.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Επιγραφικές μαρτυρίες για λατρείες στη Μεσσήνη


Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφθηκε τη Μεσσήνη γύρω στα μέσα του +2ου αι., είχαν περάσει σχεδόν τρεις αιώνες από τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Πελοποννήσου (-146) και περίπου 530 χρόνια από την ίδρυση της πόλης (-369).
Εντούτοις, η Μεσσήνη, σε αντίθεση με άλλες πόλεις, διατηρούσε ακόμα την αίγλη του ελληνιστικού παρελθόντος και ήταν ένα σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και καλλιτεχνικό κέντρο1.
Ο Παυσανίας αφιερώνει τρία κεφάλαια (IV,31.6- 33,2) για την περιγραφή της πόλης και της Ιθώμης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα τα οικοδομήματα, τα ιερά, οι ναοί, τα λατρευτικά αγάλματα και άλλα έργα γλυπτικής που μνημονεύει στο κείμενό του2, έχουν αποκαλυφθεί ή επιβεβαιωθεί από τα ανασκαφικά ευρήματα, αφού η Μεσσήνη έχει την τύχη να ανασκάπτεται συστηματικά για μισό σχεδόν αιώνα.
Οι επιγραφές που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα μαρτυρούν και λατρείες που δεν μνημονεύει ο Παυσανίας, είτε επειδή δεν λειτουργούσαν τα ιερά στην εποχή του είτε επειδή ο Περιηγητής έκρινε ότι δεν ήταν αξιομνημόνευτη η καταγραφή τους3. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η παρουσίαση αυτών των επιγραφών.


Αθηνά

ΑΕ 18047 (εικ.1). Πεσσίσκος από ασβεστόλιθο, σπασμένος κάτω και με ελαφρές αποκρούσεις άνω. Απολήγει σε ταινία και κυμάτιο. Στην άνω πλευρά υπάρχει εγκοπή τόρμου για τη στήριξη του αναθήματος, μάλλον χάλκινου αγαλματιδίου. Βρέθηκε το 2013 στη Δυτική πτέρυγα της Αγοράς. Ύψος (σωζ.) 0,325 μ., πλάτος 0,215 μ., πάχος 0,165 μ. Ύψος γραμμ. 0,015 μ. (το όμικρον 0,012 μ.). Θέμελης 2013, 84-85, πίν. 54α (SEG 63, 292).
Τερπίχα
Ἀθάναι.
vacat
Από τη μορφή των γραμμάτων η επιγραφή χρονολογείται στα τέλη του -3ου αι.
Το όνομα της αναθέτριας, παραγόμενο από το ρήμα τέρπω και το υποκοριστικό θηλυκό επίθημα- ίχα4 (πρβλ. Ὀλυμπίχα, Ἱππίχα, Σωτηρίχα), μαρτυρείται για πρώτη φορά.
Η Αθηνά λατρευόταν και με την επίκληση Κυπαρισσία, όπως προκύπτει από μια ιδιαίτερη κατηγορία επιγραφών, τους καταλόγους κιστιοκόσμων και προστατῶν, που χρονολογούνται στα τέλη του -4ου και στον -3ο αι. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί 13 πεσσόσχημες ασβεστολιθικές στήλες5, από τις οποίες οι τρεις είναι ευρήματα των παλαιών ανασκαφών του Αν. Ορλάνδου. Οι στήλες έχουν τη μορφή παραστάδος, ύψους 1,50- 1,80μ., πλάτους 0,30μ. και πάχους 0,15- 0,18μ. Ο τύπος της αναγραφής είναι κοινός, με ελάχιστες αποκλίσεις (εικ.2): ἐπὶ ἱερέος τοῦ δεῖνος (όχι πάντοτε), κιστιόκοσμοι καὶ προστάται, Ἀθάναι Κυπαρισσίαι (ή τᾶι Κυπαρισσίαι). Ακολουθεί κατάλογος ονομάτων, που μόνο σε δύο περιπτώσεις συνοδεύονται από πατρωνυμικά.


Τρεῖς στήλες που σώζονται ακέραιες, παρέχουν τον αριθμό των κιστιοκόσμων και προστατῶν, οι οποίοι είναι 28 (εικ.2). Κάποια ονόματα είναι σπάνια ή μαρτυρούνται για πρώτη φορά μεταξύ των Μεσσηνίων.
Ιερό Αθηνάς Κυπαρισσίας μνημονεύει ο Παυσανίας στην ομώνυμη μεσσηνιακή πόλη (IV,36.7) και στην ακρόπολη του λακωνικού Ασωπού, κάτω από την οποία υπήρχε και εκεί πόλη ονομαζόμενη Κυπαρισσία κατά τον Στράβωνα (VIII,363) ή των Παρακυπαρισσίων Ἀχαιῶν κατά τον Παυσανία (III,22.9).
Οι κιστιόκοσμοι είναι άγνωστοι από άλλες πηγές. Το όνομα είναι σύνθετο, παραγόμενο από τα ουσιαστικά κίστη και κόσμος, όπως λ.χ. το προσηγορικό κλινόκοσμοι (οι αρμόδιοι για τη στρώση της κλίνης κατά τη διάρκεια εορτών). Κατ᾿ αναλογίαν κιστιόκοσμος είναι ὁ κοσμῶν τὰς κίστας, πιθανότατα για την εορτή προς τιμή της Αθηνάς Κυπαρισσίας. Την ερμηνεία του πρώτου συνθετικού παρέχει ο Ησύχιος (κ 99): κίστη· ἀγγεῖον πλεκτόν, εἰς ὃ βρῶμα ἐνετίθετο καὶ ἱμάτια. κιβωτός. Στην πομπή των μυστηρίων της Ανδανίας, μετά τον ιεροφάντη Μνασίστρατο, τον αγωνοθέτη, τους ιεροθύτες και τους αυλητές, ακολουθούσαν αἱ παρθένοι αἱ ἱεραί... ἄγουσαι τὰ ἅρματα ἐπικείμενα {ς} κίστας ἐχούσας τὰ ἱερὰ μυστικά (IGV1,1390, στ. 29-30).
Οι προστάται απαντούν ως πολιτικό αξίωμα σε πόλεις ή κοινά, αλλά και ως επικεφαλής αξιωματούχων των ιερών πραγμάτων, όπως προστάται δαμιοργῶν, ναοποιῶν, ἐρανιστῶν. Οι λέξεις κιστιόκοσμοι καὶ προστάται απαντώνται μαζί μόνο στους εν λόγω καταλόγους από τη Μεσσήνη. Από τη διάταξη των ονομάτων των αναθετών προκύπτει ότι και οι δύο αυτοί τίτλοι κατηγορούνται στα ίδια πρόσωπα, δεν πρόκειται δηλαδή για δύο χωριστά σώματα αξιωματούχων, αλλά για ένα. Δεν είναι σαφές αν η αρχή τους αφορούσε μόνο στη λατρεία της Αθηνάς ή είχε και πολιτική διάσταση. Η διάρκεια της θητείας του σώματος ήταν ενιαύσια, αφού ο αναγραφόμενος ιερέας είναι ο ιερεύς του Διὸς τοῦ Ἰθωμάτα, ο επώνυμος της Μεσσήνης.
Από τον τόπο εύρεσης των 13 στηλών, δεν συνάγεται η θέση του ιερού της Αθηνάς Κυπαρισσίας. Οι στήλες βρέθηκαν κατά το Ν και ΒΔ μέρος του Ασκληπιείου και στη ΝΔ περιοχή της Αγοράς. Ο Παυσανίας δεν μνημονεύει το ιερό, επειδή, όπως προκύπτει από τη χρονολόγηση των καταλόγων, η λειτουργία του είχε μάλλον διακοπεί από τον -2ο αι.



