.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Σκιλλούς- Τύμβος Μακρυσίων, Π. Θέμελη


Α. Υστεροελλαδικός Τύμβος Μακρυσίων1.

Την 8ην Φεβρουάριου 1968 δύο ανήλικοι μαθηταί του Γυμνασίου Κρεστένων, κάτοικοι Μακρυσίων, παρακινηθεντες εκ προεξεχόντων του εδάφους οστών επί του υψώματος του «Προφήτη Ηλία», δυτικώς των Μακρυσίων και περί τα 100μ. ΝΑ. του ναού, προέβησαν εις λαθρανασκαφήν, επιθυμούντες να παραδώσουν εις τον καθηγητήν των και έκτακτον Επιμελητην Αρχαιοτήτων της περιφερείας, Κωνσταντίνον Σακελλαρίου2, αρχαία. Η ακουσίως καταστρεπτική αυτή ανασκαφή των ανηλίκων «αρχαιολόγων» είχεν ως αποτέλεσμα να έλθουν εις φως και να περισυλλεγούν υπ’ αυτών είκοσι περίπου ακέραια αγγεία και θραύσματα ισαρίθμων ετέρων, τέσσαρες πήλινοι και εις λίθινος σφόνδυλος (Πίν.123δ), τρία χαλκά εγχειρίδια και δύο χαλκαί περόναι (Πίν.123β). Άπαντα τα ανωτέρω ευρήματα ανήκον, ως εβεβαιώθη, εις τύμβον της Υστεροελλαδικής περιόδου3.
Η διενεργηθείσα την επομένην της ευρέσεως ανασκαφή του τύμβου 4 άπεκάλυψε το ήμισυ περίπου κυκλικού περιβόλου (Πίν.121α), εκτισμένου δι' ακανονίστων φυσικών λίθων (Πίν.121β), υψ. 0,60 και πάχ. 0,45μ. Η διάμετρός του υπελογίσθη ακριβώς εις 4.70μ. (Σχέδ.1). Εις μόνον λακκοειδής τάφος εβεβαιώθη εις το μέσον περίπου του περιβόλου, εσκαμμένος εντός του φυσικού αμμολίθου (Σχέδ.1). Τρία λεβητοκυάθια, χαλκούν μαχαιρίδιον, αιχμή βέλους εκ πυρίτου λίθου και πήλινος σφόνδυλος απετέλουν τα κτερίσματα του νεκρού, εκ του οποίου ελάχιστα μόνον οστα ευρέθησαν κατά χώραν (Πίν.123α,γ).



