.widget.ContactForm { display: none; }

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Η Αρχαϊκή οικία στο Κοπανάκι Μεσσηνίας


Στὴν ἐπαρχία Τριφυλίας στὴ Βόρεια Μεσσηνία δεσπόζουν ἀπὸ B. τὸ βουνὸ Τετράζι καὶ ἀπὸ Ν. τὰ όρη τῆς Κυπαρισσίας καὶ ἀνάμεσά τους ἐκτείνεται μιὰ στενόμακρη κοιλάδα, ποὺ ἀρχίζει ἀνατολικὰ ἀπὸ τὰ Βρωμοβρυσαίικα βουνὰ κοντὰ στὸν Ταΰγετο καὶ φτάνει μέχρι τὴ δυτικὴ παραλία τῆς Μεσσηνίας στὸ Ἰόνιο πέλαγος.
Η κοιλάδα αὐτή, ποὺ συνίσταται σὲ μικρὲς πεδινὲς ἐκτάσεις καὶ χαμηλὰ καλλιεργήσιμα ὑψίπεδα, εἶναι ἡ εὔφορη γῆ τῆς B. Μεσσηνίας, μέρος τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ η περίφημη πεδιάδα τῆς Στενυκλάρου, μιὰ ἀπὸ τὶς αἰτίες τῶν μακροχρόνιων Μεσσηνιακῶν πολέμων. Η ἔκταση αὐτὴ διασχίζεται κατὰ μῆκος ἀπὸ τὴ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἀμαξιτὴ ἐθνικὴ ὁδὸ Πύργου- Καλαμάτας. Στὸ 14ο χιλιόμετρο ἀπὸ τὸ Καλὸ Νερό, ὅπου ἡ διασταύρωση τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ μὲ τὸ δρόμο πρὸς τὴν Κυπαρισσία, βρίσκεται τὸ σύγχρονο χωριὸ Κοπανάκ1. Περίπου 1 χλμ. ΒΑ. τοῦ χωριοῦ διακρίνεται ὁ χαρακτηριστικὸς λόφος "Στυλάρι" (πίν.74α) μὲ τμήματα ἀρχαίας ὀχύρωσης καὶ ἕναν τετράγωνο πύργο στὴν κορυφή του2 (πίν.74β ), ἐνῶ σὲ ἀπόσταση 6 χλμ. ΝΑ. βρίσκεται ὁ λόφος τῆς Μάλθης μὲ τὴν προϊστορικὴ ἀκρόπολη3 (εἰκ.1). Σὲ ὅλη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ χωριὸ καλλιεργοῦνται κυρίως ἀμπέλια καὶ ἀφθονοῦν οἱ ἐλαιῶνες, ποὺ φτάνουν μέχρι τὶς πλαγιὲς τῶν γύρω βουνῶν.


Ἀπὸ τὶς ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες εἶναι γνωστὴ η ὕπαρξη προϊστορικῶν ἐγκαταστάσεων γύρω ἀπὸ τὸ χωριό4. Τὴ μυκηναϊκὴ ἐποχὴ ἀντιπροσωπεύουν θολωτοὶ τάφοι ποὺ ἐντοπίστηκαν σὲ διάφορα σημεῖα καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνασκάφηκαν δύο στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ αἰώνα5, ἐνῶ λιγοστὲς μόνο ἐνδείξεις ὑπάρχουν γιὰ ἐγκατάσταση στὴ ρωμαϊκὴ καὶ βυζαντινὴ περίοδο6. Μέσα στὸ χωριὸ 55μ. νότια τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἐντοπίστηκε τὸ ἀρχαῖο σπίτι στὴν ὁδὸ Ἰ. Παπαδοποὺλου7.
Ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ὅπως φαίνεται εἶχε στὴν κάτοψη σχῆμα ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου, ἀποκαλύφθηκαν ὁλοκληρωτικὰ ἕξι δωμάτια καὶ τμήματα ἄλλων πέντε, ἐνῶ ἀπὸ τὰ προσκτίσματά του ἀποκαλύφθηκε ἕνα δωμάτια (εἱκ.2, παρ. πίν.Β) στὴ ΒΔ. πλευρά του. Ὄλοι οἱ χῶροι ἔχουν ἀριθμηθεῖ μὲ λατινικὰ στοιχεῖα.



Χῶρος I:

Τμῆμα του μόνο ἀποκαλύφθηκε τὸ ὑπόλοιπα βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴ διπλανὴ σύγχρονη οἰκοδομή. Τὸ μέγιστο μῆκος εἶναι 5.80μ. καὶ τὸ πλάτος του 7.20μ. Ἀπὸ τὴν ἀνασκαφὴ στὸ χῶρο αὐτὸ δὲν περισυλλέχτηκαν καθόλου εὐρἠματα, οὔτε καὶ ἐπισημάνθηκε στρῶμα καταστροφῆς, ὅπως στοὺς ἄλλους χώρους, παρὰ μόνο λίγα κομμάτια κεραμιδιῶν κοντὰ στοὺς τοίχους, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν στεγασμένος.
Χῶρος II:
Ἔχει σχῆμα Γ (γάμα) μὲ τὸν ἄξονα τοῦ μακροῦ σκέλους ἐγκάρσιο στὸν κατὰ μῆκος ἄξονα τοῦ κτηρίου. Τὸ μῆκος του εἶναι 7.60μ. καὶ τὸ πλάτος του 2.95μ. γιὰ τὸ μεγάλο σκέλος καὶ 4.90 καὶ 3.40μ. γιὰ τὸ μικρό. Στὴ ΒΔ. πλευρά του ἀνοίγεται θύρα πλάτους 0.95μ., ἐνῶ μιὰ ἄλλη πλάτους 1.70μ. στὴ ΝΔ. Τὰ πολλὰ κομμάτια κεραμιδιῶν, ποὺ βρέθηκαν στὸ στρῶμα καταστροφῆς, φανερώνουν ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς ἦταν στεγασμένος. Τὸ δάπεδο ἦταν ἀπὸ σκληρὸ πατημένο χῶμα.
Χῶρος III:
Καταλαμβάνει τὴ ΒΔ. γωνία τοῦ κτηρίου καὶ ἔχει στὴν κάτοψη σχῆμα ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου μὲ τὸν κατὰ μῆκος ἄξονα ΒΔ.- ΝΑ. καὶ διαστάσεις ἐσωτερικὰ 9.70X 3.50μ. Ο ΒΔ. τοῖχος εἶναι σχεδὸν ἐξολοκλἠρου κατεστραμμένος ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα τμῆμα στὸ μέσο τῆς ἀποστάσεως τῶν δύο γωνιῶν του (πίν.75α). Τὸ πάχος τῶν τοίχων εἶναι σχεδὸν παντοῦ ἴδιο, 0.50- 0.45μ. Τὸ στρῶμα καταστροφῆς ἀποτελοῦσαν πολλὰ κομμάτια λακωνικῶν κεραμίδων (πίν.75β ), κοκκινωπὸ καμένο χῶμα καὶ μεγάλα κομμάτια ἀπὸ καμένα ξύλα, ἐνῶ δὲν διαπιστώθηκαν καθόλου ὄστρακα ἀγγείων ἢ ἄλλα εὺρἠματα. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ πατημένο χῶμα ἀποτελοῦσε τὸ δάπεδο. Μιὰ σχεδὸν κυλινδρικὴ ἀδούλευτη πέτρα, ἴσως κάποιο εἶδος βάσης, βρέθηκε στὴ θέση της στὴ ΒΑ. γωνία τοῦ δωματίου.



Χῶρος IV:
Εἶναι τὸ μεγαλύτερο δωμάτιο, βρίσκεται στὸ μέσο τῆς ΒΔ. πλευρᾶς τοῦ κτηρίου καὶ στὴν κάτοψη ἔχει σχῆμα, ποὺ πλησιάζει τὸ τετράγωνο, διαστάσεων ἐσωτερικὰ 9.70X 8.70μ. Ο πίσω ΒΔ. τοῖχος λείπει ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα τμῆμα στὴ ΒΔ. γωνία, πλάτους 0.80μ. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Ν. τοῖχο, τοῦ ὁποίου σώζεται μόνον ἡ ἀρχὴ στὴ ΝΑ. γωνία τοῦ δωματίου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ΒΔ. τοῖχο οἱ ὑπόλοιποι ἔχουν πλάτος 0.45- 0.50μ. Μὲ ἔνα ἄνοιγμα πλάτους 1μ. στὸ ΝΑ. τοῖχο καὶ λίγο ἔκκεντρα ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ δωμάτιο VI. Κοντὰ στὴ θέση τῶν παραστάδων στὸ ὕψος τοῦ δαπέδου βρίσκονται δύο ἀκατέργαστες ἀσβεστολιθικέ πλάκες, ποὺ πιθανὸν ἀποτελοῦν ἔνας ὑποτυπῶδες κατώφλι (πίν.76α). Ἕνας σχετικὰ πρόχειρης κατασκευῆς τοῖχος, μήκους 2.20μ. καὶ πλάτους 0.40μ., βρίσκεται στὴ ΒΔ. γωνία κατὰ μῆκος τοῦ πίσω τοίχου τοῦ δωματίου καὶ σὲ ἀπόσταση 0.30μ. ἀπὸ αὐτόν, ἐνῶ ἔνας ἄλλος, πλάτους 0.80μ. καὶ μήκους 3.60μ., κατὰ μῆκος τῆς Ν. πλευρᾶς τοῦ δωματίου.
Στὸ μέσο περίπου τοῦ χώρου καὶ κατὰ μῆκος τοῦ ἐγκάρσιον ἄξονα ἀποκαλύφτηκαν τρεῖς κατασκευές, μορφῆς παρόμοιας μὲ αὐτὴν τῶν τοίχων, διαστάσεων 0.50X 0.50μ. καὶ σὲ κανονικὲς ἀποστάσεις περίπου 1.70μ. μεταξύ τους. Η μικρὴ ἐπίχωση καὶ τὸ στρῶμα καταστροφῆς, ποὺ ἀποκαλύφτηκε σὲ βάθος μόλις 5- 10 ἐκ. ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους, ἦταν στὴ μεγαλύτερη ἔκταση ἀρκετὰ ταραγμένο8. Καὶ στὸ χῶρο αὐτὸ τὰ ἴχνη τῆς φωτιᾶς ἦταν ἀρκετὰ ἐμφανὴ μὲ τὴν παρουσία καμένου πηλοῦ καὶ ξύλων.
Σὲ πολλὰ σημεῖα τοῦ στρώματος καταστροφῆς βρέθηκαν κομμάτια ἀπὸ τὴ δόρασι τῆς στέγης καθὼς καὶ λιωμένες πλίνθοι, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες σωζόταν ἀποσπασματικὰ καὶ ἔγινε κατορθωτὸ νὰ ἀφαιρεθεῖ καὶ νὰ διατηρηθεῖ.
Πολλὰ κομμάτια ἀπὸ μικρὰ καὶ μεγάλα ἀγγεῖα καθημερινῆς χρήσης καθὼς καὶ πλῆθος ἀπὸ κομμάτια πίθων περισυλλέχτηκαν ἀπὸ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ δωματίου, ἐνῶ δύο πιθάρια ἐντοπίστηκαν στὴ θέση τους κοντὰ στὸ ΝΑ. τοῖχο ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου (πίν.76β).



Χῶρος V:
Τοῦ χώρου αὐτοῦ ἀποκαλύφτηκε μόνο ὁ κοινὸς μὲ τὸ χῶρο VI NA. τοῖχος καὶ τὸ στρῶμα καταστροφῆς, ἀρκετὰ ταραγμένο, μὲ λακωνικοῦ τύπου κεραμίδια, κομμάτια πίθων καὶ ὄστρακα ἀγγείων. Μὲ βάση τὴν κατεύθυνση καὶ τὴ θέση τῶν τοίχων τῶν διπλανῶν δωματίων οἱ διαστάσεις του ὑπολογίζονται σὲ 9.70X 3.50μ. ἐσωτερικά, ὅσο δηλαδὴ καὶ τοῦ δωματίου ΙΙ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ μία συμμετρικὴ σὲ σχέση μὲ αὐτὸ θέση. Κάτω ἀπὸ τὸ στρῶμα καταστροφῆς βρέθηκαν στὴ θέση τους οἱ πυθμένες τριῶν πίθων.
Χῶρος VI:
Στὴν κάτοψη ἔχει σχῆμα ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου, μὲ τὸν κατὰ μῆκος ἄξονα στὴν ἴδια κατεύθυνση μὲ τὸν ἄξονα τοῦ δωματίου ΙΙ. Οἱ διαστάσεις ἐσωτερικὰ εἶναι 8X 4.50μ. Τρία θυραῖα ἀνοίγματα σὲ δυὸ τοίχους του τὸν κάνουν προσιτὸ ἀπὸ τὰ δωμάτια ΙΙ, IV καὶ V. Στὸ κέντρο σχεδὸν τοῦ δωματίου (πίν.77α) ἀποκαλύφτηκε πρόχειρη κατασκευὴ, στὴν κάτοψη ὀρθογωνίου σχήματος, κατεστραμμένη ὡστόσο η μισὴ ἀπὸ τὸ τσιμεντένιο κράσπεδα τοῦ δρόμου, ποὺ κατασκευάστηκε πάνω στὸ ἀρχαῖο σπίτι (πίν.77β). Οἱ πλευρὲς τῆς κατασκευῆς αὐτῆς ἀποτελοῦνται ἀπὸ μικρὲς ἀκατέργαστες πέτρες τοποθετημένες στὸ χωμάτινο δάπεδο ἡ μία δίπλα στὴν ἄλλη χωρὶς ἰδιαίτερη φροντίδα ἢ κάποια συνδετικὴ ύλη. Μιὰ ὑποτυπώδης στρώση ἀπὸ ἀκατέργαστες μικρὲς πλάκες κάλυπτε τὸν πυθμένα τῆς κατασκευῆς αὐτῆς σὲ βάθος 0.20μ. ἀπὸ τὸ πάνω μέρος τῶν λίθων τῶν πλευρῶν.



Τὰ λίγα σχετικὰ ἴχνη ἀπὸ φωτιά, ποὺ παρατηρήθηκαν σὲ ἄμεση γειτνίαση μὲ τὴν κατασκευὴ, δὲν δικαιολογοῦν ἀπόλυτα τὴν ταύτισή της μὲ ἑστία, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἔνα στοιχεῖο γιὰ μιὰ τέτοια ὑπόθεση.
Ἀπὸ τὸ στρῶμα καταστροφῆς ἀλλὰ καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὸ περισυλλέχτηκαν ὄστρακα καὶ ἀγγεῖα διαφόρων σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ἐνῶ πολλὰ ἴχνη ἀπὸ φωτιὰ ὑπῆρχαν σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ δωματίου (πίν.78α).
Χῶρος VII:
Ἔχει σχῆμα τραπεζοειδὲς στὴν κάτοψη καὶ ἐσωτερικὲς διαστάσεις 4.50- 5Χ 4.30- 4.40μ. Σώζονται ὅλοι οἱ τοῖχοι του ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα τμῆμα τοῦ ΝΔ., ποὺ ἔχει πλάτος 0.50μ. ἐνῶ οἱ ἄλλοι εἶναι κατὰ 10 ἐκ. στενότεροι. Κατὰ μῆκος τοῦ ΝΔ. τοίχου καὶ σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὸν ὑπάρχει λίθινη κατασκευὴ πλάτους 1μ. ἀπὸ ἀκατέργαστες μικρὲς πλακαρές πέτρες σὰν πόδιο. Ὁλόκληρο τὸ δάπεδο τοῦ δωματίου καλυπτόταν ἀπὸ μεγάλες ἀκανόνιστου σχήματος ἀκατέργαστες ἀσβεστολιθικές πλάκες πάχους 0.05- 0.10μ., οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀποκαλύφτηκαν στὴ θέση τους. Μὲ ἔνα ἄνοιγμα στὴ ΒΑ. γωνία ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὴν αὐλὴ (πίν.78β).



Χῶρος VIII:
Ένα μικρὸ μόνο τμῆμα τοῦ χώρου αὐτοῦ ἀποκαλύφτηκε γιατὶ τὸ ὑπόλοιπο καλύπτεται ἀπὸ τὴ διπλανὴ ἀποθήκη καὶ τὸ κράσπεδα τοῦ δρόμου. Ὑπάρχουν ὡστόσο ὅλα τὰ στοιχεῖα, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα παρουσιάζει σχῆμα τραπεζοειδές, ἀφοῦ ἔχει μὲ τὸ δωμάτιο VII κοινὸ τὸν λοξὸ τοῖχο, καὶ ἐσωτερικὲς διαστάσεις 5- 6.36X 4.30- 4.40μ. Στὸ τμῆμα, ποὺ ἔγινε κατορθωτὸ νὰ ἀνασκαφεῖ, ἀποκαλύφτηκαν, ὅπως καὶ στὸ προηγούμενα δωμάτιο, πλάκες ἀκανόνιστου σχήματος ἀσβεστολιθικές καὶ λεπτὲς πάχους 0.04- 0.06μ., ποὺ κάλυπταν τὸ δάπεδο τοῦ δωματίου. Η ἐπίχωση στὸ χῶρο αὐτὸν ἦταν ἐξαιρετικὰ ταραγμένη γιατὶ καλλιεργεῖται σὰν λαχανόκηπος ἀπὸ τὸν ἰδιοκτἠτη του. Βρέθηκαν ὡστόσο μερικὰ κομμάτια κεραμιδιῶν στέγης λακωνικοῦ τύπου.
Χῶρος ΙΧ:
Ο χῶρος αὐτός, ποὺ καταλαμβάνει τὴ ΝΑ. γωνία τοῦ κτηρίου, φαίνεται πὼς ἦταν ἀνοιχτὸς ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά του ἀφοῦ δὲν σώζεται κανένα ἴχνος τοίχου. Ἔχει διαστάσεις 2.90X 4.30μ. Παράλληλα καὶ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Ν. τοῖχο βρίσκεται κατασκευὴ παρόμοια μὲ αὐτὲς τῶν χώρων IV καὶ VII μήκους 2μ. καὶ πλάτους 0.80μ.
Χῶρος Χ:
Εἶναι τὸ μοναδικὸ δωμάτιο τῆς Β. πτέρυγας, ποὺ ἀποκαλύφτηκε κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του (πίν.79α). Ἀπὸ τὸ μικρὸ τμῆμα τοῦ ΝΑ. τοίχου, ποὺ σώζεται, συμπεραίνεται ὅτι εἶχε ὀρθογώνιο σχῆμα διαστάσεων ἐσωτερικὰ 4.80X 4.85μ. Η θὺρα τοῦ δωματίου αὐτοῦ βρισκόταν στὴ ΝΔ. γωνία του καὶ εἶχε πλάτος 0.90μ. Στὸ στρῶμα καταστροφῆς βρέθηκαν πολλὰ κομμάτια ἀπὸ κεραμίδια στέγης.
Χῶρος XI:
Ἔχει σχῆμα τραπεζοειδές. Ο Β. καὶ ὁ Δ. τοῖχος εἶναι ἀρκετὰ κατεστραμμένοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθεῖ μὲ βεβαιότητα ἂν ὁ χῶρος αὐτὸς ἦταν στεγασμένος ἢ ὄχι γιατὶ ἡ παντελὴς ἀπουσία ἐπίχωσις δὲν ἄφησε περιθώρια νὰ διαπιστωθεῖ στρῶμα καταστροφῆς. Η εἴσοδος τοῦ χώρου αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ βρισκόταν στὴ ΒΔ. πλευρά του (πίν.79β).