Απόλλων Αγυιεύς

1) Αρ. Ευρ.117 (εικ.3). Μικρή ορθογώνια κυματιοφόρος στήλη από ασβεστόλιθο, σπασμένη κάτω και στο άνω αριστερό μέρος. Στην πρόσθια πλευρά, κάτω από τις επιγραφές υπάρχει ορθογώνιο λάξευμα για την ένθεση αναγλύφου ή πίνακος. Παλαιό εύρημα, αγνώστου προελεύσεως. Φέρει δύο επιγραφές διαφορετικού είδους και διαφορετικών χρόνων (Α,Β). Ύψος (σωζ.) 0,36μ., πλάτος 0,235μ., πάχος 0,16μ. Ύψος γραμμ. Α: 0,02μ., Β: 0,007μ. IGV1,1441.
Β Ἀγείτας.
Α Ἀπόλλωνι Ἀγυιεῖ
Ἁμέτερος Ἀλεξιμάχο<υ>.

Α2: Ελλιπής χάραξη του Υ, Ἀλεξίμαχος Kolbe (IG).
Η στήλη είχε δύο χρήσεις, ως αναθηματική (επιγραφή Α) κατά τα τέλη του -3ου αι. και ως επιτύμβια (επιγραφή Β) στον +1ο αι.
Α, στ. 2: Το όνομα Ἁμέτερος, παραγόμενο από την κτητική αντωνυμία6 ἁμέτερος, -α, -ον, μαρτυρείται για πρώτη φορά. Απαντάται όμως το θηλυκό Ἁμετέρα στη γειτονική Μεγαλόπολη7. Το Ἀλεξίμαχος είναι κοινότατο. Και τα δύο ονόματα μαρτυρούνται για πρώτη φορά μεταξύ των Μεσσηνίων.



2) ΑΕ 4215 (εικ.4). Στήλη από ασβεστόλιθο, απολήγουσα σε ταινία και κυμάτιο, σπασμένη κάτω και στην άνω αριστερή γωνία. Βρέθηκε τυχαία περί τα 100μ. Α της κρήνης Αρσινόης, δηλ. κατά το ΒΔ μέρος της Αγοράς. Ύψος (σωζ.) 0,665μ., πλάτος 0,385μ., πάχος 0,15μ. Ύψος γραμμ. 0,022 μ. (το όμικρον 0,01μ.). Θέμελης 1992α, 83-84 (SΕG 43, 148). Πρβλ. Themelis 2010, 114.
Ἀπόλλωνι Ἀγυιεῖ.
vacat
Από τη μορφή των γραμμάτων η ανάθεση χρονολογείται στα τέλη του -4ου ή στις αρχές του -3ου αι. Αξιοσημείωτη είναι η απουσία του ονόματος του αναθέτη.
Παρόλο που η επιγραφή είναι τυχαίο εύρημα, είναι η μόνη ένδειξη για τη θέση του ιερού στην Αγορά της Μεσσήνης. Και οι δύο αναθέσεις στον Απόλλωνα Ἀγυιέα χρονολογούνται στα τέλη του -4ου και στον -3ο αι., όπως και οι κατάλογοι των κιστιοκόσμων της Αθηνᾶς Κυπαρισσίας. Αυτά τα δύο ιερά δεν μνημονεύονται από τον Παυσανία· πιθανόν να μην λειτουργούσαν στην εποχή του.
Το ουσιαστικό ἄγυια (-ᾶς) σημαίνει ὁδός και απαντάται κατά κανόνα στον πληθυντικό αριθμό (LSJ9, s.v.). Η κατάληξη –υια παραπέμπει στη μετοχή ενεργητικού Παρακειμένου και η ρίζα στο ρήμα ἄγω. Από το ουσιαστικό παράγεται το επίθετο ἀγυιαῖος και τα ουσιαστικά ἀγυιάτης8 και ἀγυιεύς (ἔφορος τῶν ἀγυιῶν, ἐφόδιος)· και τα δύο προσηγορικά αποδίδονται στον Απόλλωνα9.
Οι πρωιμότερες φιλολογικές μαρτυρίες ανάγονται στον -5ο αι. Στους Σφῆκες του Αριστοφάνους (875) ο Βδελυκλέων αναφωνεί: ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ γεῖτον Ἀγυιεῦ, τοὐμοῦ προθύρου προπύλαιε και ο αρχαίος σχολιαστής εξηγεί (Scholia in vespas, v.875c): ἔθος ἦν πρὸ τῶν θυρῶν κίονας εἰς ὀξὺ λήγοντας ἱδρύειν καὶ ἐπάνω τούτων ἄγαλμα Ἀπόλλωνος ἀγυιέως ὀνομαζόμενον. Και οι λεξικογράφοι (Ἡσύχιος, Αρποκρατίων, Φώτιος, Πολυδεύκης και Σούδα) παραδίδουν στα σχετικά λήμματα την ίδια ερμηνεία: Ἀγυιεύς· ὁ πρὸ τῶν αὐλείων θυρῶν κωνοειδὴς κίων, ἱερὸς Ἀπόλλωνος, καὶ αὐτὸς θεός. Ενεπίγραφοι λίθοι με τριγωνική απόληξη έχουν ερμηνευθεί ως ανεικονικά σύμβολα του Απόλλωνος Ἀγυιέως. Ἀγυιεύς, λοιπόν, και ο προ των θυρών οβελίσκος ή βωμός και ο θεός στον οποίον θυσίαζαν, ο Απόλλων. Η υπόσταση αυτή είναι κοντινή με εκείνη του Λοξίου, του Προστατηρίου και του Ἀλεξικάκου. Χρησμός του μαντείου των Δελφών προς τους Αθηναίους10, ορίζει τις θυσίες για την ἀγαθὴ τύχη του δήμου· μεταξύ των θεοτήτων που την επιφέρουν είναι και ο Απόλλων Ἀγυιεύς: Περὶ ὑγιείας θύειν καὶ εὔχεσθαι Διὶ ὑπάτῳ, Ἡρακλεῖ, Ἀπόλλωνι προστατηρίῳ· περὶ τύχας ἀγαθᾶς Ἀπόλλωνι ἀγυιεῖ, Λατοῖ, Ἀρτέμιδι, καὶ κατ’ ἀγυιὰς κρατῆρας ἱστάμεν.
Από τον Παυσανία και τις επιγραφικές πηγές η λατρεία του Απόλλωνος Ἀγυι έ ως11 μαρτυρείται στην Αττική12, στη θεσσαλική Φάρσαλο13 και από την Πελοπόννησο, στο Άργος14, τη Μεγαλόπολη15 και την Τεγέα16.



