.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Πρωτογεωμετρικοί τάφοι εις Καρποφόραν Μεσσηνίας


ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟΙ ΤΑΦΟΙ

Πλὴν τῶν μυκηναϊκῶν ἀνεσκάφησαν εἰς Καρποφόραν καὶ πρωτογεωμετρικοὶ τάφοι. Τρεῖς εἰς θέσιν «Τουρκοκίβουρα», ἐξ ὧν οἱ δύο ἐγγύτατα πρὸς τὸ μυκηναϊκὸν νεκροταφετον (τάφοι Τσαγδῆ 1,2), ὁ δὲ τρίτος μέσα εἰς αὐτό (τάφος Νικητοπούλου1) (βλ. παρένθ. πίν.Α καὶ εἰκ.2). Εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἡ πρωτογεωμετρικὴ φάσις τοῦ τάφου Νικητοπούλου 6, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν ἀνωτέρω.
Τέλος εἰς Θέσιν «Λακκοῦλες» ἀνεσκάφη τὸ 1967 μικρὸς θολωτὸς πρωτογεωμετρικὸς τάφος (τάφος Λαμπροπούλου) καὶ ἕτεροι πεταλοειδεῖς παλαιότερον171.
Η συνέχισις τῶν ταφῶν εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον ἀπὸ τῆς ΥΕ μέχρι καὶ τῆς πρωτογεωμετρικῆς ἐποχῆς, καθὼς καὶ ἡ χρῆσις τῆς αὐτῆς ἀρχιτεκτονικῆς μορφῆς εἰς τοὺς τάφους, ἥτις παρατηρεῖται κυρίως εἰς τὸν τάφον Λαμπροπούλου, μαρτυρεῖ σαφῶς τὴν ὁμαλὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς ΥΕ εἰς τὴν ΠΓ ἐποχήν, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ταφικὰ ἔθιμα τῆς Μεσσηνίας.



Θέσις Λακκοῦλες

Τάφος Λαμπροποὐλου.

Εἰς θέσιν "Λακκοῦλες"172, ἐντὸς τοῦ κτήματος τοῦ κ. Χρήστου Λαμπροπούλου ἀνεσκάφη τὸ 1967 μικρὸς θολωτὸς τάφος, ἐκτισμένος κατὰ τὸ ἐκφορικὸν σύστημα διὰ πλακοειδῶν σχιστολίθων. Σώζεται ἀκέραιος. Τὸ σχῆμα του ἐλαφρῶς ᾠοειδές, ἔχει τὴν μεγαλυτέραν διάμετρον κάθετον πρὸς τὸν ἄξονα τοῦ δρόμου173. Κατὰ τὸ ΒΑ. μέρος τὰ τοιχώματα τῆς θόλου ἔχουν ὑποστῆ θλάσιν πρὸς τὰ ἔσω (βλ. εἰκ.24), εἰς δὲ τὴν κορυφὴν ἐλαφρὰν βύθισιν λόγῳ πιέσεως τῶν ὑπερκαλυπτόντων χωμάτων (πίν.33α). Τὸ δάπεδον καλύπτεται δί ἀκανονίστων σχιστολιθικῶν πλακῶν, αἵτινες δὲν ἁρμολογοῦνται μὲ ἀκρίβειαν μεταξύ των (βλ. εἰκ.25).
Ο δρόμος εὑρίσκεται δυτικῶς τοῦ τάφου. Τὸ μῆκος του ἰσοῦται πρὸς τὰ 2/3 τῆς μεγάλης διαμέτρου τῆς θόλου. Τὸ πλάτος του (0.73μ. ἀρχικῶς) εὐρύνεται παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ τάφου (0.84μ.). Ὕψος θύρας 0.96μ. Εἶναι λελαξευμένος ἐντὸς τοῦ φυσικοῦ ἀμμοβράχου, ἐντόνως κατωφερὴς μέχρι τοῦ πλακοστρώτου δαπέδου τοῦ τάφου. Ἔχει κτιστὰς πλευρὰς καὶ εἶναι ἐστεγασμένος καθ᾿ ὅλον τὸ μῆκος του διὰ δύο μεγάλων σχιστολιθικῶν πλακῶν, ἐξ ὧν ἡ δυτικὴ ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ ὑπέρθυρον (πίν.33β). Εἶναι τοποθετημένη λοξῶς καὶ ἀφήνει ἀκάλυπτον τὸ Δ. ἄκρον τοῦ βορείου τοίχου τοῦ δρόμου, ὅπου ἐξέχει μία σχιστολιθικὴ πλὰξ δίκην πεζουλίου. Ἐπὶ τῆς πλακὸς αὐτῆς εὑρέθησαν κεκαυμένα ὀστᾶ πτηνοῦ, ὀλίγα κεκαυμένα, μὴ χρονολογἠσιμα ὄστρακα καὶ μολύβδινον σφαιρίδιον, ἀρ.635 (πίν.36η), Πιθανῶς πρόκειται περὶ χώρου προσφορῶν.



Ανωθεν τῆς δυτικῆς καλυπτηρίου πλακὸς τοῦ δρόμου ὑπάρχει χαμηλὸν στηθαίον, ὕψ. 0.25μ., χρησιμεῦον διὰ νὰ συγκρατῇ τὸ χῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκάλυπτε τὴν θόλον, ὥστε νὰ μὴ φράσσεται η εἴσοδος (πίν.33α, β). Ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι αὕτη ἦτο ἀνέκαθεν ὁρατή. Η εἴσοδος εὑρέθη πεφραγμένη δί ἀργῶν λίθων εἰς πέντε ἐπαλλήλους σειρὰς καὶ πρὸ αὐτῶν διὰ σωροῦ ἀργῶν λίθων ἀτάκτως συσσωρευμένων. Ἀφοῦ ἀφῃρέθησαν οἱ ὡς ἄνω λίθοι ἠρευνήθη ὁ δρόμος, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδὲν εὑρέθη.
Ἐντὸς τοῦ τάφου τὰ κτερίσματα καὶ αἱ ταφαὶ ἐκαλύπτοντο διὰ στρώματος λεπτοῦ χώματος, πάχους 0.25μ., διεισδύσαντος διὰ τῶν ἁρμῶν τῆς λιθοδομῆς. Ἐπίσης μερικοὶ λίθοι εἶχον καταπέσει ἐκ τῆς ὀροφῆς τῆς θόλου. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χώματος καὶ τῶν λίθων εὑρέθησαν τρεῖς συσσωρευμέναι ταφαὶ καὶ μία ἐκτάδην (βλ. εἰκ.24).
Ἐφ᾿ ὁλοκλήρου τοῦ δαπέδου ὑπῆρχε στρῶμα διασπάρτων κεκαυμένων καὶ θρυμματισμένων ὀστῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπετέθησαν αἱ συσσωρευμέναι καὶ ἡ ἐκτάδην ταφή. Αὕτη κατελάμβανε τὸ μέσον τοῦ τάφου μὲ τὴν κεφαλὴν τοῦ νεκροῦ τοποθετημένην πρὸς Ν.
Ἐκ τοῦ σκελετοῦ ἐσώζοντο αἱ χεῖρες, οἱ πόδες καὶ τὸ κρανίον εἰς δύο τεμάχια. Ἀξιοσημείωτος ἦτο ἡ θέσις τῶν βραχιόνων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν κεκαμμένοι εἰς τοὺς ἀγκῶνας, εἰς στάσιν μεσολαβῆς περίπου174. Πλησίον τοῦ κρανίου ἀπεκαλύφθησαν σκύφος ἀρ.623 (πίν.35ε), μικρὰ πρόχους ἀρ.620 (πίν.34δ), τριφυλλόστομος πρόχους ἀρ.618 (πίν.34α, β) καὶ σιδηρᾶ περόνη ἀρ.649 (πίν.36δ) πλησίον τῆς ἀριστερᾶς κνήμης σκύφος ἀρ.626 (πίν.35δ, εἰκ.24).
Αἱ συσσωρευμέναι ταφαὶ εὑρέθησαν πλησίον τῶν τοιχωμάτων τῆς θόλου, ἦτοι Ταφὴ Α, δεξιὰ τῆς εἰσόδου (ΝΔ. μέρος) μὲ δύο σκύφους ἀρ.622, 624 (πίν.35γ, 36γ) πλησίον αὐτῆς (βλ. εἰκ.24). Ταφὴ Γ εἰς τὸ Α. μέρος τοῦ τάφου καὶ παρ᾿ αὐτὴν πρόχους ἀρ.617 (πίν.34γ) καὶ σιδηροῦν μαχαιρίδιον ἀρ.645 (πίν.36ε, εἰκ.24). Ταφὴ Δ εἰς τὸ Β. μέρος καὶ παρ᾿ αὐτὴν σκύφος ἀρ.625 (πίν.36α), πρόχους ἀρ.621 (πίν.35β) καὶ σιδηροῦν μαχαιρίδιον ἀρ.646 (πίν.36στ).
Εἰς τὸ ΒΑ. μέρος, ὅπου ἡ θλάσις τῶν τοιχωμάτων, μεταξὺ τῶν ταφῶν Γ καὶ Δ εὑρέθη μικρὰ πρόχους ἀρ.619 (πίν.35α), ἰσχυρῶς ἀποκεκρουμένη, μὲ ἴχνη πυρᾶς ἐπ᾿ αὐτῆς. Πιθανώτατα ἀνήκει εἰς μίαν τῶν καύσεων. Εἰς τὸ αὐτὸ μέρος κατὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ στρώματος τῶν κεκαυμένων ὀστῶν καὶ τῆς τέφρας εὑρέθη σιδηροῦς δακτύλιος ἀρ.651 (πίν.36ζ), εἰς δὲ τὸ κεντρικὸν μέρος λιθίνη ἀκόνη ἀρ.648 καὶ τεμάχια σιδηροῦ μαχαιριδίου ἀρ.647 (πίν.36β).