Η ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ κτηρίου

Α. Προσανατολισμὸς
Ἀναμφισβήτητα σημαντικὸ στοιχεῖα καὶ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὸ χτίσιμο ἑνὸς ἀρχαίου σπιτιοῦ ἦταν η ἐπιλογὴ τῆς σωστῆς θέσης ὡς πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Τὴ σημασία τοῦ προσανατολισμοῦ καθὼς καὶ τοὺς λόγους, ποὺ ἐπέβαλλαν μιὰ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸ θέμα αὐτό, διαπραγματεύονται πολλοὶ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ἕναν ἢ ἄλλο τρόπο ἀναφέρονται σὲ κατοικίες, ὑποστηρίζοντας ὅτι οἱ προσόψεις τῶν σπιτιῶν πρέπει νὰ βλέπουν στὸ Νότο ἔχοντας στὸ Βορρᾶ τὰ νῶτα γιὰ νὰ προστατεύονται ἔτσι ἀπὸ τοὺς βόρειους ψυχροὺς ἀνέμους8.
Στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ κατὰ μῆκος ἄξονας τοῦ σπιτιοῦ ἔχει κατεύθυνση ΒΔ.- NA. Η εἴσοδος πολὺ πιθανὸν βρισκόταν στὴ ΝΑ. στενὴ πλευρά. Οἱ δύο πλεύρές, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ προσβάλλονται ἀπὸ ψυχροὺς καὶ δυνατοὺς ἀνέμους εἶναι ή ΒΔ. καὶ ἡ ΒΑ. Ο τοῖχος τῆς ΒΑ. πλευρᾶς εἶναι «τυφλὸς» καὶ εἶναι σχεδὸν σίγουρο ὅτι τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ τὸν τοῖχο τῆς ΒΔ. πλευρᾶς, ποὺ ἔχει σχεδὸν ἐξολοκλἠρου καταστραφεῖ. Η ἀπόκλιση ὡστόσο αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἀπόλυτο προσανατολισμὸ Β.- N. δὲν ἀποτελεῖ οὔτε παράβαση τοῦ κανόνα, οῦτε ἀνορθόδοξο προσανατολισμὸ καὶ πολὺ περισσότερο ἐπιπολαιότητα καὶ παράλειψη τοῦ ἀρχιτέκτονα9. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ φυσικὴ διαμόρφωση τοῦ ἐδάφους (κοιλάδες, βουνά, πεδιάδες) παίζει σημαντικὸ ρόλο καὶ στὶς κλιματολογικὲς συνθῆκες κάθε περιοχῆς.
Στὴ θέση τοῦ σπιτιοῦ στὸ Κοπανάκι μὲ τὸ βουνὸ Τετράζι ἀπὸ Β. καὶ ἀπὸ Ν. τὰ βουνὰ τῆς Κυπαρισσίας, οἱ ἄνεμοι οἱ ὁποῖοι τὸ προσβάλλουν καὶ σήμερα εἶναι οἱ Βορειοδυτικοί. Πολὺ σοφὰ λοιπὸν ὁ ἀρχιτέκτονας διάλεξε αὐτὸν τὸν προσανατολισμό, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν προστασία τοῦ σπιτιοῦ ἀπὸ τὶς ἀνάλογες κακὲς καιρικὲς συνθῆκες.
Λιγοστὰ ἀλλὰ ὡστόσο σημαντικὰ εἶναι τὰ παραδείγματα σπιτιῶν σὲ ἄλλες περιοχὲς ποὺ παρουσιάζουν γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους μιὰ παρόμοια ἀπόκλιση, ὅπως στὴ Σευθούπολη τῆς Θράκης, τὴν Ἀθήνα καὶ ἀλλοῦ10.

Β. Ἀρχιτεκτονικὲς μορφὲς -τοιχοδομία
Ο τρόπος καὶ τὰ ὑλικὰ δομῆς, ὅπως καὶ στὰ περισσότερα ἰδιωτικὰ κτἠρια, εἶναι πολὺ ἁπλὰ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ σπιτιοῦ στὸ Κοπανάκι11. Η θεμελίωση τῶν τοίχων ἀποτελεῖται ἀπὸ σχετικὰ μεγάλων διαστάσεων ἀκατέργαστες πέτρες12 ἀπὸ ἀσβεστολιθικὰ πετρώματα ἄφθονα στὴν περιοχή, μὲ νευρώσεις καὶ πολλὰ ἅλατα.
Οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς πέτρες ποὺ χρησιμοποιἠθηκαν, μήκους 30- 50 ἑκ., ἔχουν ἐλαφρὰ πλακαρὴ μορφὴ καὶ στὰ σημεῖα, ὅπου ἡ ἀρμογή τους δὲν ἦταν ἱκανοποιητικἠ, ὁ τεχνίτης χρησιμοποίησε μικρότερες πέτρες γιὰ γέμισμα13. Τὴν ἴδια σχεδὸν μορφὴ παρουσιάζει τὸ τμῆμα τῆς θεμελίωσης κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ κτηρίου, μὲ τὴ μόνη διαφορὰ ὅτι σὲ δυὸ τομές, ποὺ ἔγιναν, ἡ μία κάθετα στὸ ΝΔ. τοῖχο τῆς αὐλῆς καὶ ἡ ἄλλη στὸ ΝΑ. τοῖχο τοῦ δωματίου IV, διαπιστώθηκε ὅτι χρησιμοποιήθηκαν λίγο μεγαλύτερες ἀπὸ τὶς συνηθισμένες πέτρες καὶ κατὰ κανόνα χωρὶς γεμίσματα. Μὲ τὴν εὐκαιρία στὸ σημεῖο αὐτὸ σημειώνεται ὅτι τὸ βάθος τῆς θεμελίωσης κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο εἶναι 40- 50 ὲκ., ἐνῶ τὸ ὕψος της πάνω ἀπὸ αὐτὸ εἶναι 25- 30 ἐκ. Γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη στατικότητα καὶ καλύτερη σύνδεση τῶν τοίχων μεταξύ τους στὶς γωνίες καὶ στὰ πέρατά τους χρησιμοποιήθηκαν πέτρες ἀκατέργαστες, πολὺ μεγαλύτερες ἀπὸ τὶς ἄλλες, μήκους 60- 80 ἐκ. καὶ πλάτους 30- 50 ἑκ., εἰδικὰ ὲπιλεγμένες γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ καὶ μάλιστα μὲ κάποια μορφὴ τετραέδρου σχήματος.
Ἔτσι οἱ παραστάδες τῶν ἀνοιγμάτων δὲν εἶχαν ἀνάγκη ἰδιαίτερης διαμόρφωσης. Η ἔλλειψη ἄλλων στοιχείων ὁδηγεῖ στὴν πιθανὴ ὑπόθεση ὅτι τὰ περιθυρώματα εἶχαν κατασκευαστεῖ ἀπὸ ξύλο.
Στὰ ἀνοίγματα τῶν θυρῶν τῶν δωματίων IV, V καὶ VII καὶ στὸ ὕψος τῶν δαπέδων τους βρέθηκαν ἀκατέργαστες ἀσβεστολιθικές πλάκες ὡς ὑποτυπώδη κατώφλια. Στὶς ἄλλες περιπτώσεις φαίνεται νὰ ἦταν ἀνύπαρκτα. Τὸ δάπεδο σὲ ὅλα τὰ δωμάτια ἦταν ἀπὸ σκληρὸ πατημένο χῶμα14 ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δωμάτια VII καὶ VIII, ὅπου καλυπτόταν ἀπὸ πολὺ μεγάλες ἀκατέργαστες ἀσβεστολιθικές πλάκες, ἀλλὰ μὲ μιὰ ὑποτυπώδη μορφή, ἀφοῦ οἱ μεταξύ τους ἁρμοὶ παρουσιάζουν ἀκανόνιστα, τὶς περισσότερες φορὲς ἀντιαισθητικά, κενά, ποὺ προφανῶς καλύπτονταν μὲ λάσπη.
Οἱ τοῖχοι τοῦ κτηρίου ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν 30 ἐκ. καὶ πάνω μέχρι τὴ στέγη ἦταν κατάσκευασμένοι ἀπὸ πλίνθους15, τῶν ὁποίων ὁ ἄψητος πηλὸς ἔλιωσε μὲ τὶς βροχὲς μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ σπιτιοῦ. Ἥ πυρκαγιὰ ὡστόσο ποὺ τὸ κατέστρεψε συντέλεσε ὤστε ὁρισμένες πλίνθοι ἢ καὶ τμήματά τους νὰ ψηθοῦν λίγο καὶ νὰ μποροῦν νὰ ξεχωρίζουν σαφῶς ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο χῶμα. Μία μάλιστα ἀπὸ τὶς πλίνθους αὐτὲς σώθηκε σχεδὸν ὁλόκληρη. Ἐπειδὴ ὄμως δὲν σώζει ὅλες τὶς διαστάσεις της δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταυτιστεῖ μὲ κάποιο εἶδος πλίνθου, ὅπως περιγράφονται στὶς ἐπιγραφὲς καὶ τὰ κείμενα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων16. Τὸ ὑλικό τους, ὅπως ἄλλωστε καὶ στὶς περισσότερες περιπτώσεις, ἦταν ἀκάθαρτος πηλός, ποὺ περιεῖχε πετραδάκια ἀνακατωμένα μὲ ἄχυρα γιὰ τὴν ἐπίτευξη καλύτερης συνοχῆς. Ἀπὸ τὸ στρῶμα καταστροφῆς τοῦ σπιτιοῦ συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι γιὰ τὴ στέγασή του χρησιμοποιήθηκαν μεγάλων διαστάσεων κεραμίδια λακωνικοῦ τύπου. Συγκριτικὰ τὰ περισσότερα κομμάτια κεραμιδιῶν, ποὺ ἀποκαλύφτηκαν, ἀνήκαν σὲ στρωτήρες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ σημερινοῦ χωριοῦ προτίμησαν τὴν περισυλλογὴ τῶν καλυπτήρων, πιθανὸν πιὸ χρήσιμων ἐξαιτίας τῆς ἐντονότερης κύρτωσης ποὺ παρουσίαζαν.
Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πηλὸς τῶν μισῶν σχεδὸν κεραμιδιῶν ἦταν κίτρινος, ὅπως τῶν κορινθιακῶν, καὶ τῶν ὑπόλοιπων κόκκινος. Η διαφορὰ ὄμως αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδείξει ὅτι στὴ στέγη τοῦ κτηρίου ἔγινε κάποια ἐπισκευὴ, ἂν καὶ συνηγορεῖ σ᾿ αὐτό. Η χρονικὴ ἄλλωστε διάρκεια τῶν ἑκατὸ χρόνων μᾶλλον ἐπέβαλλε μιὰ τέτοια ἐπισκευὴ ἢ ἀλλαγὴ ὁρισμένων κεραμιδιῶν, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸ πότε μπορεῖ αὐτὴ νὰ συντελέστηκε.
Ξύλινα θὰ πρέπει νὰ ἦταν τὰ φέροντα στοιχεῖα τῆς στέγης17. Ο μεγάλος ἀριθμὸς τμημάτων καμένων ξύλων, ποὺ βρέθηκε στὸ στρῶμα καταστροφῆς τοῦ σπιτιοῦ, ἴσως προέρχεται ἀπὸ τέτοια στοιχεῖα. Χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος τοποθέτησης τῶν τμημάτων αὐτῶν, εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ τελευταῖο πράγμα, ποὺ τοποθετήθηκε πάνω ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καλάμια, ὅπως δείχνουν τὰ ἀποτυπώματά τους πάνω σὲ κομμάτια καμένου πηλοῦ, ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ σὲ μορφὴ λάσπης ἀνάμεσα στὸ στρῶμα τῶν καλαμιῶν καὶ στὰ κεραμίδια (δόρωση ).

Γ. Κάτοψη- ἑρμηνεία τῶν χώρων- ἀναπαράσταση
Τὸ σχῆμα τοῦ σπιτιοῦ, ὅπως καὶ παραπάνω ἀναφέρθηκε, εἶναι ἐπίμηκες ὀρθογώνιο, μορφὴ τὴν ὁποία παρουσιάζουν πολλὰ σπίτια κυρίως στὸν 4ο αἰῶνα στὶς πόλεις τῆς Μ. Ἀσίας καὶ στὶς ἀποικίες τους18, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ σπίτια τῆς Ἑλλάδας, ποὺ εἶναι πλατύτερα παρὰ βαθύτερα καὶ ἔχουν τὴν εἴσοδό τους στὴ μιὰ μακριὰ πλευρά19. Στὴν πρώτη μορφὴ τὰ σπίτια θυμίζουν στὴν κάτοψη τους προϊστορικὰ καὶ γεωμετρικὰ μέγαρα. Αὐτὲς ὄμως οἱ τυπικές, θά΄λεγε κανείς, μορφὲς παρουσιάζονται στὸ μικρασιατικὸ καὶ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο ἀπὸ τὸν -5o καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν -4ο αἱ. καὶ μετά. Τὰ πρωιμότερα σπίτια, σύμφωνα μὲ τὰ μέχρι τώρα γνωστὰ παραδείγματα, ἦταν κατὰ κανόνα μικρὰ καὶ εἶχαν σχεδὸν πάντα ἕνα ἀκανόνιστο σχῆμα, ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς ὑπαγορευόταν ἀπὸ τὴ ρυμοτομία τῆς πόλης20 καὶ τὴ φυσικὴ διαμόρφωση τοῦ ἐδάφους. Τὰ σπίτια τῆς ὑπαίθρου ἦταν πολὺ εὐρύχωρα καὶ πολυτελέστερα21. Οἱ πληροφορίες ὡστόσο τῶν ἀρχαίων συγγραφέων ἀναφέρονται κυρίως στὶς κατοικίες τῶν Ἀθηναίων. Σύμφωνα μὲ αὐτὲς οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν τὰ καλύτερα καὶ πολυτελέστερα σπίτια ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνες. Τὸ παράδειγμα ὄμως τοῦ σπιτιοῦ στὸ Κοπανάκι δὲν ἀντικατοπτρίζει πιὰ ἀπόλυτα τὴν ἄποψη αὐτή22. Οἱ φιλολογικὲς μαρτυρίες γιὰ τὶς κατοικίες στὴν περιοχὴ τῆς Πελοποννήσου καὶ μάλιστα τῆς Μεσσηνίας εἶναι ἀνύπαρκτες.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ η ἀπουσία παραδειγμάτων ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας στὴν ἴδια περιοχὴ δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκη νὰ συσχετιστεῖ τὸ κτήριο μὲ παραδείγματα καὶ μάλιστα οψιμότερα ἀπὸ ἄλλες περιοχὲς μιὰ καὶ η ἀρχαϊκὴ ἐποχὴ δὲν ἀντιπροσωπεύεται μὲ ἐπάρκεια.