Άρτεμις

Ο Παυσανίας μνημονεύει τα δαμοφώντεια αγάλματα της Αρτέμιδος Φωσφόρου (IV,31.10) και της Αρτέμιδος, της καλουμένης Λαφρίας (IV,31.10), αλλά οι επιγραφές μαρτυρούν λατρεία Αρτέμιδος Ὀρθείας και Λιμνάτιδος.
Η ταύτιση Φωσφόρου και Ὀρθείας είναι βέβαιη μετά την αποκάλυψη των δύο ιερών της Ὀρθείας στην περιοχή του Ασκληπιείου, του Αρτεμισίου (οίκος Κ) στη Δ πτέρυγα και του ναΐσκου στο άνδηρο της ΒΔ γωνίας17. Ένα από τα ευρεθέντα θραύσματα του δαμοφώντειου λατρευτικού αγάλματος της Ὀρθείας είναι το δεξιό χέρι που κρατά δάδα. Η Ὀρθεία εικονιζόταν ως φωσφόρος με λαμπάδα στο χέρι. Ο Παυσανίας χρησιμοποίησε το επίθετο φωσφόρος για να περιγράψει τον εικονογραφικό τύπο του αγάλματος της Ὀρθείας18.
Μικρή στήλη αναθήματος (εικ.5) με την επιγραφή Σωτέλης | Ἀρχόι | Λιμνᾶτι | ἱερατεύσαντε̣ (ΙGV1,1442), η οποία βρέθηκε το 1843 από τον Les Βas στη θέση Σπέλουζα (ΒΑ του χωριού Μαυρομμάτι, στο μέσον περίπου της απόστασης προς την κορυφή της Ιθώμης), τον οδήγησε στην ταύτιση των παρακειμένων θεμελίων του ναΐσκου με το ιερό της Λιμνάτιδος19. Η λατρεία μαρτυρείται και από άλλες δύο επιγραφές20, αγνώστου, όμως, προελεύσεως. Ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης θεωρεί πιθανή την ταύτιση Λαφρίας και Λιμνάτιδος· όπως και στην περίπτωση της Φωσφόρου, η Λαφρία του Παυσανία δεν δηλώνει επωνυμία της Αρτέμιδος21. Ο λεξικογράφος Ησύχιος μαρτυρεί κι άλλην Αρτέμιδα στη Μεσσήνη στο λ. ἐλεία ἢ ἔλα· ἡ τοῦ ἡλίου αὐγή. ἢ πόμα. ἢ ὕδωρ ἅλας ἔχον καὶ εἶδός τι μέλους. καὶ Ἥρα ἐν Κύπρῳ. καὶ Ἄρτεμις ἐν Μεσσήνη. Το επίθετο παράγεται εκ του ἕλος (πρβλ. Σούδα, s.v. ἑλείας πρὸς αὐλῶ νας). Η επωνυμία22 μπορεί να θεωρηθεί ταυτόσημη με την επίκληση Λιμνᾶτις23, εξαιτίας της σημασιολογικής συγγένειας των όρων ἕλος και λίμνη.
Δύο αναθηματικές επιγραφές, που χρονολογούνται από τη μορφή των γραμμάτων στον -3ο αι., μαρτυρούν άλλες δύο επικλήσεις της Αρτέμιδος, Ἐνοδία και Σώτειρα.



1) ΑΕ 10159 (εικ.6). Τεμάχιο πρισματικού πεσσίσκου από ασβεστόλιθο, σπασμένο άνω και κάτω και απολεπισμένο κατά το δεξιό κυρίως μέρος της ενεπίγραφης επιφάνειας. Βρέθηκε το 1998 στο Γυμνάσιο, στην επίχωση του στίβου του Σταδίου. Ύψος (σωζ.) 0,18μ., πλάτος (πλευράς) 0,15μ. Ύψος γραμμ. 0,01μ. Θέμελης 1998, 120-121, αρ.1, (SΕG 48, 505).
[.]ωτιχόι
Ἀρτέμ[ιτι]
Ἐνοδί[αι].
vacat
1 [Ζ]ωτιχόι ή [Σ]ωτιχόι.
Στ. 1: Το όνομα της αναθέτριας έχει την κατάληξη –όι, την οποία έχουν και άλλα γυναικεία ονόματα στη Μεσσήνη24. Η κανονική κατάληξη είναι –ώ και οι δωρικές παραλλαγές της –ώι και –όι, λ.χ. Νικώ (δωρ. Νικώι, Νικόι), Γοργώ (δωρ. Γοργώι, Γοργόι). Από τις επιγραφικές μαρτυρίες είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για τη χρήση του ΩΙ αντί του Ω (παρασιτικό γιώτα), το οποίο απαντάται στους ύστερους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους, αλλά ότι είναι φαινόμενο της δωρικής διαλέκτου25. Το όνομα [Ζ]ωτιχόι ή [Σ]ωτιχόι μαρτυρείται για πρώτη φορά στην Πελοπόννησο· αλλά και τα ανδρικά Ζώτιχος και Σώτιχος απαντώνται σπανίως26.
Στ. 3: Η Ἐνοδία είναι κυρίως γνωστή από τη Μακεδονία27, τη Θεσσαλία28 και την Εύβοια29. Στην Πελοπόννησο, μαρτυρείται επιγραφικά στην Επίδαυρο30. Κατά τους λεξικογράφους31, Ἐνοδία είναι η Άρτεμις και η Εκάτη, ἐνόδιος δε και ο Ερμής.
Ενδιαφέρον είναι το χωρίον από τον σχολιαστή του Πλάτωνος (Νόμων 914b) που συσχετίζει τον Απόλλωνα Ἀγυιέα και την Άρτεμιν Ἐνοδίαν: ἐνοδίαν δαίμονα τὴν Ἄρτεμιν ἤτοι τὴν Σελήνην φησίν, ἐπεὶ καὶ ὁ Ἀπόλλων Ἀγυιεύς, καὶ γὰρ ἄμφω τὰς ὁδοὺς πληροῦσι φωτός, ὁ μὲν ἡμέρας, ὁ ἥλιος, ἡ δὲ νυκτός. διὸ καὶ ἱδρύουσι τούτους ἐν αὐταῖς. ἀλλὰ καὶ τὸν Ἑρμῆν ἐνόδιον καὶ ἡγεμόνιον λέγουσιν, ὡς δέον αὐτῷ πρὸς τὰς πράξεις ἡγεμόνι χρῆσθαι. καὶ τοῦτον δὲ ἐπὶ τῶν ὁδῶν διὰ τοῦ - το ἀνεστήλουν.
Η ἐπιγραφή δεν βρέθηκε in situ, προέρχεται πάντως απὸ την περιοχή του Σταδίου, στον ευρύτερο χώρο του οποίου έχουν βρεθεί άλλα δύο αναθηματικά μνημεία του -3ου αι., που σχετίζονται με λατρεία της Αρτέμιδος32.

2) ΑΕ 16303 (εικ.7). Αναθηματικός πεσσίσκος από ασβεστόλιθο, σπασμένος άνω και κάτω. Βρέθηκε το 2009, χτισμένος σε νεώτερο μανδρότοιχο ΝΑ του Ασκληπιείου. Ύψος (σωζ.) 0,415μ., πλάτος 0,115μ., πάχος 0,125μ. Ύψος γραμμ. 0,01-0,012μ. Θέμελης 2009, 93-94, ἀρ.3, πίν.62α (SEG 59, 420).
vacat 0,09
Ἀρτέμιτ[ι]
Σωτείραι
Νίκων
Θεότιμο[ς]
5 [Ἀ]ριστο-
φάνης
Ἀριστο-
μένης.
vacat 0,155
Πρόκειται για ανάθεση τεσσάρων ανδρών στην Άρτεμιν Σώτειραν. Η μεταξύ τους σχέση δεν προκύπτει από το κείμενο. Από τα ονόματα των αναθετών, το Ἀριστοφάνης απαντάται για πρώτη φορά μεταξύ των Μεσσηνίων.
Με την επίκληση Σώτειρα, η Άρτεμις στην Πελοπόννησο μαρτυρείται επιγραφικά στην Επίδαυρο33 και την Τεγέα34. Στην αγορά της Μεγαλόπολης, ο Παυσανίας είδε στα αριστερά του λατρευτικού αγάλματος του Διός Σωτῆρος, άγαλμα της Αρτέμιδος Σωτείρας· και τα δύο ήταν πεντελικού μαρμάρου και έργα Αθηναίων γλυπτών35.