Τὰ κτερίσματα
618 (πίν.34α, β). Πρόχους. Υψ. 0.238μ. Συγκεκολλημένη κατὰ τμῆμα τῆς προχοῆς, ἐφ΄ ἧς ὑπάρχουν ὀπαὶ προσαρμογῆς συνδέσμων διὰ τὴν συγκόλλησιν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δηλοῖ, ὅτι εἶχε χρησιμοποιηθῆ καὶ θραυσθῆ πρὸ τῆς ἐναποθέσεως ἐντὸς τοῦ τάφου. Στόμιον τριφυλλόσχημον. Λαβὴ σχοινοειδής. Πηλὸς ᾠχρόφαιος. Διακόσμησις καστανή. Ἐπὶ τοῦ ὤμου πέντε ὁμάδες ὁμοκέντρων ἡμικυκλίων, γεγραμμένων διὰ διαβήτου καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἀνὰ ἓν κατακόρυφον κόσμημα τεθλασμένης γραμμῆς. Παρὰ τὴν βάσιν τῆς λαβῆς ὁμὰς ἓξ κατακορύφων τεθλασμένων γραμμῶν. Κάτωθεν τῆς διακοσμητικῆς ζώνης ὁμὰς δύο ὁριζοντίων γραμμῶν, ταινίας καὶ ἑτέρων πέντε γραμμῶν. Η λοιπὴ ἐπιφάνεια τοῦ ἀγγείου ἐχρωματισμένη. Ο τύπος ἀπαντᾷ καὶ εἰς τὴν μυκηναϊκὴν ἐποχήν175, ἐνῷ ἡ διακόσμησις εἶναι σαφῶς πρωτογεωμετρική176.
617 (πίν.34γ). Πρόχους. Ὑψ. 0.228μ. Συγκεκολλημένη. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Διακόσμησις καστανομέλαινα. Ἐπὶ τοῦ ὤμου τρεῖς ὁμάδες ὁμοκέντρων ἡμικυκλίων, γεγραμμένων διὰ διαβήτου. Τὸ κάτω ἥμισυ τῆς κοιλίας μετὰ τῆς βάσεως ἐχρωματισμένον. Τὸ σχῆμα ἀπαντᾷ καὶ εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΓ1 ἐποχήν177, ἐνῷ ἡ διακόσμησις εἶναι σαφῶς πρωτογεωμετρική.
620 (πίν.34δ). Προχοΐσκη. Ὑψ. 0.104μ. Πηλὸς ὠχροκίτρινος. Διακόσμησις καστανέρυθρος. Ἐπὶ τοῦ ὤμου πέντε ὁμάδες ὁμοκέντρων ἡμικυκλίων, γεγραμμένων διὰ διαβήτου. Περὶ τὸν λαιμὸν ὁριζόντιος γραμμή. Τὸ κάτω ἥμισυ τοῦ σώματος μετὰ τῆς βάσεως, ἢ λαβὴ καὶ τὸ στόμιον ἐχρωματισμένα. Χρονολογεῖται εἰς τὴν ΠΓ ἐποχήν.
619 (πίν.35α). Προχοΐσκη. Ὑψ. 0.114μ. Ἰσχυραὶ ἀποκρούσεις καὶ ἴχνη καύσεως εἰς διάφορα σημεῖα τοῦ σώματος. Πηλὸς κιτρινόφαιος. Διακόσμησις καστανομέλαινα. Ἐπὶ τοῦ ὤμου πέντε τριγωνικὰ διάγραμμα κοσμήματα. Η λοιπὴ ἐπιφάνεια τοῦ ἀγγείου ἐχρωμάτισμένη. Ο τύπος εἶναι παλαιός, ἀπαντῶν καὶ εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΒ ἐποχὴν178, φαίνεται όμως, ὅτι ἐπιβιοῖ καὶ κατὰ τὴν ΠΓ ἐποχήν, εἰς τὴν πρώτην φάσιν της τοῦλάχιστον.
621 (πίν.35β). Πρόχους. Υψ. 0.143μ. Πηλὸς ἐρυθρὸς μὲ προσμίξεις. Ἀλείφωμα ἐρυθρόν. Καὶ ὁ τόπος οὗτος εἶναι παλαιός179, ἐπιβιῶν καὶ κατὰ τὴν ΠΓ ἐποχήν.
622 (πίν.35γ). Σκθφος. Ὑψ. 0.167μ., διάμ. 0.160μ. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Διακόσμησις καστανομέλαινα, κατὰ τόπους καστανέρυθρος. Ωλόκληρον τὸ ἀγγεῖον ἐχρωματισμένον ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ἐξαιρουμένης διακοσμητικῆς ζώνης εἰς τὸ ὕψος τῶν λαβῶν μὲ ζεῦγος ὁριζοντίων τεθλασμένων γραμμῶν, ἀμελῶς γεγραμμένων. Ἐπὶ τῆς μιᾶς ὄψεως τῆς κοιλίας ὀπαὶ προσαρμογῆς συνδέσμων διὰ τὴν συγκόλλησιν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι τὸ ἀγγεῖον εἶχε χρησιμοποιηθῆ πρὸ τῆς ἐναποθέσεως ἐντὸς τοῦ τάφου. Τὸ σχῆμα ἀπαντᾷ καὶ κατὰ τὴν ΥΕΙΙΙΓ1 ἐποχἠν180, ἐνῷ τὸ κόσμημα εἶναι ὑπομυκηναϊκὸν-πρωτογεωμετρικόν181.
623 (πίν.35ε). Σκύφος. Υψ. 0.145μ., διάμ, 0.158μ. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Μελαμβαφὴς ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ἐξαιρουμένης διακοσμητικῆς ζώνης εἰς τὸ ὕψος τῶν λαβῶν μὲ ζεῦγος ὁριζοντίων τεθλασμένων γραμμῶν, ἀμελῶς γεγραμμένων. Χρονολογεῖται εἰς τὴν μεταβατικὴν περίοδον, ΥΕΙΙΙΓ1-ΠΓ ἐποχὴν182.
626 (πίν.35δ). Σκθφος. Ὑψ. 0.076μ., διάμ. 0.085μ. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Καστανοβαφὴς ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ἐξαιρουμένης λωρίδος εἰς τὸ ὕψος τῶν λαβῶν. Χρονολογεῖται ὡς ἀνωτέρω, ῆτοι ΥΕΙΙΙΓ1-ΠΓ 183.
625 (πίν.36α). Σκύφος. Υψ. 0.079μ., διάμ. 0.082μ. Πηλὸς ὠχρόφαιος. Μελαμβαφὴς ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ἐξαιρουμένης στενῆς ὁριζοντίου λωρίδος εἰς τὸ ὕψος τῶν λαβῶν. Ἐπὶ τῆς μιᾶς ὄψεως, κατὰ τὸ μέσον τῆς ἄβαφούς λωρίδος, λοξὴ γραμμή. Χρονολογεῖται ὡς ἀνωτέρω, ἤτοι ΥΕΙΙΙΓ1-ΠΓ 184.
624 (πίν.36γ). Σκυφοειδὴς κρατηρίσκος.Ὕψ. 0.114μ., διάμ. 0.10μ. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Μελαμβαφὴς ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ἐξαιρουμένης ὁριζοντίου διακοσμητικῆς ζώνης εἰς τὸ ὕψος τῶν λαβῶν μὲ ὁμάδας κατακορύφων γραμμῶν. Χρονολογεῖται ἐπίσης ὡς ἀνωτέρω, εἰς τὴν ΥΕΙΙΓ-ΠΓ ἐποχήν185.
649 (πίν.36δ). Σιδηρᾶ περόνη. Μῆκ. 0.165μ. Συγκεκολλημένη, λίαν ὠξειδωμένη.
647 (πίν.36β). Σιδηροῦν μαχαιρίδιον. Σῳζ. μῆκ. 0.091μ. Σώζεται τμῆμα τῆς λεπίδος καὶ τμῆμα τῆς λαβῆς. Ἕτερα τμήματα τοῦ αὐτοῦ μαχαιριδίου δὲν συγκολλῶνται.
645 (πίν.36ε). Τμῆμα σιδηροῦ μαχαιριδίου. Σῳζ. μῆκ. 0.109μ. Λίαν ὠξειδωμένον.
646 (πίν.36στ). Τμῆμα σιδηροῦ μαχαιριδίου. Σῳζ. μῆκ. 0.108μ. Λίαν ὠξειδωμένον.
648 Λιθίνη ἀκόνη. Μῆκ. 0.165μ. Σχῆμα πλακοειδὲς κωνικὸν μὲ ὀπὴν εἰς τὴν κορυφήν186.
654 (πίν.36ζ). Σιδηροῦς δακτύλιος συγκολλώμενος ἐκ τριῶν τεμαχίων, λίαν ὠξειδωμένος.
635 (πίν.36η). Μολύβδινον σφαιρίδιον. Διάμ. 0.015μ.