Τα παραδοθέντα υπό των μαθητών, ως και τα ανευρεθέντα κατά την ανασκαφήν αγγεία και όστρακα, ανήκουν εις την πρωϊμωτέραν φάσιν της Υστεροελλαδικής περιόδου, την YEI. Τινά εξ αυτών δυνατόν να ανήκουν χρονολογικώς εις την YEΙΙΑ περίοδον. Μόνον η οριστική δημοσίευσις των ευρημάτων, εν τούτοις, θα δώση οριστικήν άπάντησιν εις το θέμα της χρονολογήσεως. Ενταύθα αρκούμεθα εις γενικωτέρας μόνον παρατηρήσεις και συμπεράσματα: Τα πλείστα των αγγείων αποτελούν επιβίωσιν η ορθότερον εξέλιξιν μεσοελλαδικών τύπων, δεικνύουν δε ομαλήν μετάβασιν εκ του μεσοελλαδικού προς τον υστεροελλαδικόν κόσμον και εις την περιοχήν ταυτήν της Πελοποννήσου5. Ο τύμβος ιδρύθη προφανώς υπό μιάς κοινότητος ανθρώπων κατά τας αρχάς της ΥΕ περιόδου, οτε δεν είχον εισέτι παύσει να χρησιμοποιούνται τύποι ΜΕ αγγείων. Τα αυτά παρετηρήθησαν και εις τον τύμβον Σαμικού6, κείμενον παρά την θέσιν Κλειδί Καϊάφα (Παρένθ. Πίν.Ε'), του οποίου μάλιστα η «ζωή» ήτο ιδιαιτέρως μακροχρόνιος, διαρκέσασα από της ΜΕ μέχρι της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου7.
Τα σχήματα των αγγείων του τύμβου Μακρυσίων, ήτοι λεβητοκυάθια (Πίν.124β, 125α, 126α-β, 127 α-β), κύπελλα τύπου Βαφείου (Πίν.122β, 124α), αλάβαστρα (Πίν.124δ), αρύταιναι (Πίν.122γ), κύλικες (Πίν.124γ, 125γ), κυάθια (Πίν.125β) κ.α., ως και τα διακοσμητικά αυτών θέματα, δηλούν στενήν τινα σχέσιν προς τον τύμβον Σαμικού. Και αυτό τούτο το είδος του ταφικού μνημείου, εύρέως διαδεδομένον κατά την ΜΕ κυρίως εποχήν, αλλά γνωστόν ήδη από του τέλους της ΠΕ, ήτοι από του -2.000 8 περίπου, καθιστά έτι ισχυρότερον τον δεσμόν των δύο περιοχών.
Οι ταφικοί περίβολοι των Μυκηνών, η αρχή των οποίων ανάγεται εις την ΜΕ περίοδον, παρουσιάζουν κοινά σημεία προς τους τύμβους Σαμικού και Μακρυσίων. Ο περίβολος A των Μυκηνών παραλληλίζεται υπό του Wace9 προς τους τάφους Λευκάδος, τους οποίους ανέσκαψεν ο Dörpfeld. Αφορμήν λαβών ο Άγγλος ερευνητής εκ μιας περιέργου αιχμής δόρατος των τάφων Λευκάδος, παρόμοιας προς ευρεθείσαν εντός του 4ου καθέτου τάφου Μυκηνών10, υποστηρίζει ότι: «it may well be of Helladic origin» και ότι «it forms another link between Leukas and Mycenae»11.
Οι ταφικοί περίβολοι Σαμικού και Μακρυσίων αποτελούν κρίκον συνδέσεως των Μυκηνών προς την Τριφυλίαν και τον «ήμαθόεντα Πύλον», εκτός της σημειωθείσης ήδη σχέσεως προς τας Τονίους νήσους12.
Η ελλιπής κύλιξ, η φέρουσα παράστασιν διπλού πελέκεως (Πίν.124γ), εκ του τύμβου Μακρυσίων, παρουσιάζει εκπληκτικήν ομοιότητα κατά το σχήμα και την διακόσμησιν προς «a fragmentary vase decorated with double axes», το οποίον ευρέθη εις Κύθηρα «on the Asprogas ridge north of Kastri», εντός του τάφου E, χρονολογούμενον υπό του Huxley εις την ΥΜ ΙΑ περίοδον13. Η ομοιότης είναι σχεδόν τελεία, εις τρόπον ώστε να επιτρέπη, έστω και εκ της φωτογραφίας, να υποστήριξή τις ότι αμφότερα τα αγγεία προέρχονται εκ του αυτού εργαστηρίου, αν όχι εκ της αυτής χειρός. Το ΥΜΙΑ κύπελλον εξάλλου, εκ του ιδίου τάφου Ε του Καστρίου Κυθήρων14, είναι παρόμοιον προς κύπελλον τύπου Βαφειού εκ του τύμβου Σαμικού15. Τα Κύθηρα αποτελούν τον πλησιέστερον προς την Δυτικήν Πελοπόννησον μέχρι τούδε γνωστόν μινωϊκόν εμπορικόν σταθμόν ή αποικίαν. Βεβαιούται ούτω και ενταύθα η σημειωθείσα ηδη σχέσις της ΝΔ. Πελοπόννησου μετά της Κρήτης16 . Η σχέσις αυτή, εν τούτοις, αποτελεί κατά την πρώιμον μηκυναϊκήν εποχήν των τύμβων Σαμικού και Μακρυσίων απλήν εμπορικήν επαφήν. Φαίνεται ότι ο Μινωϊκός πολιτισμός, ο οποίος περί το τέλος της ΜΕ περιόδου μετεφυτεύθη εις την κυρίως Ελλάδα και επεκράτησε βαθμηδόν του Μυκηναϊκού, δεν ηδυνήθη να μεταβάλη τας θεμελιώδεις ιδέας και τα βασικά έθιμα του μηκυναϊκού λαού17, ιδία των απομεμακρυσμένων επαρχιακών κέντρων. Σαφή απόδειξιν τούτου αποτελεί ο ταφικός περίβολος, εις γνήσιος ελλαδικός τύπος ταφικού μνημείου, ο οποίος διετήρήθη σχεδόν αμετάβλητος από της ΠΕ μέχρι τουλάχιστον της ΥΕΙΙΙΒ περιόδου.



