.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Τα Αναθήματα του Ιερού της Ειλειθυίας και των Κουρητών

Τα Αναθήματα σε Ιερά της Αρχαίας Μεσσήνης ως ένδειξη λατρευτικής ταυτότητας: Η περίπτωση του Ιερού της Ειλειθυίας και των Κουρητών 


Εισαγωγή

Το ελληνιστικό ιερό στο βουνό της Ιθώμης, εντός των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης, προσφέρει μία ευκαιρία να κατανοήσουμε τη λατρεία με βάση τα κινητά ευρήματα που προέκυψαν από την ανασκαφική έρευνα τόσο στο συγκεκριμένο ιερό όσο και στα υπόλοιπα ιερά της πόλεως, δηλαδή το γειτονικό ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος στην Ιθώμη αλλά και της Αρτέμιδος Ορθίας, της Δήμητρας και των Διοσκούρων, και το Ασκληπιείο στο κέντρο της πόλης. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο, τα ευρήματα αντικατοπτρίζουν τις ιδιότητες και την ταυτότητα της τιμώμενης θεότητας.
Στο άρθρο παρουσιάζεται κατά κύριο λόγο το ιερό στην Ιθώμη και τα ευρήματα από αυτό και ακολουθεί μία αξιολόγησή τους, όσον αφορά τη σημασία τους στον καθορισμό της λατρευτικής υπόστασης της θεότητας και πιθανώς του τελετουργικού πρακτικού. Η θεωρία της στενής σχέσης αναθημάτων και θεότητας-λατρείας, θα ενισχυθεί και από τα ευρήματα των υπολοίπων ανασκαμμένων ιερών της πόλεως έχοντας πάντα υπόψη, ότι οι τοπικές ιδιαιτερότητες στον ελληνικό χώρο έχουν συχνά καθοριστικό ρόλο στη συχνότητα και την τυπολογία των ευρημάτων στα ιερά.




Το Ιερό στην Ιθώμη

Στη νότια πλαγιά του βουνού της Ιθώμης, σε υψόμετρο 560μ., 300μ. ΒΔ του ιερού της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος, και όχι μακρυά από το ιερό του Διός Ιθωμάτα στην κορυφή του βουνού (ανατολικότερα από το παλαιό μοναστήρι του Βουρκάνου), σώζεται ιερό ελληνιστικών χρόνων (βλ.σχ.1). Το ιερό βρίσκεται εκτός της κατοικημένης περιοχής αλλά εντός των τειχών της πόλης της αρχαίας Μεσσήνης. Το 2003 άρχισε η ανασκαφική έρευνα, η οποία και συνεχίστηκε το 2006 μέχρι και το 2010, όταν ξεκίνησαν οι αναστηλωτικές εργασίες1.
Ο περιηγητής Παυσανίας στην περιγραφή της αρχαίας Μεσσήνης (IV,31.9) αναφέρεται σε ναό Ειλειθυίας με μαρμάρινο άγαλμα στο εσωτερικό και σε μέγαρο Κουρητών. Δυστυχώς, όσον αφορά στο ιερό της Ειλειθυίας, δεν προσδιορίζει επαρκώς τη θέση του, όπως συμβαίνει με άλλα μνημεία στην πόλη. Η λατρεία πάντως της Ειλειθυίας ή Ελευθίας επιβεβαιώνεται από πέντε επιγραφές χαραγμένες σε μικρού μεγέθους πεσσούς που αναφέρονται σε αναθέσεις στην Ελεύθια, έχουν έλθει κατά καιρούς στο φως σε διάφορες θέσεις στο κέντρο της πόλης και χρονολογούνται από τον -4ο έως και τον -2ο αι.2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επιγραφή (IGV1, 1445) που βρέθηκε στα ανατολικά του Σταδίου, χρονολογείται στα τέλη -2ου αι. και επιβεβαιώνει τη λατρεία της Ειλειθυίας και των Κουρητών στην αρχαία Μεσσήνη: «Ελευθίαι, Καλοίς υπέρ Λυκίας Αθαναδάν», δηλαδή «ανάθημα των Αθηναδών στην Ειλειθυία και τους καλούς (δαίμονες) για λογαριασμό της γυναικός Λυκίας». Εξίσου σημαντική είναι και η επιγραφή με γράμματα του +2ου/ +3ου αι., χαραγμένη ερασιτεχνικά στην άνω επιφάνεια της πρώτης βαθμίδας της κρηπίδας του ναού στην Ιθώμη: «Θηρύλος ενίκ(α). Αιθίδας Καλαί», δηλαδή «ο Θηρύλος νίκησε. Ο Αιθίδας στην Καλή Θεά». Είναι σχεδόν οι μοναδικές περιπτώσεις και εκτός Μεσσηνίας που σώζεται το ουσιαστικοποιημένο επίθετο καλός, στην πρώτη επιγραφή για να χαρακτηρίσει τους καλούς δαίμονες, προφανώς τους Κουρήτες, στη δεύτερη για να δηλώσει τη μεσσηνιακή επωνυμία της Θεάς3.
Ο Παυσανίας, πέρα από την αναφορά του στο ιερό της Ειλειθυίας και το μέγαρο των Κουρητών, αναφέρει και τον τοπικό μεσσηνιακό μύθο (IV,33.1-2) σύμφωνα με τον οποίο οι Κουρήτες έσωσαν το βρέφος Δία κλέβοντάς το, όταν αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει η Ρέα, και το έφεραν στην Ιθώμη. Εκεί το έλουσαν με νερό της Κλεψύδρας οι Νύμφες Ιθώμη και Νέδα, και στη συνέχεια ανέλαβαν την ανατροφή του. Η κρήνη Κλεψύδρα ταυτίζεται με την κρήνη στο σημερινό χωριό Μαυρομάτι, όπου και σώζονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα από την αρχαία κρήνη, τα οποία έχουν ενσωματωθεί στις νεότερες κατασκευές4. Στην δε κορυφή της Ιθώμης, στη θέση του παλαιού μοναστηριού του Βουρκάνου, σώζονται θεμέλια από το ιερό του Δία Ιθωμάτα, το οποίο κατά την παράδοση ιδρύθηκε από τους πρώτους βασιλείς της χώρας, Πολυκάονα και Μεσσήνη5



Όσον αφορά το ναό, πρόκειται για έναν πρόστυλο ναΐσκο με τέσσερις ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη, αβαθή πρόδομο και σχεδόν τετράγωνο σηκό με διαστάσεις 5,45Χ 4,95μ. (σχ.2, εικ.1). Αποτελείται από ευθυντηρία και κρηπίδα δύο αναβαθμών, η βάση των τοίχων του από ορθοστάτες ύψους 0,84μ., και η ανωδομή από δρομική τοιχοποιία. Η ζώνη των ορθοστατών επιστέφεται με λίθινο έδρανο που εξέχει κατά 0,23μ. προς το εσωτερικό του σηκού και τον περιτρέχει. Ο ναός είναι θεμελιωμένος σε βραχώδες άνδηρο, η πρόσβαση γίνεται από τα ανατολικά, από μονοπάτι που ανοίχθηκε τα τελευταία χρόνια, ενώ δεν φαίνεται να υπήρξε φυσικό πλάτωμα στο μέρος που είναι θεμελιωμένος. Εδράζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο φυσικό βράχο που προφανώς λαξεύτηκε γι΄ αυτό το λόγο και εν μέρει, στη νότια πλευρά, σε επιπρόσθετους λίθους και χώμα. Βορείως του ναΐσκου, και παράλληλα προς αυτόν, σώζεται ανάλημμα που συγκρατεί τα χώματα υπερκείμενου ανδήρου πάνω στο οποίο διακρίνεται η θεμελίωση έτερου κτίσματος με κάτοψη που φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτή του πρώτου. Ο ναός είναι κτισμένος από ντόπιο ασβεστόλιθο. Στο βουνό της Ιθώμης, ακόμη και στον χώρο ανέγερσης του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει υπολείμμα τα εξόρυξης του ασβεστόλιθου αν και δεν υπήρχε συστηματική λατόμευση.
Στο μέσο του σηκού, μπροστά στο δυτικό τοίχο, μια υψηλή πεσσόσχημη ασβεστολιθική βάση, που βρίσκεται κατά χώραν, έφερε μαρμάρινο λατρευτικό άγαλμα μικρού μεγέθους, όπως δείχνει η εγκοπή για την πλίνθο του. Ο κορμός του λατρευτικού αγάλματος πεπλοφόρου θεάς βρέθηκε πεσμένος σε μικρή απόσταση νότια από το ναό, ανάμεσα σε θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών. Στον περιβάλλοντα χώρο υπάρχουν διάσπαρτα μέλη του ναού μεταξύ των οποίων και λίθοι από το τύμπανο του αετώματος, τμήμα του οριζόντιου γείσου με γεισίποδες, θραύσματα από ιωνικό κίονα και κιονόκρανο αντίστοιχα.
Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το έδρανο ή θρανίο που είναι αρχιτεκτονικά ενσωματωμένο στο εσωτερικό του σηκού, κατά μήκος των τοίχων του. Το θρανίο αυτό φαίνεται να αποτελεί χαρακτηριστικό των ναών της αρχαίας πόλεως, καθώς σώζεται τόσο στο ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος6, όσο και στο ναό της Αρτέμιδος Ορθίας στο Ασκληπιείο7.
Σε επαφή με την πίσω νότια πλευρά του ναού ήλθαν στο φως τα αρχιτεκτονικά λείψανα μιας σειράς τριών δωματίων πρόχειρα κατασκευασμένων. Η τοιχοδομία είναι αμελής και εν μέρει αποτελείται από υλικό σε δεύτερη χρήση που πιθανώς είχε χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση του αναλήμματος. Φαίνεται ότι ανήκουν σε κάποια εγκατάσταση, ίσως ποιμενική, της ύστερης αρχαιότητας, όπως μαρτυρεί η αποκάλυψη θησαυρού 19 χάλκινων νομισμάτων του τέλους του +4ου και του +5ου αι.8.




Τα Ευρήματα από το Ιερό


Λατρευτικό άγαλμα
Πρόκειται για τον κορμό του μαρμάρινου λατρευτικού αγάλματος μίας πεπλοφόρου θεάς ελληνιστικών χρόνων, ο οποίος βρέθηκε πεσμένος σε μικρή απόσταση νότια από το ναό, ανάμεσα σε θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών. Αποτελείται από πέντε θράυσματα που συγκολλούνται και έχει σωζόμενο ύψος 0,54μ., μικρότερο δηλαδή του φυσικού μεγέθους. 
Η θεά, που αποδίδεται σε όρθια, μετωπική όψη, φοράει έναν μάλλον βαρύ πέπλο που σχηματίζει κόλπο στο ύψος της μέσης και είναι τυλιγμένη σφιχτά με ιμάτιο που ξεκινάει από τον δεξιό ώμο, περνάει κάτω από το αριστερό στήθος, καλύπτει τον άνω κορμό και καταλήγει σε κατακόρυφες πτυχές. 
Εμπρός από το στήθος το άνοιγμα του πέπλου είναι τριγωνικό. 
Η οπίσθια όψη είναι σχεδόν επίπεδη. Προσαρμοζόταν στο βάθρο που βρέθηκε στο σηκό του ναού in situ με τη με σολάβηση μίας χαμηλής πλίνθου που έχει επίσης βρεθεί (εικ.2).
Οι απεικονίσεις πεπλοφόρων, το απόγειο των οποίων αποτέλεσε ο αυστηρός ρυθμός, δε σταμάτησαν ποτέ να είναι αγαπητές, ενώ εμφανίζονται όλο και πιο συχνά από τα τέλη του -5ου αι. Αποτελούν σταθερό ρεπερτόριο του -4ου αι., κυρίως για τις απεικονίσεις θεοτήτων, μυθολογικών χαρακτήρων αλλά και γυναικείων μορφών που λάμβαναν μέρος σε τελετουργίες. Αρκετά άλλωστε από τα ειδώλια, που αποτελούν και τον κύριο όγκο των ευρημάτων από το ιερό, είναι τύποι πεπλοφόρων (βλ. παρακάτω).


Ανθρωπόμορφα ειδώλια
Τα ειδώλια από το ιερό αποτελούν τα πιο πολυάριθμα ευρήματα, σώζονται όμως σε αρκετά αποσπασματική και συχνά κακή κατάσταση. Τρία από αυτά ανήκουν στον τύπο της κουροτρόφου, δηλαδή της γυναικείας μορφής που κρατάει μωρό ή μικρό παιδί στην αγκαλιά. Τα δύο πρώτα απεικονίζουν γυναικεία μορφή με φασκιωμένο μωρό στο αριστερό χέρι. Μολονότι, ίσως και λόγω πολυχρησιμοποιημένης μήτρας, δεν αποδίδονται λεπτομέρειες, είναι χαρακτηριστικά τα μεγάλα, τονισμένα στήθη, που μαρτυρούν το θηλασμό. Πρόκειται για την απεικόνιση τροφού (εικ.3).
Στην ίδια κατηγορία των γυναικείων μορφών με την ιδιότητα των κουροτρόφων ανήκει και ένα εξαιρετικής ποιότητας γυναικείο ειδώλιο στο οποίο αποκαλύπτεται ο αριστερός μαστός, ενώ στη θέση του δεξιού διακρίνεται το κεφάλι μικρού παιδιού με κάλυμμα κεφαλής που μοιάζει με πίλο9 (εικ.4). Εξαιρετική είναι η πλαστικότητα με την οποία αποδίδεται η θηλή. Δυστυχώς σώζεται μόνο το μικρό αυτό τμήμα του άνω κορμού. Η ιδιότητα της κουροτρόφου αποτελεί συνήθως ένα μόνο χαρακτηριστικό των θεοτήτων και της λατρείας τους, όπως για παράδειγμα της Ήρας στην Αργολίδα αλλά και τη Σάμο, της Δήμητρας στην Κόρινθο, της Αθηνάς στη Λίνδο και της Ορθείας Αρτέμιδος στη Μεσσήνη10. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το ιερό στην Ιθώμη.



