήμα γλαυκός και βατράχου) από χρυσό, αναρίθμητες ψήφοι (Πιν.65), διαχωριστές και άλλα αντικείμενα από ήλεκτρο, ψήφοι από ημιπολύτιμους λίθους, χάλκινα και ένα σιδερένιο δακτυλίδι, αντικείμενα από υαλόμαζα (ειδώλιο ταύρου και γυναίκας, ψήφοι, πλακίδια- δίσκοι), φαγεντιανή, ελεφαντόδοντο (κτένια, δίσκοι), μία χάλκινη και 40 λίθινες αιχμές βελών (Πιν.65), υπολείμματα ξίφους, κατεργασμένοι χαύλιοι/οδόντες αγριοχοίρου (Πιν.63).
Τάφος Β: 
ψήφοι από ημιπολύτιμους λίθους, χρυσό, χάλκινες περόνες, κεκαμμένο ξίφος (Πιν.65), τρεις πιθαμφορείς ανακτορικού ρυθμού, δύο λίθινα αγγεία, αγγείο από υαλόμαζα.
Τάφος C: 
δύο πιθαμφορείς ανακτορικού ρυθμού, ψήφοι από χρυσό, ημιπολύτιμους λίθους και ήλεκτρο.
Διαπιστώνεται ότι556:
Α) Οι νεκροί ετοποθετούντο ντυμένοι, τούτο καταφαίνεται από την ανεύρεση χαλκίνων περονών (τάφος Β), αλλά και από τα αναρίθμητα ελάσματα και περίαπτα- επιρράμματα χρυσού (χωρίς /ή με οπές ανάρτησης/ προσρραφής)557 τα οποία προήλθαν από την ανασκαφή του τάφου Α. Έφεραν558 περιδέραια ή ψέλια αποτελούμενα από τις πολυάριθμες ψήφους είτε από ημιπολύτιμους λίθους είτε από ήλεκτρο (τάφος Α)559. Τα δάκτυλα των νεκρών κοσμούνταν από χάλκινα δακτυλίδια (υπάρχει και ένα σιδερένιοαπό τάφο Α). Ο θολωτός Α είχε πιθανώς δεχθεί και γυναικείες ταφές, καθώς συνελέγησαν κτένια από ελεφαντόδοντο560 (πλούσια διακοσμημένα).
Β) Στον τάφο Β, ένας από τούς νεκρούς (ενήλικας- άνδρας) ετάφη με τη συνοδεία του ξίφους του561, το οποίο μάλιστα είχε καμφθεί, δείγμα– συμβολισμός του θανάτου του πολεμιστή562 (Πιν.65). Το έθιμο αυτό συναντάται και σε άλλους θολωτούς (των πρώϊμων μυκηναϊκών χρόνων), επιβιώνει στη γεωμετρική εποχή (σε τάφους της Αττικής), ενώ γνωρίζει ευρύτατη γεωγραφική διάδοση (κεντρική Ευρώπη και Βαλκάνια).
Υπολείμματα ξιφών προήλθαν τόσο από τον τάφο Α (με εμπίεστη διακόσμηση) όσο και από τον θολωτό τάφο του Σαμικού, ενώ τα εξεταζόμενα ταφικά μνημεία της Τριφυλίας απέδωσαν563 μεγάλο αριθμό κατεργασμένων οδόντων αγριοχοίρων, προερχομένων πιθανώς από οδοντόφρακτα κράνη.
Γ) Οι τάφοι Α και Β απέδωσαν λίθινα αγγεία564, μεταξύ των οποίων και ένας λύχνος, ο οποίος πιθανώς θα περιόριζε το αιώνιο σκοτάδι του νεκρού565.
Δ) Οι ενταφιασθέντες στον τάφο Α είχαν μαζί τους μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία (αμφορείς ανακτορικού ρυθμού566), πλούσια διακοσμημένους, που δηλώνουν τον πλούτο αλλά και την αντίληψη της ύπαρξης μεταθανάτιας ζωής. Πιθανώς η χρήση θεμάτων, αντλημένων από θαλάσσια πανίδα, να συνδέεται με το μαγικό συμβολισμό της μεταμόρφωσης, της αναγέννησης και της πρόσβασης σε μία νέα/δεύτερη ζωή567.
Οι νεκροί των τάφων Α και Β στον Κακόβατο βρέθηκαν κτερισμένοι με μοναδικά, εξαιρετικής τέχνης αντικείμενα568 από υαλόμαζα (ειδώλιο ταύρου), χρυσό (περίαπτα γλαυκός569 και βατράχου570), αφθονία ψήφων και πλακιδίων ηλέκτρου και υψηλής ποιότητας κεραμική571, καταδεικνύοντας την ανώτερη κοινωνικοοικονομική θέση των τεθνεώτων, την ένταξή τους σε πολιτικοοικονομικό σύστημα με ιεραρχία– κοινωνική διαστρωμάτωση, εξωστρεφές στο εμπόριο και στην απόκτηση αγαθών, τα οποία χωρίς να είναι χρηστικά, καθίστανται απαραίτητα ακόμη και στη μετά θάνατο ζωή.