Τὰ ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ παρουσιάζουν ἕνα κτήριο μεγάλων διαστάσεων ἐξωτερικὰ 30.20Χ 17μ., ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα μέχρι τώρα γνωστὰ παραδείγματα σπιτιῶν. Τὸ μέγεθός του ξεπερνᾶ καὶ τὰ μεγάλα σὲ ἔκταση ἑλληνιστικὰ σπίτια τῆς Πριήνης23. Τὰ διάφορα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ διατάσσονται σὲ σχῆμα Π γύρω ἀπὸ μία αὐλὴ σχήματος ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου, ἕνα μέρος τῆς ὁποίας καλύπτεται ἀπὸ σύγχρονη γειτονικὴ οἰκοδομή. Κατὰ τὴν ἀνασκαφὴ δὲν διαπιστώθηκαν λείψανα ἀποχετευτικῆς κατασκευῆς γιὰ τὰ νερὰ τῆς βροχῆς ποὺ πιθανὸν συγκεντρώνονταν μέσα στὴν αὐλή.
Ἀρχίζοντας τὴν ἐξέταση τῶν χώρων τοῦ σπιτιοῦ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ μιλήσει γιὰ τρεῖς πτέρυγες. Η πρώτη καὶ σημαντικότερη εἶναι αὐτή, ποὺ καταλαμβάνει τὴ ΒΔ. πλευρὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε χώρους. Οἱ ἄλλες δυὸ πτέρυγες πλαισιώνουν τὴν αὐλὴ ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο. Ἄμεσα σχετικὸς καὶ λειτουργικὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν αὐλὴ εἶναι ὁ χῶρος II, ὅπως φαίνεται καὶ στὸ σχέδιο. Τὸ σχῆμα του καὶ ἡ ἐπικοινωνία του μὲ τὴν αὐλή, μὲ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα σχεδὸν ὅσο εἶναι τὸ πλάτος του, δίνουν τὴν ἐντύπωση ἑνὸς μεγάλου διαδρόμου σὰν συνέχειά της. Ἀπὸ τὸ στρῶμα καταστροφῆς μὲ τὰ κεραμίδια, ποὺ βρέθηκαν σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ χώρου, ἀποδεικνύεται ὅτι ἦταν στεγασμένος. Ἀπὸ τὶς φιλολογικὲς μαρτυρίες τῶν ἀρχαίων συγγραφέων, ποὺ περιγράφουν μὲ κάποιο λεπτομερειακὸ τρόπο κατοικίες, φαίνεται πὼς ταιριάζει μὲ τὸ τμῆμα, ποὺ ὀνομάζεται «παστάς»24. Στὰ περισσότερα ὄμως γνωστὰ παραδείγματα οἰκιῶν ἡ παστάδα εἶναι συνήθως μιὰ στοὰ κυρίως στὴ Β. πλευρὰ τῆς αὐλῆς.
Ὡστόσο δυὸ παραδείγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ ἕνα θεωρεῖται καὶ τυπικὸ ὅσον ἀφορᾶ στὴ μορφὴ καὶ τὴ θέση τῆς παστάδας, βρίσκονται ἀρκετὰ κοντὰ στὴν περίπτωση τῆς οἰκίας στὸ Κοπανάκι. Στὸ σπίτι, ποὺ ἀνέσκαψε ο Γ. Οἰκονόμος στὰ 1914 στὴν Πέλλα25, ἡ παστάδα ἔχει σχῆμα ἐπίμηκες, ἐπικοινωνεῖ μὲ μεγάλο ἄνοιγμα μὲ τὴν αὐλὴ καὶ σὲ αὐτὴν ἀνοίγουν τὶς θύρες τους τὰ περισσότερα δωμάτια. H παστάδα ἐπίσης τοῦ σπιτιοῦ AV4 τῆς Ὀλύνθου26 παρουσιάζει μιὰ παραπλήσια μορφή. Καὶ στὰ δύο παραπάνω παραδείγματα ἡ παστάδα φαίνεται νὰ ἔχει μιὰ ἐξελιγμένη μορφή, καὶ ἂν δὲν εἶναι ὑπερβολικό, ἴσως ἡ παστάδα, ποὺ ἐξετάζουμε, νὰ ἔχει τὴν πρώτη μορφή, αὐτὴ ποὺ εἶχαν τὰ σπίτια τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς.
Τῶν δωματίων ΙΙΙ καὶ ΙV ο ρόλος καὶ ἡ χρησιμότητα εἶναι δύσκολο νὰ καθοριστοῦν.
Στὴ ΒΑ. γωνία τοῦ δωματίου ΙΙΙ μιὰ κυλινδρικὴ πέτρα, ποὺ βρέθηκε στὴ θέση της καὶ ποὺ ἴσως ἀποτελοῦσε βάση γιὰ κάποια ξύλινη ἢ ἄλλη κατασκευὴ, δὲν βοηθάει στὴν περίπτωση αὐτή. Τὰ κομμάτια ἀπὸ πιθάρια καὶ οἱ πυθμένες τριῶν ἄλλων, ποὺ βρέθηκαν στὴ θέση τους μέσα στὸ χῶρο V τοῦ δίνουν χαρακτήρα ἀποθηκευτικό, παρόμοιο μὲ αὐτὸν τοῦ μεγάλου δωματίου IV. Τὸ χαρακτηριστικὰ μεγάλο αὐτὸ δωμάτια μὲ τὶς τρεῖς λιθόκτιστες βάσεις γιὰ ξύλινα προφανῶς στηρίγματα εἶναι τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ καὶ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ ιὰ μποροῦσε νὰ ἀναγνωριστεῖ σὲ αὐτὸ ἕνας σημαντικὸς λειτουργικὰ χῶρος, ὅπως π.χ. ο ἀνδρώνας. Η παρουσία ὄμως ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τῶν ξύλινων στηριγμάτων, ποὺ δημιουργοῦν ἕνα πρόβλημα καὶ μιὰ διάσπαση τῆς ἐσωτερικῆς διαρρύθμισηςτοῦ χώρου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τῶν δυὸ πιθαριῶν ποὺ βρέθηκαν στὴ θέση τους κοντὰ στὴ ΝΑ. γωνία τοῦ δωματίου καὶ τῶν κομματιῶν ἀπὸ ἄλλα δώδεκα τουλάχιστον, δὲν μποροῦν νὰ στηρίξουν αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἀλλὰ ἀντίθετα ἐνισχύουν ἐκείνη τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἀποθηκευτικοῦ χώρου. Τὸ πάχος τῶν τοίχων τῶν τριῶν αὐτῶν δωματίων (III, IV καὶ V) καθὼς καὶ τῶν δωματίων τῆς ΒΑ. πτέρυγας τοῦ σπιτιοῦ εἶναι 50 ἐκ. καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἕχει προβλεφθεῖ γιὰ νὰ βαστάξουν καὶ δεύτερο δροφο. Στὰ διώροφα σπίτια τῆς Ὀλύνθου καὶ τῆς Πέλλας τὸ πάχος τῶν τοίχων εἶναι περίπου τὸ ἴδιο. Εἰδικὰ στὸ δωμάτιο IV ο ΒΔ. τοῖχος ἕχει μεγαλύτερο πάχος 0.80μ. ἐνῶ οἱ βάσεις γιὰ τὰ ξύλινα στηρίγματα τῆς ὀροφῆς ἐνισχύουν τὴν ἄποψη αὐτή. Πιθανὸν μιὰ σημαντικότερη λειτουργία νὰ εἶχε ο δεύτερος ὄροφος στὸ μεγάλο αὐτὸ χῶρο. Οἱ πέτρινες κατασκευὲς στὴ ΒΔ. καὶ ΝΔ. γωνία θὰ πρέπει στὴν περίπτωση αὐτὴ νὰ χρησίμευαν ὡς βάσεις γιὰ πάγκους ἐργασίας ἢ ἀποθῆκευσης. Τὸ ἰσόγειο ἐπομένως τοῦ χώρου αὐτοῦ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς «πιθεών».
Ο ἐπιμήκης χῶρος VI, τοῦ ὁποίου ο κατὰ μῆκος ἄξονας εἶναι ἐγκάρσιος στὸν ἄξονα τοῦ σπιτιοῦ, εἶναι ἕνας ἐπίσης σημαντικὸς χῶρος ὡς πρὸς τὴ λειτουργία του. Τὸ δωμάτιο αὐτὸ αὐλίζεται στὴν «παστάδα» μὲ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα πλάτους 1.70μ. καὶ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς χώρους IV καὶ V. Τὸ σημαντικότερο στοιχεῖα εἶναι η ὀρθογώνιας μορφῆς λιθόκτιστη κατασκευὴ, ποὺ βρίσκεται στὸ κέντρο σχεδὸν τοῦ δωματίου καὶ ἀκολουθεῖ τὸν ἄξονά του, καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μιὰ ἑστία, μολονότι ἐλάχιστα μόνο λείψανα φωτιᾶς ἐπισημάνθηκαν. Τὸ δάπεδο τοῦ δωματίου εἶναι χωμάτινο.
Σὲ περίπτωση ποὺ τὸ σπίτι εἶχε ἀνδρῶνα ἢ ἕνα παρόμοιου χαρακτήρα δωμάτια, τότε θὰ μποροῦσε τὸ δωμάτια αὐτὸ νὰ ἐξυπηρετεῖ τὸ σκοπὸ αὐτό, γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
α) Ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν παστάδα μὲ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα.
β) Τὸ ἄνοιγμα αὐτό, δηλαδὴ ἡ εἴσοδος τοῦ δωματίου, βρίσκεται λίγο ἕκκεντρα καὶ πρὸς τὴ δεξιὰ γωνία.
γ) Στὸ κέντρο σχεδὸν τοῦ δωματίου βρίσκεται ἢ ἑστία. 
Πρόβλημα ὡστόσο γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς ἄποψης αὐτῆς ἀποτελοῦν ἡ ἐπικοινωνία τοῦ δωματίου μὲ τοὺς χώρους IV καὶ V καθὼς καὶ ἡ ἀπουσία τῶν «κρασπέδων» πάνω στὰ ὁποῖα πατοῦσαν οἱ κλίνες, οἱ ὁποῖες ὄμως θὰ μποροῦσαν νὰ στεροῦνται ἀπὸ αὐτὰ τὰ κράσπεδα καὶ νὰ πατοῦσαν ἀπευθείας πάνω στὸ δάπεδο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὑπολογίζοντας τὶς διαστάσεις τῶν κλινῶν σὲ 1.80Χ 0.80μ. χωροῦσαν συνολικὰ ἐννέα κλίνες.
Τὰ δωμάτια τῆς Β. πλευρᾶς, μικροτέρων σχετικὰ διαστάσεων καὶ μορφῆς ποὺ πλησιάξουν τὸ τετράγωνο, θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς βοηθητικοὶ χῶροι καὶ ὡς δωμάτια ὕπνου ἢ ξενῶνες (διαιτητήρια), ὅπως καὶ στὰ σπίτια τῆς Ὀλύνθου27, ἐνῶ αὐτὰ τῆς Ν. πτέρυγας ὡς δωμάτια ἐργασίας. Ἐπειδὴ ἡ ἀνασκαφικὴ ἕρευνα δὲν ἐπεκτάθηκε γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ τεχνικοὺς κυρίως λόγους, δὲν ἔγινε δυνατὸ νὰ διαπιστωθεῖ ο ἀριθμὸς καὶ ἡ μορφὴ τῶν προσκτισμάτων, ποὺ πιθανὸν εἶχε τὸ κτἠριο. Τὸ δωμάτια πάντως ΧΙ, ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο παρουσιάζει μιὰ ἀνεξαρτησία ἀπὸ τὸ ὅλο συγρότημα, ἀφοῦ δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ αὐτό, θὰ πρέπει σίγουρα νὰ ἀποτελεῖ ἕνα τέτοιο πρόσκτισμα. Η χρήση του ὡς βοηθητικοῦ χώρου συνδέεται καὶ μὲ τὸν ἀγροτικὸ χαρακτήρα τοῦ σπιτιοῦ.
Τὰ στοιχεῖα, ποὺ συγκεντρώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνασκαφικὴ ἔρευνα, δὲν εἶναι ἀπόλυτα ἱκανοποιητικὰ ἀλλὰ ὡστόσο ἀρκετὰ γιὰ νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ προτείνει μιὰ ἀναπαράσταση τῆς κατοικίας. Τὸ πρόβλημα ἐντοπίζεται κυρίως στὴ ΒΑ. γωνία τοῦ κτηρίου ἀφοῦ ἕνα μεγάλο μέρος του καλύπτεται ἀπὸ τὸ σύγχρονο κτίσμα, ποὺ βρίσκεται δίπλα.
Παίρνοντας ὑπόψη ὅτι ο B. τοῖχος τοῦ σπιτιοῦ πιθανὸν εἶχε τὸ ἴδιο μῆκος μὲ τὸ Ν., καὶ μὲ βάση τὴ θέση τοῦ δωματίου Χ σὲ σημεῖο ψηλότερο σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντίστοιχο δωμάτια VII τῆς Ν. πτέρυγας, μὲ πιθανότητα μποροῦμε νὰ ὑπολογίσουμε ὅτι στὴν πλευρὰ αὐτὴ ὑπῆρχαν τρία δωμάτια ἴδιων περίπου διαστάσεων (είκ.2).
Ο χῶρος ΙΧ στὴ ΝΑ. γωνία τοῦ οἰκοδομήματος ἕχει τὴ μιὰ πλευρά του ἀνοιχτὴ καὶ εὔκολα μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸ «πρόθυρον»28, τυπικὸ παράδειγμα τοῦ ὁποίου δίνει σὲ ἀναπαράσταση ο D. M. Robinson29. Η "αύλειος θὐρα"30 ποὺ ὁδηγοῦσε ἀπὸ τὸ πρόθυρο στὴν αὐλή, θὰ πρέπει νὰ βρισκόταν στὴ Β. πλευρὰ τοῦ χώρου αὐτοῦ. Τὴν A. πλευρὰ τοῦ συγκροτήματος πιθανὸν ἀποτελοῦσε ἕνας ἁπλὸς τοῖχος, ὅπως προτείνεται στὴν εἰκ.2.
Ἀπὸ τὸ πάχος τῶν τοίχων φαίνεται πῶς τὰ δωμάτια τῆς Β. πτέρυγας εἶχαν καὶ δεύτερο δροφο. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ τὴ ΒΔ. πτέρυγα, τῆς ὁποίας ἡ διάταξη τῶν δωματίων θυμίζει κάπως αὐτὴ τῶν πρώιμων φάσεων τῆς ἱερατικῆς οἰκίας στὸ Ζωστῆρα τῆς Ἀττικῆς31. Η προτεινόμενη ἀναπαράσταση φαίνεται στὴν εἱκ.3.



Χρονολόγηση- Ἰστορικὴ τοποθέτηση

Γιὰ τὴ χρονολόγηση τῆς κατοικίας οἱ ὑπάρχουσες ἀρχιτεκτονικὲς μορφὲς δὲν παρέχουν καμιὰ βοήθεια γιατὶ η τοιχοδομία μὲ ἀκατέργαστες πέτρες δὲν ἀποτελεῖ ἀποφασιστικὸ χρονολογικὸ κριτήριο τουλάχιστον γιὰ τὴν οἰκιστικὴ ἀρχιτεκτονικὴ32. Οὔτε ἄλλωστε εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ στὴν προκειμένη περίπτωση μεμονωμένα ἀρχιτεκτονικὰ μέλη, τῶν ὁποίων ἡ μορφὴ θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει στὸ πρόβλημα αὐτό.
Κατὰ συνέπεια ὡς μοναδικοὶ χρονολογικοὶ μάρτυρες μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ κινητὰ εὐρήματα μαζὶ μὲ τὴν κεραμεικἠ, ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ β΄ τέταρτο τοῦ -6ου αἰῶνα μέχρι τὸ τέλος τοῦ α΄ τέταρτου τοῦ -5ου αἰῶνα (βλ. σχετικὸ κεφάλαιο). Τὸ διάστημα αὐτῶν τῶν ἑκατὸ περίπου χρόνων φαίνεται νὰ ἦταν καὶ η διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ σπιτιοῦ, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ χτίστηκε λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ -6ου αἰώνα.
Τὸ σχέδιο τῆς κάτοψης, ὅπως αποκαλύφτηκε, ἦταν τὸ ἀρχικὸ καὶ δὲν ἔγινε καμιὰ ἀλλαγὴ ἢ προσθήκη μεταγενέστερη. Τὸ μόνο ἴσως τμῆμα γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσαν νὰ διατυπωθοῦν ὁρισμένες ἀμφιβολίες ὅσον ἀφορᾶ στὴ χρονολόγηση καὶ τὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸ κυρίως ὀρθογώνιο σπίτι, εἶναι τὸ τραπεζοειδὲς δωμάτια στὰ βόρεια τοῦ κτηρίου, τοῦ ὁποίου οἱ τοῖχοι δὲν δένονται ὀργανικὰ μὲ τὸ Β. ἐξωτερικὸ τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ ἀλλὰ ἐφάπτονται σὲ αὐτόν. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἴσως δείχνει ὅτι τὸ δωμάτιο προστέθηκε ἀργότερα ὡς βοηθητικὸς χῶρος τοῦ συγκροτἠματος. Η τοιχοποιία του πάντως εἶναι ἴδια μὲ τὴν τοιχοποήα τοῦ ὑπόλοιπου κτηρίου.
Η καταστροφὴ τοῦ σπιτιοῦ συντελέστηκε πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ β΄ τέταρτου τοῦ -5ου αἱ. καὶ δὲν ἔγινε καμιὰ ἀπόπειρα νὰ ξανακατοικηθεῖ ὁ χῶρος.
Στὴν προσπάθεια νὰ τοποθετηθεῖ τὸ κτήριο μέσα σὲ ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ πλαίσια μὲ βάση τὴ χρονολόγησή του εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀξιολόγηση τοῦ ρόλου τῆς περιοχῆς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τελευταίων Μεσσηνιακῶν πολέμων.
Μετὰ τὸ δεύτερο Μεσσηνιακὸ πόλεμο, ποὺ τελείωσε τὸ -657 μὲ νίκη τῶν Σπαρτιατῶν, ὅλη ἡ πεδινὴ Μεσσηνία μαζὶ καὶ ἡ περίφημη πεδιάδα τῆς Στενυκλάρου προσαρτὴθηκε στὸ σπαρτιατικὸ κράτος καὶ μοιράστηκε σὲ κλήρους ἀνάμεσα στοὺς άκληρους ἐνήλικες Σπαρτιάτες, ποὺ ἔγιναν «ὁμοίοι» καὶ ἔκαναν εἵλωτες τοὺς Μεσσηνίους.
Μιὰ τέτοια μόνιμη ἐγκατάσταση τῶν Λακεδαιμονίων στὴν περιοχὴ αὐτὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἔνας βασικὸς παράγοντας γιὰ τὴν κοινωνικὴ διαμόρφωση καὶ τὴν πορεία τῆς οἰκιστικῆς στὴ Μεσσηνία. Ἐξάλλου γενικὰ ὁ -6ος αἱ., ὅπως καὶ οἱ ἀρχαιολογικὲς μαρτυρίες ἀποδεικνύουν, ἀποτελεῖ τὴ λαμπρότερη περίοδο τῆς ἱστορίας τοῦ σπαρτιατικοῦ κράτους τόσο στὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ὅσο καὶ στὴν εὐνομία, τὴν ὁργάνωση τῆς κοινωνίας καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς τέχνης.
Οἱ Σπαρτιάτες μετὰ τὸ δεύτερο Μεσσηνιακὸ πόλεμο δὲν παίζουν ἁπλὰ τὸ ρόλο τοῦ κατακτητῆ στὴν περιοχὴ τῆς Μεσσηνίας ἀλλὰ συμπεριφέρονται σὰν ἰδιοκτῆτες τῆς καταπατημένης γῆς μὲ ἀπόλυτα δικαιώματα.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ γεγονότα, ὅπως ἡ προσέγγιση τῆς Σπάρτης μὲ τὴν Τεγέα μετὰ τὸ -560 ὁπότε τελείωσε καὶ ὁ μεταξύ τους πόλεμος, ἀλλὰ καὶ ὁρισμένες ἐσωτερικὲς πολιτειακὲς μεταβολές, ποὺ ὀφείλονται στὸ νομοθέτη Χίλωνα, βασικὴ ἐπιτυχία τοῦ ὁποίου θεωρεῖται η ἐξίσωση τῶν ἐφόρων καὶ τῶν βασιλέων, ἔπαιξαν ἀναμφίβολα σημαντικὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση τῆς δομῆς τῆς κοινωνίας τῆς Σπάρτης.
Γεγονὸς εἶναι βέβαια ὅτι ἡ Σπάρτη ἦταν μιὰ σχετικὰ «κλειστὴ» κοινωνία συγκριτικὰ μὲ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις τῆς Ἑλλάδας. Η παρουσία ὡστόσο σὲ αὐτὴν σημαντικῶν προσώπων ἀπὸ ἄλλες πόλεις κατὰ τὸν 6ο αί., κυρίως ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος, ὅπως τοῦ Σαμίου Θεόδωρου, τοῦ Στησιχόρου καὶ τοῦ Θέογνι, δείχνει ὁπωσδήποτε ἕνα «ἄνοιγμα» τῆς Σπάρτης πρὸς τὰ ἔξω.
Τὸ μέγεθος καὶ ἡ θέση τοῦ ἀρχαίου σπιτιοῦ στὸ Κοπανάκι, περίπου στὸ κέντρο τῆς Β. Μεσσηνίας, θὰ μποροῦσε μᾶλλον νὰ τὸ συνδέσει μὲ κάποιο πρόσωπο ή μὲ μιὰ οἱκογένεια τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας τῶν Σπαρτιατῶν τῆς Μεσσηνίας ἕνα εἶδος δηλαδὴ γαιοκτήμονα, ποὺ εἶχε στὴν ὑπηρεσία του Μεσσηνίους εἵλωτες.
Η καταστροφὴ τοῦ σπιτιοῦ ἀπὸ φωτιά, ὅπως δείχνουν τὰ ἀνασκαφικὰ δεδομένα, στὶς ἀρχὲς τοῦ β΄ τέταρτου τοῦ -5ου αἱ. συμπίπτει μὲ τὴν ἐκρήξη τοῦ Γ΄ Μεσσηνιακοῦ πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖο συνέβησαν σημαντικὲς καταστροφὲς στὴν ὕπαιθρο τῆς Μεσσηνίας κυρίως ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες Μεσσηνίους εἴλωτες.

