.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Μουσείο Πύλου: Ψευδόστομος Αμφορέας Πολυποδικού Ρυθμού


Στην αποθήκη του Μουσείου της Πύλου1 εντοπίστηκε τμήμα ψευδόστομου αμφορέα με παράσταση Πολυποδικού ρυθμού που χρονολογείται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ περίοδο (εικ.1-2). Το αγγείο φέρει αρ. ευρ.418 και ανήκει στη Συλλογή Περδικέα, η οποία αποτελείται από ένα ετερογενές σύνολο αρχαίων, κυρίως ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, χωρίς ενδείξεις προελεύσεως.
Ο ψευδόστομος είναι συγκολλημένος από τρία κομμάτια σώζεται ο ώμος με τη γένεση της μιας ταινιωτής λαβής και τη ρίζα του ψευδοστομίου, το στόμιο και το ένα τρίτο περίπου του σώματος. Ο πηλός είναι φαιοκίτρινος εύθρυπτος, το επίχρισμα δεν διακρίνεται και η βαφή είναι μελανή εξίτηλη. Το σωζόμενο ύψος του αγγείου είναι 0.18μ. και η διάμετρος της κοιλιάς του υπολογίζεται σε 0.18μ. Το στόμιό του έχει ύψ. 0.06μ. και διάμ. χείλ. 0.045μ.
Το σώμα είναι σφαιρικό- ωοειδές, οι λαβές ταινιωτές και το στόμιο κυλινδρικό χοανοειδές. Η εξωτερική επικράνεια έχει ανομοιογενές ερυθροκάστανο χρώμα και σαπωνοειδή υφή που οφείλεται στον πορώδη χαρακτήρα του πηλού και στην επαφή του αγγείου με το χώμα. Η διακόσμηση διακρίνεται αρκετά καλά, τα βαμμένα σημεία όμως έχουν αποκτήσει ανοικτό χρώμα από τη διάβρωση και ξεχωρίζουν στο σκοτεινόχρωμο βάθος. Ο εύθρυπτος πηλός, ή εξίτηλη διακόσμηση και η έντονη διάβρωση της επιφάνειας είναι χαρακτηριστικά της κεραμικής που προέρχεται από τη μείζονα περιοχή της Πυλίας2 και δείχνουν ότι ο ψευδόστομος είναι πιθανότατα ντόπιος. Εσωτερικά, σε μεγάλο τμήμα του ώμου, το αγγείο έχει έντονα σημάδια φωτιάς από την όπτηση.


Στο χείλος της προχοής υπάρχει ταινία. Στον ώμο, γύρω από τις βάσεις των λαβών, στό ψευδοστόμιο και στην προχοή σχηματίζεται γραπτή τριφυλλόσχημη θηλειά. Δεύτερη θηλειά ενώνει τις βάσεις ψευδοστομίου και προχοής. Χαμηλά στον ώμο, στις γωνίες που σχηματίζει η τριπλή θηλειά, υπάρχει ανά ένας καμπυλόγραμμος ρόμβος με ομόκεντρα τόξα σε κάθε γωνία του, από τις πλαϊνές κορυφές του οποίου, φυτρώνουν συμμετρικοί ελικοειδείς βλαστοί που σπειρώνουν προς τα έξω3. Στο κάτω μέρος της κοιλιάς διακρίνεται όμοιος μικρότερος ρόμβος με τους ελικόσχημους βλαστούς προς τα επάνω. Δεξιά των δύο ρόμβων και στην ίδια ευθεία, υπάρχουν τρεις απλές σπείρες, από τις οποίες η μεσαία σώζεται καλύτερα.
Την κοιλιά του αγγείου καταλαμβάνουν δύο όμοιοι πολύποδες, ανά ένας στον άξονα των στομίων, Καλύτερα σώζεται εκείνος που βρίσκεται κάτω από την προχοή, ενώ από τον δεύτερο διακρίνεται τμήμα του κεφαλιού και το ανώτερο μέρος των πλοκαμιών. Ο πολύποδας της κύριας όψης του αγγείου έχει αμυγδαλόσχημο ολόβαφο σάκκο και υποτυπώδες κεφάλι, στο οποίο τα μάτια αποδίδονται με δύο μικρούς εξηρημένους κύκλους με στιγμή στο κέντρο. Πάνω και πλάγια από τα μάτια φυτρώνουν τέσσερα συμμετρικά ζεύγη πλοκαμιών, ενώ πέμπτο πλοκάμι διακρίνεται μόνο αριστερά. Είναι ισοπαχή, λεπτά, ολόβαφα και αποδίδουν τους μυζητηρες τους με λεπτές οδοντώσεις στην άνω πλευρά. Χαμηλά στην κοιλιά διακρίνεται το κεφάλι και τμήμα από το σώμα ψαριού που κολυμπά προς τα δεξιά. Με περίγραμμα αποδίδεται το μακρύ ρύγχος και τα δύο πτερύγια. Το μάτι του ψαριού δηλώνεται με κύκλο και τα βράγχια με ημικύκλια.