Κωνσταντίνος Χρ. Νικολέντζος, "Μυκηναϊκή Ηλεία: Πολιτιστική και Πολιτική Εξέλιξη, Εθνολογικά Δεδομένα και Προβλήματα."

Σημειώσεις:
165 www.statistics.gr.
166 Πρβ και Στράβων 8, ΙΙΙ, 14. Σημειώνει:«…Η πεδιάδα αυτή είναι εύφορη και προεκτείνεται έως όλο το διάστημα ανάμεσα στο Σαμικό και στον ποταμό Νέδα, κοντά στη θάλασσα.
167 Κάπος 1996, σελ.84
168 Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται ενός των διοικητικών ορίων του ΔΔ Καλίδονας.
169 Χατζή 1992, σελ.124. Σε πρόσφατη (Ιούνιος 2007) αυτοψία της Ζ΄ ΕΠΚΑ διεπιστώθη ότι στην περιοχή που υπήρχαν τα ίχνη του θολωτού έχουν φυτευθεί ελαιόδενδρα, προκαλώντας φθορά στο μνημείο (;). Σημειωτέον ότι σε γειτονικό αγρόκτημα υφίσταται αρδευτικό πηγάδι, του οποίου τα τοιχώματα έχουν κατασκευασθεί από οικοδομικό υλικό των τάφων.
170 Andronikos 1968, σελ. 109.
171 Παυσανίας V, 2– 5.
172 Στράβων 8, 3.15– 16. Ο περιηγητής δεν αναλώνεται στην περιγραφή του/της Λεπρεατικού/ Τριφυλιακού Πύλου. Επιπλέον θεωρεί ότι η χωροθέτηση της Πύλου πλησίον του Ιονίου εξηγεί και δικαιολογεί απόλυτα το ομηρικό επίθετο «ημαθόεντα» (Στράβων 8, 3.14). Ο αρχαίος συγγραφεύς επισημαίνει πρώτος και το πρόβλημα ταύτισης της Πύλου του Νέστορος με συγκεκριμένη θέση στη Δυτ. Πελπόννησο, δηλαδή στην Ηλεία, Τριφυλία ή Μεσσηνία (Στράβων 8, 3.7).
173 Dörpfeld 1907 σελ. VI, Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ. 1. Συγκεκριμένως: “Seit Jahren vertrete ich in meinem Vorträgen die Ansicht, daß die von Strabon angeführten Hommer Kenner Recht hatten, welche das Homerische Pylos weder bei der heutigen messenischen Stadt dieses Namens, noch bei dem am Peneios gelegenen elischen Pylos, sondern in Triphylien in der Nähe von Samikon ansetzen”.
174 Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ.2.
175 Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ.2. Συγκρίνονται, μάλιστα, τα μνημεία με τον θολωτό του Μενιδίου, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για κατάλοιπα της μυκηναϊκής περιόδου.
176 Dörpfled 1907, σελ.VII αλλά και Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ.2, Μάλιστα τίθεται και ο χρονικός προσδιορισμός της καταστροφής των μνημείων “ Seit 20 Jahren…”.
177 Από το ελληνικό προσωπικό της ανασκαφής αναφέρονται οι Άγγελος Κοσμόπουλος και Γεώργιος Παρασκευόπουλος (επόπτες των ανασκαφών του 1907 και 1908 αντίστοιχα).
178 Δεν πρέπει παραλείψω να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες προς τον πρώην Διευθυντή του DAI, Dr. Kl. Fitschen, ο οποίος μου παραχώρησε την άδεια επαναδημοσίευσης των ανασκαφών του Κακοβάτου στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής, τον Dr. M. Schäffer και Dr. M. Krumme, που πρόθυμα με βοήθησαν στην ανεύρεση των σχετικών φωτογραφιών καθώς επίσης και τον Dr. Kl. Hermann με τη συνδρομή του οποίου μελέτησα το ημερολόγιο του ανασκαφέως W. Dörpfeld. Δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί το ημερολόγιο (ούτε στο αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Βερολίνο ούτε στην Αθήνα), που περιέχει τις εργασίες σε σχέση με τον οικισμό.
179 Πρβ. Ανασκαφές Κακοβάτου.
180 Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ. 8.
Δηλαδή: Ύψος Ευρημάτων Εντός θαλάμου Στον δρόμο 3μ– 5,40μ Α4 Αd4 Κάτω των 3μ Α3 Αd3
Βαθύτερα στρώματα Α2 Αd2
181 Ανασκαφές Κακοβάτου, σελ. 54 (αφορούν σε ανασκαφικές εργασίες του 1908).