Συμφώνως προς μίαν εκδοχήν, η οποία διεσώθη κυρίως εις σχόλια του ομηρικού στίχου 757 Ιλιάδος, η «Αλισίου κολώνη» ήτο ο τάφος ενός ήρωος Αλισίου, υιού του Σκιλλούντος, ενός των μνηστήρων της Ιπποδάμειας, η υιός του Γαργηττου, ενός των αφιχθέντων μετά του Πέλοπος εκ της Ασίας εις την Πελοπόννησον. Ο καθηγητής Μιχαήλ Σακελλαρίου, ο οποίος ησχολήθη διεξοδικώς με τον ανωτέρω ομηρικόν στίχον, ενδιαφερόμενος δια θέματα της ομηρικής- ηλειακής τοπογραφίας18, πιστεύει ότι επιβάλλεται επιφυλακτική στάσις έναντι του προβλήματος της γνησιότητος του ήρωος Αλισίου. Η ερμηνεία: Αλισίου κολώνη= τάφος Αλισίου, δίδει, ως λέγει, λαβήν εις την υποψίαν ότι ο ήρως εγεννήθη μετά της ερμηνείας ταύτης. Πιστεύει ότι η συνδεσίς του προς την Ιπποδάμειαν είναι νεωτέρα, απόδειξις ότι το όνομά του δεν αναφέρεται εις τον κατάλογον των μνηστήρων της Ιπποδάμειας, τον οποίον έχουν συντάξει ο Παυσανίας και ο σχολιαστής του Πινδάρου. Νέον θεωρεί επίσης τον μύθον, ο οποίος θέλει τον Αλίσιον υιόν του Γαργήττου, ενός των συντρόφων του Πέλοπος. ΄Οσον αφορά δε εις την σχέσιν του ήρωος προς τον Σκιλλούντα, τούτο αποτελεί κατά τον Σακελλαρίου πλάσμα υστάτης εποχής. Χωρίς να αμφιβάλω δια τα ανωτέρω, νομίζω, ότι ουδέν αποκλείει οι μεταγενέστεροι ούτοι μύθοι να επλάσθησαν εν τη επιθυμία των Σκιλλουντίων να ερμηνεύσουν, ως τάφον μυθικού ήρωος, εν παναρχαιον σεβαστόν ταφικόν μνημείον του οικισμού των, ως ήτο ο προσφάτως αποκαλυφθείς επί του λόφου «Προφήτης Ηλίας» ταφικός περίβολος.
Παρομοίαν ταύτισιν του τύμβου Σαμικού προς τον τάφον του τοπικού ήρωος Ιαρδάνου επιχειρεί ο Ν. Γιαλούρης19.
Ως λέγει ο Nilsson20, τάφους ηρώων και ιερά συνήντα τις πολλά εις την ύπαιθρον χώραν, διετηρήθησαν εν τούτοις μόνον τα ονόματα των πλέον γνωστών εκ των μύθων ηρώων. Η ομοιότης των αρχαίων ηρώων προς τους άγιους της εκκλησίας είναι μεγάλη, έχει δε συχνά τονισθή. Η δύναμις των αγίων, όπως και των ηρώων, είναι συνδεδεμένη με τα λείψανά των, ως δε τα λείψανα των αγίων μεταφέρονται εξ ενός τόπου εις άλλον, το αυτό συνέβαινε και με τους ήρωας. Η λατρεία των δεν εσβησεν ευκόλως, συνεχίσθη λαβούσα χριστιανικήν εμφάνισιν, επιζή δε συχνά υπό την αυτήν μορφήν, με την διαφοράν ότι τους ήρωας διεδέχθησαν οι μάρτυρες και οι άγιοι. Εις την ιδικήν μας περίπτωσιν θα ηδυνάμεθα να είπωμεν, μετά μεγίστης βεβαίως επιφυλακτικότητος, ότι τον σκιλλούντιον ήρωα Αλίσιον διεδέχθη ο Προφήτης Ηλίας Μακρυσίων.