Επτά τουλάχιστον ειδώλια γυναικείων μορφών με γουρουνάκι στην αγκαλιά ήρθαν στο φως κατά τις ανασκαφές στο ιερό. Ο τύπος αποδίδεται με μικρές παραλλαγές. Σε γενικές γραμμές η γυναικεία μορφή απεικονίζεται φορώντας χιτώνα με κοντά μανίκια, ζωσμένο κάτω από το στήθος. Το αριστερό της χέρι είναι στραμμένο προς το στήθος και κρατά με αυτό το γουρουνάκι είτε οριζόντια πάνω στον πήχη της είτε μπροστά από την κοιλιά της. Το κεφάλι, όπου σώζεται, φέρει στεφάνη, τα μαλλιά είναι χωρισμένα στη μέση πάνω από το μέτωπο και πέφτουν ελεύθερα μέχρι το ύψος των ώμων. Αναθήματα τόσο μεμονωμένων γουρουνιών, όσο και γυναικείων μορφών που τα κρατούν, έχουν βρεθεί σε αρκετά ιερά γυναικείων θεοτήτων, που σχετίζονται με τη γονιμότητα και την ευγονία, ο μεγαλύτερος αριθμός των οποίων σε ιερά Δήμητρας11. Αποτελούν κοινά αφιερώματα και κατά τον εορτασμό των Θεσμοφορίων, όπως μαρτυρούν τόσο τα ευρήματα όσο και οι πηγές12.
Οι παραπάνω γυναικείες μορφές έρχονται συχνά στο φως στα ιερά μαζί με μορφές υδριαφόρων γυναικών αλλά και μικρογραφικές υδρίες (για τα πολυάριθμα ευρήματα υδρίσκων από το ιερό βλ. παρακάτω σ.67). Μάλιστα έχουν βρεθεί και παραδείγματα ειδωλίων που κρατούν με το ένα χέρι την υδρία και με το άλλο το γουρουνάκι13. Ο τύπος των υδριαφόρων αντιπροσωπεύεται στο ιερό από τουλάχιστον είκοσι παραδείγματα και αποτελεί τον πιο πολυάριθμο. Οι γυναικείες μορφές φορούν πέπλο που είτε είναι ζωσμένος κάτω από το στήθος, είτε στη μέση, ενώ σε μία παραλλαγή του τύπου ο πέπλος αποδίδεται χωρίς ζώνη, με μακρύ απόπτυγμα. Το ένα πόδι, συνήθως το αριστερό, είναι άνετο, ενώ οι γυναίκες στηρίζουν την υδρία στο κεφάλι και με τα δύο χέρια (εικ.5).
Ο τύπος της υδριαφόρου γυναικείας μορφής φαίνεται να εμφανίστηκε αρχικά στη Μικρά Ασία και από εκεί να εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα14 ως ανάθημα σε ιερά γυναικείων θεοτήτων κυρίως στα ιερά της Δήμητρας αλλά και σε ιερά της Αθηνάς και της Ήρας15. Οι υδριαφόρες σχετίζονται με τελετουργίες που συνδέονται με τη γονιμότητα των νεαρών κοριτσιών αλλά και της γης16. Ο τύπος είναι διαδεδομένος από την πρώιμη κλασική έως και την ύστερη ελληνιστική εποχή.
Ένα μοναδικό παράδειγμα γυναικείας μορφής μεγάλης ηλικίας προέρχεται από το ιερό (εικ.6). Πρόκειται για πλαστικό μυροδοχείο μικρού μεγέθους. Πάνω σε πολύ χαμηλή βάση κάθεται γυμνή γυναικεία μορφή μεγάλης ηλικίας, όπως φαίνεται τόσο από τη διάπλαση του σώματος όσο και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Τα πόδια είναι μαζεμένα στην κοιλιά και ανοιχτά, ώστε να φαίνονται το αιδοίο, η προτεταμένη κοιλιά με τον αφαλό και τα μεγάλα, μάλλον κρεμασμένα στήθη. Τα χέρια ακουμπούν στα γόνατα. Το κεφάλι ακουμπά στους ώμους χωρίς τη μεσολάβηση λαιμού. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι έντονα, σχεδόν γκροτέσκ: πεπλατυσμένη μύτη, σαρκώδη χείλη και φουσκωτά μάγουλα. Στην κορυφή του κεφαλιού βρίσκεται το χείλος του αγγείου χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση. Η οπίσθια όψη είναι σχεδόν επίπεδη17.



Παρόμοια ειδώλια έχουν βρεθεί σε Αθήνα και Βοιωτία και χρονολογούνται τον -4ο αι.18. Σχετίζονται είτε με τη Βαυβώ, τη γυναίκα δηλαδή που μετά την αρπαγή της Κόρης έκανε τη Δήμητρα να γελάσει δείχνοντας της τα γεννητικά της όργανα19, είτε με απεικονίσεις εταίρων20. Ο τύπος πάντως της γυναίκας που απεικονίζεται σε μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη ηλικία, θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση τόσο, όσον αφορά στον τόπο εύρεσης, όσο και στις παραλλαγές απεικόνισης21.
Όσον αφορά στην ερμηνεία τους στο ιερό σχετίζεται με την ευγονία. Η συμμετοχή μεγαλύτερων σε ηλικία γυναικών σε εορτές και τελετουργίες προς τιμήν γυναικείων θεοτήτων, που προάγουν τη γονιμότητα, αλλά και στα έθιμα εισαγωγής νεαρών γυναικών πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο. Αυτό προκύπτει άλλωστε από τα σχετικά ανασκαφικά ευρήματα και τις πηγές22 και κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να ερμηνευθεί και στην περίπτωση του ιερού στην Ιθώμη.
Εκτός από τους παραπάνω τύπους ειδωλίων, που -υπό προϋποθέσεις- όπως για παράδειγμα η συχνότητα εύρεσης, ο αριθμός τους, ο συνδυασμός με άλλα ευρήματα (βλ. και παρακάτω κεραμικά αλλά και λοιπά ευρήματα), αποτελούν ένδειξη για την ταυτότητα και το λατρευτικό χαρακτήρα της θεότητας και πιθανώς και για την τέλεση συγκεκριμένων τελετουργιών (όπως για παράδειγμα οι υδριαφορίες), στο ιερό βρέθηκαν και αρκετοί ακόμη τύποι όρθιων γυναικείων μορφών με ή και χωρίς αναθήματα στα χέρια. Ο αριθμός των θραυσμάτων είναι μεγάλος αλλά, καθώς σώζονται εντελώς αποσπασματικά, δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις δυνατή η αποκατάσταση του τύπου. Όπου σώζονται μεγαλύτερα θραύσματα είτε προέρχονται από μήτρες πολυχρησιμοποιημένες, μάλλον κοινός τόπος στη Μεσσήνη, είτε λόγω της κακής σε γενικές γραμμές ποιότητας του ντόπιου πηλού, δε σώζονται λεπτομέρειες. Έτσι αναφερόμαστε σε όρθιες γυναικείες μορφές ή σε κεφάλια γυναικείων μορφών χωρίς όμως στην πλειονότητα των περιπτώσεων να μπορούμε να αποκαταστήσουμε τους τύπους.
Από τα παραπάνω γυναικεία ειδώλια χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα πεπλοφόρων, τύπων αγαπητών στην Πελοπόννησο αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα, που επιβιώνουν από την πρώιμη κλασσική έως και την ελληνιστική εποχή. Χρονολογούνται στο τέλος του -4ου αι., όπως άλλωστε και αρκετά από τα ευρήματα στο ιερό. Οι σωζόμενοι τύποι είναι δύο: τέσσερα τουλάχιστον παραδείγματα πεπλοφόρων με μακρύ απόπτυγμα και δύο τουλάχιστον με ζωσμένο πέπλο που σχηματίζει κόλπο στο ύψος της κοιλιάς.
Ο πρώτος τύπος με απόπτυγμα είναι απόλυτα μετωπικός με το αριστερό χέρι στραμμένο προς το στήθος. Κρατάει προσφορά, πιθανώς φρούτο, φέρει στεφάνη στο κεφάλι και τα μαλλιά είναι μακρυά και χωρισμένα στη μέση23. Το μακρύ απόπτυγμα σχετίζεται συχνά με νεότερες και άγαμες γυναίκες24. Ο δεύτερος τύπος πεπλοφόρου από το ιερό, με κόλπο και ιμάτιο, που πέφτει συμμετρικά στους ώμους, δε σώζει το κεφάλι και το αριστερό χέρι, ενώ το δεξί πέφτει στο πλάι και κρατά το ένδυμα (εικ.12). Ίσως είναι ο πιο αγαπητός τύπος πεπλοφόρου, ο οποίος αντλεί το πρότυπο του από τη μεγάλη πλαστική της Πελοποννήσου του αυστηρού ρυθμού και ήταν εξίσου αγαπητός στην Αθήνα και τις περιοχές καλλιτεχνικής επιρροής της25. Άλλωστε στον τύπο της πεπλοφόρου ανήκουν και οι υδριαφόροι από το ιερό, μόνο που στην περίπτωσή τους είναι σαφής η εξέλιξη σε σχέση με τα κλασικά πρότυπα, τόσο όσον αφορά στην απόδοση του σώματος κάτω από τον πέπλο και στην περισσότερο ραδινή στάση του, όσο και στην απόδοση του ίδιου του ενδύματος που αγκαλιάζει το σώμα χωρίς να το καλύπτει εντελώς.
Μεταξύ των κεφαλιών που σώζονται και είναι πολυάριθμα –περίπου 35– αλλά η πλειονότητα σε κακή κατάσταση διατήρησης και φτωχής ποιότητας, ξεχωρίζουν δύο τουλάχιστον. Είναι ολόγλυφα, από καλής ποιότητας πηλό και ανήκουν σε μορφές μεγαλύτερου μεγέθους από το σύνηθες και από την πλειονότητα των ευρημάτων στο ιερό. Γενικά, όσον αφορά στην κοροπλαστική της Μεσσήνης, δύο είναι οι τάσεις που παρατηρούνται. Η πρώτη αφορά στην πλειονότητα των ειδωλίων, που παράγονταν μαζικά από συχνά πολυχρησιμοποιημένες μήτρες και κακής ποιότητας πηλό και η δεύτερη αφορά πολύ λιγότερα παραδείγματα, ολόγλυφα, εξαιρετικής ποιότητας κατεργασίας και υλικού26. Το πρώτο γυναικείο κεφάλι, ύψους 0,052μ., σώζεται μέχρι και το λαιμό και απεικονίζει νέα γυναίκα με σηκωμένα ψηλά σε κότσο τα κυματιστά μαλλιά. Η κόμμωση μοιάζει πεπονοειδή αλλά δεν είναι τόσο σχηματοποιημένη.
Το πρόσωπο είναι οβάλ, στενό, με εξέχον πηγούνι, μικρά σαρκώδη χείλη και χαμηλό μέτωπο. Το κεφάλι γέρνει ελαφρώς προς τα δεξιά, όπως και το δεύτερο κεφάλι, ύψους 0,069μ. Στο δεύτερο τα μαλλιά είναι τραβηγμένα προς τα πίσω και πιασμένα στη βάση του αυχένα. Τα χείλη μισάνοιχτα, σαρκώδη, τα μάγουλα γεμάτα και τα μάτια με κλίση προς τα κάτω. Και τα δύο παραδείγματα χρονολογούνται στον -3ο αι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα τμήματα ειδωλίων μεγαλύτερου μεγέθους των οποίων το μέγεθος θα έφθανε, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα θραύσματα, περίπου τα 0,30 έως και 0,45μ. ύψος. Αποτελούνται από ξεχωριστά τμήματα, που συγκολλήθηκαν πριν από την όπτηση με κάποιο είδος συνδέσμων. Δυστυχώς σώζονται σε τόσο θραυσματική κατάσταση, που δεν επιτρέπει ούτε καν υποθέσεις ως προς την τυπολογία τους. Σε γενικές γραμμές πάντως πρόκειται για τμήματα από όρθιες γυναικείες μορφές, που φορούν χιτώνα και ιμάτιο με ποικίλους τρόπους. Σώζονται και τμήματα προσώπων για τα οποία όμως δεν είναι σαφές αν ανήκουν σε μεγάλες προτομές ή αποτελούν τμήμα των παραπάνω μορφών27. Τα κοροπλαστικά ευρήματα χρονολογούνται από το τέλος του -4ου αι. και εξής. Η πλειονότητα ανήκει στον -3ο αι., ενώ δεν αποκλείεται κάποια παραδείγματα, όπως το παραπάνω γυναικείο κεφάλι, να φθάνουν έως και τον -2ο αι. 


Ζώα
Στην παραπάνω τελευταία κατηγορία ειδωλίων μεγαλύτερου μεγέθους, ανήκουν και τα εντυπωσιακά τμήματα κυρίως αλόγων αλλά και βοοειδών, που όμως σώζονται εξίσου αποσπασματικά. Βρέθηκαν είκοσι επτά τμήματα αλόγων, κατά κανόνα πόδια, τόσο μπροστινά όσο και οπίσθια. Είναι ολόγλυφα και αρκετά καλής ποιότητας, όπως φαίνεται κυρίως από τα παραδείγματα τμημάτων κνήμης με οπλή, τα οποία είχαν κατασκευαστεί από δύο μήτρες, μία για κάθε πλευρά. Στα ευρήματα αλόγων περιλαμβάνονται και δύο κεφάλια, ένα έκτυπο με επίπεδη την οπίσθια όψη (εικ.7) και τμήμα από ένα ολόγλυφο. Σαφώς λιγότερα είναι τα παραδείγματα βοοειδών και μάλιστα ταύρων που αριθμούν μόλις επτά παραδείγματα. Τα περισσότερα από αυτά είναι τμήματα κεράτων, στα οποία αποδίδονται με πλαστικότητα οι τρίχες της κεφαλής και σε κάποια από αυτά τα αυτιά. Σώζονται ακόμη τμήματα των ποδιών.
Εξαιτίας πάντως της αποσπασματικής κατάστασης διατήρησης δεν είναι δυνατόν να αποκαταστήσουμε τους τύπους και να υπολογίσουμε το μέγεθος των ζώων. Μόνο στην περίπτωση των αλόγων, όπου σώζεται σχεδόν ολόκληρο το πόδι, μπορούμε κατά προσέγγιση να μιλήσουμε για ένα μέγεθος που φτάνει περίπου τα 0,45μ. μέγιστο ύψος.
Πολυάριθμα παραδείγματα ζώων ως αναθημάτων στα ιερά και μάλιστα κυρίως βοοειδών και κατά δεύτερο λόγο αλόγων, μετάλλινων και πήλινων, προέρχονται από τα ιερά στην Ολυμπία, το ιερό της Αφαίας στην Αίγινα, το Ηραίο του Άργους, το ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου, το Ηραίο της Σάμου, το Καβείριο των Θηβών και το υπαίθριο ιερό του Ποσειδώνα στην περιοχή των Χανίων Κρήτης28.
Η πλειονότητα αυτών των ευρημάτων όμως τοποθετείται χρονικά από τον -10ο αι. έως και τα αρχαϊκά χρόνια, ενώ δεν έχουμε αντίστοιχα μεγάλο αριθμό ζώων στη συνέχεια, ιδιαίτερα την ελληνιστική εποχή29. Εξαίρεση αποτελούν τα δύο τελευταία ιερά και ιδιαίτερα αυτό του Ποσειδώνα όπου οι ταύροι, που αποτελούσαν και τον μοναδικό τύπο κοροπλαστικού αναθήματος, χρονολογούνται τον -4ο και -3ο αι. Σε γενικές γραμμές η ανάθεση αλόγων και βοοειδών, κυρίως ταύρων, ερμηνεύεται ως μία αντανάκλαση της σημασίας των ζώων αυτών κατά τους πρώιμους ελληνικούς χρόνους και γενικότερα της κτηνοτροφίας στις περιοχές αυτές που κατά πλειοψηφία αποτελούν κάποιες από τις πιο εύφορες της ηπειρωτικής κυρίως χώρας30. Ταυτόχρονα βεβαίως αποδίδουν και τη σχέση της τιμώμενης θεότητας με τη γη και την ευγονία κυρίως των ζώων. Η Μεσσήνη συγκαταλέγεται στις περιοχές εκείνες που πληρούσαν τις προϋποθέσεις εκτροφής μεγάλων ζώων και μάλιστα αλόγων για τα οποία φημιζόταν31.
Σπάνιο εύρημα αποτελούν οι απεικονίσεις αρκούδας, τρείς από τις οποίες ήρθαν στο φως στο ιερό της Ιθώμης. Δύο από τα παραδείγματα είναι χειροποίητα, το τρίτο έκτυπο (εικ.8). Τα χειροποίητα ειδώλια είναι σχεδόν όμοια, σώζεται ο κορμός του ζώου με προτεταμένη την κοιλιά, τα δύο πόδια αποδίδονται σχηματικά και χωρίς λεπτομέρειες, ενώ από το έκτυπο παράδειγμα σώζεται μόνον τμήμα του δεξιού ποδιού της αρκούδας. Οι απεικονίσεις αρκούδας δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητές και σώζονται λιγοστά παραδείγματα32, ενώ κατάλοιπα αρκούδας έχουν βρεθεί στα ιερά της Αρτέμιδος στο Καλαπόδι και τους Λουσούς33. Η παρουσία της στο ιερό θα πρέπει να ερμηνευθεί με την ιδιότητα της ως κουροτρόφου και ταιριάζει με την εικόνα της στο μύθο όπου παρουσιάζεται ως τροφός θεών, όπως για παράδειγμα ο Δίας (Άρατ.30) και η Αταλάντη (Απολλόδ.III 9,2). Στα ιερά της Αρτέμιδος Βραυρωνίας αλλά και το αντίστοιχο της Μουνιχίας στον Πειραιά, η αρκούδα συνδέεται, όπως προκύπτει τόσο από τις απεικονίσεις όσο και από τον ιδρυτικό μύθο τους, με έθιμα εισαγωγής νεαρών κοριτσιών αλλά και την προστασία των γυναικών κατά τον τοκετό34. Λιγότερο σπάνιο αλλά όχι συχνό είναι και το μοναδικό ολόγλυφο κεφάλι φιδιού από το ιερό35.