182 Ο περιφραγμένος αρχαιολογικός υπέστη τις συνέπειες της μεγάλης πυρκαϊάς του Αυγούστου του 2007. Κατεστράφη η περίφραξη, αποτεφρώθηκε σχεδόν το σύνολο του φυτικού κεφαλαίου, τα αρχαία ( λίθοι των τάφων και της οχύρωσης – ό,τι ήταν ορατό) δεν κατεστράφησαν (έγινε μόνο «ρόφηση αιθάλης»).
183 Η Ζ΄ ΕΠΚΑ ζήτησε εγγράφως τη μεταφορά των ευρημάτων που δεν εκτίθενται και φυλάσσονται στις αποθήκες του ΕΑΜ, προκειμένου να συμπεριληφθούν στην έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πύργου.
184 Οι τάφοι Β και C έχουν τοποθετηθεί πλησιέστερα στον οικισμό, ο C ουσιαστικά έχει οικοδομηθεί προ της πύλης του οχυρωμένου οικισμού, αλλά και οι δύο υπέρκεινται του Α. Πάντως γενικά στη μυκηναϊκή περίοδο δεν ακολουθούνται αυστηροί κανόνες στη χωροθέτηση των θολωτών τάφων. Σε κάποιες περιπτώσεις (Βαφειό, Κακόβατος, Περιστεριά, Θορικός) οι τάφοι κατασκευάζονται κοντά στον οικισμό ή και εντός αυτού (θολωτός 1 Περιστεριάς). Αντίθετα αλλού κτίζονται σε κάποια απόσταση από τον οικισμό (πχ Θησαυρός Ατρέα) (Cavanagh- Μee 1990, σελ. 225-243). Άλλοι ερευνητές (Dabney 1999, σελ.175) υποστηρίζουν ότι οι μυκηναίοι έκτιζαν τους τάφους τους σε ικανοποιητική απόσταση από τον οικισμό χωρίς μάλλον να λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις περιπτώσεις του Κακοβάτου ή της Περιστεριάς.
185 Cavanagh-Mee 1990, σελ.226 και 227. Ίσως η τοποθέτηση αυτή να μην υπήρξε τυχαία αλλά έμπρακτη έκφραση κάποιου εθίμου ή κάποιας δοξασίας. Wells 1990, σελ.128
186Dörpfeld 1908, σελ.298
187 Dörpfeld 1908, σελ.299. Η διάμετρος σε κάποια σημεία της θόλου είναι ελάχιστα μικρότερη ( μέχρι 12μ.), καθώς οι τοίχοι της αλλού συγκλίνουν και αλλού αποκλίνουν. Gasche– Servais 1971, σελ. 48. Υποστηρίζεται πως η θόλος του τάφου Β στο Θορικό έχει εσωτερική διάμετρο 9,25μ και αντιστοιχεί σε μνημεία όπως: ο θολωτός τάφος των Κυκλώπων στις Μυκήνες με διάμετρο θόλου 8μ., ο θολωτός τάφος στους Άνω Φούρνους (διαμ. 11μ.), του Αιγίσθου (διαμ. 13μ.), της Παναγιάς (διαμ. 8μ.), του Κακοβάτου (ο Α με διαμ. 12μ. και οι B, C 10μ.), ο θολωτός τάφος IV στον Άνω Εγκλιανό (διαμ. 9,35μ.), στο Βαφειό (διαμ. 10μ.) και των Δενδρών (7,30μ.).
188 Dörpfeld 1908, σελ. 304. Ο ανασκαφέας τονίζει ότι λόγω της κακής κατάστασης διατήρησης του μνημείου δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί με ακρίβεια το ύψος της θόλου. Είναι μάλιστα πιθανό το ύψος να είναι ανάλογο της διαμέτρου (δηλ. 12μ.).
189 Santillo-Frizell 1997-8, σελ. 104. Υποστηρίζει ότι τα θολωτά ταφικά μνημεία κατέστησαν σύμβολο εξουσίας και διακήρυξης του μεγαλείου και της δύναμης των μυκηναϊκών βασιλείων και, επομένως, των ηγεμόνων τους, όχι τόσο λόγω του μεγέθους τους όσο του εργατικού δυναμικού και του χρόνου που απαιτείτο για την κατασκευή τους. Cavanagh-Mee 1998, σελ. 45-46. Όπου καταδεικνύεται η ανάγκη εργασίας πολλών ατόμων για την κατασκευή των μεγαλειωδών αυτών μνημείων. Επίσης, Wright 1987, σελ.173-174.
190 Dörpfeld 1908, σελ.305 πρβ. και εικ.2, 3.
191 Dörpfeld 1908, σελ.307 πρβ. και Abb.2, 3. Η ξερολιθιά υπήρξε παρόμοια με την αντίστοιχη του θολ. Β στο Θορικό (Gasche- Servais 1971, σελ.75).
192 Dörpfeld 1908, σελ.305. Σύγκλιση των τοιχωμάτων του στομίου προς την επιφάνεια του εδάφους παρατηρήθηκε και στον θολωτό τάφο Β του Θορικού (πυραμιδοειδής τομή στομίου πρβ και Gasche– Servais 1971, σελ.75).