Το σφαιρικό- ωοειδές σώμα, οι αναλογίες της προχοής και η ύπαρξη θηλειάς που συνδέει τις βάσεις των στομίων είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ψευδόστομων αμφορέων της ΥΕΙΙΙΓ περιόδου4. Η τριφυλλόσχημη θηλειά δεν απαντά στην ηπειρωτική χώρα και στις Κυκλάδες, αλλά είναι κοινό χαρακτηριστικό στους υστερομινωικούς III ψευδόστομους αμφορείς5. Πολλές φορές, το τριφυλλόσχημο θέμα στον ώμο των κρητικών ψευδοστόμων6 δεν έχει την απλή μορφή και τις διαστάσεις της θηλειάς, αλλά σχηματίζεται από τα φυλλόσχημα εξηρημένα σημεία μεταξύ καμπυλόγραμμων, συχνά διαποίκιλτων τριγώνων7. Στην περίπτωση του ψευδόστομου αμφορέα της Συλλογής Περδικέα όμως δεν υπάρχει μία αλλά τρείς, σχεδόν ανεξάρτητες, θηλειές στον ώμο, με κέντρο τη βάση του ψευδοστομίου. Θηλειά τέτοιου τύπου δεν έχει επισημανθεί αλλού. Επιπλέον στο αγγείο που εξετάζεται η διακοσμητική επιφάνεια είναι ενιαία, χωρίς διαχωριστική ζώνη μεταξύ ώμου και κοιλιάς, και η διάταξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό κυρίως των κρητικών8 και δωδεκανησιακών9 ψευδόστομων αμφορέων. Παρατηρείται δηλαδή ότι στη διακόσμηση του ψευδόστομου της Συλλογής Περδικέα συνδυάζονται δύο στοιχεία που είναι άγνωστα στους ψευδόστομους αμφορείς της ηπειρωτικής χώρας και τα οποία απαντούν κυρίως σε ψευδοστόμους της Κρήτης.
Παρόλη την αποσπασματική μορφή του αγγείου, είναι δυνατή η αποκατάσταση μεγάλου μέρους της παράστασης, κεντρικό θέμα της οποίας είναι δύο σχηματοποιημένοι πολύποδες, μάλλον σουπιές ή χταπόδια. Εάν η αρχική σύνθεση συμπληρωθεί με ρόμβους και σπείρες που επαναλαμβάνονται στην πίσω όψη του αγγείου, τότε η διακόσμηση του ψευδόστομου αμφορέα της Συλλογής Περδικέα αποτελεί έναν ιδιότυπο συνδυασμό του Πολυποδικού και του Πυκνού ρυθμού.
Από τις παλαιότερες απεικονίσεις του θέματος, είναι γνωστό ότι το χταπόδι αποδίδεται με μία σειρά συμβάσεων, όπως και όλα τα έμβια όντα στην κρητομυκηναϊκή τέχνη και ειδικότερα στην κεραμική. Στα μεγάλα αγγεία του ΥΜΙΒ/ ΥΕΙΙΑ-Β Θαλάσσιου ρυθμού ο αγγειογράφος τείνει να αποδώσει το θέμα στην πραγματική του μορφή, με τον ευμεγέθη σάκκο προς τα επάνω που απολήγει σε μικρό κεφάλι με εξηρημένα μάτια. Η χρήση της σκιαγραφίας είναι γενικευμένη και το χταπόδι εικονίζεται μέσα σε ένα πυκνό σύνολο θεμάτων που αποδίδουν τον φυτικό και ζωικό κόσμο του βυθού10. Το θέμα του χταποδιού συντηρείται στη θεματογραφία της ΥΜ/ΥΕ ΙΙΙΑ περιόδου που απεικονίζεται σε αρκετά σχήματα αγγείων11. Στους ψευδόστομους αμφορείς, το χταπόδι εισάγεται πολύ σχηματοποιημένο κατά την ΥΜΙΙΙΒ εποχή και οι περισσότερες παραλλαγές του εντοπίζονται στην Κρήτη12.
Κατά την ΥΕΙΙΙΓ περίοδο, πολλά νησιωτικά, παράκτια αλλά και μερικά ηπειρωτικά κέντρα εντάσσουν τον Πολυποδικό ρυθμό στην τοπική τους παραγωγή. Τότε εμφανίζονται πολλοί εικονογραφικοί τύποι του χταποδιού που συχνά συνδυάζονται με τα θέματα και τις διακοσμητικές τάσεις του Πυκνού ρυθμού13. Το χταπόδι εικονίζεται στη μία ή και τις δύο όψεις του ψευδόστομου αμφορέα και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της κοιλιάς του. Το κεφάλι του γενικά είναι καρδιόσχημο, τα πλοκάμια είναι συνήθως λιγότερα από οκτώ και φέρουν περίγραμμα, ενώ ο σάκκος αποδίδεται καλυκόσχημος και ολόβαφος. Τα Δωδεκάνησα, με γνωστά έως σήμερα κέντρα παραγωγής τη Ρόδο, την Κω και την Κάλυμνο, αναπτύσσουν πολύ αξιόλογα εργαστήρια του Πολυποδικού ρυθμού υπό την άμεση και διαρκή επίδραση της Κρήτης, όπου ο ρυθμός έχει πολύ βαθιές ρίζες14.
Η πρώιμη ΥΕΙΙΙΓ είναι πιθανότατα η περίοδος κατά την οποία ο Πολυποδικός ρυθμός μεταφέρεται από την Κρήτη στη Ρόδο15. Στην περίοδο αυτή ανήκουν οι περισσότεροι από τους ψευδοστόμους του ρυθμού αυτού στην Ιαλυσό16, ενώ λίγα από τα τελευταία παραδείγματα ανήκουν στη μέση ΥΕΙΙΙΓ (φάση developed)17. Στη Νάξο εντοπίζεται πιθανότατα το επόμενο στάδιο της εξέλιξης του Πολυποδικού ρυθμού, ο οποίος εκεί εμπλουτίζεται με το θεματολόγιο του ιδιόμορφου τοπικού Πυκνού ρυθμού και αυξάνει το διακοσμητικό του αποτέλεσμα18. Η πλούσια κεραμική παραγωγή του νησιού τοποθετείται κυρίως στην ώριμη φάση (advanced) της μέσης ΥΕΙΙΙΓ, στην ίδια περίοδο που χρονολογείται και ο ώριμος Πολυποδικός ρυθμός της Περατής.