Κεραμεικὴ

Τὰ περισσότερα ἀγγεῖα, ποὺ βρέθηκαν στὴν ἐπίχωση τοῦ ἀρχαίου σπιτιοῦ, εἶναι ἀγγεῖα καθημερινῆς χρήσης, πιθάρια, χονδροειδὴ ἀγγεῖα, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὰ μικρὰ ἀγγεῖα, ὅπως κύλικες, οἰνοχόες, κύπελλα καὶ σκύφοι. Eἶναι δεύτερης ποιότητας ἀγγεῖα μὲ μαῦρο, τὶς περισσότερες φορές, γάνωμα, τὸ ὁποῖο ὄμως σχεδὸν πάντα εἶναι ἀπολεπισμένο.
Η ἔλλειψη ὡστόσο κεραμεικῆς τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς ἀπὸ τὴ Μεσσηνία33 δὲν μᾶς δίνει περιθώρια γιὰ ἐξέταση τοῦ συγκεκριμένου συνόλου σὲ σχέση μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἴδια περιοχή. Ἔτσι ἡ χρονολογικὴ κατάταξη τῶν ἀγγείων ἔγινε μὲ βάση τὰ παράλληλα ἀπὸ ἄλλες περιοχές, ὅπως τὴν Ὀλυμπία, τὴ Λακωνία, τὴν ἀθηναϊκὴ Ἀγορὰ καὶ τὴν Κόρινθο. Ὁπωσδήποτε ἡ κεραμεικὴ ἀπὸ τὸ Κοπανάκι παρουσιάζει μεγάλο ἐνδιαφέρον καὶ ἡ διεξοδικὴ μελέτη της γιὰ τὸν ἐντοπισμὸ τοῦ ἐργαστηρίου ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται θὰ ἦταν πολὺ χρήσιμη.
Ένας ἀρκετὸς ἀριθμὸς κυλίκων (ἀρ.15-24) ἀνήκει στὸν τύπο τῶν κυλίκων χωρὶς πόδι τῆς ἀρχαϊκῆς ἐποχῆς, πολλὰ παραδείγματα τῶν ὁποίων συναντᾶ κανεὶς στὴν Ὀλυμπία34 καὶ στὴ Λακωνία. Όλες σχεδὸν οἱ κύλικες ἔχουν σῶμα χαμηλὸ καὶ φουσκωτὸ καὶ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Εἶναι ὅλες ἀκόσμητες καὶ ἔφεραν μαῦρο, ἀραιὸ γάνωμα (black glased) κακῆς ποιότητας, γι΄ αυτὸ καὶ ἀπολεπισμένο σχεδὸν ἐξολοκλήρου. Ἀπὸ τὸ σχῆμα τους καὶ σύμφωνα μὲ τὰ ἀνασκαφικὰ δεδομένα τῆς Ὀλυμπίας μποροῦν νὰ χρονολογηθοῦν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ -6ου μέχρι καὶ τὸ α΄ τέταρτο τοῦ -5ου αἰῶνα.
Ο τύπος τῆς οἰνοχόης ποὺ συναντᾶται στὸ Κοπανάκι εἶναι αὐτὸς μὲ ἐπίπεδη, δισκόμορφη βάση καὶ σῶμα σφαιρικὸ (ἀρ.7) ἢ ἐλαφρὰ ὠοειδές. Η οἰνοχόη ἀρ.6 μὲ τὸ σχεδὸν σφαιρικὸ σῶμα, τὸν κοντὸ καὶ ἀνοιχτὸ λαιμὸ καθὼς καὶ τὸ πολὺ εὐρὺ τριφυλλόσχημο στόμιο, βρίσκει τὰ παράλληλά της στὸ α΄ τέταρτο τοῦ -6ου αἱ.
Μόνο μία ὑδρία σὲ σχετικὰ καλὴ κατάσταση βρέθηκε (ἀρ.1) ἐνῶ ἀπὸ τρεῖς ἄλλες μόνο οἱ λαιμοὶ καὶ τὰ χείλη. Ο τύπος αὐτὸς τῆς ὑδρίας μὲ τὸ φουσκωτὸ ἐλαφρὰ ἀπιόσχημο σῶμα καὶ τὸν πλατὺ λαιμό, ποὺ ἀνοίγει πρὸς τὰ ἔξω ὅσο προχωρεῖ πρὸς τὸ χεῖλος, ἀνήκει χρονολογικὰ στὸν -6ο αἰῴνα. Χαρακτηριστικὴ λεπτομέρεια στὰ ἀγγεῖα αὐτὰ εἶναι τὸ λεπτὸ πλαστικὸ κορδόνι, ποὺ περιτρέχει τὸ λαιμὸ στὸ ὕψος τῆς ἀρχῆς τῆς κάθετης λαβῆς. Ἀγγεῖα μὲ τὸ ἴδιο χαρακτηριστικὸ κορδόνι καὶ στὸ ἴδιο σημεῖο τοῦ λαιμοῦ ἀπὸ τὴν Tocra ὁ Hayes τὰ χαρακτηρίζει λακωνικά 35.
Τὸν ἀμφορέα ἀντιπροσωπεύουν ἀποσπασματικὰ δυὸ κομμάτια, τὰ ὁποῖα, παρόλες τὶς μικροδιαφορές, ἀνήκουν στὸν ἴδιο τύπο, ποὺ φαίνεται νὰ ἔχει σχέση μὲ ἀμφορεῖς ἀπὸ τὴν Tocra καὶ μάλιστα ἀπὸ λακωνικὸ ἐργαστήρια.
Τέσσερα ἀγγεῖα μὲ τὴν ἴδια διακόσμηση ἀπὸ ζῶνες, ποὺ ὁρίζονται μὲ λεπτὲς αυλακώσεις καὶ ποὺ καλύπτονται μὲ ἀνάγλυφα γλωσσοειδὴ κοσμήματα, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ φροντισμένα ἀγγεῖα καὶ ἀποτελοῦν μιὰ ξεχωριστὴ ὁμάδα, μὲ τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ ἀσχοληθοῦμε περισσότερο. Τὰ σχήματα εἶναι σκὺφος, κάνθαρος (ἀρ.13,25,26) καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ σῶμα κλειστοῦ ἀγγείου μὲ λεπτὰ τοιχώματα, μᾶλλον οἱνοχόης.
Ο πηλός τους εἶναι καθαρὸς καὶ ἡ ἐπιφάνειά τους καλύπτεται μὲ μαῦρο στιλπνὸ γάνωμα, τὸ ὁποῖο τὶς περισσότερες φορὲς ἔχει ἀπολεπίσει σὲ μεγάλο βαθμό.
Μὲ τὴν πρώτη ματιὰ η τεχνικὴ καὶ ὁ τρόπος διακόσμησης τῶν ἀγγείων αὐτῶν θυμίζουν τὶς λεγόμενες ἡλιακὲς ληκύθους36, οἱ ὁποῖες χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ -5ου αἰῶνα καὶ μετά. Στὴν προκειμένη περίπτωση ὄμως τὸ εἶδος τῶν ἀγγείων δὲν ἐπιτρέπει ἄμεση συσχέτιση μὲ τὶς ληκύθους αὐτές. Ο σκὺφος- κὺλικα ἀρ.25 φαίνεται νὰ βρίσκει τὰ παράλληλά του ἀναφορικὰ μὲ τὸ σχῆμα στὶς ἀρχὲς τοῦ -5ου αἱώνα, ὅπως δείχνουν παραδείγματα ἀπὸ τὸ Βόρειο νεκροταφεῖο τῆς Κορίνθου37, χρονολογημένα μὲ ἀρκετὴ σιγουριά. Ο σκύφος ἀρ.26 ἐπίσης σὰν σχῆμα στέκεται δίπλα σὲ παρόμοια ἀπὸ τὴν Ὀλυμπία38, ποὺ χαρακτηρίζονται ὺστεροαρχαϊκά, ἐνῶ ὁ κάνθαρος ἀρ.13 δὲν φαίνεται νὰ ἔχει θέση μετὰ τὸ α΄ τέταρτο τοῦ 5ου αἱὠνα. Ὁπωσδήποτε τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ μὲ τὴν τυπικὴ διακόσμηση ἀποτελοῦν ἕνα πρόβλημα γιὰ τὴν κεραμεικὴ τῆς περιοχῆς τόσο γιὰ τὴ χρονολόγησή τους ὅσο καὶ γιὰ τὴν προέλευσή τους. Ἥ σκέψη ὅτι ἴσως ἀποτελοῦν προδρομικὰ παραδείγματα τῶν ἠλειακῶν ἴσως ἀποδειχτεῖ ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Μὲ κάποια ἐπιφύλαξη μποροῦν νὰ χρονολογηθοῦν στὶς ἀρχὲς τοῦ -5ου αἱώνα. Eνα κομμάτι ἀνοιχτοῦ ἀγγείου μὲ παρόμοια διακόσμηση βρέθηκε σὲ πηγάδι τῆς Ὀλυμπίας, τοῦ ὁποίου τὰ ὑπόλοιπα εὐρήματα δὲν μποροῦν νὰ χρονολογηθοῦν μετὰ τὸ -460 39.
Ἕνα ἄλλο εἶδος μικροῦ ἀγγείου εἶναι τὸ κύπελο- οἰνοχόη ἀρ.14. Ἀνήκει στὸν τόπο τῆς οἰνοχόης τοῦ Φειδία40 ἀλλὰ τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸ Κοπανάκι εἶναι πρωιμότερο καὶ φαίνεται νὰ βρίσκεται χρονολογικὰ ἀνάμεσα σὲ παρόμοια ἀπὸ τὴν Ἀγορά41 καὶ σὲ τρία ἀπὸ τὴν Tocra42, τα ὁποῖα ὁ Hayes43 συσχετίζει μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Κύθηρα44, χρονολογημένο ἀπὸ τὴν Jeffery στὰ -510/ -500.45
Ἀπὸ τὸ σχῆμα τὰ δυὸ σχετικὰ μικρὰ πινάκια (ἀρ.35, 36) τοποθετοῦνται κοντὰ στὸ ἀρ. 1002 τῆς Ἀγορᾶς καὶ πρὸς τὸ τέλος τοῦ -6ου αἱ.46
Πέντε χονδροειδὴ ἀγγεῖα οἰκιακῆς χρἠσης, ποὺ συμβατικὰ χαρακτηρίζονται ιγδία47, βρέθηκαν στὴν ἐπίχωση κάτω ἀπὸ τὸ στρῶμα καταστροφῆς. Ἀπὸ αὐτὰ ἕνα εἶναι ἀκέραιο καὶ τὰ ὑπόλοιπα σώζονται ἀποσπασματικά. Τὸ μέγεθός τους εἶναι σχεδὸν τὸ ἴδιο μὲ ἐλάχιστες διαφορὲς στὶς διαστάσεις, ἔχουν χοντρὰ τοιχώματα, βάση σὲ σχῆμα χαμηλῆς κολούρου πυραμίδας καὶ χείλη χοντρά, ποὺ στρέφονται ἔντονα πρὸς τὰ ἔξω.
Πλῆθος μικρὰ πετραδάκια, κολλημένα στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια τῶν ἀγγείων αὐτῶν, τὴν καθιστοῦν ἁδρὴ προφανῶς γιὰ τὸ «ἄλεσμα» τῶν τροφῶν. Μὲ βάση τὰ δεδομένα τῆς Ἀγορᾶς χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 6ου μέχρι τὸ α΄ τέταρτο τοῦ -5ου αἰῶνα.
Ἀνάμεσα στὰ ἐνδιαφέροντα εὐρήματα ἀπὸ τὴν ἀνασκαφὴ τοῦ σπιτιοῦ συγκαταλἒγεται καὶ ἕνας ἀριθμὸς πίθων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὄμως κανένας δὲν βρέθηκε ὁλόκληρος.
Δύο σώζονται κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τους, ἄλλοι δυὸ σώζουν τόσα κομμάτια ὥστε νὰ δίνουν ὅλα τὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀναπαράστασή τους, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι σώζονται ἀποσπασματικά. Συνολικὰ διαπιστώθηκαν 22 πιθάρια, τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα βρέθηκαν στὸ μεγάλο δωμάτιο IV.
Ἐνῶ στὴν ὑπόλοιπη κεραμεικὴ γενικὰ δὲν διακρίνεται καμιὰ ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ προσοχή, ἀντίθετα στὴν περίπτωση τῶν πιθαριῶν παρατηρεῖται μιὰ προσπάθεια γιὰ ἁρμονία ἀναλογιῶν καὶ διακόσμησης48. Ἀπὸ τὶς βάσεις ποὺ σωθῆκαν συμπεραίνεται ὅτι τὰ πιθάρια εἶχαν ἐπίπεδο πυθμένα καὶ πλατιὰ βάση ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα οξυπύθμενο. Τὰ στόμιά τους ἐπίσης ἦταν πολὺ ἀνοιχτὰ σὲ σχέση μὲ τὴ βάση καὶ τὴν κοιλιὰ καὶ παρουσίαζαν σχεδὸν πάντα τὴν ἴδια τυπικὴ μορφὴ μὲ τὴν ἐπίπεδη πάνω ἐπιφάνεια, λοξότμητη τὴν ἐξωτερικὴ καὶ ἐλαφρὰ κοίλη τὴν κάτω, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸν ὦμο. Μιὰ ὁμάδα πίθων παρουσιάζουν ἐντελῶς ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τόσο στὸ σχῆμα ὅσο καὶ στὴ διακόσμηση. Η τάση τῆς καμπύλης γραμμῆς νὰ παραχωρήσει τὴ θέση της στὴν εὐθεῖα συντελεῖ στὴ διαμόρφωση τοῦ σώματος σὲ τρία σαφὴ μέρη, ποὺ ἀρθρώνονται μὲ ἀκμές, πάνω στὶς ὁποῖες τὶς περισσότερες φορὲς ὑπάρχουν διαφορετικὰ σὲ κάθε περίπτωση πλαστικὰ κορδόνια μὲ αὐλακιὲς ἀνάμεσά τους49. Συνήθως τὰ κορδόνια αὐτὰ στὸ κάτω μέρος τῶν πιθαριῶν εἶναι δύο ἐνῶ στὴν πάνω ἄρθρωση τρία, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀρ.56, ποὺ ἔχει ἕνα. Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστος ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖα ὁ τεχνίτης θέλει νὰ πρωτοτυπήσει καὶ νὰ «παίξει» μὲ τὸ διακοσμητικὸ αὐτὸ θέμα προσπαθῶντας κάθε φορὰ νὰ τὸ διαφοροποιήσει ἀπὸ ἀγγεῖα σὲ ἀγγείο. Ἔτσι στὸ πιθάρι ἀρ.56 τὸ μοναδικὸ κορδόνι στὸν ὦμο ἔχει ἁπλὴ μορφὴ καμπύλης διατομῆς.
Στὸ ἀρ.60 τὰ κορδόνια, δυὸ στὸ κάτω μέρος καὶ τρία στὸν ὦμο, ἔχουν ράχη ἐπίπεδη, ἐνῶ στὸ ἀρ.55, τρία κάτω καὶ τέσσερα στὸν ὦμο, εἶναι πιὸ λεπτὰ καὶ τὰ μεταξύ τους αὐλάκια εἶναι πολὺ στενὰ σὰν ἐγχαράξεις.
Τὸ σχῆμα τῶν παραπάνω πιθαριῶν δείχνει ὁλοφάνερα ὅτι μιμοῦνται μεταλλικὰ πρότυπα. Ἐκεῖ ὄμως ὅπου μπορεῖ καλύτερα νὰ διαπιστωθεῖ αὐτὴ ἡ σχέση ἐξάρτησης εἶναι οἱ λαβὲς τους μὲ τὴ μαστοειδὴ ἀπόφυση καὶ τὶς ὀφιοειδεῖς ἀπολήξεις50, κολλημένες πάνω στὸ σῶμα τοῦ ἀγγείου, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ λαβὲς σὲ ἀρχαϊκὰ μεγάλα χάλκινα ἀγγεῖα. Συμπερασματικὰ στὸ θέμα τῆς κεραμεικῆς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι παρουσιάζει ἐπιδράσεις ἀπὸ λακωνικὰ καὶ ἠλειακὰ ἐργαστήρια καὶ πιθανὸν εἶναι ντόπιας παραγωγῆς ἀπὸ τεχνίτες, πού ἐμπνεύστηκαν τὰ σχήματα καὶ τὶς διακοσμήσεις ἀπὸ ἀγγεῖα εἰσαγμένο ἀπὸ τὴν Ἠλεία καὶ τὴ Λακωνία.