193 Dörpfeld 1908, σελ.306 Pelon 1976, σελ. 285, 287
194Ό.π, σελ.278, Cavanagh-Mee 1990, σελ.55. Τονίζεται η ανυπαρξία σταθερού και μόνιμου προσανατολισμού των δρόμων των θολωτών. Εξαρτάται από την κλίση του εδάφους και τον προσανατολισμό της κατωφερείας.
195 Dörpfeld 1908, σελ.306 πρβ και Abb 2, 3.
196 Pelon 1976, σελ.270
197 Ό.π., σελ.364. Λάκκοι στους θαλάμους των θολωτών της Μεσσηνίας απαντούν στο Ρούτσι αλλά όχι στην Περιστεριά. Στον θολωτό τάφο του Βαφειού ερευνήθηκε ταφικός λάκκος κατασκευασμένος στην ίδια θέση με αυτόν του θολωτού τάφου Α του Κακοβάτου. Λάκκοι έχουν ανευρεθεί στους εξής θολωτούς (κατά χρονολογική διαδοχή): Κάτω Φούρνου, Λεόντων, Ηραίο Άργους, Τίρυνθα, Δενδρά, Πρόσυμνα, Ανάληψη, Βαφειό, Ακόνα, Μάλθη θολ.τ.1, Τουρλιδίτσα, Βσιλικό, Πύλος, Ρούτσι, Κοκκολάτα Α και Β, Μαραθώνας. (πρβ. επίσης και Cavanagh-Mee 1998, σελ.70). Βλ. και Gasche - Servais 1971, σελ.66, υπος.1.
Kontorli-Papadopoulou 1994, σελ.5. Θεωρείται, ότι η απουσία λακκοειδών τάφων χαρακτηρίζει πρώιμους θολωτούς τάφους. Αντίστοιχοι παρουσιάζονται στη δεύτερη, κατά τον Wace, ομάδα θολωτών. Η απόθεση των νεκρών σε λάκκους αποτελεί πιθανόν επιβίωση της ΜΕ ταφικής αρχιτεκτονικής (άλλωστε τέτοιου είδους ταφικά μνημεία ήταν εξαιρετικά διαδεδομένα και βρίσκονται είτε υποτύμβια είτε ανεξάρτητα). Άλλη άποψη εξέφρασε ο Γ. Μυλωνάς, ο οποίος υποστήριξε ότι οι λακκοειδείς τάφοι χρησιμοποιούνταν για την απόθεση οστών των μελών της καθεστηκυίας μυκηναϊκής τάξης, οι οποίοι επιθυμούσαν αξιοπρεπή μεταθανάτια αντιμετώπιση. Wells 1990, σελ.135
198 Kontorli-Papadopoulou 1994, σελ.7-8. Περιγραφή, αναφορά και απόπειρα ερμηνείας αυτής της κατασκευής στους θολωτούς. Αυλακώσεις συναντώνται σε δέκα θολωτούς της ΝΔ. Πελοποννήσου (θολ.τ.Α, C Κακοβάτου, θολ.τ.2 στη Μάλθη, θολ.τ.2 στο Ρούτσι, θολ.τ.1,2 στην Τραγάνα, θολ.Τ.1 και 2 στο Γουβαλάρη, θολ.τ.3 στην Περιστεριά) και σε έναν στην Κεφαλλονιά (θολ.τ.Α στην Κοντογενάδα). Kontorli-Papadopoulou 1987, σελ.150-151. Αυλακώσεις απαντούν και στο στόμιο θαλαμωτών. Wells 1990, σελ.133 Κορρές 1976, σελ.270. Αναφέρεται ότι οι μεσσηνιακοί και τριφυλιακοί τάφοι με πεταλοειδή ορύγματα-αυλακώσεις ανάγονται στην ΥΕΙ (αν όχι πρωιμότερα).
199 Pelon 1976, σελ.279. Η ίδια διαμόρφωση του δαπέδου του δρόμου παρατηρείται και στους άλλους δύο θολωτούς του Κακοβάτου, στον θολ.τ, στο Βασιλικό, στον θολ.Β στο Θορικό και στον θολ.Α1 στον Μεδεώνα (πρβ για τον Θορικό και Gasche -Servais 1971, σελ.75). Επίσης και Κορρές 1976, σελ. 473.
200 Dörpfeld 1908, σελ.302. Ο ανασκαφέας αναφέρει ότι το ανώτερο τμήμα της θόλου είχε καταρρεύσει ήδη από την αρχαιότητα (εκτίμηση με την οποία συμφωνούν και νεώτεροι ερευνητές πρβ. Boyd 2002, σελ. 89). Το κατώτερο τμήμα είχε διατηρηθεί, αλλά υπέστη καταστροφές, όπως προαναφέρθηκε, από τους κατοίκους των γειτονικών χωριών.