Στο Παλαιόκαστρο της ορεινής Γορτυνίας, ο κρητικής εμπνεύσεως ντόπιος Πολυποδικός ρυθμός φαίνεται ότι εγκαινιάζεται κατά τη μέση και συνεχίζει στην ύστερη ΥΕΙΙΙΓ περίοδο19. Στην ίδια εποχή ανήκουν και τα υπόλοιπα δείγματα του ρυθμού αυτού στην Πελοπόννησο20, που προέρχονται από την Αιγείρα21, τον Ακροκόρινθο22, τις Μυκήνες23, την Τίρυνθα24, την Ασίνη25, την Παλαιά Επίδαυρο26, την Αγία Τριάδα Ηλείας27, τη Βούντενη Αχαΐας27α και την Επίδαυρο Λιμηρά Λακωνίας28. Από τα αγγεία αυτά, οι δύο πολυποδικοί ψευδόστομοι της Επιδαύρου Λιμηράς είναι εισηγμένοι από την Κρήτη, αλλά έντονη μινωική επίδραση εντοπίζεται και στον Πολυποδικό ρυθμό του Παλαιοκάστρου. Η κρητική παρουσία στην περιοχή της Δυτικής Πελοποννήσου βεβαιώνεται κατά την προηγούμενη περίοδο με την εισηγμένη μινωική κεραμική στην Ηλεία29, ενώ και στην κεραμική της μέσης ΥΕ ΙΙΙΓ από τη Μεσσηνία, οι επιδράσεις που επισημαίνονται είναι περισσότερο κρητικές και νησιωτικές παρά ελλαδικές20.
Η παράσταση του ψευδόστομου αμφορέα της Συλλογής Περδικέα ανήκει σε ένα νέο εικονογραφικό τύπο του Πολυποδικού ρυθμού, ακριβή παράλληλα του οποίου δεν έχουν εντοπιστεί κατά την ΥΕΙΙΙΓ περίοδο. Στα αγγεία της Κρήτης, της Ιαλυσού, της Κω, της Καλύμνου, της Νάξου, της Περατής και του Παλαιοκάστρου, που καλύπτουν στο σύνολό τους σχεδόν τις παραλλαγές της θεματογραφίας του Πολυποδικού ρυθμού, δεν εντοπίζεται εικονογραφική συγγένεια. Μία γενική ομοιότητα του χταποδιού στον ψευδόστομο του Μουσείου της Πύλου με άλλα αγγεία επισημαίνεται σε λίγες μόνο περιπτώσεις, αν και η ομοιότητα αυτή αφορά περισσότερο την απόδοση επιμέρους χαρακτηριστικών παρά τα βασικά στοιχεία του κεντρικού εικονογραφικού θέματος.


Το πρώτο αγγείο είναι τμήμα ενός κρατήρα από το Καλαπόδι της Φθιώτιδας που χρονολογείται στη μέση ΥΕΙΙΙΓ, φάση developed31 (εικ.3). Στο σωζόμενο τμήμα του αγγείου, που δείχνει να είναι ντόπιο32, εικονίζεται ένα ψάρι, και δίπλα του τέσσερα λεπτά ολόβαφα πλοκάμια πολύποδα με οδοντωτές προεξοχές στη θέση των μυζητήρων. Ο αριθμός των πλοκαμιών και η απόδοσή τους ταιριάζει με εκείνα των πολυπόδων στον ψευδόστομο της Συλλογής Περδικέα.
Το ίδιο παρατηρείται και στους σχηματοποιημένους πολύποδες που καλύπτουν το σώμα ενός ψευδόστομου αμφορέα που προέρχεται από το νεκροταφείο του Καμινιού, στη Νάξο33 (εικ.4). Τα χταπόδια είναι αμελώς σχεδιασμένα αλλά πανομοιότυπα. Ο σάκκος τους είναι ολόβαφος και από το κάτω μέρος του φυτρώνουν δέκα πλοκάμια σε άνισο αριθμό ζευγών. Τα πλοκάμια είναι λεπτά, ολόβαφα και οι μυζητήρες τους αποδίδονται με οδοντωτές στιγμές. Τα μάτια των χταποδιών δηλώνονται με ομόκεντρους κύκλους, αριστερά και δεξιά του σάκκου. Ανάμεσα στα πλοκάμια δεν υπάρχουν παραπληρωματικά θέματα, εκτός από λίγα, αδρά σχεδιασμένα ομόκεντρα τόξα και ενάλληλες γωνίες. Το αγγείο δεν ανήκει στον ναξιακό Πολυποδικό ρυθμό και είναι πιθανότατα εισηγμένο από κάποιο εργαστήριο του Δωδεκανησιακού χώρου. Χρονολογείται στην ύστερη ΥΕΙΙΙΓ περίοδο34.
Μικρότερη ομοιότητα εντοπίζεται σε δύο κρατήρες από την Τίρυνθα με παράσταση σχηματοποιημένων πολυπόδων, όπου τα νηματοειδή πλοκάμια φυτρώνουν ανάμεσα στα μάτια των χταποδιών και οι μυζητήρες τους αποδίδονται με οδοντώσεις ή λεπτές κεραίες. Τα όστρακα αυτά χρονολογούνται επίσης στη μέση ΥΕΙΙΙΓ περίοδο (φάση entwinckelt/Vortgeschritten)35. Στις δύο αυτές περιπτώσεις εικονογραφικής συγγένειας όμως η σύνθεση απομακρύνεται από τον Πολυποδικό ρυθμό, που συνδέθηκε άρρηκτα με το σχήμα του ψευδόστομου αμφορέα και το χταπόδι δείχνει να υποβιβάζεται σε απλό εικονιστικό θέμα στη διακόσμηση ενός άλλου σχήματος.