Β. Τοπογραφικά Σκιλλούντος

Ο λόφος του Προφήτου Ηλία Μακρυσίων έχει προσφάτως μετ’ απολύτου πειστικότητος ταυτισθή υπό του Ernst Meyer21 προς την θέσιν του αρχαίου Σκιλλούντος22. Η ταύτισις στηρίζεται κυρίως εις το χωρίον V, 6, 4 του Παυσανίου, ο οποίος ευρισκόμενος εις σημείον τι της οδού εκ Σαμικού προς Ολυμπίαν, είδεν «οπίσω επ’ αριστερά Σκιλλούντος ερείπια». Η σημερινή οδός Σαμικού- Ολυμπίας διέρχεται δια της κωμοπόλεως των Κρεστένων, προχωρεί προς τα υψώματα ΒΑ. της κωμοπόλεως, εν συνεχεία κατευθύνεται βορείως προς το χωρίον Μπάμπες, εκείθεν κατέρχεται σχεδόν αποτόμως προς τον Αλφειόν και δια του πόρου καταλήγει εις Ολυμπίαν. Ο μεταβαίνων δια της οδού ταύτης εις Ολυμπίαν, ως ο Παυσανίας, βλεπει πράγματι «οπίσω επ’ αριστερά» του τον δεσπόζοντα λόφον του Προφήτου Ηλία, ευρισκόμενος εις σημείόν τι της οδού μεταξύ Κρεστένων και Μπαμπών.
Ο Meyer περισυνέλεξεν υστερομηκυναϊκά όστρακα εις τας δυτικός παρυφάς του λόφου, πλησίον της αυτόθι Μονής Καλογραιών, και επεσήμανε την ύπαρξιν κατεστραμμένου τάφου (μηκυναϊκού;) νοτιώτερον.
Ενταύθα πρέπει να μνημονεύσωμεν ομάδα αρχαίων, ευρισκομένων εις το Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον (Αριθ. Ευρετ. 11120-11141), τα οποία προέρχονται εκ κατασχέσεως, γενομένης περί τα τέλη του παρελθόντος αιώνος υπό του τότε Εφόρου Αρχαιοτήτων Βαλέριου Στάη. Τα αρχαία, ως σημειοί ο δημοσιεύσας ταύτα Γ. Οικονόμος23, προέρχονται «εκ των Κρεσταίνων της επαρχίας Ολυμπίας παρά τον αρχαίον Σκιλλούντα», είναι δε τα εξής: Πήλινος οικίσκος του -6ου αι., ειδώλιον νήσσης του -6ου αι., τρία γυναικεία και εν ανδρικόν ειδώλιον της «πρωϊμωτάτης αρχαϊκής περιόδου», ως λέγει χαρακτηριστικώς ο Οικονόμος, φιάλη ομφαλωτή του β' ημίσεος του -6ου αι., έτερον γυναικείον ειδώλιον του β' ημίσεος του -6ου αι., ως και ομάς πήλινων χειροποιήτων μικρογραφικών αγγείων.
Σημαντικώτερα είναι τα ευρήματα του Εφόρου Ν. Γιαλούρη εκ της ευρυτέρας περιοχής του Σκιλλούντος, ήτοι δύο μηκυναϊκοί τάφοι εν θέσει «Κανιά» Μακρυσίων (προς δυσμάς του Προφήτου Ηλία) και αποθέτης ιερού γυναικείας θεότητος εν θέσει «Καμπούλη» (εις την χαμηλήν πεδιάδα βορείως των Μακρυσίων), εντός του οποίου ευρέθησαν εκατοντάδες αναθηματικών μικροσκοπικών αγγείων, κυρίως υδρίσκαι, μέγας αριθμός ειδωλίων, κυρίως προτομαί γυναικείας μορφής φερούσης πόλον, πήλινον ανάγλυφον, παριστών κατακεκλιμενήν ανδρικήν. μορφήν με φιάλην εις την αριστεράν και λύραν εις το βάθος του αναγλύφου, και χαλκά γυναικεία κοσμήματα. Απαντά τα ευρήματα του αποθέτου χρονολογούνται υπό του ανασκαφέως από του -6ου μέχρι του -4ου αι.24.
Επιφανειακή ερευνά της περιοχής, γενομένη κατά την ημέραν της ανασκαφής του υστεροελλαδικού τύμβου, είχεν ως αποτέλεσμα να περισυλλεγή μέγας αριθμός μυκηναϊκών και ωρισμένων ΜΕ οστράκων (Πίν.122α) επί της κορυφής και του νοτίου πρανούς του λόφου «Προφήτης Ηλίας». Επί του ανατολικού πρανούς του ιδίου λόφου προς την κατεύθυνσιν του χωρίου, πλησίον κρήνης, απεκαλύφθη τυχαίως ημικατεστραμμένος κεραμοσκεπής τάφος ελληνιστικών χρόνων, περιέχων μελαμβαφή κοτύλήν και όλπην. Όχι μακράν της θέσεως του αποθέτου «Καμπούλη», εσημειώθη η παρουσία πωρίνων αρχιτεκτονικών μελών, χρησιμοποιηθέντων εις την κατασκευήν νεωτέρου φρέατος (Πίν. 128α) και εις κλίμακα αγροικίας (Πίν.128β).
Επί τη βάσει των ανωτέρω απαριθμηθέντων παλαιών και προσφάτων ευρημάτων της περιοχής Μακρυσίων είναι δυνατόν, νομίζω, να υποστηριχθούν τα κάτωθι:
1. Εις προϊστορικός συνοικισμός, εις τον οποίον ανήκει και ο ανασκαφεις ταφικός περίβολος της ΥΕΙ-ΙΙ περιόδου, θα πρέπει να αναζητηθή επί του λόφου «Προφήτης Ηλίας». Ο συνοικισμός ούτος, ο οποίος, συμφώνως προς τα επιφανειακώς περισυλλεγέντα όστρακα, υπήρχε τουλάχιστον από της ΜΕ περιόδου, είναι δυνατόν να ταυτισθή προς τον προϊστορικόν Σκιλλούντα.
2. Ο Σκιλλούς των ιστορικών χρόνων είναι πιθανώτερον να ευρίσκετο εις την χαμηλήν πεδιάδα μεταξύ της αριστεράς όχθης του Αλφειού και των βορείων προπόδων του λόφου «Προφήτης Ηλίας» (Παρένθ. Πίν.Ε), όχι μακράν δηλαδή της θέσεως του αποθέτου «Καμπούλη» και των επισημανθέντων πωρίνων αρχιτεκτονικών μελών.