201 Gasche-Servais 1971, σελ.75. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι χρησιμοποιούνται λίθοι ιδίων διαστάσεων τόσο στον θολωτό Α Κακοβάτου όσο και στον τάφο Β του Θορικού.
202 Dörpfeld 1908, σελ.302. Ο ανασκαφεύς θεωρεί αναμφίβολη τη χρήση πηλοκονιάματος, ως συνδετικού υλικού των λίθων.
203 Ό.π, σελ.302.
204 Santillo Frizell, 1997-98, σελ.107. Το αντίθετο συμβαίνει με τη χρήση μεγάλων, καλοπελεκημένων λίθων.
205 Dörpfeld 1908, σελ.299
206 Ό.π, σελ.306. Von dem Türsturz, der naturgemäss aus sehr grossen Steinblöcken hergestellt war, hat sich ein Stück gefunden. Pelon 1976, σελ.270. Σε περιπτώσεις θολωτών το υπέρθυρο ήταν κατασκευασμένο από τον ίδιο λίθο που είχε δομηθεί και η θόλος (πχ θολωτός τάφος Παναγιάς και Δαιμόνων στις Μυκήνες). Αντίθετα στη Μεσσηνία το υπέρθυρο ήταν συνήθως από κροκαλοπαγή λίθο και διαφοροποιείτο από το υλικό δομής του υπολοίπου μνημείου (πρβ. Ο θολωτός 1 στην Περιστεριά, ο θολωτός του Άνω Εγκλιανού). Το ίδιο παρατηρείται και σε μνημεία εκτός Μεσσηνίας, όπως ο θολωτός στο Μενίδι Αττικής. Γενικώς, λαμβανόταν ειδική μέριμνα και φροντίδα για το υπέρθυρο καθώς έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εξουδετέρωση των πολλαπλών εξωτερικών και εσωτερικών δυνάμεων, που ασκούνταν στη θόλο. O Santillo Frizell χαρακτηριστικά διακρίνει δύο στάδια κατασκευής θολωτών: το πρώτο όταν ο τοίχος φθάνει μέχρι το ύψος του ανωφλίου και το δεύτερο με την κατασκευή του ανωφλίου και της υπόλοιπης θόλου (πρβ.Santillo Frizell,1984, σ.49).
207 Dörpfeld 1908, σελ.302
Gasche-Servais 1971, σελ.49, 75. Ανάμεσα στις πολλές κατασκευαστικές ομοιότητες των δύο μνημείων (του θολ. Α Κακοβάτου και του θολ. Β του Θορικού) επισημαίνουν ότι τα τοιχώματα των ορυγμάτων ήταν κατακόρυφα. Στην περίπτωση του Θορικού το όρυγμα είχε σχήμα φρεατοειδές και περιέτρεχε τον τάφο μέχρι το ύψος του ανωφλίου.
208 Dörpfeld 1908, σελ.302. Gasche- Servais 1971, σελ.51, υποσ.1. Pelon 1976, σελ.
220. Cremasco-Laffineur 1999, σελ.142. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε πολλούς θολωτούς τάφους, οι οποίοι έχουν κτισθεί στην πλαγιά κάποιου λόφου, καθώς υπάρχει κάποια υπολογίσιμη υψομετρική διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές του τάφου. Παρόμοια ασυμμετρία, οφειλόμενη στην υψομετρική διαφορά παρατηρήθηκε και στον θολωτό τάφο Β του Θορικού.
209 Cavanagh-Laxton 1981, σελ.111, εικ.3
210 Pelon 1976, σελ.270, Gasche- Servais 1971, σελ. 53. Το ίδιο φαινόμενο παρουσιάζεται και στο θολωτό του Θορικού. Εκεί το πάχος του τοίχου ξεκινά από τα 0,90μ για να φθάσει το 1,55μ. στα 2,50μ. ύψος.
211 Pelon 1976, σελ.347.
212 Dörpfeld 1907, σελ.303, Cavanagh-Laxton 1981, σελ.111, Como 2007, σελ.41, υποσ.53. Αυτήν την ενδόκλιση παρατήρησε με οξυδέρκεια πρώτος ο αρχιτέκτονας Dörpfeld σημειώνοντας: Στο ύψος του 1μ η κλίση σε έναν τοίχο, πάχους 0,80μ, είναι περίπου 0,08μ, στο ύψος των 2,5μ, σε έναν τοίχο, πάχους 1,10μ η κλίση θα φθάσει τα 0,25μ. Αντίθετα η ενδόκλιση των τοιχωμάτων στο θολωτό Β του Θορικού υπήρξε λιγότερο εμφανής και έντονη. (πρβ. Gasche-Servais 1971, σελ.63, υποσ. 2), ενώ ασθενής κλίση προς το εσωτερικό του θαλάμου παρατηρείται και στον θολωτό τάφο Β του Κακοβάτου. Cremasco-Laffineur 1999, σελ.141. Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε στους θολωτούς Α και Β του Κακοβάτου και στον θολωτό Β στο Θορικό και όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Dörpfeld «eine solche starke Neigung der Lagerfugen nach innen ist bisher bei den Kuppelgräber meines Wissens nicht bemerkt worden».