Μικρότερες ομοιότητες με τον πολύποδα της Συλλογής Περδικέα εντοπίζονται σε λίγα ακόμη αγγεία, αλλά χωρίς να υπάρχει σαφής τεχνοτροπική συγγένεια. Η διάταξη των πλοκαμιών θυμίζει τον αττικό ψευδόστομο αμφορέα από τους Δελφούς36, το σχήμα του σάκκου εντοπίζεται στον ψευδόστομο από την Παλαιά Επίδαυρο37, ενώ τα νηματοειδή πλοκάμια βρίσκουν μακρινή ομοιότητα στον υβριδικό πολύποδα από την Επισκοπή Ιεράπετρας 38.
Το ψάρι που εικονίζεται στον ψευδόστομο αμφορέα του Μουσείου Πύλου είναι αρκετά μεγάλο σε διαστάσεις. Εμφανίζεται ανεξάρτητο από τους πολύποδες και τα άλλα θέματα, ενώ στον Πολυποδικό ρυθμό το ψάρι βρίσκεται συνήθως σε άμεση εικονογραφική σχέση με το χταπόδι39. Το σώμα του φαίνεται ότι ήταν άβαφο και ότι μόνο κάποιες γραμμές απέδιδαν τα πτερύγια και τα βράγχια. Το σωζόμενο τμήμα δείχνει ότι ανήκει σε ένα πολύ κοινό τύπο που απαντά κυρίως σε ψευδοστόμους του Πολυποδικού ή του Πυκνού ρυθμού40. Μεγάλη ομοιότητα ωστόσο παρουσιάζει με το μεγάλο ψάρι που διακοσμεί τον ΥΜΙΙΙΓ «κρατήρα του δελφινιού», που βρέθηκε τελευταία στο Κάστρο Καβουσίου της Αν. Κρήτης40α.
Οι ρόμβοι επέχουν τη θέση παραπληρωματικού θέματος δεν συνδέονται με την κεντρική παράσταση, αλλά την περιβάλλουν συμμετρικά. Ο ρόμβος με τα ομόκεντρα τόξα στις γωνίες και τους ελικοειδείς βλαστούς στις πλαϊνές κορυφές συμφωνεί με τη χρονολόγηση του ψευδοστόμου στην ΥΕΙΙΙΓ εποχή. Το θέμα διαδίδεται κατά την ΥΕΙΙΙΒ και γίνεται αγαπητό ιδίως κατά τη μέση ΥΕΙΙΙΓ περίοδο41, κατά την οποία απαντά σε πολλές παραλλαγές τόσο στον Πολυποδικό όσο και στον Πυκνό ρυθμό της ηπειρωτικής χώρας και των νησιών42. Στην Κρήτη, παραδείγματα του συγκεκριμένου τύπου χρονολογούνται επίσης στη μέση ΥΜΙΙΓ43.
Ο συνδυασμός του ρόμβου με την απλή σπείρα δεν είναι άγνωστος στην κεραμική της Πύλου. Σε μικρή ΥΕΙΙΙΓ πρόχου από τον Εγκλιανό, υπάρχει ζώνη ρόμβων που ενώνονται μεταξύ τους με σπειροειδείς έλικες44. Η διακόσμηση είναι παρόμοια στην αντίληψη με τα γραμμικά θέματα στην κοιλιά του ψευδόστομου αμφορέα της Συλλογής Περδικέα, η διαφορά όμως στα τεχνικά χαρακτηριστικά των δύο αγγείων αποκλείει την περίπτωση κοινής προέλευσης. Ρόμβοι με έλικες σε κάθε γωνία τους εικονίζονται επιπλέον στον ώμο ΥΕΙΙΙΓ αμφορέα από τον τάφο της Τραγάνας45 και αυτή η επανάληψη του θέματος σε αγγεία της περιοχής, ενισχύει την πιθανότητα ο ψευδόστομος αμφορέας που εξετάζουμε να προέρχεται από κάποιο κοντινό κέντρο της Πυλίας.
Η ΥΕΙΙΙΓ περίοδος στη Μεσσηνία θεωρείται από την έρευνα περίοδος παρακμής και εγκατάλειψης46. Το υλικό από την περίοδο αυτή περιορίζεται σε μικρή ποσότητα κεραμικής από τον τάφο Κ2 του Εγκλιανού, τον θολωτό τάφο της Τραγάνας και το κτίριο στο Ραμοβούνι Δωρίου47. Από την τελευταία θέση προέρχεται τμήμα κρατήρα με διακόσμηση αβακωτού και εικονιστικά θέματα, από τα οποία διακρίνεται ένα πτηνό σε σκιαγραφία48. Το πουλί εικονίζεται ακόμη στη γνωστή πυξίδα από την Τραγάνα49 και σε τμήμα ψευδοστόμου από τον ίδιο τάφο50, ενώ σε όστρακο ενός κρατήρα από τον Εγκλιανό υπάρχει παράσταση τετραπόδου που πλησιάζει δέντρο51. Το θεματολόγιο του εικονιστικού ρυθμού της Μεσσηνίας συμπληρώνεται με την ανθρώπινη μορφή σε παράσταση κρατήρα με θέμα κυνηγιού52. Φαίνεται λοιπόν ότι τα δείγματα της ΥΕΙΙΙΓ κεραμικής από την περιοχή είναι λίγα αλλά σημαντικά ως προς τη θεματολογική τους ποικιλία και ότι εμφανίζουν πολλές ιδιαιτερότητες53, οι οποίες φανερώνουν περισσότερο νησιωτικές και κρητικές παρά ελλαδικές επιρροές54.