Παρατηρήσεις
Ως προκύπτει ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν εὑρημάτων ὁ τάφος Λαμπροπούλου εἶναι θολωτός, χρονολογούμενος εἰς τὴν μεταβατικὴν περίοδον, ἤτοι μεταξὺ μυκηναϊκῆς καὶ πρωτογεωμετρικῆς ἐποχῆς (περὶ τὸ -1000). Εἰς τὸν τάφον αὐτὸν παρατηροῦνται σημαντικοὶ νεωτερισμοὶ τόσον εἰς τὴν μορφήν, ὅσον καὶ εἰς τὰ ἔθιμα ταφῆς τῶν νεκρῶν.
Κατὰ πρῶτον αἱ διαστάσεις τῆς θόλου εἶναι λίαν περιωρισμέναι, ο δὲ δρόμος τείνει νὰ καταργηθῇ. Πρόκειται μᾶλλον περὶ ἐστεγασμένης εἰσόδου187 παρὰ περὶ δρόμου.
Δεύτερον, ὁ "μνημειακός", ἐν μικρογραφία βεβαίως, χαρακτὴρ τῆς εἰσόδου μαρτυρεῖ, ὅτι πρόθεσις τῶν κατασκευαστῶν ἦτο νὰ εἶναι ὁρατὴ καὶ οὐχὶ κεκαλυμμένη.
Τρίτον, εἰς τὴν ἀριστερὰν παραστάδα ἀφέθη εἰδικὸς χῶρος (πεζούλιον ), ἐφ᾿ οὗ ἀπετίθεντο αἱ προσφοραί, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν λεπτοτάτων ὀστῶν πτηνοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνευρέθησαν ἐπ᾿ αὐτοῦ.
Τέταρτον, αἱ συσσωρεύσεις τῶν ὀστῶν εἰς ἐπιμελῶς τοποθετημένα σύνολα, ὁμοῦ μετὰ τῶν κτερισμάτων των μαρτυροῦν σεβασμὸν καὶ προσοχήν, μὴ παρατηρουμένην εἰς τοὺς μυκηναϊκοὺς τάφους.
Πέμπτον, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ τάφου συνυπάρχουν δύο τρόποι ταφῆς, ἤτοι ὁ ἁπλοῦς ἐνταφιασμὸς καὶ ἡ καῦσις188. Τὸ ἔθιμον τῆς καύσεως συναντᾶται κατὰ τοὺς νεολιθικοὺς καὶ πρωτοχαλκοῦς χρόνους εἰς τὸν χῶρον τοῦ Αἰγαίου καὶ τὴν Μ. Ἀσίαν, διακόπτεται κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς -2ας χιλιετηρίδος λόγῳ καθόδου νέων φύλων καὶ διαδίδεται ἐκ νέου εἰς Δωδεκάνησον, Κρήτην καὶ τὴν κυρίως Ἑλλάδα διὰ τῶν ναυτικῶν καὶ ἐμπόρων τὸν -13ον. αἰῶνα ἐκ Μ. Ἀσίας189. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἐνδιάμεσοι περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τοῦ ἐθίμου190. Νεώτερα παραδείγματα εἶναι η καῦσις εἰς ἕνα θαλαμοειδῆ τάφον τῆς Βραυρῶνος ΥΕΙΙΙΒ ἐποχῆς191, εἰς τὸν τάφον XLI τῆς Προσόμνης192, εἰς τὸν τάφον 16 τοῦ Κολωνακίου Θηβῶν ΥΕΙΙΙΒ-Γ ἐποχῆς193 καὶ αἱ καύσεις εἰς δέκα τάφους τῆς Περατῆς, ΥΕΙΙΙΓ1 ἐποχῆς194. Τέλος εἰς τὴν Κρήτην τὸ ἔθιμον τῆς καύσεως ἀπαντᾷ εἰς ἀρκετὰς περιπτώσεις195, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἰς Κοῦρτες Κρήτης, ὅπου ὑπάρχουν τάφοι τῆς μεταβατικῆς περιόδου, ἤτοι ΥΕΙΙΙ-ΠΓ ἐποχῆς196, εἰς τοὺς ὁποίους συνυπάρχουν ὁ ἁπλοῦς ἐνταφιασμὸς καὶ ἡ καῦσις, ὡς εἰς τὸν τάφον Λαμπροποὺλου.
Ἕκτον, λίαν ἐνδιαφέρον χαρακτηριστικὸν, εἶναι ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν δειγμάτων σεβασμοῦ τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν διὰ τοὺς ἐνταφιασθέντας, ἐφηρμόσθη διὰ τοὺς καέντος νεκρούς. Η τέφρα των ὁμοῦ μετὰ τῶν θρυμματισθέντων ὀστῶν ἐσκορπίσθη εἰς ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ δαπέδου τοῦ τάφου, τὰ κτερίσματά των ἀφῃρέθησαν, πλὴν ἑνὸς σαθροῦ καὶ πιθανώτατα ἔκτοτε τεθραυσμένου ἀγγείου. Ἐπὶ τοῦ στρώματος δὲ τοὺτου ἐτοποθετήθησαν τὰ ὀστᾶ τῶν συσσωρευθεισῶν ταφῶν καὶ ὁ ἐκτάδην νεκρός, ὅστις εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος ταφείς. Οὐδεμίαν ἀσφαλῆ ἑρμηνείαν ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διὰ τὴν διαφορετικὴν μεταχείρισιν τῶν νεκρῶν μιᾶς ὁμάδος ἀνθρώπων μὲ ἐλαχίστην χρονικὴν διαφορὰν καὶ ἀνηκόντων κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν.