213 Cavanagh-Laxton 1981, σελ.113. Βέβαια διατυπώνουν και την άποψη ότι η προοδευτική αύξηση του πάχους του τοίχου μπορεί να οφείλεται και στην τοποθέτηση της ανώμαλης επιφάνειας των λίθων προς το εσωτερικό της θόλου.
214 Dörpfeld 1908, σελ. 299.Pelon 1976, σελ.358. Το βάθος της οπής στον Ορχομενό ήταν μόλις 0,03μ. Como 2007, σελ.32.
215 Como 2007, σελ.44.
216 Cavanagh-Laxton 1981, σελ.111 και Dörpfeld 1908, σελ.303. Ο ανασκαφέας σημειώνει χαρακτηριστικά « jeder Stein in verticaler und zugleich horizontaler Richtung in einen Ring eingespannt».
217 Ημερολόγιο ανασκαφών, σελ.12
218 Pelon 1976, σελ.278 Müller 1909, σελ.326, 327.
219 Πρβ και Boyd 2002, σελ.189– 190.
220 Αυτοψία τον Αύγουστο του έτους 1998.
221 Ημερολόγιο Ανασκαφών, σελ.50 κ.εξ.
222 Ό.π
223 Dörpfeld 1908, σελ.309.
224 Ό.π.
225 Κορρές 1976, σελ.506. Συχνά τα δάπεδα των τάφων ήταν χαλικόστρωτα, ήδη από την νεολιθική εποχή (στην Κεφάλα Κέας). Η συνήθεια αυτή συνεχίζεται και στην ΠΕΧ σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο (Αγ. Φωτιά, Δρακόνες, θολωτός Β στον Πλάτανο, στο Σκάρο Λευκάδος) και επιβιώνει μέχρι τα ύστατα ΜΕ-πρώιμα υστεροελλαδικά χρόνια (Άφιδνα, Ζυγουριές, Βοϊδοκοιλιά, Λέρνα, Άργος, Κίρρα, Ελευσίνα, Ασίνη, Μυκήνες). Κατά τον Pelon (Pelon 1976, σελ.352) στα Νιχώρια της Μεσσηνίας ο θολωτός 6 είναι μερικώς πλακοστρωμένος (στην περιοχή της εισόδου), ενώ χαλικόστρωτο υπήρξε και το δάπεδο του θολωτού τάφου στο Σαμικό (πρβ. Παπακωνσταντίνου 1983, σελ.110). Πλακόστρωτο είναι το δάπεδο του θαλαμωτού τάφου Λ της Καλλιθέας Αχαίας (Αθ. Παπαδόπουλος, Ανασκαφή Καλλιθέας Πατρών, ΠΑΕ 1978, σελ.123. Η Βικάτου (Βικάτου 1997α, σελ.309) υποστηρίζει ότι και θαλαμωτός στη Βροχίτσα Ηλείας ήταν πλακόστρωτος (αλλά, πιθανώς, πρόκειται για τις καλυπτήριες πλάκες των λακκοειδών ταφών, που, λόγω του μικρού μεγέθους του θαλάμου, κάλυψαν ολόκληρο το βόρειο και δυτικό τμήμα του θαλάμου). Στον πρωτογεωμετρικό τάφο Λαμπρόπουλου στη θέση Λακκούλες στην Καρποφόρα Μεσσηνίας το δάπεδο καλύπτεται επίσης «δι’ ακανονίστων σχιστολιθικών πλακών, αίτινες δεν αρμολογούνται μεταξύ τους με ακρίβεια» (Χωρέμης 1973, σελ.62). Επιπλέον βλ. και Moschos 2000, σελ.13 και υποσ.39, όπου καταγράφει τις περιπτώσεις δαπεδόστρωσης.
226 Προκειμένου και οι δύο να διερευνήσουν την ύπαρξη ή μη λακκοειδούς τάφου (Dörpfeld 1908, σελ.310).
227 Ό.π. Ο ανασκαφέας παρατηρεί ότι η ύπαρξη σημείων από την αρχική κατεργασία των πλακών, καταδεικνύει τη μικρή διάρκεια χρήσης του.
228 Ό.π.
229 Ό.π. Χαρακτηριστικά αναφέρεται « Von einer Verschlussmauer der Tür, wie sie bei A noch zu erkennen war, ist keine Spur zum Vorschein gekommen». Όμως στο ημερολόγιο της ανασκαφής σημειώνεται η ύπαρξη αρκετά πολλών μικρών λίθων στην περιοχή της θύρας– στομίου (Ημερολόγιο Ανασκαφών, σελ.57 «In der Gegend, wo die Tür gewesen sein muss, ziemlich viele kleine Steine»).