Διόνυσος

Για τη λατρεία του Διονύσου διαθέταμε μόνο μια έμμεση μαρτυρία του Παυσανία: αναφερόμενος στη γεωγραφική θέση της Μεσσήνης, επιχειρεί να ετυμολογήσει την ονομασία του όρους Εὔα. Κατά τον Περιηγητή προήλθε από το βακχικό ἐπίφθεγμα εὐοῖ που αναφώνησε εκεί πρώτος ο Διόνυσος και μαζί ο θίασος των γυναικών που τον ακολουθούσαν36. Οι επιγραφές που ήρθαν στο φως τα τελευταία χρόνια τεκμηριώνουν με ασφάλεια την τέλεση του αγώνος των Διονυσίων, αλλά και την ύπαρξη ιερού.
1) ΑΕ 14564 (εικ.8-9). Ορθογώνιο βάθρο από ασβεστόλιθο, μετά της βάσεώς του.
Έχει αποκρούσεις στην άνω δεξιά γωνία και κατά το πίσω δεξιό μέρος. Φέρει αγκώνες στις πλαϊνές πλευρές και στην άνω επιφάνεια δύο τόρμους (διαγωνίως) για τη στήριξη της στέψης, η οποία έφερε χάλκινο ανδριάντα. Βρέθηκε το 2005 στην ορχήστρα του θεάτρου και είναι τοποθετημένο στα δεξιά λίθινου θρόνου με λεοντοπόδαρα, που ίσως ανήκε στον ιερέα του Διονύσου.
Ύψος 0,85μ., πλάτος 0,64μ., πάχος 0,40 μ. Ύψος γραμμ. 0,015-0,025 μ. (στ.1-2), 0,015μ. (στ.3). Θέμελης 2005, 44-45, πίν.25β (SΕG 55, 513). Πρβλ. Θέμελης 2009β, 96-97. Θέμελης 2010, 26-27, εἰκ.24.
Σόφων Λυσικράτε[ος]
ἀγωνοθετήσας Διονυσί[οις].
vacat 0,18
Καλλικράτης, Λύσων ἐποίησαν.

Η επιγραφή, από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται στα τέλη του 3ου ή στις αρχές του -2ου αι.
Στ. 1: Ο αναθέτης και αγωνοθέτης των Διονυσίων είναι άγνωστος προσωπογραφικώς. Το όνομα Σόφων απαντάται για πρώτη φορά μεταξύ των Μεσσηνίων.
Στ. 3: Την υπογραφή του Καλλικράτους φέρει και άλλο βάθρο ανδριάντος από τη Μεσσήνη37. Μαρτυρείται περί το -206 γλύπτης Καλλικράτης Ἀθηναῖος στην Επίδαυρο (IGIV2,1,306C, στ.4), που λόγω της χρονολογικής προσέγγισης, παρά την απουσία του εθνικού, είναι πιθανό να ταυτίζεται με τον γλύπτη του ανδριάντα του Σόφωνος. Ο Λύσων δεν είναι γνωστός από άλλες πηγές.



2) ΑΕ 11897, 14646 (εικ.10). Δύο συνανήκοντα θραύσματα λίθινης λεκάνης περιρραντηρίου. Βρέθηκαν μπροστά στο προσκήνιο του θεάτρου μαζί με άλλα ανεπίγραφα θραύσματα.
Ύψος (σωζ.) 0,085μ. (ύψος χείλους 0,055μ.), πλάτος (σωζ.) 0,22μ., πάχος (σωζ.) 0,095μ. Ὕψος γραμμ. 0,028- 0,032μ. Θέμελης 2007, 26, πίν. 24 (SΕG 57, 375). Θέμελης 2010, 27.
[- - - -]ρίδας [- - - - -] Διονύσω[ι - - -].

Το όνομα του αναθέτη μπορεί να συμπληρωθεί ποικιλοτρόπως, λ.χ.[Θεα]ρίδας, [Σωτη]ρίδας, [Εὐμα]ρίδας κ.ά. Είναι ελκυστική, αλλά όχι απολύτως ασφαλής, η συμπλήρωση [Διοσκου]ρίδας [Ἀντικράτεος], αφού μαρτυρείται από δύο αναθέσεις που έκανε ως αγωνοθέτης, τη μία στο πρώτο ιερό της Ὀρθείας38 και την άλλη στον Δία Σωτῆρα39.

3) ΑΕ 13306. Τιμητικό ψήφισμα των Σμυρναίων για Μεσσηνίους δικαστές40 (περί τα μέσα του -2ου αι.). Το ψήφισμα μαρτυρεί ότι ο αγώνας των Διονυσίων ετελείτο κατ᾽ έτος και ότι κατά την εορτή γινόταν η αναγόρευση στεφάνων των ευεργετών της πόλεως: καὶ παρακαλεῖν τὸν δῆμον τὸν | Μεσσηνίων ἐπιμέλειαν ποιήσασθαι ὅπως οἱ στέφανοι οἱ ἐψηφισμένοι αὐτῶι καὶ τοῖς δι|κασταῖς ἀναγορεύωνται καθ᾿ ἕκαστον ἔτος ἐμ Μεσσήνηι ἔν τε τοῖς Ἰθωμαίοις καὶ Διονυσί|οις ὅταν καὶ αὐτοὶ τοὺς εὐεργέτας στεφανῶσιν.

4) ΑΕ 15918. Ψήφισμα των Πυλίων προς τιμήν Μεσσηνίου ευεργέτη τους41, χρονολογούμενο στα τέλη του -1ου αι. Προβλέπεται ότι η αναγόρευση των δωρεών
και του τιμητικού στεφάνου θα γίνει στον αγώνα των Διονυσίων (στ.19-20): ἀνα[κ]αρ̣[ῦ]ξ̣αι δὲ | καὶ τοὺς δαμιοργοὺς τὰς τιμάς, στεφαν[ῶσαι δὲ] Ἀρ̣|χέδαμον Φιλοστράτου Μεσσάνιον ἔν τε τοῖς Διονυσίοις τ̣οῖς |ἐμ Μεσσάναι.