Κεραμική
Την πλειονότητα των ευρημάτων της κεραμικής αποτελούν ανοιχτά αγγεία όπως βαθιά πινάκια ή λεκανίδες, άωτα σκυφίδια αλλά και αγγεία πόσεως ή παράθεσης φαγητού. Πιθανώς συνδέονταν με το λατρευτικό τελετουργικό και αποτελούσαν τα δοχεία προσφορών καρπών και λοιπών βρώσιμων ειδών. Και ενώ στην κοροπλαστική η παραγωγή αλλά και οι τύποι μοιάζουν να είναι τοπικοί, στην κεραμική η εικόνα είναι κάπως διαφορετική. Οι τύποι, ακόμη και αν παράγονταν στη Μεσσήνη, ήταν τύποι κοινοί και διαδεδομένοι στην Πελ/σο και πέρα από αυτήν και φαίνεται να αποτελούν μια ελληνιστική «κοινή»36.
Όπως ακριβώς και στα κοροπλαστικά ευρήματα, η κεραμική σώζεται εντελώς αποσπασματικά. Αναφέρω ως παράδειγμα κυλινδρική πυξίδα37 με κάθετα ή ελαφρώς κοίλα τοιχώματα (-3ος/ -2ος αι.), αρκετά μελαμβαφή μονόμυξα λυχνάρια38 μεταξύ των οποίων και λυχνάρι με ανοιχτό σώμα (-4ος αι.), σκυφίδια κυρίως με εσωστρεφές χείλος, όπως άωτο σκυφίδιο του -3ου αι., αλλά και τμήματα ανάγλυφων σκύφων του -2ου αι.39 με διακόσμηση από πλαστικές αχιβάδες, που αποτελούν αγα πητό διακοσμητικό μοτίβο στην Πελ/σο και αλλού40. Ακόμη βρέθηκαν θραύσμα τα από αρκετά πινάκια, αβαφή αλλά και με μελανό γάνωμα (-3ος αι.), κάνθαρος με απλό χείλος και με κάθετες λαβές με ελεύθερες αποφύσεις41 αλλά και με ραβδωτό ημισφαιρικό σώμα (τύπος του β΄ μισού του 4ου αι. που καλύπτει χρονικά τον -3ο αι.).



Αρκετά είναι και τα τμήματα από αβαφείς λεκανίδες, λεκανίδες με προχοή42 αλλά και καρποδόχες, ένα είδος βαθιού πινακίου με πλαστική διακόσμηση στο χείλος (εικ.9).
Από τα ευρήματα ξεχωρίζει τμήμα μεγάλου αγγείου, προφανώς αμφορέα, με έκτυπο έμβλημα, όπου απεικονίζεται καθιστή γυναικεία μορφή να κάθεται σε βράχο. Φοράει ένδυμα που φθάνει μέχρι τα γό να τα, φέρει επωμίδες και ταινία για φαρέτρα. Το αριστερό χέρι είναι υψωμένο. Εντάσσεται συνήθως στην κατηγορία των μελαμβαφών αγγείων με διακόσμηση δυτικής κλιτύος που χρονολογούνται από το β’ μισό του 4ου έως και το β΄ μισό του -3ου αι.43 Παρόμοιο αγγείο βρέθηκε πίσω από τη δυτική στοά του σταδίου της Μεσσήνης44. Τόσο ο τόπος προέλευσης του τύπου όσο και οι εικονογραφικές του επιρροές αποτελούν αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας.
Πιο χαρακτηριστικό εύρημα από το ιερό όσον αφορά στην κεραμική, είναι τα μικρογραφικά αγγεία, την πλειονότητα των οποίων αποτελούν οι υδρίσκες45. Σώζονται εκατό πενήντα παραδείγματα σχεδόν ακέραιων αγγείων, μεταξύ αυτών 42 οινοχοïσκες και σκυφίδια, ενώ τα υπόλοιπα είναι υδρίσκες (εικ.10). Τα περισσότερα είναι τροχήλατα με χειροποίητες λαβές και χωρίς διακόσμηση. Αρκετά παραδείγματα φέρουν υπολείμματα λευκού επιχρίσματος. Το μέγιστο σωζόμενο ύψος είναι τα 0,09μ., ενώ ο μέσος όρος δεν ξεπερνάει τα 0,07μ. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι, ενώ μικρογραφικά αγγεία προέρχονται και από τα υπόλοιπα ιερά της πόλης (βλ. παρακάτω σσ.71-72), ο τύπος της υδρίσκης απαντά μόνο στο ιερό της Ειλειθυίας.



Υδρίσκες έχουν βρεθεί κατά εκατοντάδες σε ιερά γυναικείων θεοτήτων κυρίως της Δήμητρας αλλά και της Ήρας, της Αθηνάς και των Νυμφών46, ενώ σε αρκετά από αυτά, όπως και στο ιερό της Ιθώμης, έχουν βρεθεί μαζί με ειδώλια υδριαφόρων47.
Πάντως στα παραπάνω ιερά και σε αντίθεση με το ιερό στην Ιθώμη, εκτός από τις υδρίσκες έχει βρεθεί και μεγάλος αριθμός άλλων σχημάτων μικρογραφικών αγγείων.
Αρκετά μικρογραφικά, σχεδόν ακέραια αγγεία βρέθηκαν και σε κτιστή εν μέρει κατασκευή στα ΒΔ του ναού η οποία περιείχε κυρίως υδρίσκες αλλά και σκυφίδια μαζί με καμμένα κόκκαλα και καρπούς πάνω από μία κανονικού μεγέθους ακέραια καρποδόχη που χρονολογείται τον -3ου αι. Προφανώς πρόκειται για μία έμπυρη θυσία πριν από την ίδρυση του ιερού ή της λατρείας48.

Λοιπά ευρήματα
Εντυπωσιακοί είναι οι ηγεμόνες καλυπτήρες από το ιερό, στο μέτωπο των οποίων απεικονίζεται έντονα έξεργος αετός με ανοιχτά φτερά προς τα πλάγια και το κεφάλι στα δεξιά. Δύο παραδείγματα βρέθηκαν στο ιερό (εικ.11), ενώ όμοιος καλυπτήρας έχει βρεθεί και νοτίως του Ασκληπιείου49. Αποκαλύφθηκε επίσης τμήμα στρωτήρος το οποίο σώζει μέρος σφραγίσματος με την επιγραφή: {Επί} {ιερ} έος. Στα λοιπά ευρήματα από πηλό ανήκουν επίσης τρείς βόλοι μικρού σχετικά μεγέθους, οι οποίοι θα πρέπει να ερμηνευθούν ως παιχνίδια ή ακόμη και τμήμα παιχνιδιού50.
Στα λιγοστά μετάλλινα ευρήματα από το ιερό συμπεριλαμβάνεται ένα πολύ λεπτό και ορθογώνιας διατομής χρυσό έλασμα με δύο ανάγλυφους οφθαλμούς. Αποδίδετα με διπλή γραμμή το περίγραμμα των οφθαλμών δηλαδή το επάνω και κάτω βλέφαρο και η κόρη, ενώ η χάραξη έχει γίνει με το χέρι. Θα πρέπει να στερεωνόταν σε ξύλινο πίνακα, όπως υποδεικνύει η μικρή στρογγυλή οπή στη θέση της οποίας υπήρχε αρχικά καρφί. Η Δήμητρα φαίνεται να λαμβάνει το μεγαλύτερο αριθμό αφιερωμάτων οφθαλμών, ακολουθούμενη από τον Ασκληπιό, ενώ δε λείπουν και αναθέσεις λοιπών ανθρώπινων μελών στα ιερά της, κυρίως γυναικείων οργάνων51. Οφθαλμοί ως αφιερώματα έχουν βρεθεί και στο Αρτεμίσιο της Εφέσου και μάλιστα από φύλλο χρυσού52, στο Ασκληπιείο της Κορίνθου53, ενώ πολύ μεγάλος αριθμός, μεταξύ των οποίων και κάποιοι από χρυσό, αναφέρονται στον κατάλογο ευρημάτων από το Ασκληπιείο των Αθηνών54.



Από το ιερό προέρχεται ένα και μόνο παράδειγμα χάλκινου αστραγάλου. Είναι συμπαγής, σχεδόν φυσικού μεγέθους και σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Παρόμοια ευρήματα από χαλκό προέρχονται, ενδεικτικά, από το ιερό στον Κομμό της Κρήτης, της Ήρας Λιμενίας στη Περαχώρα, της Δήμητρας και Κόρης στην Ακροκόρινθο, της Αθηνάς στις Αλές Βοιωτίας, από το Καβείριο των Θηβών, το Κωρύκειο Άνδρο αλλά και από το κοντινό ιερό του Παμίσου στον Άγιο Φλώρο Μεσσηνίας55. Οι αστράγαλοι, αγαπημένα και καθημερινά αντικείμενα, σε μία δεύτερη φάση αναθέτονταν, κυρίως από τους νέους, στα ιερά. Η σημασία της ανάθεσης ήταν είτε συμβολική με την έννοια της αυταπάρνησης από ένα αγαπημένο αντικείμενο, ιδίως στην περίπτωση των νεότερων, και το πέρασμα σε μία άλλη περίοδο της ζωής είτε και πρακτική καθώς αποτελούσαν φθηνό και άμεσα προσιτό δώρο στους θεούς.
Από σίδερο είναι το τμήμα μάχαιρας, πιθανώς θυσιαστήριας. Οι απεικονίσεις μάχαιρας σε σκηνές θυσιών δεν είναι λίγες56, ενώ παραδείγματα έχουν βρεθεί και σε άλλα ιερά57. Στα σιδερένια ευρήματα ανήκει και μία σφήνα, που αποτελεί ένδειξη για τη λατόμευση επί τόπου στο ιερό αλλά και γενικά στο βουνό της Ιθώμης από όπου προέρχεται και το οικοδομικό υλικό του ναού58.

Τα Ευρήματα από τα υπόλοιπα Ιερά στην αρχαία Μεσσήνη

Στα ιερά της αρχαίας Μεσσήνης τα κοροπλαστικά ευρήματα, τα ευρήματα εκείνα δηλαδή που μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν ισχυρές ενδείξεις της λατρευτικής ταυτότητας του κάθε ιερού, φαίνεται να συνάδουν με τη φύση της θεότητας αλλά και το λατρευτικό τελετουργικό. Προκύπτει ότι, σε γενικές γραμμές, κάθε ιερό δεχόταν συγκεκριμένους τύπους ή ομάδες ειδωλίων, ως αναθήματα, που χαρακτήριζαν τη συγκεκριμένη λατρεία. Αυτό δεν αποκλείει σε καμιά περίπτωση την εύρεση τύπων, που ήταν κοινοί και διαδεδομένοι αλλά και εικονογραφικά «ουδέτεροι» σε περισσότερα από ένα ιερά. Παράδειγμα αποτελούν οι όρθιες γυναικείες μορφές με προσφορές στα χέρια, ή ακόμη και τύποι που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες λατρείες, όπως για παράδειγμα τα ανάγλυφα πλακίδια τις ηρωικές. Απτό παράδειγμα αποτελεί τύπος πεπλοφόρου με προσφορά στο αριστερό χέρι που ήρθε στο φως στο ιερό της Ειλειθυίας στην Ιθώμη (εικ.12).



Τρία παραδείγματα ακριβώς του ίδιου τύπου βρέθηκαν στους αποθέτες του ιερού της Δήμητρας και των Διοσκούρων, δύο από τα οποία σώζουν και το κεφάλι (ΑΕ 5854, 6186, 7064).
Tο πρώτο ιερό της Αρτέμιδος Ορθείας, στο άνδηρο της ΒΔ γωνίας του Ασκληπιείου, ταυτίζεται από επιγραφή σε πεσσόσχημη στήλη. Η στήλη στήριζε χάλκινο αγαλμάτιο της θεάς, του οποίου και βρέθηκαν τμήματα59. Σε αποθέτες του ίδιου ιερού αποκαλύφθηκαν και ειδώλια που φαίνεται να αναπαράγουν τον αγαλματικό τύπο της θεάς. Η θεά παριστάνεται με κοντό χιτώνα με απόπτυγμα, φέρει αντί για ιμάτιο νεβρίδα, η οποία αφήνει ακάλυπτο το ένα στήθος και είναι ζωσμένη στη μέση, φορά δερμάτινες μπότες και έχει υψηλή στεφάνη στο κεφάλι. Στο αριστερό της χέρι κρατάει δαυλό και ένας σκύλος κάθεται δίπλα στο δεξί της πόδι με το κεφάλι στραμμένο προς εκείνη. Θραύσματα του λατρευτικού αγάλματος του τέλους του -4ου αι. του ίδιου τύπου, σε φυσικό μέγεθος, βρέθηκαν επίσης βόρεια του ναού. Πρόκειται για την απεικόνιση της Άρτεμης ως Φωσφόρου και Κυνηγέτιδας.
Το ιερό της Ορθείας ήταν σε λειτουργία κατά τον -4ο και -3ο αι. προτού η λατρεία της με τα φερθεί τον -2ο αι. στη δυτική πτέρυγα του Ασκληπιείου (οίκος Κ). Ο Παυσανίας (IV,31.10) αναφέρει στο νέο αυτό ιερό άγαλμα της Αρτέμιδος Φωσφόρου του Δαμοφώντα, θραύσματα του οποίου αποκαλύφθηκαν60. Στο σηκό του ναού βρέθηκαν ενεπίγραφες βάσεις, οι οποίες στήριζαν αγάλματα ενήλικων γυναικών και νεαρών κοριτσιών και μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη λατρεία. Η λατρεία ασκούνταν από γυναίκες ιέρειες, ενώ νεαρά κορίτσια πιθανώς υπηρετούσαν στο ιερό και συμμετείχαν στις λατρευτικές εκδηλώσεις που εμπεριείχαν έθιμα εισαγωγής, όπως για παράδειγμα τη μεταφορά του ιερού ξοάνου της θεάς. Το τελετουργικό αυτό φαίνεται να απεικονίζεται σε τμήμα λίθινου αγάλματος από το ιερό61 αλλά και σε ειδώλια, που βρέθηκαν στους αποθέτες του ιερού της Δήμητρας και των Διοσκούρων και τα οποία παριστάνονται να κουβαλούν στον ώμο το λατρευτικό ξόανο της θεάς (εικ.13).
Και ενώ στα παραπάνω ιερά της Άρτεμης η αποκάλυψη της ταυτότητας της θεάς και του λατρευτικού πρακτικού με βάση τα ευρήματα, κυρίως τα επιγραφικά, ήταν μάλλον εύκολη υπόθεση, δε συμβαίνει το ίδιο με τα υπόλοιπα ιερά. Σε αποθέτες στα δάπεδα του λεγόμενου Ω- Ω ιερού, ΒΔ του Ασκληπιείου, το οποίο και έχει ταυτιστεί με το ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων (Παυσ.IV,31.9), βρέθηκαν χιλιάδες ανάγλυφα πλακίδια και ειδώλια μαζί με θραύσματα αγγείων, οστά ζώων, κεράμους και νομίσματα. Το ιερό ιδρύθηκε, κατά τον ανασκαφέα, τον -7ο αι., πριν δηλαδή από την ίδρυση της Μεσσήνης το -370/69, γνώρισε τρείς φάσεις, ενώ ήταν σε χρήση μέχρι και τα ρωμαïκά χρόνια62. Τα πλακίδια απεικονίζουν ιππείς, οπλίτες, ανακεκλιμένες ανδρικές και γυναικείες μορφές, σκηνές δεξίωσης, συμποσίου και σπονδών63 καθώς και τριάδες γυναικών64. Παρόμοια πλακίδια έχουν βρεθεί στο αίθριο του Ασκληπιείου, όπου σώζονται λείψανα του πρωιμότερου ιερού65 αλλά και σε πυρά θυσιών στο ιερό του Ήρωος, βόρεια του Γυμνασίου66. Και στις τρείς περιπτώσεις τα πλακίδια φαίνεται να συνδέονται με τη λατρεία ηρώων, η οποία είχε μία ισχυρή παράδοση στη Μεσσηνία και τη Λακωνία67 και εντάσσεται σε μία ευρέως διαδεδομένη και αγαπητή τοπική εικονογραφική παράδοση68. Μάλιστα κατά τους υστεροκλασικούς και πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους παρατηρείται ένας ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός ηρωικών λατρειών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας69 αλλά και την ίδια την πόλη της Μεσσήνης70.
Οι ίδιοι αποθέτες περιείχαν και μεγάλο αριθμό ειδωλίων. Εκτός από τις όρθιες γυναικείες μορφές με προσφορές, τις πεπλοφόρους (ΑΕ 5186, 2454, 5854), τα κορίτσια με χιτώνα ζωσμένο κάτω από το στήθος (ΑΕ 5621), το γυμνό αγοράκι (ΑΕ 6056) και τις κουροτρόφους (ΑΕ 6055, 5623, 4758) ξεχωρίζουν οι πολυάριθμες όρθιες ανδρικές μορφές, κατά κύριο λόγο γυμνές. Σώζονται ανδρικά ειδώλια με ιμάτιο που φθάνει μέχρι τα γόνατα, το αριστερό πόδι ελαφρώς προτεταμένο και τα χέρια να πέφτουν στο πλάι (για παράδειγμα ΑΕ 6069, 6615, 6080, 4757) ή και με ιμάτιο τυλιγμένο γύρω από το σώμα, αφήνοντας σε κάποια παραδείγματα γυμνό το δεξί ώμο (ΑΕ 4772, 2293, 6376). Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν και λίγα ειδώλια ώριμων σε ηλικία ανδρών, στα οποία το ιμάτιο καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το σώμα (ΑΕ 6670, 2299). Αρκετά είναι τα παραδείγματα γυμνών νέων με το αριστερό πόδι χαλαρό και το δεξί σταθερό σε στάση σχεδόν conta posto (εικ.14). Το αριστερό χέρι λυγισμένο προς το στήθος κρατά κόκκορα, ενώ το δεξί πέφτει στο πλάι. Στέκονται σε υψηλή τετράγωνη βάση και φέρουν μακρύ ιμάτιο που καλύπτει ολόκληρη την πλάτη71. Σε πολλά από τα παραπάνω παραδείγματα και σε αντίθεση με την πλειονότητα των ειδωλίων από το ιερό, το σώμα αποδίδεται με πλαστικότητα και κάποια ραδινότητα.