Ἴσως νὰ ἔχῃ σχέσιν τινὰ μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἀποθανόντος εἰς τὴν οἰκογενειακὴν ἱεραρχίαν, ὁπότε δέον ὅπως θεωρηθῇ, ὅτι τὰ χαίροντα μεγαλυτέρου σεβασμοῦ ἐν ζωῆ ἄτομα δὲν ἐκαίοντο, ὥστε νὰ διατηροῦνται ἐπὶ μακρότερον τὰ λείψανά των. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ πρόβλημα παραμένει ἀνοικτὸν καὶ δὲν μένει παρὰ νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι νεώτεραι ἀνασκαφαὶ θὰ δώσουν πληρεστέραν ἑρμηνείαν τοῦ φαινομένου. Εἶναι φανερὸν πάντως, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τιμῶν εἰς ὡρισμένους τουλάχιστον νεκροὺς (θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ ὁμιλήσῃ τις περὶ λατρείας) καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν λειψάνων των, ἄγνωστος εἰς τοὺς μυκηναῖκοὺς χρόνους197, εἶχεν ἤδη ἀρχίσει κατὰ τοὺς πρωτογεωμετρικοὺς χρόνους, τουλάχιστον ὑπὸ περιωρισμένην μορφὴν εἰς τὸν θολωτὸν τάφον Λαμπροποὺλου. Δελεαστικὴ εἶναι η σκέψις, ὅτι ἡ μετάβασις ἀπὸ τῆς ἀδιαφορίας εἰς τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἀποσυντεθέντας νεκροὺς ἠκολούθησε κατ᾿ αὐτοὺς τοὺς χρόνους ἐξελικτικὴν πορείαν καὶ ἀπὸ τῆς τιμήσεως τοῦ διατηρουμένου λειψάνου ἐπεξετάθη εἰς τὴν τίμησιν καὶ τοῦ σκελετοῦ, ἐνῷ δὲν τυγχάνουν σεβασμοῦ τὰ πλήρως διαλυθέντα, κεκαυμένα λείψανα.
Ἀρχιτεκτονικῶς ὁ πρωτογεωμετρικὸς θολωτὸς τάφος Λαμπροπούλου εἷναι μὲν σπάνιος, ἀλλὰ ὅχι καὶ μοναδικός. Οἱ Λεονάρδος καὶ Τσούντας ἀνέσκαψαν εἰς Μαρμάριανην Θεσσαλίας ἓξ θολωτοὺς πρωτογεωμετρικοὺς τάφους198. Ἐπίσης ὁ Blegen ἀνέσκαψεν εἰς τὴν Πυλίαν ἕνα ὅμοιον εἰς τὸν ἀγρὸν Κοκέβη199.
Ἐνδιαφέρουσα διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ θολωτοῦ τάφου εἰς Μεσσηνίαν κατὰ τὴν ΠΓ ἐποχὴν εἶναι καὶ πάλιν ἡ σχέσις της μετὰ τῆς Κρήτης. Ἐκεῖ παρατηροῦνται ἔως πολὺ ἀργὰ θολωτοὶ τάφοι, ἂν καὶ τὰ κτερίσματα ἔχουν σαφῶς ὑπομυκηναϊκὸν χαρακτῆρα200. Συγχρόνως εἰς τὴν Μεσσηνίαν κτίζονται οἱ τελευταῖοι ἴσως θολωτοὶ τάφοι, ἀλλὰ μὲ σαφῶς πρωτογεωμετρικὰ κτερίσματα. Αὐτὸ βεβαίως δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοπική, ἰσχυροτάτη παράδοσις, ἥτις ἐπέβαλλε τὴν συνέχισιν τῆς ἀρχιτεκτονικῆς μορφῆς. Οἱ τάφοι Κοκέβη καὶ Λαμπροπούλου τὸ ἀποδεικνὑουν. Πιστεύω όμως, ὅτι αἱ σχέσεις μετὰ τῆς Κρήτης διὰ λόγους συγκοινωνιακοὺς καὶ οἰκονομικοὺς συνετέλεσαν εἰς τὴν διατήρησιν αὐτῆς τῆς παραδόσεως.
Η διασπορὰ τῶν πρωτογεωμετρικῶν θολωτῶν τάφων εἰς τὸν Ἑλλαδικὸν χῶρον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν σχέσιν Κρήτης- Μεσσηνίας, ἀλλὰ καὶ Κρήτης- Θεσσαλίας. Πράγματι ἐνῷ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἔχει εὑρεθῆ μόνον εἷς θολωτὸς τάφος, εἰς Δελφοὺς201, εἰς Θεσσαλίαν (Μαρμάριανην) καὶ Κρήτην ἔχομεν ἀρκετούς, εἰς δὲ τὴν Μεσσηνίαν δύο βέβαια παραδείγματα, τοὺς τάφους Λαμπροπούλου καὶ Κοκέβη, πιθανώτατα τὸν μικρὸν θολωτὸν τάφον εἰς Πλατανόβρυσιν Πυλίας202, καθὼς καὶ πρωτογεωμετρικὰς ταφὰς εἰς δύο παλαιοτέρους μυκηναϊκοὺς θολωτοὺς τάφους, ἤτοι εἰς τὸν τάφον Νικητοπούλου 6 καὶ τὸν τάφον τῆς Τραγάνας203.