Κατάλογος εὑρημάτων

Α. Διάφορα
1. ΑΕ 3023 (πίν. 80α (γ)). Βαρίδιο51 σχήματος κολούρου πυραμίδας. Στὸ πάνω μέρος ὀπὴ γιὰ ἀνάρτηση. Πηλὸς κοκκινωπὸς κίτρινος μὲ λίγες προσμίξεις. Ὕψ. 6.5 ἐκ., ἐμβ. βάσ. 3X 3.3 ἐκ.
2. ΑΕ 3024 (πίν. 80α(β)). Βαρίδιο σχήματος πυραμίδας. Στὴ μία πλευρὰ ἐγχάρακτο πρὸς τὰ κάτω βέλος. Στὸ πάνω μέρος ὀπὴ γιὰ ἀνάρτηση. Πηλὸς καστανοκίτρινος ἰδιαίτερα σκληρός. Ὕψ. 7 ἐκ. Βάση 4.6 x 4.3 ἐκ.
3. ΑΕ 3025 (πίν. 80α(α)). Βαρίδιο σὲ σχῆμα κολούρου πυραμίδας μὲ ὀπὴ στὸ πάνω μέρος γιὰ ἀνάρτηση. Πηλὸς κοκκινωπὸς- κίτρινος, ἀκάθαρτος. Υψ. 8 ἑκ., βάση 4X 4.5 ἐκ.
4. ΑΕ 3026. Τὸ κάτω μισὸ πυραμιδοειδοῦς βαριδίου. Πηλὸς κοκκινωπὸς ἀκάθαρτος. Σωζ. ὕψ. 5 ἑκ., βάση 5X 5.3 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο VII.
5. ΑΕ 3063. Μεγάλο τμῆμα ἀπὸ τὸ πάνω μέρος στρωτῆρα λακωνικοῦ τύπου52. Πηλὸς κιτρινωπὸς μὲ προσμίξεις. Σωζ. μῆκ. 44 ἑκ., μέγ. πλάτ. 42 ἐκ, ἐλάχ. πλάτ. 38.5 ὲκ., ὕψος 7.5 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο IV.
6. ΑΕ 3064. Τὸ κάτω στενὸ τμῆμα στρωτῆρα λακωνικοῦ τύπου. Πηλὸς κιτρινωπὸς ἀκάθαρτος Ὕψ. 29 ἐκ., πλ. ἐλ. 36.5 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο IV.
7. Κομμάτια καμένου πηλοῦ ἀπὸ τὴ δὁρωση τῆς στέγης. Ο πηλὸς εἶναι ἀκάθαρτος καὶ περιέχει πετραδάκια καὶ ἄχυρα. Στὴ μία ἐπιφάνεια ὅλα τὰ κομμάτια σώζουν τὶς αὐλακιὲς- ἀποτυπώματα τῶν καλαμιῶν ποὺ εἶχαν τοποθετηθεῖ πάνω ἀπὸ τὰ δοκάρια53.
8. ΑΕ 3065. Ἀδιάγνωστο πήλινο ἀντικείμενα σχήματος ὀρθογωνίου παραλληλεπιπέδου, πιθανὸν κάποιο ἐργαλεῖα. Πηλὸς καστανοκδκκινος. Διαστάσεις 4.5X 4.5X 16 ἐκ. Βρέθηκε ἔξω ἀπὸ τὴ ΒΔ, πλευρὰ τοῦ χώρου XI.
9. ΑΕ 3066. Μεγάλο τμῆμα πλίνθου πού σώζει τὴ μία γωνία της. Πηλὸς κόκκινος μέχρι μαῦρος ἀνακατεμένος μὲ ἄχυρα καὶ πετραδάκια μικρὰ καὶ μεγάλα. Η πλίνθος ἦταν ὠμὴ καὶ ψήθηκε κατὰ τὴν καταστροφή54. Διαστάσεις 20X 30X 9.5 ἐκ. (Τὸ ὕψος σώζεται ὅλο). Ἀπὸ τὸ χῶρο IV.
10. ΑΕ 3067 (πίν. 80β). Τὸ μεγαλύτερο μέρος καλυπτῆρα λακωνικοῦ τύπου. Πηλὸς καστανωπὸς γκρίζος μὲ προσμίξεις ἀπὸ μικρὰ πετραδάκια. Μέγ. ύψ. 13.7 ὲκ., σ ωζ. μῆκ. 79 ὲκ., ἐλ. πλ. 22 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο IV.
11. ΑΕ 3068 (πίν. 80γ). Τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπὸ κυκλικὸ κάλυμμα πίθου, τὸ ὁποἴο συγκολλήθηκε ἀπὸ 11 κομμάτια. Πηλὸς κοκκινωπὰς-κίτρινος μὲ προσμίξεις ἀπὸ μικρὰ πετραδάκια. Διάμ. 40 ἑκ., πάχ. 2.5 ἐκ.
12. ΑΕ 3069. Τμῆμα κυκλικοῦ καλύμματος πίθου. Πηλὸς κοκκινωπὸςνκίτρινος μὲ προσμίξεις ἀπὸ μικρὰ πετραδάκια. Διάμ. 38 ἑκ., πάχος 2.3 ἐκ.
13. ΑΕ 3070. Τμῆμα κυκλικοῦ καλύμματος πίθου. Πηλὸς κοκκινωπὰς-κίτρινος μὲ προσμίξεις ἀπὸ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. 50 ἑκ., πάχ. 3 ἐκ.
14. ΑΕ 3071. Τμῆμα κυκλικοῦ καλύμματος πίθου. Πηλὸς καστανοκδκκινος μὲ προσμίξεις ἀπὸ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. 39 ἐκ., πάχ. 2.7 ἐκ.
15. ΑΕ 3072. Τὸ μισὸ σχεδὸν καλύμματος πίθου κυκλικοῦ σχήματος. Πηλὸς κοκκινωπὸς-κίτρινος με προσμίξεις ἀπὸ μικρὰ πετραδάκια. Διάμ. 45 ἑκ., πάχ. 2 ἐκ.
16. ΑΕ 3073. Μεγάλο τμῆμα κυκλικοῦ καλύμματος πίθου. Πηλὸς καστανωπὸς-κίτρινος. Διάμ. 50ὲκ., πάχ. 2.5 ἐκ.
17. ΑΕ 3074 (πίν.80δ). Δύο κομμάτια ἀπὸ κάλυμμα πίθου κυκλικοῦ σχήματος, Στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ σώζεται ἡ μισὴ σχεδὸν λαβὴ παράλληλη μὲ τὴν πάνω ἐπιφάνεια τοῦ καλύμματος. Ἔχει ὀρθογώνια διατομὴ καὶ στὸ σημεῖο ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ καπάκι φέρει στὴ ράχη της ἐλλειψοειδῆ κοίλανση (δαχτυλιά). Πηλὸς καστανωπὸς-κίτρινος μὲ προσμίξεις ἀπὸ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. 54 ἐκ., πάχ. 1.8 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο IV.
18. ΑΕ 3075. Κάλυμμα πίθου σὲ πολλὰ κομμάτια, όμοιο μὲ τὸ προηγούμενο.
19. ΑΕ 3077 (εἱκ.4, πίν.80ε). Χάλκινη λαβὴ λέβητα, σχήματος Π. Τὸ ὁριζόντια σκέλος λίγο παχύτερο ἀπὸ τὰ ἄλλα, ἐσωτερικὰ εἶναι ἡμικυλινδρικὸ ἐνῶ ἡ ἐξωτερικὴ του πλευρὰ διαμορφώνεται σὲ τρία ἐπίπεδα. Διακοσμεῖται μὲ δύο φακοειδὴ κοσμήματα. Τὰ δυὸ κάθετα σκέλη ἀπολήγουν κάτω σὲ γωνίες γιὰ τὴ συναρμογή. Μῆκ. 9 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο IV. Παρόμοιο: Φρ. Βερσάκη, Τὸ ἱερὸν τοῦ Κορύθου Ἀπόλλωνος, ΑΔ1916, 86, εἱκ.20.
20. ΑΕ 3078 (είκ.5, πίν.80στ). χάλκινος κυκλικὸς κρίκος, πιθανὸν ἀπὸ λαβὴ ἀγγείου. Τὸ στέλεχος ἔχει κυκλικὴ διατομἠ. Διάμ. 5.7 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο VII. παρόμοια E. Curtius- F. Adler, Olympia IV, Die Bronzen, ἀρ. 837,838, σ.133 (τέλος -6ου, ἀρχὲς -5ου αἱ.).
21. ΑΕ 3079 (εὶκ.6, πίν.80ζ). Τμῆμα τοῦ πάνω μέρους περόνης μὲ κεφαλὴ σχήματος πιεσμένης- σφαίρας διακοσμημένης μὲ κάθετες ἐγκοπές. Κάτω ἀπὸ τὴν κεφαλὴ στὸ στέλεχος ἁπλὴ σπείρα ἀνάγλυφη. Σωζ. ὔψ. 2.2 ἐκ. Ἀπὸ τὸ χῶρο VII. παρόμοια. Ρ. Jacobstah1, Greek Pins (Oxford 1956) ἀρ. 83. Hanna Phi1ipp, Bronzeschmuc 3113 Olympia, Olympische Forschungen XIII, άρ. 116-117, πίν.3.30, σ.60. R. M. Dawkins, Artemis Orthia (1929) 200, πίν. LXXXVI.



B. Κεραμεικὴ
1. ΑΕ 3005 (πίν.81α). Ὑδρία. Λείπει ἡ βάση, τμῆμα τῆς κοιλιᾶς μὲ τὴ μία ὁριζόντια λαβἠ, τμήματα τοῦ λαιμοῦ καὶ τοῦ χείλους. Σῶμα ἀρκετὰ φουσκωτό, ἐλαφρὰ ἀπιόσχημο. Ο λαιμὸς ξεχωρίζει μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὸ ἀπόλοιπα σῶμα, εἶναι ἀρκετὰ ψηλὸς καὶ ἀνοίγει πρὸς τὰ πάνω. Στὸ μέσο περίπου τοῦ λαιμοῦ ἀνάγλυφη περιφερειακὴ γραμμή. Τὸ χεῖλος στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἔχει μορφὴ πλαστικοῦ δαχτυλιδιοῦ κυκλικῆς διατομῆς. Η ὁριζόντια λαβἠ, σχεδὸν κάθετη στὸ σῶμα τοῦ ἀγγείου ἔχει τομὴ ἐλλειψοειδἠ. Η κάθετη λαβὴ (ἡ διατομή της ἔχει μορφὴ στενῆς ἔλλειψης) ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ μέσο τοῦ λαιμοῦ καὶ καταλήγει κάτω ἀπὸ τὸν ὦμο, στὸ ἴδιο σχεδὸν ὕψος μὲ τὴν ὁριζόντια. Σὲ όλο τὸ σῶμα φέρει μαῦρο γάνωμα ἀρκετὰ ἀπολεπισμένο. Συγκολλήθηκε ἀπὸ πολλὰ κομμάτια. Πηλὸς κιτρινωπός. Ὕψ 38 ἑκ., διάμ. χείλ. 20.3 ἐκ.
2. ΑΕ 3038 (εὶκ.7, πίν.81γ). Τμῆμα τοῦ λαιμοῦ καὶ τοῦ χείλους ὑδρίας ποὺ σώζει καὶ μέρος τῆς κάθετης λαβῆς. Ο λαιμὸς ἀνοίγει καθὼς ἀνεβαίνει πρὸς τὰ πάνω καὶ τὸ χεῖλος, ἐλλειψοειδοῦς διατομῆς, στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Στὸ ὕψος τῆς λαβῆς περιφερειακὰ πλαστικὸ κορδόνι. Πηλὸς κιτρινωπός. Ὗψ. 9 ἑκ., διάμ. χείλ. 24 ἐκ.
3. ΑΕ 3006 (εικ.7, πίν.81β). Τμῆμα τοῦ λαιμοῦ καὶ τοῦ χείλους ὑδρίας. Σώζεται καὶ μέρος τῆς κάθετης λαβῆς. περιφερειακὰ στὸ λαιμὸ ἀνάγλυφη γραμμὴ στὸ ὕψος τῆς λαβῆς. Χεῖλος σχεδὸν κυκλικῆς διατομῆς. Πηλὸς κιτρινωπός. Υψ. 9 ἐκ., διάμ. χείλ. 28 ἐκ.
4. ΑΕ 3022 (εικ.7, πίν.81ε). Λαιμὸς καὶ χεῖλος ἀμφορέα μὲ τμῆμα τῆς μίας λαβῆς. Τὸ χεῖλος ἐπίπεδο πάνω ἐξέχει ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ λαιμό. Φέρει μαῦρο γάνωμα. Πηλὸς κοκκινωπός. Ὕψ. 6.5 ἑκ., διάμ. χείλ. 15.5 ἐκ. Παρόμοιο βλ. Excavations at Tocra, The Archaic Deposits I, ἀρ. 951 . 954 πίν. 65.


5. ΑΕ 3021 (εικ.7, πίν.81δ). Λαιμὸς καὶ χεῖλος ἀμφορέα μὲ τμῆμα τῆς μίας λαβῆς. Τὸ χεῖλος ἐπίπεδο πάνω καὶ λοξότμητο ἐξωτερικὰ πρὸς τὸ λαιμὸ μὲ τὸν ὁποῖο συνδέεται μὲ ἕνα πλαστικὸ σχοινὶ τριγωνικῆς διατομῆς. Η λαβὴ πάνω μέχρι τὴ στροφὴ πρὸς τὸν ὦμο εἶναι σχεδὸν ὁριζόντια. Φέρει σὲ πολλὰ σημεῖα μαῦρο γάνωμα. Πηλὸς κοκκινωπός. Υψ. 7 ἑκ., διάμ. χείλ. 10.7 ἐκ.
6. ΑΕ 2987 (εἱκ.7, πίν.81στ). Τριφυλλόστομη οἰν οχόη. Η βάση πολὺ χαμηλή, δισκόμορφη, ἐπίπεδη κάτω. Τὸ σῶμα μὲ μία τάση σφαιρικότητας σχηματίζει τὸν ὦμο καὶ τὸ λαιμὸ μὲ μία ἑνιαία γραμμὴ χωρὶς ἀρθρώσεις (one piece). Ο λαιμὸς κοντὸς καὶ φαρδὐς. Η λαβὴ ἐλλειψοειδοῦς διατομῆς φτάνει ἀκριβῶς στὸ ὕψος τοῦ χείλους. Ἔφερε μαῦρο γάνωμα, τὸ ὁποῖο ὄμως ἔχει ἀπολεπίσει παντού και ίχνη του μόνο διακρίνονται σὲ ὁρισμένα σημεῖα. Πηλὸς κίτρινος. Υψ. 25.5 ἑκ., διάμ. βάσης 11.2 εκ. Παρόμοιο ὡς πρὸς τὸ σχῆμα βλ. Athenian Agora XII, ἀρ.1636 (-575/ -550).


7. ΑΕ 2988 (είκ.7, πίν.81ζ). Οἰνοχόη. Βάση δακτυλιόσχημη ἐπίπεδη. Σῶμα σχεδὸν σφαιρικό, λαιμὸς κοντὸς καὶ λεπτὸς μὲ σχετικὰ εὐρὺ στόμιο. Ἔφερε μαῦρο γάνωμα, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀπολεπιστεῖ καὶ,ἴχνη του μόνο σώζονται σὲ μερικὰ σημεῖα τοῦ σώματος καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ στομίου. Λείπει ἡ λαβἡ καὶ τμῆμα τοῦ χείλους. Πηλὸς κίτρινος κοκκινωπὸς εθθριπτος. Υψ. 16.7 εκ., διάμ. βάσ. 7.2 ἑκ., διάμ. χείλ. 4.5 ἐκ.


8. ΑΕ 2989. Η βάση καὶ τμῆμα τοῦ σώματος κλειστοῦ ἀγγείου, πιθανὸν οἰνοχόης ὅμοιας μὲ τὴν ἀρ. 2987. Ἐξωτερικὰ ἔφερε μαῦρο γάνωμα πολὺ ἀπολεπισμἐνο. Η βάση δισκόμορφη ἐπίπεδή κάτω. Πηλὸς κιτρινωπός. Σωζ. ῦψ. 5 ἑκ., διάμ. βάσ. 8.5 ἑκ.
9. ΑΕ 2990. Η βάση, τμῆμα τοῦ σώματος καὶ ἡ λαβὴ οἰνοχὁης. Η βάση ἔχει μορφὴ λεπτοῦ δίσκου καὶ ἡ λαβἡ ἐλλειψοειδῆ διατομἠ. Ἐξωτερικὰ ἴχνη μαύρου γανώματος. Πηλὸς κιτρινωπός. Σωζ. ὖψ. 5.5 ἐκ., διάμ. ὤμ. 6.8 ἐκ.
10. ΑΕ 3027 (εἰκ.7, πίν.82α). Βάση κλειστοῦ ἀγγείου, πιθανὸν οἴνοχόης. Ἔχει σχῆμα δίσκου, κάτω εἶναι ἐπίπεδη καὶ στὸ κέντρο φέρει μικρὸ ἔγκοιλο κύκλο. Φέρει μαῦρο γάνωμα. Πηλὸς κοκκινωπὸς καλῆς ποιότητας. Διάμ. 9.3 ἐκ. Παρόμοιο μὲ Athenian Agora ΧΙΙ ἀρ. 101 (-500).
11. ΑΕ 3030 (εικ.7). Τὸ κάτω μέρος κλειστοῦ ἀγγείου πιθανὸν οἰνοχοΐσκης μὲ ἐπίπεδή βάση καὶ σῶμα φουσκωτό. Μαῦρο γάνωμα ἐξωτερικὰ ἀρκετὰ ἀπολεπισμένο. Πηλὸς καστανοκόκκινος. Σωζ. ῦψ. 4.5 ὲκ., διάμ. βάσ. 7.5 ὲκ. Παρόμοιο βλ. Athenian Agora ΧΙΙ ἀρ. 289 (-500/ -480).
12. ΑΕ 3039 (πίν.82β). Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ σώματος μεγάλου ἀγγείου, πιθανὸν οἰνοχόης. Τὸ σῶμα πάνω σώζεται μέχρι τὴν ἄρθρωση τοῦ ὤμου καὶ τοῦ λαιμοῦ. Φέρει ἀραιὸ μαῦρο γάνωμα μὲ πινελιὲς στὴν κοιλιά. Πηλὸς κίτρινος καστανωπός. Σωζ. ύψ. 28 ἐκ. Παρόμοιο βλ. Excavations at Tocra I, ἀρ. 957 (ἀρχὲς τοῦ δεύτερου τέταρτου τοῦ -6ου αἱ. θεωρεῖται λακωνικό).
13. ΑΕ 2993 (εἰκ.8, πίν.82γ). Κάνθαρος. Λείπουν τμήματα τοῦ χείλους καὶ ἡ μία λαβή. Η βάση κοίλη κάτω ἔχει τὴ μορφὴ ἐπάλληλων πλαστικῶν δαχτυλιδιῶν. Τὸ σῶμα σχεδὸν σφαιρικό, διακοσμεῖται μὲ παράλληλα κάθετα γλωσσοειδὴ κοσμήματα ἀνάγλυφα. Τὸ χεῖλος ξεχωρίζει σαφῶς ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα, ἀνοίγει πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν ὦμο τοῦ ἀγγείου μὲ ἕνα πλαστικὸ δαχτυλίδι. Η λαβὴ ταινιωτὴ, ὲνώνεται, μὲ τὸ πέρας τοῦ χείλους. Πηλὸς καστανωπός. Υψ. 11.3 ἑκ., διάμ. βάσ. 8 ἑκ., διάμ. χείλ. 12:5 ἐκ.
14. ΑΕ 3003 (εικ.8, πίν.82δ). Κύπελλο καστανύβαφο. Βάση χαμηλὴ καὶ πλατιὰ σὲ σχῆμα λεπτοῦ πλαστικοῦ δαχτυλιδιοῦ. Σῶμα σφαιρικό, λαιμὸς κοντὸς καὶ ἀνοιχτὸς μὲ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Λαβὴ ταινιωτὴ ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ χεῖλος. Τὸ γάνωμα ἀπολεπισμένο σὲ πολλὰ σήμεῖα. Λείπει τμῆμα τοῦ χείλους. Πηλὸς κιτρινωπὸςκόκκινος μέχρι γκρίζος. Υψ 8 εκ., διάμ. βάσ. 7. 5 ἑκ. ,διάμ. χείλ. 8 εκ. Παρόμοια βλ. Athenian Agora ΧΙΙ ἀρ. 193 πίν.11 (-480/ -470). 