Η απεικόνιση ανδρικών μορφών δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο διαδεδομένη όσο η αντίστοιχη των γυναικείων, οι οποίες και κατακλύζουν τα ιερά. Στα υπόλοιπα ιερά της Μεσσήνης απαντώνται μεμονωμένα ανδρικά ειδώλια, όπως η μήτρα από το αίθριο του Ασκληπιείου με την απεικόνιση νεαρού γυμνού άνδρα72 και μερικά ακόμη ανδρικά ειδώλια από το ιερό, το λεγόμενο του Ήρωος, βορείως του Γυμνασίου.
Από το ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων προέρχεται και το αρχαïκό πήλινο σύμπλεγμα δύο καθισμένων σε θρόνο γυναικών με μία τρίτη ανάμεσα τους, η οποία ερμηνεύεται, ως μία γυναικεία θεότητα της φύσης πλαισιωμένη από δύο άλλες, πιθανώς Δήμητρα και Κόρη73. Χαρακτηριστικό είναι και ειδώλιο Αθηνάς του τύπου της Προμάχου από τον αποθέτη του ιερού (ΑΕ 5655). Σύμφωνα με τον Παυσανία το ιερό της Αθηνάς Κυπαρισίας δεν απήχε πολύ, ενώ η εύρεση του ειδωλίου θέτει το ερώτημα της προέλευσης των ευρημάτων που βρέθηκαν στους αποθέτες του ιερού74. Το ερώτημα ενισχύει και η εύρεση, στο ίδιο ιερό, ειδωλίων γυναικείας μορφής, που μεταφέρει στον αριστερό ώμο το ξόανο της θεάς (εικ.13). Αντίστοιχο τμήμα λίθινου αγάλματος κοριτσιού, που μεταφέρει το ξόανο της θεάς, έχει βρεθεί, όπως ήδη ανα φέρθηκε παραπάνω, στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθείας στο Ασκληπιείο, και πρέπει να ήταν στημένο δίπλα στο άγαλμα της Άρτεμης Φωσφόρου, που αναφέρει ο Παυσανίας75.
Κοινό εύρημα στα παραπάνω τρία ιερά αποτελούν τα μικρογραφικά αγγεία. Πρόκειται για άωτα σκυφίδια και κανθαρίσκους, που βρέθηκαν μαζί με τα παραπάνω πλακίδια και ειδώλια76. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθούν οι “καρποδόχες” από το ιερό του Ήρωος, ένας τύπος βαθιού πινακίου77, αλλά και τα πινάκια και οι λεκανίδες που ήρθαν στο φως στους λάκκους προσφορών και ταιριάζουν με τα κεραμικά ευρήματα από το ιερό της Ειλειθυίας στην Ιθώμη κυρίως αυτά που βρέθηκαν στην κτιστή κατασκευή στα ΒΔ του ναού μαζί με ίχνη φωτιάς, καρπούς και καμένα οστά ζώων. Όπως υποδηλώνει και η ονομασία καρποδόχες, προορίζονταν προφανώς για να φέρουν καρπούς ως προσφορές78.
Και ενώ τα μικρογραφικά αγγεία, όπως οι κανθαρίσκοι και τα σκυφίδια αλλά και τα ανάγλυφα πλακίδια αποτελούν κοινά ευρήματα στα παραπάνω ιερά και σχετίζονται με την ηρωολατρεία, ιδιαίτερα χαρακτηριστικό εύρημα αποτελούν τα ομοιώματα πήλινων ανθρώπινων μελών. Στο νότιο αίθριο του Ασκληπιείου και στο ιερό που φαίνεται να προυπήρχε βρέθηκαν ένας χάλκινος οφθαλμός, τμήμα πέλματος, δάχτυλα χεριού και ένα ανδρικό γεννητικό όργανο, όλα πήλινα79. Υποδεικνύουν προφανώς την παλαιότερη λατρεία θεού ή ήρωα θεραπευτή. Παρόμοια ευρήματα αποτελουν πολύ χαρακτηριστικά αναθήματα σε θεούς με την ιδιότητα του θεραπευτή και δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σημασία τους αλλά και τις ιδιότητες των θεών στους οποίους αφιερώνονταν80.
Εκτός του κέντρου της πόλεως αλλά εντός των τειχών της, στο βουνό της Ιθώμης, βρίσκεται το ιερό της Άρτεμης Λιμνάτιδος81, 300μ. νοτίως του ιερού της Ειλευθυίας και των Κουρητών. Το ιερό ταυτίστηκε με βάση τις επιγραφές, που βρέθηκαν στο χώρο της ανασκαφής (IGV,1,1442) αλλά και την Αγορά (IGV,1,1458). Αποκαλύφθηκαν τμήματα από ειδώλια Αρτέμιδος του ίδιου τύπου με αυτά από το παλαιότερο ιερό της Ορθείας αλλά και κεφάλια του τύπου της Άρτεμης Βενδίδος με φρυγικό σκούφο82. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο εικονογραφικός τύπος της Άρτεμης στη Μεσσήνη μοιάζει με τον αττικό τύπο της Άρτεμης Βενδίδος και έτσι δεν αποκλείεται τα κεφάλια αυτά να ανήκουν στα τμήματα κορμού του παραπάνω τύπου με τη νεβρίδα, τις μπότες και το σκύλο ή και σε μία παραλλαγή του τύπου. Ανάγλυφο με την Άρτεμη ως κυνηγέτιδα, που απεικονίζει τη θεά με κοντό χιτώνα με απόπτυγμα και ενδρομίδες, όπως ακριβως και στα παραπάνω ειδώλια, ήρθε επίσης στο φως.
Στα κοροπλαστικά ευρήματα από το ιερό της Άρτεμης περιλαμβάνονται αρκετοί τύποι γυναικείων μορφών με προσφορές, γυναικείες προτομές και πολλά γυναικεία κεφάλια με υψηλή στεφάνη. Βρέθηκαν τρείς ανδρικές μάσκες, καθώς και λιγοστά τμήματα από ζώα, μεταξύ των οποίων ένα θραύσμα ποδιού αλόγου ομοίου με τα αντίστοιχα από το ιερό της Ειλειθυίας και ένα βουκράνιο83. Ειδώλια ζώων έχουν βρεθεί μόνο στα δύο αυτά ιερά στο βουνό της Ιθώμης, δηλαδή της Ειλειθυίας και των Κουρητών και της Άρτεμης Λιμνάτιδος και κανένα δεν έχει βρεθεί στα ιερά στο κέντρο της πόλης.

Η αξιολόγηση των Ευρημάτων από τα Ιερά της Μεσσήνης

Η ασφαλής ονομαστική ταύτιση των τιμώμενων θεών, που επιτυγχάνεται συνήθως από τις επιγραφικές μαρτυρίες, αποτελεί το πρώτο βήμα στην κατανόηση, αναγνώριση και ερμηνεία των κατά τόπους εκφάνσεων και των ποικίλων ιδιοτήτων της θεότητας, που είναι και το ζητούμενο. Σημαντικό ρόλο στην επίτευξη των παραπάνω παίζουν τα κινητά ευρήματα, όπως τα κοροπλαστικά, κεραμικά, αγαλματικά αλλά και κάποια πιο χαρακτηριστικά και σπάνια, που σχετίζονται με πολύ συγκεκριμένες πλευρές της λατρείας, όπως για παράδειγμα ενδύματα84, αστράγαλοι από σπήλαια και από ιερά θεοτήτων με μαντικές ιδιότητες85, ομοιώματα ανθρώπινων μελών από ιερά θεραπευτών θεών86, ή μάσκες σε περιπτώσεις εθίμων εισαγωγής87.
Γενικά τα ειδώλια αποτελούν, υπό προϋποθέσεις, αξιόπιστους ‘μάρτυρες’ της υπόστασης των λατρευόμενων θεοτήτων και του τελετουργικού πρακτικού. Οι προϋποθέσεις αυτές συνοψίζονται στην επανάληψη των τύπων, στη διαχρονικότητά τους, δηλαδή, την επιβίωσή τους στο ίδιο ιερό για μεγάλο χρονικό διάστημα, την εξάπλωση των τύπων στην ευρύτερη περιοχή, αν δηλαδή πρόκειται για τύπους κοινούς και γεωγραφικά διαδεδομένους ή για τοπική παραγωγή ή ακόμη και παραλλαγή γνωστών τύπων. Τα κεραμικά ευρήματα από τα ιερά μπορούν κι αυτά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αν και σπανιότερα, να αποτελέσουν βασικό χαρακτηριστικό της λατρείας και μάλιστα με τρόπο πιο πρακτικό και χειροπιαστό. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι γαμικοί λέβητες και οι λουτροφόροι σε ιερά θεοτήτων που σχετίζονται με τον γάμο88, οι κανθαρίσκοι με υψηλό πόδι σε αττικά ιερά θεοτήτων που συνδέονται με τις γυναίκες, κυρίως την Άρτεμη89, τα μικρογραφικά αγγεία όταν πρόκειται για ηρωολατρεία και άλλα.
Σε περιοχές με έντονη κοροπλαστική παράδοση και παραγωγή όπως για παράδειγμα την Αθήνα και την Κόρινθο αλλά και το Άργος, επαναλαμβάνονται συχνά οι ίδιοι τύποι τόσο στα ιερά όσο και στους τάφους, και έχουν μία μακρά περίοδο επιβίωσης. Στη Μεσσήνη η παραγωγή είναι περιορισμένη τοπικά χωρίς να έχει (λόγω και των ιστορικών συνθηκών) να επιδείξει μακρά παράδοση ή και ιδιαίτερες επιδόσεις. Τα ευρήματα, ιδιαίτερα τα κοροπλαστικά, φαίνεται να συνάδουν με την τιμώμενη θεότητα, καθώς συγκεκριμένοι τύποι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα ιερά, χωρίς αυτό να αποκλείει την ανάθεση των ίδιων τύπων σε διαφορετικά ιερά και μάλιστα γειτονικά. Άλλωστε ο πλέον καθοριστικός παράγοντας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον αναθέτη, τις επιθυμίες και τις ενδόμυχες επιδιώξεις του.
Ξεκινώντας από τα ιερά στο κέντρο της πόλης, θα προσπεράσουμε γρήγορα τα ιερά της Άρτεμης Ορθείας, των οποίων η ταύτιση με βάση τις επιγραφές αλλά και τη μαρτυρία του Παυσανία ήταν εύκολη. Εξίσου αποκαλυπτικά, ως προς τη συνέχεια της λατρείας και την υπόσταση της Άρτεμης στο κέντρο της πόλης υπήρξαν και τα ευρήματα των ανασκαφών, όπως τα αγάλματα των ιερειών αλλά και των νεαρών κοριτσιών με τα επιγράμματα. Η Άρτεμης Ορθεία λατρευόταν κυρίως από γυναίκες και σχετιζόταν με έθιμα εισαγωγής παρόμοια με αυτά στη Βραυρώνα. Προστάτευε τις νέες γυναίκες, και το πέρασμά τους από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση90. Τα ειδώλια που βρέθηκαν φαίνεται να αναπαριστούν τον αγαλματικό τύπο και να τον επιβεβαιώνουν.
Σχετικά σαφή ως προς την ερμηνεία είναι και τα κατάλοιπα των πρώιμων φάσεων του Ασκληπιείου με τα χαρακτηριστικά ανάγλυφα πλακίδια αλλά κυρίως τα ανατομικά μέλη του σώματος. Τα ομοιώματα των ανθρώπινων μελών αποτελούν και τους μοναδικούς μάρτυρες της θεραπευτικής υπόστασης ενός θεού ή και ήρωα θεραπευτή, του οποίου στη συνέχεια, όπως φαίνεται, εξαίρειται η πολιτική σημασία και όχι οι θεραπευτικές ιδιότητες. Τα πλακίδια αποτελούν κατάλοιπα ηρωολατρείας, η οποία στη Μεσσηνία γνωρίζει ιδιαίτερη έξαρση την περίοδο αυτή και προφανώς συνδέεται με την ανάγκη εθνικού αυτοπροσδιορισμού91.
Ο μεγάλος αριθμός παρόμοιων πλακιδίων που βρέθηκαν στο ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων (Ω-Ω), στο άνδηρο της ΒΔ πλευράς του Ασκληπιείου, σε συνδυασμό με άλλα ευρήματα92, κυρίως τα ανδρικά ειδώλια, δεν αφήνουν αμφιβολίες για την άσκηση ηρωολατρείας στο ιερό93. Οι ανδρικές απεικονίσεις είναι συνήθως λιγοστές στα ιερά και περιορίζονται σε ειδώλια ανακεκλιμένων ανδρικών μορφών και όρθιων νεαρών. Σε λίγες περιπτώσεις αποτελούν τους κατεξοχήν τύπους ανάθεσης, όπως για παράδειγμα στο Καβείριο των Θηβών94 ή και στο ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου95. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με έθιμα εισαγωγής και μύησης νεαρών ανδρών. Κατά αυτόν ίσως τον τρόπο θα πρέπει να ερμηνευθούν και τα παραπάνω ειδώλια από το ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων. Έχουμε μια παρόμοια λατρεία με έμφαση προφανώς στα έθιμα εισαγωγής νεαρών ανδρών στα πλαίσια μάλιστα ηρωολατρείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανδρικά ειδώλια και μάλιστα σε μεγάλους αριθμούς έχουν βρεθεί και σε ιερά Δήμητρας στην ανατολική Ελλάδα96.
Στους ίδιους αποθέτες βρέθηκαν και πολλά γυναικεία ειδώλια μεταξύ των οποίων κουροτρόφοι καθώς και το αρχαïκό πήλινο σύμπλεγμα δύο καθισμένων σε θρόνο γυναικών με μία τρίτη ανάμεσα τους (βλ. προηγουμένως). Όπως εύστοχα γράφει η Παπαευθυμίου (2001/2, 140), πρόκειται πιθανώς για μία «ισχυρή πότνια, προστάτιδα του κόσμου των γυναικών αλλά ευρύτερα θεά της φύσεως και της ζωής, της γονιμότητας και της ευφορίας». Μια Πότνια Θηρών που φαίνεται να συλλατρεύεται με άνδρες ήρωες, όπως ο Πολυδεύκης, τουλάχιστον από τον -3ο αι. και εξής (τον -3ο αι. χρονολογείται η ασπίδα που βρέθηκε σε κάποιο από τα δωμάτια και είχε αφιερωθεί από τον Καλλιππίδα στον Πολυδεύκη, Themelis 1998, 161). Η παλαιά αυτή θεά μπορεί στη συνέχεια να συνδέθηκε με τη Δήμητρα της οποίας η λατρευτική σχέση με τους Διόσκουρους δεν είναι άγνωστη στη Λακωνία και τη Μεσσηνία97, όπως άλλωστε και η συνύπαρξη λατρευτικών εθίμων γονιμότητας και μύησης.