Εὐρήματα παραδοθέντα ἐκ τοῦ ἀγροῦ Χρ. Λαμπροποὑλου.

Ὑπὸ τοῦ κ. Χρ. Λαμπροποὺλου παρεδόθησαν τέσσαρα ἀγγεῖα εὑρεθέντα ἐντὸς τοῦ εἰς θέσιν "Λακκοῦλες" ἀγροῦ του, πλησίον τοῦ ἀνασκαφέντος τάφου Λαμπροποὑλου. Τὰ ὡς ἄνω εὑρήματα χρονολογοῦνται εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΓ-ΠΓ ἐποχήν, προέρχονται δὲ ἀπὸ κατεστραμμένους τάφους. Προφανῶς εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ὑπάρχει ἐκτεταμένον ΠΓ νεκροταφετον.
Τὰ παραδοθέντα ἀγγεῖα:
104 (πίν.36θ). Ἀμφορεὺς μετὰ ὁριζοντίων δακτυλιοειδῶν λαβῶν. Υψ. 0.30μ. Συμπεπληρωμένος κατὰ τὴν μίαν λαβήν, τμῆμα τῆς βάσεως καὶ τὴν περιφέρειαν τοῦ χείλους. Πηλὸς ὑπέρυθρος, ἀκάθαρτος. Διακόσμησις καστανομέλαινα. Εἰς τὸ ἄνω μέρος, μεταξὺ τῶν λαβῶν, εὐρεῖα διακοσμητικὴ ζώνη. Εἰς ἑκάστην ὄψιν ἀνὰ ἓν τριγωνικόν, δικτυωτὸν κόσμημα, ἑκατέρωθεν τοῦ ὁποίου ἀνὰ ἓν ὀρθογώνιον κατακόρυφον μὲ δικτυωτὸν πλέγμα. Η λοιπὴ ἐπιφάνεια ἐχρωματισμένη. Χρονολόγησις ΥΕΙΙΓ-ΠΓ204.
105 (πίν.37α). Τριφυλλόστομος πρόχους. Ὑψ. 0.135μ. Πηλὸς καστανέρυθρος. Διακόσμησις καστανή. Ἐπὶ τοῦ ὤμου πέντε ὁμάδες ὁμοκέντρων ἡμικυκλίων, γεγραμμένων διὰ διαβήτου. Η λοιπὴ ἐπιφάνεια ἐχρωματισμένη. Χρονολόγησις ΠΓ 205.
99 (πίν.37α). Τριφυλλόστομος πρὀχους. Ὑψ. 0.135μ. Πηλὸς ὑπέρυθρος. Διακόσμησις καστανομέλαινα ἐξίτηλος ἐν μέρει. Ἐπὶ τῶν ὤμων τέσσαρες ὁμάδες ὁμοκέντρων ημικυκλίων, γεγραμμένων διὰ διαβήτου. Η λοιπὴ ἐπιφάνεια τοῦ ἀγγείου ἐχρωμάτισμένη. Χρονολόγησις ΠΓ206.
102 (πίν.37β). Ἀμφορεὺς μετὰ ὁριζοντίων δακτυλιοειδὥν λαβῶν εἰς τὸ μέσον τῆς κοιλίας. τύψας 0.153μ., διάμετρος στομίου 0.11μ. Στόμιον λίαν εὐρύ. Πηλὸς λευκωπός. Διακόσμησις καστανομέλαινα, ἐξίτηλος. Διακρίνονται ὁριζόντιοι ταινίαι εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ὦμον, εἰς δὲ τὴν κοιλίαν ὁριζόντιοι τεθλασμέναι γραμμαί. Χρονολόγησις ΥΕΙΙΙΓ-ΠΓ 207.



Θέσις Τουρκοκίβουρα

Τάφος Νικητοπούλου 1

Περὶ τὰ 3μ. βορείως τοῦ τάφου 4 καὶ περὶ τὰ 4μ. δυτικῶς τοῦ τάφου 3 ἀνεσκάφη ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ Νικητοπούλου εἰς θέσιν Τουρκοκίβουρα μικρὸς πεταλοειδὴς τάφος208 (βλ. εἰκ.2 καὶ 26). Οὗτος εἶναι πρωτογεωμετρικὀς. Ἐσώθη ἀνέπαφος. Ἔχει προσανατολισμὸν ἀπὸ Β. πρὸς Ν. περίπου, μὲ τὴν εἴσοδον πρὸς Β. Εἶναι ἐκτισμένος δί ἀργῶν πλακοειδῶν λίθων κατὰ τὸ ἐκφορικὸν σύστημα, καλυπτόμενος διὰ τεσσάρων μεγάλων σχιστολιθικῶν πλακῶν, ὧν ἡ μεγαλυτέρα ἐπέχει θέσιν ὑπερθύρου (πίν.37ζ), αἱ δὲ τρεῖς λοιπαὶ εἶναι τοποθετημέναι κατὰ τὸν κατὰ μῆκος ἄξονα τοῦ τάφου ὑπὲρ τὸν μυχὸν τοῦ πετάλου. Η εἴσοδος, πλ. 0.69μ., ἐφράσσετο δί ἀργῶν λίθων (πίν.37στ).
Τὸ δάπεδον εἶναι πλακοστρωμένον (πίν.37η). Ἐπ᾿ αὐτοῦ εὑρέθη εἷς σκελετὸς συνεσταλμένος μὲ τὴν κεφαλὴν πρὸς Δ., μὴ διατηρούμενος καλῶς. Ἕτερος σκελετὸς εἶχε παραμερισθῆ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ τάφου (εἰκ.26). Τὰ κτερίσματα ἦσαν πτωχά, ἤτοι πήλινος σφόνδυλος ἀρ.681, ὕψ. 0.026μ., διαμ. 0.034μ. (πίν.37γ), χαλκοῦς δακτύλιος ἀρ.683 (πίν.37δ), διαμ. 0.023μ., καὶ χαλκοῦς στρεπτὸς σφηκωτὴρ ἀρ.682 (πίν.37ε) διαμ. 0.02μ.




Τάφοι Τσαγδῆ 1 καὶ 2

Εἰς τὴν θέσιν Τουρκοκίβουρα, περὶ τὰ 300μ. βορείως τῶν τάφων Νικητοπούλου, ὁ κ. Ἀναστάσιος Τσαγδῆς καλλιεργῶν τὸ κτῆμα του παρέσυρε διὰ τοῦ ἀρότρου του καλυπτήριον πλάκα ἀρχαίου τάφου. Ἐκ περιεργείας παρακινηθεὶς ἠρεύνησεν ὀλίγον καὶ ἀνεῦρεν δύο ἀγγεῖα ἀρ.97, 158 (πίν.38δ, ε), χαλκῆν περόνην Μ44 (πίν.38β) καὶ χαλκοῦν δακτύλιον Μ45 (πίν.38γ), Η ἐπακολουθήσασα ἀνασκαφικὴ ἕρευνα ἀπεκάλυψε δύο μικροὺς πεταλοειδεῖς τάφους, ἡμικατεστραμμένους, μὲ κατεύθυνσιν ἀπὸ ΒΔ. πρὸς ΝΑ. περίπου καὶ τὴν εἴσοδον πρὸς ΝΑ. (εἰκ.27, πίν.38α).

Τάφος Τσαγδῆ 1.

Ἐκ τοῦ τάφου τούτου σῴζεται τὸ ἀψιδωτὸν μέρος ΒΔ. εἰς ὕψος 0.43μ. καὶ μικρὸν τμῆμα τοῦ πλακοστρώτου δαπέδου. Ἐντὸς αὐτοῦ εὑρέθη διαλελυμένος σκελετός (εἰκ.27). Μεταξὺ τῶν ὀστῶν περισυνελέγησαν χαλκῆ περόνη εἰς τρία τεμάχια ἀρ.732 (πίν.38ζ) καὶ δύο χαλκοῖ δακτύλιοι ἀρ.733α, β (πίν.38στ) νοτίως τοῦ τάφου.

Τάφος Τσαγδῆ 2.

Εἰς ἀπόστασιν 0.70μ. περίπου δυτικῶς τοῦ τάφου 1 ἀνεσκάφη ἕτερος μικρὸς πεταλοειδὴς τάφος ὅμοιος πρὸς τὸν προηγούμενον. Σώζεται τὸ ἀψιδωτὸν μέρος εἰς ὕψος 0.55μ. περίπου, καὶ σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ δάπεδόν του, τὸ ὁποῖον εἶναι πλακοστρωμένον. Ἀπεκαλύφθη ἐπ᾿ αὑτοῦ συνεσταλμένος σκελετός, μὴ διατηρούμενος εἰς καλὴν κατάστασιν (πίν.38α, εἰκ.27). Ἐκ τοῦ τάφου τούτου περισυνελέγησαν δύο θραύσματα αβαφών ἀγγείων.
Μεταξὺ τῶν δύο τάφων ἐν μέσῳ πλακῶν καὶ λίθων καταπεσόντων ἐκ τῆς λιθοδομῆς τῶν τάφων εὑρέθησαν τμῆμα σιαγόνος καὶ ραχιαῖον ὀστοῦν βοοειδοῦς, καθὼς καὶ τμἧμα σιαγόνος ἀγριοχοίρου. Προφανῶς πρόκειται περὶ λειψάνων προσφορῶν.
Ἀμφότεροι οἱ τάφοι ἐκαλύπτοντο ὑπὸ μεγάλων πλακῶν ὡς ὁ τάφος Νικητοπούλου 1. Πράγματι νοτίως τοῦ τάφου Τσαγδῆ 1 εὑρέθη μεγάλη πλάξ, ἥτις ἦτο καλυπτἠριος παρασυρθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀρότρου.
Οἱ τάφοι Τσαγδῆ 1 καὶ 2 εἶναι πρωτογεωμετρικῆς ἐποχῆς, ὡς συνάγεται τόσον ἐκ τοῦ σχήματός των, χαρακτηριστικοῦ εἰς τὴν περιοχήν, ὅσον καὶ ἐκ τῶν εὑρημάτων.