Σε αυτό το ιδιόμορφο σύνολο της κεραμικής από την Πυλία έρχεται να προστεθεί και ο ψευδόστομος αμφορέας της Συλλογής Περδικέα, για τον οποίο, όλα τα στοιχεία συγκλίνουν ότι είναι ντόπιο αγγείο και ότι αποτελεί το πρώτο δείγμα του Πολυποδικού ρυθμού στην περιοχή. Εικονογραφικά δεν εξαρτάται από κάποιο κέντρο παραγωγής του ρυθμού αυτού στην ηπειρωτική ή τη νησιωτική χώρα και είναι πιθανό η αποσύνδεση αυτή να αποτελεί την πρώτη ένδειξη για την ύπαρξη ενός τοπικού εργαστηρίου εικονιστικής κεραμικής στην περιοχή της Πυλίας. Με βάση κυρίως τεχνοτροπικά κριτήρια και λίγα στρωματογραφημένα παράλληλα για τη χρονολόγηση του αγγείου, ο ψευδόστομος αμφορέας της Συλλογής Περδικέα θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ώριμο στάδιο της μέσης ή στην ύστερη ΥΕΙΙΙΓ περίοδο.
Τα στοιχεία από τις έως τώρα έρευνες είναι λιγοστά, αλλά μελλοντικά ίσως φανεί ότι η ΥΕΙΙΙΓ κεραμική της Πυλίας συνδέεται με κάποια σημαντικά ντόπια εργαστήρια και ότι η Μεσσηνία δεν υπήρξε πολιτιστικά απομονωμένη και πληθυσμιακά συρρικνωμένη στον βαθμό που πιστεύεται σήμερα55.
Στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη και την ηπειρωτική χώρα κατά τον -12ο αι. αναπτύχθηκαν ανεξάρτητες σχολές εικονιστικής τέχνης, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η μεγάλη ποικιλία κατευθύνσεων στην κεραμική. Παράλληλα όμως σημαντικοί ρυθμοί, όπως ο Πολυποδικός, διαδόθηκαν σε περιοχές απομακρυσμένες μεταξύ τους, και η διάδοση αυτή μαρτυρεί πιθανή κοινή καταγωγή και προϋποθέτει άμεση επαφή των ανθρώπων και των ιδεών της εποχής56. Η ζήτηση αγγείων υψηλής αισθητικής από συγκεκριμένα εργαστήρια του Πολυποδικού ρυθμού (π.χ. Περατής, Κρήτης, Ρόδου) και ο εντοπισμός μεμονωμένων αγγειογράφων των οποίων τα έργα εξάγονται σε διαφορετικούς τόπους υποδηλώνουν ότι οι ψευδόστομοι αμφορείς δεν ήταν απλά σκεύη για οικιακή ή ταφική χρήση, αλλά ότι αποτελούσαν αγγεία που συνέβαλλαν στο γόητρο και την προβολή του κατόχου τους, καθώς γύρω από αυτά αναπτύχθηκε έντονη εμπορική και καλλιτεχνική δραστηριότητα57.
Μέσα από το δίκτυο των πυκνών εμπορικών σχέσεων της ΥΕΙΙΙΓ εποχής, ο Πολυποδικός ρυθμός διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση κέντρων με ισχυρή εικονογραφική παράδοση και μετεμφυτεύεται σε περιοχές όπου βρίσκει γόνιμο έδαφος να αναπαραχθεί, είτε λαμβάνοντας ανεξάρτητη μορφή, είτε αναπαράγοντας τον απόηχο μακρινών προτύπων. Νέα παραδείγματα του Πολυποδικού ρυθμού, όπως αυτό από το Μουσείο της Πύλου, τείνουν να επαναπροσδιορίσουν την «πολιτισμική κοινή» του 12ου αιώνα όχι πλέον ως έναν τεχνοτροπικό συρμό στην κεραμική κάποιων παράκτιων θέσεων του Αιγαίου, αλλά ως ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό ρεύμα, περισσότερο αισθητικό και ιδεολογικό, παρά γεωγραφικά προσδιορισμένο.

Ανδρέας Γ. Βλαχόπουλος
"Ψευδόστομος Αμφορέας του Πολυποδικού Ρυθμού στο Μουσείο της Πύλου"

Σημειώσεις:
1. Ευχαριστώ την προϊσταμένη της Ζ ΕΠΚΑ Ολυμπίας κ. Ξ. Αραπογιάννη και την κ. Γ. Χατζή για την άδεια μελέτης και δημοσίευσης του αγγείου. Στον καθ. Γ. Σ. Κορρέ εκφράζω τις ευχαριστίες μου για τη συζήτηση του θέματος και για τη δυνατότητα να μελετήσω την ΥΕΙΙΙΓ κεραμική από τη Μεσσηνία. Εύχαριστώ επίσης την δρα Ρ. Α. Mountjoν για τη συζήτηση και τις χρήσιμες υποδείξεις της. Για την αναφορά σε αδημοσίευτο ή υπό δημοσίευση υλικό από τις ανασκαφές τους ευχαριστώ, τέλος, τον δρα Θ. Σπυρόπουλο (Παλαιόκαστρο Γορτυνίας), τη δρα Φ. Δακορώνια (Ελάτεια, Κύνος), την καθ. S. Jalkoιεν (Ελάτεια, Αιγείρα), τον δρα Γ. Ρεθειμιωτάκη (Καστέλλι Πεδιάδας), την κ. Ο. Βικάτου (Αγία Τριάδα Ηλείας), τον κ. Λ. Κολώνα (Βούντενη Αχαΐας) και τη δρα Μ. Jacob-Felsch (Καλαπόδι). Το σχέδιο της εικ. Ιφιλοτάχνησε η αρχιτέκτων κ. Λ. Λαμπρινού και το σχέδιο της εικ.4 ο αείμνηστος Γ. Βογιατζής.