5) ΑΕ 18208 (εικ.11). Άνω δεξιό μέρος ασβεστολιθικής στήλης42, που απολήγει σε ταινία και κυμάτιο, σπασμένο αριστερά και κάτω. Βρέθηκε το 2013 ενσωματωμένο στα τοιχώματα τάφου στη Β στοά της Αγοράς. Ύψος (σωζ.) 0,23μ., πλάτος (σωζ.) 0,40μ., πάχος (στον κορμό) 0,13μ. Ύψ. γραμμ. 0,02μ. (στ.1- 2), 0,012μ. (στ.3- 4), 0,01 μ. (στ.5-6). Θέμελης 2013, 86 (SEG 63, 288).
[- - - - - - - - - - - τῶν ἀνα]θεμάτων ὧν ἀνα-
[- - - - - - - - - - - εἰς τὸ ἱ]ερὸν τοῦ Διονύσο[υ]
[- - - - - - - - - - - - - - σ]τ̣ράτου v Σκύλων Φ[. . . ]
[- - - - - - - - - - - - - - - ]χος v Καλλικλ[ῆς - c. 4 -]
vacat
5 [- - - - - - - - - - - - - - ἀγ]ωνοθετ[- - - - - - - -]
[- - - - - - - - - - - - - - - - ]ΩΣΑ̣[- - - - - - - - -]
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Από τη μορφή των γραμμάτων η επιγραφή χρονολογείται στο πρώτο μισό του -2ου αι.
Παρά την αποσπασματικότητα του κειμένου, είναι σαφές ότι η επιγραφή σχετίζεται με αναθήματα στο ιερό του Διονύσου (στ.1-2). Στους στ.3-4 αναγράφονται ονόματα που συνοδεύονται από πατρωνυμικά. Ο αριθμός των προσώπων δεν μπορεί να υπολογισθεί, αφού δεν υπάρχει ασφαλής συμπλήρωση στους στ.1-2. Είναι πιθανόν αξιωματούχοι του ιερού (λ.χ. ἐπιμεληταί).



Ζεύς

Οι λατρείες του Διὸς Ἰθωμάτα και του Διὸς Σωτῆρος είναι γνωστές από τις φιλολογικές και επιγραφικές πηγές. Το 2009 βρέθηκαν δύο αναθηματικές επιγραφές, που μαρτυρούν λατρεία Ἐπιδώτου και Καπετωλίου.
1) ΑΕ16420 (εικ.12). Άνω μέρος ερμαϊκής στήλης από ασβεστόλιθο, χωρίς ψευδοβραχίονες. Σώζεται μέρος του κορμού μέχρι και το ήμισυ περίπου του λαιμού. Βρέθηκε το 2009 σε νεώτερο μανδρότοιχο, νοτίως της ΝΑ γωνίας του Ιεροθυσίου. Ύψος (σωζ.) 0,49μ., πλάτος 0,19μ., πάχος 0,18μ. Ύψος γραμμ. 0,02μ. (0,015μ. τα Ο, Ω). Θέμελης 2009α, 94, αρ.4, πίν. 62β (SEG59, 422).
Διὶ v Ἐπιδώ-
τα vacat
[Π]εισῖνος.

Από τη μορφή των γραμμάτων η επιγραφή χρονολογείται στον -2ο αι.
Το όνομα του αναθέτη (στ.3), παρόλο που δεν είναι κοινό, απαντάται άλλη μια φορά μεταξύ των Μεσσηνίων43 στον -3ο αι.
Το ουσιαστικό ἐπιδώτης, παραγόμενο από το ρήμα ἐπιδίδωμι, σημαίνει αυτόν που παρέχει άφθονα αγαθά. Εντός του ιερού άλσους του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, ο Παυσανίας (ΙΙ,27.6) είδε ἱερὸν θεῶν οὓς Ἐπιδώτας ὀνομάζουσιν. Στη στοά του ιερού του Ασκληπιού στη Σικυώνα, ο Περιηγητής μνημονεύει (ΙΙ,10.2) σύμπλεγμα Ύπνου που αποκοιμίζει λιοντάρι, του επονομαζομένου Ἐπιδώτου. Ο λεξικογράφος Ησύχιος (λ. Ἐπιδώτας) μαρτυρεί ότι είναι ὁ Ζεὺς ἐν Λακεδαίμονι, ο Παυσανίας όμως στα Λακωνικά μνημονεύει (ΙΙΙ,17.9) λατρεία δαίμονος Ἐπιδώτου. Κοντά στο βωμό της Χαλκιοίκου ήταν στημένοι δύο χάλκινοι ανδριάντες του Παυσανίου, του νικητού των Πλαταιών. Οι Λακεδαιμόνιοι κατασκεύασαν τους ανδριάντες και καθιέρωσαν λατρεία του δαίμονος Ἐπιδώτου, ακολουθώντας πρόσταγμα από τους Δελφούς. Από τις πηγές, ο μόνος ασφαλής συσχετισμός Ἐπιδώτου και Διός είναι οι μαρτυρίες για τη λατρεία του στη Μαντίνεια. Κατά τον Παυσανία (VIII,9.2) Μαντινεῦσι δέ ἐστι καὶ ἄλλα ἱερά, τὸ μὲν Σωτῆρος Διός, τὸ δὲ Ἐπιδώτου καλουμένου· ἐπιδιδόναι γὰρ δὴ ἀγαθὰ αὐτὸν ἀνθρώποις. Είναι βέβαιο ότι και το δεύτερο μνημονευόμενο ιερό στη Μαντίνεια είναι Διὸς Ἐπιδώτου καλουμένου, αφού το ιερό μαρτυρείται επιγραφικά: ψήφισμα των ιερέων του Διὸς τοῦ Ἐπιδώτου για επιφανή ευεργέτιδά τους (IGV2, 270· +1ος αι.).



2) ΑΕ16248 (εικ.13). Θραύσμα επίστεψης ασβεστολιθικού βάθρου, σπασμένο άνω, δεξιά, αριστερά και πίσω. Βρέθηκε το 2009 στη Βασιλική (του Θεάτρου), κατά τη διάλυση τοίχων. Ύψος (σωζ.) 0,115μ. (ύψος μετώπου 0,11μ.), πλάτος (σωζ.) 0,267μ., πάχος (σωζ.) 0,096μ. Ύψος γραμμ. 0,015μ. Θέμελης 2009, 82-83, πίν. 57β (SEG 59, 423).

[- - - - - - δ]αμον Εὐδαμίδ[α - - - - -]
[- - - - - - λ]οχαγῶν ἀ{ο}νέθηκ[- - - -]
[- - - - - -] Πόλχρος Διὶ Καπετ[ωλίωι].

2 ΑΟΝΕ στον λίθο.
Με βάση τη μορφή των γραμμάτων, η επιγραφή χρονολογείται στον -1ο αι. ή στον +1ο αι.
Στ.1: Το όνομα του ανατιθεμένου έχει την ίδια ρίζα με το πατρωνυμικό του και μπορεί να συμπληρωθεί ποικιλοτρόπως, λ.χ. [Ἀρχέδ]αμον, [Εὔδ]αμον, [Λυσίδ]αμον, [Νικόδ]αμον, κ.ά. Όλα τα παραδείγματα είναι κοινά ονόματα Μεσσηνίων. Επειδή στον στ. 2 αναγράφεται το αξίωμά του, είναι πιθανός ο συσχετισμός του με πρόσωπα που σχετίζονται με τα εφηβικά πράγματα. Συγγενής του (αδελφός;) είναι ο Εὐδαμίδας Εὐδαμίδα, έφηβος της Κλεολαίας στα πρώτα χρόνια τοῦ +1ου αι.44 Ο Λυσίδαμος Εὐδαμίδα, ἐπιστάτας ἐπὶ τὰν ἄκραν, ανέθεσε μαζί με τους εφήβους στον Ερμή και τον Ηρακλή τον ανδριάντα του υπογυμνασίαρχου Θεοπόμπου Ἵππωνος45. Ίσως ταυτίζεται με τον ανατιθέμενο ή είναι αδελφός του.