15. ΑΕ 3012 (εικ.9). Τμῆμα τοῦ σώματος καὶ τοῦ χείλους κύλικας μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς λαβῆς κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος. Πηλὸς κιτρινωπύς. Σωζ. ῦψ. 6.5 εκ., διάμ. 14.5 ὲκ. Παρόμοιο O1ympische Forschungen VIII (1975) εικ. 25,6 (9250) δ' τέταρτο τοῦ -6ου αἱ.).
16. ΑΕ 3017 (εἰκ.9). Τμῆμα κύλικας ποὺ σώζει ὅλο τὸ προφὶλ τοῦ σώματος μὲ τὴ μία λαβή, μέχρι τὴν ἀρχὴ τῆς βάσης. Τὸ χεῖλος σχετικὰ ψηλὸ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Ἴχνη μελανοῦ γανώματος. Πηλὸς κιτρινωπὀς. ᾘΥψ 6.8 ἐκ. παρόμοια. Forsch. VIII, εικ. 26,αρ. 6-7 (ἀρχὲς -5ου αἱ.)
17. ΑΕ 3018 (εικ.10). Λαβὴ καὶ χεῖλος κύλικας. Τὸ χεῖλος σχετικὰ μικρό, στρέφεται πολὺ πρὸς τὰ ἔξω. Δὲν ,διακρίνονται ἴχνη γανώματος, πιθανὸν ἀπὸ ὁλοσχερὴ ἀπολεπισμό. Πηλὸς πορτοκαλόχρωμσς-καστανωπός. Παρόμοιο: Forsch. VIII εικ. 25,6 (τέλος -6ου αἱ.).
18. ΑΕ 3008 (εικ.9). Τμῆμα κύλικας χωρὶς πόδι ποὺ σώζει μέρος τῆς βάσης τοῦ σώματος καὶ τῆς μίας λαβῆς. Η βάση ἐπίπεδη, ἔχει τὴ μορφὴ δύο ἐπάλληλων λεπτῶν δίσκων. Γάνωμα μελαν ἀπολεπισμένο. Πηλὸς κιτρινωπύς. Υψ. 4.1 ἑκ., διάμ. βάσ. 6.5 ἐκ.
19. ΑΕ 3009 (εικ.9). Τμῆμα κύλικας ποὺ σώζει μέρος τοῦ σώματος καὶ τοῦ χείλους, τὸ ὁποῖο στρέφεται ἐλαφρὰ πρὸς τὰ ἔξω. Ἔφερε μαῦρο γάνωμα τοῦ ὁποίου σώζονται ἴχνη. Πηλὸς κιτρινωπός Σωζ. ῦψ. 4.5 ἐκ. Παρόμοιο: Forsch. VIII, ἀρ. 5850 εικ. 22,3 (μέσα -6ου αἱ.).
20. ΑΕ 3013 (εικ.9). Τμῆμα τοῦ σώματος καὶ τοῦ χείλους κύλικας μὲ μαῦρο γάνωμα μέσα καὶ ἔξω. Πηλὸς κοκκινωπὸς κίτρινος. Ὕψ. 6 ὲκ. Παρόμοιο: Forsch. VIII, πίν.38,8 (α΄ τέταρτο τοῦ -5ου αἱ.).
21. ΑΕ 3014 (εικ.9). Τμῆμα κύλικας ποὺ σώζει μέρος τοῦ χείλους καὶ τῆς μίας λαβῆς. Σῶμα σχετικἀ κλειστὸ καὶ χεῖλος ποὺ ,στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Ἴχνη μαύρου γανώματος. Πηλὸς κοκκινωπὸς καστανός. Υψ. 4.3 ἑκ., διάμ. χείλ. 10 ἐκ.
22. ΑΕ 3015 (είκ.9). Δύο κομμάτια κύλικας μὲ σχετικὰ ψηλὸ χεῖλος πού στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Ἴχνη μαύρου γανώματος. Πηλὸς κιτρινωπός. Σωζ. ύψ.: α) 3.8 ἐκ., β) 3.1 ἐκ. Παρόμοια: J. Boardman - J. Hayes, Excavations at Tocra, The Archaic Deposits I, ἀρ-1007, εἰκ. 45, πίν. 68 (Laconian). Forsch. VIII, είκ. 25, 12 - 15 (μέσα -6ου αἱ.).


23. ΑΕ 3016 (εἱκ.9). Πόδι κύλικας κωνικοῦ σχήματος, κοῖλο ἐσωτερικά.
24. ΑΕ 3051 (εἷκ.9). Κομμάτια κύλικας μὲ μικρὸ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Ἴχνη μαύρο γανὠματος. Πηλὸς κιτρινωπός. Παρόμοιο: Forsch. VIII, είκ.25.1 (6450) (β τέταρτο -6ου αἰ.).
25. ΑΕ 2997 (εἱκ.8, πίν.82ε). Σκύφος. Σώζεται ἡ βάση καὶ τὸ μισὸ περίπου σῶμα μὲ τὴ μία λαβἠ. Η βάση κωνικὴ κοίλη κάτω καὶ τὸ σῶμα πολύ ἀνοιχτό, ἀπολήγει σὲ χεῖλος πού μόλις στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Η λαβὴ σχετικὰ μικρή, λοξὰ τοποθετημένη κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος, φέρει μαστοειδῆ ἀπόφυση. Ἀμέσως κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος πλαστικὸ κορδόνι μὲ ἔμπιστες κοκκίδες. Στὸ κάτω μέρος τοῦ σώματος τρεῖς διακοσμητικὲς αθλακιές. Τὸ ὑπόλοιπο σῶμα καλύπτεται μὲ ἀνάγλυφες διακοσμητικὲς γλῶσσες. Ἰόλη ἡ᾿ἐπιφάνεια τοῦ ἀγγείου καλύπτεται μὲ μαῦρο γἀνωμα. Πηλὸς κοκκινωπός. Υψ 10.8 εκ.., διαμ. βασ. 14 εκ., διάμ. χείλ. 21 ἐκ.
26. ΑΕ 3034 (εικ.8, πιν.83α). Τμῆμα τοῦ σώματος καὶ τοῦ χείλους σκύφου. Τὸ σῶμα καμπανόσχημο καὶ τὸ χεῖλος στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Ἐξωτερικὰ φέρει ἀνάγλυφη διακόσμηση: Τέσσερις αὐλακώσεις στὸ κάτω μέρος τοὺᾇσώματος καὶ ἄλλες δύο κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος μαζὶ μὲ ἕνα πλαστικὸ κορδόνι ζδιακοσμημένο μὲ ἔμπιστες κοκκίδες, δημιουργοῦν μιὰ πλατιὰ ζώνη ποὺ διακοσμεῖται μὲ ἀνάγλυφες γλῶσσες (βλ. ἀρ.25). Πηλὸς καστανοκόκκινος καθαρός. Σωζ. ῦψ. 10.3 ἑκ., διάμ. χείλ. 13.8 ἐκ. Παρόμοιο ὡς πρὸς τὸ σχῆμα βλ. Forsch. VIII, εικ. 24,7 (71SO).
27. ΑΕ 3004 (εἰκ.9). Τμῆμα ἀώτου σκύφου- κύπελλου ποὺ σώζει μέρος τοῦ σώματος τοῦ χείλους καὶ τῆς βάοης. Ἀρκετὰ ἀπολεπισμένο, δὲν σώζει ἴχνη γανώματος. Πηλὸς πορτοκαλόχρωμος-κιτρινωπύς.Υψ. 5.5 ἑκ., διάμ. βάσ. 5 ἐκ., διάμ. χείλ. 8 ἐκ. Παρόμοιο: Forsch.VIII, ἀρ.24SΤΝ εικ. 22,1 (β' μισὸ τοῦ -6ου αί.).
28. ΑΕ 3010 (εικ.9). Τμῆμα ἀώτου σκύφου μὲ ἐπίπεδή βάση (flat-based cup) καὶ χεῖλος ποὺ στρέφεται ἐλαφρὰ πρὸς τὰ ἔξω. Πηλὸς κοκκινωπὸς-κίτρινος. Υψ. 3.3 ἑκ., διάμ. βάσ. 2.8 ἑκ., διάμ. χείλ. 6.6 ἐκ. Παρόμοιο: Excavations at Tocra I, ἀρ. 1016 xiv. 69 (μέσα -6ου αἱ.).
29. ΑΕ 3011 (εικ.9). Σκύφος μελαμβαφὴς ἀπολεπισμένος. Η βάση ἐπίπεδη, ἁπλὸ πλάτυσμα, καὶ σῶμα σχεδὸν κυλινδρικό. Σώζεται τμῆμα τῆς μίας ἀπὸ τὶς δυὸ ὁριζόντιες λαβές. Πηλὸς καστανωπὸς-γκρίζος. Υψ. 4 ἑκ., διάμ. βάσ. 4.5 ἐκ., διάμ. χείλ. 8.2 ἐκ. Παρόμοιο Forsch. VIII, εικ.22,1 (2SΤΝ) (γ τέταρτο -6ου αἱ.).
30. ΑΕ 3019 (εἰκ.9). Κομμάτια σκύφου. Η βάση ἐπίπεδη, σῶμα ἐλαφρὰ φουσκωτὸ στὸ μέσο καὶ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος ἔφερε δύο ὁριζόντιες λαβὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖεςΝ σώζεται ἡ μία. Ἴχνη καστανοῦ γανώματος. Πηλὸς γκριζωπός. Υψ. 4 ἑκ., διάμ. βάσ. 4 ἑκ., διάμ. χείλ. 9 ἑκ. Παρόμοιο Forsch. VIII, εικ.22,3 (ά μισὸ τοῦ -6ου αἱ.).


31. ΑΕ 3028 (εικ.8, πιν.83γ). Σκύφος -κύπελλο χωρὶς λαβές. Η βάση σχεδὸν ἀνύπαρκτη, εἶναι Νἁπλὸ πλάτυσμα. Τὸ σῶμα κυλινδρικό, ἀνοίγει ἐλαφρὰ πρὸς τὸ χεῖλος. Ἴχνη μαύρου γανώματος. Πηλὸς κοκκινωπὀς. Υψ. 5.5 ἑκ., διάμ. βάσ. 4.5 ἐκ., διάμ. χείλ. 8.5 ἑκ.
32. ΑΕ 3033 (πίν.83β). Τμῆμα τοῦ σώματος κλειστοῦ ἀγγείου. Ἐξωτερικὰ φέρει μαῦρο γάνωμα καὶ ἀνάγλυφη διακόσμησιν μὲ γλωσσοειδὴ κοσμήματα (βλ. σκύφο ἀρ.25). Πηλὸς καστανωπὸς καὶ σὲ μερικὰ σημεῖα γκρίζος ἀπὸ φωτιά. Σωζ. ύψ. 11.5 ἐκ.
33. ΑΕ 3035 (εικ.10, πιν.83στ). Τμῆμα τοῦ πάνω μέρους χύτρας μὲ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Σώζεται μία λαβὴ κάθετη ταινιωτή, ποὺ ἀρχίζει ἀμέσως κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος καὶ ἔχει μιὰ ρηχὴ αὐλακιὰ στὴ ράχη της. Ἀγάνωτη. Πηλὸς καστανοκόκκινος. Σωζ. ῦψ. 12.2 ἑκ., διάμ. χείλ.23 ἑκ.
34. ΑΕ 3036 (εικ.10, πιν.83ζ). Τμῆμα τοῦ πάνω μέρους χύτρας σφαιρικοῦ σχεδὸν σχήματος μὲ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Η λαβὴ κάθετη ταινιωτἠ, συμφυὴς μὲ τὸ χεῖλος. Πηλὸς καστανωπὸς- πορτοκαλόχρωμος. Σωζ. ὕψ. 14 ἐκ. παρόμοια Forsch. VIII, εικ. 12,7.
35. ΑΕ 2998 (εικ.10, πιν. 83δ). Ρηχὸ πινάκιο, ἄβαφο. Ἥ βάση εἶναι ἁπλὸ κυκλικὸ πλάτυσμα. Τὰ τοιχώματα ἐλαφρὰ καμπύλα καὶ λοξὰ πρὸς τὰ πάνω ἀπολήγουν σὲ χεῖλος -περίδρομο, ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Πηλὸς κοκκινωπὸς κίτρινος. Υψ 1.6 ἑκ., διάμ. βάσ. 5.6 ἐκ., διάμ. χείλ. 9 ἐκ.
36. ΑΕ 2999 (εικ.10). Τμῆμα ἄβαφου ρηχοῦ πινακίου ποὺ σώζει τὴ βάση, μέρος τοῦ σώματος καὶ τοῦ περιδρόμου. Η βάση ἁπλὸ πλάτυσμα, τὰ τοιχώματα ἀρκετὰ ἀνοιχτὰ καὶ ὁ περίδρομος ἔχει σὲ κατατομὴ σχῆμα λοξοτμήτου δαχτυλιδιοῦ. Πηλὸς κοκκινωπός. Υψ. 1.7 ἑκ., διάμ. βάσ. 4.3 ἐκ., διάμ. χείλ. 12 ἑκ.


37. ΑΕ 2994 (εικ.10, πιν.84α). Ἰγδίον. Βάση χαμηλή, κωνικἠ, κοίλη κάτω. Χεῖλος στραμμένο πρὸς τὰ ἔξω σὲ μορφὴ ράμφους. Ἐσωτερικὰ σὲ ὅλη τὴν ἐπιφάνεια φέρει κολλημένα μικρὰ πετραδάκια. Πηλὸς κοκκινωπὸς-κίτρινος, ἀκάθαρτος. Ὑψ. 8 ἑκ., διάμ. βάσ. 22 ἑκ., διάμ. χείλ. 25 ἐκ. Παρόμoio Athenian Agora XII, Black and Plain Pottery, ἀρ. 1888, πίν. 90 (γύρω. στα -500)
38. ΑΕ 2995 (εἰκ.10, πίν.84β). Τμῆμα ἰδίου ποὺ σώζει μέρος τῆς βάσης, τοῦ σώματος καὶ τοῦ χείλους. H βάση χαμηλή, κωνικὴ καὶ τὸ σῶμα ἐλαφρὰ κυρτὸ ἀπολήγει σὲ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἔχει μορφὴ ράμφους. Πηλὸς καστανοκίτρινος ἀκάθαρτος. Ὕψ. 8.5 ἑκ., διάμ. βάσ. 20 ὲκ., διάμ. χείλ. 30 ἑκ. Παρόμοιος The Athenian Agora XII, ἀρ. 1886, πίν.90 (-520/ -480).


39. ΑΕ 2996 (εἰκ.10). Κομμάτια ἰγδίου, ποὺ σώζουν τὴ βάση καὶ τὸ χεῖλος μὲ τμήματα ἀπὸ τὰ τοιχώματα. Η βάση κάτω ἐπίπεδη κωνικἠ, χεῖλος στραμμένο πρὸς τὰ ἔξω μὲ μορφὴ ράμφους. Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια φέρει κολλημένα μικρὰ πετραδάκια. Πηλὸς γκρίζος ἀκάθαρτος. Διάμ. βάσ. 20.5 ἐκ., διάμ. χείλ. 29 ἑκ. παρόμοια Forsch. VIII, εἱκ.18,1 (4ο τέταρτο τοῦ -6ου αἱ.).
40. ΑΕ 3032. Τμῆμα τοῦ κάτω μέρους ιγδίου. Η βάση ὑπερυψωμένη, κωνική, ἐπίπεδη κάτω. Ἐξωτερικὰ φέρει ἴχνη ἀπὸ μαῦρο γάνωμα. Στὴν ἐσωτερικὴ ἐπιφάνεια ὑπάρχουν κολλημένα μικρὰ πετραδάκια. Πηλὸς καστανωπὸς-κίτρινος. Σωζ. ὕψ. 5.5 ἐκ.


41. ΑΕ 3076. Τμῆμα ἱγδίου. Σώζεται μέρος τῆς βάσης ἐπίπεδης κάτω, κωνικοῦ σχήματος. Τὸ χεῖλος στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω. Πηλὸς κίτρινος-κοκκινωπὀς, ἀκάθαρτος. Ὕψ. 8 ἐκ., διάμ. βάσ. 19 ἐκ., διάμ. χείλ. ἐξωτ. 30 ἐκ.
42. ΑΕ 3007. Τὸ κάτω μέρος τοῦ σώματος ληκύθου μὲ μαῦρο στιλπνὸ γάνωμα. Πηλὸς κοκκινωπός. Σωζ. ὔψ. 4.5 ἐκ. Παρόμοιο στὸ σχῆμα βλ. Corinth XIII, The North Cemetery, άρ. 276, 3, πἱν.39 (-485/  -475).
43. ΑΕ 3002 (εἰκ.11). Τμῆμα τοῦ σώματος μεγάλου ἀνοιχτοῢ ἀγγείου μὲ μαῦρο ἀραιὸ γάνωμα. Πιθανὸν ἀνήκει σὲ λάκαινα. Στὸ κάτω μέρος φέρει δύο ἔντονες αὐλακώσεις. Πηλὸς καστανοκὀκκινος. Ὕψ. 14 ἐκ.
44. ΑΕ 3001 (πίν.83ε). Κομμάτι ἀπὸ σουρωτἠρι. Πηλὸς κιτρινωπός. Μἐγ. μῆκ. 11 ἐκ.
45. ΑΕ 3000 (εἰκ.11). Τμῆμα λεκάνης μὲ χεῖλος ποὺ στρέφεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἔχει σὲ κατατομὴ σχῆμα ράμφους. Πηλὸς κίτρινος-κοκκινωπός. Σωζ. ῦψ. 9 ἐκ.
46. ΑΕ 3029. Τμῆμα τῆς βάσης καὶ τοῦ κάτω μέρους τοῦ σώματος ἀνοιχτοῦ ἀγγείου, ἴσως λεκανίδας. Βάση δισκὀμορφη μέσα καὶ ἔξω, ἔφερε μαῦρο γάνωμα. Πηλὸς κιτρινωπός. Σωζ. ὗψ. 3.8 ἑκ., διάμ. βάσ. 6.5 ἐκ.