Σύντομος ιστορική αναδρομή

Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει τον Σκιλλούντα μεταξύ των πόλεων της Τριφυλιακής εξαπόλεως (Λέπρεον, Μάκιστος, Φρίξα, Πύργος, Επιον και Νούδιον), τας οποίας ίδρυσαν οι Μινύαι25. Συμφώνως προς πληροφορίαν του Αγακλήτου εν τω «περί Ολυμπίας», την οποίαν διέσωσαν ο Φώτιος και ο Ησύχιος εν λ. «Κυψελιδών ανάθημα», οι Σκιλλούντιοι ανέθεσαν τον παλαιόν ναόν της ΄Ηρας («ναός της ΄Ηρας παλαιός ανάθημα Σκιλλουντίων») εν τη ιερά Άλτει, όταν οι Πισάται ήσαν ακόμη κύριοι του ολυμπιακού ιερού. Η πληροφορία δηλοί, ότι ο Σκιλλούς ήτο σημαίνουσα πόλις κατά την πρώιμον ταύτην περίοδον.
Κατά τον πόλεμον των Πισαίων και Ηλείων, ο οποίος έληξε με ήτταν και καταστροφήν της Πίσης (52α Ολυμπιάς, -572), οι Σκιλλούντιοι ετάχθησαν με το μέρος των Πισαίων.
Μνείαν της πόλεως προ της εξαφανίσεώς της εκ του ιστορικού προσκηνίου ευρίσκομεν εις τον Ξενοφωντα26, ο οποίος αναφέρει ότι μετά την είρηνήν του Βασιλέως (-387) αφέθη αυτόνομος ο Σκιλλούς παρά την αντίδρασιν των Ηλείων.

Μετά την μάχήν εις τα Λεύκτρα (-370) κατέλαβον και πάλιν τον Σκιλλούντα οι Ήλείοι27.
Ο Σκιλλούς δεν αναφέρεται κατά τας επιδρομάς του Φιλίππου Ε' της Μακεδονίας εις την Ηλείαν (-218)28. Είναι φανερόν ότι είχεν ήδη αρχίσει η παρακμή. Ο Στράβων 29 δεικνύει ότι ο Σκιλλούς δεν υπήρχε πλέον εις τους χρόνους του και ίσως και εις τους χρόνους των ελληνιστικών πηγών του.
Την εποχήν της επισκέψεως του Παυσανίου (+160/ +173) ο Σκιλλούς ήτο ηρειπωμένος30. Ο ελληνιστικός τάφος (ανωτέρω σ.289), ως και μεμονωμένα ρωμαϊκά όστρακα εκ της περιοχής, δεν είναι αντίθετον επιχείρημα, διότι δεν αποκλείεται εν τμήμα ή και περισσότερα να κατωκήθησαν και υστερώτερον υπό μορφήν αγροτικών συνοικισμών.
Εάν είναι ορθή η ετυμολογική σχέσις του αρχαίου τοπωνυμίου Σκιλλούς προς το νεώτερον Κρέστενα (αλβ. κρέστεα)31, τότε θα πρέπει να δεχθώμεν ότι το αρχαίον τοπωνύμιον επέζησε μέχρι σήμερον, παρά την πρώιμον ερήμωσιν της πόλεως.