Η αξιολόγηση των Ευρημάτων και η Λατρεία στο Ιερό της Ειλειθυίας και των Κουρητών

Τελευταία θα πραγματευτούμε το ιερό της Ειλειθυίας και των Κουρητών στην Ιθώμη, που βρίσκεται και στο επίκεντρο της έρευνάς μας. Αναμφιβήτητα πρόκειται για μία γυναικεία θεότητα, όπως προκύπτει από την επιγραφή στην κρηπίδα του ναού, η οποία αναφέρεται στην καλή θεά, από το λατρευτικό άγαλμα στον τύπο της πεπλοφόρου αλλά και τα πολυάριθμα γυναικεία ειδώλια που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της ανασκαφικής έρευνας. Όσον αφορά στην υπόσταση και τις ιδιότητες των τιμώμενων θεών, δηλαδή της Ειλειθυίας και των Κουρητών, αποκρυπτογραφούνται σχετικά ξεκάθαρα από τα κινητά ευρήματα, τα οποία και δίνουν αρκετές έμμεσες πληροφορίες για τον χαρακτήρα της λατρείας και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της.
Τα ειδώλια κουροτρόφου και πιο συγκεκριμένα τροφού αλλά και αυτά της αρκούδας, που μόνο κοινά δεν είναι στα ιερά, φανερώνουν με μάλλον εύγλωτο τρόπο μία σημαντική πλευρά της θεότητας, αυτή της προστασίας των παιδιών και μάλιστα των πιο ευάλωτων, των νεογέννητων. Διόλου άσχετη δεν είναι η εύρεση των γυναικείων μορφών με τα γουρουνάκια στην αγκαλιά, με τις υδρίες στο κεφάλι αλλά και οι πολυάριθμες υδρίσκες. Οι μορφές με τα γουρουνάκια, όπως άλλωστε και τα ίδια τα γουρουνάκια αλλά και η θυσία τους, ενώ συνδέονται συχνά με τη λατρεία της Δήμητρας και μάλιστα με τη γιορτή των Θεσμοφορίων, συμβολίζουν περισσότερο τη σχέση της λατρευόμενης θεότητας με τη γονιμότητα, κυρίως της γης. Οι υδριαφόρες από το ιερό, που αποτελούν τον πιο πολυάριθμο τύπο ειδωλίων, σε συνδυασμό με τις εκατοντάδες υδρίσκες τονίζουν ακόμη περισσότερο τη σχέση της θεάς με τη γονιμότητα είτε πρόκειται γι᾽ αυτή των ανθρώπων είτε της γης είτε και των ζώων. Οι πολυάριθμες υδρίσκες φαίνεται να συμβολίζουν την αφθονία και τη σημασία του νερού στη Μεσσήνη, απαραίτητου για τη γονιμότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα υπόλοιπα ιερά της αρχαία Μεσσήνης από τα οποία προέρχονται μικρογραφικά αγγεία δεν είναι υδρίσκες αλλά σχήματα όπως κανθαρίσκοι και σκυφίδια κυρίως από το ιερό του Ήρωος, το αίθριο του Ασκληπιείου και το ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων. Οι υδρίσκες αλλά και τα ειδώλια υδριαφόρων από το ιερό πιθανώς συμβόλιζαν τη μεταφορά του νερού, απαραίτητου για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης ανάπτυξης της φυτικής και ζωικής παραγωγής. Οι ίδιες οι υδρίσκες πιθανώς να χρησίμευαν στη συμβολική μεταφορά του νερού στο ιερό, λαμβάνοντας υπόψη και την έλλειψη κοντινής πηγής. Η ερμηνεία γενικά των μικρογραφικών αγγείων στα ιερά, ως απομιμήσεις και φθηνά υποκατάστατα των κανονικών αγγείων, φαίνεται να αποτελεί μόνο μία όψη της χρήσης τους98. Η έστω και συμβολική τους χρήση στο πλαίσιο τελετουργιών θα πρέπει να θεωρηθεί σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο πιθανή99. Το ειδώλιο της γυναίκας με τα ανοιχτά πόδια, το τονισμένο αιδοίο και τη μεγάλη κοιλιά είναι επίσης κάθε άλλο παρά κοινό εύρημα και θα πρέπει αναμφίβολα να ερμηνευθεί ως σύμβολο γονιμότητας.
Ο σχετικά μεγάλος αριθμός αλόγων και βοοειδών, σε σχέση με το σύνολο των ειδωλίων που βρέθηκαν στο ιερό, υπερβαίνουν κατά πολύ το μέσο όρο ποιότητας των υπόλοιπων κοροπλαστικών ευρημάτων και ενισχύουν τη σύνδεση της θεότητας με την προστασία μεταξύ άλλων και της κτηνοτροφικής παραγωγής. Το ότι τα άλογα αποτελούν στο ιερό της Ιθώμης την πλειονότητα των ζώων συνδέεται αναμφίβολα με την ιδιαίτερη σχέση των αλόγων με την πόλη της αρχαίας Μεσσήνης, όπως αποκαλύπτεται εύγλωττα στις πηγές100. Δεν είναι τυχαίο ότι ειδώλια ζώων έχουν βρεθεί μόνο στα δύο ιερά της Ιθώμης και κανένα στα ιερά στο κέντρο της πόλεως. Η ζωϊκή και φυτική παραγωγή είχε μεγάλη σημασία και αυτό δεν μπορούσε παρά να προβάλλεται και στη λατρεία, τόσο στα αναθήματα όσο και στη θέση του ιερού. Η Μεσσήνη άλλωστε μαζί με τη Θεσσαλία, τμήματα της Αρκαδίας, και τις πεδιάδες της Λακωνίας και της Ήλιδας, ή ακόμη και το Άργος, είναι από τους λίγους τόπους στην ελληνική ύπαιθρο που πληρούσαν τις προϋποθέσεις για τη συντήρηση μεγάλων ζώων, δηλαδή αλόγων και βοοειδών. Ο Όμηρος μάλιστα εγκωμιάζει τις εύφορες εκτάσεις της Μεσσηνίας, ενώ ο Πλάτων στον Αλκιβιάδη αναφέρει τα πολυάριθμα κοπάδια της Μεσσηνίας και τις μεγάλες εκτάσεις σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μικρής έκτασης αθηναϊκά (Il3.74. 4.530. Οδ.4.602-604. Πλ. Αλκ. γ.1. 122δ).
Τέλος, το χρυσό έλασμα αν και αποτελεί μεμονωμένο εύρημα, όπως και το ειδώλιο της γυμνής γυναίκας αλλά και τα ειδώλια αρκούδας, έχει ιδιαίτερη σημασία.
Αφιερώματα οφθαλμών και μάλιστα χρυσών, έχουν βρεθεί κυρίως σε ιερά Δήμητρας101 αλλά και άλλων θεοτήτων, κυρίως αυτών που συνδέονταν με τη γονιμότητα και τον τοκετό, και οι οποίες ταυτόχρονα είχαν θεραπευτικές ιδιότητες, όπως η Άρτεμις και η Αφροδίτη102. Και η Ειλειθυία, ως θεότητα του τοκετού, φαίνεται να έχει θεραπευτικές ιδιοτητες. Ομοιώματα μαστών και γυναικείων γεννητικών οργάνων έχουν βρεθεί στο ιερό της στην Πάρο103, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Διοδώρου σε αυτήν της την ιδιότητα (Δ.Σ.V,73-4).
Πέρα πάντως από τα ανασκαφικά ευρήματα και τις πηγές για το ιερό η ίδια η θέση του αποτελεί ένδειξη της φύσης των τιμώμενων θεοτήτων. Το βουνό γενικά και ειδικά στη Μεσσήνη είναι ο τόπος για πολλές δραστηριότητες οικονομικής σημασίας.
Η πόλη της Μεσσήνης ήταν αυτάρκης, καθώς προμηθεύονταν τα απαραίτητα από την αγροτική και ποιμενική παραγωγή της υπαίθρου χώρας της. Η παραγωγή κτηνοτροφικών και γεωργικών προϊόντων έπαιζε σπουδαίο ρόλο και αυτό δε θα μπορούσε παρά να αντικατοπτρίζεται και στη θρησκευτική και λατρευτική ζωή, τόσο στη θέση των ιερών όσο και στις λατρευόμενες θεότητες. Η Ιθώμη με την πηγή νερού κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος, την οργιώδη βλάστηση, που εν μέρει υπάρχει και στις μέρες μας, τη δυνατότητα λατόμευσης ασβεστόλιθου επί τόπου και τέλος την άρρηκτη σχέση με τον κάμπο, που ήταν το κέντρο της παραγωγής και της πόλης, ήταν καταφύγιο άγριων ζώων και τόπος βοσκής και αυτό αποτέλεσε το υπόβαθρο για την ίδρυση ιερών, που σχετίζονταν με τη γονιμότητα. Σε τι βαθμό η ύπαιθρος χώρα ήταν σημαντική για την πόλη, φαίνεται από το γεγονός ότι αποτελεί μια από τις λίγες πόλεις, τα τείχη των οποίων περιλαμβάνουν τόσο μεγάλες εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και εκτάσεις για καλλιέργεια και βοσκή. Σε τόπο μακρυά από τα αστικά ιερά αλλά όχι εκτός των τειχών της πόλεως, ιδρύθηκε το ιερό της Ειλειθυίας και των Κουρητών.
Η γειτνίαση με τα ιερά του Διός Ιθωμάτα στην κορυφή του βουνού και της Άρτεμης Λιμνάτιδος κάθε άλλο παρά τυχαία είναι104.
Η λατρεία της Ειλειθυίας στην Πελ/σο μαρτυρείται κυρίως από τον Παυσανία, και ήταν διαδεδομένη με το όνομα Ελευθία ή Ελευσία105. Ιερά της υπήρχαν σε αρκετές πόλεις. Σε κάποια από τα ιερά συλλατρεύονταν με άλλες θεότητες κυρίως όμως με την Άρτεμη, όπως για παράδειγμα στο ιερό της στη Σπάρτη, αλλά και εκτός Πελ/σου στη Βοιωτία, στη Ρόδο, στο Μαραθώνα αλλά και στη Δήλο, ως Άρτεμις Ειλειθυία106. Στο ιερό της Άρτεμης Ορθείας στη Σπάρτη η θεά συλλατρεύεται με την Ειλειθυία107. Στο βουνό της Ιθώμης, η Άρτεμης, τη λατρεία της οποίας υιοθέτησαν οι Μεσσήνιοι από τους Ναυπάκτιους κατά την παραμονή τους ως φυγάδες εκεί, λατρευόταν ως Λιμνάτιδα και Λαφρία. Φαίνεται να είναι μια Πότνια Θηρών που μαζί με την Ειλειθυία και τους Κουρήτες, εκεί στη δασώδη πλαγιά της Ιθώμης, με την παλαιά λατρεία του Διός ως θεϊκού παιδιού στην κορυφή, ήταν υπεύθυνη για τη γονιμότητα, την ευφορία, την ασφαλή γέννηση, το μεγάλωμα και την επιτυχημένη αναπαραγωγή αλλά κυρίως για την εξασφάλιση της ζωϊκής και φυτικής παραγωγής, που ήταν απαραίτητες για την επιβίωση των κατοίκων της αρχαίας Μεσσήνης.
Στην κορυφή του βουνού ο Δίας Ιθωμάτας, όπως και ο Δίας ο Κρηταγενής, φαίνεται να ήταν αρχικά μια θεότητα της βλάστησης και της γονιμότητας, όπως άλλωστε προκύπτει από τον ύμνο του Παλαικάστρου (ICII.2 12-17), ένας νεαρός θεός που σχετιζόταν όπως και ο Δίας στη Δίκτη και το Ιδαίον Άνδρον με τους Κουρήτες και από αυτή την άποψη εύκολα συνδέεται λατρευτικά με το ιερό της Ειλειθυίας και των Κουρητών108. Ο Παυσανίας (IV,33.1-2) τον παρουσιάζει, όπως άλλωστε και τον κρηταγενή Δία και το Δία του Αιγίου, ως θεϊκό παιδί, που ανατράφηκε από τις Νύμφες Νέδα και Ιθώμη αφ΄ ότου το έσωσαν οι Κουρήτες, όταν αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει η Ρέα. Ο Δίας Ιθωμάτας έγινε με την επανίδρυση της πόλεως η πολιούχος θεότητα της πόλης της Μεσσήνης109. Στην κορυφή του βουνού στη θέση του παλαιού ιερού επανέφεραν με την επιστροφή τους τη λατρεία του Διός, τον οποίο θεωρούσαν βεβαίως άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τόπο και την κοινή καταγωγή τους. Στο Αίγιο, κατά τον Παυσανία (VII,23.5), λατρευόταν η Ειλειθυία αλλά και ο Δίας ως θεϊκό παιδί που είχε ανατραφεί από την ιερή αίγα, όπως ακριβώς ο Δίας Ιθωμάτας στην Ιθώμη και ο Δίας ο Κρηταγενής110. Η λατρευτική σχέση Ειλειθυίας- Κουρητών, Άρτεμης και Διός Ιθωμάτα ευνοεί και την τοπογραφική σχέση των ιερών τους στην Ιθώμη.
Η Ειλειθυία στη Μεσσήνη δεν άπτονταν μόνον της επιτυχημένης και ασφαλούς αναπαραγωγής των ανθρώπων αλλά και των γεννημάτων από τα οποία εξαρτιόταν όλη η επιβίωση. Εκεί στο βουνό με τη θέα που κόβει την ανάσα, με την παλαιά λατρεία του Διός Ιθωμάτα, που προσδίδει ιερότητα στο χώρο και τους φυσικούς πόρους της περιοχής, ίδρυσαν το ιερό της Λιμνάτιδος και αυτό της Ειλειθυίας και των Κουρητών.