Τὰ ἐκ τῆς ἀνασκαφῆς προερχόμενα κτερίσματα
732 (πίν.38ζ). Χαλκῆ περόνη. Μῆκ.0.14μ. Συγκεκολλημένη ἐκ τριῶν τεμαχίων. Κοσμεῖται δί ἐγκαρσίων αὐλακώσεων καὶ πλαστικῶν δακτυλίων παρὰ τὴν κεφαλήν. Παρόμοιον παράδειγμα ἐκ Δειράδος Ἄργους χρονολογεῖται εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΓ- ὑπομυκηναϊκὴν ἐποχήν209. Δεδομένου ὅτι εἰς τὴν Μεσσηνίαν δὲν ὑπάρχει σαφῶς ὑπομυκηναϊκὴ ἐποχή, πρέπει νὰ χρονολογήσωμεν τὴν περόνην μας ὡς πρωτογεωμετρικήν210. Πράγματι, ὡς κατεδείχθη καὶ ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ τάφου Νικητοπούλου 6, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν τάφον τῆς Τραγάνας, ο ΥΕΙΙΙΓ1 ρυθμὸς διατηρεῖται μακρότερον εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ ἐξελίσσεται ἀπ᾿ εὐθείας εἰς τὴν ΠΓ ἐποχήν. Τοῦτο ὄμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπιρροαὶ ἐξ ἄλλων περιοχῶν, ὅπου ἀνεπτύχθη ὁ ὑπομυκηναϊκὸς ρυθμός, δὲν ἔφθασαν περὶ τὰ τέλη τῆς ΥΕΙΙΙΓ περιόδου καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ΠΓ ἐνταῦθα. Ἄλλωστε ἅπαντα τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἀγροῦ εὑρήματα ἀνήκουν εἰς αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν μεταβατικὴν περίοδον.
733 (πίν.38στ). Χαλκοῖ δακτύλιοι. Διάμ. α) 0.022μ. β) 0.023μ.

Τὰ ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου παραδοθέντα εὐρήματα
158 (πίν.38ε). Ἀμφορεὺς μὲ ὁριζοντίους δακτυλοειδεῖς λαβάς. Ὑψ. 0.384μ. Συγκεκολλημένος εἰς τὸ στόμιον, συμπεπληρωμένος εἰς τμῆμα τοῦ χείλους καὶ τὴν μίαν λαβήν. Πηλὸς ἐρυθρός. Καστανοβαφής, ἀπολεπισμένος κατὰ τόπους. Ἐπὶ τοῦ ὤμου ἀβαφής, ὁριζόντιος λωρίς. Κατὰ τὸ μέσον τῆς κοιλίας ζεῦγος ἄβαφών ὁριζοντίων ζωνῶν μὲ ὁριζόντιον κυματοειδῆ γραμμὴν ἐφ᾿ ἑκάστης. Χρονολογεῖται εἰς τὴν μεταβατικὴν περίοδον, ἤτοι μεταξὺ ΥΕΙΙΙΓ-ΠΓ ἐποχῆς211.
97 (πίν.38δ). Προχοΐσκη. Υψ. 0.096μ., διάμ. στομ, 0.05μ. Συγκεκολλημένη καὶ συμπεπληρωμένη. Πηλὸς ὠχρός. Κοιλία ἀμφικωνική. Ωλόκληρος ἡ ἐπιφάνεια μελαμβαφὴς πλὴν λωρίδος στενῆς ὀλίγον ἄνωθεν τοῦ μέσου τῆς κοιλίας. Χρονολογεῖται ὡς τὸ ἀνωτέρω, εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΓ-ΠΓ ἐποχήν212.
Μ44 (πίν.38β). Χαλκῆ περόνη. Μῆκ. 0.221μ. Χρονολογεῖται εἰς τὴν ΥΕΙΙΙΓ- ὑπομυκηναϊκὴν ἐποχήν213.
Μ45 (πίν.38γ). Χαλκοῦς δακτύλιος. Διάμ. 0.023μ.




Παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν πεταλοειδῶν τάφων.
Ἑτέρα μορφὴ πρωτογεωμετρικῶν τάφων ἀπαντῶσα εἰς Μεσσηνίαν εἶναι οἱ κτιστοὶ πεταλοειδεῖς. Πλὴν τῶν τάφων Νικητοποὺλου 1 καὶ Τσαγδῆ 1, 2 ἔχουν εὑρεθῆ ἕτεροι τρεῖς παλαιότερον ἐντὸς τοῦ κτήματος Χρ. Λαμπροπούλου εἰς θέσιν "Λακκοῦλες", ἐγγύτατα πρὸς τὸν πρωτογεωμετρικὸν θολωτόν214.
Όμοιοι πεταλοειδεῖς τάφοι ἔχουν εὑρεθῆ καὶ εἰς τὴν Κρήτην, εἰς Κοῦρτες, ὅπου συνυπάρχουν, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, οἱ δύο τρόποι ταφῆς, ο ἐνταφιασμὸς καὶ ἡ καῦσις215.
Η μορφὴ αὕτη τάφων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνάμνησις ἢ μᾶλλον ἐξέλιξις τῶν θολωτῶν. Ο τάφος Λαμπροπούλου ἀποτελεῖ τὸν συνδετικὸν κρίκον μεταξὺ θολωτῶν μυκηναϊκῶν καὶ πρωτογεωμετρικῶν πεταλοειδῶν. Οἱ τελευταῖοι ἐνθυμίζουν τὰς πεταλοειδεῖς οἰκίας, ἐξ ὧν πάλιν προῆλθεν ὁ θολωτὸς τάφος. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν μίαν ἀνακὺκλησιν, ἤτοι πεταλοειδὴς οἰκία- θολωτὸς τάφος- πεταλοειδὴς τάφος.
Η χρονικὴ ὄμως καὶ γεωγραφικὴ ἀπόστασις μεταξὺ πεταλοειδῶν οἰκιῶν καὶ πεταλοειδῶν τάφων εἶναι μεγάλη, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ συγγένειά των πρὸς τὸν θολωτὸν πρωτογεωμετρικὸν τάφον Λαμπροπούλου εἶναι λίαν φανερά. Ο σχεδὸν ἀνύπαρκτος δρόμος καὶ τὸ περιωρισμένον μέγεθος τῆς θόλου φαίνεται νὰ ἀποτελοῦν ἓν βῆμα πρὸ τῆς πλήρους καταργήσεως τοῦ δρόμου καὶ τῆς δυνατότητος νὰ καλυφθῇ τὸ κτίσμα μὲ ἁπλᾶς μόνον πλάκας, ὁπότε φθάνομεν εἰς τὸν πεταλοειδῆ τάφον. Τὴν ἐνδιάμεσον βαθμίδα μεταξὺ θολωτῶν τάφων καὶ πεταλοειδῶν τοῦ τύπου τῆς Καρποφόρας δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀποτελοῦν οἱ τάφοι τῶν Κουρτῶν καὶ πρὸ παντὸς ὁ ὑπ᾿ ἀριθ.1, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηρεῖται σαφῶς ὁ συνδυασμὸς ἐφορικοῦ συστήματος καὶ καλύψεως δί ἐπιπέδων πλακῶν κατὰ τὴν στέγασιν216.
Η παρουσία ἑνὸς μεμονωμένου μέχρι στιγμῆς παραδείγματος θολωτοῦ πρωτογεωμετρικοῦ τάφου, ἔστω καὶ ἐκφυλισμένου, εἰς Καρποφόραν Μεσσηνίας καὶ ἐλαχίστων εἰς ἑτέρας περιοχὰς ἴσως νὰ ὀφείλεται εἰς βαθμιαίαν ἐγκατάλειψιν τοῦ τύπου, καθ᾿ ὅσον οἱ θολωτοὶ τάφοι, όντες πολυέξοδοι εἰς τὴν κατασκευὴν, κτίζονται τὴν ἐποχὴν ταύτην μόνον ἀπὸ τοὺς ὀλίγους πλουσίους. Τὸ πρόβλημα πάντως παραμένει ἄλυτον, ἀπαιτοῦνται δὲ περισσότεραι ἀνασκαφαὶ διὰ νὰ καταλήξη τις εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Οἱ πεταλοειδεῖς τάφοι πρέπει νὰ χρονολογηθοῦν περὶ τὸ -1100/ -1000.