Το Ξενοφώντειον Αρτεμίσιον

Εις την χαμηλήν πεδιάδα του Σκιλλούντος, η οποία διαρρέεται υπό του Σελινούντος (σημ. «ποτάμι των Κρεστένων», το οποίον εκβάλλει εις τον Αλφειόν δυτικώς της Ολυμπίας), τοποθετείται και το παραχωρηθέν υπό των Λακεδαιμονίων εις τον εξόριστον Ξενοφώντα κτήμα, ως και ο υπ’ αυτού ιδρυθείς ναός της Εφεσίας Αρτέμιδος32. Η απόστασις του χώρου του ιερού της Αρτέμιδος «ως είκοσι στάδιοι από του εν Ολυμπία Διός ιερού», την οποίαν δίδει ο ίδιος ο Ξενοφών33, ήτοι 3% περίπου χιλιόμετρα, συμφωνεί προς την απόστασιν του αποθέτου «Καμπούλη», «τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικώς της Ολυμπίας», την οποίαν δίδει ο Γιαλούρης34. Το περιεχόμενον του αποθέτου δεν είναι νεώτερον του -4ου αιώνος, της εποχής δηλαδή της ίδρύσεως και ακμής του Ξενοφωντείου Αρτεμισίου (-394/ -371). Πρεπει να δεχθώμεν, νομίζω, ότι το Αρτεμίσιον παρήκμασε και προφανώς εγκατελείφθη μετά τον θάνατον του Ξενοφώντος (-355;), αν όχι ήδη αμέσως μετά την μάχην εις τα Λεύκτρα (-371/0), ότε οι Ηλείοι κατέλαβον τον Σκιλλούντα μετά του κτήματός του, ο ίδιος δε ηναγκάσθη να καταφύγη μετά των υιών του κατ’ αρχήν εις το Λέπρεον και εν συνέχεις εις την Κόρινθον, όπου παρέμεινε μέχρι του θανάτου του35.
Ποία ακριβώς η σχέσις του αποθέτου «Καμπούλη» προς το Αρτεμίσιον του Ξενοφώντος δεν είμεθα εισέτι εις θέσιν να γνωρίζωμεν, προ της οριστικής δημοσιεύσεως των ευρημάτων. Επί του παρόντος το εξής είναι, νομίζω, βέβαιον: Ο αποθέτης «Καμπούλη» και κατά συνεπειαν το ιερόν του, το οποίον θα πρέπει να αναζητηθή πλησίον, ευρίσκετο εις την περιοχήν του Σκιλλούντος και περιελαμβάνετο πιθανώτατα εντός του κτήματος του Ξενοφώντος.
Ο Στράβων36 αναφέρει πλήθος ιερών εις την περιοχήν της χαμηλής πεδιάδος εκατέρωθεν του Αλφειού, δυτικώς της Ολυμπίας και μέχρι των εκβολών του: «μεστή δ’ εστίν η γή πάσα αρτεμισίων τε και αφροδισίων και νυμφαίων εν άλσεσι ανθέων πλέως, το πολύ δια την ευυδρίαν, συχνά δε και τα ερμεία εν ταις οδοίς, ποσείδια δ’ επί ταις ακταίς»37. Αρτεμίσιον, Αφροδίσιον ή Νυμφαίον θα πρέπει να ήτο και το ιερόν του αποθέτου «Καμπούλη» ευρισκόμενον εντός του αγορασθέντος δια του «ιερού αργυρίου» κτήματος του Ξενοφώντος, ένθα υπήρχε και «λειμών» και «όρη δένδρων μεστά» 38. Το τελευταίον συσχετιζόμενον προς την παρατήρησιν του Μαξίμου Τυρίου «ιερά δ’ Αρτέμιδος πηγαί ναμάτων και άνθηροί λειμώνες»39, καθιστά λίαν πιθανήν την υπόθεσιν ότι και το ιερόν του αποθέτου «Καμπούλη», ήτο Αρτεμίσιον. Οι τύποι των ειδωλίων, τα οποία ευρέθησαν εντός του αποθέτου, κυρίως προτομαί γυναικείας θεότητος φερούσης πόλον και εχούσης τους βραχίονας κεκαμμένους επί του στήθους, δεν βοηθούν εις την αναγνώρισιν της λατρευομένης θεάς, αλλ’ ούτε και δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως αντίθετον επιχείρημα, όσον αφορά εις τον ταυτισμόν της προς την Αρτέμιδα. Παρόμοιοι τύποι ευρέθησαν εις πλείστα ιερά διαφόρων θεοτήτων, ως δε ορθώς παρατηρεί ο Laumonier40: «les masques ou bustes dits de Kore ou de Démètre sont offerts ici à Héra, ailleurs à Aphrodite ou Artemis».
Μήπως το ιερόν τούτο εγκατελείφθη μετά την ίδρυσιν του Αρτεμισίου του Ξενοφώντος, το δε σύνολον των αναθημάτων του (από του -6ου μέχρι του -4ου αι.) ετοποθετήθη κατά την εποχήν ταύτην εντός του αποθέτου «Καμπούλη»; Πάντως το να δεχθώμεν συνύπαρξιν αμφοτέρων των ιερών της αυτής θεότητος εντός του ξενοφωντείου κτήματος και σύγχρονον περίπου εγκατάλειψίν των δεν φαίνεται πολύ πιθανόν.