47. ΑΕ 3031. Τὸ κάτω μέρος ἀνοιχτοῦ ἀγγείου, πιθανὸν λεκανίδας. Γάνωμα μαῦρο μέσα καὶ ἔξω. Πηλὸς κοκκινωπός. Σωζ. ὕψ. 3.5 ἐκ., διάμ. βάσ. 6.8 ἐκ.
48. ΑΕ 3037 (εἱκ.11, πίν.84γ). Μικρὸ ἀγγεῖο ἀμφικωνικοῦ σχήματος μὲ σχετικὰ πολὺ χοντρὰ τοιχὠματα, τοῦ ὁποίου λείπει ἡ βάση καὶ τὸ χεῖλος. Πηλὸς κίτρινος καστανωπός. Σωζ. ῦψ. 6 ἐκ.
49. ΑΕ 3020. Τμῆμα λαβῆς χοντροειδοῦς καὶ μεγάλου ἀγγείου (πίθους) ἐλλειψοειδοῦς διατομῆς μὲ μαστοειδὴ ἀπόφυση. Πηλὸς πορτοκαλόχρωμος-καστανωπός. Μῆκ. 7.5 ἑκ.
50. ΑΕ 3041 (εικ.12). Περίπου τὸ μισὸ χεῖλος πίθου μὲ λοξότμητη πρὸς τὰ μέσα τὴν ἐξωτερικὴ πλευρά. Πηλὸς καστανὸς- κοκκινωπός, κακοψημένος, μὲ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. χείλ. ἐσωτ. 34 ὲκ., ἐξωτ. 49 ἐκ.
51. ΑΕ 3042 (είκ.12). Τμῆμα τοῦ χείλους πίθου παρομοίου μὲ τὸ ἀριθ.50. Πηλὸς κίτρινος κοκκινωπὸς μὲ μικρὰ πετραδάκια. Διάμ. ἐσωτ. 34 ἑκ., ἐξωτ. 49 ἐκ.
52. ΑΕ 3043 (είκ.12). Τὸ μισὸ περίπου χεῖλος πίθου μὲ στενὸ αὐλάκι ἐξωτερικὰ καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ ὤμου. Πηλὸς καστανοκόκκινος μὲ μικρὰ κομμάτια κεραμιδιοῦ. Διάμ. ἐσωτ. 38 ἐκ., ἐξωτ. 50 ἐκ.
53. ΑΕ 3044 (εικ.12). Τμήματα τοῦ χείλους καὶ τῆς βάσης πίθου. Πηλὸς κιτρινωπὸς μὲ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι καὶ πετραδάκια. Διάμ. ἐσωτ. 23 ἑκ., ἐξωτ. 35 ἑκ., διάμ. βάσ. 13.5 ἐκ.
54. ΑΕ 3045. Τὸ κάτω μέρος πίθου. Βάση δισκόμορφη, ἐπίπεδη πολὺ πλατιὰ καὶ σῶμα ἀρθρωμένο σὲ δύο ἐπίπεδα. Στὸ σημεῖο τῆς ἄρθρωσης δυὸ πλαστικὰ κορδόνια παράλληλα μὲ μιὰ αυλακιά ἀνάμεσά τους περιτρέχον καὶ διακοσμοῦν τὸ σῶμα τοῦ πίθου. Πηλὸς κόκκινος, κιτρινωπὸς μὲ πετραδάκια. Ὑψ. 28 ἑκ., διάμ. βάσ. 44 ἐκ.
55. Κομμάτια πίθου μὲ ὀφιοειδεῖς λαβὲς (πίν. 84δ-ε). Ἀναπαράσταση βλ. εικ.13.
56. ΑΕ 3046 (βλ. ἀναπαράσταση εικ.13). Τμῆμα πίθου. Σώζεται σχεδὸν τὸ μισὸ χεῖλος καὶ μέρος τοῦ σώματος μὲ ἕνα πλαστικὸ κορδόνι διακοσμητικό. Στὸ ὕψος τῆς ἄρθρωσης τοῦ ὤμου σώζεται ἡ ἀπόληξη "ὸφιοειδοῦς" λαβῆς καὶ μαστοειδὴς ἀπόφυση. Πηλὸς κοκκινωπὸς- κίτρινος ἀνακατεμἐνος μὲ πετραδάκια καὶ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Σωζ. ὕψ. 46.5 ἑκ., διάμ. χείλ. ἐσωτ. 34 ἑκ., ἐξωτ. 49 ἐκ.
57. ΑΕ 3047. Τὸ μισὸ περίπου πίθου. Βάση ἐπίπεδη δισκόμορφη. Σῶμα ἀπιόσχημο, ἀνοιχτὸ πάνω μὲ πολὺ εὐρὺ στόμιο. Πηλὸς κοκκινωπὸς μὲ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Ὕψ. 66 ἑκ., διάμ. βάσ. 30 ἐκ., διάμ. χείλ. ἐσωτ. 68 ἑκ., ἐξωτ. 86 ἐκ.
58. ΑΕ 3048 (εικ.12). Τμῆμα τοῦ χείλους πίθου. Πηλὸς κιτρινωπὸς μὲ κόκκινο πυρῆνα καὶ προσμίξεις ἀπὸ πετραδάκια καὶ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. ἐσωτ. 52, ἐξωτ. 72 ἑκ.
59. ΑΕ 3049 (εικ.12). Ὁλόκληρο τὸ χεῖλος πίθου μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ ὤμου. Πηλὸς κίτρινος-κοκκινωπὸς μὲ προσμίξεις ἀπὸ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. ἐσωτ. 34 ἐκ., ἐξωτ. 51 ἑκ.
60. ΑΕ 3050 (εικ.11, 14). Πίθος. Βάση ἐπίπεδη δισκόμορφη καὶ χεῖλος λεπτὸ χωρὶς ἰδιαίτερη διαμόρφωση, πολὺ ἀνοιχτὸ στόμια. Τὸ σῶμα διαμορφώνεται σὲ τρία ἐπίπεδα, ἕνα μετὰ τὴ βάση λοξὸ πρὸς τὰ ἔξω, ἕνα ἐνδιάμεσο σχεδὸν κάθετα, καὶ ἕνα τρίτο λοξὸ πρὸς τὸ χεῖλος. Στὸ κάτω μέρος δυὸ διακοσμητικὰ πλαστικὰ κορδόνια παράλληλα περιτρέχον τὸ σῶμα τοῦ πίθου, ἐνῶ ἄλλα τρία διακοσμοῦν τὸν ὦμο του. Ἀπὸ τὶς λαβὲς οἱ ὁποῖες μιμοῦνται μεταλλικὰ πρότυπα σώζονται οἱ "οφιοειδεῖς" ἀπολήξεις τους καὶ μαστοειδεῖς ἀποφύσεις. Πηλὸς κιτρινωπὸς- πορτοκαλόχρωμος μὲ ἐλάχιστες προσμίξεις. Ὕψ. 65 ἑκ., διάμ. βάσ. 40 ἑκ., διάμ. χείλ. 31 ἐκ.
61. ΑΕ 3052. Τὸ μεγαλύτερο μέρος λοξοτμήτου χείλους πίθου μὲ τμῆμα τοῦ ὤμου. Πηλὸς κοκκινωπὸς μὲ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Διάμ. ἐσωτ. 20 ὲκ., ἐξωτ. 46 ἐκ.
62. ΑΕ 3053. Τμῆμα τοῦ χείλους μεγάλου πίθου. Πηλὸς κόκκινος κιτρινωπὸς μὲ πετραδάκια καὶ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Διάμ. ἐσωτ. 64 ἐκ, ἐξωτ. 88 ἐκ.
63. ΑΕ 3054. Τμῆμα τοῦ χείλους πίθου λοξοτμήτου στὴν ἐξωτερικὴ πλευρά. Πηλὸς κοκκινωπὸς πορτοκαλόχρωμος μὲ πετραδάκια καὶ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. ἐσωτ. 40 ἐκ., ἐξωτ. 58 ἐκ.
64. ΑΕ 3055. Τμῆμα τοῦ χείλους πίθου. Πηλὸς κόκκινος μὲ ἀπόχρωση γκρίζου-καστανοῦ ἀπὸ κακὸ ψήσιμο μὲ πετραδάκια καὶ κομματάκια κεραμιδιοῦ. Διάμ. ἐσωτ. 52 ἐκ., ἐξωτ. 74 ἐκ.
65. ΑΕ 3056. Η βάση καὶ τμῆμα τοῦ σώματος πίθου. Πηλὸς κιτρινωπὸς μὲ κόκκινο πυρῆνα καὶ προσμίξεις ἀπὸ πετραδάκια. Σωζ. ὕψ. 9 ἐκ., διάμ. βάσ. 29 ἐκ.
66. ΑΕ 3057:. Τμήμα πίθου, σώζεται ἡ βάση ἐπίπεδη. Πηλὸς κιτρινωπὸς μὲ λίγες προσμίξεις. Σωζ. υψ: 14 εκ. διαμ. βασ. 21 εκ.
67. ΑΕ 3058. Τμῆμα πίθου. Σώζεται ἡ μισὴ σχεδὸν βάση καὶ μέρος τοῦ σώματος ποὺ ἀρχικὰ ἀνοίγει πρὸς τὰ ἔξω καὶ μετὰ στρέφεται πρὸς τὰ μέσά ἡ βάση ἐπίπεδη ἀδιαμὀρφωτη. Πηλὸς κοκκινωπὸς μὲ προσμίξεις ἀπὸ κεραμίδι. Σωζ. ὕψ. 18.5 ἑκ., διάμ. βάσ. 27 ἑκ.


68. ΑΕ 3059. Τμῆμα ἀπὸ τὸ πάνω μέρος πίθου. Κάτω ἀπὸ τὸ χεῖλος πλαστικὸ διακοσμητικὸ κορδόνι μὲ ἔμπιστες κοκκίδες. Πηλὸς κόκκινος κιτρινωπὸς μὲ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Διάμ. χείλ. 40 ἐκ.
69. ΑΕ 3060. Τμῆμα τοῦ πάνω μέρους πίθου μὲ χεῖλος λεπτὸ καὶ λοξότμητο πρὸς τὰ ἔξω. Πηλὸς κοκκινωπὸς κίτρινος μὲ κομματάκια ἀπὸ κεραμίδι. Διάμ. χείλ. 54 ἐκ.
70. ΑΕ 3061. Κομμάτια μικροῦ πίθου. Σώζεται ἡ μισὴ βάση, τὸ χεῖλος καὶ μέρη τοῦ σώματος μὲ τὶς δυὸ λαβὲς- αὐτιά. Η βάση ἐπίπεδη καὶ σχετικὰ μικρή. Τὸ σῶμα ἀπιόσχημο καταλήγει πάνω σὲ ἕνα σχετικὰ λεπτὸ χεῖλος. περίπου στὸ μέσο τοῦ σώματος οἱ λαβές. Ἀπὸ τὰ κομμάτια αὐτὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναπαράσταση. Πηλὸς καστανωπὸς- κίτρινος μὲ μικρὰ πετραδάκια. Ὕψ. 48 ἑκ., διάμ. βάσ. 25 ἑκ., διάμ. χείλ. 50 ἐκ.
71. ΑΕ 3062. Χεῖλος μεγάλου πίθου. Πηλὸς καστανωπὸς-κίτρινος μὲ μικρὰ πετραδάκια. Διάμ. ἐσωτ. 52 ἐκ., ἐξωτ. 70 ἑκ.




ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΤΣΑΣ
Η Αρχαϊκή οικία στο Κοπανάκι Μεσσηνίας
Α.Ε. 1983 Σελ.:

Σημειώσεις:
*‘H ἀποκάλυψη τοῦ σπιτιοῦ πραγματοποιήθηκε σὲ δυὸ ἀνασκαφικὲς περιόδους κατὰ τὰ ἔτη 1981 καὶ 1982, μὲ ἐργάτες τῆς Ἐφορείας Ἀρχαιοτήτων Ὀλυμπίας, οἱ ὁποῖοι ἐργάστηκαν μὲ ζῆλο κάτω ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες τῆς ἔλλειψης στέγης γιὰ τὴ διαμονή τους. Ἐξαίρετικὰ δύσκολο ἦταν τὸ ἔργο τῆς συγκόλλησης καὶ συντήρησης τῶν ἀγγείων, ποὺ βρέθηκαν σὲ πολὺ κακὴ κατάσταση, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐργάστηκαν οἱ τεχνίτες τῆς Ἐφορείας κ. Σ. Μάσσια- Ἀσημακοπούλου, Σ. Χριστόπουλος, Γ. Ἀλεξόπουλος καὶ Α. Μπούμπουκας.
1. Γιὰ τὴν τοπογραφία τῆς περιοχῆς βλ. Ν. VALMIN, Etudes topographiques sur 1a Messénie ancienne 79-81 Με DONALD- Rnp, Minnesota Messenian Expedition 1972 (στὸ ἑξῆς ΜΜΕ) 296. H.SIMPSON- DICKINSON, Gasetteer 1979, 177-178. Ε. MEYER, RE Supp1. XV, σ.222-223, λ. Messenien (1978).
2. N. VALMIN, ὅ.π. εὶκ. 14 καὶ 15.
3. N. VALMIN, The Sweedisch Messenia Expedition (Lund 1938) 9-415.
4. Ἐκτεταμένος λόφος στὴ θέση Παπαδάμος, 2χλμ. περίπου Δ. τοῦ χωριοῦ, μὲ πιθανὲς ἐνδείξεις γιὰ προϊστορικὸ ὙΕ οῖκισμό, AJA 73, 1969, 136.
Περὶ τὰ 2 χλμ. ΒΑ. τοῦ χωριοῦ καὶ στὸ δρόμο πρὸς Κεφαλόβρυση μικρὸ ἔξαρμα μὲ τὴν ὀνομασία «Μποθφανό», ἀμέσως δυτικὰ τοῦ δρόμου, μὲ ἐνδείξεις ΥΕ οἰκισμοῦ, AJA 73, 1969, 139 καὶ ΜΜΕ 1972, 298 (reg.A),238.
1 χλμ. ΝΔ. τοῦ Κάτω Κοπανάκου ὑπάρχει ὕψωμα μὲ τὸ ὄνομα Χαλίκια, πάνω στὸ ὁποῖο βρίσκεται ὑδατόπυργος, μὲ ἐπιφανειακὰ ὄστρακα ΜΕ καὶ ΥΕ χρόνων (AJA73, 1969, 140 καὶ ΜΜΕ, 296).
5. Ν. VALMIN, Et. top. Mess. 1930, 79-81, ΜΜΕ298, N. VALMIN, Bu11. Lund 1927/28, 31 -54. 0. BLON, Tholoi, tumuliet cercles funéraires 212-213.
6. AJA73, 1969, στὴ θέση «Παπαδάμος».
7. Η ἀνασκαφὴ ἄρχισε ὡς σωστικὴ μετὰ ἀπὸ τὴ διαμόρφωση τοῦ δρόμου αὐτοῦ καὶ τνὴ κατασκευὴ τσιμεντένιων κρασπέδων τὰ ὁποῖα καὶ κατέστρεψαν τμήματα τῶν θεμελίων τοῦ ἀρχαίου κτηρίου. Η Ἐφορεία εἰδοποιήθηκε ἀπὸ τὸν κ. Χρ. Κουμπαροὺλη, τοῦ ὁποίου τὸ σπίτι καὶ τὸ κατάστημα βρίσκεται δίπλα καὶ καλύπτει μάλιστα ἕνα μέρος τῶν ἐρειπίων.
7. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γύρω οἱκοπέδων, στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται τὸ ἀρχαίο οἰκοδόμημα, ὑπῆρχε χωράφι ὅπου καλλιεργοῦνταν ἀμπέλια καὶ προφανῶς ὀργώνονταν συνεχῶς. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἴσως λείπουν οἱ τοῖχοι τῶν δωματίων IV καὶ V στὴ δυτικὴ τους πλευρά. Οἱ πέτρες πιθανὸν ἀπομακρύνθηκαν γιὰ νὰ μὴν ἐμποδίζουν τὴν καλλιέργεια. Σύμφωνα μὲ μιὰ ἄλλη πληροφορία πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἔπαιρναν ἀπὸ ἐδῶ κεραμίδια, τὰ ὁποῖα ἐξαιτίας τῶν μεγάλων διαστάσεων ἦταν πολὺ χρήσιμα στὴν κατασκευὴ φούρνων.
8. ΞἙΝΟΦΩΝ, Ἀπομνημονεύματα ΙΕΙ 8,8-10. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, οἰκονομικὸς Ι, V1, καὶ πρὸς εὐαμερίανδὲ καὶ πρὸς ὑγίειαν δεῖ εἶναι, εὔπνουν μὲν τοῦ θέρους, εὐήλιον δὲ τοῦ χειμῶνος, εἴη ὂ᾿ ἂν ἡ τοιαύτη κατάβορρος οὖσα καὶ μὴ ἰσοπλατής. ΞἙΝΟΦΩΝ, Οἰκονομικὸς ΙΧ 4 καὶ διαιτητήρια δὲ τοῖς ἀνθρώποις Mew αὐτῇ κεκαλλωπισμἐνα τοῦ μὲν θέρους ἔχειν ψυχεινά, τοῦ δὲ χειμῶνος άλεεινά. ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Προμηθεὺς 405 κὲ. καθῇς πλινθυφεῖς δόμους προσείλους ῇσαν. ΕΥΠΟΛΙΣ 378.
9. Ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα γνωστὰ παραδείγματα τὶς περισσότερες φορὲς ἡ εἴσοδος (καὶ κατὰ συνέπεια ἡ πρόσοψη) τοῦ σπιτιοῦ βρισκόταν στὴ Ν. πλευρὰ ὅπως στὴν Ὂλυνθο (O1ynthus VIII 142 - 146 καὶ 99, εἰκ. 4), στὴν Πέλλα (Χ. ΜΑΚΑΡΟΝΑΣ, Ἀνασκαφαὶ Πέλλης 1957-1960, ΑΔ 1960, 74, σχ. I), τὴν Πριήνη (ΤΗ. WIBGAND- H. Seaman, Priene, εἰκ. 298, 316, πίν.21), στὸν Κολοφὠνα (Hesperia XIII, 1944, πίν.9, 10).
10. Γιὰ τὴ Σευθοὐπολη βλ. D. P. Dmrrnov, Seuthopo1is, Antiquity XXXV, 1961, 91-102, εὶκ.1-3. Στὴν Ἀθήνα βλ. J.E. Jonas, Town and Country Houses of Attica in C1assica1 Times, in Thorikos and the Laurion in Archaic and C1assica1 Times (1973)
11. ΞἙΝΟΦΩΝ, Ἀπομνημονεύματα ΙΕΙ 1.7 πολὺ γάρ διαφέρει στράτευμα τεταγμένου ἀτάκτου, ὥσπερ λίθοι τε καὶ πλίνθοι καὶ ξύλα καὶ κέραμος ἀτάκτως μὲν ἐρριμμένα οὐδὲν χρήσιμά ἔστιν, ἐπειδὰν δὲ ταχθῆ κάτω μὲν καὶ ἐπιπολῆς τὰ μήτε σηπόμενα μήτε τηκόμενα, οἵ τε λίθοι καὶ ὁ κέραμος, ἐν μέσῳ δὲ αϊ τε πλίνθοι καὶ τὰ ξύλα, ὥσπερ ἐν οἰκοδομία συντίθεται, τότε γίγνεται πολλοῦ ἄξιον κτῆμα, οἰκία.
12. Τὴ μορφὴ αὐτὴ τῆς θεμελίωσης εἶχαν τὰ περισσότερα σπίτια τῆς κλασικῆς ἐποχῆς (O1ynthus VIII 223-224, πίν.5-50. BSA 68, 1973, 424).
13. O1ynthus VIII πίν. II, BSA 68, 19-73, εὶκ. 2.
14. Τὰ χωμάτινα δάπεδα πιθανὸν χρησιμοποιήθηκαν σὲ πρώιμα καὶ δεύτερης κατηγορίας σπίτια. Ἔτσι στὴν Ὅλυνθο ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις μολονότι τὰ δάπεδα σχεδὸν πάντα ἦταν στρωμένα μὲ πλάκες ἢ μωσαϊκά. (O1ynthusVIII 281). Στὴν Ἀθήνα τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα, βλ. J.E.JONES, Thorikos ὅ.π. 68, καὶ τὰ περισσότερα σπίτια, ποὺ βρέθηκαν στὸ λόφο τοῦ Ἀρείου Πάγου, Thorikos 82.
15. Γιὰ τὴ χρήση καὶ τὸν τρόπο κατασκευῆς τῶν ὠμῶν πλίνθων βλ. Α. ΟΡΛΑΝΔΟΥ, Τὰ ὑλικὰ δομῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων Ι 65-83.
16. Βλ. Vrnwvws, De arch. II 3.3 ὅπου ἀναφέρει ὅτι κυρίως γιὰ τὴν κατασκευὴ ἰδιωτικῶν κτηρίων χρησιμοποιἠθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες οἱ τετράγωνες πλίνθοι πλευρᾶς ἑνὸς ποδιοῦ (τετράδωρα) καὶ ὅτι γιὰ τὴν κάλυψη τοῦ πλάτους τῶν τοίχων, ὅταν αὐτὸ ἦταν μεγαλύτερο τοῦ ἑνὸς ποδιοῦ, χρησιμοποιοῦνταν μισὲς πλίνθοι. Τέτοιες τετράγωνες πλίνθοι πλευρᾶς 30 ἐκ. καὶ πάχους 10 ἐκ. βρέθηκαν στὴ Φλώρινα τῆς Μακεδονίας (ΑΕ 1932,54). Στὴν Ὄλυνθο ἐξάλλου οἱ διαστάσεις τῶν πλίνθων ἧσαν 0.265x 0.25x 0.084μ.
17. Γιὰ τὰ ὑλικὰ καὶ τὸν τρόπο κατασκευῆς τῆς στέγης τῶν κτηρίων βλ. Τ. Α. Hones, The Woodwork ofGreek Roofs (Cambridge 1960).
18. Ta. WIEGAND - H. SCHRADER, Priene εἰκ. 298, J. GRAHAM, Notes on Houses and Housing Districts at Abdera and Himera. AJA 1972, 295-301. HesperiaXIII, 1944, 91-171.
19. Τυπικὴ μορφὴ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἔχουν ὅλα τὰ σπίτια τῆς Ὀλύνθου (O1ynthus VIII), Πέλλας (ΑΔ1960, 74, σχέδ. 1), τῆς θρακικῆς Σευθούπολης (AntiquityXXXV, 1961, 96 εὶκ. 2),τῆςἘρέτριας (ΑΔ 1915, 118), οἱ δυὸ ἀγροικίες στὸ Δέμα καὶ στὴ Βάρη τῆς Ἀττικῆς (BSA 57,1962, 104 εὶκ. 12, BSA 68, 1973, 141, εἱκ.17).
20. Η.χ. τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα (Hesperia XXIII, 1954,51 - 55, Archaeo1ogy XIII, 1960, 234 κὲ.) τοῦ δου αὶ. π.Χ. καθὼς καὶ σπίτια στὴ ΝΔ. πλευρὰ τῆς Ἀγορᾶς, ποὺ χρονολογοῦνται πρὶν ἀπὸ τὸ -450 (Hesperia xx, 1951, 135 κὲ.) κλπ.
21. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Π 65.2 ...ἰδία δὲ τοῖς παθήμασι ἐλυποῦντο, ὁ μὲν δῆμος ὅτι ὰπ᾿ ἐλασσόνων ὁρμώμενος ἐστέρητο καὶ τούτων, οἱ δὲ δυνατοὶ καλὰ κτήματα κατὰ τὴν χώραν οἰκοδομίας τε καὶ πολυτελέσι κατασκευαῖς ἀπολωλεκότες. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Ἀρεοπαγ. 52. Τοιγάρτοι διὰ ταῦτα μετὰ τοσαύτης ἀσφαλείας διῆγον ὥστε καλλίονς εἶναι, καὶ πολυτελεστέρας τὰς οἰκήσεις καὶ τὰς κατασκευάς τὰς ἐπὶ τῶν ἀγρῶν ἢ τὰς ἐντὸς τείχους...
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Ὀλυνθιακὸς Γ, 26 ...ὥστε τὴν Ἀριστείδου καὶ τὴν Μιλτιάδαι) καὶ τῶν τότε λαμπρῶν οἰκίαν εἴ τις ἁρ᾿ οἶδεν ἡμῶν ὁποία ἐστὶν, ὖρᾷ τῆς τοῦ γείτονος οὐδὲν σεμνοτέρων οὖσαν. <
22. Πάπυρος Ὀξυρύγχου (Ἑλληνικὰ Ὁξυρύγχια) V,XII, 5 - XIII, 1... τότε δὲ τῶν Ἀθηναίων ἡ χώρα πολυτελέστατα τῆς Ἑλλάδος κατεσκεύαστο- ἐπεπόνθει γὰρ μικρὰ κακῶς ἐν ταῖς ἐμβολαῖς ταῖς ἔμπροσθεν ὑπὸ τῶν Λακεδαιμονίων, ὑπὸ δὲ τῶν Ἀθηναίων οὕτως ἐξήσκητο καὶ διεπεπόνητο καθ᾿ ὑπερβολὴν ὥστε χώραν ἦν οὐδὲν παρ᾿ αὐτοῖς ἐπάρατον οἰκήσεις δὲ καὶ κάλλιον ᾠκοδομημἐνας ἢ παρὰ τοῖς ἄλλοις εἶχον...
23. WIEGAND-Scamp, Priene, τὸ σπίτι ESH I ἔχει διαστάσεις 27.80x 16.10μ.
24. L1DDEL-SCOTT, λ. παστάς. ΗΡΟΔΟΤΟΣ Π 169 Καὶ γὰρ τὸ Ἀμάσιος σῆμα ἑκαστέρω μὲν ἐστι τοῦ μεγάρου ἢ τὸ τοῦ Ἀπρίεω καὶ τῶν τούτου προπατόρων, ἔστι μέντοι καὶ τοῦτο ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ ἱεροῦ, παστάς λιθίνη μεγάλη καὶ ἠσκημένη στύλοισί τε φοίνικας τὰ δένδρεα μεμιμημένοισι καὶ τῇ ἄλλῃ δαπάνῃ- ἔσω δὲ ἐν τῇ παστάδι διξὰ θυρώματα ἔστηκε, ἐν δὲ τοῖς θυρώμασι ἡ θήκη ἐστί.
ἙΝΟΦΩΝ, Ἀπομνημονεύματα ΠΙ 8,9 Οὐκοῦν ἐν ταῖς πρὸς μεσημβρίαν βλεπούσας οἰκίας τοῦ μὲν χειμῶνος ὁ ἥλιος εἰς τὰς παστάδας ὑπολάμπει, τοῦ δὲ θέρους ὑπὲρ ἡμῶν αὑτῶν καὶ τῶν στεγῶν πορευόμενος σκιὰν παρέχει. Vrrnuvws, VI, VII 1 καὶ 2-7.
25. Γ. OIKONOMOE, ΠΑΕ 1914,πίν.133-148, ΠΑΕ
26. O1ynthus VIII 90, πίν.95. 1915, 237- 244.
27. Ὅ.π. 170-171.
28. ΠΛΑΤΩΝ, Πρωταγόρας 314 C-D...ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προθύρῳ ἕγενόμεθα, ἐπιστάντες περί τινος λόγου, ὅς ἡμῖν κατὰ τὴν ὁδὸν συνέπεσεν it" οὖν μὴ ἀτελὴς γένοιτο, ἀλλὰ διαπερανάμενοι οὕτως ἐσίοιμεν, πάντες ἐν τῷ προθύρῳ διελεγόμεθα ἕως συνωμολογήσαμεν ἀλλήλας... ἐπειδὴ γοῦν ἐκρούσαμεν τὴν θύραν, ἀνοίξας καὶ ἰδὼν ἡμᾶς ἔφη...
29. O1ynthus VIII 154 εἱκ. 9.
30. ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιο 212C.
31. Φ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ἱερατικὴ οἰκία ἐν Ζωστῆρι τῆς Ἀττικῆς, ΑΕ 1938, 1-31.
32. Γιά ἀρχιτεκτονικὴ κατοικιῶν γενικὰ βλ. Β. C. RIDER, The Greek House, 1965 (ἀπὸ τὴ νεολιθικὴ ἐποχὴ μέχρι καὶ τὰ Πομπηίαν σπίτια). W. Dmsmoon, The Architecture of the Greece and Rome (1973) 322-325, 211-252. A. G. M6 KAY, Houses, Vi11as and Pa1aces in the Roman Wor1d (1975). A. W. LAWRENCE, Greek Architecture (1962) 238-249. R. WYCHBRLY, How the Greeks bui1t Cities (1961) 175-197.
33. Φτωχὰ λείψανα ἀρχαϊκῆς κεραμεικῆς μέχρι τὠρα ἀπὸ ἀνασκαφὲς σὲ ὁλόκληρη τὴ Μεσσηνία βλ. ΑΔ27, 1972, B1, 258 κὲ. ἀπὸ τὴ Μίλα-ΑΔ 1916, 101-103 ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Κορύθου Ἀπόλλωνα στὸ Λογγά.
34. O1ympische Forschungen VII (1975).
35 Excavations at Tocra I 88.
36. Γιὰ τὶς ἡλιακὲς ληκύθους βλ. Κ. SINN, Dasn Hei1igtum der Artemis Limnatis bei Kombothecra, ΑΜ 93, 1978, 45-82, πίν.21-26. Γ. ΧΑΤΖΗ, Κεραμεικὴ ὑστεροκλασικῶν χρόνων ἀπὸ τὴν Ἀμαλιάδα, A Τόμος τῆς Ἐπετηρίδας τῆς Ἐταιρείας Ἠλειακῶν Μελετῶν, Ἀθήνα 1982.
37. Γιὰ τὸ σχῆμα τοῦ ἀγγείου βλ. Corinth ΧΙΙ 155 -156, ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία. Τὰ πιὸ κοντινὰ παραδείγματα στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι: CorinthΧΙΙ ἀρ.227,6, πίν. 37 (-490/ -480) μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι στὸ κορινθιακὸ ἡ βάση εἶναι δακτυλιόσχημη, καθὼς καὶ τὸ ἀρ. 295,6 (-480/ - 470).
38. O1ympische Forschungen VIII εἱκ.24,7 (71 SO).
39. Τὴν πληροφορία ὀφείλω στὸν ἀρχαιολόγο κ. G. Schie1bach, τὸν ὁποῖο καὶ εὐχαριστῶ.
40. Γιὰ τὸν τύπο βλ. U. chcn, Der Sfidhfige1 128 ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία, ἀρ. 162,4 πίν. 34,3, ποὺ τὸ χρονολογεῖ στὸ ά τέταρτο τοῦ -5ου αί. Ἐπίσης βλ. Agora ΧΙΙ72-74, Tocra I ἀρ.985-986 πίν. 67.
41. Agora ΧΙΙ ἀρ. 493 (-480/ -470).
42. Tocra I ἀρ. 985-986.
43. "0.1:. 86.
44. WALTERS, BMC Vases IV ἀρ. 233.
45. L. J 317nm, Loca1 Scripts of Archaic Greece 19/. ἀρ. (a.
46. Agora ΧΙΙ ἀρ. 1002 εἰκ. 9 (-520/ -500).
47. Γιὰ τὴ χρήση τῶν ἀγγείων αὐτῶν καθὼς καὶ για τὴν τεχνικὴ τους βλ. Agora ΧΙΙ 221-223 (mortars). Στὴν προκειμένη περίπτωση, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ ἀρχαῖος όρος, χρησιμοποιήθηκε ἀμετάβλητος (ιἱγδίονυ.
48. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ χωρίο τοῦ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Λάχης 187Β: κατὰ τὴν παροιμίαν ὑμῖν συμβαίνῃ ἐν πίθῳ ἡ κεραμεία γιγνομένη.
49. Δύο παρόμοιες ὁμάδες ἀπὸ πλαστικὰ κορδόνια φέρει καὶ μεγάλος ἀμφορέας ἀπὸ τὴ Σπάρτῃ (ἀρχαϊκῶν χρόνων). Βλ.ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Λακωνικοὶ μετ᾿ ἀναγλύφων ἀμφορεῖς,ΑΔ19,1964,173πίν.79.
Τὰ ἴδια πλαστικὰ κορδόνια καὶ σὲ μεγάλη λεκάνη ἀπὸ τὴ Λακαθέλα στὴν περιοχὴ τῆς Μίλας, ὅπου ἡ Θ. Καράωργα ἀνέσκαψε ἀρχαϊκὸ κτἠριο. Βλ. ΑΔ27, 1972Β1, 258 κἑ. Θ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ, Ἀνασκαφὴ περιοχῆς ἀρχαίου Δωρίου, ΑΕ1972, Χρον., 12-20.
50. Παρόμοιες λαβὲς μὲ μαστοειδὴ ἀπόφυση βλ. ΑΔ27, 1972, Β1, 242 -246, πίν. 181, α, ἀπὸ τὸν ἀποθέτη Πα τῆς ἀνασκαφῆς κοντὰ στὸν Εύρὠτα. Fa. HAMnonr, Lakonische Perirrhanterien, ΑΜ 89, 1974, 51, πίν. 26, Ι (λαβὴ παρόμοια μὲ αὐτὲς τῶν πίθων τοῦ Κοπανακίου σὲ λακωνικὴ λεκάνη) καὶ σ. 58 ἀρ. 12 (λαβὴ σὲ λεκάνη ἀπὸ τὸ Γεράκι Λακωνίας τοῦ τέλους τοῦ 7ου αἱ. π.Χ.).
51. Προτιμήθηκε ἡ ὀνομασία βαρίδιο ἀπὸ τὶς ἄλλες γνωστές, ὅπως ((ὑφαντικὸ βάρος» καὶ ((ἀγνύθα».
52. Τὸ κομμάτι αύτὸ ἀναφέρεται στὸν κατάλογο ἐνδείκτικά. Μολονότι στὸ στρῶμα καταστροφῆς βρέθηκαν πάρα πολλὰ κομμάτια κεραμιδιῶν, δὲν ἔγινε κατορθωτὸ νὰ συγκροτηθεῖ ἕνα ὁλόκληρο. Τὰ κεραμίδια πάντως, πού χρησιμοποιἠθηκαν, ἦταν λακωνικοῦ τύπου καὶ πολύ μεγάλων διαστάσεων. Ἀπὸ τὰ γνωστὰ παραδείγματα τὰ κεραμίδια τοῦ Ἡραίου τῆς Ὀλυμπίας (τέλος -7ου αί.) εἶχαν διαστάσεις 1.22 x 0.588 - 0.555 μ. (βλ. O1ympia II, σ. 169 πίν. XCVIII), λίγο μικρότερα ἦταν τὰ ἀρχαϊκὰ τοῦ Ἡραίου τῆς Σάμου, τῆς φάσης τοῦ Ροίκου, 81 x72 ἐκ., ἐνῶ πολύ μικρότερα ἦταν τὰ πρώιμα κλασικὰ ῆς θόλου τῆς Ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν (-470), διαστάσεων 67x53 ἐκ.
Τῆς Ὀλύνθου οἱ στρωτῆρες εἶχαν διαστάσεις 95x 51 -45 ἐκ. ἢ 96x 50-47 ἐκ. καὶ οἱ καλυπτῆρες 95x 19- 21 ἑκ. (βλ. O1ynthus VII 232 καὶ O1ynthus ΧΙΙ 185), ἐνῶ τοῦ σπιτιοῦ στὸ Δέμα τῆς Ἀττικῆς τὰ κεραμίδια εἶχαν διαστάσεις 96 x 49 ἑκ.
Οἱ διαστάσεις τῶν κεραμιδιῶν στὸ Κοπανάκι προσεγγίζουν τὶς διαστάσεις τῶν κεραμιδιῶν τοῦ Ἡραίου τῆς Ὀλυμπίας.
53. Γιὰ τὴ χρήση τοῦ ὠμοῦ πηλοῦ μὲ ἄχυρα ὡς ύπόστρωμα τῶν κεραμιδιῶν, βλ. Α. ΟΡΛΑΝΔΟΥ, Τὰ Ὑλικὰ δομῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων Ι, 83, ὅπου καὶ οἱ σχετικὲς παρατηρήσεις στὶς ἀρχαῖες πηγές, καὶ Α.Τ. H0002, The Woodwork of Greek House Roots (1960) 64-70 καὶ εἰκ.15.
54. Ὠμὲς πλίνθοι χρησιμοποιήθηκαν σὲ μεγάλη κλίμακα σὲ ὅλες τὶς ἑποχές. Γιὰ τὴ χρήση τους στὴν κατασκευὴ σπιτιῶνβλ.:ROBINSON,RE SupἸ.VII257-O1ynthus VIII 224-229 καὶ O1ynthus ΧΠ 468.






Printfriendly