Μαρία Γ. Σπαθή
Δρ. Αρχαιολόγος, Heinrich Schliemann-Institut für Altertumswissenschaften, Universität Rostock
"Τα Αναθήματα σε Ιερά της Αρχαίας Μεσσήνης ως ένδειξη λατρευτικής ταυτότητας: Η περίπτωση του Ιερού της Ειλειθυίας και των Κουρήτων" 


1. Θέμελης 2003, 43-44. Θέμελης 2010, 62. Το ιερό και τα εύρηματά του θα δημοσιευτούν, ως μονογραφία, από τη γράφουσα.
2. Θέμελης 1989, 90-1, αρ. κατ. 1349. Θέμελης 1994, 94, αρ. κατ. 1, πίν. 42, αρ. κατ. 5006. Θέμελης 2003, 42, αρ. κατ. 12969. Επίσης: IG V, 1445.
3. Το επίθετο «καλή» μαρτυρείται και στο νησί της Θήρας: IG 3, 350.
4. Θέμελης 1988, 44.
5. Themelis 2004, 143-154.
6. Bλ. στον παρόντα τόμο, Wannagat και Linnemann.
7. Themelis 1994, 111. 122, εικ. 10. 12. Πρώιμα παραδείγματα λίθινων «θρανίων» που περιτρέχουν τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό τους τοίχους έχουν βρεθεί στην Κρήτη και πιθανώς προορίζονταν για την εναπόθεση αναθημάτων και λοιπών προσφορών: Prent 2005, 188-440. Sporn2002, 154, 213-216, 345. Εκτός Κρήτης: Alroth 1988, 195-203. Brulotte 1994, 275-278. Στους ελληνιστικούς χρόνους πιθανώς δεν έχει λειτουργικό ρόλο αλλά αποτελεί αρχιτεκτονικό στοιχείο, βλ. από την Πριήνη: Wiegand 1904, 151-154.
8. Ευχαριστίες οφείλω στον Νομισματολόγο ΘεόδωροΚουρεμπανά για την ταύτιση των νομισμάτων.
9. Πρόκειται μάλλον για έναν μάλλινο σκούφο ή αλλιώς πίλο, ο οποίος απαντάται συχνά στις απεικονίσεις παιδιών, στα λεγόμενα “temple boys’’. Βλ. γενικά για τον τύπο: Hadzisteliou-Price 1969, 95 κ.εξ. Schmaltz 1974, 99-103.
10. Την ιδιότητα των κουροτρόφων θεοτήτων φέρουν για παράδειγμα εκτός από την Ειλειθυία (Pingiatoglou 1981, 89-90), η Δήμητρα και Κόρη, κυρίως στα ιερά της ανατολικής Ελλάδα (Rumscheid 2006, 228. Blinkenberg 1931) αλλά και στην Πελοπόννησο (π.χ. στο ιερό της Δήμητρας και Κόρης στην Ακροκόρινθο: Corinth XVIII, 70-1), η Ήρα στο Άργος, την Τύρινθα, την Περαχώρα αλλά και τη Σάμο (Frickenhaus 1912. Waldstein 1905. Payne 1940. Γενικά: Larson 2007, 29-40), η Αφαία στην Αίγινα (Pilafidis-Williams 1998, 121-153. Sinn 1988. Spathi 2007) και οι Νύμφες (Muthmann 1975, 95. Larson 2001, 100-1, 113-7). Γενικά για κουροτροφούς θεότητες: Hadzisteliou-Price 1978.
11. Για ειδώλια γυναικών με γουρουνάκι από ιερά: Frickenhaus 1912, 77-9, αρ. 99-113, από την Τύρινθα και το ιερό της Ήρας πολυάριθμα παραδείγματα. Corinth XVIII, 24, πίν.1.117-124, πίν.24, 25. 202-4, από το ιερό της Δήμητρας και Κόρης στην Ακροκόρινθο. Blinkenberg 1931, σελ.711-12, πίν. 141, από το ιερό της Αθηνάς στη Λίνδο. Για τη σημασία τους όσον αφορά στις θυσίες: van Straten 1995, 170 κ.εξ. Clinton 2005, 168. 167-179, συγκεκριμένα για τη σύνδεση της θυσίας τους με τη γονιμότητα: 178-9. Γενικά για απεικονίσεις γουρουνιών αλλά και υπολείμματα θυσιών τους στα ιερά: Bevan 1986, 67-73. Για τη σημασία της ανάθεσης τους στα ιερά της Ήρας: Baumbach 2004.
12. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη 1996, 70-1, από το Θεσμοφόριο της Πέλλας. Muller 1996, 487-489, πιν.138. Δάφφα-Νικονάνου 1973, γενικά από θεσσαλικά ιερά.
13. Corinth ό.π., 39, αρ. C47, πιν. 6. Winter 1931, 157, αρ. 5.6, από την Τεγέα. Frickenhaus 1912, 120. Işik 1980, 182, από την Καρία.
14. Işik 1980, 77.
15. Για παραδείγματα από ιερά Δήμητρας: Eretria VII, 70, πιν. 17. Rumscheid 2006, 252-54, από την Πριήνη. Corinth ό.π., 38-42. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη 1996, 50-1, από την Πέλλα. Coldstream 1973, 68-9, πιν. 40-43, από την Κνωσσό. Σκέρλου-Γρηγοριάδου 2014, 131-2, από την Κω. Muller 1996, 486-7, πιν. 120, από το Θεσμοφόριο της Θάσου. Πινγιάτογλου 2015, 67, 71-3, εικ. 142-6, από το ιερό της Δήμητρας στον Δίον. Goldman 1931, 252-8, από την Εύτρεση Βοιωτίας. Από ιερά της Αθηνάς: Blinkenberg 1931, 705-6, πιν. 140, αρ. 3003-3012. Από το ιερό της Ήρας στην Τύρινθα: Frickenhaus 1912, 29, 81 αρ. 139, πιν. XI, 1. Για τη χρήση του νερού στα ιερά: Cole 1988, 161-5.
16. Γενικά για τους τόπους εύρεσης και τη σημασία τους: Kozlowski 2015, 41-8.
17. Ένα παρόμοιο από τον Κεραμεικό: Kerameikos XV, 85. 87, πιν. 52, αρ. 262.
18. Thompson 1954, 90-1, πιν. 21, αρ. 2. Spathi 2007, 112-4, για παραπομπές.
19. Pfisterer-Haas 1989, 71-5.Υπάρχει άλλωστε η ερμηνεία που παρουσιάζει τη Βαυβώ ως αρχικά μία ανεξάρτητη θεότητα της γονιμότητας προτού ενσωματωθεί στη λατρεία της Δήμητρας, Der Kleine Pauly I (1964) s.v. Baubo (W. Fauth). Ο Ησύχιος («Βαυβώ») την περιγράφει ως τροφό της Δήμητρας. Γενικά για τη Βαυβώ: LIMC III, 1, 1986, 87-90, s.v. Baubo (Th. Karaghiorga Stathacopoulou).
20. Από την Αίγινα προέρχεται μια ανακεκλιμένη μορφή μεγάλης σε ηλικία γυναίκας που ερμηνεύεται ως εταίρα:Spathi 2007,113-4.
21. Οι οποίες ποικίλλουν από όρθιες έως καθιστές και οκλαδόν και από εντελώς γυμνές έως ημίγυμνες: Pfisterer-Haas 1989.
22. Σχετίζονται με τη Δήμητρα και τα Θεσμοφόρια καθώς φαίνεται να συμμετείχαν σε τελετουργίες στο πλαίσιο των εορτασμών προς τιμή τους (Clinton 1992, 84-90. Corinth XVIII, 340) αλλά όχι αποκλειστικά (Gawlinski 2010, 99, για τελετουργίες κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων της Ανδανίας). Γενικά για το ρόλο τους στη λατρεία: Bremmer 1987, 191-216. Αξίζει να αναφερθεί ότι εκτός από ειδώλια έχουν βρεθεί και μάσκες, στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθείας στη Σπάρτη, οι οποίες, με βάση και πηγές (Poll. 4.104), που αναφέρονται σε λακωνικούς χορούς κατά τους οποίους οι συμμετέχοντες φορούσαν άσχημες, γκροτέσκ μάσκες γυναικών, ερμηνεύονται και ως γραίες (Bosanquet 1905/6, 338-343. Dickins 1929, 167, 173). Για μάσκες γραιών βλ. και Spathi 2013b, από σπήλαιο Νυμφών στην Κορινθία.
23. Corinth XVIII, 29-32.
24. Bieber 1928, 37-8, πιν. V2. Bieber 1934, 33, πιν. 18.1.
25. Για παραδείγματα ειδωλίων από την Κόρινθο: Corinth XVIII, 24-29, pl. 1. Από την Αθήνα: Higgins 1954, 179-80, πιν. 88. Poulsen 1937, 52-6.
26. Spathi 2015, 444-5.
27. Τα ειδώλια από το ιερό όπως και τα υπόλοιπα ευρήματα μελετώνται και θα δημοσιευθούν λεπτομερώς από τη γράφουσα.
28. Από την Ολυμπία: Heilmeyer 1972, 4-158. 1979. Από το ιερό της Αφαίας στην Αίγινα: Spathi 2007, 133-7. Από το Ηραίο του Άργους: Waldstein 1905, 201-3. Από το ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου: Schürmann 1996. Muhly 2008. Από το Ηραίο της Σάμου: Jarosch 1994. Από το Καβείριο των Θηβών: Schmaltz 1980.
29. Από το Καβείριο των Θηβών σώζονται κάποια παραδείγματα κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, σαφώς λιγότερα όμως από τα παραδείγματα των προγενέστερων περιόδων του ιερού βλ. Schmaltz 1980, 87-9. Από το ιερό του Ποσειδώνα: Niniou-Kindeli 2003, 132-7.
30. Για τη σημασία τους: Heilmeyer 1972, 158-164. Jarosch 1994, 93-6. Schürmann 1996, 218-220. Λεμπέση 1992, 10. 13-4. Sinn 1981.
31. Βλ. παρακάτω σ. 67, υποσ. 47.
32. Γενικά για απεικονίσεις αρκούδας στα ιερά: Bachofen 1863. Eichinger 2005, 57-70. Bevan 1986, 20-1. 346. Από το ιερό της Αρτέμιδος Ορθείας στη Σπάρτη: Dawkins 1929, 232, πιν. 153. Επίσης από το Ηραίο του Άργους: Waldstein 1905, 41. Από το ιερό της Αλέας στην Τεγέα: Voyatzis 1990, 117-120, αρ. B3, πιν. 58.
33. Στο ιερό της Αρτέμιδος στο Καλαπόδι βρέθηκαν κόκκαλα αρκούδας και σε αυτό στους Λουσούς δόντια: Reichel και Wilhelm 1901, 37.
34. Για απεικονίσεις αρκούδας σε αγγεία που σχετίζονται με τη Βραυρωνία Αρτέμιδα: Kahil 1977, 86-98. Marinatos 2002. Για τη λατρεία στο ιερό της Βραυρωνίας: Dowden 1989, 25-41. Sourvivou- Inwood 1990, 9-13.
35. Küster 1913.
36. Για την κεραμική της αρχαίας Μεσσήνης: Θέμελης 2004α, 409-438. Θέμελης 2005, 95-106. Rogl 2011, 767-774.
37. Rogl 2011, 315a.
38. Θέμελης 2004α, 410-11, πίν. 184.
39. Από Μεσσήνη: Θέμελης 2005, 102, εικ. 8.
40. Ζαβού 2005, 113-4, εικ. 4, 5. Δρούγου 1990, 89-98.
41. Εγγλέζου 2005, 168-9, πίν. 10β.
42. Agora XII, 221-3, πιν. 90-2. Χατζηδάκης 2000, 123, πίν. 73β-γ. Rotroff 2000, 379, πίν. 199.
43. Παρόμοια απεικόνιση της γυναικείας μορφής από ανάγλυφο που προέρχεται από την Τεγέα, Δεσπίνης 2013, 34-36.
44. Θέμελης 2005, 102-3, εικ. 9. Barr-Sharrar 2009, 441-9. Για παρόμοια αγγεία: Μαρκουλάκη 1997, 72-106.
45. Για την υδρία και τη σημασία της στα ιερά: Diehl 1964. Cole 1988, 161-65.
46. Hammond 2005, 419-27. Hammond 1998, από το ιερό της Αθηνάς Αλέας στη Τεγέα. CorinthXVIII, 1, 1989, 64-66. Dunbabin 1962, 290-1, 311-12, από το ιερό της Ήρας στην Περαχώρα. Schwertheim και Wiegartz 1996, 14, υποσ. 140, με εκτενή βιβλ. για τα ιερά της Δήμητρας. Kron 1992, 629-30, από το Θεσμοφόριο στο Βιταλέμι. Pfrommer 1983, 79-88, από τη Μίλητο. Για τη σημασία τους: Ekroth 2003, 35-7.
47. Από το ιερό της Δήμητρας στην Κνωσσό: Coldstream 1973, 68-70, πιν. 40-2.
48. Βλ. και Ψαρουδάκης 2012.
49. Θέμελης 1998, 93, πίν. 37.
50. Για την ερμηνεία των βόλων από πηλό: Sporn 2002, 250-1.
51. Forsén 1996, 142-44.
52. Από τον αρχαϊκό ναό της Αρτέμιδος: Hogarth 1908, 107-8.
53. Roebuck 1951, πιν. 33, αρ. 14-15, από αποθέτη μεταξύ του 5ου και 4ου αι. π.Χ.
54. Aleshire 1989, 334, Inventory V, μεγάλος αριθμός ματιών, μέσα 3ου αι. π.Χ.
55. Reese 2000, 398-401. Payne 1940, 182, πιν. 80.2, από το ιερό της Ήρας Λιμενίας στην Περαχώρα. Corinth XVIII. Goldman 1940, 418, 502, εικ. 61.10, από το ιερό της Αθηνάς στις Αλές. Braun και Haevernick 1981, 113-4, πιν. 34, από το Καβείριο των Θηβών. Amandry 1984, 363-70, από το Κωρύκειο Άνδρο στον Παρνασσό. Valmin 1938, 448, πιν. XXXV.1, από το ιερό του Παμίσου στον Αγ. Φλώρο.
56. Για παραδείγματα απεικονίσεων: Kron 1992, 640-1.
57. Για παράδειγμα από το Βιταλέμι: Kron 1992, 640-43.
58. Οι σφήνες για τη λατόμευση των όγκων του πετρώματος ήταν κατά κανόνα ξύλινες αλλά υπήρχαν, όπως προκύπτει και από τις πηγές, και σιδερένιες, IG IX, 2, 199B, 89. Κορρές 1994, 76-7.
59. Themelis 1994, 101- 2. Θέμελης 1991, 86-96, πίν. 52-8.
60. Ορλάνδος 1962, 102-112.
61. Themelis 1994, 116, εικ. 19.
62. Θέμελης 1993, 49-55. Θέμελης 1994, 81-6.
63. Themelis 1998.
64. Ο Θέμελης (2000, 25-7) τις αποδίδει στη λατρεία των Λευκιππιδών. Πάντως η ταύτιση των μορφών αυτών μόνο εύκολη δεν είναι βλ. σχετ. Πέππα-Παπαϊωάννου 2012, 88-91.
65. Θέμελης 1994, 87-8. Θέμελης 1996, 144. Θέμελης 1987, 73-104.
66. Ψαρουδάκης 2013.
67. Βλ. Πέππα-Παπαϊωάννου και Σαλαπάτα στον παρόντα τόμο.
68. Antonaccio 1995.
69. Boehringer 2001, 243-371, συγκεκριμένα για την αρχαία Μεσσήνη: 273-282.
70. Θέμελης 2000.
71. Παρόμοια πολυάριθμα παραδείγματα από το Καβείριο των Θηβών (Schmaltz 1974, σσ. 33 κ.εξ.), σαφώς λιγότερα από την Κόρινθο και το ιερό της Δήμητρας και Κόρης (Corinth XVIII, 61-4. 185-87, πιν. 17. 49).
72. Θέμελης 2000, 18-9, εικ. 13.
73. Παπαευθυμίου 2001/2.
74. Επιγραφές από το ιερό της Αθηνάς Κυπαρισσίας έχουν βρεθεί διάσπαρτες στον γύρω χώρο (Ορλάνδος 1960, 218-9. Θέμελης 1991, 95-101. 1989, 96-7. 1988, 62-3). Μάλιστα, η Müth (2007, 132-140) διατύπώνει την υπόθεση της ενσωμάτωσης του ιερού της Αθηνάς Κυπαρισίας, που όμως με βάση τα ευρήματα δεν μπορεί παρά να παραμείνει μία υπόθεση.
75. Themelis 1994, 116, εικ. 19
76. Από το ιερό της Δήμητρας και των Διοσκούρων: Θέμελης 1993, 49-55, πίν. 26-30. Θέμελης 1994, 81-6, πίν. 31-2. Από το νότιο αίθριο του Ασκληπιείου: Θέμελης 1996, 144, πίν. 59. Θέμελης 1994, 86-8, πίν. 36. Από το ιερό του Ήρωος: Ψαρουδάκης 2013, 447-59.
77. Θέμελης 2000α, 86-89.
78. Ψαρουδάκης 2012.
79. Θέμελης 2000, 22-3.
80. Forsén 1996.
81. Για το ιερό, P. Le Bas 1844, 426-432. Θέμελης 1988, 72-73. Θέμελης 2006, 55-60. Θέμελης 2008, 42.