Παράρτημα

Άγνωστος παραμένει εισέτι η θέσις του ναού της Σκιλλουντίας Αθηνάς, τον οποίον αναφέρει ο Στράβων: «και το της Σκιλλουντίας δε Αθηνάς ιερόν το περί Σκιλλούντα των επιφανών εστίν, Ολυμπίας πλησίον κατά Φέλλωνα»41.
Ο Έφορος Αρχαιοτήτων Ν. Γιαλούρης42 επιχειρεί μετ’ επιφυλάξεως να ταύτιση τον ναόν.αυτόν προς τον γνωστόν δωρικόν ναόν του Μάζι με τα εναέτια γλυπτά των αρχών του -4ου αιώνος43. Το Μάζι, εν τούτοις, ευρίσκεται μακράν του Σκιλλούντος, ως παρατηρεί ο G. Daux 44. Ήδη μεταξύ Μακρυσίων και Μάζι εβεβαιώθη η υπαρξις και ετέρας πόλεως, κειμένης περί την θέσιν του συνοικισμού Μπάμπες 45. Ο ναός του Μάζι ανήκει πιθανώς εις την Αρτέμιδα Δαιδαλείαν, ως υπεστήριξεν ο Meyer46, βασιζόμενος επί χαλκού αγαλματιδίου Αρτέμιδος του Μουσείου της Βοστώνης, το οποίον ευρέθη εις Μάζι το έτος 1897, φέρει δε την εξής αναθηματικήν επιγραφήν: «Χιμαρίδας ται Δαιδαλείαι»47.



ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ
ΑΔ 23 (1968) Α- Μελέται, σελ. 284