2. Ομοια χαρακτηριστικά έχει η κεραμική από το Γουβαλάρι και τα Καμίνια, Πρβ. την κεραμική από το Δώριον (ΑΕ1972, 17).
3. FM 73ac.
4. Mountjoy 1986,145, εικ.181, σ.168, εικ.215-6, σ.188, εικ.247, Ιακωβίδης 1969-70, 154,159-Καρδιαρά 1977,9.
5. BSA 63, 1968, 112, εικ.5.17 πίν.25a, σ.12, εικ.18, πίν. 256, σ. 116, εικ.6.24, πίν.261: Kanta 1980, εικ.17.1-3, 118.2, 119, 120- Ιακωβίδης 1969-70, 159, έγχρ. πίν. ΙΙ.
6. Kanta 1980, εικ.2.2, 10.3, 33.7, 34.1, 36.7-8, 98.1-2.6. 116.6. 132.9,13 AAA4, 1971,217, εικ.2
7. Βλαχόπουλος 1995, 263.
8. Καρδαρά 1977, πίν. 20-21α: BSA 42, 1947, 23, πίν. 2.3, εικ. 8 ASAtene 1965-6, 188, εικ. 196a-d: Iaκωβίδης 1969-70, αρ. 198, εικ. 66, έγχρ. πίν. 1: Benzi 1992, πίν. 103e: Βλαχόπουλος 1995, 416.
9. Benzi 1992, πίν. 22a-b, 57a-C, 103a-d: Βλαχόπουλος 1995, 434, 440.
10. W. Miller, Kretische Tongetisse mit Meeresdekor (1997) 222-243, εικ. 127-142. Betancourt 1985, 144, εικ. 101, 107, πίν. 20- W. D. Nimeier, Die Palaststilkeramik von Knossos (1985) 13, εικ. 3-4 Furumark 1941, εικ. 48, FM 21.1,2- BSA 79, 1984, 208-9, πίν.20d: BSA 51, 1956, 29, εικ.4:C. Blegen, Prosymna: The Hellactie Settlement Preceding the Argive Heraeum (1937) 178, 417, αρ. 177, εικ.437, πίν.7.
11. Furumark 1941, εικ. 49 επάνω Ε. Vermeule- V. Karageorghis, Mycenaean Pictorial Vases Painting (1982) 209 VII.7: Belamourt 1985, πίν. 29k: ΑΔ 33, 1978, 373, σχ. 18, πίν. 79. Πλήρης κατάλογος των χταποδιών ΥΕ ΙΙ/ΠΙΑ;1- ΙΙΙΓ σε όλα τα σχήματα αγγείων στην υπό δημοσίευση διδακτορική διατριβή του w. Gintner, Figürlich bemalte mykenische Keramik aus Tiryns (1992) 380-402: Βλαχόπουλος 1995, 101.
12. Benzi 1992, 87 σημ. 169-170, όπου και αναλυτική βιβλιογραφία.
13. Για τον Πολυποδικό ρυθμό της ΥΕ ΙΙΙΓ βλ. V. R. Desborough, The Last Mycenaeans and Their Successors (1964) 150, 171-2: Ιακωβίδης 1969-70, 1428: Καρδαρά 1977, 9, 76-84, σχ. 1, 3-4, 6-7: Kanta 1980, 254-6: BABcsch 47, 1972, 14-30: BSA 81, 1986, 137: J. Vanschoonwinkel, L'Egée et la Mediterranée orientale a la fin du le millenaire (1991) 216-7: Benzi 1992, 86-91, 218-20, 256, 275. Βλαχόπουλος 1995, 103, 365, 399.
14. BSA 81, 1986, 137: R. Treuil- P. Darcgue- J.-C. Poursal- G, Touchais, Les civilisations égéennes (1989) 554: Βλαχόπουλος 1995, 416, 434, 440.
15. Αυτόθι 428,
16. Οι ελλαδικοί όροι στη διάκριση περιόδων χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για τη μυκηναϊκή κεραμική από τα Δωδεκάνησα και τα κριτήρια είναι περισσότερο τεχνοτροπικά παρά χρονολογικά, αφού ή περίοδος αυτή δεν έχει ελεγχθεί στρωματογραφικά. Στην Κρήτη τελευταία βρέθηκε ΥΜΙΙΓ στρωματογραφημένη κεραμική, από την οποία φαίνεται ότι Πολυποδικός ρυθμός ανάλογος με αυτόν που εμφανίζεται υπό άμεση μινωική επίδραση στην Ιαλυσό χρονολόγείται στην πρώιμη ΥΜ ΙΙΙΓ περίοδο. G. Rethemiotakis, A Chest-Shaped and Other LM IIIC Pottery from Kastelli Peliada, στο J. Driessen - A. Farnoux (εκδ.), La Crete Mycnienne, BCH Suppl. 30 (1997) 407, ELK. 10-15.