82. Τα ειδώλια και τα μικροευρήματα από το ιερό μελετώνται από τη γράφουσα.
83. Ο Le Bas ήταν ο πρώτος που πρότεινε την ταύτιση του ιερού της Αρτέμιδος στην Ιθώμη με αυτό της Αρτέμιδος Λαφρίας που αναφέρει ο Παυσανίας (IV,31.7). Ο περιηγητής αναφέρει ότι το άγαλμα της κατασκευάστηκε από τον Δαμοφώντα και ότι η λατρεία της υιοθετήθηκε από τους Μεσσηνίους κατά την εξορία τους στην Καλυδώνα. Ο Πέτρος Θέμελης συμφωνεί με αυτή την πρόταση καθώς αυτό εξηγεί τον λόγο που ο Παυσανίας δεν αναφέρει το ιερό της Λιμνάτιδος (LeBas 1844, 426-432. Themelis 2004, 152-154).
84. Cleland 2005, από το ιερό της βραυρωνείας Άρτεμης.
85. Amandry 1984.
86. Forsén 1996.
87. Bosanquet 1905-6, 331-43. Dickins 1929, 163-186. Carter 1987.
88. Παπαδοπούλου-Κανελλοπούλου 1997, από το ιερό της Νύμφης νοτίως της Ακροπόλεως.
89. Spathi 2013, από σπήλαιο με λατρεία Νυμφών στο Κερατσίνι. Kahil 1963. 1965, από το ιερό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα. Παλαιοκρασσά 1991, 74 κ.εξ., από το ιερό της Αρτέμιδος στη Μουνιχία. Braun και Haevernick οι κάνθαροι από το βοιωτικό Καβείριο με σκηνές από τα τελετουργικά δρώμενα 1981, 1-67. Daumas 1998.
90. Themelis 1994.
91. Ψαρουδάκης 2013, 457. Θέμελης 2000.
92. Themelis 1998.
93. Πέππα-Παπαϊωάννου 2012, 97-8, από το ηρώο στη Βοïδοκοιλιά προέρχονται τόσο πλάκίδια όσο και ειδώλια γυμνών νέων.
94. Schmaltz 1974, οι όρθιοι γυμνοί νέοι με προσφορές αλλά και λύρα στα χέρια αποτελούν τον πιο πολυάριθμο τύπο στο ιερό.
95. Λεμπέση 1985, χάλκινα ελάσματα με αποκλειστική απεικόνιση ανδρών ως κομιστών προσφορών, κυνηγών, οδηγών αιγάγρων κτλ.
96. Σκέρλου και Γρηγοριάδου 2014, 133-137, από το ιερό της Δήμητρας στην Κω.
97. Cook 1950, 261-81.
98. Για αυτή τους την ερμηνεία βλ. Ekroth 2003, 35-37.
99. Βλ. σχετικά: Hammond 2005, 212-14. Πιο πρόσφατα και συνοπτικά: Schattner και Zuchtriegel 2013, 259-64.
100. Χαρακτηριστικό είναι το χωρίο του Πλάτωνα: «ουδέ μην ίππων γε, ουδ’ όσα άλλα βοσκήματα κατά Μεσσήνην νέμεται» (Πλ. Αλκ. 1. 122δ). Τα αναθήματα αλόγων και βοοειδών (Για αφιερώσεις ειδωλίων βοοειδών και αλόγων: Schachter 2003, 126-7. Bevan 1986, 82-99) δεν σχετίζονται αποκλειστικά με μια θεότητα, αλλά με ποικίλες εκφάνσεις της ζωής που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα αυτών που τα ανέθεταν (Για το συμβολισμό της κατοχής και εκτροφήςαλόγων: Howe 2008, 27-47. Βλ. επίσης Donaghy 2014, 87-8. Themelis 2010, 92, υποσ. 27). Το άλογο στην αρχαιότητα αποτελούσε σύμβολο πλούτου και κατά επέκταση ανώτερης καταγωγής, όπως αναφέρει τόσο ο Αριστοτέλης (Πολ. 1321α.5.15) όσο και ο Ξενοφώντας (Αγησ. 9.6).
101. Στο ιερό της Δήμητρας στην Πέργαμο (Töpperwein 1976) αλλά και στο Θεσμοφόριο της Δήλου, από το οποίο εκτός από τα κινητά ευρήματα σώζονται και κατάλογοι αφιερωμάτων, στους οποίους περιλαμβάνονται και χρυσοί οφθαλμοί (Deonna 1938, 216).
102. Γενικά, Forsén 1996.
103. Leitao 2007, 252-276.
104. Για τη λατρευτική σχέση των ιερών στην Ιθώμη: Spathi 2012.
105. Γενικά για την Ειλειθυία: Pingiatoglou 1981. Muthmann 1975, 248-57.
106. Για τη σχέση Ειλειθυίας-Αρτέμιδος βλ. Wide 1893, 198-9. Antoniou 1981, 228-230. Pingiatoglou 1981, 98-119.
107. Pingiatoglou 1981, 40-2.
108. Για τη λατρεία του Κρηταγενή Δία: Prent 2005, 540-555. Verbruggen 1981. Nilsson 1950, 534-56. Cook 1914, 117-86.
109. Brackertz 1976, 82-5.
110. Είναι γνωστές οι σχέσεις μεταξύ Κρήτης και Μεσσήνης: Themelis 2010, υποσ. 25.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agora XII = B. A. Sparkes και L. Talcott, Black and plain Pottery of the 6th, 5th and 4th centuries B.C., The Athenian Agora XII, Princeton 1970.
Aleshire, S. B. 1989. The Athenian Asklepieion: the people, their dedications and the inventories, Amsterdam.
Alroth, B. 1988. “The Positioning of Greek Votive Figurines in Early Greek Cult Practice”, στο Proceedings of the 5th International Symposium at the Swedish Institute at Athens, 26-29 June 1986, επιμ. R. Hägg, N. Marinatos και G. Nordquist, Stockholm, σσ. 195-203.
Amandry, P. 1984. “Le culte des Nymphes et de Pan à l’ Antre Corycien”, BCH (Suppl. IX), σσ.395-425.
Antonaccio, C. M. 1995. An Archaeology of Ancestors. Tomb cult and Hero cult in Early Greece, Lahnam, Maryland, London.
Antoniou, A. 1981. “Minoische Nachwirkungen im Kult der Artemis der historischen Zeit”, Platon 32, σσ. 226-231.
Bachofen, J. J. 1863. Der Bär in den Religionen des Altertums, Basel.
Barr-Sharrar, B. 2009. “A plakettenvase from Ancient Messene”, στο Κερμάτια Φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ι. Τουράτσογλου, επιμ. S. Drougou et al., Αθήνα, σσ. 441-9.
Baumbach, J. D. 2004. The significance of votive offerings in selected Hera Sanctuaries in the Peloponnese, Ionia and western Greece, Oxford.
Bevan, E. 1986. Representations of animals in sanctuaries of Artemis and other Olympian Deities, Oxford.
Bieber, M. 1928. Griechische Kleidung, Berlin.
Bieber, M. 1934. Entwicklungsgeschichte der griechischen Tracht, Berlin.
Blinkenberg, Ch. 1931. Lindos I, fouilles et recherches de l’ Acropole 1902-1914, Les Petits Objets, Berlin.
Boehringer, D. 2001. Heroenkulte in Griechenland von der geometrischen bis zur klassischen Zeit. Attica, Argolis, Messenia, Berlin.
Bosanquet, R. C. 1905-6, “The cult of Orthia as illustrated by the finds”, BSA 12, σσ. 331-343.
Brackertz, U. 1976. “Zum Problem der Schutzgottheiten griechischer Städte” (diss. Freien Univ. Berlin).
Braun, K. και T. E. Haevernick. 1981. Bemalte Keramik und Glas aus dem Kabirenheiligtum bei Theben, Berlin.
Bremmer, J. 1987. ‘The old women of ancient Greece’ in Sexual asymmetry”, στο Studies in ancient society, επιμ., J. Blok και P. Mason, Amsterdam, σσ. 191-216.
Brulotte, E. 1994. “The placement of votive offerings and dedications in the Peloponnesian sanctuaries of Artemis” (diss. Univ. of Minnesota).
Carter, J. B. 1987. “The masks of Orthia”, AJA 91, σσ. 355-383.
Cleland, L. 2005. The Brauron clothing catalogues: text, analysis, glossary and translation, Oxford.
Clinton, K. 2005. “Pigs in Greek Rituals”, στο Greek sacrificial ritual, Olympian and chthonian, Proceedings of the 6th International Seminar on Ancient Greek Cult, Göteborg University, 25-27 April 1997, επιμ. R. Hägg και B. Alroth, Stockholm, σσ. 167-179.
Clinton, K. 1992. Myth and cult: the iconography of the eleusinian Mysteries, Stockholm.
Cole, G. S. 1988. “The uses of water in Greek sanctuaries”, στο Early Greek cult practice, Proceedings of the 5th. International Symposium at the Swedish Institut at Athens, 26-29 June 1986, επιμ. R. Hägg, N. Marinatos και G. Nordquist και Stockholm, σσ. 161-5.
Coldstream, J. N. 1973. Knossos. The Sanctuary of Demeter, AJA (Suppl. 8), London.
Cook, J. M. 1950. “Laconia, Kalyvia Sokhas”, BSA 45, σσ. 261-281.
Cook, A. B. 1914. Zeus. A study in ancient religion, Cambridge.
Corinth XVIII= G. S. Merker, The Sanctuary of Demeter and Kore. Terracotta figurines of the Classical, Hellenistic, and Roman Periods, Corinth XVIII. Princeton, New Jersey 2001.
Δάφφα-Νικονάνου, Α. 1973. Θεσσαλικά ιερά Δήμητρος και κοροπλαστικά αναθήματα, Βόλος.
Dawkins, R. M. et al., επιμ. 1929. The sanctuary of Artemis Orthia at Sparta, London.
Daumas, M. 1998. Recherches sur l´iconographie du culte des Cabires, Paris.
Δεσπίνης, Γ. 2013. Μικρές Μελέτες για ανάγλυφα, Αθήνα.
Deonna, W. 1938. Le mobilier délien, Delos XVIII, Paris.
Dickins, G. 1929. “Terracotta Masks”, στο The sanctuary of Artemis Orthia at Sparta, επιμ. R.M.
Dawkins et al., London, σσ. 163-186.
Diehl, E. 1964 Die Hydria: Formgeschichte und Verwendung im Kult des Altertums, Mainz am Rhein.
Donaghy, T. 2014. Horse Breeds and Breeding in the Greco-Persian World: 1st and 2nd Millennium BC., Cambridge.
Dowden, K. 1989. Death and the Maiden, London, New York.
Δρούγου, Στ. 1990. «Ημίτομοι σκύφοι με πλαστικές επίθετες αχιβάδες», στο Μνήμη Δ. Λαζαρίδη. Ελληνογαλλικές έρευνες, Ι, Θεσ/νικη, σσ. 89-98.
Dunbabin, T. J. 1962 = Perachora II, The sanctuaries of Hera Akraia and Limenia, Oxford.
Eichinger, W. 2005. Der Bär und seine Darstellung in der Antike, Hamburg.
Εγγλέζου, Μ. 2005. Ελληνιστική κεραμική Κρήτης. Κεντρική Κρήτη, Αθήνα.
Ekroth, G. 2003. “Small pots, poor people? The use and function of miniature pottery as votive offerings in archaic sanctuaries in the Argolid and the Corinthia”, στο Griechische Keramik im kulturellen Kontext. Akten des internationalen Vasen-Symposions in Kiel vom 24. bis 28.9.01.veranstaltet durch das Archäologische Institut der Christian-Albrechts-Universität zu Kiel, επιμ. B. Schmaltz και M. Söldner, Münster, σσ. 33-37.
Eretria VII = I. R. Metzger, Das Thesmophorion von Eretria, Funde und Befunde eines Heiligtums, Bern 1985.
Forsén, B. 1996. Griechische Gliederweihungen. Eine Untersuchung zu ihrer Typologie und ihrer Religionsund sozialgesichtlichen Bedeutung, Helsinki.
Frickenhaus, A. 1912. Die Hera von Tiryns (Tiryns I), Athens.
Ζαβού, Ε. 2005. «Σπάρτη. Εργαστήρια ανάγλυφων σκύφων», στο Ελληνιστική Κεραμική από την Πελοπόννησο, Αθήνα, σσ. 107-125.
Gawlinski, L. 2010. “The Messenian Eleusis”, στο Sanctuaries and cults of Demeter in the ancient Greek world. Proceedings of a scientific Symposium, University of Thessaly, Department of History, Archaeology and social Anthropology, Volos, 4-5 June 2005, επιμ. I. Leventi και Ch. Mitsopoulou, Βόλος, σσ. 93-104.
Goldman, H. 1931. Excavation at Eutresis in Boeotia, Cambridge.
Goldman, H. 1940. “The Acropolis of Halae”, Hesperia 9.1, σσ. 382-514.
Hammond, L. 1998. “The miniature votive vessels from the sanctuary of Athena Alea at Tegea” (diss. Univ. of Missouri-Columbia, Ann Arbor).
Hammond, L. 2005. “Arcadian miniature pottery”, στο Ancient Arcadia. Papers from the 3rd international seminar on ancient Arcadia held at the Norwegian Institut at Athens, 7-10 May 2002, επιμ. E. Østby, Αθήνα, σσ. 415-427.
Hadzisteliou-Price, T. 1969. “The type of crouching child and the «temple boys»”, BSA64, σσ.95-11.
Hadzisteliou-Price, T. 1978. Kourotrophos. Cults and Representations of the Greek nursing deities, Leiden.
Heilmeyer, W. D. 1972. Frühe Olympische Tonfiguren, OF VII, Berlin.
Higgins, R. A. 1954. British Museum Catalogue of the Terracottas I. 730-330 B.C., London.
Hogarth, D. G. 1908. Excavations at Ephesos. The archaic Artemisia, London.
Howe, Τ. 2008. Pastoral politics. Animals, Agriculture and Society in Ancient Greece, Claremont, California.
Θέμελης, Π. 1987. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1987 [1991], σσ. 73-104.
Θέμελης, Π. 1988. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1988 [1991], σσ. 43-79.
Θέμελης, Π. 1989. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1989 [1992], σσ. 63-122.
Θέμελης, Π. 1991. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1991 [1994], σσ. 85-128.
Θέμελης, Π. 1993. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1993 [1996], σσ. 48-72.
Θέμελης, Π. 1994. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1994 [1997], σσ. 69-99.
Θέμελης, Π. 1996. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1996 [1998], σσ. 139-171.
Θέμελης, Π. 1998. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1998 [2000], σσ. 89-126.
Θέμελης, Π. 2000. Ήρωες και ηρώα στη Μεσσήνη, Αθήνα.
Θέμελης, Π. 2000 α. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt, 2000 [2003], σσ. 75-105.
Θέμελης, Π. 2003. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2003 [2006], σσ. 25-44.