Άγγελος Χωρέμης*
Μυκηναϊκοί και Πρωτογεωμετρικοί τάφοι εις Καρποφόραν Μεσσηνίας
Αρχαιολογική Εφημερίς 1973


*Ο Άγγελος Χωρέμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Έκανε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Εθνικό Εκπαιδευτήριο Αναβρύτων. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, απ’ όπου πήρε δίπλωμα το 1962. Μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από το 1974-1976. Διορίστηκε, κατόπιν διαγωνισμού, στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου υπηρέτησε από το 1965 – 1992 στις Εφορείες Αρχαιοτήτων: Αρχαίας Ολυμπίας, Εύβοιας, Κέρκυρας, καθώς και στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου, ως Διευθυντής Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αρχείου Μνημείων. Είχε κάνει πολλές ανασκαφές στις περιοχές όπου υπηρέτησε και είχε δημοσιεύσει τα αποτελέσματα των ανασκαφών του στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου (1969-1981), καθώς και άλλες μελέτες σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά. Ήταν εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, μέλος του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Μυθολογικού Λεξικού LIMC. Πήρε μέρος σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια και έδωσε επιστημονικές διαλέξεις στο Institute of Archaeology του Λονδίνου και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Ρώμης, καθώς και στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, Lecce και Scuola Normale Πίζας στην Ιταλία. Απεβίωσε 10/ 03/ 2002.
Κυριότερες δημοσιεύσεις: -Θολωτός Μυκηναϊκός Τάφος εις Καρποφόραν Μεσσηνίας (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, τομ.1, 1968) -Μεσοελλαδικός Βωμός εις Νησακούλι Μεθώνης (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, τομ.2, 1969) -Μαρμάρινη Κεφαλή εκ του Λόφου του Φιλοπάππου (Αρχαιολογικόν Δελτίον, τομ. 24, 1969) -Θαλαμοειδής Μυκηναϊκός Τάφος εις Παναγίτσαν Χαλκίδος (Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τομ. ΙΗ, 1972) -Χαλκαί Υδρίαι εξ Ηλείας (Αρχαιολογική Εφημερίς, 1969) -Ερυθρόμορφος Λήκυθος εξ Ερετρίας (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, 1971) -Επιτύμβιον Ανάγλυφον εξ Ωρεών (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα, 1972) -Μυκηναϊκοί και Πρωτογεωμετρικοί Τάφοι εις Καρποφόραν Μεσσηνίας (Αρχαιολογική Εφημερίς, 1973) -Αρχαϊκόν Αέτωμα εκ Κερκύρας (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, 1974) -«Μικίων Καλός» («Στήλη», τιμητικός τόμος εις μνήμην Ν.Κοντολέοντος, Αθήνα 1980) -Αρχαϊκό Αέτωμα από το Φιγαρέτο Κερκύρας (Ανακοίνωση στο Δ’ Πανιόνιο Συνέδριο, 1978 –Κερκυραϊκά Χρονικά, τομ. 26, 1982) -Νέο Εικονογραφικό Σύνολο του Εμμ Τζάνε στην Κέρκυρα (Κερκυραϊκά Χρονικά, τομ. 25, 1981) -Μετάλλινος Οπλισμός από τον Τάφο στο Προδρόμι Θεσπρωτίας (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών ΧΙΙΙ 1, 1981) -Μία νέα άποψη για το αέτωμα της Γοργούς («Έπαινος», τιμητικός τόμος εις μνήμην Ιω.Κ.Παπαδημητρίου, Αθήνα, 1997) - Μολύβδινο Ενεπίγραφο Έλασμα από την Κέρκυρα (HOROS X-XII, 1992-1998)