Στ.2:. Είναι η πρώτη μαρτυρία λοχαγῶν στη Μεσσήνη. Λοχίαι αναγράφονται μεταξύ των ονομάτων των εφήβων46. Το αξίωμα του τιμωμένου είναι κάποια αρχή επί των λοχαγών.
Στ.3: Σώζεται το cognomen του αναθέτη (Pulcher). Η λατρεία του Διὸς Καπετωλίου είναι κατεξοχήν ρωμαϊκή λατρεία· μαρτυρείται στην Κω47 και σε πόλεις της Μικράς Ασίας. Τα ἐν Ῥώμηι Καπετώλια ή Καπιτώλια είναι γνωστά από καταλόγους και τιμητικά βάθρα νικητών σε αγώνες.

Βούλα Ν. Μπαρδάνη*
Δρ. Αρχαιολόγος, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού
ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ Από τα αρχαία στα βυζαντινά χρόνια
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014)

Σημειώσεις:
*Ευχαριστίες οφείλω στους επιμελητές του παρόντος τόμου για την πρόσκλησή τους να συμμετάσχω στο Συμπόσιο που διοργάνωσαν. Ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης εξακολουθεί να μου εμπιστεύεται το επιγραφικό υλικό της Μεσσήνης, να διευκολύνει παντοιοτρόπως το έργο μου στο Μουσείο και στον χώρο και να συζητεί μαζί μου τα επιγραφικά θέματα· τον ευχαριστώ θερμά.
1. Βλ. Habicht 1998, 37. Θέμελης 2002β, 20-22.
2. Ιερά: Ἀσκληπιοῦ (IV,31.10), Ἀφροδίτης (IV,31.6), Δήμητρος (IV,31.9), Διὸς Ἰθωμάτα (IV,33.1), Ποσειδῶνος (IV,31.6), Σαράπιδος καὶ Ἴσιδος (IV,32.6). Ναοί: Εἰλειθυίας (IV,31.9), Μεσσήνης (IV,31.11). Μέγαρον: Κουρήτων (IV,31.9). Αγάλματα: Ἀπόλλωνος (IV,31.10), Ἀρτέμιδος Λαφρίας (IV,31.7), Ἀρτέμιδος Φωσφόρου (IV,31.10), Ἀσκληπιοῦ καὶ τῶν παίδων (IV,31.10), Διοσκούρων (IV,31.9), Διὸς Ἰθωμάτα (IV,33.2), Διὸς Σωτῆρος (IV,31.6), Εἰλειθυίας (IV,31.9), Ἑρμοῦ (IV,32.1), Ἡρακλέους (IV,31.10 και 32, 1), Θηβαίων πόλεως (IV,31.10), Ἐπαμινώνδου (IV,31.10: εικόνα ἐκ σιδήρου και IV,32.1: χάλκινη εικόνα), Θησέως (IV,32.1), Μεσσήνης (IV,31.11), Μητρός θεῶν (IV,31.6), Μουσῶν (IV,31.10), Τύχης (IV,31.10), Ἀριστομένους (IV,32.6: χάλκινος ανδριάντας, IV,32.3: μνῆμα).
3. Η πρόθεσή του να συμπεριλάβει στο έργο του τα άξια μνήμης, δηλώνεται στο χωρίο που αρχίζει να περιγράφει τη Σπάρτη (ΙΙΙ,11.1): ὃ δὲ ἐν τῇ συγγραφῇ μοι τῇ Ἀτθίδι ἐπανόρθωμα ἐγένετο, μὴ τὰ πάντα με ἐφεξῆς, (τὰ δὲ) μάλιστα ἄξια μνήμης ἐπιλεξάμενον ἀπ’ αὐτῶν εἰρηκέναι, δηλώσω δὴ πρὸ τοῦ λόγου τοῦ ἐς Σπαρτιάτας· ἐμοὶ γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἠθέλησεν ὁ λόγος ἀπὸ πολλῶν καὶ οὐκ ἀξίων ἀφηγήσεως, {ὧ}ν ἃ ἕκαστοι παρὰ σφίσι λέγουσιν, ἀποκρῖναι τὰ ἀξιολογώτατα. ὡς οὖν εὖ βεβουλευμένος οὐκ ἔστιν ὅπου παραβήσομαι.
4. Bechtel 1917, 558.
5. Τη δημοσίευσή τους έχει ετοιμάσει από το 2000 ο Άγγελος Ματθαίου. Τον ευχαριστώ πολύ που έθεσε στη διάθεσή μου το εισαγωγικό κείμενο της έκδοσης και μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω τα σχόλιά του. Παραθέτω τις δημοσιεύσεις των καταλόγων κατά τον αριθμό του Μουσείου: 1) ΑΕ1017 (Ορλάνδος 1960, 218, πίν. 167. Βull. Épigr. 1966, 201. SEG 23, 209). 2) ΑΕ 1018 (Ορλάνδος1960, 218-219. SEG 23, 210). 3) ΑΕ 1019 (Ορλάνδος 1969, 99-100, αρ. α). 4) ΑΕ 1147 (Θέμελης1988, 62-63, πίν. 48α. SEG 41, 341). 5) ΑΕ 1351+3547 (Θέμελης 1989, 96-97, πίν. 75β. SEG 41, 342. Θέμελης 1991, 100-101, αρ. 8, πίν. 63. SEG 43, 143). 6) ΑΕ 1809 (Θέμελης 1990, 86-87, αρ. 3. SEG 41, 343). 7) ΑΕ 3063 (αδημοσίευτη). 8) ΑΕ 3122 (αδημοσίευτη). 9) ΑΕ 3454 (Θέμελης 1991, 101, αρ. 9, πίν. 64. SEG 43, 147). 10) ΑΕ 3621 (Θέμελης 1991, 99-100, αρ. 7, πίν. 62. SEG 43, 144). 11) ΑΕ 4402 (αδημοσίευτη). 12) ΑΕ 15127 (Θέμελης 2006, 64· SEG 56, 479. 13). ΑΕ 17724 (αδημοσίευτη).
6. Πρβλ. το όνομα Ἔμαυτος σε απελευθερωτική επιγραφή από την Αιτωλία (IG IX2, 1, 137, στ. 101, 130-120 π.Χ.). Το αναγραφόμενο Ἐμαύτο (ή ἐμαυτ) σε υδρία του 4ου αι. π.Χ. από τη Νεά- πολη (Castelcapuano) της Ιταλίας (IG XIV 724. SEG 38, 1000) έχει πρόβλημα ερμηνείας.
7. Βλ. IG V 2, 536 (Λυκόσουρα, ανάθεση στη Δέσποινα, 2ος αι. π.Χ.).
8. Αἰσχ., Ἀγ. 1085-1087: ὤπολλον ὤπολλον, | ἀγυιᾶτ’, ἀπόλλων ἐμός | ἆ, ποῖ ποτ’ ἤγαγές με; πρὸς ποίαν στέγην;
9. Στέφ. Βυζ. λ. Ἀγυιά· τόπος δηλῶν τὴν ἐν τῇ πόλει πορευτὴν ὁδόν. Ἡρακλέων δὲ ὁ Γλαύκωνος παρὰ τὸ ἀίσσω φησίν. ἔστι δὲ ὡς παρὰ τὸ ἅρπω ἅρπυια, ὀρέγω ὀρέγυια. ὁ τοπίτης ἀγυιεύς. λέγονται καὶ ὀβελίσκοι θεοῖς ἀνειμένοι, ὡς Εὔπολις. καὶ κατὰ συναίρεσιν ἀγυιέας ἀγυιᾶς. λέγεται δὲ κίων ἀγυιεὺς εἰς ὀξὺ ἀπολήγων, ὁ πρὸ τῶν θυρῶν ἱστάμενος, Ἀριστοφάνης Θεσμοφοριαζούσαις. καὶ ὁ Ἀπόλλων ἀγυιεύς καὶ ἀγυιάτης, τουτέστιν ὁ ἐφόδιος.
10. Τον παραδίδει ο Δημοσθένης (κατὰ Μειδίου 52 και πρὸς Μακάταρτον 66).
11. Βλ. RE I,1 (1893), 909-913, s.v. Agyieus [G. Wentzel]. LIMC II (1984) 189, αρ. 2 [V. Lambrinoudakis et al.]. Fehrenz 1993, 133-138.