230 Κορρές 1976, σελ.473. Κατά τον N. Valmin η κατασκευαστική αυτή λεπτομέρεια « είναι μία σαφής ένδειξη ότι οι κατασκευαστές των τάφων δεν σκόπευαν να αποκρύψουν τους τάφους κατά το δυνατόν εις τον λόφον ή εις το όρος». Ο Κορρές επισημαίνει ότι η διάνοιξη του δρόμου καθέτως προς την κλιτύ και την κατωφέρεια του λόφου θα απαιτούσε μεγαλύτερης εκτάσεως και εντάσεως εργασία.
231 Dörpfeld 1908, σελ.309
232 Ό.π.
233 Dörpfeld 1908, σελ.309
234 Pelon 1976, σελ.348. Τις κατασκευαστικές ομοιότητες των θολωτών Α και Β του Κακοβάτου με αυτές του θολωτού Β. του Θορικού έχουν επισημάνει και οι Gasche– Servais 1971.
235 Cremasco-Laffineur 1999, σελ.141.
236 Dörpfeld 1908, σελ. 309. Αποδεικνύεται και σε αυτήν την περίπτωση η στενή σύνδεση των υποτύμβιων ταφικών μνημείων με τους θολωτούς τάφους της ηπειρωτικής Ελλάδος (Δεϊλάκη 1980, σελ. 228)
237 Ό.π. Pelon 1976, σελ.347
238 Cremasco-Laffineur 1999, σελ.142. Η αύξηση του πάχους βοηθά στη στατικότητα της θόλου παρά τις υψομετρικές διαφορές του φυσικού εδάφους.
239 Dörpfeld 1908, σελ.311. Το μνημείο βρίσκεται ουσιαστικά προ της εισόδου του οικισμού.
240 Ό.π.
241 Dörpfeld 1908, σελ.312
242 Ό.π.
243 Ό.π., σελ. 313 Pelon 1976, σελ.364. Οι ταφικοί λάκκοι στους δύο τάφους του Κακοβάτου βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτόν του Βαφειού.
244 Dörpfeld 1908, σελ.312. Αλλά και ό.π. υποσημ.188.
245 Pelon 1976, σελ.276. Η απουσία δρόμου θεωρείται ένδειξη πρωιμότητας του ταφικού μνημείου. Αντίθετα οι Cavanagh-Mee (Cavanagh-Mee 1998, σελ.45) δεν υιοθετούν το προαναφερθέν στοιχείο ως σαφές κριτήριο πρωιμότητας, καθώς πιθανόν να οφείλεται σε προσπάθεια μείωσης του κόστους κατασκευής.
246 Dörpfeld 1908, σελ.312
247 Ό.π., σελ.313-314
248 Dörpfeld 1908, σελ.312.Σημειώνεται ότι το μικρό πάχος των τοιχωμάτων και η ύπαρξη ταφικού λάκκου αρχικά τον (Dörpfeld) οδήγησαν στην σκέψη ότι δεν πρόκειται για θολωτό τάφο αλλά ταφικό κύκλο. Η κατασκευή όμως του κυλινδρικού λαξεύματος τον έπεισαν περί της υπάρξεως θολωτού.

554 Για τα προερχόμενα από τους θολωτούς του Κακοβάτου κτερίσματα πρβ και K.Müller, Alt Pylos, AM 34, 1909, σελ.269-328, Kalogeropoulos 1998, σελ.128–135 (1-18), σελ.135–136 (19–21) και 136 (22–23).
555 Παπακωνσταντίνου 1983, σελ.110.
556 Ιακωβίδης 1969, σελ.123. Παρουσιάζεται περιληπτικώς το σύνολο των εθίμων ταφής, κατά την ΥΕΧ.
557 Κορρές 1976, σελ. 502, Kontorli – Papadopoulou 1995, σελ.121. Χωρίς να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να είχαν προσφερθεί από τους συγγενείς του αποβιώσαντος ως ένδειξη κοινωνικής αποδοχής και αναγνώρισης. Τα ευρήματα επισημαίνονται σε πολλούς μυκηναϊκούς τάφους της ΥΕΙ – ΙΙ (στο Καπακλί Βόλου, στους τρεις θολωτούς της Περιστεριάς, στην Τραγάνα τ.1, στο Γουβαλάρη τ.1, στους θολωτούς τάφους του Εγκλιανού και στο Βαφειό).
558 Εσκεμμένα χρησιμοποιείται η λέξη «νεκροί» και όχι γυναικείες/ανδρικές ταφές, καθώς η ανεύρεση κοσμημάτων δεν προδικάζει την ύπαξη ανδρικής ή γυναικείας ταφής (πρβ Kilian – Dirlmeier 1987-88, σελ.289 – 290).