171. Α. ΧΩΡΕΜΗΣ, ΑΑΑ Ι, 1968, σ.205-209. N.ΓΙΑΛΟΥΡΗΣ, ΑΔ16, 1960, σ.108.
172. Ο DESBOROUGH (The Greek Dark Ages, London 1972, σ.253-54) ἀναφέρει, ὅτι ὁ τάφος οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὰ Νηχώρια, τὰ ὁποῖα εἶναι θέσις εὑρισκομένη 1.5 χλμ. ΝΑ. τῆς θέσεως «Λακκοῦλες», ὅπου πράγματι εὑρίσκεται ὁ ὡς ἄνω τάφος.
173. Διαστάσεις τοῦ τάφου: μεγ. διάμ. 1.90μ., ἐλαχ.διάμ. 1.70μ., ὗψ. 1.22μ.
174. Ἀνάλογον στάσιν νεκροῦ βλ. ΙΩ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΕ 1953, σ.227, εἰκ.13.
175. Σπ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Περατή, ἀγγ. 991 καὶ 531.
176. V.R. D’ A. DESBOROUGH, Protogeometric Pottery, Oxford 1952, πίν.18, Α 1459 (ἐφεξῆς DESBOROUGH, PGP). The Greek Dark Ages, σ.253-254, πίν.59.
177. FUR., ἕ.ἀ. εἰκ.6, 136.
178. FUR., ἔ.οί. εἰκ.β, 114 καὶ εἰκ. 68, σχ. 61, 6.
179. SAEFLUND, Berbati, εἰκ. 39, 1. BLEGEN, Prosymna, εἰκ. 173, 290.
180. FUR., ἔ.ἀ. εἰκ.14, 284.
181. DESBOROUGH, The Greek Dark Ages, σ.253-254, πίν. 59,
182. FUR., ἕ.ἀ. εἰκ.14, 285/289. BLEGEN, PNI, shape60, εἰκ. 385, 677. DESBOROUGH, PGP, πίν. 10, 513 (sub-myc.).
183. FUR., ἕ.οί. εἰκ.14, 284. WAGE, Ch. T., σ.61, ἀρ,59, πίν.ΧΧΙ, 59, granary c1ass. Δίὰ σχήματα ἀνάλογα βλ. ΑΕ 1914, σ.107, εἰκ. 12, ὄστρακα ἐκ τῆς ἐπιχώσεως τοῦ τάφου τῆς Τραγάνας.
184. Ἐυπ.,ἕ.ἀ. εἰκ.14, 284.WACE, Ch.T.,1t£v.XXXI, 59.
185. FUR., ἔ.ἀ. εἰκ.14, 286, εἰκ.72, σχ.75. BLEGEN,PNI, shape 60, εἰκ.385, 677, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κωνικὴν βάσιν, ἀλλὰ δακτυλιοειδῆ.
186. ΣΠ. ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ, ΠΑΕ 1953, σ.239, εἰκ.11.
187. F. HALBHERR, AJA 5, 1901, σ.291, εἰκ.19.
188. Ο DESBOROUGH (The Greek Dark Ages, σ.253) ἀναφέρει: «According to the excavator they (the cremations) were later than any of the inhumations». Ἀλλ᾿ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, δηλ. αἱ καύσεις εἶναι παλαιότεραι τῶν συσσωρεύσεων καὶ τῆς ἐκτάδην ταφῆς, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν ἐπὶ τοῦ στρώματος τέφρας καὶ κεκαυμένων ὀστῶν. Πιθανῶς τὸ "συνθετικὸν οὕτως εἰπεῖν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν σύντομον παρουσίασιν τοῦ τάφου (ΑΑΑΙ,1968, σ.206), τὸ ἐμφανίζον τοὺς σκελετοὺς καὶ τἂ εὑρήματα, ὡς νὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ τοῦ πλακοστρώτου δαπέδου, νὰ προεκάλεσε τὴν παρεξήγησιν. Συνεπῶς ἡ παρατήρησις τοῦ DESBOROUGH ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑπ᾿ ἀριθ. 619 ἀγγεῖον (jug with crossed-hatched triang1es) ἔχει ἀκριβῶς ἀντίστροφον ἀξίαν.
189. ΣΠ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Περατὴ Β, σ.56-57.
190. Αὐτόθι σ.57.
191. ΑΔ21, 1966, B'Xpov., σ.99, πίν. 96 β.
192. BLEGEN, Prosymna, σ.143, 242, εἰκ. 350-351 ἀρ. 790.
193. ΑΔ3, 1917, σ.163
194. ΣΠ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Περατὴ Β, σ.31.
195. Αὐτόθι σ.47.
196. F. HALBHERR, AJA5, 1901, σ.289. Περὶ τῆς βαθμιαίας γενικεύσεως τοῦ ἐθίμου κατὰ τὴν πρωτογεωμετρικὴν ἐποχὴν βλ. DESBOROUGH, The Greek Dark Ages, σ, 266- 275.
197. ΣΠ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ἔ.ἀ. σ.78-80.
198. ΧΡ. ΤΣΑΟΥΝΤΑΣ, Αἱ προϊστορικαὶ ἀκροπόλεις Διμηνἱου καὶ Σέσκλου, σ.121.ΑΜ 21,1896, σ.247.
199.BLEGEN, AJA LXIII, 1959, σ.127.
200. Ο DESBOROUGH (PGP, σ.252) λέγει διὰ τὴν Κρήτην: «Protogeometric by no means penetrated to the who1e of the island», ἀλλαχοῦ ὄμως (ἔ.ἀ. σ.255) ὁμιλεῖ διὰ ἀγγεῖα «protogeometric in character».
201. DESBOROUGH, PGP, σ.200-201.
202. A. ΧΩΡΕΜΗΣ, ΑΔ24, 1969, B' Xpov., σ.145.
203. Κ. ΚΟΥΡΟΥΝΙΩΤΗΣ, ΑΕ 1914, σ.99 κἑ. καὶ L.LERAT, BCH LXI, 1937, σ.44 καὶ DESBOROUGH, PGP, σ.200 κὲ.
204. Fem, M P, εἰκ. 8, 58. BLEGEN, PNI, shape 49.ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Περατὴ Β, σ.263, εἰκ.114,590. C.G. STYRENIUS, Sub-Mycenaean Studies, Lund 1967, εἰκ.62, πίν.31. DESHAYES, Argos- Deiras, πίν.XCI,1.
205. Διὰ σχῆμα βλ. ἔ.ἀ., ἀντικ. DV17, σ.40,42, πίν.LII,6 (ὑπογεωμετρικόν). Τὸ ἀγγεῖον τοῦτο εἶναι νεώτερον τοῦ ἰδικοῦ μας, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σαφέστερος διαχωρισμὸς ὤμου καὶ λαιμοῦ. Πλησιέστερον πρὸς τὸ ἰδικόνμας εἶναι τὸ ἐξ Ἀττικῆς ἀγγεῖον ΠΓ ἐποχῆς μὲ τὴν αὐτὴν αἰσθητικὴν ἀντίληψιν (βλ. DESBOROUGH, PGP, πίν. '8, 2072), ἂν καὶ τὸ μεσσηνιακὸν εἶναι κατωτέρας ποιότητος.
206. DESBOROUGH, LMS, πίν.14b διὰ σχῆμα, καὶ πίν. 15a διὰ κόσμημα ὁμοκέντρων ἡμικυκλίων, ἂν καὶ ἔχῃ παχύτερον κεντρικὸν πυρῆνα (sub-myc.). Δίὰ τὴν διακόσμησιν ἐπίσης βλ. PGP, πίν.1,C 82a. Tiryns,Forschungen und Berichte V, πίν.22, 5.
207. DESBOROUGH, The Greek Dark Ages, σ. 203,πίν.47. FUEL, ΜΡ, εἱκ. 9, 60.
208. Μῆκ.1.40μ., πλ.1μ., ὕψ. 0.45μ.-0.60μ.
209. DESHAYES, Argos- Deiras, πίν. C,1 (DB2).
210. DESBOROUGH, LMS, πίν.24C, σ.53. Ν.SANDARS, BSA53-54, 1958-59, σ.236,εἰκ.34, πίν.60.
211.FUR., Μ Ρ, εἱκ.8,58 (sub-myc.). BLEGEN, Prosymna, εἰκ.16. KARO, Schachtgréber, πίν. CLXXI,590, 591. ΣΠ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Περατὴ Β, σ.263, εἰκ.114,590. BLEGEN, PNΙ, σ.385, shape 49. DESBOROUGH,PGP, πίν.560 (18), 549 (4) καὶ πίν. 4904 (29), transitional period submyc-PG. C.G. STYRENIUS, SubMycenaean Studies, Lund 1967, εἰκ.59 Ε καὶ εἰκ.63 (middlelate sub-myc., ἀμφότερα ἐξ Ἤλιδος).
212. FUR., ἔ.ἀ. εἱκ.6, 114. DESHAYES, Argos-Deiras,DV 48, σ.51, 52, 53, πίν.LVIII,7. BLEGEN, Prosymna, εἰκ.516, 19 καὶ 11 ἀλλὰ ἄνευ βάσεως. Α. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΔ23, 1968, A' Μελέται, 196 ἀγγ. 79, διακόσμησις μὲ ζὶγκ-ζάγκ. DESBOROUGH, PGP, πίν.20, 6.10
213. DESBOROUGH, Argos-Deiras, πίν.C,1 (DB3).Αν καὶ ἡ περόνη αὕτη εὑρέθη μεταξὺ ἀγγείων ΥΕ ΠΙΒ, ὁ D. δὲν τολμᾷ νὰ τὴν χρονολογήσῃ εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην, διότι μέχρι μιᾶς ἐποχῆς λίαν προχωρημένης αἱ ὀστέϊναί καὶ ἐλεφάντιναι περόναι εἶναι σχεδὸν αἱ μόναι χρησιμοποιούμεναι (σ. 204). Τὴν χρονολογεῖ λοιπὸν διὰ λόγους τυπολογικοὺς εἰς τὸ τέλος τῆς ΥΕΙΙΙΓ ἐποχῆς. DESBOROUGH, PGP, πίν. 240 (sub-myc.). P. JACOBSTAHL, Greek Pins, Oxford 1956, εἰκ. 35.
214. BCH, Chronique des Foui11es 1959, σ.700. ΑΔ16, 1960, σ. 108.
215. F. HALBHERR, AJA 5, 1901, σ. 289.
216. F. HALBHERR, AJA 5, 1901, σ. 291, εἰκ. 19.




Printfriendly