12. Παυσ. Ι,31.6 ( Ἀχαρναί). IG II2 4719 και 4995. Parker 2005, 18.
13. IG IX 2, 241.
14. Παυσ. ΙΙ,19.8.
15. Παυσ. VIII,32.4.
16. Παυσ. VIII,53.1-3. Στην Τεγέα είχαν ιδρυθεί τέσσερα αγάλματα, ένα από κάθε φυλή (Παυσ.VIII,53.6).
17. Themelis 1994, 101-122.
18. Πρβλ. Piolot 2005, 113-140.
19. Το ιερό από την εποχή του Le Bas είχε αφεθεί στη διάθεση της φύσης, με αποτέλεσμα να έχει εξαφανισθεί πλήρως. Αποκαλύφθηκε ξανά και τοπογραφήθηκε η θέση του το 1988 (Θέμελης 1988, 72). Το 2006 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες διαμόρφωσης και αποκατάστασης κι ήρθαν στο φως και νέα ευρήματα (Θέμελης 2006, 55-60).
20. IG V 1, 1470 και 1458. Πρβλ. IG V 1, 1431, στ. 38. Θέμελης 2004, 38-40, στ. 16 (SEG 54, 454).
21. Themelis 2004, 152-154. Αντίθετη άποψη έχει ο Piolot 2005, 132.
22. Λατρεία Αρτέμιδος Ἑλείας μαρτυρείται στην Αρκαδία (Στράβων VIII 3, 25) και στους Γόννους της Θεσσαλίας, αν ευσταθεί η συμπλήρωση του Β. Ηelly (1973, 166). Στην Κω η επίκληση αποδίδεται στην Ήρα, βλ. Segre 1993, ΕD 241, στ. 5.
23. Βλ. Μorizot 1999, 270-272. Πρβλ. Piolot 2005, 127 και υποσ. 55.
24. Ἀρχόι (IG V 1, 1442). Πεισόι (IG V 1, 1476). Γοργόι (SΕG 46, 408· SΕG 51, 494).
25. Για τα γυναικεία ονόματα με την κατάληξη –ώι, –όι, βλ. Wilhelm 1909, 68-69. Fraser και Rönne 1957, 169-170 (όπου και κατάλογος των επιγραφικών μαρτυριών). Strauch 1997, 220-221.
26. LGPN III.A, s.vv.
27. Ριζάκης και Τουράτσογλου 1985, 94, 116, 117. SEG 30, 579.
28. Πρβλ. IG IX 2, 421, 575, 578. Χρυσοστόμου 1998. Rakatsanis και Tziafalias 2004, 43-45 (κεφάλαιο 5.4). Graninger 2006, chapter 5.4.
29. IG XII 9, 1193.
30. IG IV2, 1, 273, 274, 500.
31. Ἡσύχ., λ. Ἐνοδία. Ἄρτεμις, ἐπεὶ κυνηγητική, ὡς Ἀνδρομενίδης. Στέφ. Βυζ., λ. Τρίοδος· τόπος τρεῖς ὁδοὺς ἔχων. ἀπὸ τριόδου Λυκηίδος. ἀπ’ αὐτοῦ τριοδίτης, ὡς τοπίτης χωρίτης, καὶ θηλυκὸν τριοδῖτις. οὕτω γὰρ ἡ Ἑκάτη. αὕτη καὶ ἐνοδία ἐκλήθη, ὅτι ἐν τῇ ὁδῷ εὑρέθη ὑπὸ Ἰνάχου, τριοδῖτις δὲ ὅτι ἐν ταῖς τριόδοις τετίμηται.
32. Ενεπίγραφο αναθηματικό ανάγλυφο Αρτέμιδος Κυνηγέτιδος: Θέμελης 1988, 68-69, αρ. β. SEG 39, 364. Θέμελης 1992β, 89, αρ. β, πίν. 42. Αναθηματικός πεσσίσκος, πιθανὸν Εκαταίο, ανάθημα της Γοργοῦς: Θέμελης 1995, 86. SEG 46, 408.
33. IG IV2, 1, 277, 506 και 516.
34. IG V 2, 68, 84 και 85.
35. Παυσ. VIII,30.10: ταύτης τῆς στοᾶς (sc. τῆς Ἀριστανδρείου) ἐστιν ἐγγυτάτω ὡς πρὸς ἥλιον ἀνίσχοντα ἱερὸν Σωτῆρος ἐπίκλησιν Διός· κεκόσμηται δὲ πέριξ κίοσι. καθεζομένῳ δὲ τῷ Διὶ ἐν θρόνῳ παρεστήκασι τῇ μὲν ἡ Μεγάλη πόλις, ἐν ἀριστερᾷ δὲ Ἀρτέμιδος Σωτείρας ἄγαλμα. ταῦτα μὲν λίθου τοῦ Πεντελησίου Ἀθηναῖοι Κηφισόδοτος καὶ Ξενοφῶν εἰργάσαντο.
36. Παυσ. IV,31.4: ἰοῦσι δὲ ἀπὸ τῶν πηγῶν ἐν ἀριστερᾷ καὶ προελθόντι ὡς τεσσαράκοντα στάδια, ἔστι Μεσσηνίοις ἡ ὑπὸ τῇ Ἰθώμῃ πόλις· περιέχεται δὲ οὐ τῇ Ἰθώμῃ μόνον ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὸν Πάμισον τὰ τετραμμένα ὑπὸ τῆς Εὔας· τὸ δὲ ὄνομα γενέσθαι τῷ ὄρει φασὶ Βακχικόν τι ἐπίφθεγμα εὐοῖ Διονύσου πρῶτον ἐνταῦθα αὐτοῦ τε εἰπόντος καὶ τῶν ὁμοῦ τῷ Διονύσῳ γυναικῶν.
37. ΑΕ 13919 (Θέμελης 2004, 34. SEG 54, 461): Καλλικράτης, Ζεύξιππος | ἐποίησαν.
38. Θέμελης 1991,90, εικ.2, πίν.52β. Themelis 1994,101, (SEG43,149). Πρβλ. Θέμελης2000,12, εικ.6-7.
39. Θέμελης 2002, 44, πίν. 38α (SEG 52, 410). Πρβλ. Themelis 2010, 115, πίν. 52, 1.
40. Αδημοσίευτο. Συμπεριλαμβάνεται στη διατρ. Μπαρδάνη 2013.
41. Μπαρδάνη 2011, 197-203.
42. Το θραύσμα ΑΕ 18071, που βρέθηκε στη Δ πτέρυγα της Β. Στοάς της Αγοράς, μάλλον συνανήκει με το δημοσιευόμενο, βλ. Θέμελης 2013, 86-88.
43. Μαρτυρείται στον κατάλογο των πεσόντων ἐμ Μακίστωι: Themelis 2001, 199-201, στ.7 (SEG 51, 493).
44. ΑΕ 8033+8033. Η εύρεση του καταλόγου και το περιεχόμενό του παρουσιάζεται στα Prakt 1996, 157-158 (SEG 47, 386). Την έκδοση των εφηβικών καταλόγων προετοιμάζει η συνάδελφος Ανδρονίκη Μακρή.
45. ΑΕ 11977: Θέμελης 2001, 92-94, πίν. 58α (SEG 52, 401).
46. ΑΕ 16249: Θέμελης 2008, 46, στ. 20, 27 (SEG 58, 377).
47. Segre 1993, EV 135.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bechtel, F. 1917. Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
Fehrenz, V. 1993. “Der antike Agyieus”, JDI 108, σσ. 123-196.
Fraser, P. M. και T. Rönne, 1957. Boeotian and West Greek Tombstones, Lund.
Graninger, C. D. 2006. “The Regional Cults of Thessaly”, (diss. Univ. of Cornell).
Habicht, Chr. 1998. Pausanias’ Guide to Ancient Greece, 2nd ed., University of California Press.
Helly, B. 1973. Gonnoi II, Amsterdam.
Θέμελης, Π. 1988. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1988 [1991], σσ. 43-79.