559 Boyd, 2002, σελ.77.
560 Konstantinidi 2001, σελ. 246 και 247 (χωρίς να αποκλεισθεί και η πιθανότητα ανδρικής ταφής).
561 Προσφορά χάλκινων μακρών ξιφών τύπου Α σημειώνεται και σε άλλα ταφικά μνημεία της ΥΕΙ/ΙΙ (θολωτός 2 στο Ρούτση, Βαγενά, Εγκλιανός V και Περιστεριά τάφος της ΜΕ/ΥΕΙ).
562 Κορρές, 1976, σελ. 503, Κορρές 1977, σελ.311– 312 (λεπτομερής περιγραφή κεκαμμένου ξίφους από ΜΕ/ ΥΕΙ τάφο Περιστεριάς) και 314 (για επιβίωση εθίμου στους ιστορικούς χρόνους), Korres 1984, σελ. 22, Kontorli – Papadopoulou ό.π, σελ. 119, Cavanagh– Mee 1998, σελ. 52. Κεκαμμένα ξίφη μυκηναϊκών χρόνων προέρχονται: από τον θολωτό τάφο Βαγενά στον Εγκλιανό, ΜΕ/ ΥΕ τάφο Περιστεριάς, θολωτό τάφο 2 στο Ρούτσι, θολωτός τάφος 2 στην Ακόνα/ Κουκουνάρα, θολωτός «Α» 6 στο Γουβαλάρη. Η κάμψη μαχαιριών και ξιφών μπορεί να ήταν πλήρης (μέχρι και 160ο ) αλλά και μικρότερη (45ο - 90ο ) πρβ και Κορρές 1977, σελ. 314. Η Καράντζαλη ( Karantzali 2001, σελ.23) κάνει λόγο για «θάνατο» και άλλων αντικειμένων, όπως αγγείων, με τη θραύση μίας λαβής ή ενός μικρού τμήματος των. Η Κοκκοτάκη (Κοκκοτάκη 1991, σελ. 43) αναφέρει την ύπαρξη «κεκαμμένης» αιχμής δόρατος στον θαλαμωτό τάφο Αλποχωρίου και τη συνδέει με το συγκεκριμένο έθιμο ταφής.
563 Ο τάφος Α και ένας από τους λάκκους του θαλάμου στο Σαμικό.
564 Η ανεύρεση της πλειονότητας των λιθίνων αγγείων σε ταφικά σύνολα υποδηλώνει το λατρευτικό– θρησκευτικό τους χαρακτήρα ( Rehak 1997, σελ.53). Ο Σακελλαράκης ( Sakellarakis 1976, σελ. 186), αντίθετα, σημειώνει, πως, εκτός της λατρείας, τα λίθινα αγγεία είχαν και χρηστικό χαρακτήρα. Δεν πρέπει να αποκλεισθεί και η χρήση τους ως “prestige item”, κτερίσματα δηλ. που προέβαλαν τον οικονομική δύναμη ή την κοινωνική θέση του ενταφιασθέντος.
565 Ή τοποθετούνταν και για πρακτικούς– χρηστικούς λόγους, δηλ. η συχνή χρήση των τάφων για την εναπόθεση νεκρών απαιτούσε τον φωτισμό του χώρου και συνεπώς τη χρήση των λύχνων (πρβ. και Lewartowski 2000, σελ.43).
566 Ενδεικτικά αναφέρονται οι αρχαιολογικές θέσεις της ΝΔ Πελοποννήσου, όπου εντοπίσθηκαν λίθινα αγγεία: στο Γουβαλάρη και τις Φυτιές Πυλίας, στο θολωτό 1 της Τραγάνας, στους θολωτούς IV και V στον Εγκλιανό, στους τάφους 1 και 2 της Περιστεριάς, στην Άνθεια, στην Ανάληψη, στην Πελλάνα και το Βαφειό (Boyd, ό.π, σελ.76, Chatzi 1999, σελ.348). Korres 1984, σελ. 5 η παρουσία των οποίων μειώνεται δραστικά στην ΥΕΙΙΙ.
567 Gallou 2005, σελ.49.
568 Πιθανώς εισηγμένα, αναλυτική παρουσίαση των ευρημάτων θα ακολουθήσει στα οικεία κεφάλαια.
569 Η ανεύρεση του ιδίου αντικειμένου και σε άλλους θολωτούς της ΝΔ Πελοποννήσου (Περιστεριά, Εγκλιανός πρβ Κορρές 1976, σελ.477) οδήγησε τονΜαρινάτο να υποστηρίξει την άποψη ότι η γλαύκα υπήρξε το «έμβλημα» της δυναστείας, που διαφέντευε την περιοχή αυτή (Sp. Marinatos, Die Eulegöttin von Pylos, AM 83, 1968, σελ.170– 171).
570 Konstantinidi 2001, σελ. 233. Η ερευνήτρια διακρίνει τα κοσμήματα σε αυτά της καθημερινότητας και σε εκείνα που προορίζονται αποκλειστικώς για ταφική χρήση. Το αυτό ισχύει και για τα λοιπά ευρήματα.




Printfriendly