Σημειώσεις:
1. Ακολουθώ την γραφήν Μακρύσια με υ απλώς επειδή έχει καθιερωθή επισήμως, χωρίς να είναι δικαιολογημένη ετυμολογικώς. Ορθότερα ίσως είναι η γραφή με ι.
2. Χάρις και μόνον εις το ενδιαφέρον του γυμνασιάρχου κ. Κ. Σακελλαρίου κατέστη δυνατόν να διασωθούν απαντατα ευρήματα.
3. ΑΑΑ 1968, 126-7.
4. Ευχαριστώ θερμώς τον αρχαιολόγον κ. Γ. Μάντζιον, ο όποϊος είχε την άμεσον επίβλεψιν της ανασκαφής και διέσωσεν ό,τι στοιχείον είχεν απομείνει μετά την καταστρεπτικήν λαθρανασκαφήν.
Αι φωτογραφίαι των Πιν.121 α-β και 123 α ελήφθησαν υπό του Γ. Μάντζιου, αι λοιπαί υπό του υπογραφομένου.
5. Πρβλ. Ε. Δεϊλάκη, Μυκηναϊκός τάφος εξ Άργους, Χαριστήριον εις Α. Ορλάνδον, τ.Β', 246, υποσ.19. C. Biegen, Prosymna I, 43.
6. Ν. Γιαλούρη, Μυκηναϊκός Τύμβος Σαμικού, ΑΔ20 (1965): Μέρος Α', 36.
7. Kαι οι τάφοι Γουβαλάρη 1 και 2 Πυλίας, χρονολογούμενοι εις την YE I εποχήν, εχρησιμο- ποιήθησαν μέχρι της YE ΙΙΙΒ. Εντός αυτών ευρέθησαν αγγεία σαφώς μεσοελλαδικής παραδόσεως (πρβλ. ΠΑΕ 1960, 195-6, πίν. 151α).
8. Μ. Ανδρονίκου, Ελλήνικά Επιτάφια Μνημεία, ΑΔ17 (1961/2): Μέρος Α', 173.
9. BSA25 (1921/23), 124 (Wace).
10. Πρβλ. και Χρ. Τσούντα, Προϊστορικοί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου, 1908, πίν.4, 10.
11. Wace, έ.α.
12. Ο καθηγητής Σπ. Μαρινάτος (Έρευναι εις Σάμην της Κεφαλλήνίας, ΑΕ 1964, 26-7, σχ. εικόνος 4 και πίν.5, 3-5) παραλληλίζει «τα ασαφή εισέτι κατασκευάσματα», τα αποκαλυφθέντα εν θέσει Ρουπάκι παρά την νεκρόπολιν της αρχαίας Σάμης, προς τους κυκλικούς ΠΕ-ΜΕ τάφους του Στενού Λευκάδος ή προς ανάλογον (ημικυκλικόν περίβολον) παρά την κυρίαν πύλην της ακροπόλεως εις το Μάλθι της Τριφυλίας, αλλά και προς τον βασιλικόν περίβολον A των Μυκηνών.
13. ΑΔ19 (1964): Χρονικά, 148, Πίν.150γ.
14. ΑΔ έ.α., Πίν.150β.
15. Πρβλ. Ν. Γιαλούρη, έ.α., Πίν.14δ.
16. ΠΑΕ 1960, 209. Ο θολωτός τάφος Περιστεριάς, ο οποίος φέρει Κρητικά λατομικά σημεία κεχαραγμένα επί λίθου της εισόδου, χρονολογείται υπό του ανασκαφέως εις τον -16ον αι., την παλαιοτέραν μηκυναϊκήν περίοδον, εις ην ανήκουν και τα διατηρούμενα επί του ιδίου λόφου ίχνη οικισμού. Τα όστρακα εκ της επιχώσεως του τάφου τούτου (ΥΕ Ι-Π) είναι παρόμοια προς την κεραμεικήν του τύμβου Μακρυσίων (ΠΑΕ 1960, 208, πίν. 160).
17. Πρβλ. Wace, ε.α., 135.
18. Μ. Σακελλαρίου, Τα όρια της χώρας των Επειών, Πελοποννησιακά Γ'-Δ' (1960),22-23 και 32- 33.
19. Ν. Γιαλούρη, Μυκηναϊκός τύμβος Σαμικού, έ.α., 37-40.
20. Μ. Nilsson, Ελληνική λαϊκή θρησκεία (Μετάφρασις Ι. Θ. Κακριδή), 1953, 17 κ.έ.
21. Ε. Meyer, Neue Peloponnesische Wanderungen, 1957, 63.
22. Πρβλ. Olympia I, 1897, 10 (Partsch). Παπαχατζή, Παυσανίου Ηλειακά, 1965, 234. Ξενοφάντος, Ελληνικά VI,5,2. Στράβωνος, VIII,3,14. Παυσανίου, V, 6, 4 και VI,22,4. REVIIΑ, 1796, ένθα και η παλαιοτέρα βιβλιογραφία.
23. Γ. Οικονόμου, Ο εκ του Αργείου Ηραίου πήλινος οικίσκος κατά νέαν συμπλήρωσης ΑΕ1931, 48 και 52, υποσ.1.
24. ΠΑΕ 1954, 292-4. BCH78 (1954), 128 και JHS76 (1956), 156-7, ένθα αναγράφεται το εξής ακατανόητον, προφανώς εκ λάθους: «The shrine whose deposit this is cannot be readily identified, although there are extensive traces of walls along the left bank of Alpheios from Mouria to Ankona opposit Makrysia».
25. Ηροδότου, IV, 148.
26. Ξενοφωντος, Ελλήνικά, VI, 5, 2.
27. Ξενοφωντος, Ελλήνικά, III, 2, 25.
28. Πολυβίου, VI, 77, 9.
29. Στράβωνος, VIII, 3, 14.
30. Παυσανίου, V, 6,4.
31. Βλ. Χριστοφορίδου, Λεξ. Αλβανικής Γλώσσης 177, εν λ. Κρέστεα, και Φουρίκήν εν Αθηνά 33 (1921), 202· 41 (1929), 173 και 43 (1931), 27.
32. Ξενοφώντος, Κόρου Ανάβασις, V, 3,4-13. Παυσανίου V, 6, 4.
33. Έ.α., V, 3, 13.
34. ΠΑΕ1954, 292.
35. Διογ. Λαέρτιος Π, 53 κ.έ. Εάν ο τάφος, τον οποίον είδεν ο Παυσανίας πλησίον του Αρτεμισίου, άνηκε πράγματι εις τον Ξενοφώντα, περιείχεν ίσως τα οστά του, μεταφερθέντα εκεί υπό του επιζήσαντος υιού του Διοδώρου ή υπό του αναλαβόντος την επιμέλειαν του ιερού μετά την αποχώρησιν του Ξενοφώντος (Ν. Παπαχατζής, Παυσανίου Ήλειακά, 1965, 235, ύποσ. 3).
36. Στράβων, VIII, 343.
37. Ζωηράν εικόνα του τοπίου, το οποίον δίδει ο Στράβων ενταύθα, παρουσιάζουν τοιχογραφίαι της Πομπηίας. Πρβλ. Μ. Rostovtzeff, Die hellenistisch- römische Architekturlandschaft, RM26 (1911), 1 (M. Nilsson, ε.α., 15).
38. Ξενοφώντος, Ανάβασις, V, 3,13.
39. Μαξ. Τόριος, VIII, 1.
40. Α. Laumonier, Les figurines de terre cuite, Délos XXIII, Paris 1956, 55.
41. Στράβων, VIII, 344.
42. ΑΔ16 (1960), 135-6. BCH 85 (1961), 719-722.
43. Πρβλ. Β. Schlörb, Timotheos, 1965, 58, η οποία αναγνωρίζει εις τα γλυπτά το « στυλ » του Τιμοθέου και θεωρεί πιθανήν την συμμετοχήν του νεαρού Σκόπα εις ταύτα.
44. BCH 86 (1962), 629.
45. Βλ. Meyer, ε.α., 70.
46. Meyer, ε.α., 45-46.
47. Σχετικώς προς τον ναόν του Μάζι, ο οποίος παλαιότερον εσφαλμένως επιστεύετο ότι είναι ο υπό του Ξενοφώντος ιδρυθείς, βλ. AJA 44 (1940), 539. BCH 64-65 (1940/41), εικ.14-15. AJA 1942, 83, Nr.23 (Sperling). BCH76 (1952), 223. AM 71 (1956), 70, ύποσ. 21 (Fuchs). B. Schlörb, έ.α., 56.




Printfriendly