Θέμελης, Π. 1989. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1989 [1992], σσ. 63-122.
Θέμελης, Π. 1990. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1990 [1993], σσ. 56-103.
Θέμελης, Π. 1991. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1991 [1994], σσ. 85-128.
Θέμελης, Π. 1992α. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1992 [1995], σσ. 60-87.
Θέμελης, Π. 1992β. «Το Στάδιο της Μεσσήνης», στο Πρακτικά Συμποσίου Ολυμπιακών Αγώνων 5-9 Σεπτεμβρίου 1988, επιμ. W. Coulson και Η. Κyrieleis, Αθήνα, σσ. 87-91.
Θέμελης, Π. 1995. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1995 [1998], σσ. 63-96.
Θέμελης, Π. 1996. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1996 [1998], σσ. 139-171.
Θέμελης, Π. 2000. Ήρωες και ηρώα στη Μεσσήνη, Αθήνα.
Θέμελης, Π. 2001. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2001 [2004], σσ. 63-96.
Θέμελης, Π. 2002α. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2002 [2005], σσ. 21-55.
Θέμελης, Π. 2002β. «Υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη», στο Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία. Αστικός και αγροτικός χώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 29-30 Μαΐου 1998, επιμ. Π. Θέμελης και Β. Κόντη, Αθήνα, σσ. 20-22.
Θέμελης, Π. 2004. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2004 [2007], σσ. 27-53.
Θέμελης, Π. 2005. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2005 [2007], σσ. 39-65.
Θέμελης, Π. 2006. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2006 [2008], σσ. 31-67.
Θέμελης, Π. 2007. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2007 [2010], σσ. 23-47.
Θέμελης, Π. 2008. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2008 [2010], σσ. 31-50.
Θέμελης, Π. 2009α. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2009 [2012], σσ. 61-98.
Θέμελης, Π. 2009β. «Μεσσηνίας οίνος και Διόνυσος», Οἶνον ἱστορῶ 9, σσ. 96-97.
Θέμελης, Π. 2010. Τα θέατρα της Μεσσήνης (Διάζωμα 2010), Αθήνα.
Θέμελης, Π. 2013. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt. 2013 [2016], σσ. 67-95.
Μorizot, Y. 1999. “Αrtémis Limnatis, Sanctuaires et fonctions” στο Ρroceedings of the ΧVth Ιnternational Congress of Classical Αrchaeology, Αmsterdam, July 12-17, 1998, επιμ.R. F. Docter και Ε. Μ. Μoormann, Amsterdam (Allard Pierson Series, 12), σσ. 270-272.
Μπαρδάνη, Β.Ν.2011.«Ψήφισμα Πυλίων»,στο Ταξιδεύοντας στην Κλασική Ελλάδα. Τόμος προς τιμήν του καθηγητού Πέτρου Θέμελη, επιμ. Π. Βαλαβάνης, Αθήνα, σσ. 197-203.
Μπαρδάνη, Β. Ν. 2013. «Τιμές Μεσσηνίων δικαστών. Επιγραφικές συμβολές στην εξέταση του θεσμού των ξενικών δικαστηρίων» (αδημοσίευτη διατρ. Παν. Θεσσαλίας).
Ορλάνδος, Α. 1960. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1960 [1966], σσ. 210-227.
Ορλάνδος, Α. 1969. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1969 [1971], σσ. 98-120.
Parker, R. 2005. Polytheism and Society at Athens, Oxford.
Piolot, L.2005. “Nom d’une Artémis! À propos de l’Artemis Phôsphoros de Messène (Pausanias,IV, 31,10)”, Kernos 18, σσ.113-140.
Rakatsanis, K. και A. Tziafalias,2004. Λατρείες και ιερά στην αρχαία Θεσσαλία,Β.Περραιβία, Ιωάννινα.
Ριζάκης, Α. και Γ. Τουράτσογλου, 1985. Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, Αθήνα.
Segre, M. 1993. Ιscrizioni di Cos, Roma.
Strauch, D. 1997. “Aus der Arbeit am Inschriften-Corpus der Ionischen Inseln: IG IX 1², 4”, Chiron 27, σσ. 209-254.
Themelis, P. 1994. “Artemis Ortheia at Messene. The Epigraphical and Archaeological Evidence”, στο Ancient Greek Cult Practice from the Epigraphical Evidence, Proceedings of the Second International Seminar on Ancient Greek Cult, organized by the Swedish Institute at Athens, 22-24 November 1991, επιμ. R. Hägg, Stockholm, σσ. 101-122.
Themelis, P. 2001. “Monuments guerriers de Messène”, στο Recherches récentes sur le monde hellénistique. Actes du colloque international organisé à l’occasion du 60e anniversaire de Pierre Ducrey, Lausanne, 20-21 novembre 1998, επιμ. R. Frei-Stolba και Kr. Gex, Bern, Berlin, Bruxelles, Frankfurt am Main, N. York, Oxford, Wien, σσ. 199-215.
Themelis, P. 2004. “Cults on Mount Ithome”, Kernos 17, σσ. 152-154.
Themelis, P. 2010. Die Agora von Messene, στoν Neue Forschungen zu griechischen Städten und Heiligtümern, Festschrift für Burkhardt Wesenberg zum 65. Geburtstag, επιμ. H. Frielinghaus και J. Stroszeck, Wiesbaden, 105-125.
Χρυσοστόμου, Π. 1998. Η Θεσσαλική θεά Εν(ν)οδία ή Φεραία θεά, Αθήνα.
Wilhelm, A. 1909. Beiträge zur griechischen Inschriftenkunde, Vienna.







Printfriendly