Θέμελης, Π. 2004. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2004 [2007], σσ. 27-53.
Θέμελης, Π. 2004 α. «Πρώιμη ελληνιστική κεραμική από τη Μεσσήνη», στο ΣΤ΄ Επιστημονική Συνάντηση για την ελληνιστική κεραμική, Βόλος 17-23 Απριλίου 2000, Αθήνα, σσ. 409-438.
Θέμελης, Π. 2005. «Η ελληνιστική κεραμική της Μεσσήνης», στο Ελληνιστική Κεραμική από την Πελοπόννησο, Αθήνα, σσ. 95-106.
Θέμελης, Π. 2006. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt. 2006 [2008], σσ. 31-67.
Θέμελης, Π. 2008. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2008 [2010], σσ. 31-50.
Θέμελης, Π. 2010. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 2010 [2013], σσ. 53-64.
Işik, F. 1980. Die Koroplastik von Theangela in Karien und ihre Beziehungen zu Ostionien zwischen 560 und 270v. Chr. (IstMitt Beih. 21), Tübingen.
Jarosch, V. 1994. Samische Tonfiguren des 10. bis 7. Jahrhunderts v. Chr. aus dem Heraion von Samos. Samos XVIII, Bonn.
Kahil, L. 1977. “L’ Artémis de Brauron: rites et mystére”, Antike Kunst 20, σσ. 86-98.
Kahil, L. 1963. “Quelques vases du sanctuaire d Artémis à Brauron”, AntK Beih. 1, σσ. 13-4.
Kahil, L. 1965. “Autour de l’ Artémis attique”, AntK 8, σσ. 20-32.
Kerameikos XV = B. Vierneisel-Schlörb, Die figürlichen Terrakotten, München 1997.
Κορρές, M. 1994. Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, Αθήνα.
Kozlowski, J. 2015. “Les figurines d’ hydrophores: milieu(x) et signification(s)”, στο Figurines de terre cuite en Méditerranée grecque et romaine, τ. 2, Iconographie et contextes, επιμ. A. Muller, E. Lafli και S. Huysecom-Haxhi, Villeneuve d’ Ascq, σσ. 41-8.
Kron, U. 1992. “Frauenfeste in Demeterheilgtümern: Das Thesmophorion von Bitalemi. Eine archäologische Fallstudie”, AA, σσ. 611-650.
Küster, E. 1913. Die Schlange in der griechischen Kunst und Religion, Gießen.
Larson, J. 2001. Greek Nymphs: myth, cult, lore, Oxford.
Larson, J. 2007. Ancient Greek Cults. A Guide, New York and London.
Le Bas, P. 1844. Voyages et recherches archéologiques en Grèce et on Asie Mineure, (RA 1), Paris.
Leitao, D. D. 2007. “Male improvisation in the «women’s cult» of Eileithyia on Paros”, στο Finding Persephone. Women’s rituals in the ancient Mediterranean, επιμ. M. Parca και A. Tzanetou, Bloomington, Indianapolis, σσ. 252-276.
Λεμπέση, Α. 1985. Το ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου Ι. Χάλκινα Κρητικά Τορεύματα, Αθήνα.
Λεμπέση, Α. 1992. «Τα μετάλλινα ζώδια του θηβαïκού Καβιρίου», AEphem, σσ. 1-19.
Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, Μ. 1996. Το Θεσμοφόριο της Πέλλας, Αθήνα.
Marinatos, N. 2002. “The Arkteia and the gradual transformation of the maiden into a woman”, στο Le orse di Brauron, επιμ. B. Gentili και F. Perusino, Pisa, σσ. 29-42.
Μαρκουλάκη, Σ. 1997. «Αγγεία με ανάγλυφα εμβλήματα από τη δυτική Κρήτη», στο Ελληνιστική κεραμική από την Κρήτη, Χανιά, σσ. 72-106.
Muhly, P. 2008. The sanctuary of Hermes and Aphrodite at Syme Viannou, IV. Animal images of clay, Athens.
Muller, A. 1996. Les terres cuites votives du Thesmophorion: de l’ atelier au sanctuaire, Études thasiennes XVII, Paris.
Müth, S. 2007. Eigene Wege: Topographie und Stadtplan von Messene im spätklassisch hellenistischer
Zeit, Rahden/Westf.: Leidorf.
Nilsson, M. P. 1950. The Minoan –Mycenaean Religion and its Survival in Greek Religion, 2nd revised edition, Lund.
Muthmann, F. 1975. Mutter und Quelle: Studien zur Quellenverehrung im Altertum und im Mittelalter, Basel.
Niniou-Kindeli, V. 2003. “The bull and the sanctuary of Poseidon at Chania, Crete”, στο The Bull in the Mediterranean: myths and cults, Benaki Museum, Αθήνα, σσ. 132-137.
Ορλάνδος, Α. 1960. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1960 [1966], σσ. 210-227.
Ορλάνδος, Α. 1962. «Ανασκαφή Μεσσήνης», Prakt 1962 [1966], σσ. 99-112.
Παλαιοκρασσά, Λ. 1991. Το ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας, Αθήνα.
Παπαευθυμίου, B. 2001/2. «Σύμπλεγμα τριών καθιστών ειδωλίων από το ιερό της Δήμητρος και των Διοσκούρων της αρχαίας Μεσσήνης», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, τ. Β΄, Αθήνα, σσ. 129-146.
Παπαδοπούλου-Κανελλοπούλου, Χ. 1997. Ιερό της Νύμφης. Μελανόμορφες Λουτροφόροι, Αθήνα.
Payne, H. 1940. Perachora I. The sanctuaries of Hera Akraia and Limenia, Oxford.
Πέππα-Παπαιωάννου, Ε. 2012. Πήλινα αναθήματα από την Πύλο. Ανασκαφή Βοïδοκοιλιάς, Αθήνα.
Pfisterer-Haas, S. 1989. Darstellungen alter Frauen in der griechischen Kunst, Frankfurt am Main.
Pfrommer, M. 1983. “Zur Typologie der Miniaturhydrien vom Humeitepe”, IstMitt 33 σσ. 79-88.
Pilafidis-Williams, K. 1998. The sanctuary of Aphaia on Aigina in the Bronze Age, München.
Πινγιάτογλου, Σ. 2015. Δίον. Το ιερό της Δήμητρος, Θεσσαλονίκη.
Pingiatoglou, S. 1981. Eileithyia, Würzburg.
Poulsen V. H. 1937. Der strenge Stil. Studien zur Geschichte der griechischen Plastik 480-450 (ActaArch v. 8), Kopenhagen.
Prent, Μ. 2005. Cretan sanctuaries and cults: continuity and change from Late Minoan IIIC to the Archaic Period, Leiden, Boston.
Reese, D. S. 2000. “Worked astragaloi”, στο Kommos IV. The Greek Sanctuary, επιμ. J. W. και M. C. Shaw, Princeton, σσ. 398-401.
Reichel, W. και A. Wilhelm, 1901. “Das Heiligtum der Artemis zu Lusoi”, ÖJh 4, σσ. 1-89.
Roebuck, C. A. 1951. The Asklepieion and Lerna: based on the preliminary studies of F. J. De Waele, Princeton.
Rogl, Ch. 2011. “Hellenistic pottery from grave monument K3, Messene”, στο Ζ´ Επιστημονική συνάντηση για την ελληνιστική κεραμική, Αίγιο 4-9 Απριλίου 2005, Αθήνα, σσ. 767-774.
Rotroff, S. I. 2000. “A Sullan Deposit at the Athenian Agora”, στο Ε΄ Επιστημονική Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική, Αθήνα, σσ. 373-380.
Rumscheid, F. 2006. Die figürlichen Terrakotten von Priene, Wiesbaden.
Schachter, A. 2003. “The Theban Kabiroi”, στο Greek Mysteries. The Archaeology and Ritual of Ancient Greek Secret Cults, επιμ. M. B. Cosmopoulos, London, σσ. 112-142.
Schattner, T. και G. Zuchtriegel, 2013. “Miniaturisierte Weihgaben: Probleme der Interpretation”, στο Sanktuar und Ritual. Heilige Plätze im archäologischen Befund, επιμ. I. Gerlach και D. Raue, Rahden/Westf, Leidorf, σσ. 259-265.
Schmaltz, B. 1974. Terrakotten aus dem Kabirenheiligtum bei Theben, Berlin.
Schmaltz, B. 1980. Metallfiguren aus dem Kabirenheiligtum bei Theben. Die Statuetten aus Bronze und Blei. Berlin.
Schürmann, W. 1996. Das Heiligtum des Hermes und der Aphrodite in Syme Viannou ΙΙ. Die Tierstatuetten aus Metall, Αθήνα.
Schwertheim E. και H. Wiegartz, επιμ. 1996. Die Troas: neue Forschungen zu Neandria und Alexandria, Troas II, Bonn.
Sinn, U. 1981. “Das Heiligtum der Artemis Limnatis bei Kombothekra”, AM 96, σσ. 25-71.
Sinn, U. 1988. “Der Kult der Aphaia auf Aegina”, στο Early Greek Cult Practice. Proceedings of the 5. International Symposium at the Swedish Institut at Athens, 26-29 June 1986, επιμ. R. Hägg,
N. Marinatos και G. C. Nordquist, Stockholm, σσ. 149-159.
Σκέρλου Ε. και Ν. Γρηγοριάδου, 2014. «Ειδώλια προερχόμενα από αποθέτες του ιερού της Δήμητρας στην Κω. Μία πρώτη προσέγγιση», στο Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές Συνέδριο στη μνήμη της Ηούς
Ζερβουδάκη, Ρόδος, 26-29 Νοεμβρίου 2009, επιμ. Α. Γιαννικουρή, Αθήνα, σσ. 119-148.
Sourvivou-Inwood, Ch. 1990. “Ancient Rites and modern constructs: on the Βrauronian bears again”, Bulletin of the Institute of Classical Studies 37, σσ. 1-14.
Spathi, M. G. 2007. Studien zur Koroplastik Äginas, Hamburg.
Spathi, M. G. 2012. “The sanctuary of Eileithyia and the Kouretes in Ancient Ithome: Thoughts on the Natural Surroundings and the Neighboring Sanctuaries of Artemis Limna tis and Laphria and Zeus Ithomatas”, στο Sacred Landscapes in the Peloponnese, 3rd CSPS International Conference, University of Nottingham, Sparta, 30 März – 1 April, (υπο έκδοση).
Spathi, M. G. 2013. “The cave of the Nymphs at Keratsini, Attica - A new location for the popular female cult of the classical period and some intriguing finds”, στο Θεμέλιον. 24 μελέτες για τον Δάσκαλο Πέτρο Θέμελη από τους μαθητές και τους συνεργάτες του, επιμ. Ε. Σιουμπάρα και Κ. Ψαρουδάκης, Athens, σσ. 395-415.
Spathi, M. G. 2013b. “Representations of masked figures: a comparative study and an interpretative approach to their cult-use and meaning”, στο Popular religion and ritual in Prehistoric and ancient Greece and the east Mediterranean, επιμ. G. Vavouranakis, K. Kopanias, K. Kanellopoulos και Y. Papadatos, Oxbow, 2017 (υπό έκδοση).
Spathi, M. G. 2015. “Votive terracottas in sanctuaries of ancient Messene. Recent finds and cult practices”, στο Figurines de terre cuite en Méditerranée grecque et romaine, vol. 2, Iconographie et contextes, επιμ. A. Muller, E. Lafli και S. Huysecom-Haxhi, Villeneuve d’ Ascq, σσ. 437-448.
Sporn, K. 2002. Heiligtümer und Kulte Kretas, Heidelberg.
Themelis, P. 1994. “Artemis Ortheia at Messene. The Epigraphical and Archaeological Evidence”, στο Ancient Greek Cult Practice from the Epigraphical Evidence. Proceedings of the Second International Seminar on Ancient Greek Cult, Swedish Institute at Athens, 22-24 November 1991, επιμ. R. Hägg, Stockholm, σσ. 101-122.
Themelis, P. 1998. “The sanctuary of Demeter and the Dioskouroi at Messene”, στο Ancient Greek Cult Practice from the Arcaeological Evidence, Proceedings of the 8th International Symposium at the Swedish Institute at Athens 22-24 October 1994, επιμ. R. Hägg, Stockholm, σσ. 157-186.
Themelis, P. 2004. “Cults on Mount Ithome”, Kernos 17, σσ. 143-154.
Themelis, P. 2010. “The Economy and Society of Messenia under Roman Rule”, στο Roman Peloponnese III. Society, economy and culture under the Roman Empire: continuity and innovation, επιμ. A. D. Rizakis και Cl. E. Lepenioti, The National Hellenic Research Foundation, Institute for Greek and Roman Antiquity, Αθήνα, σσ. 89-106.
Thomson, D. B. 1954. “Three centuries of hellenistic terracottas”, Hesperia 23, σσ. 72-107.
Töpperwein, E. 1976. Terrakotten von Pergamon, Berlin.
Valmin, M. N. 1938. The Swedish Messenia expedition, Lund. van Straten, F. T. 1995. Hierà kalá: images of animals sacrifice in archaic and classical Greece, Leiden, New York.
Verbruggen, H. 1981. Le Zeus crétois, Paris.
Voyatzis, Μ. Ε. 1990. The early sanctuary of Athena Alea at Tegea and other Archaic sanctuaries in Arcadia, Göteborg.
Waldstein, C. 1905. The Argive Heraeum, II, Cambridge Mass.
Wiegand, Th. 1904. Th. Wiegand, H. Schrader, Priene. Ergebnisse der Ausgrabungen und Untersuchungen in den Jahren 1895-1898, Berlin.
Wide, S. 1893. Lakonische Kulte, Leipzig.
Winter, F. 1903. Die Typen der figürlichen Terrakotten, Teil I, II, Stuttgart.
Χατζηδάκης, Π. Ι. 2000. «Οψοποιïκά σκεύη από τη Δήλο», στο Ε΄ Επιστημονική Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική, Αθήνα, σσ. 115-130.
Ψαρουδάκης, Κ. 2012. «Έμπυρες θυσίες και εναγισμοί από το ιερό του Ήρωος στην αρχαία Μεσσήνη», στο Το αρχαιολογικό έργο στην Πελοπόννησο, Διεθνές συνέδριο, Τρίπολη 7-11 Νοεμβρίου 2012 (υπό έκδοση).
Ψαρουδάκης, Κ. 2013. «Πλακίδια με παράσταση συμποσίου και ηρωική λατρεία στη Μεσσήνη της ύστερης κλασικής περιόδου», στο Θεμέλιον. 24 μελέτες για τον Δάσκαλο Πέτρο Θέμελη από τους μαθητές και τους συνεργάτες του, επιμ. Ε. Σιουμπάρα και Κ. Ψαρουδάκης, Αθήνα, σσ. 447-463.

Printfriendly