17. Οι M. Benzi και C. MacDonald τοποθετούν τα περισσότερα από τα αγγεία της Ιαλυσού στη μέση ΥΕ ΠΙΓ. Για το θέμα βλ. Βλαχόπουλο 1995, 434.
18. Για τον Πολυποδικό ρυθμό στη Νάξο, βλ.. Καρδαρά 1977, 75-84, πίν.8-19, σχ.1-8 ΠΑΕ 1960, 339, πίν. 276α, 277α-β: Α. Βλαχόπουλος, Νάξος: η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας ενός ακμαίου νησιοτικού κέντρου κατά τον -12ο αι., στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου: Η Περιφέρεια του Μυκηναϊκού Κόσμου, Λαμία 1994 (υπό έκδοση).
19. Κ. Δημακοπούλου, (εκδ.), Ο μυκηναϊκός κόσμος (1988) 118 αρ.48. Βλαχόπουλος 1995, 413, 486.
20. Για το θέμα βλ.. Α. Βλαχόπουλο, Ο ΥΕ ΠΙΓ Πολυποδικός Ρυθμός στην Πελοπόννησο: Διάδοση- Εργαστήρια- Εισαγωγές, στα Πρακτικά του Ε Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο 1995 (υπό έκδοση).
21. Τα δείγματα του Πολυποδικού ρυθμού της Αιγείρας είναι στρωματογραφημένα και ανήκουν στη μέση ΥΕ ΙΙΙΓ. Τα στοιχεία οφείλω στην καθ. κ. S. Jalkotzy.
22. Hesperia 1972, 291-2.
23. Βλαχόπουλος 1995, 412.
24. W. Gintner (βλ. σημ. Π) 388-400 πίν. 33, AA 1979, 433, εικ.49, 52. AA 1979, 422, εικ.38.2.
25, O. Frodin - A, Persson, Asine (1938) 359, 401, εικ.263.2. 264, 233.4.
26. ΑΔ29, 1974, Α, 79, εικ.1, πίν.45α-γ.
27. Στο νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας έχουν βρεθεί έως τώρα αρκετά δείγματα υβριδικών χταπόδιών σε ΥΕ ΙΙΓ κρατήρες, όπως με πληροφόρησε η κ. Ο. Βικάτου.
27α. Στο νεκροταφείο της Βούντενης βρέθηκε πήλινη λάρνακα διακοσμημένη με μεγάλο χταπόδι (πληροφορία από τον κ. Λ. Κολώνα).
28. ΑΔ 23, 1968, Α, 166-9 πίν. 74γ-ε: Κ. Δημακοπούλου, Το ιερό του 'Αμυκλαίου και ή ΥΕ ΠΙΓ περιοδος στη Λακωνία (1982) Π8 πίν. 60β.
29. Kantil 1980, 299-300, εικ. 97.1-6.
30. Sherratt 1981, 431-434.
31. M. Jacob-Felsch, Die Entwicklung der Keramik der Phase SH IIIC fortgeschritten und spät anhand der Schichtenfolge von Kalapodi und ihre ReIation zu vergleichbaren Fundkomplexen, στο Ε. Thomas (έκδ.), Akten des Internationalen Kolloquiums: Forschungen zur digitischen Vorgeschichte, Das Ende der mykenischen Welt (Köln 1987) 39 εικ. 4.
32. Το Καλαπόδι μαζί με την Ελάτεια και τον Κύνο Λιβανατών αποτελούν νέες θέσεις της ηπειρωτικής χώρας όπου εμφανίζεται σημαντική εικονιστική κεραμική της ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου. Στην Ελάτεια βρέθηκε ψευδόστομος αμφορίσκος Πολυποδικού ρυθμού και στον Κύνο Λιβανατών σημαντική εικονιστική κεραμική, βλ. F. Dakoronia, War-ships On Sherds of LH. IIC Kraters from Kynos, Tropis 2, 1990, 117-122 εικ.1- ΑΔ 42, 1987. 234 πίν.1358,
33. Βλαχόπουλος 1995, 260, 557, πίν. 16-17, σχ. 28α.
34. Autóθι 522.
35. AA 1978, 460, eix. 16. Güntner 0.1. (onu. 11) 388 ap. 217, 219, miv. 33.5-6.
36. P. Perdrizet, Fouilles de Delphes V (1908) 9, Eik. 27- Furumark 1941, xix. 49.22, FM 21 F. Schachermeyr, Die ägäische Frühzeit III (1979) ein. 44f.: Guide de Delphes, Le Musée (1991) 14 Eικ.10- BCH 1992, 468.
37. AA 29, 1974, A, 79, εικ. I πiv. 450-y.
38. Kanta 1980, εικ. 135.3.
39. Καρδαρά 1977, σχ.1-4, 6-7, 9- Ιακωβίδης 196470, εικ.66β, 70, 73α-β: Benzi 1992, 85, πίν.225, 103a-c, 196f-h: Βλαχόπουλος 1995, 149.
40. Ιακωβίδης 1969-70, 140, εικ.21: Καρδαρά 1977, 64, εικ.25. Furunmark.1941, εικ.48, EM 20.12 Βλαχόπουλος 1995, 136.
40α. W. Coulson, The L.M IIC Period on the KaStro at Kavousi, στο J. Driessen-A. Farnoux δ.π. (σημ.16) 64, είκ,7,
41. FuruImark 1941, εικ.71-2, EM 73.
42. Mountjoy 1986, 168, εικ. 157.29, 215.2: Ιακωβίδης 1969-70, εικ.52-55, 57, 64.21,46, 76: Καρδαρά 1977, 14, πίν.15, σχ.5, εικ.18.4: Benzi 1992, πίν.21, 27, 34, 94. Στον ώμο του ψευδοστόμου Τ83.4 από την Ιαλυσό υπάρχει ο συνδυασμός του ρόμβου με τα oμόκεντρα τόξα και τους συμμετρικούς βλαστούς και της ανεξάρτητης σπείρας. Benzi 1992, πίν.107e. Για το θέμα του ρόμβου στην ΥΕ ΙΠΓ κεραμική βλ. Βλαχόπουλο 1995, 149.
43. Schachermeyr ό.π. (σημ.36) εικ. 22e, 31e,1, 46c (δέν εικονίζεται ο ρόμβος που υπάρχει στο αγγείο), 47b, 49c: Kanta 1980, εικ. 132.2, 143.1.
44. Blegen 1973, 232-3, εικ. 239.9.
45. ΑΕ 1914, 106, εικ. 9-10.
46. Vanschoonwinkel ό.π. (σημ.13) 89.99, 520, εικ.4. Για την πιθανότητα ύστερης χρονολόγησης της καταστροφής του ανακτόρου στον λόφο του Εγκλιανού, βλ. P. Alin, Mycenaean Decline-Some Problems and Thoughts, στο Κ. Kinzl (εκδ.), Cirmek and Eastern Mediterranean in Ancient History and Prehistory. Studies Presented to F. Schachermeyr on the Occasion
of his Eighteenth Birthday (1977) 33: Oxford Journal of Archaeology 1991, 3, εικ.6.
47. Βλαχόπουλος 1995, 487.
48. ΑΔ 27, 1972, Β1, 258-262, σχ. 2, πίν. 195α: AE 1972, Χρονικά, 18, πίν. Και R. Hope Simpson- Ο.Τ.Ρ.Κ. Dickinson, A Gazeteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age, I. The Mainland and the Islands, SIMA 52 (1979) 173,
49. ΑΕ 1914, 107 εικ. 13-5. Σήμερα είναι γνωστό ότι το σώμα πάνω δεξιά ανήκει σε πουλί. Γ. Σ. Κορρές, Νέαι παρατηρήσεις επί της παραστάσεις πλοίου της ΥΕ ΠΙΓ: 1/2 πυξίδος εκ Τραγάνας Πύλου, Tropis 1, 1989, 177-202: J. A. Sakellarakis, The Mycenaean Pictorial Style in the National Archaeological Museum of Athens (1992) 115, 146, αρ. κατ. 255,
50. AE1914, 109-110, εικ.16-7.
51. Blegen 1973, 230, εικ.290.4.
52. Αύτόθι 232-3, εικ.289a-c.
53. Βλαχόπουλος 1995, 488.
54. Sherratt 1981, 431-434.
55. Α/Α 73, 1969, 124 W. A. MacDonald- G. Rapp (Èx8.), The Minnesota Messenia Expedition (1972) 143 Alin ό.π. (σημ.46)33: Vanschoonwinkel όπ. 173. Η ηθμωτή υδρία από τον τάφο Βοριά άρ.5 των Βολιμιδίων, σύμφωνα με τον Γ. Κορρέ, είναι είσηγμένη, βλ. G. S. Korres, Messenia and its Commercial Connections during the Bronze Age, στο C. Zerner- P. Zerner- J. Windler (εκδ.), Wace and Blegen. Pottery as Evidence for Trade in the Aegean Bronze Age(1939-1989)(1993)239 πίν.30ef.
56. BSA 85, 1990, 270.
57. Αυτό φανερώνουν οι περιπτώσεις δύο τουλάχιστον ζωγράφων από την Περατή, έργα των οποίων έχουν εξαχθεί στην Κω και τη Νάξο, ενώ το εργαστήριο της Περατής αποτέλεσε πιθανότατα αντικείμενο τοπικής μίμησης στη Νάξο. Ιακωβίδης 1969-70, 147 εικ.72-3 ASAtene 1965-6, 62, εικ. 32a-d: Καρδαρά 1977, 19, 20 πίν.21-3 σχ.9, 9α. Κρητικοί ψευδόστομοι αμφορείς του Πολυποδικού ρυθμού βρέθηκαν σε πολλά σημεία του αιγαιακού χώρου, νησιωτικού και ελλαδικού. Έργα του ίδιου ζωγράφου είναι δύο κρητικοί ψευδόστομοι αμφορείς που βρέθηκαν στην Περατή και την Επίδαυρο Λιμηρά της Μονεμβασιάς. Ιακωβίδης 1969-70, 147 έγκρ. πίν. ΙΠ (198), είκ, 66: ΑΛ 23, 1968, Α, 166 πίν.74γ. Τα τμήματα ψεισόστομων αμφορέων που εντόπισε ο J.H. Crouwel (BABesch 47, 1972, 14-30, εικ.3-11) στην Οξφόρδη και το 'Αμστερνταμ και προέρχονται από την Κάλυμνο, όχι μόνο ανήκουν στον ίδιο ζωγράφο, αλλά και στο ίδιο, πιθανότατα κρητικό, αγγείο. Ζωγράφους αγγείων του Πολυποδικού ρυθμού εντόπισαν επίσης οι E. Vermeule-V. Karageorghis ό.π. (σημ.11) 157, 177 και ο C. MacDonald (BSA 81, 1986, 125-151). Για το θέμα των ζωγράφων του ΥΕ ΙΙΙΓ Πολυποδικού ρυθμου βλ. Βλαχόπουλο 1995, 110-132, 399-445.






Printfriendly